Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2010

ΟΞΩ ΦΤΩΧΕΙΑ!

Τώρα που ανάρτησα και το δεύτερο review από την πρόβα της Πλάτωνος (μη δυσαρεστήσω κιόλας τους επισκέπτες του blog μου), ας επιστρέψω στα δικά μου, που δεν είναι και τόσο ευχάριστα. Πραγματικά αν δεν υπήρχε αυτή τη στιγμή η Λένα με το καβαφικό project και το επερχόμενο τριήμερο στην Επίδαυρο, δεν τό 'χα τίποτα να φουντάρω απ' το μπαλκόνι...Δεν έχω ξανανιώσει τέτοια τρομερή πίεση στα δέκα χρόνια που εργάζομαι- να το πούμε- ως επαγγελματίας. Τις επόμενες μέρες θα ειδοποιήσω τη σπιτονοικοκυρά ότι αφήνω το διαμέρισμα της πλατείας Βικτωρίας, λόγω αδυναμίας μου να πληρώσω το ενοίκιο. Ευτυχώς που είχα δώσει δύο νοίκια μπροστά όταν μπήκα μέσα, οπότε έχω λίγο ακόμη χρόνο. Τι θα μου πει; Ότι το συμβόλαιο ήταν διετές και λήγει τον Νοέμβριο; Ε, θα της πω κι εγώ ότι άμα της αρέσει να μ' έχει τσάμπα, ας μη μ' αφήσει να φύγω. Φαντάζομαι όταν της εξηγήσω ότι δεν πληρώνει κανένας εργοδότης πλέον, θα με καταλάβει. Ούτε μού ειν' ευχάριστο να τηλεφωνώ κάθε τέλος του μήνα, όπως συνέβη τους δύο τελευταίους μήνες, ζητώντας απ' τη μάνα μου- 36 ετών άνθρωπος- τα χρήματα του ενοικίου, μαζί και τους λογαριασμούς που τρέχουν αμείληκτοι. Πως κατάντησα έτσι, εγώ που έπαιρνα αξιοπρεπή χρήματα τα τελευταία χρόνια και δεν είχα ανάγκη κανέναν, πέραν των δυνάμεων μου; Πως ανατράπηκαν όλα μέσα σε τρεις μόνο μήνες; Τρίτο μήνα απλήρωτος από το δίφωνο (δεν πληρώνουν, λέει, οι διαφημιστικές και ως εκ τούτου δεν ρέει το χρήμα), όπως και το ίδιο ακριβώς διάστημα απλήρωτος από το ραδιόφωνο (εκεί συνεχίζεται η απεργία των ηχοληπτών του σταθμού). Σύνολο: περίπου δυόμισι χιλιάδες ευρώ κι από τις δύο αυτές δουλειές μείον...Ειδικά όταν ένα μήνα δεν εισπράξεις, αδυνατείς να ανταπεξέλθεις στις υποχρεώσεις του επόμενου, το πράγμα πάει μύλος δηλαδή. Μην αναφέρω και την απαράδεκτη κατάσταση με την υποτιθέμενη κραταιά Victory Media που μού 'χει φορέσει εδώ και τρία χρόνια ένα φέσι εξίμισι χιλιάδων ευρώ για τη σκηνοθεσία μου σ' αυτή τη σειρά των dvd για το λαϊκό τραγούδι. Υπάρχουν και χειρότερα, ο Μπαλαχούτης έχει φεσωθεί πολύ πιο άγρια μαθαίνω. Μέσα σ' όλη αυτή την τραγική κατάσταση, μου χάλασε το laptop (διστάζω και να ρωτήσω πόσο μπορεί να κοστίζει η βλάβη), έχασα ένα γεμάτο πακέτο τσιγάρα (ξέρεις τί 'ναι 3,40 ευρώ τη σήμερον ημέρα;) και ξέχασα κάπου και τα γυαλιά ηλίου (ελπίζω να τα βρω, διότι ποιος δίνει ένα πενηντάρικο τώρα σε καινούργια; Προτιμώ να γίνω σαν τον Φούντα στη Στέλλα, πού 'χε αγκαλιά τη Μελίνα στην παραλία και φώναζε Καίγε, ρε ήλιε, ώσπου να μας κάψεις)! Απ' αύριο, επίσης, internet τέλος! Διακόπτω τη σύνδεση σε μια ύστατη προσπάθεια να ξαλαφρώσω οικονομικά. Κι επειδή ούτε φράγκα θα παίζουν για ξημεροβραδυάσματα στα internet- cafe, με βλέπω να αραιώνω αναγκαστικά απ' τη μπλογκόσφαιρα. Το μόνο καλό και που κατά 90% μπορεί να πραγματοποιηθεί σε κάνα μήνα από τώρα είναι να μετακομίσω σε ένα νέο δυάρι στο Παγκράτι. Επειδή δεν υπήρχε περίπτωση να γυρίσω στο Κερατσίνι και στους δικούς μου, ένας άνθρωπος, φύλακας- άγγελος μου την τελευταία δεκαετία, μου παραχωρεί το εν λόγω διαμέρισμα δικής του ιδιοκτησίας. Στα δύσκολα χρειάζονται οι φίλοι, οι δικοί μας άνθρωποι, αν και το συγκεκριμένο άτομο μού 'χει αποδείξει έμπρακτα την αγάπη και τη στήριξη του. Εν κατακλείδι, σύντομα τέλος η πλατεία Βικτωρίας (άι σιχτίρ, καλύτερα, μπούχτισα να πετάγομαι για τσιγάρα και να με ζώνουν οι...Ταλιμπάν κι οι μάγισσες, όχι με ομπρέλες, της Αρλέτας, αλλά με μπούργκες) και πάμε για ένα νέο ξεκίνημα! Δεν αποκλείεται να με δείτε κρυμμένο στην κουζίνα κανενός McDonalds να φτιάχνω χάμπουργκερ για κοιλαράδες οικογενειάρχες. Αχ, πως καταντήσαμε, απ' τα ψηλά στα χαμηλά, σαν λαϊκό άσμα του Καζαντζίδη. Ποιος; Εγώ, που όποτε έμπαινα σε ταβέρνα και δεν υπήρχε θέση, έλεγα μέσα μου Να σηκωθούν εδώ και τώρα όλοι οι μαλάκες μικροαστοί για να κάτσω με την παρέα μου! Πάρ΄τα τώρα, αιθεροβάμονα Υδροχόε, ψωνάρα, κουλτουριάρη, καλλιτέχνη μου! Μια χαρά ειν' οι μαλάκες μικροαστοί κι αυτοί τουλάχιστον έχουν μια στέγη να βάλουν το κεφάλι τους από κάτω. Εσύ να δούμε πως θα τα βγάλεις πέρα στο μπουρδέλο που σού 'λαχε να ζήσεις χωρίς κανένα φως στον ορίζοντα...
ΚΚΚ
* στη photo του post, ο bosko σε κάνα χρόνο από τώρα...
** πάντως, η μάνα μου έγραψε πάλι! Όταν την ενημέρωσα ότι εδώ και μια βδομάδα τη βγάζω με φακές στο ταπεράκι, είπε το εξής: Φαινόσουν ότι θά 'παιρνες τον κακό το δρόμο, απ' όταν ήσουν 17 ετών με κάτι μαλλιά σαν τον Άι- Γιάννη τον Ρώσο κι αντί να φορέσεις ένα ρούχο της προκοπής, μού 'βαζες το κιλίμι, φτυστός ο Χατζηχρήστος απ' το χωριό, και το λαχουρέ πουκάμισο που ήταν ίδιο σχέδιο με την κιλότα της Joan Baez!

ο-κατά-λένα-πλάτωνος-κωνσταντίνος-καβάφης-δεύτερη-πρόβα

Σήμερα ο Γιάννης Παλαμίδας δοκίμασε τα τραγούδια Δέησις, Τα κεριά, Η Πόλις, Απολείπεν ο θεός Αντώνιον και τα Παράθυρα, όλα, ποιήματα του Κωνσταντίνου Καβάφη, μελοποιημένα από τη Λένα Πλάτωνος. Το ότι για μήνες μελετούσε τα κομμάτια στο home studio της συνθέτριας, δουλεύοντας μαζί της και με τον Στέργιο, ήταν τελικά πολύ καλό! Ούτε για μια στιγμή χτες και σήμερα ο Παλαμίδας δεν κράτησε χαρτί στα χέρια του με τους στίχους.
Το ίδιο καλά ανταπεξέρχεται και η μπάντα στη ζωντανή απόδοση των τραγουδιών. Τόσο καλά που η Πλάτωνος ζήτησε να φωτογραφηθεί ευχαριστημένη με τον μπασίστα της, τον Vlastur, και τον κιθαρίστα της, τον Στράτο Σπηλιωτόπουλο.
Εδώ με το ζόρι κρατούσαμε τα γέλια, όχι μόνο η Λένα, αλλά και όλοι μας μεσ' στο προβάδικο. Υπαίτιος ήταν ο Παλαμίδας με τις φοβερές ατάκες του και τα λογοπαίγνια του στυλ: Θα γίνω ρεζίλ Ντασσέν, Παίξτε κάτι από Λουλού Reed και κορεΐδρωσα!
Αυτή η photo άρεσε πολύ στη Λένα με την ίδια και τη Σαβίνα Γιαννάτου. Κατάφερες να αποτυπώσεις- μου είπε- την κοριτσίστικη ένωση μας από τα 80s! Σωστή η κυρία Πλάτωνος!
Ευδιάθετη, όπως πάντα άλλωστε, αφίχθη στην πρόβα για πρώτη φορά η Σαβίνα. Εδώ συγκεκριμένα απευθύνεται σε μένα και μου λέει ότι μοιάζω να βγήκα από το Volume IV των αγαπημένων της/μου Led Zeppelin. Είχαμε αρκετό καιρό να βρεθούμε, η αλήθεια είναι...
Τα κομμάτια που δοκίμασε η Σαβίνα ήταν τα Χίλιες και μια νύχτες σινεμά, Αν μ' αγαπάς έλα να κάνουμε έρωτα, Τι νέα ψιψίνα;, Κυψέλη κ.α., τραγούδια εν ολίγοις που θα ακουστούν στο πρώτο μέρος των δύο συναυλιών της Πλάτωνος στη Μικρή Επίδαυρο.
Επίσης, το Βράδυ και το Μόνο από τον Κύκλο Καρυωτάκη, το έργο που έχει περάσει στην αθανασία!
Υπέροχη και η Γαλάζια κιθάρα από το Σαμποτάζ, εν προκειμένω η κιθάρα του Στράτου που συμπλέει κανονικά με την ιδιαίτερη φωνή της Σαβίνας!
Έκαστος στο είδος του και ο Στέργιος Τσιρλιάγκος στον σχεδιασμό του ήχου και τα πλήκτρα του!
Όταν ξαναείπα ότι η Γαλάζια κιθάρα θυμίζει το Going to California των Led Zeppelin, η Σαβίνα σχολίασε ότι δεν το θυμάται κι ότι έχει μείνει στο Stairway to Heaven. Μα πως δεν το θυμάσαι, εξέφρασα την απορία μου, στο πικάπ σου την τελευταία φορά η βελόνα ήταν σταματημένη στο Going to California! Ναι, απάντησε η Σαβίνα, το θέμα είναι εδώ και πόσον καιρό ήταν σταματημένη εκεί η βελόνα! Ελπίζω πάντως όχι απ' το 1971 που πρωτοβγήκε ο δίσκος, της είπα κι εγώ...
Το μικρόφωνο και πάλι στον Παλαμίδα! Δεν υφίσταται συναυλία της Πλάτωνος χωρίς το σπαρακτικό Κοπερτί! Απίστευτο τραγούδι- διαμάντι!
Όπως και η Πτήση 201, τα Κινούμενα σκίτσα και το Σαμποτάζ, που θα απολαύσουν όσοι βρεθούν στη Μικρή Επίδαυρο με τις φωνές του Γιάννη και της Σαβίνας.
Τα ξαναλέμε από την αυριανή τρίτη πρόβα της Λένας Πλάτωνος και των μουσικών της.

Τρίτη, 29 Ιουνίου 2010

ο-κατά-λένα-πλάτωνος-κωνσταντίνος-καβάφης-πρώτη-πρόβα

Γιάννης Παλαμίδας (τραγούδι)
Στράτος Σπηλιωτόπουλος (ηλεκτρικές κιθάρες)
Tsiko (τύμπανα, κρουστά)
Vlastur (μπάσο)
Στέργιος Τσιρλιάγκος (συν-ενορχήστρωση, programming, remixing)
Περιμένοντας τους βαρβάρους...
Λένα Πλάτωνος (συνθέσεις, ενορχήστρωση) - bosko (επιμέλεια παραγωγής)
Tsiko- Στέργιος Τσιρλιάγκος- Vlastur
Γιάννης Παλαμίδας - Στράτος Σπηλιωτόπουλος
Λένα Πλάτωνος
Γιάννης Παλαμίδας - Tsiko
Σημειώσεις του Vlastur για τη μπασογραμμή των τραγουδιών
Στράτος Σπηλιωτόπουλος
Γιάννης Παλαμίδας
Tsiko
Γιάννης Παλαμίδας - Tsiko
Ο ερμηνευτής και η συνθέτρια
Λένα Πλάτωνος - bosko (αιφνιδιασμένοι)
Από την πρώτη πρόβα της Λένας Πλάτωνος και των συνεργατών της, του Κύκλου Καβάφη, για τη Μικρή Επίδαυρο, Τρίτη 29 Ιουνίου 2010
kkk
* να μη μεταχειρίζεται κανείς αφρό καθαρισμού τύπου pelikan για το πληκτρολόγιο του. Εγώ την πάτησα, το laptop βγήκε off και αύριο είμαι για να χρησιμοποιώ την εγγύηση...Ήταν ανάγκη τώρα να τύχει κι αυτό που δεν παίζει φράγκο; Καλά που υπάρχουν και τα internet- cafe, αν κι είχα συνηθίσει on line 24 ώρες το 24ωρο...

πορεία-πρόβα-ρεσιτάλ

Χτες είδα στο κέντρο της Αθήνας ένα από τα πιο επιτυχημένα συνθήματα: Εσείς με ΔΝΤ, εμείς με ΤΝΤ (κρίμα να μην έχω μαζί μου τη φωτογραφική μηχανή). Αντιπροσωπευτικό μάλλον του τι πρόκειται να γίνει σήμερα σε Αθήνα και Πειραιά. Να μη μείνει κανένας σπίτι του και να βρεθούμε όλοι στην πορεία. Αυτό λέω γω και θα το κάνω, όσο ο Πρωθυπουργός θα χασκογελάει και θα μας παραμυθιάζει ότι πάμε καλά, πολύ καλά την ίδια στιγμή που ο γιος πρώην Υπουργού, ναύτης, σέρνει τη Τζούλια Αλεξανδράτου στο Ναυτικό Μουσείο. Πόσα της έδωσε της πηδιόλας ο νεαρός κακόγουστος για να τον συνοδεύσει κι εμείς δεν έχουμε ούτε για το νοίκι μας πλέον; Όχι τίποτα άλλο, πληρώνουμε και τα λουσάτα γαμησιάτικα τους από πάνω...Γι' αυτό σου λέω, όλοι στο δρόμο σήμερα κι ας υποστούμε για μιαν ακόμη φορά τα καθιερωμένα άσματα του Μίκη Θεοδωράκη και του Γιάννη Μαρκόπουλου. Θα προτιμούσα βέβαια Dead Kennedys ή Deus X Machina, αλλά δε βαριέσαι! On the road, on the road και ω, καμαράντ, ω καμαράντ, βόηθα ν' ανέβω τη σκάλα!
Το απόγευμα ξεκινούν και οι πρόβες της Λένας Πλάτωνος για το διήμερο του Κύκλου Καβάφη στη Μικρή Επίδαυρο. Για μία εβδομάδα περίπου θα είμαστε κλεισμένοι στο στούντιο της Μεσογείων με τον Γιάννη Παλαμίδα, τη Σαβίνα Γιαννάτου, τον Στέργιο Τσιρλιάγκο, τους μουσικούς και βέβαια τη Λένα. Αδημονώ ν' ακούσω τα κομμάτια παιγμένα ζωντανά από τη rock μπάντα και με τα electronics. Όπως και να ξαναδώ τη Λένα να διευθύνει τους τραγουδιστές της, να κάνει ενορχηστρωτικές παρατηρήσεις - κανονικό μάθημα μουσικής, επιχρυσωμένο κιόλας! Θα καλύπτω τις πρόβες με καθημερινές ανταποκρίσεις, ενώ δεν αποκλείεται να αναρτήσω και κάποιο βίντεο. Στις 8 του μήνα που έρχεται αναχωρούμε για Επίδαυρο με βαν. Με χαρά μαθαίνω ότι και πολλοί άλλοι φίλοι, μουσικοί και μη, θα μας ακολουθήσουν για ένα τέλειο- απ' ότι προβλέπεται- weekend.

Σήμερα το βράδυ, πάντως, αν έχει τελειώσει η πρώτη πρόβα της Πλάτωνος στην ώρα της, δε θα ήθελα να χάσω με τίποτα το ρεσιτάλ της Ντόρας Μπακοπούλου στην αίθουσα Παρνασσός. Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, η κορυφαία πιανίστρια θα παίξει Schumann και Chopin με άκρως ρομαντική διάθεση. Είχα την τύχη ν' ακούσω πριβέ το εν λόγω κονσέρτο πριν λίγο καιρό στη γιορτή της Λένας, είναι όμως άλλη αίσθηση να γεύεσαι τη συγκεκριμένη μουσική (ειδικά τα Νυχτερινά του Chopin!) μέσα σ' έναν τέτοιο ιστορικό χώρο όπως του Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός. Αυτές είναι εκδηλώσεις! Όχι σαν τη συναυλία του Demis Roussos την περασμένη Παρασκευή στο Ηρώδειο, που τελείωσε με τον ίδιο και τον Μιχάλη Χατζηγιάννη επί σκηνής να τραγουδούν Que sera, sera...Και γαμώ τα κιτς, καλά που δεν πήγα τελικά!
κκκ
*Ελπίζω να μην ακούγομαι σαν απ' αυτούς τους Κνίτες που, αν και άθεοι, πάνε- λέει- στον Επιτάφιο, διότι μετά έχει πορεία, αλλά η σημερινή Τρίτη με διαδήλωση, Πλάτωνος και Μπακοπούλου προβλέπεται εξαιρετικά ενδιαφέρουσα!
** κι ένα ακόμη σύνθημα για να θυμηθούμε τα περσινά, τέτοιες μέρες ακριβώς: Ο Michael Jackson πέθανε/ το σώμα του δε λιώνει/ μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι

Δευτέρα, 28 Ιουνίου 2010

to-the-evening-child

Μεσ' στις αστραποβροντές, είπα: Φοβάμαι την αποψινή νύχτα, κάτι έχει...
Με ηρέμησαν η Συμφωνία Νο 5 του Mahler και το To the evening child του Stephan Micus...
Στο γυρισμό δεν με αναστάνωναν πια οι ειδήσεις για ατυχήματα στη λεωφόρο Συγγρού εξ αιτίας της ολισθηρότητας των δρόμων, ούτε τα πρεζάκια της Πολυτεχνείου...
Είχα γίνει άλλος ή ήμουν από ώρα αλλού...

Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

για-την-υπατία-την-αλεξανδρινή-το-λύκειο-και-την-τόλμη-&-γοητεία

Η Υπατία η Αλεξανδρινή κυκλοφορεί στη μπλογκόσφαιρα εδώ και καιρό, μα την ανακάλυψα ή, σωστότερα, με ανακάλυψε μόλις χτες. Στην πραγματικότητα ονομάζεται Όλγα, είναι φιλόλογος και, απ' ότι λέει η ίδια στο προφίλ της, 54 ετών. Δηλαδή, το 1991 ήταν 35, όσο είμαι εγώ σήμερα (σχεδόν). Το ΄91, επίσης, όταν αποφοίτησα από το Γ΄ Λύκειο Κερατσινίου, εγώ ήμουν 17 ετών, ένας μάλλον μέτριος μαθητής, τελείως ντουβάρι στα μαθηματικά, με κλίση στα φιλολογικά μαθήματα - και πάλι όχι τίποτα ιδιαίτερο. Η Όλγα ήταν καθηγήτρια μου για δύο χρονιές, αν θυμάμαι καλά. Είχε απίστευτο χιούμορ, αστειευόταν με τους μαθητές της, ήταν ανεκτική στην τράκα που της κάναμε στα τσιγάρα και παραδόξως δεν της είχαμε πάρει τον αέρα, που λένε. Ειδικά με μένα που οι περισσότεροι καθηγητές μαρτυρούσαν με τις πλάκες μου μέσα στην τάξη (δε θα ξεχάσω μία άλλη φιλόλογο που μού 'χε πει: Ένα σου λέω, εσύ αγόρι μου αν είχες πεθερά θα της έβγαζες τον καρκίνο!), η Όλγα είχε άριστες σχέσεις. Εκτός από το σχολικό κτίριο, συναντιόμασταν τακτικά σε συνοικιακές καφετέριες, πίναμε αμέτρητους καφέδες, καπνίζαμε και συζητούσαμε για τους Jethro Tull, τους Queen, τον Στρατή Μυριβήλη, τους Αιγυπτιώτες Έλληνες και τον Αριστοτέλη. Ο Χατζιδάκις δεν υπήρχε ακόμη στη ζωή μου, αν και πρωτάκουσα γι' αυτόν την ίδια πάνω- κάτω εποχή κατόπιν γνωριμίας μου με την ερμηνεύτρια του, τη Νένα Βενετσάνου, η οποία διατηρούσε και διατηρεί πολύ φιλικές, σχεδόν συγγενικές σχέσεις, με μία άλλη καθηγήτρια μου από το λύκειο. Η Όλγα ήταν- και φαντάζομαι είναι- ένας εξαιρετικά ήρεμος άνθρωπος που μιλούσε όμορφα κατά γενική παραδοχή, τόσο απ' την άποψη της εκφοράς του λόγου της, όσο και του περιεχομένου του. Ήταν ευφυής με μια συχνή μελαγχολία, χωρίς να σημαίνει ότι δεν ξεσπούσε το ίδιο συχνά σε γέλια ή απλά χαμογελούσε. Ήταν μάλλον υγιής, θα έλεγα. Για πολύ καιρό, μάλιστα, γελούσε με την ακόλουθη, πραγματικά αστεία, ιστορία των σχολικών μου χρόνων: μια μέρα το συμβούλιο των καθηγητών συνεδρίασε για να με τιμωρήσει με εβδομαδιαία αποβολή - δε θυμάμαι καθόλου τι χοντρή μαλακία είχα κάνει. Τηλεφωνεί, λοιπόν, η διευθύντρια στη μητέρα μου στο σπίτι: κυρία Μποσκοΐτου, ελάτε αύριο στις δύο το μεσημέρι από το λύκειο, διότι ο γιος σας κινδυνεύει να αποβληθεί! Α, στις δύο είπατε; απαντάει η μάνα μου, δυστυχώς δε θα μπορέσω, έχω μια σοβαρή υποχρέωση. Όταν γύρισα σπίτι, έπιασα τη μάνα μου: Καλά, γιατί τους είπες ότι δε μπορείς νά 'σαι εκεί, αφού θέλουν να τιμωρήσουν το παιδί σου; Και τι μού απάντησε η θεά; Τρελάθηκες; Αύριο στις δύο πιάνουν τον βιαστή της Καρολάιν και δεν το χάνω με τίποτα! Να πω εδώ ότι τότε βρισκόταν στις δόξες της η αμερικανική σαπουνόπερα Τόλμη και Γοητεία κάθε μεσημέρι από το πρώτο κρατικό κανάλι. Μιλάμε, νέκρωναν οι δρόμοι, όλοι κλείνονταν στα σπίτια, άντρες, γυναίκες, παιδιά, για να δουν τα παθήματα και τους έρωτες των Φόρρεστερ και των Λόγκαν. Ξέρετε, επρόκειτο απ' αυτά τα σήριαλ, όπου ο καθένας είχε παντρευτεί τον άλλον εκεί μέσα από πέντε- έξι φορές, πηδιόντουσαν ασύστολα και πάλι δεν έτρεχε μία, ζάχαρη όλοι μεταξύ τους. Η διαστροφή στο ζενίθ της με κρυπτο-οιδιπόδεια συμπλέγματα, γεροντοκαψούρες, γυναίκες εγκυμονούσες στα 60 τους (!), αλαβάστρινα κοριτσίστικα κορμιά που αποτέλεσαν αιτίες εφηβικών ονειρώξεων, ανδρικά χαμόγελα της επιτυχίας άνευ τερηδόνας και εν ολίγοις να χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα. Σαν το παζολινικό Θεώρημα, ένα πράγμα, αλλά στο πιο ακίνδυνο, συντηρητικό, γκλαμουράτο και μεγαλομικροαστικό. Τις προάλλες, μάλιστα, πρόσφατα έπεσα σ' ένα απ' τα καινούργια επεισόδια της Τόλμης και Γοητείας και γινόταν της κακομοίρας: η Μπρουκ γιαγιά ή προγιαγιά πια, αλλά ολόιδια, 45 το πολύ ετών, ενώ η Στέφανι και ο Έρικ, που θα έπρεπε συμφώνως με το σενάριο να είναι τουλάχιστον 100 ετών, επίσης ολόιδιοι και αθεράπευτα ερωτομανείς. Τρελό γέλιο! Έτσι κι εμείς, λοιπόν, όποτε θέλαμε να κάνουμε κοπάνα την πρώτη ώρα για καφέ, προφασιζόμασταν...με Τόλμη και Γοητεία! Αντώνη, κι εσύ Καρολάιν; θυμάμαι την Όλγα να με ρωτάει μέσα στην τάξη τη δεύτερη ώρα που είχαμε πάει στο σχολείο και μας διάβαζε απ' το απουσιολόγιο. Μάλιστα, κυρία, Καρολάιν και ξερό ψωμί! απαντούσα και γινόταν το σώσε από τα γέλια μεσημεριάτικα. Μιαν άλλη φορά θυμάμαι την Όλγα να κλαίει από το γέλιο την ώρα της προσευχής. Τρελαινόμουν να τη λέω εγώ κάθε μέρα, αφού το έβλεπα σαν το δικό μου προσωπικό σόου. Αντί, λοιπόν, να πω Ως και ημείς αφιέμεν τοις οφειλέταις ημών, είπα τοις ομελέτες, πολύ φωναχτά μάλιστα, κι έγινε της πουτάνας! Περιέργως, βέβαια, εξακολουθούσαν οι καθηγητές να αναθέτουν σε μένα την καθιερωμένη καθημερινή προσευχή. Θυμάμαι, όμως, την Όλγα και στις διαδηλώσεις! Πάντα στο πλευρό μας, τότε με τον Τεμπονέρα και τις σχολικές καταλήψεις το θλιβερό ΄91 που η παρακρατική δεξιά ξανάδειξε το αληθινό της πρόσωπο στην Ελλάδα. Σε μια από εκείνες τις φοβερές επεισοδιακές διαδηλώσεις είχαμε πετύχει μαζί μέσα στα πλήθη τη Μελίνα Μερκούρη, η οποία συμπαραστεκόταν στους εξεγερμένους μαθητές. Ήταν και η μοναδική φορά στη ζωή μου που θα έσφιγγα το χέρι της Μελίνας, λεπτό και φοβερά ρυτιδιασμένο! Μού 'χει μείνει η εικόνα του χεριού της, δε θα το ξεχάσω!
Θα μπορούσα να φανώ κι άλλο επιφανειακός, επιδερμικός, γραφικός σχεδόν, παραθέτοντας κι άλλες ιστορίες από τα λυκειακά μου χρόνια με δευτεραγωνίστρια την Όλγα, την καλή μου φιλόλογο, και πρωταγωνιστή εμένα. Το post αυτό όμως έγινε περισσότερο για να δηλώσω τη χαρά μου που την ξαναβρήκα μέσω της μπλογκόσφαιρας ύστερα από είκοσι ολόκληρα χρόνια! Ως εκ τούτου, της το αφιερώνω με πολύ αγάπη!
κκκ
Για να είμαι ακριβής, βέβαια, σα να θυμάμαι τη μορφή της Όλγας έξω από το Τριανόν, Κοδριγκτώνος και Πατησίων. Θα ήταν το 2003 σε μια προβολή του ντοκιμαντέρ μου για τη Φλέρυ Νταντωνάκη. Δεν είχαμε καταφέρει να μιλήσουμε τότε μέσα στον κόσμο...
κκκ
Την Όλγα ή την Υπατία την Αλεξανδρινή βρίσκετε στο ενδιαφέρον ιστολόγιο της www.pomfolyges.blogspot.com

Σάββατο, 26 Ιουνίου 2010

ο-charles-baudelaire-και-ο-antonio-botto-διαβάζουν-στην-οδό-πανός

Κυκλοφόρησε χθες το υπ' αριθμόν 149 ολοκαίνουργιο τεύχος της Οδού Πανός- αφιέρωμα στον Κάρολο Μπωντλαίρ. Την επιμέλεια του αφιερώματος και τις μεταφράσεις έχει κάνει ο Γιώργος Μίχαλος. Αρθρογραφούν σχετικά ο Χάρης Μεγαλυνός, η Βαλεντίνη Λουρμπά, ο Παναγιώτης Ηλιόπουλος, η Ειρήνη Βρυς, η Ευφροσύνη Δοξιάδη, ο Απόστολος Θηβαίος και ο Γιώργος Χρονάς.
Το δικό μου κείμενο λέγεται Ο Μελοποιημένος Charles Baudelaire (από τον Leo Ferre στα Διάφανα Κρίνα) και όπως μαρτυρά ο τίτλος του, πρόκειται για μιαν αναδρομή σε όλες τις διεθνείς μελοποιήσεις στον μεγάλο Γάλλο ποιητή, από τον συμπατριώτη του, συνθέτη Henri Duparc στα 1928, μέχρι την ανέκδοτη ακόμη μουσική επένδυση στο ποίημα Μεθύστε από τον Θάνο Ανεστόπουλο των Διάφανων Κρίνων.
Φρέσκος- φρέσκος ήταν ο Χρονάς σήμερα το πρωί, όταν με υποδέχτηκε στην οικεία πια θέση του μέσα στην Οδό Πανός. Βγήκε ο Μπωντλαίρ, πέρασε να πάρεις τεύχη, έλεγε το χτεσινοβραδυνό sms του, που δεν άφησα να πάει χαμένο. Μαζί, και το νέο φύλλο της Βιβλιοθήκης που από την ερχόμενη εβδομάδα θα διανέμεται με την Ελευθεροτυπία κάθε Σάββατο και όχι Παρασκευή.
Έτσι, για να ισχύσουν οι σεφερικοί στίχοι Λίγο ακόμα να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα μέσα στην κρίση που έχει χτυπήσει τους πάντες. Δηλαδή, σκέφτομαι ότι πλέον μόνο η ποίηση μας έχει απομείνει για να παίρνουμε που και που τα πάνω μας. Τα βιβλία, ο άγιος λόγος των ποιητών και οι αθώες καταγραφές των σκέψεων τους.
Την α λα Blues Brothers photo του bosko και του Χρονά τράβηξε η κυρία Μεταλληνού, η τραγουδίστρια και άνθρωπος, όπως μού την σύστησε ο ποιητής. Ταυτόχρονα, στην είσοδο της Οδού Πανός, μπροστά απ' τα εξώφυλλα δίσκων του Χατζιδάκι, της Σόνιας Θεοδωρίδου και των ΚΟΡΕ.ΥΔΡΟ., ο κύριος Μπούρας διόρθωνε κάποιο κείμενο για τη Βιβλιοθήκη.
Στην εφηβεία μου ήταν το Μοναστηράκι και το δισκάδικο 7 plus 7 κάτι σαν Παράδεισος. Σήμερα αυτό θα έλεγα ότι ισχύει για το βιβλιοπωλείο της Διδότου, όποτε περνάω, μία φορά το δίμηνο τουλάχιστον, παρατηρώντας ότι δεν έχουν αλλάξει και πολύ τα πράγματα: απλά μαζί με τον Nick Cave, τον David Bowie και τους Doors στέκονται ισότιμα δίπλα τους η Μαίριλυν, ο Τσεζάρε Παβέζε, ο Σπάνιας, η Πλάτωνος και η Μαλβίνα - όλα τα κεντρικά πρόσωπα που μ' αυτά ο Χρονάς έχει σχηματίσει τον θίασο των ινδαλμάτων του, συμφώνως και με τον Μένη Κουμανταρέα.
Αυτή η πόλη ανασαίνει απ' τις λογοτεχνικές εκδόσεις της, τις έξω από life- style λογικές, τις προορισμένες για τους λίγους και καλούς ανθρώπους της, τα πιο ζωντανά εντέλει κύτταρα της, ικανά να διώξουν από το νέφος και το βάρος της οικονομικής ανέχειας μέχρι πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν.
Δυο τσάντες γεμάτες βιβλία ήταν η αμοιβή μου από τον Χρονά, που με περισσή χαρά μετέφερα σε πειραϊκό καφέ, τις άνοιξα και επί τόπου έστησα το δικό μου μικρό βιβλιοπωλείο με τους περαστικούς να προσπερνούν αδιάφοροι. Εκτός από το αφιέρωμα στον Μπωντλαίρ, που προσφέρεται για τη μελέτη του σαββατοκύριακου, ξεχώρισα το δεύτερο τεύχος ενός εξαιρετικού καινούργιου λογοτεχνικού εντύπου που λέγεται κουκούτσι και που διευθύνει ο νέος ποιητής Βασίλης Ζηλάκος. Ακόμη, την έκδοση από την Οδό Πανός μιας συλλογής ποιημάτων του Πορτογάλου Antonio Botto σε μετάφραση και επιμέλεια του ακαδημαϊκού Γιάννη Σουλιώτη.
Πρόσεξε τον αυτόν, μου εξηγούσε ο Χρονάς για τον Botto, πρόκειται για τον Καβάφη της Πορτογαλίας που δυστυχώς επισκίασαν οι πολλές περσόνες του διάσημου φίλου του, Fernando Pessoa. Όταν έπεσε στα χέρια μου και το τεύχος 135 του περιοδικού πόρφυρας - αφιέρωμα στον Γιώργο Χρονά, η κουβέντα μοιραία πήγε σε εκείνο το μεγάλο κείμενο που ετοίμαζε ο Αντρέας Παγουλάτος για όλα τα μελοποιημένα ποιήματα του. Εσύ τώρα πρέπει να το κάνεις, απεφάνθη ο Χρονάς και δε μπορούσα παρά να συμφωνήσω. Τόσο γι' αυτόν, όσο και για τον φίλο που χάθηκε και που γνώριζα πόσο καιρό ερευνούσε το θέμα ο μελοποιημένος Χρονάς. Επιφυλάσσομαι!

Παρασκευή, 25 Ιουνίου 2010

"εξομολόγηση"-ένα-διήγημα-του-νίκου-αλέξη-ασλάνογλου

ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ
κκκ
Νύχτες πολλές λαχταρούσα να σου γράψω. Αισθήματα, ναυάγια καθημερινά, θα έμεναν χωρίς δικαίωση αν κάποιος δεν ερχόταν να τα καταγράψει. Έχεις τα ποιήματα, μου λέγανε. Όμως κι αυτά μένουν αδιάφορα, περιφρονούν την ομορφιά που τα γέννησε. Αντανακλούν τον κόσμο του ποιητή κι όχι τον εμπνευστή - αυτός πεθαίνει. Ύστερα, με τα ποιήματα, δε σταματά ποτέ η χλεύη κι η κατάκριση κι ο διασυρμός. Πως επιτέλους θα προστατευτούμε; Κάνοντας ίσως σύστημα ζωής να διαπομπεύουμε τον ίδιο μας τον εαυτό στα μάτια εκεινού που αγαπούμε. Μες στο αργό αυτό ξετύλιγμα της ψυχής μας υπάρχει ένας θρίαμβος ατομικός που κανένας δε φαίνεται να τον καταλαβαίνει. Πότε σε γνώρισα...Αργός ερχομός που επισκευάζει τα παλιά χαλάσματα, ώρες χαμένες στα καφενεία ή σεργιανίζοντας τη θάλασσα κάθε πρωί. Τίποτα πια δε θα μ' αλλάξει, έλεγα, κι έβλεπα γύρω μου φιλήδονους αστούς, πόστα και ρεβεράντζες και κουρσάκια ιδιωτικά, μπασκετμπωλίστες φιλοχρήματους, κι εγώ μόνος μου κι έκθετος σα μια κηλίδα ανεξίτηλη πάνω στην πόλη. Κι όταν πήρα την όψιμη απόφαση να φύγω στη Γαλλία ή στο Αλγέρι για σπουδές, ήταν απόγνωση στο βάθος - ανώνυμος στιχοποιός και πάροικος να δοκιμάσω έναν καινούριο τρόπο σωτηρίας.
Ποιός σε περίμενε...Όχι το βράδυ εκείνο μέσα στα φώτα, στη βραδινή εξάτμιση της θάλασσας. Κι όμως, πως σε κατάλαβα να έρχεσαι, δροσιά καλοκαιριάτικη σαν τα προάστια που απλώνονται στις παρυφές των βουνών μόλις πέφτει το βράδυ.Κι ήρθε η στιγμή. Ριπή των ματιών που διασταυρώνονται μετέωρα και που θα πεί είσαι συ κι όχι άλλος. Εσύ ο αναμενόμενος που ανατρέπεις μέσα μου την τάξη του κόσμου. Είσαι η νέα οργάνωση με το διαβήτη της καρδιάς, ότι ονειρεύτηκα παράφορα περνώντας σαν έπιπλο από χέρι σε χέρι. Μα όταν σε λίγο σηκωθήκαμε να φύγουμε κι εσύ βημάτιζες αργά κι ανέβαινες, κι εγώ καθυστερούσα και λαχάνιαζα, κι όλα προετοίμαζαν το χωρισμό, τότε συνήλθα και είπα, παραιτήσου ψυχή μου. Εμείς που είμαστε οι πιο κατάλληλοι, είμαστε οι καταγέλαστοι του κόσμου αυτού. Διψάμε ο ένας τον άλλο τόσο αλλόφρονα που μόνο μες στην απάρνηση θα ολοκληρωθούμε.
Δέκα μέρες μετά, ανταμωθήκαμε στα έρημα ακρογιάλια της Χαλκιδικής. Αργά το απόγευμα είχαμε αφήσει πίσω το χωριό και προχωρούσαμε προσεχτικά πάνω στην άμμο. Η μέρα ήταν ζεστή μα φύσαγε. Κι εμείς γυρεύαμε μιαν αμμουδιά για να περάσουμε τη νύχτα.
Τώρα μπορούσα να σε δω πιο καθαρά καθώς λιγόστευε το φως. Βασιλεμένη ομορφιά μες στα νερά της θάλασσας, με καθαρότητα πουλιού, βημάτιζες αργά, αδιάφορος κι αμίλητος, ανύποπτος στην αγωνία μου που άρχιζε, σχεδόν σκληρός, κι έφεγγες αποχτώντας έτσι διαφάνεια. Κι όταν στρατοπεδεύσαμε καθώς σουρούπωνε και ψάρευες ακόμα μοναχός, κι οι θόρυβοι των άλλων πέσανε στην άπνοια που ακολούθησε μετά κι ύστερα έπεσες κι εσύ κι απομακρύνθηκες κι έβλεπα τα μαλλιά σου να πλέουνε στη θάλασσα, τότε γαλήνεψα περιμένοντας το κακό.
Κι ήρθε το άλλο πρωί. Ώρες που κύλησαν μονόχνωτα χαζεύοντας τη βάρκα που σας πήρε για το ψάρεμα, μαύρη κηλίδα απλωμένη στον ήλιο. Και σεργιανούσα τις πένθιμες λουρίδες του νερού που ανοίγονταν στο πέλαγο όταν φτάσαν οι ξένοι.
Ήρθαν πολλοί. Σιγά σιγά μαυρίζανε σαν έντομα την περιοχή, λερώνανε παντού, σήκωναν σκόνη. Ασχημονούσαν και φωνάζανε ανάρμοστα κι οι πιο θρασείς φτάσανε στο τραπέζι μας και μας ζητούσανε να φύγουμε γιατί θα τους χαλνούσαμε, λέει, το κέφι. Καθώς η κατακραυγή έγινε γενική κι εμείς ξεφεύγαμε κυνηγημένοι ως το χωριό, σου είπα καθώς επέστρεφες στη θάλασσα: Αυτοί είναι η ρίζα του κακού. Βάναυσοι, ανίκανοι για ομορφιά, ηθικολόγοι. Τότε αντιμίλησες κοφτά κι η φωνή σου είχε μιάν αλλοίωση απερίγραπτη: Χωρίς αυτούς θα υποφέραμε χειρότερα. Το δικό μας κορμί θα μας φάει στο τέλος, να είσαι σίγουρος. Τι σου φταίνε οι άλλοι.
Ατέλειωτο απομεσήμερο στον ίσκιο ενός δέντρου δροσερού. Η επιθυμία μού έφερνε ζάλη. Κατέρρεα σιγά σιγά, δεν είχα τίποτε πια να σου πω, κι όμως πώς λαχταρούσα να εξομολογηθώ κι ύστερα να ζητήσω τη συγνώμη σου, που η σκέψη μου σε σπίλωνε, και το χειρότερο, χωρίς να το καταλαβαίνεις. Κι όταν ο ήλιος πνίγηκε στα σύννεφα κι η μπόρα φαίνονταν να έρχεται ακάθεκτη κι ο άνεμος μού 'σφιγγε τη φωνή, μέσα μου γρύλιζα, ας έρθει.
Κι η κρίση ήρθε. Εκεί, μες στο λεωφορείο της επιστροφής, στο μέσα κάθισμα, πίσω απ' το τζάμι. Ένα μούδιασμα των χεριών και το πρόσωπο γέμισε δάκρυα χωρίς ούτε μια σύσπαση να το χαράξει. Οι επιθυμίες είχανε πια εξατμιστεί - η απόγνωση κι ο πανικός πώς όλα τέλειωναν μου προκαλούσαν έναν πόνο φριχτό στο στομάχι. Σε ξέρω καλύτερα απ' τη μητέρα, το κορίτσι σου. Σε νιώθω περισσότερο απ' αυτούς κι ούτε κουβέντα δε θα μπορέσω ποτέ μαζί σου να στήσω.
Μη βγάζεις άχνα, λέξη. Θα προσπεράσεις, ψυχή μου περήφανη, ακατάδεχτη, θα προσπεράσεις, είπα σιγά.
Δε θα σε ξαναδώ ποτέ. Μέρες που μ' ακολούθησαν χωρίς σκοπό, μέρες ολόιδιες που μ' έτρωγαν στα ίδια μέρη. Δρόμοι της πόλης που περάσαμε μαζί, πόλη ζεστή, ανάλγητη, κι εσύ παντού μα πουθενά κι ο χρόνος μου περίσσευε κι εγώ ζητούσα απεγνωσμένα έστω μια λεπτομέρεια σου να με κρατήσει.
Δε θα σε ξαναδώ ποτέ. Νύχτα του Αυγούστου πνιγερή που επιβιβάστηκα στον Πειραιά φεύγοντας για τη Μασσαλία. Η ζέστη ήταν αποπνικτική. Απ' το κατάστρωμα άκουγα τα μοτέρ της μηχανής, η αποβάθρα ήταν έρημη και το λιμάνι άχνιζε στο κάρβουνο και στη λίγδα.
Και ξάφνου, μες στις μαούνες και τους γερανούς, ήρθε στ' αυτιά μου μια μουσική γλυκιά απ' την Αθήνα. Τα γόνατα μου λύνονταν καθώς χιλιάδες φώτα άναψανε με μιάς κι οι δρόμοι ανοίγανε στη θάλασσα κι αρχίνησε μιά ατέλειωτη πομπή κι οι πόρτες των σπιτιών με καλωσόριζαν κι η άσφαλτος με δρόσιζε, εμένα, το μετανάστη κάποιας άλλης εποχής που έφαγε τα χρόνια του μες στην παρανομία.
Και σε είδα τότε για στερνή φορά πάνω στα κράσπεδα του δρόμου που ανηφόριζε, σχεδόν τυφλό απ' τους προβολείς, κι είχες μεθύσει απ' την οχλαβοή κι έτρεχες να προλάβεις για να μου μιλήσεις. Κι η ομορφιά σου είχε το άρωμα της εποχής που σε γαλούχησε, ένα άρωμα γλυκόπικρο αυτού που ζήσαμε με ότι έρχεται ή ετοιμάζεται νά 'ρθει. Κι η γεύση αυτής της διάρκειας μού 'δινε μιαν απερίγραπτη χαρά και με μαλάκωνε κι ο πόνος μου γλυκαίνονταν καθώς σκεφτόμουνα πως ήρθε επιτέλους η εποχή να τα πούμε.
Κι είπα, καρδιά μου, κράτησε όσο μπορείς πιο ζωντανό κι ανάγλυφο τον άνθρωπο και τη φωνή. Μέσα στ' αυλάκι του καιρού ας δέσει ο σπόρος του. Άλλοι θα γεύονται τον καρπό. Για μας, η νύχτα είναι καλή, θα καταπιεί όσα τραβούμε.
κκκ
* το διήγημα Εξομολόγηση του Νίκου - Αλέξη Ασλάνογλου πρωτοδημοσιεύθηκε στο τεύχος 10 του περιοδικού Διαγώνιος (Απρίλιος - Ιούνιος 1967).
** Δώρο πολύτιμο τα πέντε συλλεκτικά τεύχη του τρίμηνου λογοτεχνικού και καλλιτεχνικού περιοδικού Διαγώνιος που έφτασαν στα χέρια μου. Από σήμερα, με τούτο το post, εγκαινιάζεται μια σειρά αναδημοσιεύσεων κειμένων, ποιημάτων και διηγημάτων από το εν λόγω έντυπο, εκδότης του οποίου ήταν ο Ντίνος Χριστιανόπουλος τη δεκαετία του 1960. Μεταξύ των συντακτών του, διαβάζω τα ονόματα του Νίκου Καρούζου, του Κλείτου Κύρου, του συνθέτη - μουσικολόγου Σάκη Παπαδημητρίου, του Ρώμου Φιλύρα, της Λείας Χατζοπούλου - Καραβία, του Στρατή Δούκα κ.α.
*** με τη συνοδεία της Θανάσιμης μοναξιάς του Αλέξη Ασλάνογλου από τα Δέκα χρόνια κομμάτια (1975) του Διονύση Σαββόπουλου.