Σάββατο, 13 Αυγούστου 2011

family-tragicomical-post

Η ευτραφής κυρία με τη ροζ ρόμπα και τις σαγιονάρες φωνάζει απ' το μπαλκόνι τον μικρό γιό της: Τι θες και πας απ' τα χωράφια; κι εγώ γυρίζω να δω που τα είδε τα χωράφια μεσ' στο Παγκράτι, μα γρήγορα συνειδητοποιώ πως εννοεί τα παρτέρια της μικρής πλατείας. Το αγοράκι συνεχίζει να περπατάει αδιάφορα και δε γυρίζει να κοιτάξει καν τη μητέρα του. Βγάλε γρήγορα τα χέρια σου από τις τσέπες! συνεχίζει να του φωνάζει, πιο δυνατά και εκνευριστικά τούτη τη φορά, δεδομένης της επιταχυνόμενης απομάκρυνσης του παιδιού. Μοιραία θυμάμαι εκείνο το σύντομο ποίημα του Ντίνου Χριστιανόπουλου με τη μάνα που απειλεί στο δρόμο το παιδί της ότι θα το κρεμάσει μόλις πάνε σπίτι και τον ποιητή να το βλέπει ήδη κρεμασμένο! Θυμάμαι ακόμη ότι εγώ ως παιδί δε σήκωνα κουβέντα απ' τους γονείς μου και ήμουν μια ζωή το ατίθασο κωλόπαιδο. Στα έξι μου χρόνια είχα κατεβάσει με μια κλωτσιά ολόκληρη τη βιτρίνα με τα γυαλικά της γιαγιάς μου κι αμέσως μετά έτρεξα και κρύφτηκα κάτω απ' το κρεβάτι. Δεν υπήρχε περίπτωση να δεχτώ υποδείξεις και παρατηρήσεις κι αν θα μού 'λεγε η μάνα μου να μην έχω τα χέρια στις τσέπες - που δεν συνέβη ποτέ - άνετα θα της απαντούσα Να κοιτάς τη δουλειά σου, μαλακισμένη! Γενικώς όταν μεγαλώνει ένα παιδί μέσα σε πολυμελή οικογένεια ελαχιστοποιούνται οι πιθανότητες να βγει ήρεμο, ήσυχο παιδάκι, που λένε. Τα ερεθίσματα που δέχεται είναι πολυποίκιλα από γονείς, αδέρφια και συγγενείς, αν και προσωπικά με τους τελευταίους ποτέ δεν είχα πολλά-πολλά και βαριόμουν αφόρητα να τους συναντάω. Από τον μεγάλο μου αδερφό, που σε λίγες εβδομάδες θα μπει στα πενήντα - νά 'ναι καλά -, μίσησα τους μπάτσους. Τον φέρνω συχνά στη μνήμη μου που έρχονταν φίλοι του στο σπίτι κι άκουγαν σε πρώτη μυσταγωγική ακρόαση τους δίσκους του Τζίμη Πανούση και του Γιάννη Γιοκαρίνη (Φόρα Παρτίδα, Χημεία και Τέρατα, τέτοια πράγματα). Και μπορεί να μην ήταν ροκάς ο Χρήστος, αφού ολημερίς άκουγε Θεοδωράκη, Λοΐζο και Καλδάρα, αλλά πολιτική συνείδηση είχε και μπορούσε να τη μεταδώσει στον μικρότερο αδερφό του. Με λίγο βίαιο τρόπο βέβαια...Τότε, λόγου χάριν, έκανε θραύση το αμερικανικό σήριαλ, γνωστό με τον ελληνικό τίτλο Περιπολικά σε δράση. Κάπως είχα βρεθεί να φοράω ένα κίτρινο t-shirt που έφερε τον άνωθεν κατάπτυστο τίτλο - παραπομπή στο αντίστοιχο σήριαλ με τους δύο μπάτσους μοτοσικλετιστές να εικονίζονται από κάτω. Με βλέπει μια μέρα ο αδερφός μου και γίνεται έξαλλος! Μου χώνει μια μπούφλα, μου σκίζει στα δύο το μικροσκοπικό t-shirt και αρχίζει να μου φωνάζει ότι τους μπάτσους τους πολεμάμε, δεν τους φοράμε πάνω μας! Σωστός ο big brother, αν και με πόνεσε πολύ, έξι - εφτά ετών παιδάκι που ήμουν, απ' όσο θυμάμαι...Εκείνα τα χρόνια πάλι είχα δεχτεί και το μένος της μάνας του πατέρα μου. Κακιά γυναίκα, στριφνή Σμυρνιά, ποτέ μου δεν τη χώνεψα! Στην κηδεία της στη Σαλαμίνα είχαν φύγει όλοι απ' τον τάφο της και μεταφέρθηκαν πάνω απ' αυτόν του παππού μου, του άντρα της, πού 'χε πεθάνει αρκετά χρόνια πριν και υπήρξε καλός και δίκαιος άνθρωπος. Έτσι, ενώ κατά τη διάρκεια της ταφής της μάτι δε δάκρυσε, βρήκε αφορμή το συγγενολόι να κλάψει πάλι τον παππού πέντε μνήματα παραπάνω! Άσε που είχαν συμβεί και ευτράπελα διάφορα: Μια θεία μου, κόρη της θανούσης, έκλαιγε και μονολογούσε φωναχτά Αχ, μάνα μου, που πήγες! Την ίδια ώρα, όμως, περνούσε καμιόνι που από τα μεγάφωνα ειδοποιούσε για τη μεγαλοπρεπή εμφάνιση - ομιλία του Δημήτρη Τσοβόλα στη Σαλαμίνα. Το μάτι μου, λοιπόν, πήρε τη θεία να ξεχνάει οιμωγές και κοπετούς στο λεπτό, να σοβαρεύει και να λέει του άντρα της δίπλα: Α, για πρόσεξε που θα μιλήσει να πάμε! Έλεγα, όμως, για το μένος της γιαγιάς πού 'χε ξεσπάσει πάνω μου. Κάτι θα της είπα, θα έβρισα, θα αντιμίλησα, δε θυμάμαι καθόλου δηλαδή την αιτία, αντίθετα όμως θυμάμαι το αποτέλεσμα! Κι αυτό ήταν να μου ανοίξει το στόμα και να μου χώσει η καργιόλα μια χούφτα χοντρό κόκκινο πιπέρι που μου κόπηκε η ανάσα, αναψοκοκκίνησα μέχρι τ' αυτιά, ενώ τα μάτια μου κόντεψαν να πεταχτούν έξω. Θα σε κανονίσω σπίτι, της φώναξε η μάνα μου, έτοιμη να της επιτεθεί, όπως ακριβώς κάνει και η γάτα μου στην αυλή κάθε φορά που πλησιάζω τα μικρά της. Μας πήρε αμέσως με τον αδερφό μου και εγκαταλείψαμε τη Σαλαμίνα. Τι της έκανες, Αντωνάκη μου, της γιαγιάς και σού 'βαλε φωτιά; με ρωτούσε η μάνα μου μεσ' στο ferry-boat της επιστροφής. Την έβρισε, πετάχτηκε ο Αρτέμης Μάτσας αδερφός μου. Καλά την έκανες τη μέγαιρα, απάντησε η μάνα μου, κάνοντας με να νιώθω πανευτυχής για τη δικαίωση! Δεν τα πήγαιναν καθόλου καλά η μάνα μου με την πεθερά της και για δεκαετίες τρώγονταν σαν το σκύλο με τη γάτα...Το τέλος, όμως, της σχέσης των δύο αυτών γυναικών υπήρξε πολύ συγκινητικό. Όταν η γιαγιά βρισκόταν στα τελευταία της και, ομολογουμένως, δεν σκίζονταν κιόλας τα παιδιά της για να απαλύνουν την έξοδο της απ' αυτόν τον κόσμο, η μάνα μου ήταν η μόνη που προθυμοποιήθηκε να την πάρει στο σπίτι μας. Που θα χωρέσω, έχεις τα παιδιά, τον άντρα σου...της έλεγε η γριά, προφανώς μετανιωμένη κατά βάθος για το ψάρι που έψηνε τόσα χρόνια στα χείλη της συζύγου του γιού της. Μη σε νοιάζει, εγώ θα σε φροντίσω, δεν μας είσαι βάρος...την καθησύχαζε η μάνα μου. Σα να βλέπω τη μάνα μου τώρα σκυμμένη μπροστά στον καναπέ του σαλονιού, εκεί που κοιμόταν η γιαγιά, να της πλένει καθημερινά τα πόδια σε λεκάνη με ζεστό νερό και σαπούνι. Κι αυτό το υγρό δακρυσμένο βλέμμα της γριάς όλο ευγνωμοσύνη, αλλά και ντροπή ταυτόχρονα. Η γιαγιά πέθανε το 1988 σε θάλαμο του Κρατικού Νοσοκομείου της Νίκαιας. Ήμουν μπροστά κι ενώ έβλεπα για πρώτη μου φορά άνθρωπο να φεύγει, δε μπορώ να πω ότι συγκλονίστηκα. Σοκαριστικό ήταν, όμως, το πως ακριβώς συνέβη: η γυναίκα ξεψυχούσε κι από πάνω της είχαν αρχίσει ήδη οι συγγενείς να τσακώνονται για τα...κληρονομικά και να αλληλοκατηγορούνται για το ποιος την κοίταξε λιγότερο στα τελευταία της. Ήταν τόσο έντονος ο μικροαστικός απαράδεκτος καυγάς τους που μια νοσοκόμα ζήτησε αυστηρά να αποχωρήσουν! Η μάνα μου παραδίπλα με κρατούσε στην αγκαλιά και κοιτούσαμε βουβοί τη γιαγιά μου που ήταν ζήτημα λεπτών πλέον...Σε μια φάση η νεκροζώντανη γυναίκα ανασύνταξε τις τελευταίες δυνάμεις της, τράβηξε βίαια τη μάσκα του οξυγόνου από το πρόσωπο της, ανασηκώθηκε λίγο, έριξε ένα άγριο βλέμμα στο χώρο, έπειτα κοίταξε κατάματα τη μάνα μου όλο θλίψη, έπεσε πάλι πίσω, γύρισε στο πλάι και ξεψύχισε. Δε θα την ξεχάσω ποτέ αυτή την εικόνα! Όπως και την αντίδραση της μάνας μου, που πετάχτηκε όρθια, ρίχνοντας με κάτω σχεδόν, τράβηξε μία δυνατά τα μαλλιά της και έπεσε με λυγμούς στο στήθος της νεκρής πεθεράς της. Εγώ δεν έκλαψα, αλλά βρισκόμενος και στην είσοδο της εφηβείας, με θυμάμαι μόνο να παρατηρώ ότι γινόταν γύρω μου λες και παρακολουθούσα κιν/φική δραματική ταινία. Πολλά χρόνια μετά την παραπάνω σκηνή και ιδίως την αντίδραση της μητέρας μου θα την ταύτιζα με τους ασύλληπτους στίχους του Κωνσταντίνου Καβάφη: Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους; Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις! Κοίτα τι θυμάται κανείς βγαίνοντας να αγοράσει έναν φρέντο και βλέποντας μια μάνα να κάνει υποδείξεις στο παιδί της από το μπαλκόνι...

* η πρώτη photo του post αποσπάστηκε από το blog asteiares

6 σχόλια:

evroskarseras είπε...

Δυστυχώς, εν ιμπορώ να κάμω σχόλιο ρε BOSKO.

Μτφ. BOSKO, δυστυχώς δεν μπορώ να κάνω σχόλιο.

BOSKO είπε...

evroskarseras...
κρίμα τζαι άδικο που εν ιμπορείς να κάμεις σχόλιο, ρε Εύρη!

* είδες; επαναλαμβάνω για να τα εμπεδώσω!

thalassamov είπε...

Ακόμη και με την τελευταία γραμμή περισσότερο απόσπασμα από μυθιστόρημα θυμίζει παρά ποστ σε μπλογκ.
Χαίρομαι που σε διαβάζουν κι άλλοι από τη Νήσο! :))))))))))))))))))))))
φιλιά

logia είπε...

γράφεις βιβλίο Αντώνη μόνο με αυτά...
για σκέψου το
καλημέρα αυγουστιάτική

BOSKO είπε...

thalassamov...
α, βέβαια, στην Κύπρο έχω πολλούς αναγνώστες και ούτως ή άλλως τον αγαπώ αυτόν τον τόπο και τον έχω επισκεφθεί αρκετές φορές!
σ' ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια:-))

BOSKO είπε...

logia...
καλημέρα κι από μένα, Νέλλη
αφού τό 'χω ξαναπεί εδώ μέσα, οι αυγουστιάτικες αναρτήσεις είναι από τις καλύτερες μου, λες και μού 'ρχεται η έμπνευση όταν λείπουν όλοι κι η πόλη αδειάζει:-))