Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2011

χαράτσι + ξενοφοβία = πατητή




Στην τράπεζα το πρωί...Δεν είναι 300 ευρώ το ποσόν που πρέπει να πληρώσετε, αλλά 408 με ενημερώνει η ταμίας...Δεν έχω αυτή τη στιγμή άλλα χρήματα, την ενημερώνω και θέλω να την αρπάξω απ' το λαιμό, λες κι αυτή μου επέβαλλε το χαράτσι για το μπλοκ παροχής υπηρεσιών...Δεν πειράζει, συνεχίζει χαμογελαστή, θα σας έρθει χαρτί για τα 108 ευρώ τον άλλο μήνα...Μία γυναίκα ηλικιωμένη, σκέτο ερείπιο, αρχίζει να μονολογεί δυνατά: Είμαι 82 ετών με παρά φύσει έδρα και μου κόψαν' από τη σύνταξη μου...Για να μας λέει ο Πάγκαλος να τρώμε σαλάτα, τη σιγοντάρει ένας άλλος κύριος που περίμενε τη σειρά του...Το μωρό της μαμάς Αφρικάνας, η οποία επίσης ήταν στην αναμονή, αρχίζει να κλαίει στην αγκαλιά της, ομολογουμένως σπαστικά...Κοίτα πως τά 'χουν αυτοί οι βρωμιάρηδες τα παιδιά τους και τσιρίζουν, κάνει μία τύπισσα στη διπλανή της, λες και τα λευκά βρέφη κάθονται αγγελούδια στις τράπεζες...Είμαι πολύ θυμωμένος με το πρόσθετο χαράτσι που αγνοούσα, οι φωνές διαμαρτυρίας των απλών ανθρώπων μου τρυπάνε τ' αυτιά κι ο μόνος τρόπος να ξεσπάσω είναι να βάλω στη θέση της τη σικάτη ρατσίστρια...Πηγαίνοντας προς την έξοδο της τράπεζας, φουριόζος, της πατάω με δύναμη το πόδι...φορούσε και πέδιλα...Τι έκανες; μου φωνάζει, ουρλιάζοντας από πόνο...Ελπίζω αυτή η γυναίκα να μην άκουσε το "βρωμιάρηδες" που είπες, μαλακισμένη...της απάντησα, εξηγώντας το αυθόρμητο της πράξης μου...Μου έκανε εντύπωση, πάντως, πως μέχρι να βγω από την τράπεζα, κανένα από τα 30 άτομα που περίμεναν δεν είπε κουβέντα...

μια-folk-ακουστική-βραδυά-ή-τότε-που-οι-φίλοι-άκουγαν-δίσκους-μαζί



Ευτυχώς που υπάρχουν φίλοι, οι οποίοι αντιμετωπίζουν ακόμη με μυσταγωγία την τέχνη της μουσικής, πολύ δε περισσότερο όταν τυγχάνουν κι οι ίδιοι μουσικοί και την ψάχνουν τη δουλειά. Ο Γιάννης Παπαχρίστος μου τηλεφώνησε για να γίνει κάτι που πλέον το ακούμε σε συνομιλίες πενηντάρηδων μόνο: να περάσει από το σπίτι, προκειμένου ν' ακούσουμε παρέα το βινύλιο, το οποίο αγόρασε από το internet. Συγκεκριμένα ένα μίνι άλμπουμ - προϊόν της συνεργασίας του Γάλλου Thee, Stranded Horse (κατά κόσμον, Yann Tambour) με τον Αφρικανό δεξιοτέχνη της kora, Ballake Sissoko. Τον ήξερα ως φανατικό της folk τον Γιάννη και έχω μάθει πάρα πολλούς σύγχρονους ξένους καλλιτέχνες από τα compilations που ανταλλάζουμε κατά καιρούς. Το κοινό project των δύο μουσικών αποδείχθηκε ένα folk αριστούργημα, ισάξιο των Bon Iver και του Smog από τις ΗΠΑ ή και του Adrian Crowley από την Ιρλανδία. Λιτή ευθύβολη μπαλάντα, χωρίς πολλά όργανα, με ποιητικό στίχο και με λυγμικές ερμηνείες συνήθως. Κάπως έτσι είναι και τα τραγούδια που φτιάχνει ο φίλος τραγουδοποιός, των οποίων την παραγωγή σίγουρα θα υπογράψω κάποια στιγμή.





Ακούσαμε κι άλλα βινύλια στην πορεία από τη δική μου δισκοθήκη: το Come from the shadow της Joan Baez (σταθερή αξία) και το De draad van Ariadne των Elly Nieman & Rikkert Zuiderveld πού 'χα φέρει από το Άμστερνταμ σαν την ολλανδική απάντηση στους Αμερικανούς Simon & Garfunkel ή τους δικούς μας Λήδα - Σπύρος καλύτερα! Κι αν δεν καταλαβαίνεις λέξη από ολλανδικά, είναι τέτοια η απλωσιά των μελωδιών, το ταίριασμα ανδρικής και γυναικείας φωνής και η πολυμορφία των ακουστικών οργάνων, ώστε πιάνεις αμέσως το μυστικιστικό κλίμα των μακρόσυρτων, καταγόμενων απ' τον Μεσαίωνα, μουσικών ιστοριών τους. Έχεις καθόλου Simon Joyner; με ρώτησε ο Γιάννης. Έχω, είπα χαρούμενος που μού τον θύμισε κι αντικατέστησα το βινύλιο με τα, ηχογραφημένα στην οικία του, ακατέργαστα ολιγόλεπτα διαμάντια του 40χρονου τροβαδούρου από τη Νεμπράσκα. Τι έχουν όλοι αυτοί και σε καθηλώνουν που δεν τό 'χουν οι Έλληνες ερμηνευτές; ήταν το ερώτημα που έπεσε, αφήνοντας εκτός τους τραγουδοποιούς μας. Οι Έλληνες ερμηνευτές, απάντησε ο Γιάννης, τραγουδάνε για μένα και για σένα. Αυτοί εδώ τραγουδάνε για τη Μούσα...Τη Μούσα, γενικώς και αορίστως! Σωστός ο ποιητής!

Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

αθέμιτος ανταγωνισμός + μωροφιλοδοξία = φίμωση + φασισμός
























Για το street art project με τον τίτλο Cookless έχω ξαναγράψει και σχετικά πρόσφατα. Δύο ψιλόλιγνα κορίτσια σέρνουν τις βαλίτσες τους σε ολόκληρη την Αθήνα, πηγαίνοντας τοίχο με τοίχο, μα κανείς δε θέλει να μάθει τι κουβαλάνε μέσα στις αποσκευές τους. Φροντίζουν οι ίδιες να βάζουν ετικέτες πάνω στα υπάρχοντα τους που τα μετατρέπουν έτσι σε Κουτιά της Πανδώρας με λέξεις ποιητικές, οι οποίες πονάνε κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο σ' αυτόν τον τόπο και τον γειώνουν μεσ' στην επίπλαστη ευμάρεια της καθημερινότητας του. Τελευταία, έχει ξεκινήσει ένας φρικαλέος πόλεμος από κάποιους (μάλλον κάποιον) που θέλει να επιβληθεί ως καλλιτέχνης στους άλλους καλλιτέχνες, χρησιμοποιώντας ωστόσο απαράδεκτες φασιστοειδείς τακτικές. Τα πρόσωπα των κοριτσιών αντικαθίστανται από μάσκες Τζεντάι ή το πρόσωπο του Πρωθυπουργού. Μιαν άλλη φορά πάλι η φιγούρα του ενός κοριτσιού, στην Εμμανουήλ Μπενάκη, μαυρίστηκε από πάνω μέχρι κάτω. Οι δύο καλλιτέχνιδες έβαλαν ένα λουλούδι από χαρτοπετσέτα μαζί με δυο λόγια και έφυγαν. Την επόμενη, ο φιλόδοξος...Banksy ξαναχτύπησε και ξαναμαύρισε τη φιγούρα! Τρομερός ο τύπος! Κι εγώ ερωτώ δημόσια: εφόσον ο φιμωτής της Τέχνης δεν προέρχεται από τον χώρο της ακροδεξιάς, όπου στην περίπτωση αυτή δε θ' ασχολούμουν καν μαζί του, αλλά από αυτόν της αριστεράς (μαθαίνω κιόλας ότι κάποτε συνυπήρξαμε στην ίδια εφημερίδα), πόσα κιλά φασισμού, μωροφιλοδοξίας, γιαλατζί αναρχι - κυλικείου και καφρίλας μπορεί να κρύβει μέσα του; Οι Cookless παρ' όλα αυτά θα συνεχίσουν να κοσμούν την πόλη μας με το εικαστικό-λογοτεχνικό τους project και να δυσχεραίνουν στο ελάχιστο τα μυαλά των κατοίκων της. Ύστερα θά 'ρθει η Κάθαρση. Έτσι γίνεται πάντα!

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

trio-tekke-οι-νεοχίπηδες-ρεμπέτες-από-την-κύπρο


Οι Trio Tekke είναι ο Αντώνης Αντωνίου (τζουράς, φωνή), ο Colin Somervell (κοντραμπάσο, φωνή) και ο Λευτέρης Μουμτζής (κιθάρα, φωνή). Τον Μουμτζή τον γνωρίσαμε ως δημιουργό εκείνου του εξαιρετικού αγγλόφωνου psych-folk άλμπουμ με το προσωπικό του project, J. Kriste & Master of Disguise. Πριν λίγο καιρό, ο Αντώνης, η ψυχή των Trio Tekke, είχε την καλωσύνη να μου στείλει από την Κύπρο, τον τόπο καταγωγής και διαμονής τους, τα δύο άλμπουμ του συγκροτήματος: τα Ρεγγέτικα του 2009 και το Σαμάς που κυκλοφόρησε την περασμένη άνοιξη. Στα μεν Ρεγγέτικα, που ηχογραφήθηκαν στο Λονδίνο τον Μάρτιο του 2008, περιέχονταν κυρίως διασκευές σε ρεμπέτικα των Μ. Βαμβακάρη, Α. Δεληά, Γ. Τσαούς, στο δε Σαμάς, που ηχογραφήθηκε στη Λευκωσία, έχουμε τώρα περισσότερα καινούργια κομμάτια (εφτά του Αντωνίου, ένα του Μουμτζή μαζί με διασκευές σε Σ. Περιστέρη, Γ. Μπάτη, Σ. Ολλανδέζο και Α. Χατζηχρήστο).
Το παράδοξο με την περίπτωση των Trio Tekke και ιδιαίτερα με το δεύτερο cd τους, είναι πως δεν επιχειρούν νεωτερισμούς πάνω στα παλιά ρεμπέτικα τραγούδια - νεωτερισμούς του τύπου Imam Baildi, λόγου χάριν -, αλλά τα αποδίδουν, ανακατεμένα με τις δικές τους συνθέσεις, σα να αποτελούν μέρος ενός υλικού που έχασε συνειδητά τη χρονική του ταυτότητα. Αν θα έβρισκα κάποιον συγγενή μουσικό των Trio Tekke στην ελληνική δισκογραφία, αυτός θα ήταν ο κιθαρίστας Μπάμπης Παπαδόπουλος με τον πρόσφατο επίσης δίσκο του, Απ' τη σπηλιά του δράκου (Puzzlemusik, 2010).
Γιατί, αυτό, στο οποίο αποσκοπούν και τελικά καταφέρνουν οι Trio Tekke, είναι η διάσωση της διαύγειας των ρεμπέτικων μελωδιών μέσα από την απουσία του μπουζουκιού και τον διάλογο μεταξύ του τζουρά, του πρωταγωνιστικού οργάνου, με το κοντραμπάσο και την κιθάρα (όπως και το βιολί του Παύλου Μιχαηλίδη στο κομμάτι InDa του Αντωνίου). Επιπλέον, αυτός ο ακουστικός ήχος, οι αυτοσχεδιασμοί που δεν πέφτουν ως πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα μαζί με τις ακατέργαστες φωνές των τριών μουσικών, συντελούν στη δημιουργία ενός ιδιαίτερου κλίματος, παρεΐστικου και νεοχίπικου από αισθητικής άποψης, αλλά και πρωτότυπου μεσ' στην απλότητα του συγκριτικά με παρεμφερείς προσεγγίσεις. Και, ως γνωστόν, το ρεμπέτικο έχει σχεδόν...δεινοπαθήσει μέσα στα χρόνια απ' τις πολλές επίδοξες προσεγγίσεις. Ας μη μείνουμε όμως στις διασκευές των παιδιών στον Αντώνη τον βαρκάρη, το Γελεκάκι, το Πάμε στο Φάληρο και την Ατσιγκάνα, εφόσον, όπως ήδη είπαμε, το χάσμα μεταξύ παλαιού και νέου γεφυρώνεται θαυμάσια, ηχητικά τουλάχιστον. Υπάρχουν, λοιπόν, ορισμένα κομμάτια, όπως το InDa και το Κέμτρεϊλς (Chemtrails), τα οποία αρθρώνουν μία αξιοπρόσεκτη μουσική και στιχουργική πρόταση. Για το InDa, μάλιστα, του Αντωνίου, οι Trio Tekke διακρίθηκαν στον πρόσφατο διαγωνισμό του World Music Network κι έτσι επίκειται η ένταξη του κομματιού στη συλλογή The Rough Guide to Undiscovered Music. Πρόκειται για μία instrumental σύνθεση πειραματικής διάθεσης με στοιχεία ανατολίτικης - βυζαντινής ψυχεδέλειας, που, προσωπικά, με παρέπεμψε στους Kaleidoscope με το Side Trips του 1967 και στους Sweet Smoke με το Darkness to Light του ΄73. Η συγκεκριμένη πειραματική διάθεση φτάνει στο απόγειο της στη δεύτερη, την alt. version του InDa, η οποία κλείνει το cd με τη χρήση φωνητικών, loops και του εφέ ενός σπίρτου, ενός δέντρου ή και μιας ολόκληρης πόλης που σιγοφλέγονται την επόμενη μέρα της καταστροφής. Στο δε Κέμτρεϊλς (Chemtrails), ο δημιουργός Λευτέρης Μουμτζής σχολιάζει καυστικά τον ψεκασμό που δέχεται η Κύπρος από τα αεροπλάνα των αγγλικών Βάσεων με σκοπό τον έλεγχο των καιρικών συνθηκών και της ψυχικής διάθεσης των πολιτών! Κι επειδή μεσ' στο τραγούδι αναφέρεται και η 7η Φεβρουαρίου, η μέρα των γενεθλίων μου, λέω να σας αφήσω με τους στίχους του: Τον κάνανε τον ουρανό μπουρδέλο/ ψεκάζουν όλη μέρα χημικά/ δεν ξέρω τι να πω, σε ποιόν ν' αποταθώ, οι φίλοι μου με λένε γραφικό/ μα, κοίταξε αν θες λιγάκι πάνω/ και θα το δεις κι εσύ τ' αεροπλάνο/ χωρίς διακριτικά, πετάει χαμηλά/ κι άσπρη γραμμή αφήνει που σκορπά/ μα, πες μου αν ξανάδες τέτοια νέφη/ θαμπά και σαν μαχαίρι κοφτερά/ σου λέω κάτι πάει στραβά/ δεν είναι φυσικά/ μας κοροϊδεύουν όλους σαν παιδιά/ ο ήλιος καίει λες κι είναι καλοκαίρι/ μα έχουμε Φεβρουαρίου εφτά/ τι σχέση έχει αυτό, δεν ξέρω να σου πω/ όμως βρωμάει πολύ το σκηνικό...

* στο βίντεο, το τραγούδι Η στολή του Μπάτμαν σε μουσική και στίχους Αντώνη Αντωνίου.

** μπορείτε να προμηθευτείτε το άλμπουμ Σαμάς των Trio Tekke από την ιστοσελίδα τους http://www.triotekke.com/

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2011

ενδοσκοπικό-post


Πάνε πολλές μέρες που δεν κοιμάμαι τα βράδυα. Και σαν με πάρει ο ύπνος στις έξι το πρωί, με ξυπνάνε από τις εννιά τα γατιά με τη χορωδία τους που ζητιανεύουν φαγητό. Η θεραπεία φαίνεται να έπιασε κι ύστερα από τόσο φάρμακο που έφαγαν διαλυμένο στην τροφή, τα χλαμύδια ψόφησαν. Το τυφλάκι θέλω να το κρατήσω, τα άλλα ας φύγουν. Καλύτερα, γιατί σε λίγο θα τρώω κι εγώ απ' τις κονσέρβες τους. Με βλέπω ήδη αποστεωμένο, με γενειάδα, ν' ανοίγω τη μπαλκονόπορτα, να βγαίνω στην αυλή στα τέσσερα και να μοιράζομαι μαζί τους πατέ σολομού και τόνου. Η απόλυτη ταύτιση ανθρώπου και ζώου! Βαριέμαι τις κουβέντες με άγνωστα άτομα. Δεν έχουν άλλο θέμα εκτός από τη γνωστή ερώτηση Πως τα βλέπεις τα πράγματα; Τι διάολο, έχω τίποτα πάνω μου και με περνάνε όλοι για οικονομολόγο ή εμπειρογνώμονα; Όπως τα βλέπεις κι εσύ, απαντάω βαριεστημένα σε περιπτεράδες, ταξιτζήδες και μπακάληδες. Τι καλά που άλλαξε ο καιρός. Έφυγε αυτός ο ενοχλητικός ήλιος και πλάκωσε σιγά-σιγά η φθινοπωρινή συννεφιά, έτσι, για να ξέρουμε και ποιοί είμαστε ακριβώς. Μέχρι τις 10 Οκτωβρίου πρέπει νά 'χω οριστικοποιήσει το θέμα του νέου κιν/φικού project. Τάδε έφη η υποψήφια παραγωγός και ο οπερατέρ, ώστε να κλειστεί το συνεργείο. Μην περιμένεις χρήματα, ενημερώθηκα (λες και δεν τό 'ξερα), θα κάνουμε την ταινία και θ' αναζητηθούν εκ των υστέρων κάποιοι πόροι. Κι εγώ απαντάω πως επί της παρούσης δεν με απασχολούν καθόλου τα χρήματα και η όποια εμπορική τύχη του ντοκιμαντέρ, όσο το να κάνω κάτι που από καιρό ήθελα και να ξαναμπώ σε μία κατάσταση δημιουργικότητας. Και τα δύο θέματα είναι πολύ δυνατά, πιστεύω, ενώ μέχρι σήμερα δεν έχουν απασχολήσει άλλους ντοκιμαντερίστες. Πρόκειται για δύο περσόνες, καθοριστικές στην εξέλιξη της εγχώριας underground κουλτούρας, και για το λόγο αυτό σκέφτομαι να συνεργαστώ με τον filtig στο Βερολίνο. Να του ζητήσω να φτιάξει ένα σχετικό πειραματικό βίντεο, το οποίο θα ενταχθεί μεσ' στο ντοκιμαντέρ. Ας κατασταλάξω πρώτα και βλέπουμε. Μετά θά 'ρθουν το σεναριακό σχεδίασμα, το γκρουπάρισμα των σκηνών, τα γυρίσματα και όλα αυτά τα ωραία που ισοδυναμούν με παρατεταμένα φιλιά της ζωής ύστερα από ναυάγιο. Αστεία - αστεία, το μόνο δημιουργικό πράγμα που έχω αυτή τη στιγμή είναι η ένταξη μου στο fagazine του Τσιτιρίδη. Μέχρι τις τέσσερις το πρωί μού βγήκανε τα μάτια να σημειώνω συντακτικά ή ορθογραφικά λάθη (δυο-τρία επισήμανα μόνο) από την pdf μορφή του πρώτου τεύχους. Τι ειν' αυτό, ρε, με κώλους θα βγούμε στην αγορά; ρώτησα τον διευθυντή σαν είδα το εξώφυλλο. Κι αυτός γέλασε, υπενθυμίζοντας μου πού μου έλαχε να γράφω στο εξής. Καλά είπε ο άνθρωπος, άλλωστε fagazine λέγεται το έντυπο, δηλαδή πουστροπεριοδικό, τι ήθελα νά 'χει cover, ελβετικά ρολόγια ή ζυγούρια; Πάντως, εμένα η στήλη μου μού αρέσει πολύ στο fagazine και νιώθω σα να γράφω σε ένα πολύ πιο απελευθερωμένο δίφωνο. Το δίφωνο του κώλου, σα να λέμε! Ναι, ενώ το άλλο πού 'χε γίνει δίφωνο-αρχίδια, είδαμε τα χαμπέρια του! Και όσο σκέφτομαι ότι τσακώθηκα με αγαπημένους φίλους πάνω στο παραλήρημα στήριξης του περιοδικού, που θα έκλεινε υποτίθεται, διαολίζομαι! Δε βαριέσαι, αφενός χάθηκα με φίλους αγαπημένους, αφετέρου γλίτωσα κι από άλλους, ολότελα βαρετούς και πρηζαρχίδηδες. Διότι, εδώ και λίγους μήνες, ακόμη και τον καφέ μου δεν τον χαραμίζω σε συμβατικές συναναστροφές. Ή τουλάχιστον το προσπαθώ. Γίνομαι καλύτερος μ' αυτό τον τρόπο, ενδεχομένως πιο σκληρός, αλλά σίγουρα καλύτερος. Γιατί υπήρξα και κακός άνθρωπος, το ομολογώ: Πριν πολλά χρόνια ήταν ένα κορίτσι, η Ν., πού 'χα καταλάβει ότι ήταν τσιμπημένη μαζί μου. Η Ν. όμως είχε αμάξι κι εγώ πάλι ήμουν μονίμως άφραγκος. Την είχα κάνει την καημένη ταξιτζού. Να είσαι έξω απ' το σπίτι μου στις τρεις ακριβώς, της έλεγα! Μα, δε μπορώ στις τρεις έχω να πάω εκεί κλπ., απαντούσε. Δεν ακούω τίποτα, στις τρεις! επέμενα και της έκλεινα το τηλέφωνο. Και, όντως, στις τρεις ακριβώς η Ν. ήταν έξω απ' το σπίτι μου και πάταγε την κόρνα. Τι να κάνει σήμερα αυτό το κορίτσι; Παντρεύθηκε, έχει παιδιά; Ποιος να ξέρει...Άχου και δε με νοιάζει. Για να μη λέω όμως τα στραβά μου μόνο, οι πραγματικοί φίλοι γνωρίζουν πόσο έχουν οφεληθεί από μένα κι αν το ξεχνάνε, κακό του κεφαλιού τους. Την αχαριστία, την αγνωμοσύνη και τη μιτζιριά δεν τα συγχωράω με τίποτα κι είναι τρεις σοβαροί λόγοι για να κάνω κάποιον cut οριστικά και αμετάκλητα. Και εξυπακούεται πώς, εμένα, άνθρωπο που με έχει βοηθήσει έστω και στο ελάχιστο, σε κάθε τομέα της ζωής μου, τον έχω και θα τον έχω κορώνα μου, όχι μαλακίες και λόγια του αέρος. Γι' αυτό και πλέον πιστεύω μόνο στους περιθωριακούς ανθρώπους, τάση που ολοένα γιγαντώνεται εντός μου. Τι είναι περιθώριο; Η μοναξιά, το ψυχικό άλγος, τα κουτιά με τα αντικαταθλιπτικά, οι θάλαμοι των νοσοκομείων, η ειλικρίνεια τελικά και η κατάργηση του ψεύδους και της σοβαροφάνειας. Πως τό 'χε γράψει κάποτε ο Μάνος Χατζιδάκις; Να περιφρονείς τις συνήθειες των πολλών και την ηθική των συγγενών. Κι ας παραμένεις απλά ένας πιστός. Τουλάχιστον έχεις κάτι από το φλογερό βλέμμα του Ιωβήλ, τον αυγουστιάτικο θάνατο του Παβέζε και την εγκαρτέρηση για μία Κονστάνς.

* στο βίντεο, οι 17 Hippies αποδίδουν το Gsillagok, παραδοσιακό βαλκανικό τραγούδι.

Δευτέρα, 26 Σεπτεμβρίου 2011

R.I.P. ΝΙΚΟΣ ΚΟΕΜΤΖΗΣ (1938 - 2011)


Τον Φεβρουάριο του 1973, ο 35χρονος Νίκος Κοεμτζής με αριστερό οικογενειακό ιστορικό και καταδίκη για κλοπή εν μέσω χούντας, πήγε στο κέντρο Δειλινά, όπου τραγουδούσε ο Καρουσάκης. Όταν ο αδερφός του, Δημοσθένης, έκανε "παραγγελιά" ένα ζεϊμπέκικο του Μάρκου Βαμβακάρη, μαζί του ανέβηκαν στην πίστα μερικά ακόμη άτομα. Ο Νίκος τράβηξε μαχαίρι και σκότωσε δύο αστυνομικούς και έναν πολίτη. Καταδικάστηκε τρεις φορές σε θάνατο και οχτώ φορές σε ισόβια. Προηγουμένως, ο Τύπος της εποχής τον είχε χαρακτηρίσει αιμοβόρο κτήνος, συμφώνως και με το Μακρύ ζεϊμπέκικο για τον Νίκο, το τραγούδι που του έγραψε ο Διονύσης Σαββόπουλος. Γνωστή η ιστορία με τον Μάνο Χατζιδάκι να δίνει εντολή στον παραγωγό Γιώργο Μητρόπουλο του Τρίτου Προγράμματος να παίζει συνεχώς το συγκεκριμένο τραγούδι από την εκπομπή του, προκαλώντας τις αντιδράσεις της συντηρητικής κυβέρνησης εν έτει 1979. Ένα χρόνο μετά και ενόσω ο Νίκος Κοεμτζής βρισκόταν στη φυλακή, ο σκηνοθέτης Παύλος Τάσιος γύρισε την ταινία Παραγγελιά με πρωταγωνιστή τον Αντώνη Αντωνίου, τον πρωτοεμφανιζόμενο Αντώνη Καφετζόπουλο και φυσικά την Κατερίνα Γώγου, την τότε σύζυγο του, σε ρόλο ποιητικού σχολιαστή των τεκταινόμενων, συνοδεία της, βραβευμένης στο Φεστιβάλ Κιν/φου Θεσ/νίκης, jazz-rock μουσικής του Κυριάκου Σφέτσα. Ο Κοεμτζής αποφυλακίστηκε το 1996 και έκτοτε πουλούσε την αυτοβιογραφία του έξω από την Ευελπίδων και τις Κυριακές στο Μοναστηράκι. Το 2007 τον είχα γνωρίσει στην παρουσίαση του βιβλίου Φλέρυ-Η Φεγγαρική Αηδόνα του Γιώργου Λιάνη, στου οποίου βιβλίου τη συγγραφή είχα συνεισφέρει. Θυμάμαι τον Ιανό γεμάτο από τραγουδιστές του Χατζιδάκι απ' τη μία (ελέω Φλέρυς Νταντωνάκη) και από βουλευτές του ΠΑΣΟΚ απ' την άλλη (ελέω Γιώργου Λιάνη). Ομολογουμένως ασύμβατο κλίμα, μέσα στο οποίο ωστόσο δεν θα ξεχάσω το χειροκρότημα που έπεσε απ' όλους μόλις ανακοινώθηκε το όνομα του Κοεμτζή στην αίθουσα. Γιατί ο Κοεμτζής είχε προ πολλού γίνει σύμβολο κατά του απάνθρωπου σωφρονιστικού συστήματος και εν μέρει κατά του αντιδικτατορικού αγώνα. Ένας αγράμματος άνθρωπος από την Πιερία, ένας καταραμένος λαϊκός, μια ομάδα μπατσικής καταστολής από μόνος του, που κέρδισε την αποδοχή σύσσωμης σχεδόν της διανόησης του τόπου και έγινε ο πιο φλου αρτιστίκ Έλληνας παράνομος, ήρωας τραγουδιών, βιβλίων και κιν/φικών ταινιών. Η περσόνα του Κοεμτζή αποτέλεσε - και μέχρι σήμερα αποτελεί - κόκκινο πανί αναφορικά με σοβαρά ζητήματα ηθικού τύπου. Το ότι ο φονιάς τριών ανθρώπων κέρδισε ακριβώς την αποδοχή των διανοούμενων, που λέω παραπάνω, ήταν κάτι τρομερά πρωτοποριακό για την ελληνική κοινωνία της Μεταπολίτευσης. Μια κοινωνία που μόλις είχε αποτινάξει τη χούντα από πάνω της και ο καθένας αναζητούσε τον δικό του ήρωα προκειμένου να δηλώσει την αντίθεση του στο καθεστώς των βασανιστών, όπως το έζησε τουλάχιστον στο πετσί του. Στα επόμενα χρόνια, το αναρχικό σύνθημα Ο καλός ο μπάτσος είναι ο νεκρός ο μπάτσος, σίγουρα θα δικαίωνε τον Κοεμτζή και θα τον ηρωοποιούσε στα μάτια των παιδιών με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα, όπως θα έλεγε πάλι ο Σαββόπουλος. Στο βίντεο του post με το απόσπασμα από την Παραγγελιά, η Κατερίνα Γώγου απαγγέλλει τη Μοναξιά και σου σηκώνεται η τρίχα! Αυτή τη μοναξιά, μαζί με την ακόμη χειρότερη ασιτία που, ως φαίνεται, έστειλαν στο θάνατο τον Κοεμτζή προχθές στο Μοναστηράκι, σε ηλικία 74 ετών. Ο Γιώργος Λιάνης βγήκε και δήλωσε ότι ο Κοεμτζής πέθανε, αφού ο οργανισμός του είχε εξασθενήσει...Ζούσε - είπε - μόνο με χυλό λαχανικών. Κι εγώ λέω τώρα: Αφού, αγαπητέ Γιώργο, γνώριζες ότι ο άνθρωπος λιμοκτονούσε κι ήσασταν φίλοι, γιατί δεν του "έκοβες" ένα μικρό επίδομα τόσα χρόνια, έστω για το καθημερινό φαΐ του; Μόνο για κοσμικές εκδηλώσεις τούς θέλουμε τους Παράνομους; Ή μήπως τα περιμένουμε όλα απ' τα φιλεύσπλαχνα παιδιά με τα μαλλιά και με τα μαύρα ρούχα, που πάλι λέγαμε πριν; Τέλος πάντων...Ο θάνατος του Νίκου Κοεμτζή πραγματικά με σόκαρε, περισσότερο κι από την πράξη, για την οποία είχε καταδικαστεί κάποτε.

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

γράμμα-στο-μέτωπο





Όταν η βερολινέζικη ταινία θα παιχτεί στο αλβανικό φεστιβάλ θα τυφλωθεί και το ασανσέρ της θείας Μαρίκας. Τα συννεφιασμένα αποκαΐδια ξετίναξαν το βάρος του κουτιού ΝΟΥΝΟΥ και άπλωσαν μια τροπική βαλίτσα στον αιώνα τον άπαντα, έγραψε ο Ποιητής. Τον Ποιητή τον έγραψε εκεί που καταλάβατε κι αν δεν καταλάβατε, να πάψετε αμέσως να ψωνίζετε από τον Μαρινόπουλο. "Πιστεύεις στον αλκοολισμό με την πρώτη ματιά;" ρώτησε η αρκούδα τα συντρόφια από το κόμμα. Κι εκείνα, σήκωσαν τα πνευμόνια τους και τα γέμισαν με χθεσινή φασολάδα από το ψυγείο του Καλού Στρατιώτη Σβέικ. Άσε που γυρίζοντας από το μονοπάτι της Παξιμάδας χιόνισε το ένα φρύδι του. Αυτό ήταν αλλουνού παπά ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Ε, τότε, το κεσεδάκι έβγαλε τα άπλυτα στη φόρα και πήδηξε από τον τρίτο παρέα με τη φρυγανιά του απόλυτου κενού. Να ο Dylan! Έχει ιδιόμορφο κουτί, μέσα του χωράνε τριάντα δύο τυροπόδαροι και σαράντα τυροποδαρούσες. Τα μαλλιά μου μυρίζουν γενικώς, τα έλουσα πριν δυο μήνες με έλαια κεφαλογραβιέρας και τυροκαυτερή. Κι αφού πήξαμε στο τυρί, πειστήκαμε επιτέλους να γράψουμε γράμμα στο μέτωπο. Οι αρβίλες φρίαξαν απ' το κακό τους και ο μπασίστας ένωσε τα μηδαμινά του με το περουκίνι του λοστρόμου. Που πας, βρε λέοντα, φώναξε ο μακαρίτης από τον Εθνικό Κήπο και πριν προλάβουν να ταΐσουν την παπαγαλιά, πρόλαβαν να χωθούν στο ταβερνάκι με την πινακίδα "Στο βάθος κήτος".

* by lena, by bosko, by van dr.

βραβείο-καλύτερης-φωτογραφίας-στον-δημήτρη-θεοδωρόπουλο



Με ιδιαίτερη χαρά ανακοινώνω τη βράβευση του Δημήτρη Θεοδωρόπουλου, χθες βράδυ στην απονομή των βραβείων του 34ου Διεθνούς Φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους της Δράμας. Η τιμητική διάκριση καλύτερης φωτογραφίας δόθηκε στον Δημήτρη για τη δουλειά του στις μικρού μήκους ταινίες Κινητά στοιχεία του Ανδρέα Σιαδήμα και Το πατάρι του Μίνωα Νικολακάκη. Σίγουρα το βραβείο αυτό ήρθε για τον Δημήτρη σε σωστό timing: απ' τη μια, φέτος συμπληρώνονται 25 χρόνια από τότε που υπόγραψε πρώτη φορά τη διεύθυνση φωτογραφίας σε κινηματογραφική ταινία κι απ' την άλλη, φέτος πάλι ολοκλήρωσε τα γυρίσματα του πρώτου ολόδικού του μουσικού ντοκιμαντέρ. Θερμά συγχαρητήρια, λοιπόν, στον φίλο και πιο βασικό συνεργάτη μου, με την ευχή να σκίσει το ντοκιμαντέρ του, όπως και να ξεκινήσουμε σύντομα τα δικά μας καινούργια γυρίσματα!

* στη photo ο Δημήτρης Θεοδωρόπουλος με το νέο μέλος της όμορφης σκυλίσιας οικογένειας του. Πως θα τον βγάλετε; ρώτησα. Iggy, μου απάντησε, γιατί μόλις γεννήθηκε, μας είπε I wanna be your dog!

η-καλή-"ιστορία-ενός-ανθρώπου"-και-η-κακή-ιστορία-μίας-εκδήλωσης

Ο ποιητής Λίνος Ιωαννίδης σήκωσε το ποτήρι του και μας υποδέχθηκε χθες βράδυ στον Ιανό, στην παρουσίαση της δεύτερης ποιητικής συλλογής του Σπύρου Αραβανή με τίτλο Η Ιστορία ενός Ανθρώπου (εκδόσεις Μετρονόμος). Για το βιβλίο έχω μιλήσει εδώ μέσα κι όχι μόνο έχω μιλήσει, αλλά το έχω συμπεριλάβει και στα αγαπημένα μου βιβλία στο προφίλ μου στο blog. Το θεωρώ εξαιρετικό δείγμα αντανακλαστικών ενός νέου και ευαίσθητου ανθρώπου που πατάει γερά στο παρελθόν, αποτίοντας φόρο τιμής στην παλαιά φρουρά των μεγάλων ποιητών μας, χωρίς ευτυχώς ν' αφήνει εκτός την εποχή που βιώνουμε καθημερινά με τα καλά της και τα κακά της.

Από κει και πέρα, ωστόσο, θα είμαι ειλικρινής. Χωρίς καμία διάθεση ν' ακυρώσω όλους τους σημαντικούς ανθρώπους (και ποιος ειμ' εγώ να το κάνω άλλωστε), που τίμησαν τον Αραβανή στην παρουσίαση του έργου του, θα ομολογήσω ότι έπληξα θανάσιμα.



Με κούρασαν εξίσου, τόσο οι ομιλίες των κυρίων Λίνου Ιωαννίδη, Μάνου Ελευθερίου και Ισαάκ Σούση, όσο και τα τραγούδια που απέδωσαν οι κυρίες Ελισάβετ Καρατζώλη και Μαρία Παπαγεωργίου με τον Αλέξανδρο Εμμανουηλίδη.



Δεν ξέρω, υποθέτω ότι έχω αλλάξει εγώ πολύ τα τελευταία ένα-δυο χρόνια, ώστε πλέον η επαφή μου με ότι ορίζεται ως ελληνικό τραγούδι να είναι αυστηρά επιλεκτική και εμμονική. Σχεδόν ταυτίζομαι με την άποψη εκείνου του απαράδεκτου, του Μιχάλη Χατζηγιάννη, πού 'χε δηλώσει κάποτε και πέσαμε όλοι να τον φάμε πως το έντεχνο έχει πεθάνει.


Ο στιχουργός Μάνος Ελευθερίου με την οικεία άχρωμη φωνή του - δεν υπάρχει πιο ωραίο πράγμα σε νωθρές ποιητικές βραδυές να ομιλούν άνθρωποι χωρίς ίχνος στόμφου σε ότι λένε και κυρίως όπως το λένε - άνοιξε το κομμάτι των ομιλιών, ανοίγοντας ταυτόχρονα και την καρδιά του στον νέο ποιητή. Σύντομος, ευθύβολος και προς το τέλος καυστικός.






Αντιθέτως, με ολίγη από στόμφο, χάριν θεατρικότητας, η ερμηνεύτρια και δασκάλα φωνητικής, Ελισάβετ Καρατζώλη, απήγγειλε αμέσως μετά αποσπάσματα από την Ιστορία ενός Ανθρώπου. Και φυσικά τραγούδησε.




Ο Λίνος Ιωαννίδης μάλλον...παραμίλησε. Ωραίο το κείμενο του, φάνηκε πόσο έχει μελετήσει την δομή του ποιητικού λόγου του Αραβανή, αλλά ήθελε λίγο καλύτερο μοντάζ στη σύνθεση αυτού ακριβώς του κειμένου. Έτσι, δεν άκουσα τι είπε ο αμέσως επόμενος ομιλητής, στιχουργός Ισαάκ Σούσης, αφού δεν την πάλευα άλλο και βγήκα στο πεζοδρόμιο της Σταδίου για τσιγάρο. Πάντως, όταν επέστρεψα στη θέση μου, ακόμη μιλούσε ο Σούσης, επομένως και το δικό του κείμενο θα ήθελε λίγο συμμάζεμα.

Αυτόν που απόλαυσα ήταν ο ποιητής Γιάννης Γκούμας. Ένας αριστοκράτης του πνεύματος, ιδιοφυής και με χιούμορ, που καταχειροκροτήθηκε όταν είπε πως δε θα μπορούσε να κατέβει τα σκαλιά του Ιανού δίχως να τον έχουν πάρει μαζί τους τα ποιήματα του Αραβανή.




Λιτός, περιεκτικός και μετρημένος ήταν ο οικοδεσπότης της βραδυάς, ο ποιητής Σπύρος Αραβανής. Ευχαρίστησε τους φίλους και συνεργάτες του, τον εκδότη του, καθώς και όλους όσοι τον τίμησαν με την παρουσία τους. Για μένα δεν υπάρχουν επώνυμοι κι ανώνυμοι - είπε - άρα σας ευχαριστώ όλους που ήρθατε εδώ απόψε. Σωστός!


Και μετά, τραγούδι. Η Μαρία Παπαγεωργίου συνόδευσε, πότε στο πιάνο και στην κιθάρα, και πότε ως δεύτερη φωνή, την Καρατζώλη σε τραγούδια του Νίκου Κυπουργού, του Μίκη Θεοδωράκη, του Nino Rota και του Αλέξανδρου Εμμανουηλίδη.
Μία τεχνικά άψογη ερμηνεύτρια, αλλά εμένα κάτι μου έλειψε, βρε παιδί μου. Μία, έστω λίγο πιο αντισυμβατική νότα, μια ροκιά, ένας λυγμός, ένα τσαλάκωμα τέλος πάντων. Ποιος μιλάει βέβαια για ροκιά; Εγώ που πριν μια πενταετία, στην παρουσίαση του soundtrack της ταινίας μου, πάλι στον Ιανό, έβλεπα και άκουγα ένα τσούρμο εβδομηντάρηδων να παπαρολογούν ασυστόλως. Θυμάμαι τον Κουνάδη να λέει ότι η μόνη τραγουδίστρια της προκοπής που πέρασε ποτέ από το Κύτταρο ήταν η Ρόζα Εσκενάζυ και αμέσως μετά τον Μηλάτο να προσπαθεί να τον βάλει στη θέση του με αναφορές στην Patti Smith και τον Jim Morrison. Τι ψαρωμένος που ήμουν τότε! Σήμερα, δεν υπήρχε περίπτωση, θα άρπαζα το μικρόφωνο, θα έλεγα του Μηλάτου να μείνει και θα διαολόστελνα τους άλλους που θα μού κάναν' την εκδήλωση μου μεταμεσονύχτια κουλτουρο-trash εκπομπή στον τηλεοπτικό 902!












Αυτά που λες, κύριε Αλβέρτο μου, κλωθογύριζαν στο κεφάλι μου χθες βράδυ στον Ιανό, στην παρουσίαση μίας καλής ποιητικής συλλογής - κι αυτό είναι το σημαντικότερο, πέραν του πως στήνονται και διεξάγονται οι εκδηλώσεις τους. Διότι, μπορεί να μην κράτησα τίποτα απ' αυτή την εκδήλωση, την Ιστορία ενός Ανθρώπου, όμως, ακόμη δεν την έχω καταχωνιάσει στη βιβλιοθήκη μου, εφόσον συχνά την αναζητώ και την επανεξετάζω. Μεταξύ άλλων, στον Ιανό παρευρέθηκαν ο Δήμος Μούτσης, ο Ηλίας Ανδριόπουλος, ο Γιώργος Χρονάς, ο Δημήτρης Λέντζος και ο Φώτης Θαλασσινός. Θες ένα μαρλμποράκι, κύριε Αλβέρτο μου, να πάν' κάτω τα φαρμάκια του σύμπαντος;

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2011

κλεψιά + θράσος = ανοησία


Δείτε αυτή τη συνέντευξη του Γιώργου Τρανταλίδη, του τέως ντράμερ των Socrates. Διαρκεί ενάμισι λεπτό και φυσικά αποτελεί απόσπασμα του ντοκιμαντέρ μου, Ζωντανοί στο Κύτταρο - Σκηνές Ροκ (2006). Το οποίο απόσπασμα κάποιος κύριος Νίκος Δαγκλαρτζής ή hippys64 ανεριθρύαστα ανάρτησε στο youtube, αποδίδοντας μάλιστα στον εαυτό του και τον ρόλο του παραγωγού! Σοβαρά, κύριε Δαγκλαρτζή μου; Μήπως εσείς τρέξατε εκείνη την ημέρα να κλείσετε συνεργείο, να οργανώσετε το γύρισμα και να πάρετε συνέντευξη από τον Τρανταλίδη; Μήπως πάλι εσείς μοντάρατε το αρχειακό με το σύγχρονο υλικό; Κι εγώ που ήμουν, κύριε Δαγκλαρτζή μου; Βόδια βοσκούσα; Λοιπόν, αν έχεις στοιχειώδη τσίπα πάνω σου να εμφανιστείς και να ζητήσεις ταπεινά συγνώμη. Μετά να εξαφανίσεις το εν λόγω βίντεο από το youtube. Κι αν πάλι μας αγνοήσεις, θα σε κυνηγήσουμε εμείς. Η παραγωγός του ντοκιμαντέρ, Τζίνα Πετροπούλου, ήδη ενημερώθηκε και σκοπεύει να καταθέσει ασφαλιστικά μέτρα. Η τακτική σου είναι άγνωστη. Θα πρέπει να είσαι κάνας άσχετος ροκάς πιτσιρικάς μάλλον, διότι, διαφορετικά, ποιος μου εγγυάται εμένα ότι δεν έχεις κάνει το ίδιο με πέντε-έξι ακόμη μουσικά ντοκιμαντέρ, τα οποία μοσχοπουλάς εδώ κι εκεί ως δικά σου; Η ανοησία σου και νεκρούς ανασταίνει! Ο λαός μας έλεγε Ξέρεις να κλέψεις; Άμα δεν ξέρεις και να κρύψεις, είσαι για τα μπάζα...

οι-επιθυμίες-η-ζήλια-και-τα-ερωτικά-πάθη-των-γιαπωνέζων-μικροαστών-του-΄60


Η μία ταινία που είδα χθες στον Απόλλωνα θά 'ναι μάλλον και η τελευταία από τις φετινές Νύχτες Πρεμιέρας που τερματίζονται την Κυριακή. Επίσης, ήταν και η μοναδική που κατάφερα να παρακολουθήσω από το αφιέρωμα στον obscured Ιάπωνα σκηνοθέτη των 60s, Γιασούζο Μασουμούρα. Και, λυπάμαι που το λέω, αλλά άμα ήταν έτσι και οι άλλες ταινίες του, όσες δεν ήταν εφικτό να δω λόγω έλλειψης θέσεων, εντέλει δεν έχασα και τίποτα ιδιαίτερο. Διότι, για Γιαπωνέζο άγνωστο σκηνοθέτη διάβασα, οι Γιαπωνέζοι είναι ειδικοί στον αβανγκαρντισμό, πόσω μάλλον όταν μιλάμε και για τα κοσμοϊστορικής σημασίας 60s, έλα όμως που το καρπούζι βγήκε μάπα...Η ταινία, λοιπόν, του Μασουμούρα με τίτλο Σβάστικα (ο φίλος μου που πήγαμε μαζί νόμισε μάλλον ότι θα βλέπαμε αναρχικούς ταραξίες να τα βάζουν με φασίστες σχιστομάτηδες γιάπηδες και μ' έψησε και μένα, μα στο τέλος δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε την αλληγορία του εν λόγω τίτλου, παρ' όλο που πέντε πράγματα γνωρίζουμε από ψαγμένο σινεμά αμφότεροι), γυρίστηκε το 1964 και επρόκειτο για μία ανορθόδοξη ερωτική κομεντί στα όρια της κωμωδίας. Δηλαδή, αν στο επίκεντρο της δε βρισκόταν ένα λεσβιακό ειδύλλιο, θα μπορούσε να συναγωνίζεται έως και τις αδιάφορες - κατά τη γνώμη μου - αμερικανικές κομεντί του στυλ Τζωρτζ Κιούκορ. Για να μην είμαι όμως και τόσο αφοριστικός, έχω να πω ότι πιθανώς για την εποχή που γυρίστηκε η Σβάστικα (δε μου κάθεται με τίποτα αυτός ο τίτλος) να ήταν τελείως ανατρεπτική αναφορικά με τα ιαπωνικά ήθη και συζυγικά - οικογενειακά στερεότυπα. Η υπόθεση αφορούσε τη Ντονόκο, μία νέα παντρεμένη γυναίκα που γνωρίζει την πανέμορφη και σέξι Μίτσουκο στη σχολή ζωγραφικής, όπου σπουδάζει. Οι δύο γυναίκες ερωτεύονται παράφορα, αλλά πολύ σύντομα διαπιστώνουμε πως η Μίτσουκο δεν είναι και τόσο αθώα: εισβάλλει στο σπίτι της Ντονόκο, προκαλεί τις αντιδράσεις του φιλήσυχου συζύγου της, ενώ εμφανίζει και τον αστείο αρραβωνιαστικό της, απ' τον οποίο υποτίθεται ότι περιμένει παιδί. Η εγκυμοσύνη της τελικά αποδεικνύεται τέχνασμα για να κρατήσει τη Ντονόκο, η οποία ζήλεψε απ' την εμφάνιση του αρραβωνιαστικού. Πάνω που η μπερδεμένη Ντονόκο πάει να τα ξαναβρεί με τον άνδρα της και να εγκαταλείψει τους απαγορευμένους έρωτες, η Μίτσουκο μπλέκει κι αυτόν στα δίχτυα της. Ταυτόχρονα, ο αρραβωνιαστικός της Μίτσουκο ανταλλάσσει όρκο αίματος με τη Ντονόκο και χρήζονται αδέρφια, ώστε να μοιράζονται ισότιμα τη Μίτσουκο. Κι αφού ακολουθεί ένα πραγματικά κωμικό γαϊτανάκι, όπου ο ένας ερωτεύεται τον άλλον και όλοι μαζί πλαγιάζουν, η Μίτσουκο προτείνει στη Ντονόκο και τον σύζυγο της να αυτοκτονήσουν παρέα, πίνοντας ένα ισχυρό δηλητήριο, με το οποίο τους πότιζε καθημερινά. Η πανούργα Μίτσουκο και ο άνδρας πεθαίνουν με τη Ντονόκο να είναι η μόνη επιζήσασα δίπλα τους και να αφηγείται όλη αυτή την παράδοξη ερωτική ιστορία στον ανέκφραστο αστυνομικό ή ψυχίατρο. Δε μπορώ να πω, η υπόθεση είχε γούστο και η ταινία βλεπόταν πολύ ευχάριστα, βασισμένη εξ ολοκλήρου στο σενάριο και σχεδόν καθόλου στη σκηνοθετική μαεστρία του Μασουμούρα - επ' αυτού δε χωράει καμία αμφιβολία. Επιπλέον, η technicolor φωτογραφία της τής προσέδιδε μία pop αισθητική, ενώ οι, τραβηγμένες απ' τα μαλλιά, μελοδραματικές ερμηνείες των ηθοποιών (άντε βρες τώρα ποιοί έπαιζαν...) την καθιστούσαν κανονική κωμωδία τιγκαρισμένη στα παιχνίδια εξουσίας που δημιουργεί ο έρωτας και στις ακρότητες. Λίγο ακόμη ήθελε για να αγγίξει τον σουρεαλισμό και να γινόταν ενδεχομένως μία σπουδαία ταινία. Αν τα καταφέρω, πάντως, καθαρά από περιέργεια, ίσως περάσω την Κυριακή από τον Απόλλωνα για να δω ακόμη μία ταινία του Γιασούζο Μασουμούρα.

* και μόλις ανακάλυψα πού κόλλαγε ο τίτλος Σβάστικα! Στις τέσσερις αγγύλες του σταυρού: από μία για τη Ντονόκο, τον άνδρα της, τη Μίτσουκο και τον αρραβωνιαστικό της αντίστοιχα!

Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2011

μια-νέα-ταινία-θα-μας-σώσει

Το αποφάσισα! Ξεκινάω τα γυρίσματα της καινούργιας ταινίας μου! Εκ των ενόντων αυτή τη φορά, χωρίς το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου στον τομέα της παραγωγής, αλλά μόνο με τη συμβολή των φίλων και συνεργατών, με τους οποίους ούτως ή άλλως συμπορεύομαι εδώ και μία δεκαετία ακριβώς. Ήταν καθοριστική η σημερινή τυχαία συνάντηση με τον οπερατέρ Δημήτρη Θεοδωρόπουλο στο κέντρο της Αθήνας. Τον πέτυχα στην Ακαδημίας. Κρατούσαμε κι οι δυο μας το τελευταίο εξαιρετικό τεύχος του Sonik με το premium-cd του Nevermind των Nirvana από ελληνικές μπάντες (θα επανέλθω). Τι κάθεσαι και μιζεριάζεις; μου είπε ο Δημήτρης. Και συνέχισε: Μια ζωή ήσουν παραγωγικός κι είχες τόσα projects στο κεφάλι σου! Τι έπαθες; Κι έτσι, θυμηθήκαμε όντως ένα project που είχα πάντα κατά νου και το οποίο παρατήσαμε όταν εμφανίστηκε ο Σολδάτος με το ντοκιμαντέρ για τον Κούνδουρο. Σημειωτέον ότι στον Δημήτρη χρωστάω επίσης την απόφαση να γυρίσω το πρώτο μου ντοκιμαντέρ για τη Νταντωνάκη. Να το κάνεις και θα βοηθήσουμε όλοι, έλεγε και ξανάλεγε, σπάζοντας τα τηλέφωνα. Σήμερα τα πράγματα ήρθαν πιο εύκολα. Είναι κι αυτός ενθουσιασμένος με το δικό του ντοκιμαντέρ για τον Λουκά Σιδερά, επομένως ήθελε-δεν ήθελε μού μετέδωσε τον ενθουσιασμό του και κυρίως την ελπίδα του μέσα στο απονεκρωμένο πολιτιστικό μας τοπίο. Δώσαμε τα χέρια, τον αγκάλιασα για το κουράγιο του και ως παρορμητικός άνθρωπος δηλώνω πως από αύριο κιόλας ξεκινάω τις επαφές μου. Ελπίζω μεσ' στις επόμενες εβδομάδες να είμαι σε θέση να κοινοποιήσω περισσότερες λεπτομέρειες.

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2011

enjoy-yourself-with-liana


ΛΙΑΝΑ ΚΑΝΕΛΛΗ - ΒΟΥΛΗ 22.9 by ligomilitos
Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να κατηγορηθεί ως λαϊκίστρια η Λιάνα Κανέλλη του ΚΚΕ, τη στιγμή που όλοι μας κάποτε ταυτιστήκαμε με τον στίχο του Γρηγόρη Ψαριανού διά στόματος Τζίμη Πανούση Στης βουλής τα έδρανα, αχ εγώ να έκλανα! Δεν πιστεύω εν ολίγοις ότι προσβάλλει τον θεσμό του Κοινοβουλίου η κίνηση της βουλευτίνας Κανέλλη να πάει στη δουλειά της, απλώνοντας πάνω στο βήμα - απ' το οποίο, σημειωτέον, μόνο μπούρδες ακούστηκαν κατά κόρον απ' τη Μεταπολίτευση και μετά - μια φρατζόλα ψωμί και ένα μπουκάλι γάλα, μιλώντας με τον τρόπο της για το χάλι της εγχώριας οικονομίας. Όλα τα λεφτά πάντως είναι η αθόρυβη ατάκα του φρικαρισμένου Αντιπροέδρου της Βουλής: Δεν επιτρέπεται αυτό που κάνετε, κυρία Κανέλλη! Τι θέλετε τώρα, να φέρω κι εγώ τα...κοτόπουλα; Respect!

πρεμιέρα-για-το-πατάρι-απόψε-στο-φεστιβάλ-ταινιών-μικρού-μήκους-της-δράμας


Το Πατάρι teaser (Μίνως Νικολακάκης) by Flixgr
Απόψε προβάλλεται, όχι στις Νύχτες Πρεμιέρας, ούτε καν στην Αθήνα, αλλά στη μακρινή Δράμα και στο 34ο Διεθνές Φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους η καινούργια ταινία του καλού φίλου, Μίνωα ή Μίνου Νικολακάκη. Λέγεται Το πατάρι, έχει πρωταγωνιστή τον Μάνο Βακούση και δ/ντή φωτογραφίας τον Δημήτρη Θεοδωρόπουλο. Ο σκηνοθέτης, γνωρίζοντας ότι δεν κρατάω κλειστό το...στόμα μου, άπαξ και δω μία ταινία, με παρακάλεσε να μην αποκαλύψω τουλάχιστον το τέλος της δικής του. Σεβαστό, αν και το μόνο που μπορώ να μαρτυρήσω είναι ότι παρουσιάζει μεγάλο μουσικολογικό ενδιαφέρον. Περισσότερα τις επόμενες μέρες, όταν το φεστιβάλ θα έχει λήξει, τα βραβεία θα έχουν δοθεί και Το πατάρι θα ετοιμάζεται να προβληθεί και στην Αθήνα. Καλή τύχη στον Νικολακάκη που διαγωνίζεται σε λίγες ώρες από τώρα, διότι, καλές και άγιες οι Νύχτες Πρεμιέρας με τις ξένες ταινίες και τα διεθνή βραβεία τους, μην ξεχνάμε όμως πως το φεστιβάλ Δράμας για πολλούς από εμάς υπήρξε ο προθάλαμος, εξ ου και προσωπικά το θυμάμαι πάντα με νοσταλγία.

από-το-χθεσινό-καφκικό-όργιο-στο-hollywood-astor


Δείτε ολόκληρο αυτό το γιαπωνέζικο οπτικοακουστικό αριστούργημα! Λέγεται The Country Doctor, αποτελεί την animation βερσιόν του ομότιτλου έργου του Franz Kafka και η δημιουργία του, στο σύνολο της, ανήκει στον animator, σκηνοθέτη, μοντέρ και συγγραφέα παιδικών παραμυθιών, Κότζι Γιαμαμούρα. Εγώ το είδα χθες το απόγευμα στις Νύχτες Πρεμιέρας και πραγματικά ευχόμουν να είχα χίλια μάτια και χίλια αυτιά ώστε να μην έχανα την παραμικρή λεπτομέρεια του! Η χθεσινή μέρα πέρασε ήδη στην προσωπική μου μικρή ιστορία ως κινηματογραφικό καφκικό...όργιο. Ξεκίνησε στις 6 το απόγευμα και τελείωσε λίγο πριν τα μεσάνυχτα με την παρακολούθηση του αφιερώματος Kafka Zone, αποτελούμενο από εφτά μικρού μήκους animation ταινίες, το underground μεσαίου μήκους φιλμ Metamorphosis: Beyond the screen door και άλλες τρεις μικρού μήκους ταινίες. Kafka overdose σα να λέμε, αλλά άξιζε τον κόπο και το χρόνο! Ας σας παρουσιάσω τώρα πιο αναλυτικά τις ταινίες που είχα την ευκαιρία να δω: Στο πρόγραμμα Τα Κινούμενα Σχέδια προβλήθηκαν αρχικώς τρία φιλμάκια της διακεκριμένης Τσέχας animator Καταρίνα Λίλκβιστ, γυρισμένα από το 1991 έως το ΄95. Ανεξαρτήτως των ιστοριών του Kafka, στις οποίες βασίστηκαν, τα εργάκια της Λίλκβιστ έκαναν ιδιαίτερη αίσθηση με την αξιοποίηση των ζωγραφισμένων εξπρεσιονιστικών τοπίων, τη χρήση της μουσικής (Bela Bartok, ένας μόνο από τους συνθέτες που χρησιμοποίησε η δημιουργός) και κυρίως με την αντιπολεμική τους διάσταση. Δυνατότερο από τα τρία, κατά τη γνώμη μου, ήταν το The Village Doctor, μια κραυγή απόγνωσης εναντίον κάθε μορφής θρησκευτικής, πολιτικής και στρατιωτικής εξουσίας. Ακολούθησε το The Country Doctor του Ιάπωνα Γιαμαμούρα, που μπορείτε να δείτε κι εσείς επισυναπτόμενο στο post τούτο και το οποίο λάτρεψα! Μετά απ' τη θέαση του, δυστυχώς πέρασαν απαρατήρητα σχεδόν τα επίσης εξπρεσιονιστικά καφκικά animations των Τομ Γκίμπονς, Κάθριν Λιφ και Θίοντορ Ούσεφ από τον Καναδά, αν θυμάμαι καλά. Στο δεύτερο μέρος του αφιερώματος Kafka Zone, είδαμε τη low badget underground ταινία Metamorphosis: Beyond the screen door. Την προλόγισε, μάλιστα, μία εκ των πρωταγωνιστριών της που βρέθηκε στην Αθήνα αυτές τις μέρες και μας παρακάλεσε να γράψουμε για να εμπλουτιστεί η ιστοσελίδα της ταινίας (!) και να μάθει ο κόσμος γι' αυτήν. Ο σκηνοθέτης Νόριθ Σοθ δεν έκανε τίποτα περισσότερο από το να μεταφέρει στο σήμερα την κλασική Μεταμόρφωση του Kafka, δίνοντας της όμως τον χαρακτήρα αναρχικής κωμωδίας! Κεντρικός χαρακτήρας ήταν ο Τομ, ο γιός μιας τερατώδους οικογένειας κάφρων, που τον εκμεταλλεύονταν οι πάντες, από τους γονείς και την αδερφή του, μέχρι τον ξάδερφο του, το σπαστικό αφεντικό του και μία ασχημούλα συνάδελφο του, την οποία ξανασυνάντησε σε ανύποπτο χρόνο ως call girl. Όταν ο Τομ αρρώστησε από ακεφιά και έλλειψη κοινωνικότητας, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να εργαστεί και άρα να μην είναι σε θέση να πίνουν κι όλοι οι άλλοι το αίμα του, η αδερφή του γίνεται πόρνη. Σ' αυτό το νέο επαγγελματικό της ξάνοιγμα τη στηρίζουν απόλυτα οι ηλικιωμένοι γονείς, όπως η μητέρα που τη συμβουλεύει πως να τον...χώνει στο στόμα χωρίς να τραυματίζει τα δόντια της. Στο ζενερίκ τέλους, οι αδικαιολόγητα πολλοί τίτλοι που έπεσαν, μόνο και μόνο για να συνοδεύσουν την ψυχαναλυτική ερμηνεία του ίδιου του σκηνοθέτη σε ότι είδαμε μόλις, προξένησαν τρομερό γέλιο. Μια ταινία που, αν δεν ξέραμε ότι γυρίστηκε στις αρχές του 1990, θα λέγαμε ότι επρόκειτο για κλασικό ασπρόμαυρο αμερικανικό underground σινεμά των 60s: πειραματική κινηματογράφηση, συνεχόμενα τζαμ-κατ, αφαιρετικό μοντάζ, αισθητική αβάν-γκαρντ και μουσική Beethoven από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό! Στο τρίτο και τελευταίο πρόγραμμα του αφιερώματος Kafka Zone, προβλήθηκαν τρεις μικρού μήκους ταινίες των Μπερνάρ Ρέντεν, Τέρι Μόντλικ και Πίτερ Καπάλντι. Η πρώτη, 40λεπτης διάρκειας, αποτελούσε μεταφορά στην οθόνη του καφκικού έργου The Hunger Artist και παρά τις καλές προθέσεις της, μού φάνηκε αφόρητη διανοουμενίστικη πίπα! Ο Χάρρυ Κλυνν έλειπε ν' αρχίσει να κλαίει και να φωνάζει Αρτέμη, κι εγώ μαζί σου είμαι! Αισθητική κιτς από 80s, κι ας ήταν γυρισμένη σχετικά πρόσφατα, με χρήση όλων των κουλτουριάρικων κλισέ (εσωτερικοί ποιητικοί μονόλογοι, αδιάφορη μεγαλόσχημη μουσική υπόκρουση) συν του ότι μπαφιάσαμε μέχρι η δημοσιογράφα α λα Όλγα Τρέμη να ανακαλύψει τον Καλλιτέχνη της Πείνας και να συνεντευξιαστεί μαζί του! Καημένε Kafka, τι σού 'μελλε να πάθεις απ' τους Αμερικανούς αβανγκαρντίστες...Αντιθέτως, η επόμενη ταινία, ασπρόμαυρη, 20λεπτη, γυρισμένη σ' ένα δωμάτιο, μού άρεσε πολύ. Δεν έγινε αντιληπτό από ποιο ακριβώς έργο του Kafka είχε εμπνευστεί, στο τέλος όμως μάθαμε πως αποτελούσε στην ουσία καταγγελία του σκηνοθέτη εναντίον του φαρμακευτικού κολοσσού της Bayer, αφού στις αρχές του ΄60 είχε προσλάβει σε βασικό πόστο έναν χασάπη Ναζί - εγκληματία πολέμου! Το θέμα της αφορούσε στο φασιστικό παιχνίδι που έπαιξε από το τηλέφωνο ο διευθυντής μιας φαρμακευτικής εταιρείας στον καλοσυνάτο ουμανιστή υπάλληλο του. Η τελευταία όμως ταινία του αφιερώματος, αλλά και της ημέρας, μας αποζημίωσε με τον καλύτερο τρόπο. Λεγόταν It' s a Wonderful Life, ήταν σκοτσέζικη παραγωγή του 1993 και ο σκηνοθέτης Πίτερ Καπάλντι έστησε μια ξεκαρδιστική κωμωδία βασισμένη στη Μεταμόρφωση του Kafka. Πρωταγωνιστής ήταν ο Ρίτσαρντ Ε. Γκραντ, ένας εξαίρετος Βρετανός κωμικός, στο ρόλο του Kafka αυτοπροσώπως που αδυνατεί να εμπνευστεί την αρχή της Μεταμόρφωσης του και συγκεκριμένα σε τι ακριβώς είχε μεταμορφωθεί ο ήρωας του βιβλίου του! Στο κινηματογραφημένο αυτό θέατρο του Παραλόγου συμμετείχαν ακόμη ένας θεότρελος ακονιστής μαχαιριών που αναζητούσε την αγαπημένη του κατσαρίδα ονόματι Τζέμινι και η εξίσου θεότρελη ένοικος της πολυκατοικίας του Kafka, όπου μαζί με τις κόρες της τού πρόσφεραν στο τέλος όλων των ειδών τα έντομα μέσα σε γυάλες! Αξίζει να σημειωθεί ότι, τόσο τα animations, όσο και οι μικρού μήκους ταινίες, βασισμένες σε ή εμπνευσμένες από το έργο του Kafka, έφτασαν μέχρι τα Όσκαρ, επομένως η συγκεντρωτική χθεσινή προβολή τους θα χαρακτηριζόταν ως το κορυφαίο αφιέρωμα των φετινών Νυχτών Πρεμιέρας CONN-X!

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

αμνηστία-και-αλβανική-μπέσα-έρωτας-και-θάνατος(spoiler)


Η Αμνηστία είναι η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Αλβανού Μπουγιάρ Αλιμάνι που ζει μόνιμα στην Ελλάδα την τελευταία 15ετία με την όμορφη οικογένεια του. Με τον Μπουγιάρ είχαμε βραβευθεί μαζί το 2002 στο φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους της Δράμας, εκείνος για το συγκινητικό Κατώι του, εγώ για το ντοκιμαντέρ Φλέρυ-Τρελή του φεγγαριού. Στη συνέχεια, με αφορμή την επόμενη μικρού μήκους ταινία του, τον είχα καλέσει Στο Κόκκινο 105,5 κι είχαμε κάνει μια ωραία εκπομπή. Με ιδιαίτερη χαρά, λοιπόν, παρ' όλο που χαθήκαμε μέσα στα χρόνια, ενημερώνομαι για την πρόοδο του σε Ελλάδα και εξωτερικό, φροντίζοντας πάντα να βλέπω κάθε καινούργια ταινία του. Και η αλήθεια είναι πως μου αρέσει πολύ το κοινωνικό ανθρωποκεντρικό σινεμά του Μπουγιάρ. Ένα σινεμά που παρακολουθεί τις εξελίξεις στη χώρα του, την Αλβανία, στοχεύοντας στις σχέσεις των ανθρώπων. Τα θέματα που τον απασχολούν είναι η φτώχεια, ο ουμανισμός ως υπέρτατη αξία, η κοινωνική καταπίεση, η καταγραφή ενός νεορεαλισμού, αλλά και ο θάνατος - πιο συγκεκριμένα η αυτοχειρία - ως μέσο λύτρωσης. Έτσι και στην πρόσφατη Αμνηστία του, η οποία τιμήθηκε με βραβεία και διακρίσεις στο τελευταίο φεστιβάλ του Βερολίνου, ο αδερφός της ηρωίδας Έλσας, φτωχός ψαράς, παίρνει μια μουντή μέρα τη βάρκα του, της βάζει δυναμίτη και ανατινάζεται μαζί της στα ανοιχτά. Η ιστορία της ταινίας κινείται γύρω από την άχαρη ζωή της Έλσας, μιας άνεργης εργάτριας, που ζει στο Πόγραδετς της Αλβανίας με τα δυο αγοράκια της και τον συντηρητικό πεθερό της. Μία φορά το μήνα παίρνει το λεωφορείο για τις φυλακές των Τιράνων, όπου βρίσκεται έγκλειστος ο σύζυγος της, για να κάνει σεξ μαζί του, βάσει ενός νέου φιλελεύθερου σωφρονιστικού κανονισμού. Εκεί η Έλσα γνωρίζει τον Σπετίμ, του οποίου η γυναίκα βρίσκεται επίσης στη φυλακή. Οι δύο αυτοί άνθρωποι, που εκφράζουν φανερά στα πρόσωπα τους τη σκληρή όψη μιας ολόκληρης κοινωνίας, ερωτεύονται και αρχίζουν ξαφνικά να κάνουν όνειρα για ένα καλύτερο αύριο. Ο πεθερός της Έλσας σύντομα μαθαίνει για την παράνομη σχέση της και τη διώχνει από το σπίτι. Καθώς εκείνη ετοιμάζεται να φύγει μόνιμα για τα Τίρανα, έξω από το λεωφορείο, την ώρα που ο παππούς επιχειρεί να της πάρει τα δύο παιδιά, τον σπρώχνει βίαια και τον χτυπάει στο κεφάλι. Στα Τίρανα πλέον η Έλσα φιλοξενείται στο διαμέρισμα μιας φίλης της, πιάνει δουλειά στην κουζίνα ενός νοσοκομείου, εξακολουθεί να επισκέπτεται τον σύζυγο της στη φυλακή και βέβαια να ζει τον έρωτα της με τον Σπετίμ. Οι ισορροπίες ανατρέπονται όταν μια μέρα η αλβανική κυβέρνηση ανακοινώνει τη χορήγηση αμνηστίας σε πολλούς φυλακισμένους, μεταξύ των οποίων είναι και οι σύζυγοι της Έλσας και του Σπετίμ. Η νέα γυναίκα επιστρέφει στο Πόγραδετς με άνδρα, παιδιά και πεθερό, υποκύπτοντας ως ζωντανή-νεκρή στο ζωώδες σεξ του αποφυλακισμένου συζύγου. Τα ίδια και ο Σπετίμ στα Τίρανα, ο οποίος αδιαφορεί ερωτικά για την επίσης αποφυλακισμένη σύζυγο του. Ένα πέρασμα του Σπετίμ έξω από το σπίτι της Έλσας, προκειμένου να ξαναδεί την αγαπημένη του, θα αποβεί μοιραίο: ο πεθερός της αποφασίζει να βάλει τέρμα σε όλο αυτό που σπιλώνει την τιμή και την υπόληψη της οικογένειας του. Δέσμιος της αλβανικής μπέσας, θα τραβήξει καραμπίνα και θα ξαπλώσει νεκρούς τη νύφη του και τον εραστή της...Και ο θεατής μένει εμβρόντητος απ' αυτή την πράξη απόδοσης υποτιθέμενης δικαιοσύνης, κατά τον ίδιο τρόπο που ο Φούντας πριν από μισό αιώνα τιμωρούσε τη Μελίνα για την απιστία της στη Στέλλα του Κακογιάννη. Οφείλω βέβαια να πω εδώ ότι θα ήθελε λίγο περισσότερη ανάπτυξη ο χαρακτήρας του δολοφόνου πεθερού, ώστε να δικαιολογηθεί η αποτρόπαια πράξη του στο τέλος της ταινίας, τη στιγμή που καθ' όλη τη διάρκεια της, ναι μεν αποφαίνεται συντηρητικός και κολλημένος στις παραδοσιακές οικογενειακές αξίες, συχνά όμως έχει χιούμορ, μουσικές ευαισθησίες (παίζει μοιρολόγια στην τσαμπούνα του), ενώ σε κάποια φάση ξελασπώνει και την Έλσα στα μάτια του απατημένου συζύγου της και μοναχογιού του. Βέβαια, ο Μπουγιάρ πιθανώς να αποσκοπούσε στο σοκ του θεατή με την τελευταία ακριβώς σκηνή του φόνου, οπότε πάω πάσο και το δέχομαι ασυζητητί. Ούτως ή άλλως, παρακολούθησα μία εξαιρετική ταινία, γυρισμένη με νεορεαλιστική λογική, απ' αυτές τις ταινίες που πρωταγωνιστούν πραγματικά οι μοίρες των ανθρώπων και όχι αποκλειστικά η έλξη των σωμάτων τους και που σε πρώτο πλάνο κατατίθενται η ψυχολογία τους και τα απωθημένα ένστικτα τους. Διότι, απωθημένο ένστικτο ήταν ο έρωτας της Έλσας για τον Σπετίμ, απωθημένο ένστικτο ήταν και η εν ψυχρώ δολοφονία τους από τον πεθερό, έστω στο πλαίσιο ζητημάτων τιμής που έχουν να κάνουν με τα αυστηρά, ενίοτε απάνθρωπα, ήθη μιας βαλκανικής χώρας. Γυρνώντας χθες βράδυ σπίτι με Αλβανό ταξιτζή, του αφηγήθηκα την ιστορία της ταινίας πού 'χα δει το πρωί. Τον ξέρουμε τον Αλιμάνι - μου είπε -, τον δείχνει συχνά η αλβανική τηλεόραση, αλλά δεν μου αρέσει που πήρε το μέρος της γυναίκας. Γιατί εμείς εκεί, όταν μας την κάνει μια γυναίκα, βγάζουμε όπλο και καθαρίζουμε! Και εις ανώτερα, του απάντησα κι εγώ και κατέβηκα από το όχημα του, έχοντας βέβαια φτάσει στον προορισμό μου. Το γεγονός, πάντως, ότι όχι μόνο θέλησα να συζητήσω το περιεχόμενο αυτού του αλβανικού φιλμ με έναν Αλβανό πολίτη της χώρας μας, αλλά και το ότι ακόμη τριγυρίζει στο μυαλό μου, για μένα τουλάχιστον αποδεικνύει τελικά πόσο σημαντική ταινία έφτιαξε ο Μπουγιάρ Αλιμάνι!
* η Αμνηστία είναι η πρώτη αλβανική ταινία που έφτασε μέχρι το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου ως συμπαραγωγή Αλβανίας, Ελλάδας και Γαλλίας. Προβάλλεται την Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου, στις 20.00 το βράδυ, στην αίθουσα ΑΤΤΙΚΟΝ και σας τη συστήνω ανεπιφύλακτα!

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2011

βίαιο-παρελθόν-και-ενοχικό-παρόν-στη-μοσχαροκεφαλή-από-τη-φλάνδρα


Η βελγική ταινία Rundskop (ελλ. τίτλος Μοσχαροκεφαλή), η πρώτη του σκηνοθέτη Μίκαελ Ρ. Ρόσκαμ, που προβλήθηκε στο Πανόραμα του 61ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κιν/φου του Βερολίνου, κανονικά θα έπρεπε να λέγεται...Αμελέτητα. Και εξηγούμαι: ενώ ξεκινάει ως αστυνομικό θρίλερ για ένα μαφιόζικο κύκλωμα χορήγησης ορμονών σε βοοειδή, στη συνέχεια το ενδιαφέρον μονοπωλεί το προσωπικό δράμα του μποντιμπιλντερά Τζάκι, ο οποίος σε ηλικία δέκα ετών έχασε τους όρχεις του πάνω σε έναν καυγά παιδικής αντεκδίκησης. Μοναδικός μάρτυρας της άγριας εκείνης σκηνής ήταν ο κολλητός του Τζάκι, ο Ντίτρικ, κρυπτο-gay και ερωτευμένος μαζί του, που καθώς η δράση προχωρά μαθαίνουμε πως σήμερα εργάζεται ως τσάτσος της αστυνομίας με αντάλλαγμα τις σεξουαλικές υπηρεσίες που του παρέχει ο τοπικός μπάτσος. Η εν ψυχρώ δολοφονία ενός άλλου μπάτσου, ειδικευμένου στην καταδίωξη της ορμονικής μαφίας (υπάρχει και τέτοια μαφία στη Φλάνδρα), θα μπλέξει σε ένα κουβάρι τον Τζάκι και τον Ντίτρικ ξανά, δύο γαλλόφωνους χωριάτες που μισούν τους φασίστες Φλαμανδούς, τη σπείρα που εμπορεύεται τις παράνομες ορμόνες για τα ζώα και τη Λουσία, την αδερφή εκείνου του προβληματικού παιδιού πού 'χε καταστρέψει τους όρχεις του Τζάκι. Έτσι όπως παρουσιάζει ο Ρόσκαμ τον Τζάκι μέσα στην ταινία του, βίαιο βουβαλόπαιδο, φυλετικό ρατσιστή εν μέρει, σεξουαλικά ανίκανο και ομοφοβικό ταυτόχρονα, που όλη την ώρα κάνει ενέσεις με ανδρογόνες ορμόνες, ελλείψει όρχεων και άρα τεστοστερόνης, σε κάνει να ταυτίζεσαι με την άποψη των δύο κουτοπόνηρων χωριατών που θέλει όλους τους Φλαμανδούς επαρχιώτες εθνικιστές και ακροδεξιούς και ως εκ τούτου να αδυνατείς να συμμεριστείς το δράμα του τύπου. Εκεί έγκειται κατά τη γνώμη μου και η μαεστρία του σκηνοθέτη: η μετατροπή ενός αντι-ήρωα σε ανθρωπόμορφο κτήνος προς το τέλος της ταινίας παράλληλα με την ανάπτυξη μιας σύνθετης και πολυπρόσωπης ιστορίας χιτσκοκικού ύφους. Δεν ξέρω γιατί, αλλά η Μοσχαροκεφαλή του με συντάραξε, δείχνοντας τη φλαμανδική επαρχία σαν ένα κολαστήριο σκληροτράχηλων ανθρώπων και προδομένων σχέσεων, αμοραλισμού, μίσους και βίας, με λίγα λόγια μια κοινωνία τρισχειρότερη κι απ' αυτή ενός θεοκρατικού Ιράν! Εξαιρετικός στο δύσκολο ρόλο του αντι-ήρωα ο Ματίας Σέναρτς, όπως και ο Ζερόν Περσεβάλ ως συμπλεγματικός Ντίτρικ. Την εξέλιξη του δράματος συνόδευσε λεπτό προς λεπτό η εξίσου δραματική μουσική του Ραφ Κόινεν με τον "δικό" μας Νικόλα Καρακατσάνη να βρίσκεται στη θέση του διευθυντή φωτογραφίας.

* η Μοσχαροκεφαλή θα προβληθεί την Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου στις 19.30 το βράδυ στον Απόλλωνα.

μαρίζα-κωχ-filtig-γράμμα-από-το-βερολίνο

Η πραγμάτωση του κοινού project Μαρίζας Κωχ - filtig προχωράει και όπως όλα δείχνουν θα πρόκειται για τον πιο αβάν-γκαρντ δίσκο της σημαντικής τραγουδοποιού και ερμηνεύτριας σε συνεργασία με έναν νέο ηλεκτρονικό συνθέτη. Τα δύο κομμάτια που εστάλησαν ήδη από το Βερολίνο εμπεριέχουν, από ηχητικής και φωνητικής άποψης, τη Meredith Monk, τον Messiah, τους Matmos και τους Plaid, ενώ για τα επόμενα, που δουλεύονται αυτόν τον καιρό, η κινεζική ρυθμολογία θα συναντηθεί με τους Massive Attack! Οι δύο μουσικοί δηλώνουν πολύ ενθουσιασμένοι και με την άδεια τους, αξίζει - πιστεύω - να δημοσιοποιήσω ένα μέρος της αλληλογραφίας τους!
filtig: Μαρίζα, έχω σοκαριστεί με το πόσους διαφορετικούς κόσμους έφτιαξες με το ίδιο background και με τη φωνή σου να είναι διαυγέστατη και πολύ θεατρική. Για μένα είναι απλά ευχαρίστηση να σπάω αυτή τη φωνή σε κομματάκια. Αν θα το ήθελες, τώρα που υπάρχουν οι δομές, μπορείς να ξαναμπείς στο στούντιο και να τραγουδήσεις πιο "συνεχόμενα". Προσωπικά, πιστεύω ότι δε χρειάζεται, αφού μου αρέσει αυτή η αισθητική κολάζ.
Μαρίζα Κωχ: Συνέχισε έτσι, η αισθητική κολάζ εκφράζει και μένα περισσότερο. Να ξέρεις ότι εκείνη τη μέρα μετέφερα τις ψυχοσυνθέσεις πολλών και διαφορετικών ανθρώπων που κουβαλούσα από την παιδική μου ηλικία κι ότι μετά, επί μία εβδομάδα, ένιωθα σαν άδειος αστακός. Ανυπομονώ για το τελικό αποτέλεσμα. Έχεις την αγάπη μου!

τη-μαχαιριά-που-μού'-δωκες-να-σου-την-κάνω-γέλιο


Χθες βράδυ προβλήθηκε στον Δαναό 1 μία πολύ γλυκειά γαλλική ταινία, η οποία άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις και στο τελευταίο Φεστιβάλ Κανών. Λεγόταν La guerre est declaree (ελλ. τίτλος Πολεμώντας για τη νίκη) με σκηνοθέτιδα, αλλά και πρωταγωνίστρια τη Βαλερί Ντονζελί. Φαντάζομαι τη χαρά και την αισιοδοξία της Ντονζελί να γυρίσει ένα τέτοιο φιλμ και μάλιστα με τόσο χιούμορ, αφού δεν έκανε τίποτα άλλο από το να μεταφέρει στην οθόνη το δράμα που έζησαν για μία οχταετία η ίδια και ο σύζυγος της: τη μάχη τους με τον παιδικό καρκίνο, αφού ο γιος τους Γκαμπριέλ (στον οποίο φυσικά ήταν αφιερωμένη η ταινία και που για τις ανάγκες της άλλαξε το όνομα του σε Αντάμ) διαγνώστηκε σε βρεφική ηλικία με επιθετικό όγκο στον εγκέφαλο. Εννοείται πως ένα τέτοιο θέμα, όσο αληθινό κι αν είναι, με μια διαφορετική προσέγγιση θα γινόταν δημαγωγικό κιν/φικό μελό και τίποτα περισσότερο. Ευτυχώς δηλαδή που η επιβίωση του παιδιού της Ντονζελί, έσωσε κυριολεκτικά και τη σκηνοθετική - δραματουργική της απόπειρα. Έτσι, εκεί που η εξέλιξη της ιστορίας έφερνε δάκρυα στα μάτια του θεατή και νιώθαμε όλοι μέτοχοι της αγωνίας δυο νέων ερωτευμένων ανθρώπων να σώσουν το αγγελούδι της, η Ντονζελί ανέπτυσσε τόσο έξυπνα κάποια επιμέρους στοιχεία, ώστε τα δάκρυα θλίψης μετατρέπονταν για δευτερόλεπτα σε δάκρυα γέλιου. Παραθέτω την περιγραφή μίας ολόκληρης σεκάνς του φιλμ: η Ζυλιέτ και ο Ρομέο (οι γονείς είχαν τα ονόματα των ηρώων του διάσημου σαιξπηρικού έργου ώστε να τονιστεί η αγάπη και η πίστη στον αγώνα τους) αγρυπνούν στο δωμάτιο του νοσοκομείου περιμένοντας την πρωινή εισαγωγή του μικρού Αντάμ στο χειρουργείο. Για να νικήσουν τις φοβίες τους, αποφασίζουν να τις εκθέσουν ψιθυριστά ο ένας στον άλλον. Ζυλιέτ: Φοβάμαι μη βγει τυφλό μετά την επέμβαση! Ρομέο: Εγώ, μη βγει αυτιστικό! Ζυλιέτ: Εγώ, μη βγει αυτιστικό, τυφλό και κουφό! Ρομέο: Εγώ, τυφλό, αυτιστικό, κουφό και μουγκό! Ζυλιέτ: Εγώ, τυφλό, αυτιστικό, κουφό, μουγκό και αδερφή! Ρομέο: Εγώ, τυφλό, κουφό, μουγκό, αυτιστικό, αδερφή και μαύρος! Και η Ζυλιέτ: Εγώ, τυφλό, κουφό, μουγκό, αυτιστικό, νάνος, αδερφή, μαύρος και...ακροδεξιός! Σείστηκε το σινεμά από το γέλιο, κανονικά όμως! Εξίσου χιουμοριστική ήταν και η παρουσίαση των οικογενειών του ζευγαριού: οι γονείς της Ζυλιέτ ήταν ένα μικροαστικό ηλικιωμένο ζευγάρι με τη γυναίκα να τα βάζει μονίμως με τον φιλήσυχο άνδρα της. Η μάνα του Ρομέο, απ' την άλλη, ήταν λεσβία που συζούσε με τη σύντροφο της. Όλοι αυτοί οι ετερόκλητοι άνθρωποι ενώθηκαν σαν μία γροθιά μπροστά στο δράμα του μικρού αγοριού. Εν τω μεταξύ, συμφώνως και με τον τίτλο του φιλμ, η Ντονζελί προσέδωσε στην αφήγηση μία αίσθηση μάχης κι ενός αγώνα δρόμου που έδωσε το ζευγάρι για να κάνει ό,τι καλύτερο για το παιδί: την εισαγωγή του σε παρισινό νοσοκομείο, την ανάθεση της εγχείρησης σε έναν χειρουργό-πρώτο όνομα, τις εκρήξεις χαράς, όπως και πόνου, κάθε φορά που τα νέα απ' τους γιατρούς έρχονταν άσπρα ή μαύρα, τα ξενύχτια τους στο πλάι του, τελικά την ψυχολογία τους που κινδύνευσε να καταρρεύσει. Στο τέλος, μαθαίνουμε πως οι προσωπικοί δρόμοι της Ζυλιέτ και του Ρομέο χώρισαν οριστικά κάτω από το βάρος της ασθένειας του παιδιού τους και η μεγάλη τους αγάπη εξανεμίστηκε. Και πάλι, όμως, η Ντονζελί με την τελευταία σεκάνς δεν άφησε περιθώρια για φτηνές συγκινήσεις: ο γιατρός ανακοινώνει στους δύο γονείς πως ο γιός τους είναι εντελώς καλά, ο καρκίνος νικήθηκε και πως επόμενος προγραμματισμένος έλεγχος θα γίνει μετά από τρία χρόνια! Οι χωρισμένοι Ρομέο και Ζυλιέτ παίρνουν τον 8χρονο πια Αντάμ και τρισευτυχισμένοι αγκαλιάζονται σε ένα πλάνο που φλέγεται από οικογενειακή ευτυχία! Πόσω μάλλον όταν εκτός της σκηνοθέτιδας που πήρε πάνω της τον ρόλο της Ζυλιέτ, ο Ρομέο ήταν καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας ο ίδιος ο σύζυγος της (ένας εξαίρετος Ζερεμί Ελκαΐμ), ενώ το παιδί στο φινάλε σε ηλικία 8 ετών υποδύθηκε ο Γκαμπριέλ Ελκαΐμ, δηλαδή ο ίδιος τους ο γιός. Αξίζει να αναφέρω ακόμη ότι το σενάριο έγραψαν από κοινού οι δύο γονείς, η Ντονζελί και ο Ελκαΐμ, με τον τελευταίο να έχει αναλάβει και τη μουσική επιμέλεια: οι μουσικές εμμονές του Ζερεμί Ελκαΐμ και άρα το soundtrack περιείχαν από άριες του Bach και τις Τέσσερις Εποχές του Vivaldi μέχρι το Manha de Carnaval του Luis Bonfa και το O Superman της Laurie Anderson! Μία πραγματικά πολύ τρυφερή γλυκόπικρη ταινία, πολύ δραματική και πολύ αστεία ταυτόχρονα, η οποία - απ' ότι λέγεται - συγκλόνισε την τελευταία διοργάνωση των Κανών με τον οπτιμισμό της και το χιούμορ της!

* ο τίτλος του post, δάνειος από στίχους του Νίκου Γκάτσου

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

marketa-lazarova-ή-πως-πρέπει-να-είναι-η-τέχνη-του-κινηματογράφου


Χθες βράδυ είχα την τύχη να παρακολουθήσω στον Απόλλωνα μία ταινία που έψαχνα από το 1995, το έτος που αποφοίτησα από τη σχολή κιν/φου, και που πλέον συγκαταλέγω μαζί με τον Αντρέι Ρουμπλιόφ του Ταρκόφσκι και τις Σκιές των ξεχασμένων προγόνων του Παρατζάνοφ στην τριάδα των σημαντικότερων ταινιών που έχω δει ίσαμε τώρα! Με χαρά, λοιπόν, πληροφορήθηκα για την προβολή της αποκατεστημένης κόπιας της Marketa Lazarova στις Νύχτες Πρεμιέρας και έσπευσα να προμηθευτώ αρκετά νωρίτερα το εισιτήριο. Το ότι η ταινία αυτή θεωρείται η σπουδαιότερη στην ιστορία του τσέχικου κινηματογράφου, το γνώριζα από το...κήρυγμα του Δήμου Θέου στη σχολή, δεν περίμενα όμως ποτέ - για νά 'μαι ειλικρινής - και το ότι θα την έβλεπα τόσα χρόνια μετά, για πρώτη φορά, ενταγμένη μάλιστα σε ένα glamour αθηναϊκό φεστιβάλ. Τα συγχαρητήρια μου, ως εκ τούτου, στους διοργανωτές για τη χθεσινοβραδυνή προβολή - πέρσι ήταν ο Μικρός Ιησούς της Φλάνδρας, φέτος η Marketa Lazarova, που θα με κάνουν και μένα σκληροπυρηνικό σινεφίλ, ανίκανο να τη βρει με οτιδήποτε δεν έχει ίχνος ποίησης μέσα του. Διότι, κακά τα ψέματα, τι να σου πει ο Λαρς φον Τρίερ, ο Γασπάρ Νοέ και αρχίδια καλαβρέζικα - με το συμπάθειο - όταν σε μαστιγώνουν, όσο καλά κι αν το κάνουν, με τον νευρωτισμό των μητροπόλεων τους; Το σινεμά, κύριοι, πάρτε το χαμπάρι, δεν είναι φτηνή διασκέδαση, ποπ-κορν, καροτί μαλλί, ο Κούντερα στό 'να χέρι, το Αθηνόραμα στ' άλλο και στα χείλη ηλίθιες ατάκες του τύπου "Ήταν ενδιαφέρον, αλλά κάτι του έλειπε στο σενάριο". Διότι, την άκουσα τη φράση αυτή από νεαρά, η οποία έβγαινε από τη συγκεκριμένη ταινία και μού 'ρθε να πιώ το νέο άρωμα Antonio Banderas που μας είχαν μοιράσει στην είσοδο, μπας και την ακούσω ο άνθρωπος και ξεχάσω. Το σωστό σινεμά είναι περισυλλογή, μελαγχολία, αποτρεπτικό ως προς την ταύτιση με τους ηθοποιούς, φιλικό ως προς την ιστορικότητα, τον λαϊκό Θρύλο και τον αρχαίο Μύθο και πάνω απ' όλα, φορέας εικόνων, ήχων και συμβόλων που παίρνεις στο σπίτι σου κατ' ευθείαν από την προβολή και απασχολούν για πολύ καιρό, ίσως και για χρόνια, το σκατογεμισμένο ή, ακόμη χειρότερα, κλούβιο κεφάλι σου. Τι περιείχε, λοιπόν, η Marketa Lazarova του σκηνοθέτη Φράντισεκ Βλάτσελ, ο οποίος υπήρξε κατά βάση εικαστικός καλλιτέχνης και καμία άλλη ταινία του δεν κατάφερε να ξεπεράσει αυτήν; Κατ' αρχάς, γυρίστηκε το 1967, λίγους μήνες πριν την Άνοιξη της Πράγας και αποτελούσε μεταφορά στην οθόνη ενός μυθιστορήματος του Βλάντισλαβ Βάντσουρα, του μεγάλου Τσέχου κομμουνιστή συγγραφέα που εκτέλεσαν οι Ναζί το 1942. Είχε στον ομότιτλο ρόλο ένα υπέροχο 19χρονο κορίτσι, τη Μάγκντα Βισάριοβα, η οποία σήμερα διαπρέπει στον διπλωματικό στίβο της χώρας της, της Σλοβακίας. Είχε ακόμη έναν εξαιρετικό συνθέτη, τον Ζντένεκ Λίσκα, που υπήρξε επί σειρά ετών συνεργάτης του σπουδαίου Τσέχου καρτουνίστα Γιάν Ζβενκμάγερ και που έντυσε τη Marketa Lazarova από το πρώτο ως το τελευταίο λεπτό με χορωδιακά μέρη και υποβλητική μεσαιωνική μουσική, χρησιμοποιώντας ωστόσο και σύγχρονα όργανα! Επίσης, είχε την απίστευτη μαυρόασπρη φωτογραφία του Μπέντρικ Μπάτσκα και τα κοστούμια του Θίοντορ Πίστεκ. Αυτό όμως που είχε, κυρίως, ήταν σκηνοθεσία: πλάνα τόσο άρτια δομημένα σαν ζωγραφικοί πίνακες της προχριστιανικής και Αναγεννησιακής περιόδου. Μία εκπληκτική ανάδειξη του ανθρώπινου σώματος, των φυσικών τοπίων και των στοιχείων της φύσης. Μία 100% επιτυχημένη απόπειρα εκ μέρους του για την παρουσίαση των πιο βίαιων ενστίκτων ως απόρροια επιβολής της θεϊκής βούλησης. Στο τέλος, όμως, οι προσωπικές ανθρώπινες επιλογές νικούν ακόμη και αυτή την παντοδύναμη θεϊκή βούληση, αφού η Marketa Lazarova, η πρώην ταγμένη στον Θεό, ερωτεύεται τον βιαστή και δυνάστη της, απαρνείται τον μοναστηριακό βίο και ξεκινάει την περιπλάνηση της μεσ' στους δρυμούς. Όλο αυτό το ποιητικό μεσαιωνικό έπος, δηλαδή -εν περιλήψει- η ιστορία της διαμάχης ενός θεοσεβούμενου φεουδάρχη με αντάρτες ιππότες και η απαγωγή της κόρης του, διήρκησε δύο ώρες και σαράντα λεπτά, εξ ου και το πέρασμα, τόσο στον έξω κόσμο για το καθιερωμένο τσιγάρο, όσο και ξανά στην αίθουσα για την επόμενη ταινία (βλέπε προηγούμενο post), μού φάνηκε σχεδόν εξοντωτικό. Όπου κι αν πετύχετε την Marketa Lazarova, μην τη χάσετε!

Σάββατο, 17 Σεπτεμβρίου 2011

μπαλάντα-για-το-πιο-ακραίο-love-story-στην-ιστορία-του-rock'n'roll


Ο Βρετανός Genesis P-Orridge, αρχηγός του πειραματικού rock συγκροτήματος Psychic TV, υπήρξε ζευγάρι με την Αμερικανίδα Lady Jaye, πρώην νοσοκόμα που τελικά ανέλαβε τα samples στα live της μπάντας. Η μεγάλη τους αγάπη γέννησε και ένα από τα πιο ανατρεπτικά projects στην ιστορία του rock' n' roll: τον Πανδρογυνισμό, δηλαδή τη σταδιακή μεταμόρφωση του Genesis σε γυναίκα ώστε να μοιάζει όσο το δυνατόν περισσότερο με την αγαπημένη του! Για το λόγο αυτό, από το 1993 που παντρεύτηκαν, ο Genesis υποβλήθηκε σε αλλεπάλληλες χειρουργικές επεμβάσεις στο στήθος και στο πρόσωπο (προσθετικές, συλικόνες, ορμόνες), χωρίς ωστόσο να προχωρήσει σε αφαίρεση γεννητικών οργάνων, καταλήγοντας να γίνει ένα ζωντανό πανομοιότυπο της Lady Jaye! Ιδέα και των δύο τους ήταν η δημιουργία ενός νέου τύπου ανθρώπου που θα ονομαζόταν Breyer P-Orridge. Αυτό είναι με λίγα λόγια το story του ντοκιμαντέρ που γύρισε η Marie Losier και που απέσπασε το βραβείο Teddy στο τελευταίο φεστιβάλ Βερολίνου. Μία ολότελα αληθινή ιστορία, όπως την αφηγείται με χιούμορ και νοσταλγία στην κάμερα ο ίδιος ο Genesis, χωρίς το alter ego του δίπλα του, αφού ως γνωστόν η Lady Jaye έφυγε από αδιευκρίνιστους λόγους το 2007, σε ηλικία 38 ετών (ενώ στη wikipedia αναφέρεται ως αιτία θανάτου ο καρκίνος στομάχου, στο ντοκιμαντέρ μιλάνε για επιληπτικές κρίσεις). Διανθισμένη από τα τραγούδια των Psychic TV και οπτικό υλικό από συναυλίες τους, καθώς επίσης και από σπάνια πλάνα με τους beatniks William S. Burroughs και Brion Gysin (ο τελευταίος υπήρξε μέντορας του Genesis και επηρέασε με τα αναρχικά κολάζ του, τα περίφημα cut-up, τον ήχο των Psychic TV), η ταινία της Losier είναι πραγματικά ένα από τα πιο πρωτότυπα μουσικά ντοκιμαντέρ που έχουν γυριστεί ποτέ, θέτοντας το ζήτημα αμφισβήτησης της λεπτής διαχωριστικής γραμμής μεταξύ ζωής και τέχνης. Αυτό που προσωπικά θεωρώ αδυναμία του ντοκιμαντέρ είναι η μονομερής στάση της σκηνοθέτιδας απέναντι στην ακραία ιστορία του θέματος της: Ήταν τελικά ένα ανορθόδοξο love story (όπως υποστηρίζει εξ ολοκλήρου το ντοκιμαντέρ) ή ένα πανέξυπνο project της μουσικής βιομηχανίας και των δύο συγκεκριμένων ανθρώπων (όπως υποστηρίζουν ήδη αρκετοί μελετητές της σύγχρονης pop κουλτούρας); Πιθανώς, όμως, να συνέβαινε το πρώτο και η Losier να ψήθηκε τελικά από την, ούτως ή άλλη γοητευτική, περσόνα του διανοούμενου ανδρόγυνου Genesis. Έτσι, ο θεατής συγκινείται, μαθαίνοντας πως μετά το θάνατο της καλής του, αδυνατούσε να βγαίνει με το συγκρότημα επί σκηνής και γι' αυτό αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία, την ποίηση και το video-art, εκπληρώνοντας και τα κοινά καλλιτεχνικά τους όνειρα. Πάντως, το σαρωτικό χιούμορ του ντοκιμαντέρ, ειδικά στις σκηνές με τον Genesis να επιδεικνύει στο φακό το γυναικείο στήθος του ή να ξεστομίζει ατάκες του στυλ Μου είπε η κόρη μου "έδωσες τόσα πολλά λεφτά για να βάλεις βυζιά, αντί να μου πάρεις αμάξι" (είχε αποκτήσει δύο κόρες από τον πρώτο του γάμο), ίσως να ήταν η αιτία που πολλές σινεφίλ θείτσες αποχώρησαν από τον Απόλλωνα με ύφος αποστροφής και αποδοκιμασίας. Τέλος, αν η ταινία αυτή κατάφερε και κάτι άλλο πολύ σπουδαίο, ήταν η πρόταξη της εκούσιας μετατροπής ενός άνδρα σε γυναίκα σαν μία απόλυτα εναλλακτική πράξη, όχι αναγκαστικά μόνο μέσα στην pop κουλτούρα, αλλά στη σύγχρονη κοινωνία ευρύτερα, καθώς και η ανάδειξη του Genesis P-Orridge, όχι σαν ένα εκκεντρικό φρικιό, αλλά σαν έναν απόλυτα συνειδητοποιημένο διανοούμενο με πολιτική θέση και κοινωνική άποψη.

η-24ωρη-παράταση-της-τραγικής-ζωής-ενός-απόκληρου


Η ταινία Όσλο 31 Αυγούστου, που συμμετείχε στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα του τελευταίου φεστιβάλ Κανών, αποτελεί σύγχρονο remake της Φλόγας που τρεμοσβήνει του Λουί Μαλ. Παρακολουθούμε την ιστορία του 34χρονου Άντερς που βγαίνει από το κέντρο αποτοξίνωσης και επιστρέφει στο Όσλο, ξεκινώντας ουσιαστικά από το μηδέν για να ξαναφτιάξει τη ζωή του. Τα πράγματα όμως δεν είναι ρόδινα: οι συγγενείς και οι φίλοι έχουν χάσει την εμπιστοσύνη τους, παρ' όλη την αγάπη τους προς το πρόσωπο του, οι γονείς του ετοιμάζονται να πουλήσουν το πατρικό του, ο ίδιος αδυνατεί να βρει δουλειά λόγω του παρελθόντος και κάθε τόσο αφήνει φωνητικά μηνύματα στο κινητό της πρώην του, που δε βγαίνει πια στο τηλέφωνο. Όλα αυτά συμβαίνουν από το πρωί της 30ης Αυγούστου σε μια περιπλάνηση του Άντερς στο κέντρο της νορβηγικής πρωτεύουσας. Μέχρι το ξημέρωμα της 31ης Αυγούστου, δηλαδή στη διάρκεια ενός 24ώρου, ο άτυχος νέος άνδρας θα συνειδητοποιήσει πως τέτοια ζωή δεν αξίζει να τη ζει κανείς. Θα ψωνίσει μια μεγάλη ποσότητα ηρωίνης με λεφτά που έκλεψε από τους καλεσμένους σ' ένα πάρτι, θα βγει στα μπαρ και θα μεθύσει με φίλους και στο τέλος θα πάει για τελευταία φορά στο πατρικό του, όπου και θα σουτάρει τη μοιραία ένεση. Η ταινία του Γιόακιμ Τρίερ ξεκινάει και τελειώνει με δύο απόπειρες αυτοκτονίας του ήρωα: η πρώτη δίχως αποτέλεσμα και η δεύτερη επιτυχημένη. Μας προϊδεάζει έτσι για τη μαύρη ψυχολογία του, παρουσιάζοντας όλο το οδοιπορικό του στο φωτεινό Όσλο σαν μία τελευταία 24ωρη παράταση που έδωσε ο ίδιος στη βασανισμένη του ύπαρξη. Γι' αυτό και καθ' όλη τη διάρκεια του φιλμ, ο Άντερς αποφαίνεται στωικός, ήρεμος και συμπαθής, έχοντας πάρει μιαν ειλημμένη τραγική απόφαση. Επιπλέον, το Όσλο 31 Αυγούστου θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως σχόλιο για τον κοινωνικό ρατσισμό - στιγματισμό απέναντι στους τοξικομανείς. Όμως ο Τρίερ, ο λιγότερο διάσημος από τον Δανό ομόλογό του, σκηνοθέτης, δεν ενδιαφέρεται για κάτι τέτοιο. Στο επίκεντρο του βρίσκονται, μέσω του πρωταγωνιστή του, οι απόκληροι αυτού του κόσμου, όσοι θεωρούν τους άλλους ανθρώπους, τους ευτυχισμένους, ηλίθιους, όπως εξομολογείται ο Άντερς σε συγγενικό του πρόσωπο στην αρχή της ταινίας. Εν ολίγοις, το Όσλο 31 Αυγούστου συγκλονίζει με την απλή στρωτή του αφήγηση, περιέχει σε μικρές δόσεις όλες τις απογοητεύσεις του 21ου αι. και εντέλει βλέπεται σαν ένα κινηματογραφικό δοκίμιο για τη μοναξιά, τη δυσκολία του να είναι κανείς περιθωριακός, τη θανατολαγνεία και φυσικά την απέλπιδα αναζήτηση της αγάπης. Μια εξαιρετική, ευαίσθητη και συγκινητική ταινία από τη μακρυνή Νορβηγία!

Παρασκευή, 16 Σεπτεμβρίου 2011

αγάπη-ονομάζεται-το-παραλήρημα-και-ο-αυνανισμός-του-σκηνοθέτη


Λίγο το ότι ξυπνάω πολύ νωρίς για να βρίσκομαι στις δημοσιογραφικές προβολές, λίγο το ότι δεν προλαβαίνω ούτε καφέ να πιω, την αμαρτία μου θα την πω και θα ομολογήσω ότι στη συγκεκριμένη ταινία τον...έκλεψα για κάνα μισάωρο, όντας σίγουρος εκ των προτέρων βέβαια ότι δεν θα έχανα και τίποτα. Και εξηγούμαι: το Love που γύρισε ο William Eubank ξεκινάει με την περιγραφή μιας μάχης στον 19ο αι., την περίοδο του αμερικανικού Εμφυλίου. Ένα intro εντυπωσιακά γυρισμένο σα να βλέπεις διαφημιστικό μάρκας ουίσκι από το Tennessee! Στη συνέχεια, μεταφερόμαστε στο 2039 και στο εσωτερικό ενός διαστημικού σταθμού με μόνο επιβαίνοντα έναν αστροναύτη. Σύντομα και ενόσω ακούμε διάφορα τσιτάτα περί σημαντικότητας της ανθρώπινης επαφής και των διαπροσωπικών σχέσεων (μάλιστα, ο παραμυθάς παππούλης που σε κάποια φάση εμφανίστηκε στην οθόνη, εμένα με παρέπεμψε ευθέως στον Καλοκάγαθο Θεό), ο αστροναύτης χάνει την επικοινωνία του με τη Γη και αιωρείται ολομόναχος στο διάστημα. Σκληρό θέμα, θυμίζω και το αγαπημένο Space Oddity του David Bowie από τον χώρο της pop μουσικής, όμως πρέπει κάπως να δικαιολογηθεί και ο χρόνος που τρέχει έως το τέλος του φιλμ. Ο Eubank, λοιπόν, προτίμησε να αξιοποιήσει αυτόν τον φιλμικό χρόνο, από τη μέση ακριβώς και μετά, εντελώς σχιζοφρενικά, σα να προσπάθησε να μας βάλει μεσ' στο σαλεμένο μυαλό του ξεκομμένου απ' τα πάντα ανθρώπου! Τις μνήμες του από ένα ονειρικό ηλιοβασίλεμα στο Μαλιμπού, που πιθανώς δε θα ξαναδεί ποτέ, το κοιμισμένο ερωτικό του ένστικτο με τη φαντασιακή παρουσία μίας σέξι Ρωσίδας (κόλλαγε με το γεγονός ότι ο ήρωας αδυνατούσε να διαβάσει το προσπέκτους κάποιων σωτήριων τεχνικών οδηγιών, αφού ήταν γραμμένο στα ρωσικά), τις μπερδεμένες φωνές των δικών του συγγενών και φίλων, καθώς και μια θέαση σε τηλεοπτική οθόνη των ευτυχισμένων στιγμών του λίγο πριν ταξιδέψει για το διάστημα. Το παραλήρημα φτάνει στο ζενίθ του, όταν ο ήρωας, αφού έχει ήδη ζήσει μία εξαετία απομονωμένος και μακρυά από τη Γη, ανακαλύπτει μέσα στο σκάφος το ημερολόγιο του Στρατηγού από εκείνη τη μάχη Βορείων-Νοτίων που άνοιξε την ταινία. Τότε μαθαίνουμε κι εμείς ότι ένα διαστημόπλοιο - πιθανώς αυτό, μέσα στο οποίο βρίσκεται - είχε πέσει στη Γη εν έτει 1846 ανοίγοντας έναν τεράστιο κρατήρα. Συνεπώς, τι είναι ο Χρόνος ως έννοια; Μήπως ένα αέναο πισωγύρισμα που ανακυκλώνει τις στιγμές των ανθρώπων; Θα σας γελάσω...Πιο πολύ ταυτίστηκα με την ατάκα του διπλανού μου, που γύρισε και είπε στον δικό του διπλανό: Πες με βλάκα, πες με ότι θες, αλλά δεν καταλαβαίνω Χριστό! Τέλος, αυτό που κι εγώ δεν κατάλαβα καθόλου είναι γιατί η ταινία τιτλοφορείται Love πάνω απ' όλα και θεωρείται υπαρξιακό sci-fi μανιφέστο, φτάνοντας στο σημείο κάποιοι να την παραλληλίζουν με το αριστουργηματικό 2001:Οδύσσεια του διαστήματος του Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Ποιος ξέρει, προβάλλεται απόψε και κρίμα που δεν προλαβαίνει να ισχύσει ο νόμος αντιαπαγόρευσης των ναρκωτικών, διότι όλο και κάποιο joint θα προμήθευαν τους θεατές μαζί με το εισιτήριο τους...Δηλαδή, αν δεν υπήρχε και η εξαιρετική minimal μουσική των Angels & Airwaves, που πλημμυρίζει την ταινία, δεν θα παλευόταν με τίποτα!

* το Love κάνει πρεμιέρα απόψε στις 22.00 το βράδυ στον Απόλλωνα. Δεν έχει προγραμματιστεί επαναληπτική προβολή του. Όποιος το δει και φιλοτιμηθεί ας μας καταθέσει και τη δική του άποψη.

βίος-και-πολιτεία-ενός-ινδού-ράπερ-μαλάκα


Ο Γκαντού, ο Μαλάκας δηλαδή, είναι ένας Ινδός έφηβος που ζει σε μια εξαθλιωμένη περιοχή της Καλκούτας μαζί με τη χοντρή μητέρα του, η οποία απ' τη μία δείχνει να ανησυχεί για το μέλλον του, απ' την άλλη όλη την ώρα πηδιέται με τον φραγκάτο λαϊκό εραστή της που συντηρεί την ίδια και τον γιό της. Ο Γκαντού συνηθίζει να κλέβει το πορτοφόλι του τύπου, όση ώρα αυτός κάνει σεξ με τη μάνα του, και να αγοράζει λαχεία, ευελπιστώντας ότι θα του κάτσει μια μέρα το τζάκποτ. Έχει ταλέντο στη σύνθεση καυστικών ραπ τραγουδιών που μιλάνε για την κοινωνική αδικία, την απαράδεκτη κατάσταση με τις ινδικές κάστες, όλων των ειδών τα ναρκωτικά και τις γυναίκες ως μέσο σεξίστικης απόλαυσης. Τις καλλιτεχνικές ανησυχίες του δε συμμερίζεται και τόσο ο κολλητός του, ο Ταρίφας, ο οποίος έχει φάει κόλλημα με τον...Bruce Lee και τον λατρεύει σαν ακόμη έναν Ινδό Θεό! Τα δυο αγόρια σταδιακά βυθίζονται στην ηρωίνη και τα όρια μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας χάνονται: ο Γκαντού επιτέλους χάνει την παρθενιά του από μία tribal πόρνη σε μία sequence hard-core πορνογραφίας. Γυναίκες-δαίμονες τον κατατρέχουν, ώσπου κερδίζει το τζάκποτ και το καλλιτεχνικό του ταλέντο αναγνωρίζεται ξαφνικά μεσ' στην απόλυτη μιζέρια! Το συγκρότημα Asian Dub Foundation έρχεται για συναυλία στην Καλκούτα και ο διοργανωτής αναζητεί απεγνωσμένα τον νεαρό Μαλάκα για να τους κάνει support! Πολύ μου άρεσε η ταινία αυτή που άνοιξε τις πρωινές δημοσιογραφικές προβολές στον Απόλλωνα της Σταδίου. Την εξέλαβα ως μία έκπληξη από την κινηματογραφία μιας χώρας που μόνο Bollywood ταξικά μελό είχε να επιδείξει μέχρι πρόσφατα, χωρίς βέβαια να ξεχνάω και πρωτοπόρους Ινδούς δημιουργούς, σαν τον Σατγιαζίτ Ρέι. Ο Gandu (ελλ. τίτλος Μαλάκας) είναι μία χειροποίητη, ασπρόμαυρη, ανεξάρτητη και αντεργκράουντ ταινία, πιθανώς το πρώτο ισχυρό αντι-Bollywood δείγμα που τιμήθηκε με πολλά βραβεία στο εξωτερικό και απέσπασε διθυραμβικές κριτικές. Βλέποντας την κανείς από τον δυτικό κόσμο, τον πολιτισμένο-τρομάρα του, συνειδητοποιεί πόσο αυτός ο Q, ο δημιουργός της, ασφυκτιά μέσα στο κοινωνικό, πολιτικό και θρησκευτικό πλαίσιο της Ινδίας. Δεν είναι τυχαίο που θέλησε μέσα στα 90 λεπτά της διάρκειας της να καταρρίψει όλα τα στεγανά αρχικώς του δικού του κόσμου (φτώχεια, θεοκρατία, σεξουαλική στέρηση, απουσία κάθε ελπίδας και κάθε ονείρου για καλύτερη ζωή) και κατόπιν του δυτικού κόσμου, του πολιτισμένου που λέγαμε πριν (αλόγιστος καταναλωτισμός, αποθέωση της μαστούρας, εξιδανίκευση του σεξισμού). Κι όλα αυτά πότε με εικόνες νεορεαλιστικής λογικής - υποθέτω ότι δε θα χρειάστηκε τίποτα παραπάνω απ' το να αφήσει ελεύθερη την κάμερα του στο φυσικό ντεκόρ - και πότε με πολύ στυλιζαρισμένες σκηνές αληθινού σεξ. Όντως, η ταινία αυτή, βυθισμένη μέσα στις παραισθήσεις, τις καταχρήσεις και το βιτριολικό χιούμορ, μοιάζει σαν την ινδική απάντηση στο Trainspotting και δικαίως ο Q χαρακτηρίστηκε Γασπάρ Νοέ της Ινδίας!

* ο Μαλάκας κάνει πρεμιέρα την Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου στις 18.30 το απόγευμα στην αίθουσα Δαναός 1. Δεν έχει προγραμματιστεί επαναληπτική προβολή του.

μια-καταθλιπτική-βόλτα-στην-αθήνα-και-στις-μπλε-ψυχές-των-ανθρώπων-της


Οι Τρεις μέρες ευτυχίας είναι η πιο ώριμη ταινία του Δημήτρη Αθανίτη. Ένα hommage του σκηνοθέτη στην αρρώστια της εποχής μας, την κατάθλιψη, που βλέπεται όπως θα ακουγόταν και μια Συμφωνία του Gustav Mahler. Μία ταινία, επίσης, που θα μπορούσε να είναι σπονδυλωτή, αν οι τρεις παράλληλες ιστορίες των τριών αντίστοιχων ηρωίδων δεν διασταυρώνονταν μεταξύ τους: μιας νεαρής φοιτήτριας που επιστρέφει στο πατρικό της ύστερα από το θάνατο της μητέρας της σε μια άτυχη στιγμή. Μόνο που δεν αργούμε να καταλάβουμε ότι αυτός ο θάνατος δεν ήταν ακριβώς ατύχημα, αλλά αυτοκτονία, καθώς η μητέρα της είχε βάλει ντέτεκτιβ να παρακολουθεί τον άνδρα της κι έτσι ανακάλυψε πως αυτός πλήρωνε καθημερινά μία συγκεκριμένη πόρνη για τις συνευρέσεις τους σε ξενοδοχεία. Της Ιρίνας, της Ρωσίδας πόρνης, που μεταξύ άλλων πήγαινε και με τον πατέρα της φοιτήτριας και που ονειρεύεται να φύγει για τον Καναδά μαζί με τον νταβατζή της. Κι αυτή, όμως, δεν θα αργήσει να γίνει μάρτυρας της δολοφονίας του φίλου της από τη ρωσική μαφία. Τέλος, υπάρχει και μία ακόμη κοπέλα, εμφανώς καταθλιπτική, που αποφασίζει τελευταία στιγμή και για κάπως ανεξήγητους λόγους να τινάξει στον αέρα τη σχέση της και τον σχεδιασμένο γάμο της. Βοηθούμενος πολύ από το δυνατό καστ (Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Νικολίτσα Δρίζη, Κατερίνα Φωτιάδη, Ερρίκος Λίτσης κ.α.), την αριστοτεχνική blue-black φωτογραφία (blue=θλίψη, αντικατοπτρισμός εν ολίγοις της ψυχολογίας των προσώπων) και τη μουσική των DNA, ο Αθανίτης έκανε μια πολύ όμορφη ταινία σπάνιας ατμόσφαιρας, η οποία δυστυχώς αναδεικνύει και την ασχήμια των καιρών μας. Θέλω να πω ότι λίγοι μάλλον είναι αυτοί που θα εκτιμήσουν, όπως της αρμόζει, την ωδή του σκηνοθέτη στη μελαγχολία και τις προδομένες ανθρώπινες σχέσεις, έτσι σαστισμένοι και αποκοντριασμένοι πού 'χουν γίνει από την επίπλαστη χαρά και ευμάρεια της τηλεόρασης τους. Οι Τρεις μέρες ευτυχίας ή, σωστότερα, τα 90 λεπτά μιας γόνιμης, μπεργκμανικού τύπου, κατάθλιψης του Αθανίτη δεν πολιτικολογούν, ούτε κοινωνιολογούν στον αέρα. Στοχεύουν στον Άνθρωπο μέσα από την ευαίσθητη γυναικεία ψυχοσύνθεση κι ακόμη κι όταν διανθίζονται με events βίας, δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να σύρουν το χορό μιας αρχαίας τραγωδίας στην καρδιά της μελαγχολικής Αθήνας.

* δεν έχει προγραμματιστεί επαναληπτική προβολή για τις Τρεις μέρες ευτυχίας στις Νύχτες Πρεμιέρας. Δείτε την ταινία οπωσδήποτε όποτε βγει κανονικά στις αίθουσες.

μια-συγκινητική-ωδή-στο-επώδυνο-ταξίδι-της-ενηλικίωσης


Η ταινία Oroi (ελλην. τίτλος Ανατριχίλες) του Μπάλντβιν Ζ. αφενός ασχολείται με το ζήτημα της σεξουαλικής ταυτότητας στη δύσκολη εφηβική ηλικία και αφετέρου καυτηριάζει τον συντηρητισμό της σύγχρονης ισλανδικής κοινωνίας με τον φυλετικό ρατσισμό της, την ομοφοβία της και τους αποπνικτικούς οικογενειακούς δεσμούς της. Παρακολουθούμε την ιστορία του 16χρονου συνεσταλμένου Γκάμπριελ που φεύγει για σπουδές λίγων εβδομάδων στην Αγγλία και εκεί γνωρίζει τον συνομήλικο συμπατριώτη και συμφοιτητή του, Μάρκους. Τα δύο σεξουαλικά ανώριμα αγόρια πολύ σύντομα αναπτύσσουν δεσμούς φιλίας και ανταλλάσσουν το πρώτο τους φιλί ύστερα από μια βραδυά αλκοόλ. Λίγο μετά, όταν ο Γκάμπριελ και ο Μάρκους επιστρέφουν στη χώρα τους, ο πρώτος αρχίζει να αντιδρά απέναντι στη δεσποτική μητέρα του, ενώ ο δεύτερος πιάνει δουλειά σε κομμωτήριο. Ταυτόχρονα, γνωρίζουμε την παρέα του Γκάμπριελ, αποτελούμενη ως επί το πλείστον από κορίτσια: τη Στέλλα που ζει με τη γιαγιά της, η οποία αντιτίθεται στον δεσμό της εγγονής της με έναν Ρώσο, έναν ξένο δηλαδή, και τη Γκρέτα, που εγκαταλείπει την αδιάφορη πόρνη μητέρα της και αναζητά τον, αγνώστου ταυτότητας, πατέρα της. Εν τω μεταξύ, στη διάρκεια ενός πάρτι ο Γκάμπριελ πιάνει στο κρεβάτι τον Μάρκους με μια φίλη του και μπερδεύεται οντολογικά και συναισθηματικά. Όσο ο φιλμικός χρόνος τρέχει, η δράση κλιμακώνεται για όλα τα πρόσωπα: ο πατριός του Γκάμπριελ ψάχνει το laptop του και ανακαλύπτει από την αλληλογραφία του τη σχέση τους με τον Μάρκους, η Στέλλα μην αντέχοντας άλλο τις προσβολές της συντηρητικής γιαγιάς της αυτοκτονεί, η Γκρέτα βρίσκει τον πατέρα της μέσω facebook, ο οποίος όμως αρχικά εμφανίζεται εντελώς αρνητικός, ενώ ο Μάρκους, ύστερα από καυγά του με τον Γκάμπριελ, τον ξεμπροστιάζει ως gay στην παρέα του που δε γνώριζε. Στο τέλος, αν υποτεθεί πως η αγάπη, ανεξαρτήτως φύλου, κοινωνικής τάξης και στερεότυπων, όλα τα κατακτά, η λύση του δράματος έρχεται μέσω αυτής: ο Γκάμπριελ συγχωρεί μέχρι και τη σκληροπυρηνική γιαγιά της αγαπημένης του φίλης, που την οδήγησε στην αυτοκτονία, και επίσης κάνει την επανάσταση του, φέρνοντας από το σπίτι τον Μάρκους και παρουσιάζοντας τον στους δικούς του ως το αγόρι του. Με τη χρήση μελαγχολικών μουσικών θεμάτων και τραγουδιών από alternative μπάντες της Ισλανδίας, ο Μπάλντβιν Ζ. υπογράφει την απάντηση της χώρας του στο περίφημο Skins, ακολουθώντας ωστόσο μία ολότελα γραμμική αφήγηση που δεν επιδέχεται περισσότερες από μία αναγνώσεις. Η ταινία του παραπέμπει πότε σε teenager-comedy, πότε σε gay μελό τύπου Brokeback Mountain και πότε σε φασμπιντερική αντιρατσιστική προπαγάνδα. Οι νεαροί ήρωες του αποφαίνονται συμπαθητικοί, δέσμιοι των παθών που δε μπορούν ακόμη να συνειδητοποιήσουν και να ελέγξουν, θύματα των αλλοτριωμένων ενήλικων, οι οποίοι έχουν χάσει προ πολλού την αθωότητα τους, και πάντα έτοιμοι σχεδόν να οδηγηθούν στην αυτοκαταστροφή. Σίγουρα δεν πρόκειται για μία μεγάλη ταινία, αλλά για μία σκηνοθετική και σεναριακή απόπειρα εξαιρετικά καλών προθέσεων με επιμέρους αρετές της τη φωτογραφία (υπέροχη η ανάδειξη του χειμωνιάτικου αστικού τοπίου του Ρέικιαβικ), τη μουσική επιμέλεια και κυρίως τις ερμηνείες όλων των εφήβων πρωταγωνιστών της.

* το Oroi επαναπροβάλλεται την Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου στις 20.15 το βράδυ στην αίθουσα Hollywood ASTOR.

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

τι-μπορεί-να-κάνει-ένας-rocker-όταν-μπουχτίζει-από-το-τρίπτυχο-sex-drugs-&-rock'n'roll


Το ντοκιμαντέρ του David Ebersole παρακολουθεί την πορεία της Patty Schemel, της ντράμερ των Hole, καταγράφοντας παράλληλα την grunge σκηνή του Sheattle των 90s. Στην ουσία, όμως, κι εδώ ακριβώς έγκειται η πρωτοτυπία του, λειτουργεί ως σχόλιο για τις σχέσεις των μελών του εκάστοτε συγκροτήματος ως αντικατοπτρισμός των ευρύτερων οικογενειακών - κοινωνικών σχέσεων. Πρωταγωνιστές του ντοκιμαντέρ είναι η ίδια η Schemel, η Courtney Love, ο Eric Erlandson και η Melissa Auf der Maur (οι Hole δηλαδή), καθώς και ο Kurt Cobain με την Kristen Pfaff, που έφυγαν στα 27 τους από ναρκωτικά και που αναστήθηκαν μέσω ψηφιακού αρχειακού υλικού. Ειδικά με τον Cobain των Nirvana προβάλλονται σπάνιες στιγμές οικογενειακής ευτυχίας από τη συνύπαρξη του με την Courtney και τη μικρή τους κόρη, που - υποθέτω - θα παραχώρησε η αρχηγός των Hole από το αρχείο της. Υπάρχουν ακόμη μαρτυρίες από τη μητέρα της Patty, τον αδερφό της, συναυλιακούς και δισκογραφικούς παραγωγούς, γυναίκες ντράμερ rock συγκροτημάτων (σαν την Debbi Peterson των Bangles), ακόμη και από μια μικρή μαθήτρια της στα ντραμς. Το κομμάτι εκείνο που αφορά στη σεξουαλικότητα της Schemel, όπως και στη δυσκολία τού να δήλωνε κανείς gay στη συντηρητική καναδέζικη κοινωνία των 80s, υποστηρίζεται μέσα από τις συνεντεύξεις της λεσβίας ακτιβίστριας και folk τραγουδοποιού, Phranc, και της Alice de Buhr, ντράμερ της girl band των 70s, Fanny, και μιας από τις πρώτες δηλωμένες ομοφυλόφιλες γυναίκες rock συγκροτήματος στις ΗΠΑ. Κι όμως, το ντοκιμαντέρ του Ebersole δεν εστιάζει στη σεξουαλικότητα της ντράμερ των Hole - το θέμα αυτό αντιμετωπίζεται ισάξια και ισόποσα με τους θανάτους του Cobain και της Pfaff, της πρώτης μπασίστριας των Hole, ως δύο γεγονότα που καταρράκωσαν ψυχολογικά την Patty και την ώθησαν στα ναρκωτικά και στις αλλεπάλληλες αποτοξινώσεις. Ακόμη και η ερωτική έλξη που ένιωσε στη συνέχεια η Patty για τη straight Melissa, την αντικαταστάτρια της Kristen στο μπάσο, η οποία επίσης μιλάει στο ντοκιμαντέρ, παρουσιάζεται με ένα γλυκόπικρο χιούμορ. Αυτό που ενδιαφέρει τον Ebersole είναι η αξιοποίηση του σπινθηροβόλου βλέμματος της Patty και η ανάδειξη της ίδιας σε σύμβολο ζωής, ελπίδας και αισιοδοξίας. Στα 103 λεπτά που διαρκεί το ντοκιμαντέρ βλέπουμε απ' τη μία την Patty Schemel να μιλάει με μια τρομερή συγκρότηση για όλα τα δεινά που πέρασε με τα ναρκωτικά, από την εφηβική ηλικία της μέχρι πρόσφατα, που εθίστηκε στο κρακ και έζησε ως εξαθλιωμένη άστεγη. Στο τελευταίο δεκάλεπτο, μαθαίνουμε πως παράτησε τη μουσική, παντρεύτηκε τη σύντροφο της και απέκτησαν παιδί με δότη σπέρματος τον αδερφό της και άνοιξε δικό της κυνοκομείο. Απ' την άλλη, ο σκηνοθέτης καταφέρνει να αξιοποιήσει και τη φοβερή rock περσόνα της Courtney Love, η οποία δείχνει εμφανώς μεταμελημένη που άκουσε τον παραγωγό Michael Beinhorn και έδιωξε την Patty κατά την ηχογράφηση του άλμπουμ των Hole, Celebrity Skin - ακόμη ένα θλιβερό γεγονός που κόντεψε να στείλει την ευαίσθητη μουσικό πρόωρα στον θάνατο. Δεν είναι τυχαίο που σε μία πρόσφατη προβολή του ντοκιμαντέρ, η Courtney Love ξεσπάθωσε και βρήκε ευκαιρία να αποκαλέσει δημόσια τον Beinhorn, Ναζί! Το κακό όμως είχε γίνει: η Patty Schemel οδηγήθηκε στην απόλυτη εξαθλίωση κι από κει στην ενδέκατη κατά σειρά αποτοξίνωση της και στην οριστική αποχώρηση της από τα μουσικά πράγματα. Είμαι καλά τώρα και κάνω μια ήρεμη οικογενειακή ζωή, τη βλέπουμε να εξομολογείται, προτού πάρει τον λόγο η Alice de Buhr των Fanny και μιλήσει για το πόσο ψυχοφθόρος και ανταγωνιστικός είναι ο καλλιτεχνικός χώρος. Με τη φράση Η Patty ήταν η μία και μοναδική ντράμερ μου, η Courtney Love κλείνει το ντοκιμαντέρ, ενώ ο θεατής αναρωτιέται: θα ζούσε η Patty Schemel σήμερα εάν συνέχιζε με το συγκρότημα και με τις καταχρήσεις; μήπως τελικά οι εναλλακτικοί τρόποι επιβίωσης της, έστω κι αν αυτοί βασίζονται στο μικροαστικό μοντέλο χαρά-οικογένεια-εργασία, είναι υπεράνω του εκάστοτε καλλιτεχνικού ζητήματος έκφρασης; Με λίγα λόγια, τι αξίζει περισσότερο; Το διαβόητο μότο Live fast - Die young ή το σπιτάκι καθαρό κι ο γάμος μ' έναν συνταξιούχο (όπως θα έλεγε σκωπτικά και ο Νίκος Γκάτσος), ακόμη κι αν εδώ ο "συνταξιούχος" είναι η σύντροφος της Patty, εφόσον πρόκειται για δηλωμένη λεσβία; Τα συμπεράσματα δικά σας. Για όλα αυτά τα ερωτήματα, πάντως, με τα οποία έφυγα από τον Απόλλωνα πριν λίγες ώρες, έχω την αίσθηση πως ο David Ebersole έφτιαξε ένα εξαιρετικό, κοινωνικό κατά βάση, μουσικό ντοκιμαντέρ.

* το Hit So Hard (ελλην. τίτλος Σπάσ' τα) κάνει πρεμιέρα απόψε στις 19.30 στην αίθουσα Δαναός 1 και δεν έχει προγραμματιστεί επαναληπτική προβολή του. Προλάβετε!