Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Νότης Μαυρουδής: ''Γνωρίζω τις παγίδες που στήνει ο χρόνος'' - Η εξομολόγηση ενός τραγουδοποιού με τη δική του μεγάλη ιστορία στα Άσματα και Μιάσματα

(Ο Νότης Μαυρουδής μεταξύ Πανεπιστημίου & Σταδίου/ φώτο: Αντώνης Μποσκοΐτης)
Κύριε Μαυρουδή, θα ήθελα να ξεκινήσουμε με τα της δισκογραφίας. Έχοντας συμπληρώσει περισσότερα από 50 χρόνια στο ελληνικό τραγούδι, πως βιώνετε τη σημερινή ''μοναξιά'' του καλλιτέχνη;
Εάν πρέπει να συζητήσουμε τα της δισκογραφίας, τα πράγματα είναι πάρα - πάρα πολύ ζόρικα! Θα μπορούσα να πω ότι η δισκογραφία εκφράζει σε ένα μεγάλο βαθμό και την κατάσταση του ελληνικού τραγουδιού. Ακόμα και η κρίση της ΑΕΠΙ είναι σημάδι αυτής της κατάστασης! Οι πόρτες λοιπόν της δισκογραφίας κλείνουν εξαιτίας του ότι έχουν κλείσει προ πολλού οι δισκογραφικές εταιρείες, έτσι όπως τις γνωρίζαμε κάποτε. Έχουν βάλει λουκέτο στην κυριολεξία.
Ένα μεγάλο μέρος του έργου σας ανήκει στη Lyra. Αναρωτιέμαι ποια να είναι σήμερα η κατάσταση με τη Lyra και τον ιστορικό κατάλογο της.
Θίγετε ένα πάρα πολύ σπουδαίο θέμα και για μένα επίσης κομβικό. Το μισό ρεπερτόριο μου το έβγαλα στη Lyra επί Πατσιφά και επί Κυριάκου Μαραβέλλια και μετά στην Eros Music του Στέλιου Φωτιάδη. Όλα αυτά μέσα σε μία νύχτα, όπως γνωρίζετε, πέρασαν στον Γιαννίκο. Ήταν τότε η κατακτητική μανία ενός ανθρώπου, ο οποίος είχε τόσα κεφάλαια ώστε να μπορεί να αγοράζει εταιρείες, εφημερίδες και θέατρα. Ξαφνικά εγώ, ένας από τους συνθέτες της Lyra, βρέθηκα στο ρεπερτόριο ενός ανθρώπου που δεν μου έδινε κανένα δικαίωμα να έχω λόγο ή να πω όχι στην αγορά αυτή. Οι δίσκοι μου εκτοπίστηκαν με αποτέλεσμα να αποφασίζεται από τον Γιαννίκο η έκδοση ενός δίσκου ή η κατάργηση ενός δίσκου. Από εκείνη τη στιγμή της πώλησης του εμένα ξεκίνησε το δισκογραφικό μου μαρτύριο. Δεν έχω κανένα δισκογραφικό στήριγμα και δεν είμαι ο εμπορικός συνθέτης ώστε να προκαλέσω το ενδιαφέρον μιας άλλης εταιρείας. Μένω έτσι στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού μου και βιώνω τη δυσκολία της παραγωγής. Έφτιαξα ένα δίσκο που βγήκε μαζί με βιβλίο στον Γαβριηλίδη, δεν είχα άλλο τρόπο. Ειδάλλως έπρεπε να βάλω το χέρι στην τσέπη και να βγάλω δέκα χιλιάρικα, τα οποία δεν έχω. Σαν και μένα υπάρχουν κι άλλοι συνάδελφοι. Η κατάσταση με τη δισκογραφία μάς έχει στριμώξει για τα καλά στο περιθώριο.
Πάλι, όμως, επί Γιαννίκου, έβλεπες τα CD του Μαυρουδή στα περίπτερα. Αυτό, πέραν του ευτελισμού του μέσου και εδώ εννοώ τον ηχητικό φορέα, δεν θα το έλεγες και περιθώριο.
Χαίρομαι που μιλάω μαζί σας γιατί γνωρίζετε σε βάθος τα κόλπα του δισκογραφικού μάρκετινγκ. Είχα δει κάποτε στον ''Επενδυτή'' του Γιαννίκου ένα δίσκο μου με παιδικές χορωδίες και δεν είχα ιδέα. Ο ίδιος ο Γιαννίκος είναι στη φυλακή ακόμα ή στο εξωτερικό πλέον, δε γνωρίζω. Αυτό που γνωρίζω είναι ότι βιώνουμε τα χαρακτηριστικά μιας ελληνικής πραγματικότητας. Το ίδιο ισχύει και με τα ραδιόφωνα, που έχουν γίνει μεταδότες έτοιμων προγραμμάτων, στενεύοντας ακόμη πιο πολύ το χώρο μας. Έχουν μείνει πια οι συναυλίες μας για να μη χαθεί η επαφή με τον κόσμο. Δεν ξέρω αν ξεπηδήσει κάποια καινούργια εταιρεία μεσ' στην κρίση που να ενδιαφέρεται για έναν κατάλογο καλού ελληνικού τραγουδιού.
Πάμε τώρα στη σύμπλευση με τον Μπάμπη Τσέρτο. Δε θεωρείτε ότι έρχεστε από άλλους κόσμους;
Όχι, δεν είμαστε από άλλους κόσμους! Νομίζω ότι είμαστε από τον ίδιο κόσμο, εφόσον εγώ, παρόλη την κλασική μου παιδεία μέσω της κιθάρας, την οποία σπούδασα σε ωδεία με παρτιτούρες, είχα μέσα μου και τον άλλο πόλο που ήταν οι ρίζες του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Η παραδοσιακή μας μουσική και η εξέλιξη της στο σμυρναίικο και μετά στο ρεμπέτικο, μια και τα όρια είναι ανάκατα συχνά. Είμαι βαθύς γνώστης επίσης των τραγουδιών του Τσιτσάνη, όπως και των Χατζιδάκι - Θεοδωράκη που ''πάτησαν'' πάνω σ' όλα αυτά τα πράγματα. Τα τραγούδια που λέει ο Μπάμπης τα γνώριζα πριν γνωρίσω τον ίδιο, συμπεριλαμβανομένων αυτών του Αττίκ, του Σουγιούλ, του Καπνίση κ.α. Ένιωσα έτσι τον Μπάμπη σαν φορέα των τραγουδιών λόγω της λιτότητας και ενός απέριττου ύφους που πάντα βάζει στην ερμηνεία του. Μας έχει γοητεύσει ο Μπάμπης γιατί είναι σαν ένας απλός άνθρωπος που τραγουδάει όλο αυτό το ρεπερτόριο, από την καντάδα και το σμυρναίικο μέχρι τα μελωδικότερα τραγούδια του Μίκη. 
Ήταν δική σας ιδέα η συνεργασία με τον Μπάμπη Τσέρτο;
Δική μου ήταν η ιδέα και ξεκίνησε όταν έγραφα τις ''Παλιές καταπακτές'' και είχα τρία τραγούδια που καθώς τα έφτιαχνα, άκουγα μέσα μου τη φωνή του. Ο Μπάμπης δέχτηκε την πρόταση μου και είπε τρία κομμάτια, τα οποία πλέον τα ζητάει ο κόσμος στις συναυλίες του.
Άρα την τίμησε τη συνεργασία σας ο Τσέρτος, διότι - ξέρετε - είναι κι αυτό ένα πρόβλημα. Πολλοί τραγουδιστές δεν στηρίζουν τα τραγούδια που κατά καιρούς τούς δίνονται.
Είναι όντως μεγάλο θέμα κι αυτό! Θα γνωρίζετε ότι εγώ είμαι ένας συνθέτης πολυσυμμετοχικών ερμηνειών. Βάζω πάντα στους δίσκους μου πολλούς διαφορετικούς τραγουδιστές, αναλόγως με τι του πάει του καθενός. Ε, λοιπόν, κανένας απ' αυτούς τους τραγουδιστές, παρά τη χαρά που μου δίνουν με το να πουν τα τραγούδια μου, δεν τα στηρίζουν μετά στα προγράμματα τους. Και ξέρετε γιατί; Δεν τα θεωρούν δικά τους τραγούδια! Θεωρούν ότι απλά έκαναν μία συμμετοχή και τίποτα άλλο! Η φίλη μου η Χαρούλα, η φίλη μου η Γλυκερία, η φίλη μου η Αρβανιτάκη, η φίλη μου η Πασπαλά ανήκουν σ'αυτούς τους τραγουδιστές που λέμε. Μόνο η φίλη μου η Βιτάλη λέει στα προγράμματα της το ''Ίσως φταίνε τα φεγγάρια''...
Καλά, αυτό δεν το λέει μόνο η Βιτάλη, αλλά και πολλοί άλλοι τραγουδιστές στα προγράμματα τους, που μπορεί να μην έχουν συνεργαστεί ποτέ μαζί σας. Πείτε μου τώρα τι πρόκειται να ακούσουμε στις δύο παραστάσεις σας με τον Τσέρτο στο ''Ρυθμός Music Stage''.
Δεν λέγεται (γέλια)! Πάρα πολλά τραγούδια: Τσιτσάνης, Βαμβακάρης, Θεοδωράκης, Χατζιδάκις, Μαυρουδής, σμυρναίικα, αλλά και Λατινική Αμερική με τις δύο κιθάρες, τη δική μου και του Γιώργου Τοσσικιάν. Θα ακουστεί πολύ η κιθάρα, θα συνομιλήσουμε με τον κόσμο και εκτός από τον Μπάμπη θα τραγουδήσει και μία πρωτοεμφανιζόμενη ερμηνεύτρια, χωρίς δισκογραφία δηλαδή, η Άρτεμις Ματαφιά. Πρόκειται για μία εξαιρετική τραγουδίστρια με λαϊκή ρίζα, αλλά με ευέλικτη φωνή.
Εδώ και πολλά χρόνια, κύριε Μαυρουδή, έχετε ολόλευκα τα μαλλιά σας. Ως εξοικείωση με το χρόνο, θα υποθέταμε;
Έχω καλή σχέση με το χρόνο με την έννοια ότι δε διστάζω να γράφω στο βιογραφικό μου το έτος γέννησης. Είμαι του '45. Είτε στις παρέες, είτε στις παρουσιάσεις μου, λέω ότι είμαι 72 ετών. Τώρα τον Ιούλιο θα τα κλείσω, αλλά είμαι 72, πως θα το κάνουμε; Δεν είναι κάτι που απλώς το λέω, συζητάω με τη γιατρό μου τους τρόπους για να μην πάθω παραμορφωτική αρθρίτιδα ή πάρκινσον. Είμαι εξοικειωμένος μ' αυτά τα πράγματα, αφού στην ηλικία μου ενδέχεται να τα βρω μπροστά μου. Είμαι συνειδητοποιημένος ότι αυτά μάς επισκέπτονται από μία ηλικία και μετά, χωρίς να ισχύει για όλους τους ανθρώπους. Γνωρίζω απλά τις παγίδες που στήνει ο χρόνος.
Στη σχέση με τους γονείς σας ακολουθήσατε το γνωστό οικογενειακό μοντέλο; Ανταγωνιστικός ως προς τον πατέρα και προστατευτικός ως προς τη μητέρα;
Δε νομίζω...Κοιτάξτε, θεωρώ και το λέω όποτε μου δίνεται η ευκαιρία ότι είχα άγιους γονείς. Αυτή είναι και μία κοινή ομολογία με τα αδέρφια μου. Οι γονείς μου με τις δυσκολίες της Ελλάδας του '50 και του '60 κάνανε τέσσερα παιδιά και τα προστατέψανε σαν την κλώσσα με τα κλωσσόπουλα. Και οι γονείς μας χαίρονταν όταν μεγαλώναμε και σπουδάζαμε και βγαίναμε σ' αυτό που λέμε παραγωγή. Δε θυμάμαι να είχαμε θέματα μεταξύ μας. Θα μου πείτε, μπορεί να υπήρχαν και να μην το βλέπαμε ή να μην τα εξέφρασαν ποτέ. Εξακολουθώ όμως στη φάση που βρίσκομαι και βλέπω από απόσταση τις μικρότερες ηλικίες, να πιστεύω ότι η μάνα μου δεν αγαπούσε περισσότερο ή λιγότερο την αδερφή μου ή τον αδερφό μου από μένα. Υπήρχε μοιρασμένη η αγάπη των γονιών μου.
Τι σας ενδιαφέρει πιο πολύ, η αναμέτρηση με το έργο σας κάθε φορά ή η επικοινωνία του κοινού με ότι έχετε κατακτήσει;
Το δεύτερο σαφώς, αν και το ένα φέρνει το άλλο! Αν το κοινό σου διευρύνεται, σημαίνει ότι αποδέχεται και το έργο σου. Αυτή είναι η μεγαλύτερη ευτυχία, ικανοποίηση, το μεγαλύτερο βραβείο. Είναι το Νόμπελ μας! 
Κλείνετε τα μάτια σας συχνά όποτε παίζετε κιθάρα;
Πολλές φορές...Όταν φιλάς μια γυναίκα, δεν τη φιλάς με ανοιχτά, αλλά με κλειστά μάτια. Είναι καθαρά ερωτική η σχέση αυτή κι εγώ όποτε παίζω κιθάρα χάνομαι κατά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου.
Δεν σας ρώτησα τυχαία, έχω δει να κάνετε ακριβώς αυτό. Μοιάζετε σα να μη συνδιαλέγεστε με το κοινό ή με τους συνθέτες που ερμηνεύετε, αλλά με προσωπικά σας θέματα.
Έτσι είναι...Κανείς δεν κλείνει τα μάτια για να τον δει το κοινό ότι και καλά ''ζει'' το κομμάτι. Είναι μια πλάνη αυτή. Είναι σα να σου λένε να κλάψεις για να προκαλέσεις το κοινό κι έχεις ένα κρεμμυδάκι στην τσέπη που θα σου προξενήσει κρυφά το δάκρυ. Εγώ κλείνω τα μάτια όταν θέλω να μπω στα ενδότερα της ψυχής και της ερμηνείας μου.
(Ο Νότης Μαυρουδής στον Ιανό, το χώρο της συνάντησης μας, μεσημέρι Τρίτης 28 Μαρτίου 2017/ φώτο: Αντώνης Μποσκοΐτης)
Η μουσική έχει πάντα πολιτική φύση, ακόμη κι αν δεν της ''φαίνεται'';
Εξαρτάται από το στυλ της μουσικής που υπηρετείς ή συνθέτεις. Όταν έχεις μια πολιτική σκέψη γίνεται ανάγλυφη. Δε μιλάμε για μια σκέψη διάχυτη και γενικότερη. Θυμηθείτε το ''Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας'' το 1968, του Ελύτη, όπου εκτός από τραγούδια, είχα γράψει και οργανικά μέρη. Όταν τα έφτιαχνα, τα σκεφτόμουν μέσα από το σύνολο της ύπαρξης του ''ήρωα'' του Ελύτη και θεωρούσα πολιτικό το έργο στο σύνολο του. Ήμασταν και στη χούντα, επηρεασμένοι κιόλας από ''Το Άξιον Εστί'' του Θεοδωράκη. Όταν δοξάζεις εκείνα τα χρόνια, μέσω του αλβανικού έπους βέβαια, τον πόθο για την ελευθερία, είσαι αυτομάτως πολιτικά κινούμενος. Σήμερα βέβαια είμαστε ελεύθεροι, αλλά και λίγη ακόμη ελευθερία καλό θα μας έκανε. Η ελευθερία ποτέ δεν παίρνει τελεία. Θέλουμε περισσότερο χώρο έκφρασης ή να καταργηθούν κάποια πράγματα. Εγώ, ας πούμε, θέλω να καταργηθούν οι παρελάσεις, οι οποίες με βάζουν σε ένα μιλιταριστικό κλίμα, που με στενοχωρεί αφάνταστα. Είναι μία δική μου επιθυμία - και όχι μόνο - και παλεύω για να καταργηθούν. Πως παλεύω; Με το να το συζητάω τώρα σε μία συνέντευξη, να το καταγράφω σε ένα άρθρο μου. Περισσότερες ελευθερίες ώστε να μπορώ να συναναστρέφομαι έναν πρόσφυγα, που άλλοι δεν το επιθυμούν κι έχω να πολεμήσω και μ' αυτούς! Είναι βήματα όλα αυτά προς την ελευθερία. Το ίδιο συμβαίνει και με τα θρησκευτικά ζητήματα, ακόμα και με τα ερωτικά τα δικά μου, όσο δηλαδή ακόμα νιώθω την ερωτική επιθυμία...
Είναι και η επόμενη ερώτηση μου τώρα που το θίγετε κι από μόνος σας. Σήμερα ρισκάρει κανείς για έναν έρωτα; Ο Μπιζέ στην ''Κάρμεν'' του χαρακτηρίζει τον έρωτα σαν την απόλυτα επαναστατική πράξη.
(γελάει) Όταν εγώ ομιλώ περί έρωτος δεν περιορίζω τη συζήτηση προς μία γυναίκα αποκλειστικά. Δηλώνω ερωτευμένος με τα έγχορδα όργανα και κάθε φορά που τα ακούω, μου δημιουργούν ένα κάψιμο στα σωθικά μου, όπως θά'βλεπα μια γυναίκα και θα την ερωτευόμουν. Διαφορετικό το ένα με τ' άλλο, το καταλαβαίνω, αλλά κι αυτό είναι μία μορφή έρωτος. Εγώ τώρα, 72 χρονών, δεν έχω και τα περιθώρια να παίξω με έναν έρωτα - πρόσωπο, μία γυναίκα.
Μου θυμίζετε την Τάνια Τσανακλίδου, όταν σε εκείνη τη συνέντευξη της για τη LIFO, είχε δηλώσει πως αν κάτι δεν αντέχει είναι η γελοιοποίηση που φέρνει ο έρωτας σε ηλικίες ακατάλληλες ακριβώς για έρωτα. Κι εγώ σας ερωτώ, υπάρχουν ηλικίες τέτοιες που το πνεύμα και η σάρκα πρέπει να χαλιναγωγηθούν;
Όχι, δεν υπάρχουν ηλικίες τέτοιες, αλλά τι να κάνουμε επ' αυτού; Τι μπορούμε να κάνουμε; Μπορεί να ερωτευθείς και να παραμείνει ως συναίσθημα πρόσφορο για δημιουργική δράση. Η Τάνια πολύ καλά το είπε! Εγώ, λόγω της επικοινωνίας μου με τον κόσμο, γνωρίζω πολλά κορίτσια που δεν τα βλέπω όλα ίδια. Έτσι δεν είναι, Αντώνη μου; Δε μπορούμε να βλέπουμε το ίδιο όλους τους άλλους. Κι επειδή εγώ - το ξαναλέω και το τονίζω - είμαι 72 κι η άλλη μπορεί να είναι 18 ή 20, άντε να πας τώρα σε μπαράκι εσύ με μια τέτοια κοπέλα, έτσι, για να συνομιλήσεις. Σημειωτέον, όταν πας σ' ένα μπαράκι, δεν πας με τον πρώτο τυχόντα. Υπάρχει μία υποβόσκουσα ερωτική ατμόσφαιρα, διαφορετικά δε θα περάσεις καλά. Ξέρετε τι κάνω εγώ; Θα το αποφύγω! Διότι άμα με δουν με μία κοπέλα 17 ετών, θα πουν ''κοίτα τον κωλόγερο, δε ντρέπεται'' ή θα πουν για την κοπέλα ''κοίταξε τι κάνει, με ποιον πάει αυτή''. Όλο αυτό εμένα μου το χαλάει και αυτό ήθελε να πει και η Τάνια! Αυτό που δε θέλω να χαλάσω είναι μία αξιοπρέπεια που δε μπορώ να την κονιορτοποιήσω. Εξαιτίας αυτού, υφίσταμαι κι εγώ, όπως όλοι οι άνθρωποι που βιώνουν το ίδιο, μία αφόρητη καταπίεση...
Τι μένει τελικά πίσω μας, κύριε Μαυρουδή; Υπάρχει περίπτωση να θεωρηθεί ξεπερασμένο ότι αφήνει πίσω του ο καθένας;
Γιατί να το θεωρήσουμε ξεπερασμένο; Γιατί να απαξιώσω όλα όσα μού αρέσανε, αφού μ' αυτά μεγάλωσα, ανδρώθηκα ή με βοήθησαν στη δημιουργική μου πορεία; Η αξία ενός παλιότερου βιβλίου που κάποτε μού άρεσε, ενώ σήμερα δε διαβάζεται, δεν έχει καμία σημασία. Κρατώ το ότι κάποτε στήριξα πάνω του ιδέες και απόψεις και εξάλλου ανήκω στους ανθρώπους που δημοσιοποιώ τη σκέψη μου και τα δημιουργήματα μου. Είμαι συνεχώς εκτεθειμένος κι επειδή έχω ένα τεράστιο αρχείο, πολλές φορές πιάνω μια παλιά μου συνέντευξη και τη διαβάζω και λέω ''Ε ρε γαμώτο, τι απόψεις είχα τότε;'' Πράγματα δηλαδή που μπορεί να αφορούν μόνο εμένα και κανέναν ακροατή. Δε μπορείς να μη συγκρουστείς με το παρελθόν, αλλά αυτό είναι το σχολειό μας, διαφορετικά θα ήμασταν άλλοι άνθρωποι. Πως γίνεται να απαρνηθώ σήμερα τον απόλυτο ρομαντισμό του Αττίκ; Θά'μουν τρελός!
Τον οποίο Αττίκ, όμως, θα σνομπάρατε στα 60s.  
Μα τον σνόμπαρα, σας το λέω! Γελάγαμε με τις καταπληκτικές όπερες του Σακελλαρίδη επειδή είχαν τις φωνές σοπράνο και κοντράλτο μέσα. Ήταν η νιότη μας μεσ' στην αμφισβήτηση. Μπορώ να διαγράψω τους παλιούς κομμουνιστές που δώσανε τα νιάτα τους και το αίμα τους, επειδή κάποιες απόψεις τους είναι πλέον ξεπερασμένες; Σε καμία περίπτωση! Θέλω να ζήσω με όλα, και με εκείνα και τα τωρινά.
(Ο Νότης Μαυρουδής στο μετρό Πανεπιστήμιο/ φώτο: Αντώνης Μποσκοΐτης)
Στο ταξίδι της ζωής και της μουσικής, γνωρίσατε καλλιτέχνες απογοητευτικούς σαν προσωπικότητες συγκριτικά με το έργο τους;
Υπήρξε τραυματική συναναστροφή με σπουδαιότατους συνθέτες! Δε διστάζω να πω και όνομα και θα πάω σε έναν άνθρωπο που τον έχω σαν Ιερό τοτέμ και ακούει στο όνομα Μάνος Χατζιδάκις. Τα τραγούδια του με θέλγουν και με λιώνουν κάθε φορά που τα ακούω, αλλά όταν τον είχα γνωρίσει και ξενυχτάγαμε, με απογοήτευσε η ''αυλή'' που ήθελε νά'χει γύρω του με ανθρώπους, οι οποίοι δεν στέκονταν καθόλου στο δικό του επίπεδο. Είδα να τον περιβάλλουν άνθρωποι που μου δημιούργησαν δυσφορία όχι για τον ίδιο, αλλά για την ''αυλή'' του. Αυτό που λέω μπορεί να το καταλάβει μόνο ένας που γνώριζε τον Χατζιδάκι εκείνα τα χρόνια.
Συμμετείχατε στην ηχογράφηση της ''Αθανασίας'', έτσι δεν είναι; Αληθεύει ότι το κομμάτι ''Τσάμικος'' γράφτηκε επί τόπου, στο στούντιο;
Βεβαίως, συμμετείχα. Απ' ότι θυμάμαι, ο Χατζιδάκις δεν τό'χε ετοιμάσει το τραγούδι και μας είπε εκείνη την ώρα ''Θέλω να κάνω ένα τσάμικο, εκεί με πάνε οι στίχοι του Γκάτσου''. Ξέρετε, ο Χατζιδάκις ερχόταν τελευταίος στο στούντιο, γιατί κοιμόταν ως αργά, αλλά εμάς δεν μας ένοιαζε, αφού είχε κανονίσει να πληρωνόμαστε με την ώρα. Όσο πιο πολύ αργούσε, τόσο πιο πολλά χρήματα βγάζαμε εμείς. Όταν ήρθε εκείνη τη μέρα, λοιπόν, του είπε ο Ροδουσάκης: ''Μαέστρο μου, τώρα θα το φτιάξεις το τραγούδι;'' ''Μα να'' λέει, ''θέλω να φτιάξω μια εισαγωγή πρώτα'' κι έτσι φτιάχτηκε το κομμάτι επί τούτου μέσα σε λίγα λεπτά. Το παίζουμε και με τον Τσέρτο το τραγούδι αυτό και κάθε φορά θυμάμαι τη σκηνή από την ηχογράφηση που μόλις σας περιέγραψα. Βάλαμε χέρι όλοι οι μουσικοί για να σχηματοποιηθεί ο ''Τσάμικος'' του Χατζιδάκι και του Γκάτσου.
Πιστεύετε ότι η υψηλή Τέχνη επιτυγχάνεται μέσα από δυσάρεστα και οδυνηρά συναισθήματα; Η Φλέρυ Νταντωνάκη είναι ένα παράδειγμα αυτού που σας λέω.
Δε μπορώ να πω ότι δεν παίζει ρόλο το υπερβατικό βίωμα. Μακριά από μας, πεθαίνει το παιδί σου! Αυτός είναι ο απόλυτος βαθμός δυστυχίας. Συγκλονίζεσαι, ματώνεσαι, καταρρέεις. Εκεί υπάρχει κίνδυνος να σωπάσεις για όλη την υπόλοιπη ζωή σου! Να σωπάσεις! Αντί να ασχοληθείς με δημιουργία, μένεις σε ένα δωμάτιο και κοιτάς το ταβάνι μέχρι να φύγεις κι εσύ και να παρακαλάς κιόλας να φύγεις. Δεν είναι μόνο τα βιώματα, όμως, που σε ωθούν στη δημιουργία. Εγώ ανήκω στη μεταπολεμική γενιά, άρχισα δηλαδή να γράφω τη δεκαετία του '60. Από το '45 ως το '60 ήμουν 15 ετών. Ήμουν δύο - τριών ετών παιδί όταν πέρασαν οι δύο Εμφύλιοι στην Ελλάδα. Τα δύο πρώτα χρόνια της ζωής μου ήμουν έγκλειστος μαζί με τη μάνα μου, αφού τη συνέλαβαν έγκυο και τη φυλάκισαν με συνοπτικές διαδικασίες στις φυλακές Αβέρωφ. 
Κι αυτό δεν έχει εγγραφεί μέσα σας, λέτε;
Δεν ξέρω...Πάντως, το ότι δεν έζησα πόλεμο, το είπα για να καταλήξω στο ότι έγραψα αντιπολεμικά τραγούδια. Και στους δίσκους της Αρλέτας και παλιότερα με τον συχωρεμένο Αλέξη Γεωργίου. Τραγούδια για τον Μπελογιάννη, λόγου χάριν, που προήλθαν από έμμεσο βίωμα. Επίσης έγραψα το ''Ίσως φταίνε τα φεγγάρια'' ή το ''Φώναξε με, αγάπη'', έχοντας βιώσει την ερωτική απώλεια που με πήγε στα τάρταρα. Επομένως, το συναίσθημα μιας ψυχολογίας με συνοδεύει όταν έρχομαι σ' επαφή μ' ένα στίχο που κάνει σύνδεση με ένα συγκεκριμένο συναίσθημα. 
Τελευταία ερώτηση: Η ταπεινοφροσύνη στην Τέχνη προϋποθέτει αυτήν στη ζωή την ίδια;
(γελάει αυθόρμητα) Έχετε πολύ δίκιο...Έχω και παράδειγμα: Θεωρώ και επειδή δεν έχω πρόβλημα να λέω ονόματα ότι ένας άνθρωπος που δεν είναι καθόλου ταπεινός, ακούει στο όνομα Σταμάτης Σπανουδάκης. Όταν πηγαίνει στο Ηρώδειο και πιάνει την κιθάρα, χωρίς να ξέρει πώς πατάνε τα δάχτυλα πάνω στην κιθάρα, παίζοντας μπροστά σε 5.000 κόσμο και παρουσιάζοντας δικούς του δήθεν εκκλησιαστικούς ύμνους, δεν είναι καθόλου ταπεινός. Αν ήταν, θα άφηνε το εκκλησιαστικό μέλος στην παράδοση με τους συγκεκριμένους βυζαντινούς ύμνους. Όταν ο φίλος Νίκος Ξυδάκης ξαναπιάνει τον Ύμνο εις την Ελευθερία του Σολωμού ή την ''Ξανθούλα'' και τους βάζει νέα δική του μουσική, σημαίνει ότι δεν έχει την ταπεινότητα να παραδεχτεί ότι αυτές είναι απόλυτες μελοποιήσεις και δεν τις αγγίζουμε! Δε μπορείς να μελοποιήσεις τα πάντα, τα αφήνεις αν είσαι πραγματικά ταπεινός άνθρωπος! 
(Νότης Μαυρουδής & Μπόσκο/ φώτο: selfie)
 * Ο Νότης Μαυρουδής μαζί με τον Μπάμπη Τσέρτο, τον Γιώργο Τοσσικιάν και την Άρτεμις Ματαφιά θα εμφανιστούν στη μουσική σκηνή ''Ρυθμός Music Stage'' της Ηλιούπολης τις Τετάρτες 29/3 και 5/4

Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

Απαγγελίες, μαρτυρίες και τραγούδια στην προβολή του ντοκιμαντέρ για την Κατερίνα Γώγου στον τεχνοχώρο ''Φάμπρικα''

Αγγελική Νομικού - Μαρία Εσεπαλόγλου - Μπόσκο - Κατερίνα Παρασκευοπούλου
Άλλη μία προβολή του ντοκιμαντέρ Κατερίνα Γώγου - Για την αποκατάσταση του μαύρου πραγματοποιήθηκε χθες στον Τεχνοχώρο Φάμπρικα στο Γκάζι, στο πλαίσιο του αφιερώματος στον σύγχρονο ελληνικό κινηματογράφο που διοργανώνει τις τελευταίες Κυριακές ο σκηνοθέτης Βασίλης Μαζωμένος. Η αλήθεια είναι πως τό'χα τρέξει πολύ το event από το facebook - παραπάνω απ' ότι χρειαζόταν ίσως - με αποτέλεσμα αρκετοί άνθρωποι να νομίζουν πως δε θα βρουν θέση. Και πάλι παρ' όλα αυτά το μπαρ γέμισε από φίλους - εντός και εκτός facebook - που νομίζω πως χάρηκαν την προβολή και περάσαμε όμορφα. Εκεί ήταν η ερμηνεύτρια Ρηνιώ Κουρδάκη, ο ποιητής Γιώργος Δάγλας, ο μουσικός και εικαστικός Χρήστος Ζυγομαλάς, η ποιήτρια και στιχουργός Βέρα Βασιλείου - Πέτσα, η ποιήτρια Καρίνα Βέρδη, αλλά και η Αγγελική Νομικού, η Κατερίνα Παρασκευοπούλου, η Μαρία Εσεπαλόγλου και η Ιωάννα Κατσή, συμμαθήτριες οι τέσσερις τελευταίες από το λύκειο που βρισκόμαστε συχνά με αφορμή όλο και κάποιο event. Ας όψεται το facebook, σα να λέμε, που ενώνει κόσμο! 
Η Πάολα Ρεβενιώτη διαβάζει Κατερίνα Γώγου
Αμέσως μετά το τέλος της ταινίας, τον λόγο πήραν οι επίτιμοι καλεσμένοι μου: Πρώτη η Πάολα Ρεβενιώτη διάβασε το ποίημα της Κατερίνας Γώγου που είχε πρωτοδημοσιευθεί κατ' αποκλειστικότητα στο περιοδικό Κράξιμο. Εν τω μεταξύ, μόλις η Πάολα μπήκε στο χώρο, τα πρώτα της λόγια ήταν τα εξής: Μη με βάλεις να διαβάσω ποιήματα, δεν είμαι εγώ γι' αυτά τα κουλτουριάρικα...Αλλά μετά από λίγο: Έφερα τα γυαλιά μου μπας και διαβάσω τελικά τίποτα! Στη σύντομη ομιλία της η Ρεβενιώτη δε χαρίστηκε καθόλου στη μακαρίτισσα! Μοιράστηκε με το κοινό τρεις ιστορίες: Η πρώτη αναφερόταν σε μια ομοφοβία - τρανσοφοβία που της είχε βγάλει η Γώγου, όταν κάποια στιγμή στην κοινή πορεία τους γύρισε και της είπε: Α, ρε Παύλο, τόσο ωραίο παιδί! Γιατί πήγες κι έγινες Πάολα; Η δεύτερη, σε ένα περιστατικό στην πλατεία Εξαρχείων, όταν πήγαν να τη χτυπήσουν και μπήκε στη μέση η Γώγου: Αφήστε την, είναι δικιά μας! Κι η απάντηση της Πάολας: Δηλαδή άμα δεν ήμουν δικιά σας, θα με πλακώναν στο ξύλο αυτοί; Κι η τρίτη, όταν μια μέρα, αρχές του '90, η Γώγου της χτύπησε το κουδούνι και της πρότεινε να πάνε να βρουν πρέζα! Δεν την ήθελα, τη θεωρούσα κακή παρέα, ομολόγησε η Πάολα, πώς λες σε ένα μικρό παιδί τότε να πάτε για πρέζες; Όση ώρα τά'λεγε όλα αυτά η Πάολα, ο Ζυγομαλάς δίπλα μου γελούσε. Και μένα τα ίδια μού'κανε, θυμήθηκε, όλη την ώρα με έβριζε...Στο τέλος, όμως, η Πάολα συγκινημένη δήλωσε: Με τα χρόνια την αγάπησα και συνειδητοποίησα πόσο σπουδαία καλλιτέχνις και ιδιαίτερος άνθρωπος ήταν. Ακόμα έχω ένα βιβλίο της με την αφιέρωση της, ''Πάολα, σ' αγαπώ. Κατερίνα''...
Η Εύα Κουμαριανού διαβάζει Κατερίνα Γώγου
Μετά την Πάολα, το ποίημα της Γώγου για τη δολοφονημένη τρανς Σόνια διάβασε η Εύα Κουμαριανού. Εξίσου συγκινημένη η Εύα θυμήθηκε που είχε δουλέψει σαν χορευτής στο Ακροπόλ σε παράσταση με τη Γώγου, η οποία έδειχνε - είπε - άλλος άνθρωπος επί σκηνής και άλλος στο καμαρίνι της. 
Ο Δημήτρης Παπαδάτος διαβάζει Κατερίνα Γώγου
Τις απαγγελίες έκλεισε ο ηθοποιός και φίλος Δημήτρης Παπαδάτος στο περίφημο ποίημα της Γώγου για τη Μοναξιά - το ίδιο που ακούγεται με τη φωνή του και μεσ' στο ντοκιμαντέρ. Εξαιρετικός εν συνεχεία ο τραγουδοποιός και ερμηνευτής Πάνος Μπούσαλης που με την κιθάρα του και τη ζεστή φωνή του ερμήνευσε δύο μελοποιημένα ποιήματα της Γώγου, το Κόκκινο σε μουσική Βάσως Αλλαγιάννη και τον Συγκεκριμένο άνθρωπο σε μουσική Παντελή Θεοχαρίδη.
Ο Πάνος Μπούσαλης τραγουδάει Κατερίνα Γώγου
Βέβαια, επειδή το κλίμα είχε φορτιστεί αρκετά συγκινησιακά, η Πάολα πέταξε τη μεγαλειώδη ατάκα: Άντε, βάλε την Κουμαριανού να χορέψει κάνα οριεντάλ τώρα να στανιάρουμε! Αυτά εν ολίγοις έλαβαν χώρα χθες βράδυ στον τεχνοχώρο Φάμπρικα. Ήταν μια βραδιά για φίλους κυρίως, αφιερωμένη στη Γώγου που την είδαμε και τη χορτάσαμε ξανά στη μεγάλη οθόνη, προτού ξεκινήσουν οι απαγγελίες, οι μαρτυρίες και τα τραγούδια. 
Με τον Βασίλη Μαζωμένο
Οφείλω να ευχαριστήσω στο σημείο αυτό τον Βασίλη Μαζωμένο για την πρόσκληση, τον Βασίλη Γουδέλη που το τρέξαμε καλά από κοινού εδώ και μία εβδομάδα, τα παιδιά της Φάμπρικας, τους συμμαθητές που με τίμησαν και τραβήχτηκαν από το Κερατσίνι και φυσικά τους εκλεκτούς καλλιτέχνες Πάολα Ρεβενιώτη, Εύα Κουμαριανού, Δημήτρη Παπαδάτο και Πάνο Μπούσαλη. Τι κρίμα να μην είναι μαζί μας και ο Αντρέας Παγουλάτος να διάβαζε κάτι και να μας μιλούσε...Θα το χαιρόταν πολύ. 
Με τις παλιές συμμαθήτριες και την Πάολα Ρεβενιώτη, αφού τα κορίτσια ζήτησαν να φωτογραφηθούν μαζί της

Πέμπτη, 23 Μαρτίου 2017

Ο ''Compere'' Δώρος Δημοσθένους ή Όταν το ρετρό αγγίζει την αναδημιουργία!

Στο εξώφυλλο ο καλλιτέχνης με μία ρετρό αισθητική, συμφώνως δηλαδή και με το περιεχόμενο του δίσκου του: Μόνο ένα τραγούδι σε δικούς του στίχους και μουσική (Πάει κι αυτή η μέρα), ένα σμυρναίικο (Δεν σε θέλω πια), ένα του Μάρκου Βαμβακάρη (Τα ζηλιάρικα σου μάτια), ένα του Μίκη Θεοδωράκη και του Ιάκωβου Καμπανέλλη (Στρώσε το στρώμα σου για δυο, από τη Γειτονιά των Αγγέλων, με τη συμμετοχή του Louis Salvador), ένα από το χώρο του ξένου μιούζικαλ (What ever Lola wants, που τό'χουν τραγουδήσει οι πάντες, από τη Sarah Vaughan μέχρι τη δικιά μας Μαρινέλλα) κι από κει και πέρα, ένα του Λουκιανού Κηλαηδόνη από το Ελεύθερο Θέατρο (Δεν είναι κομπέρ) κι άλλα εφτά τραγούδια του λεγόμενου ελαφρού ελληνικού ρεπερτορίου (Τραϊφόρος, Σουγιούλ, Κοφινιώτης, Σακελλάριος, Γιαννίδης, Μουζάκης κ.α.) Θα είμαι ειλικρινής, ήμουν έτοιμος να...μαλώσω σχεδόν τον φίλο και σπουδαίο ερμηνευτή Δώρο Δημοσθένους που κάνει ακόμη μία δισκογραφική εξόρμηση με διασκευές σε τραγούδια δοκιμασμένα και κοσμαγάπητα. Γνωρίζω δηλαδή πως ο Δημοσθένους έχει στο συρτάρι του ωραία ατμοσφαιρικά κομμάτια, ακόμη και με ηλεκτροακουστικές μουσικές, τα οποία είναι κρίμα να μην έχουν εκδοθεί. Ωστόσο, σέβομαι τη δυσκολία των καιρών για κάθε δημιουργό που θα ήθελε να εκδώσει το υλικό του, πόσο μάλλον που το άλμπουμ ''Compere'' είναι μία ανεξάρτητη παραγωγή. Τέλος πάντων, εν συνεχεία ευτυχώς που αυτή η νέα δουλειά του με κέρδισε - απόλυτα, όμως - και θα εξηγήσω τους λόγους: Το ρεπερτόριο που ο Δημοσθένους επέλεξε δεν εξαντλείται στα όρια της παρελθοντολαγνείας, έτσι τουλάχιστον όπως αναδημιουργήθηκε. Διότι περί αναδημιουργίας πρόκειται: Από τα τυμπάνια που σκάνε στην εισαγωγή του εναρκτήριου Ας ερχόσουν για λίγο και τη blues άποψη του στην Αναπνοή μου, όσο τα tracks προχωρούν, γίνεται σαφές πως έφτιαξε έναν κεφάτο δίσκο, ο οποίος κινείται σε ένα σπάνιο - για τα εγχώρια δεδομένα - jazzy swingάτο κλίμα! Καμία σχέση δηλαδή με ανάλογα εγχειρήματα συναδέλφων του που σπάνε το κεφάλι τους για να πρωτοτυπήσουν, αντιμέτωποι κατ' επιλογήν με ένα τέτοιο υλικό. Δεν τον ενδιαφέρει καμία πρωτοτυπία τον Δημοσθένους! Το κέφι του κάνει και γι' αυτό κερδίζει τις εντυπώσεις. Θα έλεγα ακόμη πως είναι τόλμημα εκ μέρους του να γίνεται ένας compere με τα όλα του, αυτός που έχει βάλει τη φωνή του σε κύκλους τραγουδιών μεγάλων συνθετών, από τον Λάγιο και τον Χατζιδάκι μέχρι τον Λεοντή και τον συμπατριώτη του τον Χριστοδουλίδη. Ο Δημοσθένους κινείται ακομπλεξάριστα, δεν ξεχνά τη θητεία του στο μιούζικαλ και στο πλευρό του Κηλαηδόνη, φτιάχνοντας μία περσόνα καλλιτεχνικά ευέλικτη και σοβαρή, σα να είναι ο μόνος που κάνει τόσο καλά ό,τι κάνει κάθε φορά. Οι κριτικές από τα live του, μάλιστα, μιλάνε για ένα μοναδικό κράμα ροκαμπιλά α λα Presley και ποιοτικού διασκεδαστή! Για δες τώρα, λοιπόν, που ακούς το CD αυτό και είναι σα να τον βλέπεις live, κάτι για το οποίο δεν ευθύνεται φυσικά ο ίδιος και η μεγάλη φωνή του, αλλά εξίσου και η μπάντα που τον συνοδεύει - στο ένθετο διαβάζουμε τα ονόματα 30 μουσικών, που είναι αδύνατο να αναφερθούν όλοι. Υπερπαραγωγή κανονική δηλαδή! Ένα ακρόαμα με big band που παραπέμπει σε αντίστοιχες δουλειές του εξωτερικού, οι οποίες δεν είναι και λίγες διεθνώς, αν το ψάξει κανείς. Το βασικότερο στοιχείο, όμως, του δίσκου είναι ότι ακούγεται σαν το νεογέννητο αδερφάκι του One for the road, εκείνου του προ 10ετίας άλμπουμ του από τη Μικρή Άρκτο. Είχα γράψει τότε πως ένα τέτοιο άλμπουμ θα το άκουγες στο πιο καλόγουστο νυχτερινό μπαρ του Βερολίνου. Σήμερα για το Compere θα πω πώς ακούγεται σαν μια ανάσα δροσιάς, μια έκφραση του κεφιού και της χαράς, που έχει τόσο μεγάλη ανάγκη ο κόσμος...Όχι μόνο στο σπίτι του ακούγοντας το, αλλά και σε μία έξοδο του που θα πάει ν' ακούσει και να δει live τον εν λόγω καλλιτέχνη!
* Το CD Compere του Δώρου Δημοσθένους κυκλοφορεί από την purplelily records
** Ο Δώρος Δημοσθένους εμφανίζεται στη Ρότα τα Σάββατα 25/3 και 8/4 με τον Νεοκλή Νεοφυτίδη στο πιάνο
*** Το post αφιερώνεται στη μνήμη του Chris Gog, μεγάλου φαν του Δώρου Δημοσθένους και κοινού μας φίλου, που έφυγε ξαφνικά από τη ζωή τον περασμένο Ιανουάριο

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος και οι γάτες του (απόσπασμα από μία ανέκδοτη μαραθώνια συνέντευξη του ποιητή)

Η συνέντευξη με τον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο πραγματοποιήθηκε πριν από μερικά χρόνια στο σπίτι του, σε ένα πέρασμα μου από τη Θεσσαλονίκη, και μέχρι σήμερα φυλάσσεται στο αρχείο μου ως κόρη οφθαλμού. Δεν ξέρω που και πότε θα δημοσιευθεί, αφού την απομαγνητοφωνώ σε...δόσεις μια και είχε διαρκέσει τρεις ώρες και το υλικό είναι τεράστιο. Απομόνωσα όμως το κομμάτι που μιλάει για τα αγαπημένα του τετράποδα (και δικά μου αγαπημένα), τις γάτες, το οποίο έχει γούστο αν μη τι άλλο. Το αναρτώ σήμερα, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, μαζί με μια - δυο φωτογραφίες που βγάλαμε παρέα: 
(Η Μιραμάρ, μία από τις γάτες του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου)
(Εκείνη την ώρα μια γάτα εισέρχεται στο χώρο). Πως τη λένε αυτή;
Αυτή είναι η Μιραμάρ! Πιθανώς είναι έγκυος, αλλά στην αρχή της. Πολύ ήρεμη και πολύ γλυκιά. Σε φοβάται εσένα, εμένα μ' αγαπάει. Μιραμάρ! Της έδωσα ισπανοεβραϊκό όνομα, ο Καθρέφτης της Θάλασσας σημαίνει. Σημαίνει και ''Πεντάμορφη'', γι'αυτό τη βάφτισα έτσι.
Τι διαφορετικό έχουν οι γάτες απ' τα άλλα πλάσματα;
Ιδέα δεν έχω! Πάντως είναι βολικές σε απίστευτο βαθμό, αν και καμιά φορά βγάζουν νύχια, σε μένα ποτέ πάντως. Είναι τρεις εδώ μέσα, γλυκύτατες και οι τρεις!
Από παιδί είχατε αγάπη στις γάτες;
Από τον καιρό της μαμάς μου. Η μαμά μου αρραβωνιάστηκε το 1919 με τον μπαμπά μου και από τότε απαίτησε να την δεχτεί ο μπαμπάς μου μαζί με τη γάτα της. Τη δέχτηκε! Είχαμε πάντα λοιπόν γάτες και μόνο μεσ' στην Κατοχή δυστυχώς μας πέθαναν κάποιες. Ο μπαμπάς μου που τις έθαβε με τα χέρια του, μου έλεγε τρομερές ιστορίες. Ξέρεις τι είναι να έχεις ένα ζώο, να το αγαπάς, να το λατρεύεις και να το θάβεις εσύ ο ίδιος;
Η απώλεια ενός ζώου ισοδυναμεί με το θάνατο ενός ανθρώπου;
Δεν ξέρω, δε θέλω να ακουστώ υπερβολικός, άλλο το ζώο, άλλο ο άνθρωπος, τα γατιά αυτά όμως μού ανταποδίδουν την αγάπη. Πάρα πολύ! Αυτή η Μιραμάρ πότε - πότε κοιμάται στο κρεβάτι μου. Τα ταΐζω πολύ, επισης, έχω αφάνταστα πολλές τροφές. Έρχονται μερικοί εδώ που είναι αλλεργικοί και με εκνευρίζουν σε τρομερό βαθμό, οπότε λέω ''Παίρνω τη γάτα να την κλείσω έξω, περιμένετε με'' κλπ. Την  άλλη τη γάτα, ασπρόμαυρη, που δεν είναι τόσο όμορφη όσο η Μιραμάρ, τη λέω Μαρία. Αυτή τρώει το βράδι και βγαίνει στο δρόμο, είναι μία του δρόμου, θα λέγαμε (γέλια). Το πρωί επιστρέφει για να ξαναφάει. Το τρίτο είναι τριών χρονών, ένα χρόνο μικρότερο απ' τη Μιραμάρ και τη Μαρία, και λέγεται Σωτηρούλα. Έχω μάλιστα και μία φίλη, καθηγήτρια Πανεπιστημίου, που λέγεται Σωτηρούλα και είναι ξετρελαμένη, καθώς νόμισε ότι το βάφτισα εξαιτίας της έτσι. Φυσικά δεν το βάφτισα εξ αιτίας της, είναι σύμπτωση. Είτε το γατί, είτε η καθηγήτρια, τα βρίσκουμε καλά μεταξύ μας.
Πως και δεν έχετε αρσενικό γάτο στο σπίτι;
Έχω έξω απ' την πόρτα μου ακριβώς τρία αρσενικά, τα οποία τις καβαλούνε ανελλιπώς τις δικές μου. Όλο μού γεννάνε μαύρα γατάκια. Η Σωτηρούλα πού'ναι όλη γκρίζα, σπανίως γεννάει. Ο χαρακτήρας πάντως των έξω, των αρσενικών, είναι απίστευτα καλύτερος απ' αυτωνών εδώ μέσα. Τα θηλυκά είναι λίγο τζαναμπέτικα, όχι σε μένα, αλλά στον κόσμο. Τα ταΐζω πάρα πολύ και τα αρσενικά, πηδάνε στο μπαλκόνι μου που τα βοηθάει και σαν άσκηση σωματική με το ενάμισι μέτρο ύψος που έχει απ' τη γη. Τι να σου λέω, κάθονται τρομερά πειθήνια, σχεδόν τα χαϊδεύω, όποτε βέβαια δεν έχουν να κάνουν τη δουλειά τους με τις ''κοπέλες''. Μα, φά'τα, βρε παιδί μου, τα μπατόν σαλέ!
Μα, τρώω, δύο μείνανε!
Ξέρεις γιατί σ'το λέω; Άμα βγούμε έξω, θα ορμήξει αυτή και θα τα φάει!
Υπάρχει γάτα που τρώει μπατόν σαλέ; Θέλω να το δω αυτό!
Μην τη βλέπεις λιγνή. Τρώει πολύ και δε θέλω αυτά που τά'χω για τους φίλους μου και που δίνω ένα σωρό λεφτά για να τα πάρω, να μου τα τρων τα χαϊβάνια.
Έχετε μεγάλη πλάκα, κύριε Χριστιανόπουλε!
Δεν το λέω από τσιγγουνιά, αλλά τα μισοτρώνε και μετά μού γεμίζουν ψίχουλα. Και πως να καθαρίσω; Έχω γυναίκα που έρχεται μια φορά τη βδομάδα, αλλά αυτές εδώ, παρόλο που τις τάισα το πρωί, κοιτάνε πότε θα βγω έξω για να ορμήξουν να φάνε κι άλλο!

Μαρία Θωίδου - Γιώργος Νταλάρας: Δύο νέοι δίσκοι με τα δικά τους χαρακτηριστικά

Δύο δίσκους εκ διαμέτρου αντίθετους πάμε να εξετάσουμε στο post αυτό, που όμως κυκλοφόρησαν ταυτόχρονα σχεδόν, ο ένας από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας σε διανομή του Μετρονόμου και ο άλλος από τη νεοϊδρυθείσα Spider Music, η οποία μπήκε δυναμικά στο παιχνίδι. Πρόκειται για τα άλμπουμ ''Η Αλήθεια είναι δύο'' της Μαρίας Θωίδου και ''Πες το για μένα'' του Γιώργου Νταλάρα σε μουσικές του Ανδρέα Κατσιγιάννη και στίχους διάφορων στιχουργών. Καταρχάς με το άλμπουμ ''Η Αλήθεια είναι δύο'' η Θωίδου εξακολουθεί να βαδίζει στα γνώριμα ιδιοσυγκρασιακά μονοπάτια της, συνεπικουρούμενη από δύο διαφορετικά σχήματα: Τους Drasta (Φίλιππος Κωσταβέλης, James Wylie, Αγαμέμνων Μαρδάς, Νίκος Ψοφογιώργος) και τους Χαμένους Εραστές (Θύμιος Ατζακάς, Κώστας Ράπτης, Κυριάκος Ταπάκης, Λουκάς Μεταξάς, Νίκος Παραουλάκης). Συμμετέχει ακόμη στα φωνητικά η Έλσα Μουρατίδου. Το παράδοξο είναι πως ενώ έχουμε δύο διαφορετικά μουσικά projects της Θωίδου, ηχογραφημένα live στο παρελθόν, στο CD έχουν μπει ένα κομμάτι από το ένα και ένα από το άλλο εναλλάξ, διατηρώντας παρόλα αυτά μιαν ηχητική και υφολογική ομοιογένεια. Ίσως γιατί ο πυρήνας και των δύο projects είναι αυτός της jazz με εμβόλιμα στοιχεία από την ευρύτερη παράδοση, αλλά και από το λεγόμενο έντεχνο - το τελευταίο βασικά μέσα από καλοσχηματισμένα τραγούδια σαν το ''Κάθε φορά'', το ''Κάτι βραδάκια'' και το ''Ούτε που ξέρεις''. Υπάρχουν όμως και κομμάτια που βασίζονται κατά κόρον στο σπάσιμο της κλασικής φόρμας του τραγουδιού μέσα από ''απλωμένες'' μακροσκελείς free form συνθέσεις της Θωίδου, καθώς και με τη φωνή της, την οποία χειρίζεται σαν ένα εργαλείο ευέλικτο. Όσο για τους στίχους της μια...παραξενιά τη συναντάμε κι εδώ, εφόσον, αν και οι περισσότεροι παραπέμπουν σε μικρά δημοτικοφανή αφηγήματα με ρίμες, αυτό δε φανερώνεται κατά την ερμηνεία της και τη σύμπλευση της με τα δύο μουσικά σχήματα. Έτσι, συχνά ο λόγος ακούγεται διάσπαρτος μέσα στα κομμάτια, κάτι που σίγουρα κομίζει καλλιτεχνικό ενδιαφέρον, απ' την άλλη όμως δε βοηθάει έναν αμύητο ακροατή να έρθει σε στενή επαφή με το υλικό καθ'αυτό. Ξεχωριστά για μένα κομμάτια το ''Ανείπωτο ποτό ή Το νερό της σελήνης'' και ''Το νησί των χαμένων εραστών'' (με τους Χαμένους Εραστές αμφότερα) που ανήκουν σ' αυτά της free form που λέγαμε, με τους αυτοσχεδιασμούς στην ηλεκτρική κιθάρα από τον Ατζακά! Το ακούς, αφήνεσαι ως ακροατής και άμα το ''δεις'' κι απ' τη μεριά της δημιουργού, αντιλαμβάνεσαι γιατί ενδεχομένως να μην την ενδιαφέρει ένα πιο αμύητο κοινό. Εν κατακλείδι, ένα πολύ ιδιαίτερο, στα όρια του ιδιότροπου, άλμπουμ με τη Μαρία Θωίδου να μην κάνει την παραμικρή καλλιτεχνική έκπτωση γι' ακόμα μία φορά! Προς τιμήν της! 
Στον αντίποδα, το καινούργιο άλμπουμ του Γιώργου Νταλάρα στοχεύει στις ραδιοφωνικές μεταδόσεις, όπως είναι φυσικό και αναμενόμενο, προτείνοντας όμως έντεκα καλοφτιαγμένα αμιγώς λαϊκά και λαϊκότροπα τραγούδια με την υπογραφή του Ανδρέα Κατσιγιάννη, γνωστού από την Εστουδιαντίνα Βόλου και από τις συνεργασίες του, τόσο με τον Νταλάρα, όσο και με άλλους ερμηνευτές. Για την ακρίβεια, ήταν σίγουρο πως ο Κατσιγιάννης θά'κανε κάποια στιγμή ολόκληρο δίσκο με δικές του συνθέσεις για τον Νταλάρα. Απ' την πρώτη ακρόαση φαίνεται πως ο Κατσιγιάννης ''τό'χει'' απόλυτα! Ζεϊμπέκικα, χασάπικα, ένα σε τσιγγάνικο ύφος (το ομότιτλο του δίσκου με τη συμμετοχή της Ελένης Βιτάλη σε στίχους της Λίνας Δημοπούλου), τα αμέσως επόμενα ''Κατοστάρικα'' σε ατόφιους ρεμπέτικους στίχους της Ελένης Φωτάκη που κλείνουν το μάτι (και από μουσικής άποψης) στο ''Ρεμπέτικο'' του Ξαρχάκου, τα πιο χαμηλότονα ''Παραμύθια'' σε στίχους της Ελένης Γιαννατσούλια (κατά τη γνώμη μου το ωραιότερο ντουέτο του δίσκου, Νταλάρας - Μελίνα Ασλανίδου), τα ''Όνειρα'' με τους συγκινητικούς στίχους της Δημοπούλου (Μόνος και ρέστος έμεινα/ Εγώ που σ' όλους έδινα/ Δεν έχω πια κανένα), το ''Ασπρογάλανο χαρτάρι'' σε στίχους του Ισαάκ Σούση (η ηλεκτρική κιθάρα του Χριστόφορου Κροκίδη κάνει ένα εντυπωσιακό πέρασμα) καθώς και το ''Στα τραγούδια θα με βρεις'' σε στίχους του τραγουδοποιού Μίλτου Πασχαλίδη, ο οποίος επίσης το μοιράζεται ερμηνευτικά με τον Νταλάρα, διαφοροποιώντας το κατά ένα τρόπο από το λαϊκό κλίμα του πρώτου μέρους της δουλειάς. Προσωπικά, το ''Στα τραγούδια θα με βρεις'' μού θύμισε εκείνα τα όμορφα τραγούδια του συχωρεμένου Δημήτρη Λάγιου για τη φωνή του Νταλάρα! Μετά απ' αυτό το κομμάτι, λοιπόν, καθώς ο δίσκος φτάνει προς το τέλος του, σα να περνάμε σε άλλη ενότητα με τα έγχορδα να κάνουν την εμφάνιση τους σε συνδυασμό με έναν πιο εξηλεκτρισμένο ''έντεχνο'' ήχο. Στίχους ακόμη έγραψαν ο Χρήστος Παγώνης και ο Νίκος Μωραΐτης. Ειδική αναφορά δε θα κάνω στις ερμηνείες του Γιώργου Νταλάρα, που εξακολουθούν να κινούνται σε καλά πλαίσια, αλλά στη φωτογραφία του στο εξώφυλλο δια χειρός Μάρως Χρυσανθοπούλου. Σκέφτεται την επόμενη κίνηση του ο Νταλάρας, η οποία - αν υποτεθεί πως ηχογραφεί ακατάπαυστα είτε ολοκληρωμένα άλμπουμ, είτε συμμετοχές του σε δουλειές άλλων - δεν πρόκειται να αργήσει!

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Σοφία Φιλιππίδου: Καθώς ψυχορραγεί και εξομολογείται ένα μεσημέρι στα Εξάρχεια...

Είναι η πρώτη φορά που σας παίρνω συνέντευξη, κυρία Φιλιππίδου, οπότε θα ήθελα να ξεκινήσουμε από το οικογενειακό σας background. Περισσότερο για μένα, όχι τόσο για τους αναγνώστες μας.
Προέρχομαι από πολυμελή οικογένεια, τέσσερα αδέρφια και μπαμπάς - μαμά. Η μαμά μου φιλότεχνη μ' ένα τρόπο απλοϊκό, λαϊκό, ναΐφ. Πρόσφυγες με αριστερές καταβολές, ο μπαμπάς μου απ' τη Μικρά Ασία, η γιαγιά μου απ' την Ανατολική Ρωμυλία και η μαμά από μπαμπά Κρητικό γεννήθηκε στην Κρήτη και επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη. Όλος ο αγώνας στο σπίτι ήταν να επιβιώσουμε κι έτσι απ' τη μια μαθαίναμε να ζούμε σε εμπόλεμη κατάσταση, απ' την άλλη ο μπαμπάς μου έφερνε βιβλία στο σπίτι. Ήταν της άποψης να αποκτήσουμε γνώση και κατόπιν την ανεξαρτησία μας μέσω της εργασίας.
Βιώσατε τη φτώχεια ως παιδί;
Ναι, εγώ την πρόλαβα. Βίωσα αυτό που λένε να μην έχεις παπούτσια ή παλτό.
Η φτώχεια είναι ένα βίωμα άσχημο, αλλά λέγεται πως βοηθά τον άνθρωπο στη μετέπειτα ζωή του.
Νομίζω πως η ταπεινή καταγωγή είναι ένα μεγάλο θέμα και θέλει να το ψάξει πολύ κανείς ή να ψυχαναλυθεί. Είναι μια αναστολή μπροστά στην άλλη τάξη, αλλά και μια δύναμη που σε ωθεί ν' αγωνιστείς για να ανέβεις ακριβώς ταξικά. Να μπορείς να συνομιλήσεις δηλαδή με την ανώτερη τάξη, η οποία κρατά τα κεκτημένα της και πάντοτε σε έχει σε μία απόσταση. Αυτό για μένα ήταν πάντοτε ανάχωμα σε όλη μου τη διαδρομή, το να προσεγγίσω με ευγένεια και σεμνότητα χωρίς αρπακτική διάθεση την άλλη τάξη των μορφωμένων που ήταν πάντα πιο κοντά στα γεγονότα. Είναι μεγάλη διαδρομή να καλυφτεί το έλλειμμα αυτό από εμάς της κατώτερης τάξης που βγάζαμε τα παπούτσια μας όποτε βλέπαμε χαλί. Αυτό ήταν το δικό μου κάρο με τις πέτρες που κουβαλούσα.
Αυτό το κάρο άδειασε κάποια στιγμή απ' τις πέτρες του;
Τώρα έφτασα στο σημείο να συνομιλώ με τους ανθρώπους επί ίσοις όροις.
Εγώ πάλι πιστεύω ότι η κατώτερη τάξη σας είναι υπεύθυνη για το ότι σήμερα είστε εξαιρετικά προσηνής, ένας κατά βάθος λαϊκός άνθρωπος.
Αυτό δεν θα μπορούσα να το αποδεχτώ, γιατί όσοι ξέρουν τη γειτονιά μου, τα Εβραίικα της Θεσσαλονίκης με τα χώματα και τα εγκατελειμμένα σπίτια των Εβραίων που επινοικιάστηκαν στους πρόσφυγες, ξέρουν και ότι ήμασταν προλετάριοι. Δεν ήμασταν στα σπιτάκια με τις αυλές και τα ουζάκια και τα τραγούδια, δεν είχαμε σχέση με τις άσπρες φανελίτσες και τις εικόνες του ελληνικού κινηματογράφου - πως να το πω - ήμασταν πιο ''κάτω'', πιο λούμπεν, πιο προλετάριοι, πιο καταραμένοι. 
Γι' αυτό αγαπάτε και τους καταραμένους ήρωες στην Τέχνη.
Ναι, και στα θεατρικά έργα και στα ποιήματα. Με ελκύει το βάσανο των ανθρώπων αυτών. Θυμηθείτε το υπόγειο που ζούσε ο Καρούζος.
Είχε αλλάξει πολλά υπόγεια ο Καρούζος.
Δυστυχώς τον Καρούζο τον γνώρισα μόνο μέσα απ' την ποίηση του. Έλεγα, όμως, για σκεφτείτε τον να βλέπει μόνο πόδια και παπούτσια να περνάνε έξω από την κάμαρα του! Είναι σπαρακτικό να σκέφτεσαι ότι ένας τόσο μεγάλος ποιητής έζησε σ' αυτά τα υπόγεια. Απ' την άλλη, αυτό με ελκύει, χωρίς να σημαίνει ότι δεν αγαπώ τους αστούς ποιητές. Το μεγαλείο έρχεται από παντού, απλά το άλλο έχει ένα βάσανο ερωτικό σχεδόν.
Την ηρωίδα που ενσαρκώνετε αυτόν τον καιρό θα τη λέγατε καταραμένη; Είναι ανορθόδοξο, πέραν του μύθου που συνέλαβε ο Φώκνερ, μία γυναίκα να προετοιμάζει τα της κηδείας της για να ταφεί στην πατρική γη της.
Το ανορθόδοξο το δέχομαι πιο πολύ από το καταραμένο στην ηρωίδα αυτή. Έχει κάτι το επαναστατικό συν μία αίσθηση πρώιμης φεμινιστικής κίνησης. Η γυναίκα αυτή δεν αγαπάει τον άντρα της και παρόλα αυτά κάνει τέσσερα παιδιά μαζί του - το ένα μάλιστα τό'χει κάνει με τον εραστή της, τον ιερωμένο. Αυτή είναι μια μικρή επανάσταση.
Μόνο μικρή; Τεράστια θα έλεγα για το κοινωνικό χωροχρονικό πλαίσιο.
Έχετε δίκιο. Μεγάλη επανάσταση είναι αυτή. Μπορείτε να φανταστείτε ότι η γυναίκα αυτή λέει στον άντρα της να πάει να τη θάψει στη γεννέτειρα της μόνο και μόνο επειδή δεν τον αγαπάει; Με απλά λόγια, αντί να πιάσουν την κουβέντα, μια και πέραν του κρεβατιού δεν έχουν καμία άλλη επικοινωνία, αντί να του πει ''Δε σ' αγαπώ'', ζητάει να τη θάψουν κοντά στον πατέρα της. 
Πράγματι, ένα στοιχείο που αναδύεται στην εντέλεια από το έργο είναι η έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων. 
Το μεγάλο στοιχείο είναι ότι ο Φώκνερ, που δεν έγινε τυχαία Νομπελίστας, βάζει όλους τους ήρωες να μιλάνε για τους εαυτούς τους και να ψυχαναλύονται μετά το θάνατο και το σκοτάδι. Η μητέρα γίνεται εξομολογητική μετά θάνατον και θέλει να τα πει όλα και οι ήρωες συγκρούονται μεταξύ τους, σα να ξαναρχίζει η ζωή και οι άνθρωποι να ανθίζουν μετά το θάνατο. 
Πόσο σας δυσκόλεψε η θεατροποίηση ενός μη θεατρικού έργου;
Πάρα πολύ! Το έργο ξεκίνησε να γίνει μονόλογος από τη Χλόη Κολύρη που είναι ψυχαναλύτρια, μεταφράστρια και φίλη του φίλου μου, Μένη Κουμανταρέα. Ήταν ελκυστική η ιδέα ενός μονολόγου, αλλά μόλις είχα βγει απ' τις ''Ευτυχισμένες μέρες'' και δεν ήθελα πάλι μονόλογο. Ζήτησα και ευτυχώς η κυρία Λεβίδη δέχτηκε να μας δώσει το θέατρο του Βογιατζή και μου ανάθεσε και τη σκηνοθεσία ώστε να κάνουμε το έργο με όλους τους χαρακτήρες του. Δουλέψαμε με το κείμενο της Κολύρη, καθώς είναι πολύ δύσκολο να κάνεις θεατρικό έργο ένα μυθιστόρημα. Πέτυχε, καθώς ρίξαμε πολλή δουλειά!
Δεν θέλατε επίσης να αναθέσετε σε κάποιον τρίτο τη σκηνοθεσία.
Θεωρώ πολύ υγιές το ότι τώρα τελευταία ξεκίνησα νά'χω επιθυμίες, γιατί όλοι κάποια στιγμή πρέπει να ξέρουμε τι θέλουμε. Απ' την επιθυμία ξεκινάμε κι ακολουθεί ο αγώνας μας για να την κάνουμε πράξη. Ο δρόμος αυτός είναι.
Τώρα τελευταία, ε; Η απουσία επιθυμιών δεν είναι ταυτόσημη με μιαν ανηδονία;
Το πέρασα εγώ αυτό. Είχα επιθυμίες και πολλές, αλλά νομίζω πως τις κρατούσα καταπιεσμένες. Μέσα από πολλά προβλήματα, την καταγωγή που λέγαμε, τη συστολή και την ευγένεια μου, δεν είχα τη δύναμη να θέλω πράγματα. Έπειτα είχα και μιαν άποψη εσφαλμένη για το θέατρο. Πίστευα ότι έπρεπε να δουλεύω συλλογικά και δεν έπαιρνα τα πράγματα στα χέρια μου, είτε γιατί δεν είχα την πληροφορία, είτε γιατί δεν είχα σπουδάσει στο εξωτερικό. Δούλευα, έκανα επιτυχίες, τις οποίες δε μπορούσα να εκμεταλλευθώ για μένα κι εκεί κατάλαβα ότι δεν τα πάω καλά με τον εαυτό μου. Ήξερα ότι θέλω να σκηνοθετώ και να δημιουργώ πράγματα, αλλά δεν ήμουν σε θέση να δημιουργήσω τις προϋποθέσεις. Έχω ελλείμματα και αδυναμίες σαν άνθρωπος.
Μήπως, λέω εγώ τώρα, εγκλωβιστήκατε στην εικόνα της κωμικής ηθοποιού; Θα τό'χετε ακούσει άπειρες φορές αυτό.
Όχι, δεν ήμουν εγκλωβισμένη σε καμία εικόνα. Ήμουν εγκλωβισμένη στον εαυτό μου. Στα προσωπικά μου προβλήματα, στο ποια είμαι εγώ, από που έρχομαι, στο πως να διατυπώσω ευθαρσώς τι θέλω ακριβώς να κάνω. Είμαι γύρω - γύρω από ένα πράγμα χωρίς να είμαι μέσα στο πράγμα.
Θεωρείτε ότι τώρα διανύετε ίσως την πιο δημιουργική σας φάση;
Ναι και ευτυχώς, γιατί θά'χα πέσει σε κατάθλιψη. Βρήκα το δρόμο να κάνω πραγματικότητα την επιθυμία μου επιτέλους. Μέσα μου είχα δύο Σοφίες: Τη μία που δούλευε και την αγαπούσε πολύ ο κόσμος...Δεν ήμουν εγκλωβισμένη, λοιπόν, μόνο στην κωμική εικόνα. Ήμουν εγκλωβισμένη στην ταπεινή μου καταγωγή, στο ''καλό παιδί'', στο ότι πρέπει να μην αντιμιλάμε, να ακολουθούμε την ιεραρχία, στο ότι υπάρχουν οι μεγάλοι σκηνοθέτες και πρέπει να τους περιμένω να σκηνοθετήσουν. Κι ακόμη ήμουν εγκλωβισμένη μέσα στις μεγάλες πρωταγωνίστριες, στους κριτικούς, στο λεωφορείο που περνάνε οι άλλοι και σε σπρώχνουν. Λάθος να λέμε ότι εγκλωβίστηκα στην κωμωδία! Είμαι εγκλωβισμένη μέσα σ' έναν εαυτό με επικοινωνιακά προβλήματα, να λέω ή εγώ δεν καταλαβαίνω ή αυτοί που τους μιλάω δεν καταλαβαίνουν. Και πολλές φορές στις συνεντεύξεις μου λέω τι θέλω, αλλά αυτά τα πράγματα αφαιρούνται όταν εγώ εδώ και χρόνια δηλώνω ότι προσπαθώ να βρω το δρόμο μου με ένα τρόπο ευγενικό και αξιοκρατικό. Πλέον μπόρεσα και τό'κανα μόνη μου, κάτι που είναι επίπονο και δε μπορώ να το συστήσω στα νέα παιδιά, ''Περιμένετε να γεράσετε''...
Έχετε ανθρώπους - φάρους στη ζωή σας;
Εμένα οι φάροι της ζωής μου είναι όλοι οι πεθαμένοι συγγραφείς και ποιητές με τα βιβλία τους. Εκεί θα βρείτε τα πάντα και κανείς δεν είναι θύτης ή θύμα. Δε με ενδιαφέρει να γκρινιάξω και τα παίρνω όλα πάνω μου. Φάροι μου είναι και οι απλοί άνθρωποι, η μάνα μου και ο πατέρας μου, όπως και κάποιοι με σκαμμένα πρόσωπα. Οι άνθρωποι είμαστε ωραίοι. Οι άνθρωποι είναι ωραίοι. Κι απ' την άλλη υπάρχουν κι αυτοί που με στενοχωρούν και τους αποφεύγω. Στερημένους να τους πω; Αχόρταγους, βουλιμικούς, αγενείς;
Πείτε μου κάτι τώρα, έχω απέναντι μου μια γυναίκα...
Εμένα εννοείτε (γέλια)
Ναι, που αναρωτιέμαι αν έχει συμφιλιωθεί με το χρόνο.
Τώρα μπαίνω στη διαδικασία, μετά το θάνατο της μητέρας μου, να προετοιμάζομαι κι εγώ σιγά - σιγά για θάνατο. Αυτό μπορεί νά'ναι επώδυνο, αλλά και απελευθερωτικό. Δε γίνεται να νιώθουμε μονίμως αθάνατοι. Το σκέφτομαι καθημερινά, δεν έχω και παιδιά κιόλας. Σκέφτομαι και το μετά θάνατον, κάνω αγώνα να συμφιλιωθώ με το άγνωστο, το μαύρο, το σκοτάδι, το χώμα, το τίποτα και δε θέλω να το βλέπω έτσι. Δημιούργησα λοιπόν ένα κόσμο που πεθαίνει το ''Εγώ'' μου κι εκεί θα υπάρχει μόνο ένα ''Εμείς'' και θά'ναι όλα πολύ ωραία! 
Στη διαδικασία της σκέψης αυτής σίγουρα δε μπήκατε μόνο με το θάνατο της μάνας σας, αλλά και με το έργο του Φώκνερ.
Όταν διαβάζαμε το έργο, η μάνα μου αργοπέθαινε. Μεγάλη σε ηλικία, αλλά δεν έχει να κάνει...Όταν χάνεις τη μαμά σου, δεν είσαι κανενός πια. Είμαι δηλαδή της μαμάς μου με ένα τρόπο μεταφυσικό, γιατί έρχεται ευτυχώς στα όνειρα μου και πάντοτε παίρνω δύναμη. Αισθάνομαι ότι πέθανε και με αναγνώρισε μετά θάνατον. Σίγουρα αν δεν πέθαινε τη στιγμή που πέθανε, δε θα μπορούσα να κάνω την παράσταση. 
Άρα έπεσα τελείως μέσα!
Ναι...Θυμάμαι ότι ήμουν στην πρόβα κι έλεγα ένα μονόλογο, όταν χτύπησε το τηλέφωνο και μού'πε ο αδερφός μου ότι πεθαίνει η μαμά. Δεν την πρόλαβα. Ήταν ακόμα ζεστή, όμως. Ζούσα το θάνατο της μάνας μου και το δικό μου θάνατο στην πρόβα για την παράσταση. Πεθαίναμε μαζί με τη μάνα μου, ταυτόχρονα. Εκείνη ως μάνα κι εγώ ως ηθοποιός...
Είναι απίστευτο το πως μεταφέρετε επί σκηνής την αίσθηση της απώλειας. Ξεχνά κανείς το έργο ολόκληρο του Φώκνερ κι εστιάζει πάνω σας, έτσι όπως είστε ντυμένη νύφη, κι ερμηνεύετε λόγια ποιητικά. 
Έχω φτάσει με τα χρόνια σε ένα απλό, αλλά και πιο δύσκολο τρόπο υποκριτικής. Κατέχω τα μέσα μου και αφήνω εκτός το κραύγασμα, είναι ένας δρόμος στην υποκριτική μου που τον βρήκα και με εκφράζει. Νιώθω πιο κατασταλαγμένη και αποζητώ το νόημα των λέξεων μέχρι να επικοινωνήσουν με τον κόσμο. Μέχρι εκεί. 
Τό'χετε καταφέρει αυτό και το θέατρο είναι γεμάτο σε κάθε παράσταση.
Ευτυχώς, γιατί αλλιώς δεν υπάρχει θέατρο. Θέλω όσο πιο πολύ κόσμο γίνεται, όπως και τα μεγάλα θέατρα. Η παράσταση αυτή είναι για να τη δει πολύς κόσμος, δεν είναι δηλαδή για λίγους, ούτε για συλλέκτες. 150 θέσεις έχει το θέατρο και θέλω, αν είναι δυνατό αυτό, νά'ναι πάντα γεμάτο!
Κι αν ένα έργο δεν έχει εμπορική επιτυχία, σώνει και καλά είναι αποτυχημένο; Ο Πολάνσκι, ας πούμε, είχε πει ότι οι ταινίες του Αγγελόπουλου απευθύνονται σε συλλέκτες γραμματοσήμων. Αυτό τον ακυρώνει ως μεγάλο δημιουργό;
Όχι, ο Αγγελόπουλος είναι μεγάλος δημιουργός και τις ταινίες του μια χαρά μπορεί να τις δει και το μεγάλο κοινό, αρκεί να είναι εκπαιδευμένο. Υπάρχει, λοιπόν, το κοινό, υπάρχει κι η αγορά που πουλάει το προϊόν και λέει πως θά'ναι αυτό. Δε φταίει μόνο το κοινό ή ο δημιουργός. Φταίνε και οι νόμοι της αγοράς που αν δε βάλουν ένα προϊόν μέσα σ' ένα κουτί, δε μπορούν να το πουλήσουν. Οι κατηγοριοποιήσεις αυτές έχουν διαμορφώσει τα έργα για τους ''λίγους'' και τους ''πολλούς''. Ωστόσο, η δική μας παράσταση δεν είναι για λίγους. 
Ακόμη και γι' αυτούς που δεν ξέρουν τι θα πει θέατρο;
Εντάξει, υπάρχουν κι αυτοί και θες πολλή δουλειά για να τους εκπαιδεύσεις. Δεν ξέρουν, δεν έχουν πάει ποτέ στο θέατρο κι εγώ τώρα δε μπορώ να πω ότι τους θέλω κι αυτούς. Τους αγαπάμε, αλλά αφού δεν ξέρουν από θέατρο... (γέλια)
Πόσο σημαντική είναι η συντροφικότητα; Δεν εννοώ τη συζυγική ζωή απαραιτήτως.
Πάντα είχα την ανάγκη ενός συντρόφου και ποτέ δεν με άφησαν μόνη μου. Δύο χρόνια μού έπαιρνε για να προσαρμοστώ σ' έναν άλλο άνθρωπο! Μετά από ένα χωρισμό, δεν ξέρω τι κάνουν οι άλλοι, εγώ όμως κλείνω σα γυναίκα, σα νά'ναι χειμώνας. Πρέπει έτσι να έρθει η προσωπική μου άνοιξη, που μπορεί στη φύση να κρατάει τέσσερις μήνες, σε μένα όμως κρατάει δυο χρόνια. Όταν όμως είμαι έτοιμη να ''ανοίξω'', τότε μόνη μου βγαίνω έξω. Ανοίγω την πόρτα μου για να πω ''Θέλω σύντροφο'', όπως κάνει κι η φύση.
Σαν τις γάτες τον Γενάρη ένα πράγμα!
(γέλια) Έτσι όπως βγαίνω έξω χαρούμενη σαν ένα λουλούδι που ανοίγει, αυτό φαίνεται και ο άλλος το εισπράττει. Έτσι ήρθε ο τωρινός μου σύντροφος που είμαστε μαζί από το '90.
Μιλάμε για 27 χρόνια σχέσης. Μπράβο! Πόσο εύκολα ή δύσκολα θα λέγατε το ''Σ' αγαπώ'' ή το ''Δε σ' αγαπώ'', όπως κι η ηρωίδα του έργου;
Στις αρχές των ερώτων μου και εγώ έκανα λίγους και μακροχρόνιους δεσμούς, είχα την ανάγκη να ανταλλάξω τα χαριτωμένα λόγια, όπως όλοι οι άνθρωποι, ''μ' αγαπάς'', ''σ'αγαπώ'' και ''για πόσο θα μ' αγαπάς'' κλπ. Ανασφάλεια ίσως είναι...Η αγάπη πρέπει να δείχνεται, όχι να λέγεται. Η αγάπη είναι κάτι πιο αδιόρατο, πιο λεπτό, ευαίσθητο, σα μεταξωτή κορδέλα, δεν είναι φλύαρη σαν ωριμάσει.
Είπατε πριν πως δεν έχετε παιδιά. Από επιλογή;
Απλά δεν αξιώθηκα να κάνω παιδί. 
Αν είχατε κάνει, θα ήταν τροχοπέδη στην πορεία σας προς την αυτογνωσία που μου περιγράψατε;
Οπωσδήποτε. Πάντα ένα παιδί είναι μία τροχοπέδη όταν λες τα μικρά ή τα μεγάλα όχι σου. Υπάρχουν άνθρωποι που συνδυάζουν παιδιά και μεγάλες καριέρες, αλλά και άλλοι που κάνουν μεγάλες θυσίες και συμβιβασμούς. Έχω μία ψευδαίσθηση πως εάν είχα παιδί, θα τού'χα πει πράγματα για το πως θα τα βγάλουμε πέρα οι δυο μας. Θα του μιλούσα λίγο πιο άναρχα για τη συνομωσία της ζωής, να μην υποταχθούμε τελείως οι δυο μας, ασχέτως αν συμφωνούσε και ο μπαμπάς ή όχι. Να καταφέρουμε δηλαδή να ελιχθούμε μεσ' σ' αυτή τη ζωή με τους νόμους της αγοράς.
Κοινώς, θα βγάζατε ένα παιδί σαν τον μικρό σας γιο στην παράσταση που υποδύεται ο Κωνσταντίνος Γεωργόπουλος.
Ναι, ένα τέτοιο γιο θά'θελα. Πιστεύω ότι μπορείς να κάνεις με το ίδιο σου το παιδί μια μικρή συνομωσία για να του δείξεις πώς να τα βγάλετε πέρα.
Πως νιώθετε λοιπόν που έχετε στην παράσταση τέσσερα παιδιά, τρεις γιούς και μια κόρη;
Μπορεί να είναι ένας ρόλος, αλλά είναι αλήθεια πως μπορώ σιγά - σιγά να γίνω τρυφερή, να χαϊδέψω ένα παιδί χωρίς να γίνομαι ενοχλητική, να μπορώ να χτενίσω την κόρη μου με μια τρυφερότητα ή με μιαν ανάγκη να την προστατέψω. Δεν ξέρω, ίσως για πρώτη φορά έχω ταυτιστεί τόσο πολύ με αυτό που λέμε μητέρα και μητρότητα, που εγώ δεν τη γνωρίζω.
Μου έκανε μεγάλη εντύπωση το πόσο πείθετε ως μάνα στην παράσταση, ειδικά όταν έψαξα και έμαθα μετά πως δεν έχετε κάνει δικά σας παιδιά!
Ίσως οφείλεται στο ότι δεν είμαι ο τύπος που δεν ήθελε παιδιά, απλά έτυχε να μην κάνω. Υπάρχει αυτή η πίστη μου στο ότι μπορούμε να κάνουμε παιδιά και ταυτόχρονα να είμαστε οι εαυτοί μας.
Βασανίζεστε από νευρώσεις, κυρία Φιλιππίδου;
Δε μπορώ να μιλάω για τις νευρώσεις μου, καθώς όλος ο κόσμος είναι γεμάτος με νευρώσεις. Νομίζω πως τις έχω βάλει σε έναν γλυκό ύπνο και δε λέω ύπνωση, ώστε να ξυπνήσουν και να γίνουν άγρια θηρία. Τις νανούρισα και κοιμούνται κι εγώ τις ταΐζω και τις ποτίζω να είναι εκεί φρόνιμες. Τις έχω υπό έλεγχο και δεν τις αφήνω να εκδηλώνονται σε μια πρόβα ή σε μια ταβέρνα και να βγαίνει αυτό το άγριο ακραίο πράγμα επειδή εγώ είμαι η Φιλιππίδου, λόγου χάριν. Είμαι πάντα ευγενική και δε θέλω να ενοχλώ τους ανθρώπους ή να είμαι το επίκεντρο της παρέας. Αφήνω τους άλλους να με βάζουν αυτοί εκεί που θέλουν.
Έχετε νιώσει ποτέ ενόχληση λόγω της αναγνωρισιμότητας σας;
Κάποιοι άνθρωποι δεν ξέρουν πως να αντιδράσουν και σ' αρπάζουν, σε φιλάνε, σου κάνουν ερωτήσεις. Μού'χει τύχει κι είναι κάτι που θέλει κατανόηση, αγάπη ή να μπεις λίγο στη θέση αυτού που το κάνει. Η ασφάλεια που δημιουργεί το γεγονός ότι ο κόσμος σ' αγαπάει, σ' εκτιμάει και σ' αποδέχεται, είναι τόσο μεγάλο δώρο που δεν πειράζει αν υπάρχουν και πέντε - έξι, οι οποίοι θέλουν να σ' αγκαλιάσουν. Πάντως, όποτε πάω στη γενέτειρα μου, στη Θεσσαλονίκη, μπορώ να προχωρώ σα χαμαιλέων ανάμεσα στους άλλους και να το λήγω το θέμα. Χαιρετιόμαστε σα νά'χουμε συνεννοηθεί ότι είμαι η Φιλιππίδου που έρχομαι να δω τη μαμά μου κι εσείς όλοι είστε οι καλοί γείτονες. Είμαι ανάμεσα τους, λέμε για τα ψώνια μας κι έτσι δεν υπάρχει ''Η Φιλιππίδου και οι άλλοι''. Κι αυτό ένας ρόλος μπορεί να είναι. 
Με τον Κουμανταρέα είχατε προσωπική γνωριμία, έτσι δεν είναι;
Βέβαια. Πριν 10 χρόνια, πάνω που άρχιζε η κρίση, δημιουργήθηκε η πρώτη μεγάλη επιθυμία μου να φύγω από τα μεγάλα θέατρα, που υπηρετούσα καθημερινά το ίδιο πρόσωπο για τις ανάγκες της αγοράς. Χρειαζόταν μια απελευθερωτική κίνηση και βρήκα τη δύναμη να την κάνω. Ανακάλυψα λοιπόν έναν ήρωα του Μέλβιλ, απευθύνθηκα στον Κουμανταρέα και μου έδωσε την άδεια να χρησιμοποιήσω τη μετάφραση του. Πήγαινα σπίτι του, με δέχτηκε ως ένας ευγενής επίσης άνθρωπος. Μετά τον πληθυντικό της γνωριμίας του πρώτου χρόνου, περάσαμε στον ενικό, μου είπε ''Τώρα περνάμε στον ενικό αριθμό'', αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε στα μάγουλα και γίναμε φίλοι.
Σας κόστισε ο θάνατος του, φαντάζομαι.
Ναι, γιατί ήταν αναπάντεχος και κυρίως γιατί θα ήταν κοντά μου τώρα και θα μού'δινε δύναμη. Πάντως, με ένα μεταφυσικό τρόπο παίρνω και τώρα δύναμη από τον Μένη, αφού και η πνευματική κληρονόμος του μού δείχνει την ίδια αγάπη και εμπιστοσύνη. Φυσικά τίποτα δε μπορεί να αντικαταστήσει τη φυσική παρουσία, την ευφυΐα του κι εκείνες τις υπέροχες φράσεις του, την εξυπνάδα, το χιούμορ, τον τρόπο που με κοιτούσε, τον τρόπο που κάπνιζε το τσιγάρο του. 
Και στην περίπτωση του Κουμανταρέα, όσο σημαντικό είναι το πρωτότυπο έργο ενός ξένου συγγραφέα, εξίσου σημαντική είναι και η ελληνική μετάφραση του.
Εννοείται, γιατί κάνει ένα έργο καινούργιο χωρίς να θέλει να προδώσει τον Φώκνερ, όπως σημειώνει στον πρόλογο του βιβλίου. Έχει να κάνει με ένα έργο στη διάλεκτο του Μισσισσιπή, μία ''χωριάτικη'' γλώσσα, αργκό, κάτι πολύ δύσκολο να αποδοθεί στα ελληνικά του στυλ ''Λάρισα'', ''Κρήτη'' ή ''Κύπρος''. Ήθελε να είναι κοντά στην αργκό του Φώκνερ του 1929, αλλά να μην είναι ελληνικό ιδίωμα. Εκεί ο Κουμανταρέας έκανε τεράστια προσπάθεια να δημιουργήσει μια νέα γλώσσα που δεν θα ήταν απαραιτήτως του χωριού της Ελλάδας ή της Αμερικής.
Εγώ πάντως αυτό που εισέπραξα είναι η έντονη ποιητικότητα στο λόγο των χαρακτήρων.
Έτσι είναι η μετάφραση, έτσι είναι όμως και ο λόγος στον Φώκνερ. Ο Φώκνερ βάζει έναν ημερολογιακό χρόνο εννέα ημερών, παίρνει μια οικογένεια, φτιάχνει μια υπόθεση, κατέχοντας καλά τη λογοτεχνία, φτιάχνει ήρωες - χαρακτήρες, πλοκή - σασπένς κι έπειτα σαν πρωτοπόρος της γραφής σπάει αυτή τη διαδρομή των εννέα ημερών από το μπαμπακόσπιτο μέχρι το Τζέφερσον. Μέσα στη ρεαλιστική αυτή γραφή το μυαλό φεύγει, πηγαίνει κάπου αλλού, ονειρικά, συνειρμικά, κάνοντας τελικά ποίηση. Έτσι όλοι οι ήρωες του γίνονται ποιητές. Ο ίδιος σαν ποιητής και σαν θεατρίνος μάς βγάζει τη γλώσσα, είναι τρομερό! Μεγάλος ποιητής, μεγάλος λογοτέχνης που προτείνει μια νέα αφηγηματική φόρμα.
Το έργο είναι μια τοιχογραφία του Νότου της Αμερικής, ενός τόπου βαθιά ρατσιστικού και ταξικού.
Σωστά. Εκεί υπάρχουν οι μαύροι οι δούλοι που δουλεύουν στα βαμβάκια, στις φυτείες, αλλά εμείς ''είμαστε'' οικογένεια λευκών. Το έργο υπό αυτή την έννοια μιλάει κάπως στο σήμερα και γενικά οι μεγάλοι λογοτέχνες, σαν τον Φώκνερ, μιλάνε για πάντα. Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, οι σπουδαίοι λογοτέχνες μιλάνε για πράγματα που απασχολούν την ανθρωπότητα. 
Όνειρα κάνετε, κυρία Φιλιππίδου;
Ονειρεύομαι πάρα πολύ στον ύπνο μου! 
Κάθε βράδυ;
Ναι, αν και δεν είναι όλα για να τα επεξεργάζομαι, μερικά είναι φευγαλέα. Υπάρχουν όμως κάποια πολύ σημαντικά και εδώ και μια 20ετία έχω καμιά εικοσαριά τετράδια για να τα γράφω και να τα ζωγραφίζω μετά. Είναι το χόμπι μου!
Να ζωγραφίζετε όνειρα; Πρωτότυπο!
Θέλει πολλή δουλειά, αλλά μου αρέσει, με ξεκουράζει!
Σαν story board για animation film, μου ακούγεται!
Έχω πολύ υλικό από τα όνειρα μου κι εκτός αυτού, κρατάω πολλά τετράδια και με σημειώσεις μου από βιβλία που διαβάζω και μελετάω. Κρατάω ιδέες που πρέπει να τους αφιερώσω χρόνο με σκοπό κάτι να κάνω κάποια στιγμή. Κι αν δε γίνει τίποτα, δεν πειράζει, αν και θα μπορούσα...
Ακόμα και τώρα το κάνετε; Βρίσκετε χρόνο να αναλύετε τα όνειρα σας;
Τώρα κάνω επιλογή μέχρι να ''σκάσει'' το μεγάλο το καλό το όνειρο. Έχω μάθει τα όνειρα να μου μιλάνε σε βάθος χρόνου, εκεί που καμιά φορά σού μιλάνε την επόμενη μέρα κιόλας. Το κάνω μόνη μου και το χαίρομαι, όπως ένας άλλος θα έκανε κολύμπι ή σκι που εγώ δεν κάνω. Παλιά μού άρεσε να λύνω εξισώσεις γεωμετρίας ή άλγεβρας, ήταν η αγαπημένη μου ασχολία στο Γυμνάσιο, αλλά τώρα είναι τα όνειρα! 
Κι αν πιάσουμε τα πραγματικά όνειρα που αφορούν το επόμενο βήμα σας κάθε φορά;
Και τώρα μπαίνω στη διαδικασία τι θα γίνει άμα τελειώσω με τον Φώκνερ. Κάποια στιγμή θα τελειώσει μετά την επιτυχία και θα πρέπει να το τελειώσω. Όλα θέλουμε να τα κάνουμε κι έρχονται συνέχεια προτάσεις. Πρέπει όμως να ξανακούσω το μέσα μου, τον εαυτό μου για το τι θα θελήσει να κάνει. Κάθε πράγμα που κάνουμε είναι και μια φράση μας, πρέπει να συμβαδίζουμε με την εποχή μας, τη συντεχνία μας, τον κόσμο όλο. Ας μην είμαστε αυτιστικά μόνοι μας με τις επιθυμίες μας που μπορούν να καταντήσουν βουλιμικός αυτισμός. Πρέπει να κάτσω να δω τι γίνεται κι εκεί μέσα να ξαναϋπάρξω κι εγώ μ' ένα τρόπο ευγενικό ως καλλιτέχνις και ως άνθρωπος. Δεν το κάνω για μένα, ικανοποιώ και μια μανία για να επικοινωνώ. 
Μιλάτε για ώρες στο τηλέφωνο;
Όχι, δεν το κάνω, προτιμώ από κοντά να μιλάω...
Στα social media όμως έχετε μεγάλη παρουσία.
Ναι, γιατί θεωρώ ότι είναι το κομμάτι της δουλειάς μου. Παλιά, όταν είχα την ομάδα μου, ταλαιπωριόμουν πάρα πολύ. Έπρεπε να τρέχουμε με τα ποδήλατα να αφήνουμε τους φακέλλους με τα δελτία Τύπου στις ρεσεψιόν των εφημερίδων και να παρακαλέσουμε να μας γράψουν κάτι. Ορισμένους μας βοήθησε πάρα πολύ! Κάθομαι τώρα στο γραφείο μου και κοινοποιώ τη δουλειά μου, στέλνω προσκλήσεις απ' το inbox, αλλά βλέπω ότι και οι εφημερίδες προσαρμόζονται στη νέα επικοινωνιακή πραγματικότητα. Βλέπω δηλαδή ότι δεν έκανα λάθος που στράφηκα προς τα κει που γράφει κι ο Ομπάμα! Δε γίνεται νά'χει ο Ομπάμα twitter και facebook και να μην έχω εγώ (γέλια), τη στιγμή που ολόκληρη Αμερική βγάζει Προέδρους μέσα από το twitter! Δε γίνεται εμείς νά'μαστε απ' έξω, είναι κουτό! 
Ανέκαθεν ευθυγραμμιζόσασταν με την τεχνολογική εξέλιξη; 
Ισχύει. Παρακολουθώ την επιστήμη και είναι λάθος νά'ρχεται κάτι καινούργιο και να στεκόμαστε επικριτικά απέναντι του, κολλημένοι στην ''παράδοση''. Σαν τις γιαγιάδες πού'χαν μάθει στα ξύλα και μετά στη γκαζιέρα, αρνούμενες να δεχτούν τον ηλεκτρισμό. Δε γίνεται, πρέπει να προχωράμε. 
Αν ένας γιατρός σας έλεγε ''Ότι πει ο Θεός;'', πως θα το παίρνατε;
Επειδή το έζησα με τη μητέρα μου, υπάρχουν γιατροί που δεν τη λένε αυτή τη φράση. Ξέρουν δηλαδή μέσα τους ότι κάποιος πάει να καταλήξει και αφήνουν τον ίδιο και τους συγγενείς χωρίς την αγωνία του τέλους. Δεν βάζουν στο παιχνίδι στην αγωνία του θανάτου και σ' αφήνουν και λίγο στην πλάνη. Το βρίσκω ωραίο, δεν είναι ανάγκη να είμαστε με το μάτι γουρλωμένο όταν πεθαίνουμε. Εντάξει, φεύγουμε, ας γίνεται γαλήνια...
Όταν όμως υπάρχει μία ασθένεια που πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα, ακόμη και να κανονίσει τα κληρονομικά του ο ασθενής;
Βέβαια, υπάρχει κι αυτό. Σχιζοφρένειες και καρκίνοι...
Με τις σχιζοφρένειες δεν πεθαίνει κανείς...
Ναι, αλλά μπορεί να σε δέσουν, άμα έχεις μια σχιζοειδή παράνοια. 
Με εισαγγελική εντολή, εννοείτε.
Ακριβώς. Άμα αρνείσαι τη θεραπεία. Έπειτα δε γίνεται να παίζεις με τον καρκίνο ενός ασθενούς. Απλά εγώ λέω ότι έναν γέρο που πεθαίνει, καλύτερα να τον αφήνεις να πεθαίνει ήσυχος...
Τι πιστεύετε ότι έχει ένας καλλιτέχνης και οι γιατροί, που αναφέραμε, σκίζονται να τον εξυπηρετήσουν; Τό'χω βιώσει αυτό που σας λέω.
Μα δεν ''υποκλίνονται'' μόνο στον καλλιτέχνη και σίγουρα όχι μόνο οι γιατροί. Εγώ, ας πούμε, υποκλίνομαι στους γιατρούς, στους αστροφυσικούς, στους μαθηματικούς, στους αγρότες, σε απλούς ανθρώπους που ζουν κοντά στη φύση και καλλιεργούν τη γη. Εκτιμώ τους ανθρώπους που παράγουν έργο και ζωή! Και φυσικά υπάρχουν και όλοι αυτοί που αντιπαθώ. Έχω μια αλλεργία! Δεν τους κάνω κακό, τους έχω σε απόσταση! 
Αναφερθήκατε και πριν στους ''κακούς'' που ασχημαίνουν τη ζωή όλων μας με κάποια πικρία, αν μου επιτρέπετε.
Δεν είναι πικρία, είναι θέμα επιβίωσης. Γιατί να πάω σ' ένα χώρο μ' έναν τοξικό άνθρωπο; Είναι πολλοί άνθρωποι καλυμμένοι πίσω από μια μάσκα και θέλουν έτσι να κάνουν τη ζωή τους. Δε μπορώ ούτε να συνεργαστώ, ούτε να κάνω φιλίες μαζί τους...Ας έχουμε από μακριά μια ευγενική τουλάχιστον σχέση.
Φίλους έχετε πολλούς ή λίγους και καλούς; Φίλους - φίλους, όμως.
Δεν έχω πολλούς. Πολύς κόσμος μ' αγαπάει και εισπράττω πολλή αγάπη με το που εμφανίζομαι, σα να μου δείχνουν εμπιστοσύνη και να λένε ότι αυτή εδώ δε θα μας εξαπατήσει. Νομίζω ότι δε μπορούμε νά'χουμε πολλούς φίλους στη ζωή μας, γιατί η φιλία είναι πολύ δύσκολο πράγμα να την υποστηρίξεις. Εγώ έχω την αδερφή μου, έχω τον Κώστα, τον σύντροφο και φίλο μου ταυτόχρονα, έχω την οικογένεια μου και από κει και πέρα φίλους που είναι παρόντες χωρίς νά'ναι αναγκαστικά κοντά μου. Έχω επίσης πεθαμένους φίλους που μου λείπουν πολύ κι ακόμη ψάχνομαι για φίλους, δεν εγκαταλείπω. Έχω, ας πούμε, μια καλή φίλη που προέκυψε μέσω facebook, την Πόλυ Χατζημανωλάκη. Της είπα ''θέλω να βρεθούμε'', βγήκαμε μια, βγήκαμε δύο, γίναμε πολύ φίλες!
Οικογένεια.
Όχι, οικογένεια ειν' άλλο, γιατί καμιά φορά στην οικογένεια μέσα κάνεις πως δε βλέπεις - δεν ακούς. Υπάρχουν παιδιά, νύφες, ανίψια, κάτι που διαφοροποιείται απ' το νά'χεις ένα φίλο. Εγώ δεν τα βάζω όλα μαζί αυτά, είναι πολύπλοκες ''δουλειές''. Θέλουν άλλο χειρισμό.
Έχετε μετανιώσει ποτέ στη ζωή σας; Να γυρίζατε πίσω το χρόνο, που λένε.
Επειδή οι δρόμοι της ζωής μου συνδέονται με γεγονότα και κακούς χειρισμούς κι επειδή έχω τιμωρήσει πολύ τον εαυτό μου, παίρνοντας όλα τα λάθη πάνω μου, σήμερα έχω ηρεμήσει. Μπόρεσα να πω δηλαδή ''έπαθες αυτό ή εκείνο το κακό, γιατί αντίστοιχα έκανες αυτό ή εκείνο το λάθος''.
Nobody's fault but mine...
Ακριβώς. Επομένως για ποιο πράγμα να μετανιώσω; Αφού έκανα λάθη και τα αναγνώρισα και τα κατανόησα και τα πλήρωσα. Τώρα είμαι στη διαδικασία να αγαπήσω τον εαυτό μου, δε μπορώ άλλο να μετανιώνω και να ταλαιπωρούμαι. Θέλω να κατανοήσω το παιδί, την έφηβη, το ότι υπήρξα κι εγώ 16 και 17 ετών, ακόμα και όλες τις γυναίκες που με κυνηγάνε. Οι γυναίκες που ήμουν εγώ και που θέλουν την αγάπη μου. Δε μπορώ νά'μαι σκληρή μαζί τους. Έχω τιμωρήσει πολύ τον εαυτό μου, το ξανάπα! Τώρα θέλω να συμφιλιωθώ με μένα! Ξέρετε μόνο για ποιο πράγμα έχω μετανιώσει; Που δεν πήγα έξω να σπουδάσω θέατρο και να εξελίξω την τέχνη μου. Θα ήταν ένας καλός δρόμος στη ζωή μου. 
Δεν πειράζει, έχετε καταφέρει πολλά για τους άλλους, αν και πάλι εσείς αναφέρεστε στον εαυτό σας και το κατανοώ.
Δεν είχα την οικονομική άνεση και την κατάρτιση, πάντως έκανα ότι λένε τα βιβλία και τα σχολεία και οι δάσκαλοι. Γι' αυτό άργησα, γιατί τά'κανα όλα στη σειρά τους, σαν αυτό που λέμε ''το καλό παιδί και λίγο βλαξ'' (γέλια)
Τελειώσαμε. Σας ευχαριστώ πολύ και να συνεχίσετε τις παραστάσεις με την ίδια επιτυχία! 
Εγώ ευχαριστώ. Ο Θεός να σας βοηθήσει με τόσα που είπαμε (γέλια).
* Το έργο ''Καθώς ψυχορραγώ'' του Ουίλιαμ Φώκνερ στη μετάφραση του Μένη Κουμανταρέα και σε σκηνοθεσία Σοφίας Φιλιππίδου παίζεται στο θέατρο της οδού Κυκλάδων στην Κυψέλη κάθε Δευτέρα και Τρίτη στις 21.00