Παρασκευή 27 Σεπτεμβρίου 2024

Αλέκα Κανελλίδου: «Μεγαλώνοντας έγινα λίγο μοναχικός λύκος» (Η αφήγηση της ζωής της από το 2019)



Τη συνάντησα στη μουσική σκηνή «Γραμμές», στο Γκάζι, ένα βράδυ λίγο πριν την πρόβα τους με τον Γιώργο Χατζηνάσιο και τους μουσικούς τους. Όταν ο συνθέτης είχε κάτσει ήδη στο πιάνο του, η Κανελλίδου προσήλθε ευδιάθετη, απλή, σχεδόν μια λαϊκή γυναίκα δίχως το περίβλημα της ντίβας, όπως δηλαδή την απολαμβάνουν και θα την απολαύσουν πάλι οι θαυμαστές της στο stage. Σημαντική λεπτομέρεια: Η φωνή της Αλέκας Κανελλίδου διατηρείται σε εντυπωσιακά επίπεδα! Θα έλεγα πως όσο μεγαλώνει, άλλο τόσο μεστώνει και η φωνή της, κάνοντας την στα δικά μου μάτια ιδανική ερμηνεύτρια μιας μπρεχτικής cabaret παράστασης και ενός jazz κονσέρτου για λίγους και καλούς! Ευτυχώς, βέβαια, για εκείνη και για τον Χατζηνάσιο, που το πρόγραμμα τους πέρσι σημείωσε μεγάλη επιτυχία, εξ ου και επαναλαμβάνεται φέτος στο ίδιο μαγαζί. 

Αρχικά μοιραστήκαμε ένα ζεστό καφέ παρά το περασμένο της ώρας, η βαβούρα όμως που επικρατούσε στο χώρο, μας οδήγησε γρήγορα – γρήγορα στο καμαρίνι της, εκεί όπου διεξήχθη η συζήτηση μας, η οποία και ακολουθεί ευθύς αμέσως. 


Σήμερα, ξέρετε, πριν έρθω να σας βρω, πήγα στο Μοναστηράκι και αγόρασα τρία second hand βινύλια σας, που τα είχα σταμπάρει.

Μην μου πείτε αυτόν με τον Σπανό, είναι εξαντλημένος, δεν υπάρχει.

Όχι, δεν λέω αυτό το δίσκο. Ακούγοντας, λοιπόν, μονοκοπανιά τρεις απ’ τις πιο γνωστές δουλειές σας, έχω πλέον την αίσθηση μιας αβάσταχτης ερημιάς, που ενδεχομένως σας διακατέχει.

Ο ήχος θέλετε να πείτε, όχι το περιεχόμενο, τα τραγούδια.

Τα τραγούδια είναι ερωτικά, δεν εννοώ αυτό.

Εννοείτε τον ήχο, το ηχείο του ανθρώπου.

Ακριβώς.

Να σας πω: Όταν ήμουν νέα δεν ήμουν έτσι ή μάλλον ήμουν λίγο, για να μην τρελαθούμε κιόλας. Μεγαλώνοντας, όμως, έγινα λίγο μοναχικός λύκος. Δεν απορρίπτω τους γύρω μου ή το τι συμβαίνει γύρω μου, αλλά για ένα περίεργο λόγο επειδή είμαι σ’ αυτή τη δουλειά από μικρό παιδί. Η δουλειά αυτή μπορεί να σε κάνει εύκολα μοναχικό.

Να φτάσεις στο άλλο άκρο.

Να πας στο άλλο άκρο, βέβαια! Στη σκηνή δεν μπορείς να είσαι έτσι, πρέπει να επικοινωνήσεις.

Επειδή το επιτάσσει το επάγγελμα;

Μα η επικοινωνία είναι το ζητούμενο, ειδικά αν είσαι τραγουδιστής και ο κόσμος θέλει ν’ ακούει τη φωνή σου.

Υπήρχε κι ο Leonard Cohen, ας πούμε, που τον είχα δει…

Ναι, που το μιλούσε περισσότερο το τραγούδι, κατάλαβα.

Μήπως και όλη η πορεία σας δεν είναι μοναχική; Κάνατε κάτι τελείως δικό σας.

Ήμουν λίγο πεισματάρα εγώ.

Εκεί το αποδίδετε;

Τώρα το αποδίδω εκεί, στην ηλικία που έχω φτάσει. Όταν είσαι νέος και σ’ αρέσει κάτι, «you stick to that», δεν φεύγεις από κει. Εγώ μεγάλωσα και άκουγα jazz, τη λάτρευα.

Μα, αυτό είναι το θέμα. Οι δίσκοι σας που άκουγα σήμερα, είναι electropop, όχι jazz ως ήχος τουλάχιστον.

Όπως ξέρετε, τότε ήμασταν σε μία εταιρεία και είχαμε συμβόλαιο. Λέγαμε «Τι να κάνουμε, ποιος θα μας γράψει τραγούδια, τι ύφος νά’χει;» Εγώ δεν άκουγα ιδιαίτερα την εταιρεία μου, ήμουν κάπως στο δικό μου κόσμο. Ίσως έτσι να εξηγείται αυτό που μου είπατε πριν, το ότι διάλεξα αυτό και έμεινα εκεί.

Και, εξαιρουμένου του δίσκου σε ποίηση Σαπφούς, φτιάξατε ένα δικό σας «κανελλιδικό» στυλ.

Ε, τώρα «κανελλιδικό»…Το στυλ μου είναι επηρεασμένο από τα ακούσματα μου ως μικρό παιδί. Εσείς το λέτε electro-pop, που σίγουρα ήταν, αλλά εμένα ο τρόπος που τραγουδάω ήταν επηρεασμένος απ’ αυτές τις μεγάλες Αμερικάνες τραγουδίστριες: Τη Nina Simone, την Ella Fitzgerald. Δεν ζουν πια αυτές οι γυναίκες. Μοιραία επηρεάζεσαι, ακούγοντας τες, είναι σαν να κάνεις μάθημα, σεμινάριο. Τη δεκαετία του ’80, όμως, αυτή ήταν η μουσική, μη γελιόμαστε.

Δεν συμφωνώ. Οι «Μικρές Επαναστάσεις» που κάνατε με τον Γιώργο Χατζηνάσιο και τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, διαφοροποιούνταν.

Γιατί ο Γιώργος είναι σπουδαίος ενορχηστρωτής, δεν είναι μόνο συνθέτης. Το συζητάγαμε κάποια στιγμή, ότι μερικές φορές η ενορχήστρωση μπορεί να πάει πάνω απ’ το κομμάτι. Να είναι καλύτερη απ’ το ίδιο το κομμάτι με λίγα λόγια.

Συνομιλώ με μία βέρα Αθηναία.

Καραβέρα! Πλατεία Φιλομούσου Εταιρείας, αν την ξέρετε. Εκεί υπήρξε μαιευτήριο στην εποχή μου, όταν γεννήθηκα μετά τον πόλεμο.

Γεννηθήκατε το 1946.

Εγώ είμαι του ’46 και ο αδερφός μου, ο Νίκος, ήταν του ’50. Ο Νικόλας…Εκεί, λοιπόν, υπήρχε μαιευτήριο κι εκεί γεννηθήκαμε κι εγώ κι ο αδερφός μου και ξαδέρφια μου και, γενικά, οι Πλακιώτες. Στα δέκα μου ακούγονταν ο Αττίκ, ο Γιαννίδης, ο Χαιρόπουλος. Στο σπίτι μας, πάντως, μπαινόβγαιναν μουσικοί, τραγουδιστάδες, χορευτές, απ’ όλα!

Λόγω του πατέρα σας, του βιολιστή Γιάννη Κανελλίδη.

Ακριβώς. Καλλιτεχνικό σπίτι κανονικά – πιο κανονικά δεν γινότανε. Βιολιστής δεν ήταν μόνο ο πατέρας μου, αλλά και ο θείος μου, ο μεγαλύτερος αδερφός του.

Ούτε οι Lakatosz νά’ταν!

Lakatosz, μπράβο (γελάει). Ο θείος μου έπαιζε στο Μουσείο σε ένα αναψυκτήριο, που πήγαινε ο κόσμος το βράδυ να φάει το παγωτό του ή να πιει το ποτό του. Εγώ δεν πρόλαβα να τον δω.

Ήταν δηλαδή πιο ενεργός μουσικά από τον πατέρα σας;

Όχι, ο πατέρας μου ήταν πιο ενεργός, γιατί έπαιζε στα κέντρα και όχι μόνο στην Ελλάδα. Πήγαινε στην Κύπρο, στη Βηρυτό, παντού.

Ήταν γλυκός άνθρωπος;

Ο πατέρας μου;

Ναι.

Καλός ήτανε, αν και όταν κάνεις αυτή τη δουλειά κι είσαι άντρας, είναι δύσκολο να επικοινωνείς με τα παιδιά σου. Να τους δοθείς δηλαδή, έστω για λίγες στιγμές.

Σαν να τό’χετε παράπονο.

Παράπονο; Ο πατέρας μου έχει πεθάνει εκατομμύρια χρόνια.

Δεν έχει σημασία αυτό.

Δεν έχω παράπονο, όχι, γιατί μεγαλώνοντας την κατάλαβα κι εγώ τη δουλειά αυτή. Είναι άλλο να είσαι γυναίκα και να γίνεις μάνα. Και τότε ο άντρας ήταν λίγο πιο έξω απ’ το σπίτι.

Η μητέρα είχε σχέση με τα καλλιτεχνικά;

Καμία.

Μια υπομονετική σύζυγος δηλαδή.

Υπομονετική, ο λόγος που λέει…Δεν ήταν…Τσακωνόντουσαν τραγικά οι δυο τους. Τον έδιωχνε απ’ το σπίτι, έφευγε αυτός κι ερχόταν κάποια στιγμή και μας έβλεπε στο Ζάππειο, που μας άφηνε η μάνα μας και παίζαμε. Έψαχνε τον τρόπο μέσα από μας για να γυρίσει στο σπίτι (γέλια)

Μάλιστα. Όχι ιδιαίτερα εύκολα παιδικά χρόνια.

Εύκολα – δύσκολα, όλα τα σπίτια τα είχαν αυτά. Δεν ήταν τίποτα ιδιαίτερο.

Στη μουσική μπήκατε εξ αιτίας του πατέρα;

Όχι, καθόλου. Απλά την πρώτη μου δουλειά έπιασα εξ αιτίας του πατέρα. Εγώ, ναι μεν τραγουδούσα, αλλά άλλο ήθελα να κάνω. Ήθελα να σπουδάσω ψυχολογία. Ήταν το μάθημα που ξεχώριζα στο Γυμνάσιο.

Πρωτοπορία σχεδόν για εκείνα τα χρόνια. Τι σας άρεσε στην ψυχολογία;

Μου άρεσε σαν μάθημα.

Να αναλύετε τον άλλον;

Μου αρέσει η ανάλυση του άλλου. Με την καλή έννοια, όμως, όχι με την κακή. Και στη μουσική το κάνω αυτό, και στους συναδέλφους μου. Παίζει μεγάλο ρόλο για μένα ο χαρακτήρας των συναδέλφων μου, των ανθρώπων που συνεργάζομαι.

Παρότι προσηνής, βγάζετε μιαν αυστηρότητα. Ξανασυνεργάζεστε με κάποιον άμα σας την κάνει τη στραβή;

Μην είμαστε και απόλυτοι, υπάρχει μια δεύτερη ευκαιρία για όλους (γέλια). Θα έλεγα σε συνέχεια περί μοναχικότητας, πώς ναι, είμαι μοναχική, αλλά υπάρχουν ώρες που δεν την αντέχω αυτή τη μοναχικότητα και ξεχύνομαι.

Είναι θεραπεία αυτό.

Ε, βέβαια!

Πείτε μου, λοιπόν, για την είσοδο σας στο τραγούδι.

Ο πατέρας μου είχε έναν φίλο κιθαρίστα κι αυτός με ζήτησε να τραγουδάω ξένα. Δεν θυμάμαι το όνομα του, λυπάμαι.

Κι απ’ την ψυχολογία πως φτάσατε στο τραγούδι;

Τραγούδαγα ενόσω διάβαζα για το σχολείο. Ο πατέρας μου καταλάβαινε, ήξερε, είχε αυτί. Είπε, λοιπόν, του κιθαρίστα: «Να σου φέρω την κόρη μου, αν και μικρή;» Άρχισα να τραγουδάω ξένα τραγούδια, που τα ήξερα όλα απ’ έξω.

Sergio Endrigo, τέτοια;

Όχι, κυρίως αγγλικά κομμάτια και αμερικανικά jazz standards. Είχα τελειώσει και τα αγγλικά μου, είχα πάρει τα διπλώματα μου, τα’χα κάνει νωρίς όλα. Και γαλλικά έκανα από μικρή. Μόνο πιάνο δεν έκανα, γιατί βαριόμουν. Έτσι ξεκίνησε η δουλειά κι η νύχτα για μένα. Τυχαία. Βέβαια, σαφώς έπαιξε κι ένα ρόλο ο πατέρας μου, γιατί αν ήμουν η κόρη του γιατρού, που έμενε στην άλλη γωνία, δεν θα’χα πρόσβαση στα μουσικά και θα έπρεπε να πάω σε ένα μουσικό ριάλιτι.

Παρένθεση: Τι γνώμη έχετε για τα σύγχρονα μουσικά ριάλιτι;

Το «Voice» είναι καλό. Δεν το βλέπω απ’ την αρχή ως το τέλος, αλλά τα παιδιά μ’ αρέσουν όλα κι έχουν και χιούμορ. Είναι μια καλή εκπομπή για να πάει ένας νέος να τραγουδήσει και να τον δει κάποιος. Με τη διαφορά ότι στη σημερινή εποχή είναι τόσοι πολλοί οι τραγουδισταί που θέλουν να γίνουν τραγουδισταί! Δύσκολο πια, πολύ δύσκολο…Εγώ υπήρξα τυχερή που είχα τον πατέρα μου και μπήκα στο επάγγελμα, αλλιώς θα έπρεπε να είχα γνωστούς.

Μια απ’ τις πρώτες σας συνεργασίες ήταν με τον Βαγγέλη Παπαθανασίου, τον Vangelis.

Ο Βαγγέλης έκανε μια δικιά του τρελή διασκευή σε ένα ξένο και τραγούδησα. Στην άλλη πλευρά του δίσκου το άλλο κομμάτι το’χε γράψει ο Νίκος Μαστοράκης.

Έχετε επαφές σήμερα με τον Παπαθανασίου;

Σήμερα δεν τον βλέπω καθόλου. Έχω χρόνια να μιλήσω, από τότε που τραγούδαγα στην «Αθηναία» κι έμενε δίπλα στο ξενοδοχείο κι ερχόταν και την άραζε στο καμαρίνι. Γαμώτο…Πως χάνεται ο κόσμος έτσι;

Μια συνάδελφος σας μου’χε πει ότι θα’ρθεί καιρός που θα βρισκόμαστε πιο τακτικά με φίλους εκτός Αθήνας παρά μ’ αυτούς που ζούμε στην ίδια πόλη.

Το πιστεύω! Τρομερό…Πως χάνονται οι άνθρωποι…Χανόμαστε και μετά μου λέτε για μοναχικότητα! Μήπως είναι κάτι που τό’χει η εποχή μας;

Παλιά δεν χάνονταν οι άνθρωποι;

Δεν νομίζω τόσο πολύ, όχι τόσο πολύ. Πάρτε και τους συγγενείς μεταξύ τους. Όταν ζούσε η μητέρα μου ήταν ένας κρίκος, συνέδεε τους ανθρώπους γύρω, το σόι. Απ’ την ώρα που η μάνα μου έφυγε, δεν βλέπω κανέναν εγώ.

Απ’ τους συγγενείς σας;

Ναι, γι’ αυτό λέω ότι οι άνθρωποι παλιά λειτουργούσαν διαφορετικά. Υπήρχε πάντα ένας κρίκος.

Μα κι εγώ τα ξαδέρφια μου τα ξανάδα μετά από 20 χρόνια στην κηδεία του πατέρα μου.

Σκέψου…Κι εγώ το ίδιο!

Δεν είναι να στενοχωριόμαστε κιόλας.

Θέλω να πω ότι οι άνθρωποι περιέργως πέφτουν τόσο πολύ μέσα στο σήμερα και στο πως το σήμερα θα το κάνουν αύριο, που χάνονται, χανόμαστε. Όσο για τον Βαγγέλη μεγάλωσε κι αυτός, είναι πιο μεγάλος από μένα. Έχει και κινητικά προβλήματα και, εντάξει, ο Βαγγέλης κι αν ήταν ο μοναχικός των μοναχικών! Ήταν μονίμως πάνω από ένα όργανο κι εμείς χτυπάγαμε τις πόρτες και του λέγαμε «Άντε, άνοιξε να μπούμε κι εμείς εκεί να παίξουμε». Παίζαμε για μας! Θυμάμαι όταν του’χε πάρει ο πατέρας του το πρώτο του αρμόνιο κι έμενε κάπου Αχαρνών. Πηγαίναμε εκεί και κάναμε πράγματα για το κέφι της. Τα ζήσαμε τα ωραία αυτά και τα ζουν σήμερα κι οι νέοι.

Τα ζουν, η κάθε εποχή έχει τις παρέες της.

Έτσι! Ας σκεφτούμε και πόσοι άνθρωποι έμεναν στην Αθήνα τη δεκαετία του ’50 και πόσοι μένουν τώρα…

Σκέφτεστε πολύ, κυρία Κανελλίδου;

Σκέφτομαι, όχι πάντα. Άμα θέλω να μη σκέφτομαι, λύνω κάνα σταυρόλεξο που και πάλι σκέφτομαι (γέλια). Το έχω καθαρά για χαπάκι χαλαρωτικό. Ή βλέπω ταινίες, είμαι τρελή!

Τι ταινίες βλέπετε;

Όλες! Θρίλερ, δράκους, πιστόλια, ότι μπορείτε να φανταστείτε.

Δράματα;

Με τα δράματα δεν τα πάω τόσο καλά.

Το «Τζόκερ» το είδατε;

Το «Τζόκερ» δεν το είδα, όχι, αλλά πήγα κι είδα ένα με τον Μπραντ Πιτ σ’ ένα καλοκαιρινό στη Νέα Μάκρη και απ’ το κρύο αρρώστησα. Πολικό ψύχος! Για κάτσε βράδυ σε ένα θερινό.

Έκατσα κι είδα το «8 1/2» του Φελίνι, στα Εξάρχεια.

Άλλο τα Εξάρχεια, άλλο η Αθήνα κι άλλο η θάλασσα δίπλα σου.

Έχετε μεγάλη τηλεόραση, να φανταστώ, για να βλέπετε τις ταινίες σας;

Στο δωμάτιο μου έχω μια μεγάλη, 40άρα. Μου την είχε πάρει ο γιος μου. Βλέπω dvd, netflix, τα γνωστά.

Ανέκαθεν ήσασταν σινεφίλ;

Ναι, από πάντα. Στα 15 μου με άφηνε η μητέρα μου και πήγαινα στο Παλλάς, εξώστη που’χε φθηνότερο εισιτήριο κι έβλεπα τον Γουόρεν Μπίτι με τη Νάταλι Γουντ.

Ως φαν του αμερικανικού τραγουδιού, στηρίζατε Χόλιγουντ, έτσι;

Όχι απαραίτητα. Έβλεπα και ευρωπαϊκό σινεμά, τα πάντα όλα!

Για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο τι γνώμη έχετε;

Ο Αγγελόπουλος έμενε 200 μέτρα από μένα. Στο Μάτι, στο σπίτι που κάηκε. Τον είχα γνωρίσει, γιατί μου είχε ζητήσει να τραγουδήσω κάτι σε μία ταινία του, που δεν μπόρεσα να το κάνω.

Για ποιο λόγο;

Δεν μπορούσα εκείνο τον καιρό. Δεν θα ήταν σε μουσική της Καραΐνδρου, γιατί με ήθελε απλά να τραγουδήσω κάποια παλιά κομμάτια, ρετρό ας πούμε. Δεν θυμάμαι για ποια ταινία, έχουν περάσει και πολλά χρόνια. Ίσως για τον «Μελισσοκόμο».

Θα ήταν ωραία συνεργασία.

Εντάξει…

Γιατί το λέτε έτσι; Δεν σας άρεσε ο Αγγελόπουλος;

Ε, τι να πω; Μου άρεσε, όχι όλες οι ταινίες βέβαια. Κάποιες τις άφησα στη μέση, γιατί είχα κουραστεί. Βεβαίως είχε μια ματιά ξεχωριστή, δεν ήταν τυχαίος.

Ας πάμε πάλι στα μουσικά. Μιλήστε μου για τον Σπάρτακο.

Με τον Σπάρτακο έκανα το πρώτο μου δισκάκι στα 18 μου, το 1964. Ήταν στενός φίλος του πατέρα μου και του άρεσα γιατί άρεσε και στους δυο μας η jazz (σ.σ. λέει το «jazz» με αγγλική προφορά). Όπως θα ξέρετε, είχε κάνει jazz στην Αμερική με τη Ρένα Βλαχοπούλου ο Σπάρτακος. Με ξεχώρισε κατά ένα τρόπο και γράψαμε δύο τραγούδια του με τη φωνή μου.

Το άλλο ελληνικό τραγούδι εκείνων των χρόνων το ακούγατε;

Λάτρευα και λατρεύω Χατζιδάκι, λατρεύω! Τον γνώρισα! Ήθελε να τραγουδήσω στον Σείριο, στην Πλάκα. Μόλις είχα κάνει το δίσκο σε ποίηση Σαπφούς. Με ντροπή σας το λέω, δεν το έκανα, γιατί ήμουν στην «Αθηναία» και θα έπρεπε να το κλείσω το μαγαζί, με αποτέλεσμα ένα σωρό άνθρωποι να μείνουν χωρίς μεροκάματο. Δεν θα άφηνα κόσμο άνεργο για να πάω εγώ να τραγουδήσω σε πρόγραμμα του Χατζιδάκι. Μας είχε καλέσει να παίζαμε με τον Σπυράκο μαζί (σ.σ. εννοεί τον συνθέτη Σπύρο Βλασσόπουλο) 

Τώρα που το λέτε, όντως, είχα διαβάσει σημείωμα του Χατζιδάκι ιδιαίτερα τιμητικό για τα τραγούδια της Σαπφούς.

Του άρεσα πολύ εγώ. Όταν πήγα και τον βρήκα στο «ZOOM», έκανε πρόβα η Χάρις Αλεξίου. Καθόμουν πίσω, έρχεται  και αφού λέμε τα βασικά, με ρωτάει συνωμοτικά: «Σας αγέσει η Χαγούλα;» Δεν μπορώ να το ξεχάσω (γέλια) Το είπε τόσο γλυκά, με μιαν αυθεντικότητα, μια παιδικότητα! Ήθελε ν’ ακούσει τη γνώμη μου, περισσότερο όμως ήθελε να συμφωνήσω μαζί του που του άρεσε που άκουγε τη Χαρούλα να τραγουδάει. Ιδιαίτερος άνθρωπος, μοναδικός, που μας σφράγισε όλους με τον «Μεγάλο Ερωτικό» του!

Σας άρεσε η Φλέρυ Νταντωνάκη;

Είναι δυνατόν να μην μου άρεσε η Φλέρυ Νταντωνάκη; Μια θεά, την οποία γνώρισα μόνο ως τραγουδίστρια του «Μεγάλου Ερωτικού», ποτέ προσωπικά!

Όταν κάνατε το πρώτο δισκάκι με τον Σπάρτακο, δουλεύατε στα μαγαζιά παράλληλα;

Ω, έχουν περάσει και 600 χρόνια, δεν πολυθυμάμαι…Νομίζω ήταν στη Θεσσαλονίκη και ήρθε και παίξαμε μαζί…

Γιατί στο soundtrack της ταινίας «Οι θαλασσιές οι χάντρες» αναγράφεται η Νέλλη Μάνου ως τραγουδίστρια του «Crazy girl»;

Δεν μπορεί…

Έχει γίνει λάθος, λοιπόν;

Ε, βέβαια. Δεν ξέρω τι έκανε μετά η Νέλλη Μάνου, αλλά εγώ τό’πα στην ταινία. Και θα σας πω και κάτι, που δεν είναι γνωστό, γιατί ο καθένας λέει ότι θέλει, επειδή εγώ δεν μιλάω και τι να λέω δηλαδή…Εμένα με πήγε ο πατέρας μου στα στούντιο της ΦΙΝΟΣ ΦΙΛΜ, όπου εκεί βρήκαμε τον Μίμη. «Άσε, το τραγούδι είναι ”αμερικάνικο” και θα σου φέρω την κόρη μου» του είχε πει ο πατέρας μου. Σημειωτέον, ο πατέρας μου συμμετείχε ως μουσικός στο soundtrack της ταινίας. Θυμάστε τη σκηνή που ο Βουτσάς έπαιζε βιολί; Ο πατέρας μου έπαιζε και ο δικός του ήχος ακουγόταν. Το κομμάτι αυτό, όπως θα’χετε ακούσει, είχε και μια δεύτερη φωνή; Ποια μου την έκανε;

Που να ξέρω;

Η κόρη της Δανάης, η Λήδα Χαλκιαδάκη! Πολύ καλή τραγουδίστρια!

Μένει και κοντά σας, στη Ραφήνα. Βλεπόσαστε;

Τη βλέπω καμιά φορά στο σούπερ – μάρκετ ή στο δρόμο. Δεν την ξέρω και καλά, δεν κάναμε ποτέ παρέα. Την είχε φωνάξει ο Μίμης για να έκανε τη δεύτερη φωνή στο «Crazy girl» (σ.σ. τραγουδάει το κομμάτι) Να τα βγάλετε πρώτος εσείς αυτά, μην σας κουνάει κανείς την ουρά, να λέτε «Τα έμαθα απ’ την πηγή»! (γέλια)

Εντάξει, ωστόσο επιμένω: Στο δισκογραφημένο soundtrack από τη LYRA βλέπουμε το όνομα της Νέλλης Μάνου.

Εγώ το είπα σε ένα δισκάκι, που είχε στην άλλη πλευρά ένα λαϊκό με τη Μαίρη Χρονοπούλου. Ξέρετε γιατί δεν θυμάμαι ίσως; Εγώ το τραγούδησα αυτό στα στούντιο φωνοληψίας της ΦΙΝΟΣ, δεν μπήκα σε στούντιο της δισκογραφίας.

Τον Φίνο τον γνωρίσατε;

Όχι. Πήγα, το τραγούδησα κι έφυγα. Κάπου στα Μεσόγεια με είχε πάει ο πατέρας μου. Κάτι είχαν αυτές οι ταινίες, όμως! Έβλεπα χθες μία με τον Φωτόπουλο και τον Αυλωνίτη κι έλεγα «Δεν υπάρχουν αυτοί οι ηθοποιοί, δεν μπορείς να τους βρεις πουθενά»! Τέλος πάντων, εγώ τη Νέλλη Μάνου σαφώς και τη γνώριζα ως τραγουδίστρια, αλλά όταν είπα το τραγούδι είχα μαζί μου τη Λήδα, όχι τη Νέλλη Μάνου. Απορώ πως έβαλαν το όνομα της! Και να σας πω και κάτι άλλο; Είπα κάποια στιγμή του Γιάννη Δαλιανίδη: «Δεν έβαλες καν το όνομα μου στην ταινία κι ο κόσμος δεν ξέρει ποια τραγουδάει»! Κι αν δεν ήταν θέμα Δαλιανίδη, ήταν Μίμη Πλέσσα! Αυτός δεν έπρεπε να μ’ έχει βάλει;

Σωστά, μικρό κορίτσι εσείς τότε, τι να διεκδικούσατε;

Έπρεπε να λέει στους τίτλους ότι τραγούδησαν η Αλέκα Κανελλίδου και η Λήδα Χαλκιαδάκη.

Σας το ζητάνε σήμερα το «Crazy girl»;

Όχι, δεν μου το ζητάνε, δεν ξέρουν ότι τό’χα πει εγώ.

Σας δυσαρεστεί αυτό;

Σιγά τώρα…Τι να με δυσαρεστεί…Αφού έλεγα καμιά φορά στη Λάσκαρη: «Θα τραγουδήσεις ποτέ εσύ που όλο βάζεις εμένα;» Με τη Ζωή επίσης δεν κάναμε παρέα, αλλά ερχόταν και μ’ άκουγε, γιατί αγαπούσε αυτά που έκανα.

Απ’ το ’70 και μετά μπαίνετε σε μία συγκεκριμένη εταιρεία. Είχατε ζήτηση.

Σωστά, γιατί τα 45άρια δισκάκια μου είχαν γίνει στη Music Box τα περισσότερα. Κοιτάξτε, είχα έναν παραγωγό πάντα από πίσω μου που με «έτρεχε». Όλοι περάσανε: Κι ο Γιώργος Μακράκης, κι ο Ηλίας Μπενέτος, κι άλλοι. Είχε ιδέες κι ο Μάτσας. Η καριέρα μου ξεκίνησε το ’74 όταν έκανα το δίσκο με το «Άσε με να φύγω», με το εξώφυλλο του Τάσου Φαληρέα. Παραγωγός μου τότε ήταν ο Τέρενς Κουίκ κι αυτός με πήγε απ’ την ΕΜΙ. Φιλαράκι μου χρόνια ο Τέρενς, τρελούλης, αλλά καλό παιδί.

Ο Κουίκ εκείνη την περίοδο ασχολιόταν και με το rock ως παραγωγός. Είχε κάνει δουλειές με τον Ηρακλή Τριανταφυλλίδη και τους Αγάπανθος, αν θυμάμαι καλά.

Έτσι ακριβώς, ισχύει.

Σας άρεσαν οι συγκεκριμένοι καλλιτέχνες;

Μου άρεσαν, ναι, οι Πελόμα Μποκιού, ο Πουλικάκος, τους άκουγα. Με τον Βλάσση Μπονάτσο είχαμε παίξει και μαζί στην καλοκαιρινή «Αθηναία». Και ο Παύλος Σιδηρόπουλος μ’ άρεσε πολύ.

Δεν στραφήκατε, όμως, σε έναν τέτοιον ήχο εσείς.

Όχι, γιατί δεν μου πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό. Ξέρετε, εγώ να σας πω την αλήθεια, άφηνα τα πράγματα να κυλήσουν μόνα τους, δεν τα κυνηγούσα. Πιστέψτε με, έχω φτάσει σ’ αυτή την ηλικία χωρίς να κυνηγάω.

Αυτό φανερώνει και απουσία άγχους.

Όχι, δεν έχω άγχος. Αποφάσισα ότι αυτό είναι το επάγγελμα μου και μ’ αυτό θα βιοποριστώ, γιατί δεν μου άφησε κάτι ο μπαμπάς μου, ούτε ο πρώην άνδρας μου. Σηκώθηκα κι έφυγα χωρίς να πάρω τίποτα, δραχμή, «Δεν θέλω τίποτα, εγώ θα το μεγαλώσω το παιδί» γύρισα και του είπα!

Τόσο αντάρτισσα;

Τόσο! Δεν πέρασα και καλά, δεν ήταν εύκολα τα πράγματα.

Ποιος ήταν ο σύζυγος σας, αν επιτρέπεται;

Δεν θα τον ξέρετε, καμία σχέση με τον καλλιτεχνικό χώρο.

Και παντρευτήκατε από έρωτα;

Ναι, από την απάτη που λέγεται έρωτας.

Είναι απάτη ο έρωτας, ε;

Αμ, δεν είναι; Τι είναι; Αυτού του είδους ο έρωτας! Ο έρωτας δεν είναι μόνο ένας άντρας και μια γυναίκα ή δύο άντρες ή δύο γυναίκες…

Είναι στον αέρα ο έρωτας;

Έτσι, ναι, αλλά εγώ πια δεν έχω καμιά σχέση, μεγάλη γυναίκα, δεν μ’ ενδιαφέρει. Έχει τελειώσει πια το θεματάκι, ούτε καν μ’ ενδιαφέρει, αλλά το νιώθω αυτό το πράγμα, το νιώθω στον αέρα, όπως ακριβώς το είπατε. Νιώθω έναν ερωτισμό, μια λαχτάρα την ώρα που τραγουδάω, ειδικά όταν βλέπω να γίνεται κάτι ωραίο.

Ίσως γιατί κατά βάθος παραμένετε ερωτικός άνθρωπος.

Ναι, ίσως να μην τον έχω αποβάλλει από μέσα μου τον έρωτα, αλλά πιστεύω ότι η γυναίκα γενικά προχωρά γρηγορότερα απ’ τον άνδρα.

Εμπειρικά;

Δεν μιλάω για τις εμπειρίες. Εννοώ πως η γυναίκα σαν οντότητα εξελίσσεται γρηγορότερα απ’ τον άνδρα.Πάνω σ’ αυτή την εξέλιξη, έρχεται η στιγμή που μπορεί να θέλει ν’ αλλάξει τα πράγματα στη ζωή της. Εγώ είμαι και Υδροχόος…

Κι εγώ επίσης.

Αν δεν αλλάζω κάτι, λοιπόν, σχεδόν δεν ζω! Πρέπει κάτι ν’ αλλάξω!

Αναφέρεστε στην ιδιωτική σας ζωή;

Γενικά. Όχι ότι είμαι ερωτευμένη μ’ έναν άνδρα και μετά από δέκα χρόνια αναγκαστικά ν’ αλλάξω άνδρα, έτσι όπως το λέτε.

Σας ρώτησα, γιατί στην τέχνη υπηρετήσατε ένα συγκεκριμένο ύφος, δεν είχατε παρεκκλίσεις.

Μετά από τόσα χρόνια στη δισκογραφία και με τόσα κομμάτια, εγώ βαριέμαι να τα λέω! Τραγικά! Όχι μόνο εγώ, οι περισσότεροι συνάδελφοι με παλιό ρεπερτόριο.

Σωστά. Ρώτησα κάποτε τη Δήμητρα Γαλάνη γιατί ηχογραφεί συνέχεια καινούργια τραγούδια και μου απάντησε: «Για να μη λέω συνέχεια τα παλιά».

Αυτό ακριβώς σας λέω κι εγώ! Ο κόσμος, βέβαια, τα ζητάει τα παλιά…

Κι εκεί τι κάνετε;

Θα σας πω: Τους δίνω τα παλιά, αλλά τους βάζω και κομμάτια, άλλα πράγματα, αλλωνών τραγούδια, που εμένα γεμίζουν τις μπαταρίες μου. Ψάχνω να τα βρω. Έχω βαρεθεί να λέω απ’ το ’74 το «Άσε με να φύγω», δεν αντέχω άλλο.

Σας είχα δει πέρσι στις «Γραμμές» με τον Χατζηνάσιο. Αποκόμισα την αίσθηση ότι είχατε νευριάσει λίγο.

Γιατί, μήπως μίλαγαν από κάτω;

Δεν εννοώ αυτό. Σαν να μην σας άρεσαν αυτά που τραγουδάγατε.

Εξαρτάται. Ας πούμε, τη «Νύχτα» δεν τη λέω εύκολα σε τέτοιους χώρους, γιατί απαιτεί βούβα, δεν γίνεται αλλιώς.

Μάλλον δεν γίνομαι κατανοητός. Να προσθέσω τότε τι είπα για εσάς: «Μ’ αρέσει αυτή, είναι περίεργη» κι από τότε ήθελα να μου δώσετε συνέντευξη.

(γελάει) Λόγω περιέργειας δηλαδή με συναντάτε; Μα εσείς ξέρετε όλη μου την πορεία. Καταλαβαίνω τι λέτε, απλά εξηγώ πως όταν λέω τη «Νύχτα» ή τον «Αλλιώτικο νόμο» του Μαχαιρίτσα, δεν γίνεται να μην είναι όλοι συγκεντρωμένοι. Είναι κομμάτια που μοιραία τα αφαίρεσα απ’ το πρόγραμμα γι’ αυτό το λόγο.

Βγάλατε το πρώτο μέρος, θυμάμαι, ήρθε ο Χατζηνάσιος και μετά ξαναβγήκατε μαζί.

Είναι πολύ συγκεκριμένα τα πράγματα που γίνονται στο πρόγραμμα αυτό. Κάνουμε στην αρχή τα λίγα «τζαζέ» που τα θέλει κι ο Γιώργος, γιατί κι αυτός έχει μια jazz πτυχή, την οποία βέβαια πιθανώς ο κόσμος να μην ευχαριστιέται, γιατί γίνεται πολύ νωρίς. Δεν έχουμε, όμως, άλλη ώρα.

Δεν θα σας γίνω δυσάρεστος αν σας πω ότι είχατε αποχωρήσει σχεδόν τσαντισμένη από το πρώτο μέρος…

Καθόλου, καθόλου δεν μου γίνεστε δυσάρεστος. Κουβέντα ωραία κάνουμε! Δεν συμβαίνει να’ναι ίδιες όλες οι βραδιές, απλά η πείρα των ετών μας δίνει πολλά όπλα για να νικήσουμε αν κάποια στιγμή, όπως εσείς διαισθανθήκατε, κάτι δεν μας βγαίνει ή δεν μας πάει καλά. Τσαντίλα, πάντως, αποκλείεται να είχα. Έτσι όπως φεύγω απ’ τη σκηνή, ξανάρχομαι.

Άρα ας πούμε ότι είστε αεικίνητη, σαρωτική, όχι…ζοχάδα.

Ναι, ειδικά όταν το πρόγραμμα είναι «Φύγε συ – Έλα συ».

Το «Άσε με να φύγω», ασχέτως αν το βαριέστε, παραμένει ένα ωραίο τραγούδι.

Δεν το συζητώ! Μανίκας – Ελληναίος, ο κόσμος τ’ αγαπάει ακόμη! Αλλά, όπως καταλαβαίνετε, τα χρόνια είναι πολλά που το λέω. Υπάρχουν καλλιτέχνες που λένε μια ζωή τα δικά τους κι είναι ικανοποιημένοι, αλλά εγώ θέλω να το πηγαίνω παραπέρα, να λέω και κάτι άλλο. Θα μπορούσα να μένω μόνο στα δικά μου κι εκεί το πράγμα θα τελείωνε.

Και το θέμα είναι ότι, τότε, το συγκεκριμένο ρεπερτόριο σας κάλυπτε 100%.

Έκανα ότι ήθελα! Ύστερα ήρθε ο δίσκος με τον Γιάννη Σπανό. Η πρόταση πρέπει να έγινε απ’ τη ΜΙΝΟΣ, είχε γυρίσει ο Γιάννης απ’ το Παρίσι και χτύπαγε τις πόρτες κι άλλων εταιρειών, εκτός της LYRA, που σχετιζόταν. Α, ήταν γλυκύτατος στη συνεργασία μας, δεν υπάρχει αυτός ο άνθρωπος!

Υπάρχουν κάποιοι που θεωρούν το δίσκο αυτό τον καλύτερο, τόσο του Σπανού, όσο και δικό σας.

Ένα τραγούδι έβγαλε μόνο αυτός ο δίσκος, το «Ήρθε ένας φίλος». Αυτό ήξερε ο κόσμος.

Δεν είναι κριτήριο αυτό για να μη θεωρείται καλός ένας δίσκος στο σύνολο του.

Η ελληνική δισκογραφία στηριζόταν στο εξής: «Πάμε να βγάλουμε ένα κομμάτι – σουξέ κι άσε τα άλλα». Στην Αμερική, αντίθετα, έπρεπε όλα τα κομμάτια, οχτώ, δέκα, όσα ήταν, να έβγαιναν σούπερ. Εδώ πάντα προσπαθούσαν να βγάλουν το σουξέ που θα παιχτεί από τα ραδιόφωνα. Αυτό, σας βεβαιώνω, δεν έχει αλλάξει καθόλου. Ο Γιάννης είχε εξαιρετικά τραγούδια μέσα, αλλά εγώ ήμουν άπειρη τραγουδίστρια.

Και ψαχνόσασταν ερμηνευτικά;

Βεβαίως, τό’ψαχνα. Είχα διαφορετική τοποθέτηση της φωνής…Τώρα είναι η φωνή μου στη σωστή της τοποθέτηση.

Είστε τυχερή μ’ αυτή τη φωνή. Άλλες συνάδελφοί σας με «ψηλή» τοποθέτηση στη φωνή, συνήθως τη χάνουν στην ηλικία που εσείς βρίσκεστε.

Πιστεύω ότι όταν ωριμάζει κάτι, γίνεται καλύτερο. Δεν μου αρέσει αυτό που λέμε άγουρο. Θυμάμαι πως όταν κάναμε το δίσκο με τον Σπανό και τον πρωτάκουσα, μιλάμε, δεν μ’ άρεσα καθόλου! Ακόμη και τώρα που ακούω τους «Νόμους», ένα κομμάτι που πολύ μου αρέσει, εγώ δεν μου αρέσω. Με το ζόρι τον έβαλα τον Γιάννη να το πούμε στο πρόγραμμα που είχαμε κάνει στο Γυάλινο, γιατί πολλοί συνθέτες θέλουν μόνο τα γνωστά τους να παίζουν. «Γιαννάκη, μη σε νοιάζει» του είπα, «είναι εξαιρετικό τραγούδι, μην το φοβάσαι». Σιγά – σιγά το δέχτηκε κι έτσι το παίξαμε κι ακούστηκε πολύ καλύτερα απ’ το ’76 που το ηχογράφησα. Πρέπει να πούμε και ότι δεν έχει να κάνει μόνο με την τοποθέτηση της φωνής. Πιο πολύ είναι ο τρόπος που αντιλαμβανόμουν το λόγο και τότε και τώρα! Ακούω σήμερα το δίσκο και μου έρχεται ολόκληρη η εποχή, πως ήμουν τότε, τι ένιωθα, πως ήμουν στο στούντιο, θυμάμαι ως και το συναίσθημα της στιγμής…Ο Γιαννάκης τότε ήταν ο Γιάννης Σπανός, έτσι; Δεν είχαμε πολλά – πολλά, ήταν ο υπέροχος Σπανός! Και για ποιον δεν έγραφε τραγούδια τότε!

Πιστεύετε ότι ο καλλιτέχνης αυτός έχει επίγνωση του μεγέθους του; Αναλώθηκε σε πάρα – πάρα πολλά πράγματα.

Δεν νομίζω.

Όχι λέτε;

Σαφώς και έχει επίγνωση του μεγέθους και του ταλέντου του, σαφώς.

Γιατί να έχω αυτή την άποψη; Μήπως γιατί τον είδα εξαιρετικά απλό και προσιτό άνθρωπο;

Ακριβώς! Ο καθένας από μας κουβαλάει έναν χαρακτήρα, εκτός από ένα ταλέντο. Ο Γιάννης είναι ένας πολύ απλός άνθρωπος, ηθελημένα απλός.

Ενδεχομένως να του λείπει – και καλά κάνει – αυτός ο μύθος που περιβάλλει τους άλλους συνθέτες, σαν τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι και τον Ξαρχάκο.

Ναι, αυτός ο μύθος βέβαια φτιάχνεται, δημιουργείται με τον ένα τρόπο και με τον άλλον.

Βάσει της μουσικής και του έργου του καθενός;

Δεν είναι μόνο η μουσική. Πείτε μου, ποιος τίμησε τον Γιάννη Σπανό απ’ το ελληνικό κράτος; Ποιος; Κανείς! Πείτε μου πόσες φορές έχουν τιμήσει παντοιοτρόπως τον Μίκη Θεοδωράκη;

Εκατοντάδες, αλήθεια ειν’ αυτό.

Τον οποίο Θεοδωράκη αγαπάω πάρα πολύ. Δεν τραγούδησα ποτέ μαζί του.

Σας άρεσαν τα τραγούδια του Μίκη;

(γλυκαίνει το ύφος της) Μου άρεσαν, ναι.

Και τα επαναστατικά του;

Μου άρεσε όλο αυτό το επικό, το πουλί που έβγαινε από μέσα του, απ’ τα στήθη του, και πέταγε! Έτσι τον έβλεπα! Η Μαρία, επίσης, είναι ωραία τραγουδίστρια (σ.σ. η Φαραντούρη) Έχουμε γνωριστεί, ερχόταν εκεί που τραγουδούσα. Εγώ δεν πολυβγαίνω έξω, δεν πηγαίνω να δω άλλους και ίσως οφείλεται στο ότι εδώ και 25 χρόνια μετακόμισα στη Ραφήνα, αποχαιρέτισα οριστικά το κέντρο της Αθήνας. 

Το 1979 κάνατε το δίσκο «Για λίγους». Στο εξώφυλλο ήσασταν με πουκάμισο – γραβάτα. Ίσως η Τσανακλίδου είχε κάνει κάτι παρεμφερές στο «Τσάρλι Τσάπλιν», που εκεί όμως ήταν συγκεκριμένο concept. Λέω, λοιπόν, πως πρώτη εισάγατε ένα ανδρόγυνο look.

Σε μένα δεν υπήρχε concept, αλλά γενικά δεν μου αρέσει το «πολύ πράμα» πάνω στη σκηνή, το φτιασίδωμα. Ποτέ δεν μ’ άρεσε και ποτέ δεν το έκανα. Μου άρεσαν τα πιο απλά πράγματα και τώρα που΄χω μεγαλώσει, έχω γίνει ακόμα πιο απλή.

Πότε μπαίνει στη ζωή σας η Νινή Ζαχά, κυρία Κανελλίδου;

Προς τα τέλη του ’70. Η Ζαχά με έψαχνε, είχε ακούσει τη φωνή μου. Με βρήκε και κάναμε πολλά τραγούδια μαζί. Η καλύτερη φίλη που είχα στη ζωή μου! Βάφτισε και τον γιο μου. Μου λείπει αφάνταστα, παρότι δεν την έβλεπα, αφού εγώ έμενα στη Ραφήνα κι εκείνη στο Φάληρο. Και μόνο που μιλάγαμε στο τηλέφωνο και λέγαμε τρία πράγματα, εγώ δεν ήθελα τίποτα άλλο. Είναι σαν να μιλάς με έναν άνθρωπο και να λες τα πάντα και να μπορεί να σε καταλάβει. Να μη σε κριτικάρει…Θεά, ένας άνθρωπος με πνεύμα, με ταλέντο…

Με ιστορία τεράστια επίσης.

Με ιστορία, σαφώς. Από οχτώ ετών βγήκε στο τραγούδι. Κάποια στιγμή μπούχτισε και δεν ήθελε ν’ ακούει για μουσική. Δεν ήθελε ν’ ακούσει, σας λέω!

Προς το τέλος, στα γεράματα της;

Ναι. Δεν θα την έλεγες μοναχική, απλά είχε διαλέξει κι αυτή τα πράγματα που την ευχαριστούσαν στη ζωή. Ήθελε να βλέπει κινηματογράφο, ενώ από μουσική, τίποτα! Γιατί, σάμπως ακούω μουσική εγώ;

Δεν ακούτε μουσική σήμερα;

Όχι. Μόνο στ’ αυτοκίνητο αν ακούσω κάτι και το ξεχωρίσω, θα ψάξω να το βρω. Μιλάω για τώρα, όχι για παλιά, αν και συμβαίνει σπανιότατα. Εγώ τέλειωνα κάτι κι έλεγα «Τώρα θέλω απομόνωση, θέλω να’μαι ξαπλωμένη και να βλέπω αυτή την ταινία ή ν’ ακούω αυτή τη μουσική», αν υπήρχε κάτι που θα με συγκινούσε. Εκείνη την ώρα, όμως, όχι άλλη!

Ήταν ένας ισχυρός κλονισμός ο θάνατος της Νινής Ζαχά;

Ναι…Α πα πα…Έχασα την πιο πολύτιμη φίλη μου. Ήταν μεγαλύτερη κι από μένα, οπότε δεν θα την έλεγα ακριβώς μάνα, αλλά έναν άνθρωπο με περισσότερες εμπειρίες από μένα. Δεν το συζητώ, εγώ τι εμπειρίες να’χα; Μ’ αγαπούσε κι εκείνη, όμως, είχαμε πολύ ιδιαίτερη σχέση. Της έκανα για τραγουδίστρια, βρήκε αυτό που ήθελε.

Το παράδοξο είναι πως αυτή η γυναίκα, που ταυτίστηκε με τον Αττίκ λόγου χάριν, παρέδωσε σε ώριμη ηλικία disco-pop τραγούδια, όπως το «Κάνε μου λιγάκι μμμμ» με τον Γιώργο Μαρίνο.

Ξέρετε πως έγραφε τα τραγούδια η Νινή; Έπαιρνε το πακέτο με τα τσιγάρα όπου βρισκόταν, ακόμη και στην τουαλέτα, κι έγραφε ότι της ερχόταν στο μυαλό σαν έμπνευση, είτε ήταν στίχοι, είτε ήταν μουσική, νότες. Έτσι έγιναν τα περισσότερα τραγούδια της. Το «Κάνε μου λιγάκι μμμ» ήταν παραγγελιά της εταιρείας, αυτό θέλανε μετά το σουξέ της Amanda Lear (σ.σ. εννοεί το «Give a little bit to me») Ο Μαρίνος κάποια στιγμή το απαρνήθηκε τελείως κι αυτό δεν το κατάλαβα ποτέ. Του φάνηκε ένα σαχλό κομματάκι, αλλά εγώ δεν θυμάμαι μεγαλύτερη επιτυχία του Μαρίνου.

Είχε τραγουδήσει Χατζιδάκι παλιότερα και σε πρώτη εκτέλεση.

Εντάξει του Χατζιδάκι, αλλά ο Γιώργος ήταν μεταξύ του έντεχνου και του να πούμε και καμιά σαχλίτσα για να περάσει η ώρα. Καλή του ώρα, δεν ξέρω που είναι…

Σε κάθε δίσκο σας βάζατε κι από’να τραγούδι της Νινής Ζαχά.

Ναι, ένα τουλάχιστον. Κι όποτε δεν είχαμε ολόκληρο δίσκο, πάντα θα μου’δινε δυο – τρία δικά της.

Την επιβάλατε στην εταιρεία;

Σιγά μην επέβαλα τη Νινή Ζαχά εγώ! Απλά ήμασταν δίδυμο και ο Μάτσας το ονειρευόταν αυτό, απ’ όταν ήμουν ακόμη στην ΕΜΙ, πριν γίνει η συγχώνευση των εταιρειών. Η Νινή είχε πάντα μια αδερφική σχέση με τον Μάτσα και κυρίως με τον πατέρα του, τον παλιό. Ως Ζυγούρι που ήταν στο ζώδιο, πίστευε πάντα στους ανθρώπους που εκτιμούσε. 

Η Αλέκα Κανελλίδου με τη Νινή Ζαχά
Πιστεύετε ότι έχει αποτιμηθεί σωστά η προσφορά της Νινής Ζαχά στην ελληνική μουσική;

Πιστεύω πως ουδόλως την ενδιέφερε. Και τώρα να σας πω κάτι, τι πάει να πει να έχει αποτιμηθεί; Υπάρχει μια ολόκληρη γενιά που μεγάλωσε με τη Νινή Ζαχά. Η Νινή έζησε για πολλά χρόνια στη Γερμανία κι έκανε, εκτός από μουσική, πολύ κινηματογράφο. Αν γνωρίζετε την Caterina Valente, η Νινή είχε παίξει σε ταινίες δίπλα της. Έκανε τεράστια καριέρα στη Γερμανία και γύρισε πίσω, γιατί κάποια αγάπησε εν πάση περιπτώσει. Ήθελε να’χει κάποια χρήματα για να μπορεί να γράφει αυτά που θέλει και να τα χαίρεται κάποια στιγμή. Το αποτύπωμα πάντα το δίνει ο κόσμος και κανένας άλλος.

Ήταν ανοιχτή, τα έλεγε τα ερωτικά της;

Ναι, ήταν τελείως ανοιχτή. Ήταν τελείως απελευθερωμένη και απενοχοποιημένη για τα τότε ελληνικά δεδομένα. Απολύτως! Δεν είχε τέτοια θέματα, δεν την ένοιαζε η γνώμη των άλλων.

Ίσως ήταν και για σας ένα μάθημα απελευθέρωσης η τόσο δημιουργική επαφή μαζί της.

Κι εγώ είμαι απελευθερωμένη. Η Νινή, απλά, ήταν σε άλλη όχθη και εγώ σε άλλη όχθη. Καταλαβαίνετε. Ο χαρακτήρας της Νινής διαμορφώθηκε απ’ τον πατέρα της, που ήταν σπουδαίος πιανίστας, και την έβαζε μικρό κοριτσάκι να τραγουδάει. Είχαμε κι εκεί ένα κοινό, αν και μένα του πατέρα μου του’χαν πει κάτι και απλά μου το μετέφερε.

Πόσων ετών είναι ο γιος σας σήμερα;

Είναι 39. Έχω και μια εγγονή 8 ετών, είμαι πάμπλουτη.

Να σας ζήσουν.

Ευχαριστώ. Δεν έχει άμεση σχέση με τη μουσική ο γιος μου, αλλά είναι λάτρης, τρελός με τη μουσική.

Είναι ένα αποκούμπι το παιδί για κάθε γονιό που μεγαλώνει;

Δεν θα τό’λεγα αποκούμπι εγώ, θα έλεγα ότι είναι να βλέπεις το βιό σου, αυτό που έφτιαξες και που το βλέπεις να μεγαλώνει. Οι Ελληνίδες μάνες, όσο και αν μεγαλώνουν τα παιδιά, πάντα έχουν αυτό το…(σκέφτεται)

Το υπερπροστατευτικό; Το’χετε εσείς αυτό;

Το’χω, ναι, αλλά υπερπροστατευτική δεν μπορώ να’μαι με έναν άνθρωπο 40 ετών. Ανησυχώ, όμως, αλλά δεν το δείχνω πάντα.

Κάνατε όλα όσα θέλατε στην καριέρα σας;

Κάποια άλλα πράγματα, δυο – τρία, θά’θελα να τα είχα κάνει, αλλά και μ’ αυτά είμαι ικανοποιημένη, δεν έχω απωθημένα.

Πιστεύετε ότι στερηθήκατε ένα καλύτερο ρεπερτόριο;

Αν εννοείτε πιο κουλτουριάρικο, όχι, δεν θά’θελα. Ότι υπάρχουν τραγούδια, που μπορεί να τα έχω ζηλέψει, αυτό βεβαίως.

Αναφέρεστε υποτιμητικά στο κουλτουριάρικο.

Ναι, γιατί είναι μια παρεξηγημένη λέξη. Τι είναι, δηλαδή, το κουλτουριάρικο;

Μελοποιημένη ποίηση, ας πούμε.

Ε, έκανα κι εγώ! Τη Σαπφώ!

Ναι, αλλά συνεργαζόμενη με έναν συνθέτη που προερχόταν απ’ την pop-rock σκηνή, τον Σπύρο Βλασσόπουλο. Δεν το κάνατε με τον Γιάννη Μαρκόπουλο.

Η αλήθεια είναι πως όταν έπιασε στα χέρια του ο Σπύρος τη μετάφραση του Σωτήρη Κακίση στη Σαπφώ, ήταν κάτι που το έκανε για πρώτη φορά. Βέβαια, ο Σπύρος μπορούσε ν’ απλώνεται, γιατί ήταν ένας εραστής της μουσικής και δεν την είχε κάνει επάγγελμα.

Το γνωρίζω. Έπαιζε κιθάρα, ενίοτε έκανε κάναν δίσκο και μετά άνοιξε και το εστιατόριο.

Έτσι. Απλωνόταν στη μουσική, μπορούσε να μπαίνει και σ’ άλλα χωράφια. Πάντως, πρώτη φορά με τη Σαπφώ καταπιάστηκε με τις μελοποιήσεις.

Στη Νινή Ζαχά είχε αρέσει ο δίσκος της Σαπφούς;

Πάρα πολύ! Πολύ! Στην εταιρεία δεν άρεσε όταν τους είπα ότι θα το κάνω, γιατί είχε προηγηθεί το άλμπουμ «Νύχτα είναι, θα περάσει» που ξεπέρασε τις 50.000 σε πωλήσεις. Πάγωσαν με τη Σαπφώ, έλεγαν «Τι θα πουλήσει αυτό τώρα;» Ήταν ρίσκο αυτός ο δίσκος, δεν θα τον έκανε κανένας άλλος μετά από την προηγούμενη επιτυχία. Ρίσκο ήταν και που αποδέχτηκα αρχικά την πρόταση του Βλασσόπουλου. Και, βέβαια, στην ενορχήστρωση έπαιξε ρόλο ο τεράστιος Κώστας Κλάββας! Δεν υπήρχε, ήταν λες και ο Κλάββας είχε μπει σε εκείνη την εποχή, την αρχαιοελληνική.

Ευτυχώς…συνετιστήκατε γρήγορα. Κάνατε αμέσως μετά το «Μονά – ζυγά» με τον Χατζηνάσιο.

Σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου. Το’βλεπε εμπορικά η εταιρεία. Με τον Χατζηνάσιο, π.χ., γνωριζόμαστε από τα 18 μας, αν και είναι μεγαλύτερος μου. Βρεθήκαμε τότε, όμως, για πρώτη φορά.

Γνωρίζω ότι βιώσατε μια τραγωδία, την απώλεια του αγαπημένου σας αδερφού.

Είναι οι άτυχοι της ζωής αυτοί…Τι να κάνουμε…Το αδερφάκι μου…

Σας λείπει;

Άσχημα θά’ταν να είχα τον αδερφό μου; Είχε μια τρομερή αγάπη μαζί μου…Από καρκίνο πήγε και του στάθηκα πολύ. Δεν υπήρχαν κι οι γονείς μας, πεθάνανε νέοι. Ο πατέρας μου πέθανε στα 67 κι η μάνα μου στα 72. Εμείς ήμασταν, οι δυο μας, λοιπόν.

Επωμίζεστε συνήθως τα προβλήματα των άλλων;

Πάντα, δεν γίνεται αλλιώς. Τα φορτώνομαι, τα φορτώνομαι…Άκουσα κάτι στο ραδιόφωνο και μου άρεσε: «Δίνεις αγάπη και δεν ξοδεύεται, πολλαπλασιάζεται». Όμορφη φράση.

Με τις καταχρήσεις τι σχέση είχατε; Ναρκωτικά, αλκοόλ…

Είχα τρομερή έχθρα! Εγώ δεν αντέχω καταρχάς έναν μεθυσμένο, δεν μπορώ να κάτσω δίπλα του. Δεν έπινα ποτέ, δεν το σηκώνει ο εγκέφαλος μου. Άλλο ένα κρασί με παρέα, μιλάμε για να πίνω, όπως το εννοείτε. Περί ναρκωτικών, μια φορά στην Αμερική μού δώσανε μαριχουάνα και γέλαγα για τρεις μέρες, είχα γίνει νούμερο! Ήμουν σ’ ένα σπίτι κάποιου – μόλις είχε βγει το «Άσε με να φύγω» στην Ελλάδα – κι αφού φάγαμε, πέρασε μία με ένα καλαθάκι που’χε μέσα έτοιμα τα τσιγαράκια. Καπνίστρια πάντα εγώ, παίρνω ένα και το ανάβω ανυποψίαστη. Οι άλλοι ήταν υποψιασμένοι, όμως, και με κοιτάγανε καλά – καλά. Τρεις μέρες γέλαγα! Μιλάω ειλικρινά, δεν μπορώ να το ξεχάσω! Δεν με ενδιαφέρουν τα ναρκωτικά, ποτέ δεν με ενδιέφεραν.

Κι η Billie Holiday, πάντως, junky ήτανε, δεν είναι κάτι κακό για την τέχνη της.

Ναι, αλλά η Ella Fitzgerald δεν ήτανε! Δεν είναι νόμος!

Το 2008 βγήκε ο τελευταίος προσωπικός σας δίσκος με τον συνθέτη Στέφανο Κόκκαλη. Η δισκογραφία έπνεε ήδη τα λοίσθια, οπότε είπατε «πάμε να το κάνουμε κι ότι γίνει»;

Τις μουσικές έγραψε ο Στεφανάκος ο Κόκκαλης, ο οποίος είναι φίλος μου και τον αγαπώ πολύ. Μου άρεσαν τα κομμάτια του – χατζιδακίζει λίγο ο Στέφανος, γιατί είναι το ιδεατό του ο Χατζιδάκις. Γράφει καλή μουσική ο Στέφανος! Έτσι βρέθηκαν ο Κρητικός και ο Μυριανθόπουλος, αλλά και ο Κώστας Βαξεβάνης, που έγραψαν τους στίχους. Τον Βαξεβάνη τον έβλεπα τότε σαν ένα ρομαντικό παιδί, δεν περίμενα να εξελιχτεί σε τόσο μαχητικό δημοσιογράφο.

Ο δίσκος είχε βγει στη LYRA.

Όχι, βγήκε στην εταιρεία που έβγαζε 15 CD τη βδομάδα, τη Legend. Δεν ξέρω αν την αγόρασε αυτός τη LYRA, πάντως εγώ τη LYRA την ήξερα από τον Πατσιφά! Να σας πω κι ένα άλλο; Μικρή, θυμάμαι, που με είχαν πάει από τον Πατσιφά για να μ’ ακούσει, δεν του άρεσα καθόλου. Δύο τραγουδίστριες έδιωξε ο Πατσιφάς: Εμένα και τη Μούσχουρη!

Και την Αλεξίου, νομίζω.

Και την Αλεξίου; Σοβαρά;

Τώρα κατάλαβα τι είχε γίνει με το «Crazy girl». Η δική σας εκδοχή βγήκε στη PHILIPS. Ο Πατσιφάς, που δεν του αρέσατε, όπως μου εξομολογηθήκατε, έβαλε τη Νέλλη Μάνου να το πει στο soundtrack από τη LYRA.

Τι να σας πω; Μπορεί να τα ξέρετε καλύτερα, αλλά εγώ δεν θυμάμαι άλλη εκτέλεση.

Τώρα που πάτε για πρόβα, βαριέστε;

Όχι, δεν βαριέμαι, ειλικρινά.

Τη συνέντευξη αυτή τη βαρεθήκατε;

Όχι, όχι, καθόλου.

Σας ευχαριστώ πολύ, λοιπόν.

Εγώ σας ευχαριστώ πολύ!


* Η συνέντευξη με την Αλέκα Κανελλίδου πραγματοποιήθηκε στη μουσική σκηνή «Γραμμές» στις 12 Οκτωβρίου 2019 

«Ντίνος Χριστιανόπουλος - Το Ταγκαλάκι»: Το trailer για την ΕΡΤ


Πρεμιέρα σε μία εβδομάδα για το νέο κύκλο παραστάσεων του έργου «Ντίνος Χριστιανόπουλος - Το Ταγκαλάκι» στην Αθήνα. Συγκεκριμένα το Σάββατο 5 Οκτωβρίου και για πέντε συνεχόμενα Σαββατοκύριακα στο θέατρο Arroyo του Κεραμεικού. Μόλις κυκλοφόρησε και το σποτάκι μας, το trailer, που θα παίζεται από την ΕΡΤ, η οποία μπήκε χορηγός μας. 

Δευτέρα 23 Σεπτεμβρίου 2024

Κώστας Θωμαΐδης: «Ο Θάνος Μικρούτσικος είναι για μένα το άλφα και το ωμέγα σε ότι έχω κάνει μέχρι σήμερα»

 

Αγαπημένη φωνή στις μεγαλύτερες μουσικές σκηνές και στα ερτζιανά. Ένας απ’ τους πιο στενούς συνεργάτες του αείμνηστου Θάνου Μικρούτσικου, που του εμπιστεύτηκε σπουδαία έργα. Απ’ αυτόν αρχίσαμε κάποτε να μελετάμε τις μουσικές του κόσμου, τα fados, τα tangos και τα ιρλανδικά παραδοσιακά, έτσι όπως τα παρουσίαζε απ’ τις εκπομπές του στον κάποτε κραταιό Μελωδία. Ο Κώστας Θωμαΐδης συνεχίζει να κάνει ραδιόφωνο από τη συχνότητα της ΕΡΑ και να ηχογραφεί καινούργια τραγούδια. Ανάμεσα τους δύο σε δική του μουσική και σε στίχους της ποιήτριας από την Ξάνθη, Στέλλας Δενδηλιάρη. Επίσης, ένα ανέκδοτο τραγούδι του Θάνου Μικρούτσικου σε ποίηση Γιάννη Σκαρίμπα. «Και που θα βγουν, τι έγινε;» τον άκουσα να μου λέει εμφανώς απελπισμένος με την κατάσταση που επικρατεί ως προς τη διανομή του νέου ελληνικού τραγουδιού. Μια καλή αφορμή για να ξεκινούσαμε τη συζήτηση μας.

Στο Καφέ των Ποιητών της πλατείας Βικτωρίας με τον Κώστα Θωμαΐδη (Πεμπτη 8 Αυγούστου 2024)
Ενώ είστε ένας πολύ αγαπητός καλλιτέχνης, έχω την εντύπωση πως δεν υπήρξατε ποτέ καριερίστας.

Συμφωνώ, αν και το «καριερίστας» εγώ δεν μπορώ να το μεταφράσω και δεν θέλω, γιατί πάντα ήμουν έξω απ’ αυτή τη λογική. Από πολύ νωρίς υπήρξε ένα σημείο καμπής στην πορεία μου και αναφέρομαι στο 1982, όταν κάναμε με τον Θάνο Μικρούτσικο τον «Γέρο της Αλεξάνδρειας». Όχι μόνο δισκογραφικά, αφού αυτό το έργο έγινε παράσταση στο αντίστοιχο Θέατρο Τέχνης των Βρυξελλών και μετά εδώ σε σκηνοθεσία Μουμουλίδη. Η βοήθεια του Θάνου σ’ αυτή μου την καμπή ήτανε καταλυτική, αν σκεφτούμε πως λίγο μετά έκανα έναν πολύ νεανικό ποπ δίσκο που δεν με αντιπροσώπευε. Ήταν μία εποχή που ψαχνόμουν και κατάλαβα ότι εκεί θα παίξω σ’ ένα γήπεδο με πολλούς άλλους, όπου δεν μετράει αν έχεις καλή φωνή παρά μόνο η εμφάνιση. Ο Θάνος μου είπε σε μία συζήτηση: «Κώστα, εσύ έκανες τον Καβάφη και πήρες εξαιρετικές κριτικές στις γαλλόφωνες χώρες. Αυτός είναι ο προνομιακός σου χώρος και, κατά τη γνώμη μου, δεν σε αντιπροσωπεύει το άλλο». Συμφώνησα απόλυτα.

Ο δεύτερος προσωπικός δίσκος του Κώστα Θωμαΐδη, «Της φαντασίας ταξίδια» (1991), με ένα ρεπερτόριο που, κατά τον Θάνο Μικρούτσικο, δεν του ταίριαζε
Θα θέλατε και την επιβεβαίωση.

Ακριβώς. Ήταν και το κλίμα της εποχής, όχι τόσο πολιτικοποιημένο πια, εφόσον μιλάμε για τη δεκαετία του 1980 και όχι του ’70. Η παρέα ήταν πιο ποπ – ροκ και δε μπορούσα να περπατήσω σ’ αυτά τα μονοπάτια όσο και αν τα συμμεριζόμουν.

Μην το λέτε, είστε ίδιος ο Φιλ Κόλινς!

(γέλια) «Φιλ» με φώναζε ο Γιάννης Σπάθας, «Φιλ» με έλεγε ο Μπονάτσος, όλοι «Φιλ» με αποκαλούσαν. Βάλε και σε πόσους τέτοιους δίσκους της εποχής έπαιζα μαντολίνο, βέβαια μόνο σε δίσκους φίλων. Με φώναζαν και πήγαινα. Θυμάμαι τώρα τους Τερμίτες και μερικά κομμάτια με τον Πασχαλίδη. Στη «Γυμνή σκιά» των Κατσιμιχαίων παίζω φλογέρα, ενώ σε πάρα πολλούς δίσκους σφυρίζω.

Έχετε σπουδάσει μουσική και τραγούδι;

Τραγούδι δεν σπούδασα, αλλά είχα καλούς δασκάλους. Σπούδασα αρμονία, αντίστιξη χωρίς να πάω φούγκα και παραπάνω. Από πολύ νωρίς διάβαζα παρτιτούρα, διαφορετικά δεν θα μπορούσα να ερμηνεύσω έργα του Μικρούτσικου και του Θεοδωράκη. Στο εξωτερικό, π.χ., κυκλοφόρησε σε CD η «Κατάσταση Πολιορκίας» με μένα και τη Φαραντούρη υπό τη διεύθυνση του Μίκη.

Πάντως η Τσανακλίδου όταν σας προλόγισε στη συναυλία της στο Ηρώδειο, αναφέρθηκε στο ότι ξεκινήσατε μαζί στη Θεσσαλονίκη ως παιδάκια.

Οχτώ χρονών! Όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, είχα αγκαλιά το ραδιόφωνο. Μου άρεσε να γυρίζω το κουμπάκι και να σταματώ όπου ήθελα. Κάποια στιγμή ήρθε στο σπίτι μας ένα πικάπ, απ’ αυτά που το καπάκι ήταν και ηχείο. Έτσι ήρθαν οι πρώτοι δίσκοι του Θεοδωράκη και του Γιάννη Βογιατζή που ήταν η μεγάλη μου αγάπη στα μέσα του 1960. Εγώ ανέκαθεν λάτρευα δύο τραγουδιστές: Τον Γιάννη Βογιατζή και τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, που ερμήνευσαν εξαιρετικά τραγούδια. Στο σπίτι που μέναμε, έβγαινα στο μπαλκόνι και μου φώναζαν από απέναντι: «Κωστάκη, τραγούδησε μας» κι εγώ τραγουδούσα.  Ένας θείος της μαμάς μου, που είχε απωθημένα με το τραγούδι, με πήρε μια Κυριακή πρωί και είδαμε στο θέατρο Παλλάς της Θεσσαλονίκης παιδική παράσταση της Μαίρης Σωίδου. Στην Ελλάδα δεν είχε ξαναϋπάρξει ολόκληρο θέατρο μόνο με παιδιά που τις Κυριακές γέμιζε με πάνω από χίλια άτομα. Εκεί τραγουδούσε ο Χρήστος Λεττονός, μεγαλύτερος από μένα. Απ’ την πρώτη στιγμή, ένα κοριτσάκι ήρθε και με βρήκε και τακιμιάσαμε. Ήταν η Τάνια Τσανακλίδου! Όλα τα παιδικά μας χρόνια μόνο ένα παιχνίδι είχαμε: Το θέατρο και το τραγούδι. Μεγαλώσαμε μαζί, κοιμόμασταν αγκαλιά στο σπίτι της, ήταν η αδερφή μου και έτσι παραμένει μέχρι σήμερα. Χαίρομαι και με θεωρώ τυχερό που δεν λέμε μεταξύ μας ονόματα, αλλά «αδερφέ μου» και «αδερφούλα μου». Και πάντα «Κωστάκη», ποτέ «Κώστα». Όσοι μ’ αγαπάνε και ας μην το ξέρουν, ξαφνικά το γυρίζουν στο «Κωστάκη». Ποιος ξέρει τι εκπέμπω.

Τάνια Τσανακλίδου - Κώστας Θωμαΐδης, παιδιά τη δεκαετία του 1960 στη Θεσσαλονίκη
Μια παιδικότητα. Δεν χαίρεστε;

Πολύ, καθώς είχα ευτυχισμένα παιδικά και εφηβικά χρόνια. Έχω έναν αδερφό σπουδαίο στο χώρο του Θεάτρου Σκιών. Γιάννης Χατζής λέγεται.

Γιατί όχι Γιάννης Θωμαΐδης;

Όχι, το «Θωμαΐδης» δεν υπάρχει σε καμία ταυτότητα μου, Κώστας Χατζής λέγομαι, αλλά το άλλαξα λόγω συνωνυμίας με τον μεγάλο Κώστα Χατζή. Μου δόθηκαν ως παιδί πολλές ευκαιρίες. Δύο απ’ αυτές γευτήκαμε εγώ και η Τάνια: Πρώτη η Τάνια έπαιξε στα εννιά της χρόνια στο «Απόψε αυτοσχεδιάζουμε» των Μυράτ – Ζουμπουλάκη με τα τραγούδια του Χατζιδάκι και εγώ στα 14 μου συμμετείχα με το Θέατρο Τέχνης του Κουν σ’ άλλο έργο του Πιραντέλο. Πατέρας μου «ήταν» ο Γιώργος Λαζάνης, μητέρα μου η Αγγέλικα Καπελαρή και αδέρφια μου ο Μίμης Κουγιουμτζής και η Μάγια Λυμπεροπούλου. Βουβά πρόσωπα ήταν ακόμη ο Ηλίας Λογοθέτης με τον Αντώνη Αντύπα, οι οποίοι με βοηθούσαν αφού μοιραζόμασταν το ίδιο καμαρίνι. Στην πορεία μου, βέβαια, έχω παίξει σε τόσες παραστάσεις τραγουδώντας, που ένας ηθοποιός θα ήθελε γύρω στα δεκαπέντε χρόνια για να τις καλύψει. Το λατρεύω το θέατρο, ενώ κάνοντας και σπουδές κινηματογράφου, για τρία χρόνια δούλεψα βοηθός οπερατέρ του Νίκου Καβουκίδη σε διαφημιστικά. Με έστειλε ο Βούλγαρης που τον είχα καθηγητή στη σχολή Σταυράκου και ήταν απ’ τις καλύτερες στιγμές μου. Όμορφα χρόνια χωρίς άγνοια κινδύνου και, προσέξτε, χωρίς να προέρχομαι από καλλιτεχνική οικογένεια. Ο πατέρας μου ήταν γεωπόνος και η μητέρα μου νοικοκυρά, η οποία όμως είχε καλή φωνή και κάναμε μαζί διφωνίες. Στα έντεκα μου, ο θείος ο Κώστας μού χαρίζει μία κιθάρα. Σε λίγη ώρα έμαθα να παίζω το «Αστέρι του βοριά» πατώντας σε μία χορδή. Στους τρεις μήνες κάποιος μου έδειχνε τις συγχορδίες και τραγουδούσα παίζοντας παράλληλα. Αυτό ενώ μου έκανε καλό ακουστικά, μου έκανε κακό στο εξής: Άργησα να ξεκινήσω σπουδές στη μουσική, επαναπαύθηκα.

Το έχετε μετανιώσει;

Πολύ, γιατί θα μάθαινα το όργανο που λατρεύω, το πιάνο. Στο πιάνο είσαι ολοκληρωμένος μουσικά.

Και η Αρλέτα που έλεγε πως ένα τραγούδι δεν είναι τραγούδι αν δεν μπορεί να παιχτεί με μία κιθάρα;

Το κάθε όργανο έχει τη δική του προσωπικότητα, αλλά η κιθάρα δεν έχει τη δυναμική και την ένταση του πιάνου με τα μπάσα, τη συγχορδία και τη μελωδία. Έχω συναντήσει, όμως, κιθαρίστες σαν τον Μανώλη Ανδρουλιδάκη, που ακούω ολόκληρη ορχήστρα μέσα από την κιθάρα του. Αυτός είναι ειδική περίπτωση, έχει εξελίξει πολύ την τέχνη του. Ίσως η Αρλέτα το έλεγε αυτό για τους μουσικούς του Νέου Κύματος, που είχαν μεν κλασική παιδεία, αλλά κανένας δεν ήταν τρομερός σολίστ.

Πότε μπήκατε στη δισκογραφία;

Λίγο μετά την εφηβεία τυχαία με τα «Απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας» του Λουκιανού Κηλαηδόνη. Είχα κατέβει στην Αθήνα κάπως τυχοδιωκτικά με έναν πατέρα που εκείνη την εποχή, όταν του είπα ότι θα φύγω για να βρω την τύχη μου, μου είπε κάτι που δεν θα το ξεχάσω ποτέ: «Στενοχωριέμαι που θα φύγεις από μας, αλλά προχώρα και να ξέρεις ότι είμαι δίπλα σου». Ήταν τρομερό να στο λέει αυτό ο πατέρας σου εν έτει 1972. Του το χρωστάω αιώνια!

Πότε τον χάσατε;

Το 1979, έφυγε νέος. Είχε μια επισφαλή υγεία…Στην Αθήνα, λοιπόν, έμπλεξα με παιδιά της Καλών Τεχνών, κουλτουριάρηδες της εποχής. Παρέα στενή κάναμε τότε εγώ, η Τάνια και η Ναταλία Θωμαΐδη, η πρώτη μου γυναίκα. Ο έρωτας μας με τη Ναταλία πραγματώθηκε κι αυτή ήταν συμμαθήτρια τότε με τον Ανδρέα Τσεκούρα, τον ακορντεονίστα του Λουκιανού. Αυτός με πήγε στον Λουκιανό και σε μία βδομάδα με βάλανε στο στούντιο και είπα τρία τραγούδια. Θυμάμαι τον Λουκιανό με μεγάλη αγάπη, ένα παιδί ήταν, κάτι που βλέπω και σε μένα χωρίς όμως να εγκλωβιστώ. Το λέω γιατί έχω δει ανθρώπους μεγάλους πια σε ηλικία να είναι «κολλημένοι» με τη δεκαετία του 1950. Όσο μεγαλώνεις, οι αναμνήσεις έρχονται και είναι πολύ όμορφο να ξέρεις να τις διαχειριστείς. Αν αφεθείς, έχασες το έδαφος. Η μνήμη όταν επιστρέφει, εκδικείται.

«Ο Γέρος της Αλεξάνδρειας» (1983), η πρώτη δισκογραφική συνεύρεση του ερμηνευτή Κώστα Θωμαΐδη με τον συνθέτη Θάνο Μικρούτσικο 
Εγώ νομίζω πως κάποιος που το κάνει αυτό δεν είναι και πολύ καλά ψυχολογικά.

Ασφαλώς. Οτιδήποτε καινούργιο βγαίνει, ειδικά στην τεχνολογία, κάνω βουτιά για να το μάθω! Το δρόμο μου δεν τον βρήκα με τον Λουκιανό, αφού τον είχα βρει από παιδάκι. Δεν σκέφτηκα να κάνω απολύτως τίποτα άλλο στη ζωή μου! Στο σχολείο, σε αντίθεση με την Τάνια που ήταν καλή μαθήτρια, εγώ δεν διάβαζα. Είχα μια κιθάρα που με περίμενε στο σπίτι και απλά περνούσα τις χρονιές. Ένα χρόνο πριν τον Λουκιανό, περίοδο Μεταπολίτευσης, έμενα στην οδό Σωζοπόλεως κοντά στην πλατεία Αττικής, σ’ ένα υπόγειο μαζί μ’ ένα γνωστό μου από τη Θεσσαλονίκη. Τεράστιες μοναξιές μέχρι να γνωρίσω κάποια παρέα. Δίπλα υπήρχε ένα φωτογραφείο που το’χε ένας Θεσσαλονικιός και μένα με είχε σαν γιο του. Όταν έφυγε απ’ τη ζωή, άφησε μια τσάντα με φακούς και μηχανές για να την παραδώσουν σε μένα. Ένα μεσημέρι ήρθε ένας γνωστός του μαζί με τον Ανδρέα Μικρούτσικο που έφεραν κάποια φιλμ για εμφάνιση. Το απόγευμα της ίδιας μέρας μπαίνουμε στο σπίτι αυτού του γνωστού του – Αύγουστος του 1975 ήταν – όπου βλέπω μπροστά μου τη Μαρία Δημητριάδη. Μου κόβονται τα πόδια! Είχα τη Δημητριάδη στο ένα μέτρο. Πιάνει ο Ανδρέας την κιθάρα, αυτή αρχίζει να τραγουδάει και δε μπορούσα να κρατήσω τα δάκρυα μου. Ένας απ’ την παρέα κάνει: «Κώστα, πες κι εσύ ένα τραγούδι». Το ζήτησε κι ο Ανδρέας, οπότε πιάνω την κιθάρα και λέω το «Γωνιά – γωνιά» του Μίκη. Βγάζω την κορώνα και δεύτερο τραγούδι δεν είπα. Ο Ανδρέας μου λέει: «Αύριο το απόγευμα στις 6 θα έρθεις να σε γνωρίσει ο αδερφός μου». Πάω εκεί, σ’ ένα ρετιρέ πέμπτου ορόφου, όπου κάνανε πρόβα για ένα πρόγραμμα σε μπουάτ με τραγούδια Θεοδωράκη και Μπρεχτ. Ο Θάνος στο πιάνο, ο Στέφος στο τρομπόνι, ο Κολοβός στο κλαρινέτο, οι Ρακόπουλος – Περσίδης στις κιθάρες και ο Τουλιάτος, 18 ετών, στα κρουστά. Ο Θάνος μου ζητάει να πιάσω την κιθάρα και να τραγουδήσω κάτι. Ξανά λέω το «Γωνιά – γωνιά» με κλειστά μάτια, παρουσία της Δημητριάδη, της Αφροδίτης Μάνου και του Θόδωρου Δημήτριεφ. Τελειώνοντας, προτού δω τις αντιδράσεις τους, ακούστηκαν χειροκροτήματα απ’ τα απέναντι διαμερίσματα. «Έλα έξω» μου λέει ο Θάνος και βγαίνουμε σε μια γωνιά στο μπαλκόνι. Τον θυμάμαι να ακουμπάει στην κουπαστή και να λέει: «Γαμώτο, έχω κλείσει πρόγραμμα»…Και μετά από λίγο: «Στα αρχίδια μου, θα’σαι κι εσύ»! Έτσι ξεκινάμε στη μπουάτ «Ορίζοντες» όπου έπαιζα και μπουζουκάκι, ενώ ο κόσμος μου επέβαλλε να λέω δύο φορές το «Γωνιά – γωνιά»! Αυτό ήταν το μπάσιμο μου. Τραγουδούσαμε εγώ, η Δημητριάδη, η Μάνου, ο Δημήτριεφ και ο Γιάννης Συρρής, ένας καλός τραγουδιστής που πέθανε νωρίς, νομίζω ότι πνίγηκε στη θάλασσα. Άρχισα να έχω επαφές στενές με τον Θάνο και να ξεπατικώνω ολόκληρη την τεχνική της Δημητριάδη. Τη ρωτούσα και μου έδειχνε, ήταν δασκάλα μου. Φτάνουμε στο 1982 και μπαίνω στις συναυλίες του Θάνου με Δημητριάδη, Βασίλη Παπακωνσταντίνου και Γιώργο Μεράντζα. Τελειώνοντας από μια συναυλία στο Μεσολόγγι, γυρνάει και μας λέει με τον Μεράντζα ο Θάνος: «Θα φτιάξω Καβάφη για μία παράσταση και θα πάμε στις Βρυξέλλες». Ο ίδιος ο Θάνος είχε πει πως αν δεν έφευγα φαντάρος, εγώ θα τραγουδούσα στον «Σταυρό του Νότου», αλλά θέλω να ξεκαθαρίσω πως ο Γιάννης Κούτρας ήταν ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ερμηνευτής του έργου. Από εκείνη τη στιγμή γίναμε οικογένεια με τον Θάνο. Οι δυο μας με τον Θάνο είχαμε γράψει ολόκληρο το σάουντρακ για μία παράσταση της Νίκης Τριανταφυλλίδη με έργο του Ρίτσου. Εγώ έπαιζα φλογέρα, κιθάρα, μαντολίνο, σφύριζα, ενώ ο Θάνος έπαιζε πιάνο και κίμπορντς. Πήγαμε στις Βρυξέλλες και παίρνω τα καλύτερα credits από τον Βέλγο σκηνοθέτη. Τρία χρόνια αργότερα ο Θάνος ανέβασε στο ίδιο θέατρο την «Σονάτα του Σεληνόφωτος» του Ρίτσου και μου τηλεφωνεί από ένα ξενοδοχείο της Γαλλίας: «Γυρίζω την Κυριακή στην Αθήνα, Δευτέρα ξεκινάμε πρόβες για τη ‘’Σονάτα του Σεληνόφωτος’’ που θα τραγουδήσεις εσύ στις Βρυξέλλες»! Ήξερα το έργο αυτό με τον Βουτσίνο και δεν πίστευα ότι θα τα καταφέρω. Το δουλέψαμε νότα – νότα ώσπου θα το παρουσιάζαμε σε μία εκδήλωση για τον Ρίτσο. Πάμε κι είναι ο Ρίτσος από κάτω. Αρχίζω και τρέμω! Ο Θάνος μου έριξε το γνωστό υβρεολόγιο του: «Μπες και πες το, έχεις εμένα δίπλα σου, θα το σκίσεις»! Το είπα κι ήρθε ένας Ρίτσος με μια μεγάλη αγκαλιά. Έκτοτε πήγαινα συχνά σπίτι του και μιλούσαμε ή μάλλον δεν μιλάς όταν έχεις απέναντι σου τον Γιάννη Ρίτσο, αλλά απλώς ακούς. Ο Ρίτσος μου είπε απίστευτα πράγματα με μια καλοσύνη μοναδική. Ήταν ο πιο ευγενής άνθρωπος που γνώρισα στη ζωή μου!

Ο Θάνος Μικρούτσικος τελικά υπήρξε κεφάλαιο στις ζωές πολλών άλλων ανθρώπων.

Ο Θάνος είναι για μένα το άλφα και το ωμέγα σε ότι έχω κάνει μέχρι σήμερα, είτε σε δικές του μουσικές, είτε όχι. Μου έμαθε πράγματα, τα οποία δεν μαθαίνεις ποτέ στο ωδείο και πάντοτε μου έδινε στίχους μεγάλων ποιητών. Απ’ τον Καβάφη και μετά, η δυσκολία σε ότι μου έδινε, ήταν επί δέκα! Ανέβαζε τον πήχη μέχρι που αξιώθηκα να τραγουδήσω τον Καββαδία στην τελική μορφή που του είχε δώσει. Συνήθιζε να αυτοσχεδιάζει ο ίδιος επί σκηνής, πήγαινε σπίτι και δοκίμαζε νέα πράγματα, αναθεωρώντας την αρχική εκδοχή αυτού του έργου. Αξιώθηκα ακόμη να τραγουδήσω την «Καντάτα για τη Μακρόνησο» και τη «Σπουδή στα ποιήματα του Μαγιακόφσκι», πράγματα που εγώ λάτρευα με τη φωνή της Δημητριάδη.


Επίσης ηχογραφήσατε σε πρώτη εκτέλεση το «Καραντί» του Καββαδία σε δίσκο 45 στροφών. Με το χέρι στην καρδιά, σας ενόχλησε που αυτό καθιερώθηκε με τη φωνή του Νταλάρα;

Όχι, δεν με πείραξε, αφού αν το έλεγα σήμερα σε δίσκο, θα το έλεγα αλλιώς. Κατά τον Κώστα Γανωσέλλη, που έκανε την ενορχήστρωση, το είχα πει πολύ καλά, του άρεσε κι ακόμη, όποτε με βλέπει, μου μιλάει γι’ αυτό. Δεν με ενόχλησε, γιατί βρήκα τη φωνή μου πάρα πολύ στη «Γυναίκα», στην «Εσμεράλδα», στο «Cambays water» και στο «Μαχαίρι». Το τελευταίο δεν μου το έδινε ο Θάνος: «Δεν το λες καλά αυτό» ήταν τα λόγια του. Όταν, όμως, έγινε η τελευταία συναυλία του στο Βράχων, που όλοι κλαίγαμε, μου ανακοίνωσε πως θα τραγουδούσα το «Μαχαίρι». «Βρε Θάνο, είναι ο Βασίλης εδώ» του κάνω κι εκείνος μου είπε να μην ανησυχώ. Πήγα απ’ το σπίτι του και κάναμε δυο πρόβες, που τις ηχογράφησα. Με σκηνοθέτησε κανονικά, δεν μου επέβαλλε πως θα το έλεγε εκείνος. Τα έχασα απ’ το χειροκρότημα στη συναυλία και ο Θάνος δεν μ’ άφηνε να κατεβώ απ’ τη σκηνή. Όταν κατέβηκα, έτρεξα κατευθείαν στον Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Αγκαλιαστήκαμε και μου είπε: «Το έσκισες, Κωστάκη, το έσκισες»! Τον λατρεύω, κάποτε μέναμε και στην ίδια πολυκατοικία με τον Βασίλη.

Μήπως, όμως, συνεργαζόμενος τόσο στενά με τον Μικρούτσικο, στερηθήκατε και άλλων καλλιτεχνικών συμπράξεων;

Έκανα πολλά πράγματα με τον Μίκη. Φτάσαμε με περιοδεία μέχρι το Σαντιάγο της Χιλής μαζί με την Άρια Σαγιονμάα και τον Πέτρο Πανδή. Ο Θάνος ήταν αυτός που μου έλεγε να κάνω και άλλα πράγματα. Όταν με έψαχνε ο Νότης Μαυρουδής για τον κύκλο «Έρως ανίκατε μάχαν», τηλεφώνησε του Θάνου. «Βρε Νότη, δε ντρέπεσαι; Από μένα ζητάς άδεια;» του είπε ο Θάνος. Πολλά τέτοια περιστατικά! Ξαναπάω πίσω και σκέφτομαι πως όταν ήμουν στο παιδικό θέατρο, μια μέρα θα’χε συναυλία ο Μίκης με Μπιθικώτση και Φαραντούρη. Με βάλανε μέσα οι τεχνικοί του θεάτρου και κοιτούσα τον αετό να ανοίγει τα χέρια του. Έκανα μια ευχή! Να είμαι μεγάλος και να τραγουδάω με τον Μπιθικώτση και τη Μαρία υπό τη διεύθυνση του Μίκη. Αφελής σκέψη…Κι είναι μια βραδιά στο Σίδνεϊ στην Αυστραλία που τραγουδώ για πρώτη φορά με τον Μίκη. Κάναμε εκεί πρόβες με την «Κατάσταση Πολιορκίας», ένα δύσκολο έργο. Αφού το τέλειωσα και πήγε καλά, πλησίασα τον Μίκη: «Κύριε Μίκη, θα ήθελα να σας δώσω ένα φιλί». Και ξέρετε, ο Μίκης δεν ήθελε να τον ακουμπάνε. Τον αγκαλιάζω, τον φιλάω και του αφηγούμαι εκείνη την παιδική σκηνή. «Φέρε γρήγορα ένα πρόγραμμα της παράστασης» μου κάνει. Του το έφερα και μου έγραψε μια τρομερά εγκάρδια αφιέρωση. Από τότε περιοδεύσαμε σ’ όλη τη Γερμανία, την Αυστραλία, ενώ στη Χιλή παίξαμε για πρώτη φορά μετά τη χούντα του Πινοσέτ το «Κάντο Χενεράλ» του Πάμπλο Νερούντα.

Πως και δεν συνεργαστήκατε με τον Μάνο Χατζιδάκι;

Φταίω εγώ γι’ αυτό. Στη σχολή Σταυράκου είχα καθηγητή τον Παντελή Βούλγαρη, όταν έκανε ταινία τον «Μεγάλο Ερωτικό».  Σε ένα σκετς μάλιστα εμφανίζεται και ένα σκυλάκι που είχα τότε. Ο Βούλγαρης μου λέει μια μέρα: «Ο Χατζιδάκις ετοιμάζει ένα πρόγραμμα στο Πολύτροπον της Πλάκας με τη Φλέρυ Νταντωνάκη. Του έχω μιλήσει και θα περάσεις από την οντισιόν». Παίρνω την κιθαρίτσα μου, πάω απ’ την οντισιόν και βλέπω περίπου 150 άτομα στην αναμονή. Ο Χατζιδάκις καθόταν σε μια πολυθρόνα με τον καφέ του και τα τσιγάρα του – συνέχεια κάπνιζε – μέχρι που έρχεται η σειρά μου. «Γεια σας», λέω «με στέλνει ο Παντελής Βούλγαρης». Εκείνος το θυμήθηκε και με ρώτησε τι θα τους τραγουδήσω. Είπα το «Μίλησε μου» και αμέσως μετά ζήτησε να με ξανακούσει. Λίγες μέρες αργότερα δώσαμε ραντεβού στον Μαγεμένο Αυλό. Το θυμάμαι σαν τώρα! Παράγγειλα ένα τσάι και πριν αρχίσει να μου μιλάει ο άνθρωπος, τον τρέλανα στις ερωτήσεις για τον «Κύκλο του CNS», για τα «Reflections» κλπ. Τα έχασε με ένα παιδάκι 19-20 ετών που γνώριζε λεπτομέρειες για έργα του επιπέδου λιντ. Απέναντι απ’ το άγαλμα του Τρούμαν, είχε ένα δώμα που ήταν σαν στούντιο. Πήγαμε εκεί και είδα όλους τους τοίχους γεμάτους δίσκους κλασικής μουσικής. Του ξανατραγούδησα και μου λέει: «Εσύ θα είσαι με τη Νταντωνάκη». Κόπηκαν τα πόδια μου! «Θέλω να μάθεις το ανδρικό μέρος από τα ‘’Λιανοτράγουδα’’ και από τη ‘’Μυθολογία’’, το ‘’Αερικό’’ και το ‘’Ήσουν παιδί σαν το Χριστό’’». Τεράστια η χαρά μου, μιλάμε για τον Οκτώβρη του 1973. Ο Νοέμβριος του ’73 με βρίσκει κλεισμένο στο Πολυτεχνείο. Κάποια μέρα που κατάφερα να γυρίσω στο σπίτι μου, βρήκα σημειώματα: «Σε ζητάει ο Χατζιδάκις». Το πρόγραμμα στη μπουάτ που ετοίμαζε, δεν έγινε. Κι εγώ έκανα τη μεγάλη βλακεία να μην πάω να του χτυπήσω την πόρτα! Πέρασαν τα χρόνια, είκοσι για την ακρίβεια, και φτάνουμε στα 1993 όπου έκανα ένα δίσκο από παράσταση στο Μέγαρο Μουσικής. Σύμβουλος στη συναυλία αυτή ήταν ο Μονεμβασίτης και στέλνουμε μια επιστολή στον Χατζιδάκι, ζητώντας άδεια για πέντε – έξι τραγούδια του. Δεν πήραμε απάντηση και οι μέρες περνούσαν. Ένα μεσημέρι του τηλεφωνεί ο Μονεμβασίτης και τον βρίσκει καλοδιάθετο, λίγους μήνες πριν φύγει από τη ζωή. Δεν είχε ιδέα, δεν παρέλαβε ποτέ καμία επιστολή. Όταν άκουσε για μια συναυλία του Κώστα Θωμαΐδη, ρώτησε: «Μισό λεπτό! Είναι το παιδί που τραγουδάει τον Καβάφη του Μικρούτσικου; Έχει ενδιαφέρουσα φωνή και θα του πρότεινα να έλεγε το ‘’Αερικό’’ και το ‘’Ήσουν παιδί σαν το Χριστό’’»! Σιγά μη με θυμόταν, αλλά η φωνή μου στον Καβάφη κάτι του θύμισε σίγουρα. Εκεί με έπιασε δέκα φορές το παράπονο. Ήθελα να του πήγαινα το δίσκο με μια αγκαλιά λουλούδια, αλλά λίγες μέρες μετά πέθανε. Βέβαια, τώρα που πέρασαν τα χρόνια, κατάλαβα πως έχω συνομιλήσει πολύ με τον Χατζιδάκι και το έργο του.

Πάμε και στο ραδιόφωνο, μία άλλη ενασχόληση που σας έκανε τρομερά δημοφιλή σ’ ένα μεγάλο κοινό.

Το ραδιόφωνο ανέκαθεν το λάτρευα, αφού έμαθα μουσική από τον αγαπημένο μου Γιώργο Παπαστεφάνου. Όπως και από τη Σοφία Μιχαλίτση, που ήταν αυστηρή και βοηθητική παράλληλα. Ξεκίνησα από το 1984 και κάνω ανελλιπώς ραδιόφωνο από τότε. Αρχικά στο Τέταρτο Πρόγραμμα για λίγο, πέρασα μετά από τον TOP FM του Λαμπράκη ώσπου βρέθηκα στον 902 τον πρώτο του χρόνο, τότε που τον άκουγε όλη η Αθήνα. Μόλις είχε πάρει τον ΣΚΑΪ ο Αλαχούζος κι εμείς τραγουδούσαμε στο «Κύτταρο» με τον Ανδρέα Μικρούτσικο. Ήρθε ο Αλαχούζος στο «Κύτταρο» κι εκεί ζήτησε να με πάρει στο ραδιόφωνο κατευθείαν. Ο ΣΚΑΪ τότε ήτανε κάτι άλλο απ’ αυτό που είναι σήμερα. Ήταν μια παρέα που έκανε δουλειά με ενθουσιασμό. Σταμάτησα απ’ τον 902, συνέχισα στον ΣΚΑΪ και λίγο μετά έκανα παράλληλα καθημερινό στον Μελωδία. Σύνολο: Περίπου 24 χρόνια έμεινα στον όμιλο αυτό κι ήμουν απ’ τους πρώτους που έστησαν τον Μελωδία. Όταν ο Μελωδία μεταμορφώθηκε σε τζουκ μποξ και μας διώξανε, πέρασα από διαγωνισμό ραδιοφωνικών παραγωγών της ΕΡΤ. Πήραν 14 άτομα, ήμουν ανάμεσα τους κι εγώ. Έκανα εκπομπές από το 2011 στο Δεύτερο, στο KOSMOS και στη Φωνή της Ελλάδος. Το ’13 πέφτει το μαύρο και μιλήσαμε με τον Κώστα Αρβανίτη.  Πήγα στο Κόκκινο ώσπου με ζήτησαν από την ΕΡΤ και είμαι εκεί από το 2018. «Πλανόδιες μουσικές» 10 με 11 κάθε βράδυ.

Αλήθεια είναι πως από τις εκπομπές σας μάθαμε πολλά για τις μουσικές του κόσμου.

Θεωρώ ότι δεν υπάρχουν κάθετες γραμμές στη μουσική. Η αλληλεπίδραση είναι σπουδαία. Μέχρι σήμερα, είμαι ο μόνος που μπορώ να παίζω ελληνικά με ξένα τραγούδια. Τώρα ακούω κάπου – κάπου στο Δεύτερο να ρίχνουν και κάνα ξένο, δηλαδή άκουσα κι έναν Τζιμ Μόρισον πριν έρθω εδώ. Η μουσική είναι μία, το καλό και το κακό θα το βρεις παντού. Η αγάπη που είχα από παιδί στην κλασική μουσική και την όπερα, με διαμόρφωσαν. Οξύνεται το αυτί όταν ακούς πολύ. Επί 3 – 4 χρόνια, το έπαιξα λίγο μουσικολόγος χωρίς να είμαι. Ασχολήθηκα με τη μουσική της Λατινικής Αμερικής, της Ιρλανδίας κ.α. Για μια ώρα εκπομπή κάνω προετοιμασία τεσσάρων ωρών.

Έχετε φτιάξει και μια ωραία οικογένεια.

Εδώ και πολλά χρόνια. Έκανα δυο γάμους, που ο ένας ήταν βραχύβιος. Με την πρώτη μου γυναίκα ήμασταν πιτσιρίκια και χωρίσαμε πολιτισμένα, με αγάπη. Κράτησα το επίθετο της, είναι ζωγράφος η πρώην σύζυγος μου. Ένα γλυκύτατο πλάσμα. Με την τωρινή μου σύζυγο, η οποία έκανε μουσικές επιμέλειες στον ΣΚΑΪ επί 24 χρόνια, είμαστε πάρα πολλά χρόνια μαζί. Έχουμε ένα γιο που είναι 26 ετών σήμερα και κάνει το διδακτορικό του στη θεωρητική Φυσική στην Ουαλία. Χωρίς μουσική δε μπορεί, έχει πάρει δίπλωμα στο πιάνο.

Έχοντας γαλουχηθεί με μεγάλες στιγμές του ελληνικού τραγουδιού. Πως το βλέπετε σήμερα;

Με αμηχανία. Οι συνθέτες με την έννοια που τους μάθαμε, είναι είδος προς εξαφάνιση αν δεν έχουν εξαφανιστεί ήδη. Αυτό δεν είναι καλό. Το να κάθομαι εγώ στο πιάνο και να γράφω ένα τραγούδι σημαίνει πως είμαι τραγουδοποιός που εκφράζω αυτά που νιώθω μέσα σε μία συγκεκριμένη φόρμα. Ένα τραγούδι είναι ένα έργο από μόνο του. Ο συνθέτης είναι κάτι άλλο, πιο μεγάλο. Οι συνθέτες ξέρανε πως να μεταφράσουν στην παρτιτούρα όσα ένιωθαν και σχεδίαζαν. Μελωδία μπορώ να σου σκαρώσω κι εγώ, αλλά με τίποτα δεν θα με έλεγα συνθέτη, γιατί επικεντρώθηκα σ’ ένα άλλο όργανο: Τη φωνή.

Πως κρίνετε αυτή τη νέα τάση να γίνονται σουίνγκ όλα τα παλιά τραγούδια;

Δεν μπορώ! Μερικά είναι χαριτωμένα, τα ακούω στο ραδιόφωνο, αλλά μέχρι εκεί. Όχι, με τίποτα! Αυτό δείχνει την αμηχανία μας και τη ρεπερτοριακή μας ένδεια. Ποιο είναι το τελευταίο μεγάλο τραγούδι που ακούσατε; Εννοώ, πανελλήνιο, που να το ακούν οι πάντες. Οι «Μέλισσες» του Γιώργου Καζαντζή είναι, που κι απ’ αυτό πέρασε εικοσαετία. Ακούς το «Δίχτυ» του Ξαρχάκου σαράντα χρόνια μετά και σου σηκώνεται η τρίχα. Μιλάω, λοιπόν, για τραγούδια που αγκαλιάστηκαν απ’ όλο τον κόσμο. Το να βγάζεις δίσκους σήμερα, δεν λέει τίποτα. Όλα στις πλατφόρμες ανεβαίνουν, σε μια ζούγκλα σαν το YouTube. Εγώ εκτιμώ πολύ τον Χρήστο Θηβαίο, όχι μόνο σαν ερμηνευτή, αλλά και σαν δημιουργό. Οι στίχοι του είναι ποιήματα. Το τραγούδι πλέον πλασάρεται από ορισμένα mainstream ραδιόφωνα, τα ξέρουμε αυτά. Ξέρετε με πόσα τραγούδια συντηρούνται αυτά τα ραδιόφωνα; Γύρω στα 350 τραγούδια, που ανακυκλώνονται συνέχεια. Φωνάζουν μερικούς ακροατές σ’ ένα meeting room και τους ρωτάνε ποιο τραγούδι τους αρέσει. Κι αυτοί καθορίζουν τι θα παίξει το ραδιόφωνο. Πρόκειται για μια αμερικανιά! Ξέρετε τι κρατάω από τον Μελωδία; Μόνο το σήμα του, από το «Επέστρεφε» του Μικρούτσικου, που παίζω μαντολίνο.

Εισπράττετε δικαιώματα;

Εισπράττω, βέβαια! Ο Θύμιος Παπαδόπουλος πήρε τα ¾ του κομματιού και τα έκανε 6/8 για τις ανάγκες του ραδιοφωνικού σήματος.

* Η συνέντευξη τελείωσε με τον Κώστα Θωμαΐδη να σιγοτραγουδά το τόσο οικείο μουσικό θέμα του μέντορά του, Θάνου Μικρούτσικου,  για τον Μελωδία.