Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2007

ΜΟΥΣΙΚΗ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΟΥ 20ου ΑΙΩΝΑ. ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ ΜΙΑΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΗΣ ΕΚΠΟΜΠΗΣ...

Η περιπλάνηση ξεκίνησε νωρίς τα χαράματα από τις προσφυγικές κατοικίες και τους εξαθλιωμένους μαχαλάδες της Κρεμμυδαρούς. Προσπέρασα αποστεωμένα παιδιά με κοντά παντελόνια. Με προσπέρασαν γυναίκες, μαυροντυμένες ψηλόλιγνες φιγούρες, που σε ένα κάρο συνόδευαν το νεκρό τους. Ο Ανέστος είχε βρεθεί πεταμένος σα σκυλί στο δρόμο, δέσμιος της σκόνης που δε σηκώνει αστεία...
Στο πλοίο που θα με μετέφερε στην Αμερική, ποιος ξέρει για πόσο καιρό βολοδέρνοντας στα κύματα, συνειδητοποίησα τους κώδικες επικοινωνίας των περιθωριακών ομάδων- τη δική τους μουσική έκφραση, απαλλαγμένη από κάθε μορφή δήθεν αισθητικής καλλιέπειας και με μοναδικό στόχο την άμεση μεταβίβαση του συναισθήματος.Πώς αλλιώς να αποδοθεί η τραχιά ζωή του πρόσφυγα, του χασικλή, του φυλακισμένου εκτός απ' την τραχύτητα της φωνής και του οργάνου;
Εκεί, στην άλλη μεριά του πλανήτη, ήρθαν στο νου μου οι Λουόμενες του Πικάσο, ένα έργο των αρχών του 20ου αι., στο οποίο προδιαγραφόταν η παγκόσμια κυριαρχία των μαύρων.Αφουγκράστηκα την αγωνία των αστικοποιημένων μαζών να πιαστούν σα σανίδα σωτηρίας από την εκφραστικότητα και τη λιτότητα του αφρικανικού ρυθμού. Είδα με βδελυγμία μια ολόκληρη Αμερική να διώκει με τον πιο άγριο τρόπο τους, πρόσφατα απελευθερωμένους, μαύρους σκλάβους της, μα και την ίδια να σκλαβώνεται ανεπαίσθητα από τη μουσική τους.
Ταξίδεψα στην Αργεντινή της έξαψης του tango. Μία κιθάρα, ένα ποτάμι ινδιάνικο αίμα στις φλέβες και το επαναστατικό όραμα των νέων κοινωνιών αποδείχτηκαν ως το βασικό δημιουργικό υλικό για τροβαδούρους
σαν τον Κάρλος Γαρδέλ, τον Χούλιο Ντε Κάρο ή αυτόν με το μυστήριο αζτέκικο όνομα Αταουάλπα Γιουπάνκι.
Συναντήθηκα με αλήτες και πόρνες, βουλιάζοντας στη ραστώνη του καπνού.Απ' αυτούς τους ανθρώπους έμαθα ότι ο 20ος αι. κυλάει νότια, ακούγοντας τον ήχο της θάλασσας και τον αέρα της δικής μου Μεσογείου να συνοδεύει το σκληρό
κατακόρυφο της φωνής της Rosa Balistreri από τη Σικελία, τα τσακίσματα της Ρόζας Εσκενάζυ από την Πόλη, αλλά και τη γλυκύτητα της Amalia Rodrigues
από την Πορτογαλία.
Οι μεγάλες συμφωνικές ορχήστρες και οι ασκημένες φωνές της όπερας παύουν να είναι πλέον οι μόνες άξιες λόγου μορφές έντεχνης έκφρασης και δίνουν μέρος των θέσεων τους στις λαϊκές φόρμες με τα λιτά όργανα και την άμεση εκδηλωτικότητα της προσευχής.

Καθώς οι δεκαετίες περνούν αντιλαμβάνομαι πώς από τις τέχνες δε μπορούν να λείπουν η κοινωνική άποψη και η θέση πάνω στα ιστορικά πράγματα της εποχής τους. Στη γαλλική πρωτεύουσα, ο Ζαν- Λυκ Γκοντάρ παρατάει το γύρισμα και

στήνει οδοφράγματα με τους φοιτητές.Κάπου αλλού, ο Phil Ochs, ο Bob Dylan και ο Donovan παίρνουν θέση αρχαίου αοιδού και κρούοντας αντί για λύρα την κιθάρα τους, αφηγούνται τα προβλήματα του καιρού τους.
Είδα από μακριά- δίστασα να τον πλησιάσω- τον Μάνο Χατζιδάκι να κουβεντιάζει και να αστειεύεται με τη Grace Slick των Jefferson Airplane. Να δίνει συναυλίες σε εξεγερμένα πανεπιστήμια με μια τραγουδίστρια που ανακάλυψε τυχαία και που της άλλαξε το όνομα από Ελευθερία Παπαδαντωνάκη σε Φλέρυ Νταντωνάκη.
Διέσχισα τη συνοικία Height Ashbury με τα πολύχρωμα σπίτια και τις μυρωδιές από ανατολίτικα λιβάνια.Μια φωνή ανθρώπινη, σαν από λαβωμένο ζώο,
με παρέσυρε σ' αυτό, που γενιές ολόκληρες αργότερα θα κατονόμαζαν ως ψυχεδέλεια. Από το παρηκμασμένο Σαν Φρανσίσκο και τα μαραμένα πλέον λουλούδια, κατέληξα στη Χιλή, όπου προετοιμαζόταν το αιματηρό πραξικόπημα και πήρα μια γενναία δόση συγκινησιακής εκτόνωσης, καθώς ο πιο διάσημος Έλληνας μουσικοσυνθέτης παρουσίαζε μελοποιημένο το Κάντο Χενεράλ του Πάμπλο Νερούντα.
Πήρα την απόφαση κι επέστρεψα στην Ελλάδα.Μια Ελλάδα που ανάρρωνε από επταετή χολέρα με τους νέους να γεμίζουν, πότε τα στάδια και πότε τις μπουάτ της
Πλάκας.Διένυα απλώς την εποχή, όχι όταν γράφονταν κάποια τραγούδια, αλλά όταν εξαργυρώνονταν. Με περιέργεια είδα το δημοτικό τραγούδι να αποτελεί τραίνο νοερής φυγής για την, εγκλωβισμένη στα διαμερίσματα των πολυκατοικιών, μάζα, η οποία μέσα στη μεγαλομανία της έμοιαζε να αδιαφορεί για τις φωνές της υπαίθρου και το θρόισμα των ορεινών πεύκων.
Με ακόμη μεγαλύτερη περιέργεια είδα το αντάρτικο και το ρεμπέτικο να συναντιούνται και να ερωτοτροπούν στις μουσικές σκηνές. Ακόμη και το rock που κυνηγήθηκε με ξεχωριστό ζήλο, τώρα τελούσε υπό την αιγίδα του Υφυπουργείου Νέας Γενιάς.
Υποδέχθηκα την τελευταία και χειρότερη δεκαετία του 20ου αι. με την Κοινωνία του Θεάματος του Γκυ Ντεμπόρ ανά χείρας. Ευτέλεια, χυδαιότητα, κατάθλιψη, ασημαντολογία, ανίατη αρρώστια. Πέταξα την τηλεόραση από τον τρίτο όροφο και ηρέμησα προσωρινά.
Κοντεύω 100 ετών και νιώθω ακόμη νέος! Κλείνω τα μάτια κι ακούω τη Φωνή, το μοναδικό μουσικό όργανο που ο καθένας διαθέτει όποτε το θελήσει. Με συνεπήρε η απλοϊκότητα του λαϊκού αισθήματος, ικανού να βοηθήσει την ανθρώπινη ύπαρξη, κάθε φορά που μετουσιώνεται σε Τέχνη. Θες, το λες ρεμπέτικο και tango, δε θες, το λες blues και rock' n' roll...
Ακούστηκαν οι:
Στελλάκης Περπινιάδης, Στέλιος Βαμβακάρης, John Lee Hooker, Carlos Gardel, Amalia Rodrigues, Asmahan, Georges Brassens, Φλέρυ Νταντωνάκη, Janis Joplin, Μαρία Φαραντούρη, Μαρία Δημητριάδη, Διονύσης Σαββόπουλος, Δόμνα Σαμίου, το συγκρότημα Σπυριδούλα και η Κατερίνα Γώγου...μια Παρασκευή απόγευμα, Σεπτέμβριος του 2006...

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2007

Η ΑΔΕΡΦΗ ΜΟΡΦΙΝΗ, ΟΧΙ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ROLLING STONES...




...Here I lie in my hospital bed

tell me, Sister Morphine

when are you comin' round again

Oh, I don't think I can wait that long

Oh, you see that I' m not that strong

the scream of the ambulance is sounding in my ears

tell me, Sister Morphine

how long have I been lying here?

what am I doing in this place?

and why does the doctor has no face?

Oh, I can't crawl across the floor

Ah, can't you see, Sister Morphine, I'm trying to score

well it just goes to shot
things are not what they seem

please, Sister Morphine, turn my nightmares into dreams

Oh, can't you see I'm fading fast?

and that this shot will be my last

Sweet cousin Cocaine

lay your cool cool hands on my head

Ah come on, Sister Morphine, you better make up my bed

΄cause you know and I know in the morning I'll be dead
you can sit around and you can watch

all the clean white sheets stained red...




Η Αδερφή Μορφίνη των Rolling Stones γράφτηκε στα 1969 όταν στην παρέα του συνθετικού δίδυμου Mick Jagger- Keith Richards είχε προστεθεί και η Marianne Faithfull. Η τελευταία, νεαρότατη και πανέμορφη, προτού αποκτήσει τη μοναδική βραχνάδα στη φωνή της με την οποία επανεμφανίστηκε στα τέλη των 70s...

Η Αδερφή Μορφίνη των Rolling Stones εντάχθηκε στο αθυρόστομο άλμπουμ τους με τίτλο Sticky Fingers του 1971. Αυτό με το όλο σεξουαλικά υπονοούμενα εξώφυλλο του Andy Warhol...



Η Αδερφή Μορφίνη των Rolling Stones έγινε ο ύμνος των junkies του κόσμου όλου. Ο Παύλος Σιδηρόπουλος ήθελε να την αποδώσει στη γλώσσα μας. Δεν το έκανε. Έγραψε όμως τη δική του Ώρα του stuff, ένα εξίσου καταραμένο κομμάτι με την απρόβλεπτη δεύτερη φωνή της Δήμητρας Γαλάνη και το εκρηκτικό σόλο βιολί του Γιώργου Μαγκλάρα...



Η Αδερφή Μορφίνη των Rolling Stones έγινε μουσικό light motive ραδιοφωνικής εκπομπής του Γιώργου Χρονά στο Τρίτο Πρόγραμμα εν μέσω των ζωντανών απαγγελιών του μέγιστου Νίκου- Αλέξη Ασλάνογλου...
Η Αδερφή Μορφίνη, τέλος, όχι αποκλειστικά των Rolling Stones, χρησιμοποιείται ακόμη από τη σύγχρονη ιατρική για να καλμάρει τους αβάσταχτους πόνους των καρκινοπαθών...

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2007

ΛΕΝΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ:ΑΙΜΑΤΙΝΕΣ ΣΚΙΕΣ ΑΠΟ ΑΠΟΣΤΑΣΗ (ΣΑΝ ΤΙΤΛΟΣ ΤΑΙΝΙΑΣ ΤΟΥ ΡΑΪΝΕΡ ΒΕΡΝΕΡ ΦΑΣΜΠΙΝΤΕΡ)...


Τη συνάντησα κι εγώ πριν από τρία χρόνια στο σπίτι της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Με τον πιανίστα Θόδωρο Κοτεπάνο, τον ντράμερ Βαγγέλη Βέκιο και την τότε ερμηνεύτρια της, Τατιάνα Ζωγράφου. Καθίσαμε στο υπνοδωμάτιο της και κουβεντιάσαμε για καμιά ώρα. Εκείνη στο κέντρο, στη μέση σαν να απόδρασε από αναγεννησιακό πίνακα. Ξανθιά, όμορφη, φρεσκολουσμένη. Έδειχνε να χαίρεται με τα δισκάκια του Χριστιανάκη και των Sigmatropic που της πρόσφερε ο Βαγγέλης. Μας έβαλε να ακούσουμε ένα ολοκαίνουργιο κομμάτι της παιγμένο στο συνθεσάιζερ. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά το συμβατικό intro ενός ταγκό είχε μετατραπεί σε ηχητικό παραλήρημα, η μπαλκονόπορτα άνοιξε διάπλατα και άρχισαν να καταφτάνουν απ' τον απογευματινό αττικό ουρανό, εισβάλλοντας στην κάμαρα, οι Neu με τους Jethro Tull και οι Pink Floyd με την Patti Smith, όλοι με ένα μουσικό όργανο στα χέρια! Κάθισαν κι αυτοί μαζί μας. Ο Ian Anderson με τα μακριά μαλλιά και τα γένια του άφησε στο κομοδίνο της το φλάουτο του, έσκυψε και τη φίλησε στα χείλη. Δε μπόρεσε με τίποτα να αντισταθεί στη γοητεία, τόσο της ίδιας, όσο και του ταλέντου της. Εκείνη του είπε όλο χαρά: από τη Βιέννη του 1968 είχα να σε συναντήσω! Το κομμάτι τελείωσε, οι ευπρόσδεκτοι σπάνιοι εισβολείς έφυγαν όπως ήρθαν κι εγώ ήμουν έτοιμος να γονατίσω για να την προσκυνήσω! Τη χαιρετήσαμε, δώσαμε ένα επόμενο ραντεβού που δεν έγινε ποτέ και βγήκα στο δρόμο με τη διάθεση να κρατήσω όσο μπορούσα πιο ζωντανή την εικόνα της μέσα μου.Χαιρέτησα τους φίλους μουσικούς και μέχρι να φτάσω στην Ομόνοια είχα σιγοτραγουδήσει ολόκληρα σχεδόν τα Λεπιδόπτερα της. Η μία, μοναδική και αξέχαστη φορά που συνάντησα τη Λένα Πλάτωνος εκείνο το απόγευμα του 2004, παραμονές Ολυμπιακών Αγώνων στην Αθήνα...



ΛΕΝΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ - ΣΑΒΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ
Καρυωτάκης- 13 τραγούδια
Lyra (επανέκδοση)
Η μονότονη εισαγωγή στο πιάνο...η φωνή που μπαίνει:Τα παιδάκια που παίζουν στ' ανοιξιάτικο δείλι...οι ήχοι του συνθεσάιζερ που στροβιλίζονται όπως η ακονισμένη λάμα χτυπάει μάτταια πάνω σ' έναν ατσάλινο τοίχο...ένα σύγκρυο σε κυριεύει κάθε φορά που βάζεις στο πικ- απ ή στο cd- player, τα 13 τραγούδια της Λένας Πλάτωνος που της τα παρήγγειλε απ' τον άλλο κόσμο ο αυτόχειρας Κώστας Καρυωτάκης σα μια δέσμη από τριαντάφυλλα που ραίνει το φέρετρο του αιώνια μαζί με το φτυαρισμένο χώμα της Πρέβεζας. Ποτέ άλλοτε, κανένας συνθέτης- ακόμη και ο Μίκης Θεοδωράκης- δεν κατάφερε να αποδώσει τόσο εκ των έσω το πεισιθανάτιο κλίμα της καρυωτακικής νιχιλιστικής ποίησης. Ίσως γιατί πολύ απλά όλοι οι λόγιοι μουσικοσυνθέτες τον αντιμετώπισαν σαν έναν λόγιο ποιητή, ίσος προς ίσο δηλαδή και όχι σαν έναν υπερευαίσθητο άνθρωπο των γραμμάτων που οδηγήθηκε ουσιαστικά σε μια πράξη αυτοθυσίας. Κάποιοι στη δεκαετία του ΄60 έντυσαν τον ακριβό λόγο του μέχρι και με ρυθμούς ζεϊμπέκικου. Εκείνος, ο φτωχός ποιητής, τα έβλεπε, τα άκουγε και χαιρόταν για την απόφαση που είχε πάρει να εγκαταλείψει τα εγκόσμια. Η Πλάτωνος, όμως! Η Πλάτωνος είχε καρμική σχέση μαζί του, τα λέγανε οι δυο τους τα βράδια, της έπαιρνε το χέρι και το τοποθετούσε πάνω σ' ένα πεντάγραμμο φτιάχνοντας ο ίδιος τις νότες της μουσικής του. Τα γράμματα σου τα' χω αγάπη πρώτη μαζί με Το φεγγαράκι απόψε σαν μια νοσταλγική εξομολόγηση Σε παλαιό συμφοιτητή πίνοντας και μεθώντας, χαμένοι όλοι, αλλοπαρμένοι από τον ψυχεδελικό τυφώνα που έπληξε την εφησυχασμένη εγχώρια μουσική, με τον τίτλο Η πεδιάς και το νεκροταφείον. Και σαν επιμύθιο, το Μόνο που μέσα σε λιγότερο από δύο λεπτά έκλεισε όλη τη συνθετική ευφυία της Λένας Πλάτωνος και το ερμηνευτικό μεγαλείο της Σαβίνας Γιαννάτου. Το ό,τι αμφότερες κατάφεραν να συνεχίσουν να παράγουν τέχνη ύστερα από τούτο το έργο αποδεικνύει αν μη τι άλλο και την πραγματική αξία τους. Διότι τα 13 τραγούδια του Καρυωτάκη, όπως η αμυγδαλιά ανθίζει μέσα στο κρύο και δίνει και καρπούς, έτσι ακριβώς έφεραν την άνοιξη στο, ακόμη ταλαιπωρημένο απ' τους μεταπολιτευτικούς θούριους, ελληνικό τραγούδι. Ένα αξεπέραστο διαχρονικό αριστούργημα που αναμφίβολα θα ανακαλύπτεται αδιάκοπα από τις επόμενες γενιές μουσικόφιλων, αλλά και φιλότεχνων γενικότερα.



ΛΕΝΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ - ΣΑΒΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ
Το ΄62 του Μάνου Χατζιδάκι
Lyra (επανέκδοση)
Το 1980 ο Μάνος Χατζιδάκις παρουσιάζει στο δημοτικό θέατρο του Πειραιά την Εποχή της Μελισσάνθης του, δίνοντας βήμα παράλληλα σε νέους πρωτοεμφανιζόμενους δημιουργούς. Μεταξύ αυτών, η 28χρονη Λένα Πλάτωνος με τα 13 τραγούδια του Καρυωτάκη, τα οποία ο Χατζιδάκις χαρακτηρίζει αριστουργήματα! Ακολουθεί η Λιλιπούπολη, το Σαμποτάζ, η δισκογράφηση του Καρυωτάκη και στα τέλη του 1983 Το ΄62 του Μάνου Χατζιδάκι: έντεκα τραγούδια του συνθέτη, που κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά στις αρχές της δεκαετίας του 1960 κυρίως (Πάει έφυγε το τρένο, Ο ταχυδρόμος πέθανε, Κάπου υπάρχει η αγάπη μου, Το μαντολίνο, Το πέλαγο είναι βαθύ κλπ.) και που είχαν γνωρίσει μεγάλη λαϊκή επιδοκιμασία στον καιρό τους – κάτι που μάλλον δεν πολυάρεσε στο δημιουργό τους, γι’ αυτό και επανεξέτασε τα περισσότερα από αυτά στη Ρωμαϊκή και τη Λαϊκή Αγορά του, με νέες ενορχηστρώσεις και ερμηνείες. Η συγκεκριμένη δουλειά όμως αποτέλεσε την πρώτη πειραματική εκδοχή υλικού του Χατζιδάκι, στηριζόμενη αφενός στα συνθεσάιζερ της Πλάτωνος και αφετέρου στη φορμαλιστική ερμηνεία της Σαβίνας Γιαννάτου. Η τελευταία, παρ’ ότι κινιόταν καλλιτεχνικά στους χατζιδακικούς κύκλους την περίοδο εκείνη, ήταν η μοναδική φορά που θα ηχογραφούσε τραγούδια του με τη φωνή της, εν τη παρουσία του. Ο δίσκος άνοιγε με το Πάμε μια βόλτα στο φεγγάρι και η χρήση του μπουζουκιού του Βασίλη Ηλιάδη δύσκολα θα προϊδέαζε για όλο αυτό το ηχητικό πείραγμα που θα ακολουθούσε, ειδικά στον Κυρ – Αντώνη (ντουέτο Γιαννάτου – Πλάτωνος), στο Τραγούδι της Ευρυδίκης, στο Πέλαγο είναι βαθύ και στο Που το πάνε το παιδί, που έκλεινε το έργο με μια σκοτεινή, καφκική αίσθηση μέσα από ένα σύνολο γνωστών και κοσμαγάπητων τραγουδιών. Ενδιάμεσα, υπήρχαν ακόμη η spoken word ερμηνεία της ίδιας της Πλάτωνος στο Χάρτινο το φεγγαράκι και ένας οργανικός Επίλογος με φωνητικά από τις δύο γυναίκες. Σήμερα, 25 χρόνια μετά, Το ΄62 του Μάνου Χατζιδάκι ακούγεται σα ντοκουμέντο για ένα νέο – τότε – ηχητικό ρεύμα, αυτό της electronica, που εξέφρασε κατά κόρον στην Ελλάδα η πολυτάλαντη Λένα Πλάτωνος. Με τις ρυθμικές βάσεις της και χωρίς να στοχεύει στην αποδόμηση της μελωδικής γραμμής του συνθέτη (δεν είναι τυχαίο ότι παρ’ όλη τη χρήση των «απλωμένων» σύνθι, όλα τα κομμάτια διαρκούν όσο και οι πρώτες εκτελέσεις τους), ο δίσκος αυτός στέκεται ως υπόκλιση σεβασμού του Καινούργιου προς το Παλαιότερο, του Μαθητή προς τον Δάσκαλο με μιαν ευρωπαϊκή προοδευτική λογική, πραγματικά σπάνια και εξαιρετικά τολμηρή για διασκευές σε ελληνικά λαϊκά τραγούδια. Έχω την εντύπωση ότι με τον ίδιο ακριβώς τρόπο θα καταχωρηθεί ιστορικά τουλάχιστον και το πρόσφατο Transformations του Κ. Βήτα, εκφράζοντας δηλαδή την άποψη ότι στη μουσική, όπως και στην τέχνη γενικότερα, τα πάντα επιτρέπονται και τα πάντα γίνονται χωρίς κανενός είδους φραγμό.




ΛΕΝΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ
ΜΑΣΚΕΣ ΗΛΙΟΥ
Lyra (επανέκδοση)
Επιτέλους, στα δισκοπωλεία ένας σπάνιος και δυσεύρετος σε ψηφιακή μορφή δίσκος της Λένας Πλάτωνος, της ελληνίδας Laurie Anderson, όπως εύστοχα της αποδίδεται η παρομοίωση εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια! Με τις Μάσκες Ηλίου,(ένα από τα ομορφότερα, pop αισθητικής,ελληνικά εξώφυλλα) η συνθέτρια έμοιασε να βυθίζεται στο ολότελα προσωπικό σύμπαν της, έχοντας κόψει το μουσικό ομφάλιο λώρο της με τον Μάνο Χατζιδάκι και αψηφώντας κάθε προηγούμενο της στους κόλπους του συμβατικού τραγουδιού – αν ποτέ ο Καρυωτάκης ή το Σαμποτάζ θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν συμβατικά τραγούδια! Στο μεταξύ, ο Χατζιδάκις την παρακολουθούσε, τη σεβόταν και την τιμούσε απεριόριστα, μιλώντας για τη γυναίκα – διάδοχο του! Έναρξη με τον ηθοποιό Νίκο Αϊβαλή στο Παιδί της παραμονής, συνέχεια με την Κυψέλη και τη συμμετοχή του Θάνου Σταθόπουλου, ένα Στοπ με τα απίστευτα φωνητικά εφέ του Γιάννη Παλαμίδα και μια έξοδος Hoping by Shopping με την ερμηνεία του Κλέωνα Αντωνίου, φερέλπιδα τότε νέου δημιουργού στους χατζιδακικούς Αγώνες Κέρκυρας και σημερινού σούπερ κιθαρίστα των Mode Plagal. Ενδιάμεσα, η ίδια η Πλάτωνος να στηλιτεύει με στίχους – κείμενα σαν απλωμένα σουρεαλιστικά σεντόνια και την άναρχη ηλεκτρονική και συνάμα techo – rock τεχνοτροπία της, τη ρήξη του παλιού που πεθαίνει με το νέο που έρχεται, τον μικροαστικό καταναλωτικό τρόπο ζωής (βρισκόμαστε στα 1984) και το χάσμα των ανθρώπινων σχέσεων. Δεν ξέρω πόσα χρόνια ακόμη πρέπει να περάσουν, ώστε η Πλάτωνος να αναγνωριστεί και σαν μια εξέχουσα προσωπικότητα της νεοελληνικής ποίησης πέραν του αδιαμφισβήτητου μουσικού ταλέντου της. Όσοι γνωρίζετε το εν λόγω έργο της συνθέτριας, σπεύσατε να προμηθευτείτε την παρούσα επανέκδοση, ακόμη κι αν το έχετε σε βινύλιο. Οι υπόλοιποι, θαυμάστε μια ξεχωριστή στιγμή για τη δισκογραφία της εποχής, ένα φωτεινό κλικ, όταν ο καλλιτέχνης έμπαινε στο στούντιο και έκανε ό, τι του έλεγε η ψυχούλα του, μακριά από συνταγές του είδους και γράφοντας την, συνήθως από εμετική έως ανύπαρκτη, αισθητική της μάζας στα παλιά του τα παπούτσια!

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2007

ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΙΑΣΩΝΟΣ ΤΡΩΝΕ...


Κυριακή μεσημέρι 16 Δεκεμβρίου...μια απ' τις πιο παγερές Κυριακές του χρόνου που φεύγει...Χθες βράδυ βγαίνοντας απ' το θεατράκι Βαφείο όπου είχαν την πρεμιέρα τους οι Απ' έξω του Ανδρέα Θωμόπουλου δεν ήμουν σε καθόλου καλή ψυχολογική κατάσταση. Τη χειροτέρεψαν μάλιστα ένα κοπάδι σικάτα πρόβατα που περίμεναν στην ουρά μεσ' στη βροχή για να μπουν στον Χατζηγιάννη. Μου έπεσαν τα τσιγάρα στον υπόνομο, έριξα μια κλωτσιά σ' έναν σκουπιδοτενεκέ και αποφάσισα να μπλεχτώ μόνος στους δρόμους μεταξύ Βοτανικού και Κεραμεικού. Ένας απ' αυτούς με έβγαλε στην Ιάσωνος! Τη μοναδική Ιάσωνος με τα μοναδικά χτίσματα της κι ακόμη περισσότερο τα μοναδικά μπουρδέλα της! Εκεί είδα απόψε την πραγματική πλευρά της ζωής! Ένα ατέλειωτο μπες- βγες μεταναστών ως επί το πλείστον σε ετοιμόρροπα σπίτια με τη χαρακτηριστική αναιμική λάμπα κρεμασμένη απ' έξω...ένα ταξί σταμάτησε και ένα κοριτσάκι σαν τα κρύα νερά κατέβηκε...μου έριξε μια βιαστική ματιά και αμέσως χώθηκε τρέχοντας σε ένα από τα σπίτια...είπα να την ακολουθήσω, αλλά βαρέθηκα και συνέχισα την εξωτερική μπουρδελότσαρκα μου...σας έχουν χτυπήσει στη μύτη πολλές μυρωδιές;αυτό συνέβη στην οδό Ιάσωνος...από βαριές κολόνιες, ινδικά sticks, σκουπίδια και μαγειρεμένο κρέας, που τις έφερνε όλες μαζί ο παγωμένος αέρας, δημιουργώντας μια περίεργη έξαψη. Γύρισα σπίτι...Έψαξα στα γραπτά μου και βρήκα ένα παλιό, προ 12ετίας, διήγημα μου που το αγαπώ πολύ για δυο λόγους. Πρώτον, γιατί μου θυμίζει τα χρόνια της φοίτησης στη σχολή κινηματογράφου και δεύτερον, γιατί μου το έκοψαν από λογοτεχνικό διαγωνισμό εφημερίδας εγνωσμένου κύρους με το σκεπτικό κάποιοι δεν πήραν στα σοβαρά το διαγωνισμό μας...και σε παρένθεση, αμέσως μετά, ο τίτλος του δικού μου πονήματος! Σας το παραθέτω αυτούσιο, αληθινό πέρα για πέρα:

ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΙΑΣΩΝΟΣ ΤΡΩΝΕ...

Η συνειδητοποίηση του παραδόξου που με συγκροτεί ήρθε εκείνο το απόγευμα του Σεπτέμβρη που βγήκα απ' το μπουρδέλο της οδού Ιάσωνος αφού είχα φάει φασολάκια με κρέας, λες κι ήμουν στο οινομαγειρείο της γειτονιάς μου. Τότε μόνο κατάλαβα ότι μια ζωή σερνόμουν όπου με οδηγούσε η συγκυρία, αδύναμος για κάθε θέση ή άρνηση. Μια στάση που διαμορφώθηκε στα χρόνια της νιότης, ίσως για να ισορροπήσει την έντονη, μα ολότελα άγονη διεκδίκηση της ενηλικίωσης μου αναφορικά με την ψευδαίσθηση της ατομικής μου παρέμβασης στην πορεία αυτού του κόσμου. Κάπου εκεί, στα χρόνια που άλλοι συνήθως τελειώνουν το πανεπιστήμιο και προκόβουν, εγώ τα βρόντηξα όλα χάμω και προοπτικές και ελπίδες για κάποια κοινωνική άνοδο και ένωσα το χνώτο μου με τους θλιβερούς, τους απόκληρους και τους τσαλακωμένους που συναντούσα στα υπόγεια χαμαιτυπεία. Η αναζήτηση της ελευθερίας του λεγόμενου ελεύθερου έρωτα και της, τεχνητά καλλωπισμένης, ανεμελιάς της κραιπάλης, με έφεραν τελικά στο φευκταίο αντί στο προσδοκούμενο, καθώς με ξέβρασαν σε δρόμους τέτοιου μεγάλου συντηρητισμού και τέτοιας λατρείας του συμφέροντος που θα έκαναν ακόμη και τον πιο συμμαζεμένο υπαλληλάκο να εξεγερθεί. Διότι τα υποκείμενα του καλλιτεχνικού χώρου που νόμιζα γοητευτικό κι ενστικτωδώς επαναστατημένο, ήταν ζυμωμένα από τόσο εύπλαστο φύραμα μικρότητας κι υποταγής, που μόνον η αδυναμία τους να ενταχθούν στον κόσμο της κανονικότητας, τους είχε οδηγήσει στη δήθεν αντισυμβατική ζωή του περιθωρίου. Πότε- πότε όμως έβρισκα κι ανθρώπους με μια γνήσια άρνηση που την ενίσχυε και το επίχρισμα της δικής μου επιθυμίας να αυταπατηθώ, όπως ο μακαντάσης με το μουστάκι, που με υιοθέτησε ένα βράδυ στην καβάντζα του Σιδέρη. Για ένα βραχύ διάστημα είχα εξ αίματος συγγένεια και μάλιστα πρώτου βαθμού με την αριστοκρατία του υποκόσμου, κατάσταση που δεν κράτησε βέβαια πολύ, γιατί η αναίσθητη σ' αυτά αστυνομία φρόντισε την τρίτη μέρα της γνωριμίας μας να μπουζουριάσει τον "πατέρα" και να με αφήσει μόνο και απροστάτευτο στα σκοτεινά πεδία της νύχτας. Εκτός απ' τις συγγένειες αίματος, το ίδιο θλιβερές αποδείχτηκαν και οι εξ αγχιστείας, διότι η τάση μου αυτή προς το κενό και η έλξη που μου ασκούσε κάθε τι που απόκλινε απ' την πορεία του μέσου ανθρώπου, με έκανε να παρατάω σύξυλες ή να μη νοιάζομαι καθόλου για κοπέλες όμορφες και δροσερές της ηλικίας μου και να αφήνομαι μετέωρος πάνω στην υπολογιστική σαγήνη και τα ραγισμένα κορμιά των γηρασμένων γυναικών που συναντούσα. Γενικά, οι περισσότερες καταστάσεις που βίωναήταν τόσο παρακμιακές και αταίριαστες για τη νεανικότητα και το σφρίγος μου, ώστε θα μπορούσαν κάλλιστα να θεωρηθούν μέγιστα αδικήματα κατά της φυσιολογίας. Παραίτηση στην παραίτηση πέρασαν τα χρόνια της εφηβείας και τώρα που εικοσάρισα κανονικά, νιώθω όλο και πιο βαθιά βυθισμένος στο σκοτεινό βυθό της καθημερινής γεύσης του τίποτα. Ήμουν πάλι στα ίδια στέκια και τα έπινα μεσημεριάτικα, με γαρνιτούρα γύρω μουκαι βουβή συντροφιά ένα τσούρμο παραιτημένους. Δεν ξέρω πώς, μια έκλαμψη με διαπέρασε ξαφνικά, κάτι σαν αυτό που οι πατέρες της εκκλησίας έλεγαν επιφώτιση και το κορμί μου θυμήθηκε ό,τι υπάρχει! Ό,τι είναι ακόμη ζωντανό και ακμαίο, γεμάτο ανεκπλήρωτες επιθυμίες και όμορφες προοπτικές! Ενθύμηση που με αναστάτωσε βαθιά και όταν μεταβλήθηκε σε ερωτική διέγερση με διαπέρασε απ' άκρη σ' άκρη και με παρακίνησε σε κατάσταση άμεσης ενεργητικότητας. Είχα καιρό να το αισθανθώ, γιατί μέσα στη ντάγκλα αλκοόλ και καπνού, είχα παρατήσει πια κάθε αισθαντικότητα, είχα βουλιάξει κάθε επιθυμία κι είχα να έρθω σε ερωτική επαφή ούτε κι εγώ ήξερα από πότε! Πιεσμένος από ένα σωρό απωθημένα βιώματα, πήρα την απόφαση να πάω σ' ένα μπουρδέλο να εκτονωθώ και ταυτόχρονα υποσχέθηκα στον εαυτό μου ότι αυτό θα είναι το τέλος του εγκλεισμού και η αρχή μιας κανονικής πορείας στον κόσμο. Με την απόφαση της αλλαγής ν' αστράφτει στα μάτια χύθηκα προς τις περιοχές των συναλλαγών του πόθου. Μπαίνοντας στον προθάλαμο του, συνθηματικά φωτισμένου, σπιτιού δε βρήκα κανέναν πελάτη στην αναμονή και ικανοποιημένος με την τύχη μου στρώθηκα βολικά στον καναπέ περιμένοντας να βγει η γυναίκα να με πάρει. Η ώρα περνούσε, αλλά δε φαινόταν να ξεπροβάλλει κανείς απ' τα ενδότερα. Σηκώθηκα κι άρχισα να βολτάρω νευρικά προχωρώντας βαθμιαία προς το εσωτερικό του σπιτιού. Δεν υπήρχε ψυχή πουθενά. Παραξενεμένος απ' όλη αυτή την ερημιά και αφού όπλισα τον εαυτό μου με αφροδίσιο θάρρος, άρχισα να διερευνώ το διάδρομο κι έφτασα μέχρι να ανοίξω και τη, ρητά απαράβατη, πόρτα της κρεβατοκάμαρας! Άδεια κι αυτή και παντέρημη, παρ' όλο που τα στρωσίδια ήταν ανακατεμένα λόγω της πρόσφατης χρήσης. Απορημένος στο έπακρο και με τον ερεθισμό να αυξάνεται κατακόρυφα από την καθυστέρηση, βάλθηκα να ψάχνω σαν τρελός όλους τους χώρους του σπιτιού και να μη βρίσκω ψυχή ζώσα!Τελικά, φτάνοντας σε μια ψευδόπορτα από κορδόνια επενδυμένα με χάντρες, περνώντας το κεφάλι ανάμεσα τους, βρήκα επιτέλους την πουτάνα να κάθεται στο τραπέζι της κουζίνας, φορώντας μια βυσσινί κιλότα μόνο και να τρώει μαζί με τον πούστη της υπηρεσίας! Μόλις με είδαν να μπουκάρω στην κουζίνα τους, οι άνθρωποι ξαφνιάστηκαν και για κάμποση ώρα με κοιτούσαν σαστισμένοι. Κοπιάστε είπε ο πούστης, χωρίς ενδεχομένως να το εννοεί, μόνο για να σπάσει την αμηχανία που προκάλεσε η εισβολή μου. Κάτι όμως τα ούζα που είχα κοπανήσει και με είχαν θερίσει, κάτι η ευκαιριακότητα που με διέπει και δε μ' αφήνει αυτόβουλο ούτε για μια στιγμή, προτού η σκέψη λογοκρίνει το ένστικτο, υπερσκέλισα την τυπικότητα της πρότασης και στρώθηκα φαρδύς- πλατύς στο τραπέζι! Τι να έκαναν κι εκείνοι...μου γέμισαν το πιάτο με αχνιστά φασολάκια και λόγω του εκτάκτου πανηγυρικού της ημέρας, κοτσάρανε και μια ρετσίνα απ' το ψυγείο και του δώσαμε να καταλάβει! Βγήκα σχεδόν απόγεμα απ' το μπουρδέλο κι ήμουν ο μοναδικός άνθρωπος στην ιστορία που ύστερα από τόση παραμονή εκεί, είχε φύγει πιωμένος και χορτασμένος, δίχως να' χει αγγίξει ούτε το χέρι της γυναίκας ή έστω του πούστη, ο οποίος με ξεπροβόδισε με τη λογικότατη παρατήρηση ε, τώρα δεν πιστεύω να θέλετε και να γαμήσετε...Μια ναυτία προερχόμενη απ' όλα τα δαιμόνια του εαυτού μου είχε αρχίσει να με διαπερνά και να με κάνει να προχωράω στους δρόμους μετέωρος και χωρίς κανένα προορισμό ή στόχο. Στον καθρέφτη ενός μαγαζιού έπεσα φάτσα μ' ένα πρόσωπο που κάτι μου θύμισε κι όταν του χαμογέλασα, μου χαμογέλασε το ίδιο αναίτια κι εκείνο. Δόξα τω θεώ, φάγαμε και σήμερα του είπα ψιθυριστά και γυρίζοντας την πλάτη το παράτησα μέσα στη θαμπή γυάλινη μοναξιά του.

Μπόσκο, Οκτώβρης 1995

Σάββατο 15 Δεκεμβρίου 2007

Ο ΣΥΝΘΕΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΑΡΑΜΗΣ ΣΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ 105,5...

Ο Δημήτρης Μαραμής είναι ένας νέος συνθέτης που ασχολείται με το αυθεντικό έντεχνο τραγούδι, όπως το δίδαξαν ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Μίκης Θεοδωράκης κατά τη δεκαετία του ΄60, τότε που επιχειρούσαν με καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία την ευρύτερη γνωριμία της ποίησης με τις λαϊκές μάζες. Έχοντας στις αποσκευές του σοβαρές σπουδές στην Αγγλία, πρωτοεμφανιζόμενος από την ανεξάρτητη Μικρή Άρκτο του Παρασκευά Καρασούλου και με ήδη τρεις προσωπικές δισκογραφικές εργασίες, ο Μαραμής τον καιρό αυτό βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη, συνθέτοντας τη μουσική για τον Συρανό Ντε Μπερζεράκ του Εδμόνδου Ροστάν για το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος. Αύριο, Κυριακή 16 Δεκεμβρίου, θα βρίσκεται στην Αθήνα, καλεσμένος μου στο στούντιο Στο Κόκκινο 105.5, http://www.left.gr/, 20.30 -22.00 το βράδυ. Εκτός από τις τωρινές του

δραστηριότητες, θα μιλήσουμε και θα παίξουμε κομμάτια από τους κύκλους τραγουδιών του, Του Σκοτεινού Έρωτα(ποίηση F.G. Lorca- Τριβιζά), Κυριακές μες στο χειμώνα (ποιητές του Μεσοπολέμου) και, βέβαια, θα εστιάσουμε στην κυκλοφορία του πιο πρόσφατου εξαιρετικού δίσκου του με τίτλο Amor Oscuro/Σκοτεινός Έρωτας και με βασικό ερμηνευτή τον Μάριο Φραγκούλη. Πάλι σε ποίηση Lorca -Τριβιζά και μάλλον ό,τι καλύτερο έκανε ο Φραγκούλης τα τελευταία χρόνια. Να μας ακούσετε!Ευκαιρία να ανακαλύψουν και οι σνομπ του εντέχνου έναν καινούργιο συνθέτη: τον Δημήτρη Μαραμή.

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2007

ΛΟΥΞΕΜΒΟΥΡΓΟ:ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ ΒΛΑΠΤΕΙ ΣΟΒΑΡΑ ΤΗΝ ΕΥΔΑΙΜΟΝΙΑ...


Είναι τρελοί αυτοί οι Λουξεμβουργιανοί! Ή οι Λουξεμβουργέζοι. Με -2 βαθμούς μεσ' στη μαύρη νύχτα και με μια βροχή που έριχνε καρέκλες, αυτοί έστησαν κατά μήκος της Avenue de la Liberte, ξυλοπόδαρους, κατακόκκινες, εικοσάμετρες σε μπόι, καμηλοπαρδάλεις και υπερυψωμένες πριμαντόνες! Ανάμεσα στο πλήθος που είχε συρρεύσει για να απολαύσει από κοντά αυτό το, πινκφλοϋντικών διαστάσεων, θέαμα κι ακρόαμα, υπήρχαν επίσης τοποθετημένοι αναμμένοι κορμοί δέντρων, οι οποίοι σιγοέκαιγαν όλο το βράδυ μαλακώνοντας κάπως την ανυπόφορη παγωνιά. Τι ανάγκη έχουν οι Λουξεμβουργιανοί! σκεφτόμουν καθώς ακολουθούσα κι εγώ με τους φίλους μου την εν λόγω τριπάτη πομπή. Όταν το χαμηλότερο μηνιαίο εισόδημα στο κρατίδιο τους ανέρχεται στα 1.700 ευρώ και άπαντες ξυπνάνε στις 7.30 το πρωί σαν καλοκουρδισμένα ρομποτάκια, δικαίως με το παραμικρό ξεχύνονται στους δρόμους. Μέτοχοι ενός προκάτ πολιτισμού, εντυπωσιακού από κατασκευαστική άποψη μεν, ολίγον αρπακολλατζίδικου δε. Ας μη γκρινιάζω...πέρασα καλά αυτό το εξαήμερο μεταξύ Λουξεμβούργου, Γερμανίας και Βελγίου. Υπεύθυνοι ήταν η Αγγελική με τον Περουβιανό Νίκι της, η Τζένη με τον καλλιτέχνη Νίκο της, η Ελευθερία με τον άλλο Νίκο της, ο Γιάννης, ο Γιώργος και όλα τα παιδιά που συντηρούν την Ελληνική Κινηματογραφική Λέσχη Λουξεμβούργου, η οποία κάθε χρόνο καλεί έναν Έλληνα σκηνοθέτημε όλα τα έξοδα πληρωμένα, προκειμένου να παρευρεθεί στις προβολές των ταινιών του και να συνομιλήσει με το κοινό. Φέτος ήμουν εγώ ο τυχερός! Να' ναι καλά οι άνθρωποι που κόπτονται για το ελληνικό σινεμά και αγωνιούν για την τύχη του στο εξωτερικό, ενώ από άποψη του promotion που κάνουν με ό,τι μέσο διαθέτουν, πραγματικά τύφλα να' χει το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου κι όλες οι δικές μας εταιρείες διανομής! Η αλήθεια να λέγεται! Από κει και πέρα: καταχάρηκα που ξαναείδα μετά από 12 χρόνια τον Λουξεμβουργιανό γραφίστα φίλο μου, Guy Martin, ο οποίος διένυσε 100 χλμ. και έσκασε στην πρώτη μέρα των προβολών μετά της ζωγράφου συζύγου του, για να μου κάνει έκπληξη! Το κατάφερε! Την καταβρήκα με την επίσκεψη μου στην Τρίερ, την πιο παλιά πόλη της γειτονικής Γερμανίας, όπου από τη μια στον επιβλητικό ρωμαϊκό ναό της φυλάσσεται- υποτίθεται- η Σινδώνη του Χριστού (ότι και να σας πω θα σας γελάσω, ούτε απ' έξω δεν πέρασα...), αλλά και απ' την άλλη φιλοξενεί και την οικεία και πλέον μουσείο του Καρόλου Μαρξ (βλέπε προηγούμενο post). Με παραξένεψε το γεγονός πώς δε βρήκα ούτε ένα δισκάδικο, παρ' ότι όργωσα γι' αυτό το λόγο ολόκληρο σχεδόν το Λουξεμβούργο. Εκεί, λέει, όποιος θέλει να αγοράσει μουσική πετάγεται δυο ώρες με το τραίνο στις Βρυξέλλες, αλλιώς τη βγάζει με ξενέρωτους δίσκους που περιέχουν τραγούδια για αλπινιστές! Μάλιστα! Πάλι καλά που η ψαγμένη Τζένη της κινηματογραφικής λέσχης με τροφοδότησε με το cd ενός καλού Λουξεμβουργιανού μουσικού, ο οποίος παίζει το βιολοντσέλο του σε μίξεις με ηλεκτρονικά samples. Ενδιαφέρον! Εκεί όμως που φρίκαρα ήταν με την αναγραφή- διαταγή παντού "απαγορεύεται το κάπνισμα"! Έχω ενστάσεις για το πόσο αυτό είναι ακόμη ένα δείγμα του δυτικού πολιτισμού ή έστω μια εκδήλωση ενδιαφέροντος για τη δημόσια υγεία. Θα προτιμούσα να άφηναν ξανά ελεύθερο το φουμάρισμα αντί να βάζουν μεγάλα φράγματα στις γέφυρες των ποταμιών τους, μη τυχόν και φουντάρει κάνας ανθρωπάκος, όπως δηλαδή συνηθίζεται, από overdose ευμάρειας. Τους έχει πει άραγε κάποιος σωστός ψυχίατρος εκεί πέρα πόσο οφέλιμο είναι το κάπνισμα σε άτομα με μασκέ κατάθλιψη και πιο φανερά ψυχολογικά προβλήματα; Εγώ πάντως κάπνισα! Δυο- δυο τα πακέτα, κόκκινο winston 25άρι σκληρό, που το κόλλησα από τον Πουλικάκο στο φεστιβάλ ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, γυρνώντας οριστικά την πλάτη στο αλλοιωμένο πια camel! Κι ας κοιτούσαν οι περισσότεροι, Λουξεμβουργιανοί και μη, με οίκτο ίσως έναν μυστήριο τύπο με παρδαλό σκούφο, ο οποίος έπινε τον καφέ του ΕΞΩ απ' την καφετέρια, έτρωγε με το πιάτο ανά χείρας ΕΞΩ απ' το εστιατόριο και έπινε τη μπύρα του ΕΞΩ απ' το μπαρ...καπνίζοντας αρρημανίως πάντα! Λουξεμβουργιανοί και λοιποί Ευρωπαίοι, υγιεινιστές και λάτρεις της κάθε είδους φιέστας, γνωρίζετε πόσες άλλες αρρώστιες έχετε να καταπολεμήσετε πρώτα;...με κοιτάτε πώς σας κοιτάω;...