Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

στης-Αρλέτας-με-τη-Γιώτα-Γιάννα

Η Αρλέτα έπιασε την κιθάρα της και τραγούδησε ''Άνοιξε λίγο το παράθυρο'' από τον ''Ένα Όμηρο'' των Μίκη Θεοδωράκη - Brendan Behan - Βασίλη Ρώτα. Μαγεία! Δίπλα μου η Γιώτα Γιάννα άκουγε εκστασιασμένη. ''Θυμάσαι μήπως την Καλόγρια τη Τσιγγάνα από το Romancero Gitano που εσύ πρωτοτραγούδησες;'' τη ρώτησα. Δεν απάντησε, παρά αρχίσαμε να το τραγουδάμε όλοι μαζί. Έπειτα θυμήθηκε το ''Μερτικό μου απ' τη χαρά'' του Καζαντζίδη που μας το τραγούδησε ως μπαλάντα προς τιμήν της Γιώτας Γιάννα, την οποία θεωρούσε ανέκαθεν ορίτζιναλ λαϊκή ερμηνεύτρια. ''Την επόμενη να φέρεις τη φυσαρμόνικα σου'' της είπε μάλιστα και η Γιώτα συμφώνησε! Λίγο πριν φύγουμε, στην κουβέντα μπλέχτηκαν ο Άκης Πάνου, ο Λάκης Παπαδόπουλος, η Μαριανίνα Κριεζή και τα χρωματιστά χίπικα χρόνια στην Καλών Τεχνών. Ήταν μία επίσκεψη με τη Γιώτα Γιάννα στης Αρλέτας και ένα ζεστό σαββατόβραδο, απ' αυτά που απαλύνουν της ζωής τις δυσκολίες. Νά'ναι πάντα καλά αυτές οι δύο πολύτιμες φίλες και καλλιτέχνιδες!

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2015

ο-πατέρας-παντού

Σήμερα έγιναν τα εννιάμερα του πατέρα μου. Ήταν αδύνατο να παραστώ, καθώς τώρα συνέρχομαι από το ψυχολογικό βάρος των τελευταίων ημερών συν το άγχος των γραφειοκρατικών θεμάτων που προέκυψαν μοιραία. Ευτυχώς η μάνα μου που τη ''φοβόμουν'' είναι δυνατή γυναίκα. Στην κηδεία την έβγαλε με λαξοτανίλ που σύστησε και ο γιατρός της. Ήρθε όλο το σόι απ' τη μεριά του πατέρα μου, τα τέσσερα αδέρφια του, θείοι, θείες, ξαδέρφια που είχα να δω τουλάχιστον 25 χρόνια. Κάναμε αξιοπρεπέστατη κηδεία...μας είπαν όλοι, λες και στήσαμε κάποια εκδήλωση που στέφθηκε από επιτυχία. Ακόμη δε μπορώ να το χωνέψω. Πως έγινε αυτό; Πως πήγε τζάμπα ο άνθρωπος δίχως νά'χει πρόβλημα με την υγεία του; Έχω το κινητό του δίπλα μου αυτή την ώρα. Σε λίγο θα σβήσει από μπαταρία, αφού ο φορτιστής δε βρέθηκε. Από το δικό μου κινητό πάλι έσβησα το όνομα του. Προχθές ψάχνοντας κάτι, έπεσα πάνω στον αριθμό του και βούρκωσα. Το ίδιο και χθες στο πανηγύρι του Αγίου Φανουρίου στη Δραπετσώνα. Άφησα τη μάνα μου να προσκυνήσει και κάθισα σ' ένα λαϊκό καφενείο. Το βλέμμα μου συνάντησε το Lidl της Δραπετσώνας, απ' όπου συνήθιζε να ψωνίζει τα τελευταία χρόνια. Χωρίς να πρωτοτυπήσω θα πω ότι νόμισα πως θα τον δω να περιφέρεται ανάμεσα στους προσκυνητές με το καπελάκι του το τζόκεϊ και τις σακούλες στα χέρια. Έγινα κουρέλι. Δεν ξέρω πότε θα το ξεπεράσω εντελώς τέτοιο σοκ. Τόσο το ίδιο το γεγονός του θανάτου, όσο και εκείνο το τηλεφώνημα που μου είπαν ''Τα συλληπητήρια μας, είναι νεκρός''...Δεν είμαι σε θέση να γράψω κάτι άλλο. Θα παραθέσω μόνο ένα ποίημα του Λευτέρη Ξανθόπουλου που με είχε εντυπωσιάσει απ' όταν τό'χα πρωτοδιαβάσει. Λέγεται ''Ο πατέρας παντού'':
Άνοιξε το ντουλάπι της κουζίνας
και βγήκε από μέσα ο πατέρας
κρατούσε δίχτυ με ψώνια
πατάτες μακαρόνια μοσχαρίσιο κιμά
τυριά από τον Ζαφόλια 50 δράμια καφέ˙
σας έφερα να φάτε είπε
ακούμπησε το δίχτυ στο τραπέζι και βγήκε.
Έπειτα ήρθε η μυρωδιά του καπνού από το μπάνιο
από το χολ απ’ το υπνοδωμάτιο από το σαλόνι
απ’ το φωταγωγό από τον κήπο.

Κυριακή, 23 Αυγούστου 2015

δε-γαμιέται-κι-ο-θάνατος

Δεν το πιστεύω πως αύριο θα παραστώ στην κηδεία του πατέρα μου. Ο κύκλος της ζωής, θα μου πεις. Το φυσιολογικό. Να χάνει το παιδί τον γονιό του καθώς περνούν τα χρόνια. Ράγισε η καρδιά μου όταν πήγα στα Μέθανα και παρέλαβα από το λιμεναρχείο τα προσωπικά του αντικείμενα. Πέρασα να δω το μέρος που έχασε τη ζωή του. Ασήμαντο βάθος η θάλασσα, ακόμη και για μένα που σπάνια κολυμπάω. Το έδαφος βραχώδες και όχι αμμώδες. Παραπάτησε, φαίνεται, έπεσε μέσα με το κεφάλι και βαρύς καθώς ήταν - είχε φάει πριν πλούσιο πρωινό, με ενημέρωσαν - δεν είχε δυνάμεις να σηκωθεί. Τα πνευμόνια του γέμισαν νερό. Όταν τον τράβηξε έξω μια παρέα παιδιών είχε τις αισθήσεις του, προσπαθώντας να αναπνεύσει. Τον έβαλαν σε ταξί και εκεί συνέβη το μοιραίο. Η καρδιά του σταμάτησε, μην παίρνοντας πια οξυγόνο συν το σοκ που είχε υποστεί. Απίστευτο! Ένας άνθρωπος που τον έλεγαν όλοι ταύρο, πέθανε ανήμπορος μέσα σε ένα πεντάλεπτο! Είχαμε μιλήσει το προηγούμενο βράδυ στο τηλέφωνο: ''Περνάω πολύ καλά εδώ'' μου είπε...Και μετά: ''Να προσέχεις τον ήλιο, αγόρι μου, μην κυκλοφορείς πολύ έξω με τον καύσωνα''. Όταν με πήραν τηλέφωνο το μεσημέρι της Πέμπτης, πάγωσα: ''Ξέρετε, είχε ένα ατύχημα ο πατέρας σας και τα πράγματα είναι πολύ άσχημα''! Δεν ήθελαν να μου πουν ό,τι πέθανε. Το κατάλαβα λίγα λεπτά μετά. Τους τηλεφώνησα πίσω: ''Πείτε μου, έχει πεθάνει;'' ''Ναι, δυστυχώς...Τα συλληπητήρια μας''...Άρχισα να τρέχω σα χαμένος στο δρόμο. Κρίση πανικού! Ειδοποίησα μάνα και αδέρφια. Αργότερα τα αδέρφια του πατέρα μου. Κλάμα, κλάμα, κλάμα. Την ίδια μέρα έφτασε η σορός από τα Μέθανα, οδικώς. Πόσο δύσκολες στιγμές. Να παραλαμβάνεις το άψυχο σώμα του πατέρα σου μέσα σε κιβώτιο. Οι κηδειάδες του γραφείου τελετών έκαναν και μπλακ χιούμορ. ''Μη μας παρεξηγείτε'' μου είπαν σαν είδαν πως δε χαμογελούσα καν, ''το κάνουμε και για σας αυτό, για την ψυχολογία σας''. Το τηλέφωνο μου πήρε φωτιά. Συγγενείς, φίλοι, καλλιτέχνες, παλιοί συμμαθητές. Συλληπητήρια. Άφησα τη σορό στο νεκροτομείο και περπάτησα σχεδόν ως τον ηλεκτρικό του Πειραιά. Είχε βραδιάσει και λυπήθηκα τον εαυτό μου μ' αυτό το απίστευτα επώδυνο αίσθημα της ορφάνιας. Δεν έκλεισα μάτι όλη νύχτα. Τα τηλεφωνήματα από φίλους συνεχίστηκαν μέχρι τα ξημερώματα που συναντήθηκα με τον Δημήτρη για να πάμε παρέα στα Μέθανα. Με στήριξε πάρα πολύ ο Δημήτρης με το να είναι κοντά μου. Ένιωσα πως τόσα χρόνια δεν μας έχουν ενώσει οι ταινίες που κάναμε μαζί, μα και μια βαθιά φιλία. Έβλεπα στα Μέθανα τους λουόμενους να απολαμβάνουν τις διακοπές τους και αισθανόμουν πως αποβιβάστηκα μόλις στην προσωπική μου Κόλαση. Ορκίστηκα πως στο νησί αυτό που έχασε τόσο άδικα τη ζωή του ο πατέρας μου δεν θα ήθελα να ξαναπατήσω ποτέ. Χθες όλη μέρα στο πατρικό μου ξεδιάλεγα τα προσωπικά του αντικείμενα. Βρήκα το εκλογικό βιβλιάριο του από τη δεκαετία του ΄60, το πτυχίο του από την Εμπορική Σχολή του Πειραιά, το μπουζούκι του, τα σακάκια του, παλιές φωτογραφίες με εμένα και τα αδέρφια μου μωρά, ντοκουμέντα από ευτυχισμένες μέρες στη Σαλαμίνα και στο Βόλο. Λύγισα πάλι. Δε σταμάτησα να κλαίω. Κάθε φορά που χάνω κάποιον δικό μου άνθρωπο, αναρωτιέμαι που να πήγε...Τι να έγινε...Μήπως η ύπαρξη του όλη τελειώνει με το τέλος του σώματος του...Σαν ένα μηχάνημα που χαλάει και το πετάς...Πόσο διογκώνονται οι βασανιστικές αυτές σκέψεις όταν πρόκειται για τον ίδιο σου τον πατέρα! Η απέραντη θλίψη πηγάζει απ' το ό,τι δεν θα τον ξαναδείς ποτέ, δεν θα ξανακούσεις τη φωνή του. Τουλάχιστον είναι η κοινή μοίρα όλων των ανθρώπων ανεξαιρέτως. Εκεί που πήγε ο πατέρας μου, εκεί θα πάω κι εγώ κι εσύ που διαβάζεις αυτή τη στιγμή. Ό,τι κι αν απογίνει ο πατέρας μου μεταθανάτια, θα απογίνουμε και όλοι οι υπόλοιποι. Αύριο, λοιπόν, θα περάσω μια από τις χειρότερες μέρες της ζωής μου: Θα θάψω τον άνθρωπο που με έφερε στον κόσμο αυτό. Θα τον αποχαιρετίσω δίχως να ξαναδώ το πρόσωπο του. Δεν το θέλω. Προτιμώ να κρατήσω την εικόνα του λίγα μόνο 24ωρα πριν μας αφήσει. Α ρε μπαμπά! Κρατάω εκείνη την προφητική συγκλονιστική ατάκα σου στο σπίτι, ένα μεσημέρι προ εβδομάδων που τρώγαμε παρέα: ''Δε γαμιέται κι ο θάνατος! Να, στο σταυρό που σου κάνω, δεν τον φοβάμαι! Ας έρθει όποτε θέλει...Δε γαμιέται!''

Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

R.I.P. ΝΙΚΟΣ ΜΠΟΣΚΟΪΤΗΣ (1932 - 2015)

Ο πατέρας μου έφυγε από τη ζωή χθες, Τετάρτη 20 Αυγούστου του 2015, σε ηλικία 83 ετών. Στα Μέθανα, όπου είχε πάει από την περασμένη Τρίτη για ιαματικά μπάνια. Από πνιγμό, είπαν...Από οξύ έμφραγμα είπε ακόμη ο τοπικός γιατρός χωρίς να είναι σίγουρος. Την ώρα που θα γίνεται η νεκροψία για να δείξει την αιτία θανάτου, εγώ θα μεταβαίνω στα Μέθανα προκειμένου να παραλάβω από το λιμεναρχείο τα προσωπικά του αντικείμενα. Όποια και να είναι η αιτία θανάτου, ξέρω πως ο πατέρας μου ήταν υγιέστατος παρά τη μεγάλη ηλικία του, άρα ο θάνατος του είναι δυο φορές θάνατος, που λένε. Στο καλό, μπαμπά, ο πόνος είναι αβάσταχτος. Θα σε θυμάμαι για πάντα.


Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2015

οι-αναφορές-του-ηθοποιού-Απόλλωνα-Μπόλλα-στα-''Γράμματα-στη-Γερμανία''-τώρα-και-στο-youtube

Ήρθε πάλι ο Απόλλωνας με τα δώρα του και εν προκειμένω με το απόσπασμα της εκπομπής ART ΕΡΤ, που ήταν καλεσμένος και που μίλησε διεξοδικά για την ταινία μας! Τώρα, λοιπόν, και στο youtube αυτό το κομμάτι της εκπομπής μαζί με το trailer από τα ''Γράμματα στη Γερμανία''!

Τρίτη, 18 Αυγούστου 2015

θανάτω-θάνατον-πατήσας

Με τη Λένα Πλάτωνος θα έχουμε οι δυο μας πάνω από χίλιες φωτογραφίες - καμία όμως σαν κι αυτήν που μας τράβηξε ο Απόλλων Μπόλλας. Η Λένα ενθουσιάστηκε τόσο που ζήτησε να της την τυπώσει για να τη βάλει πάνω στο πιάνο της. Μού'χει λείψει η Λένα και τα γέλια μας με τα τρεχάματα τον καιρό αυτό. Λίγο την είδα προχθές που μας έκανε τραπέζι με τον φίλο μας τον Βάνο για τον 15αύγουστο. Η Βικτώρια μαγείρεψε υπέροχα, όπως πάντα. Το πιο υπέροχο είναι όμως που η Βικτώρια νίκησε τον καρκίνο και οι εξετάσεις της είναι καθαρές, εκεί που οι γιατροί τον περασμένο Οκτώβριο τής έδιναν περιθώριο ως το νέο έτος! Τι να πω, μόνο χαρά γι' αυτό που της έτυχε μεσ' στην ατυχία της. Μέχρι και ο Βάνος πού'ναι γιατρός είπε πως από ιατρικής άποψης κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο. Για να καταλάβεις, αναγνώστη μου, πέρσι τέτοιον καιρό η μαγνητική έδειξε πως το κρανίο της Βικτώριας ήταν γεμάτο ογκίδια, σαν κατσαρόλα που της έριξες μέσα μια χούφτα αρακά. Σήμερα, ο εγκέφαλος της είναι πεντακάθαρος! Ούτε ένας όγκος! Στο δε συκώτι, απ' όπου ξεκίνησε το κακό, οι καρκινικές εστίες από έντεκα που ήταν, έγιναν τέσσερις (!) και τώρα καθάρισε κι αυτό. Τα έλεγα του Παντελή του Θεοχαρίδη στο τηλέφωνο τις προάλλες: ''Λες να έγινε θαύμα;'' τον ρώτησα. ''Όχι'' απάντησε, ''απλά συνέβη γιατί είναι δίπλα στην Πλάτωνος και η Πλάτωνος είναι μεταφυσικό ον''!

Κυριακή, 16 Αυγούστου 2015

συνέβη-στην-Αθήνα

Η κοπέλα, κόρη ή εγγονή, άφησε τον υπερήλικα στην καφετέρια. Περίπου ένα 20λεπτο έκαναν να διασχίσουν 100 μέτρα. Φως - φανάρι, ο εγκέφαλος του ανθρώπου δεν του έδινε καν οδηγίες για περπάτημα. Την άκουσα να του λέει γλυκά ''Κάτσε εδώ και θα έρθω να σε πάρω στις 5''. Εκείνος, τίποτα, καμία αντίδραση. Βλέμμα απλανές, χαμένο. Ύστερα η κοπέλα παρήγγειλε για τον συγγενή της ένα βαρύ γλυκό και έφυγε. Το ραντεβού μου είχε φύγει και μένα, αλλά είχα αποφασίσει να κάτσω ακόμη λίγο μόνος μου. Το βλέμμα μου συνέπεσε μ' αυτό του παππού. Άρχισε να βγάζει άναρθρες κραυγές. Ευτυχώς δεν υπήρχε κανείς άλλος να τρομάξει ή να δυσανασχετήσει με την κατάσταση. Σηκώθηκα κι έκατσα στο τραπέζι του. ''Τι νέα;'' τον ρώτησα, μην περιμένοντας απάντηση. Ο παππούς άπλωσε όσο μπορούσε το χέρι του για να πιάσει τον καφέ. Δεν τα κατάφερε. Καλά λένε οι γιατροί πως το dead-line για έναν που πάσχει από αλτσχάιμερ είναι εφτά χρόνια. Οι άνθρωποι αυτοί ξεχνάνε να φάνε κι αν δεν τους φροντίσει κανείς, πεθαίνουν από ασιτία στην ουσία. Ξανασηκώθηκα, έπιασα το φλυτζάνι και χωρίς να με νοιάζει αν έβλεπε άλλος τη σκηνή, φύσηξα μία τον καφέ να κρυώσει και του τον έφερα στα χείλη του. Ο παππούς ρούφηξε, τράβηξα πάλι το φλυτζάνι κι άφησε ένα ''αχ'' δυνατό, παράξενο, αλλοπρόσαλο, όσο και οι κραυγές που έβγαλε πριν. Η χαρά που εισέπραξα δεν περιγράφεται! ''Από ζάχαρη καλός;'' τόλμησα να ρωτήσω ο αφελής. Και τότε το πρόσωπο - ανέκφραστη μάσκα του παππού συσπάστηκε και ένα χαμόγελο αμυδρό έκανε την εμφάνιση του. Ακριβώς σαν τα μωρά. Η σερβιτόρα που τα έβλεπε όλα ήρθε κοντά μας. ''Άλλη μια φορά μόνο έχει χαμογελάσει, όταν πήγε να πιεί νερό και το έχυσε όλο πάνω του''. ''Πόσων ετών είναι;'' ''Πάνω από 90''...