Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΩΡΓΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΓΙΩΡΓΗΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2025

Κατερίνα Κυρμιζή: «Για μένα η τέχνη δεν είναι δουλειά, ζω γι' αυτήν και όχι απ' αυτήν»


Η συζήτηση με την Κατερίνα Κυρμιζή ξεκινάει ορμητικά. Της ζητάω να μου πει πόσα χρόνια δραστηριοποιείται στο ελληνικό τραγούδι. «Πρωτοεμφανίστηκα στη δισκογραφία το 1995, όπου έκανα κάποια φωνητικά στο δίσκο του Νίκου Γρηγοριάδη και τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε το ”Κονσέρτο για σοκολάτα και τριαντάφυλλα”, η πρώτη προσωπική μου δουλειά με δικά μου τραγούδια και ένα του Γρηγοριάδη που έγινε επιτυχία» μου εξηγεί, προσθέτοντας όμως πως ουσιαστικά είναι και δεν είναι στον χώρο! Καταλαβαίνω πως υπάρχει «ψωμί» εδώ!

Η Κυρμιζή ως κόρη καλλιτεχνών δεν ήθελε να ασχοληθεί με τα καλλιτεχνικά. Ο πατέρας της ήταν ένας ελαφρολαϊκός τραγουδιστής, «πιο πολύ pianobar φάση», όπως λέει η ίδια, και η μητέρα της μοντέλο, τραγουδίστρια και ηθοποιός. Δουλεύοντας σε έναν θίασο η μητέρα της κατέβηκε από τη Θεσσαλονίκη στη Λάρισα κι εκεί γνώρισε τον άντρα της. «Η μητέρα μου είχε ένα μικρό σχήμα και έκαναν επιθεώρηση πίστας. Γνώρισε τον πατέρα μου στη ”Φαρίντα”, στη Λάρισα, αφού εκείνος έμενε στο Βόλο. Καλλιτεχνάκια κι οι δύο τότε». Οι γονείς της Κυρμιζή παντρεύτηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’80, αλλά ήταν η εποχή που είχε αλλάξει το τραγούδι με την επικράτηση του ΠΑΣΟΚ και μαζί του Πανταζή και του Αντύπα. «Μεγάλωνε κι ο πατέρας μου που αγαπούσε το τραγούδι, αλλά δεν μπορούσε να κάνει πια τον ζεν πρεμιέ στη νύχτα. Έτσι μετακομίσαμε οικογενειακώς στο Βόλο το 1989, όπου εκεί μπόρεσε να προσφέρει ξανά τη διασκέδαση που ήξερε». Η Κυρμιζή έχει άλλη μιαν αδερφή, μοριακή βιολόγο, που μένει μόνιμα στην Κρήτη και που η δουλειά της απασχόλησε με άρθρο το έγκριτο «Nature»! 

Από πολύ μικρή εκδήλωσε καλλιτεχνικό ενδιαφέρον, εφόσον μες το σπίτι της υπήρχαν όλα τα μουσικά όργανα. Σε ηλικία δέκα ετών, όταν οι γονείς της δεν έβρισκαν δουλειά στο Βόλο κι έκαναν απόπειρα να ζήσουν στη Λάρισα, μπήκε στο Ωδείο στην κλασική κιθάρα. «Είχα έναν καθηγητή τρομακτικό, με κάτι νυχούκλες σαν τον…Νοσφεράτου και όλο με μάλωνε επειδή έτρωγα τα νύχια μου. Μου έδινε ξυλιές στα χέρια! Τό’χα βιώσει τραυματικά, αλλά ευτυχώς έμεινα μόνο δυο χρόνια εκεί». Οι γονείς της την «έτρεχαν» πολύ με τα καλλιτεχνικά: Μπαλέτο από τα 4 της χρόνια και κιθάρα στα 10 της. Της έλεγαν «Εσύ θα γίνεις η κόρη μας η φίρμα» και μάλιστα η «λαϊκιά», μια και η «κουλτουριάρα» ήταν η αδερφή της. «Τελικά δεν τους έκατσε όπως το περίμεναν» ομολογεί με χιούμορ η Κυρμιζή, συμπληρώνοντας πως γι’ αυτό προτίμησε περισσότερο το χορό. «Δεν με βοηθούσε ο σωματότυπός μου για το χορό. Είχα πολύ ανοιχτή λεκάνη και θώρακα, ήμουν αρκετά γεροδεμένη για κλασικό χορό». 

Στα 18 της η Κυρμιζή είπε στους δικούς της το αναμενόμενο: «Γεια σας, δεν αντέχω άλλο, σας χαιρετώ»! Δεν είχε καλές εμπειρίες από το Βόλο, εκτός από έναν νεανικό παράφορο έρωτα. «Έβγαινα κάθε απόγευμα στο μπαλκόνι κι έκλαιγα, έλεγα ”Παναγίτσα μου, που ήρθαμε”…Τόσο πολύ!» Έκανε απόπειρα να σπουδάσει στην Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης, αλλά δεν τα κατάφερε. Στην Αθήνα, έμενε στο ξενοίκιαστο πατρικό της μητέρας της. «Κυκλοφορούσα στο δρόμο και δεν ήξερα τι θα κάνω. Οι γονείς μου στήριζαν περισσότερο την αδερφή μου που θα έδινε πανελλήνιες, ενώ με μένα ήταν τσακωμένοι για διάφορα άλλα θέματα. Δεν είχα φύγει καλά από τον Βόλο». Η Κυρμιζή τηλεφωνούσε σε όλους τους γνωστούς και φίλους τους στην πρωτεύουσα. Κάποια στιγμή φτάνει και στον συνθέτη Σάκη Τσιλίκη. «Πιο πολύ σκόπευα να πάω για να φάω, γιατί με είχε κόψει λόρδα, πεινούσα. Στο σπίτι ήταν η κόρη του, ένα χρόνο μικρότερη μου, και ο Τσιλίκης έγραφε τα θέματα για το ”Καλημέρα ζωή”. Να μου λέει η κόρη του ”Εγώ παίζω, τραγουδάω” και να αναρωτιέμαι ”Αχ Θεέ μου τι ακούω για ένα πιάτο φαΐ”»…Εκεί ήταν που η Κυρμιζή στο πλαίσιο μιας εφηβικής ανταγωνιστικότητας, είπε ευθαρσώς «Κι εγώ παίζω», μόνο που την άκουσε ο Τσιλίκης και την παρότρυνε όντως να τους παίξει κάτι. Έπαιξε και αμέσως της πρότεινε να τη βγάλει στην τότε εκπομπή του, στην ΕΡΤ, σαν νέο ταλέντο. Στην ουσία ο Σάκης Τσιλίκης ήταν ο πρώτος που τη βοήθησε καλλιτεχνικά! «Πήγα στην εκπομπή, είπα ένα δικό μου τραγούδι και το ”Stop” της Sam Brown χωρίς να θυμάμαι καν τα λόγια…Ο Τσιλίκης όμως πήρε την κασέτα με το βίντεο και το πήγε στη Lyra Στη Lyra τράβηξε το ενδιαφέρον του Άγγελου Σφακιανάκη, ο οποίος την αναζήτησε. Αυτός της βρήκε δουλειά στο σχήμα της Μαρίζας Κωχ στις παραστάσεις της με τίτλο «Η Γοργόνα ταξιδεύει τον μικρό Αλέξανδρο». 

Ένα πρώτο demo με δικά της κομμάτια δεν άρεσε στον Σφακιανάκη. Έτσι φώναξαν τον Γρηγοριάδη στην εταιρεία κι έκαναν μαζί demo, το οποίο επίσης δεν άρεσε. «Τότε ο Σφακιανάκης με έστειλε στον Νίκο Μαμαγκάκη! Πήγαινα στο σπίτι του κι ο μαέστρος με έστειλε να κάνω κιθάρα στην Έλενα Παπανδρέου. Δεν τα βρήκαμε! Εξαιρετική κιθαρίστρια, αλλά εγώ είπα ”μ’ αυτήν θα βγάλουμε τα μαλλιά μας τρίχα – τρίχα”. Μου φαινόταν τρομερά απότομη στην ευάλωτη, σχεδόν καταθλιπτική, φάση που βρισκόμουν εγώ. Ε, μια – δυο τρεις, δεν άντεξα να τραγουδάω τα ίδια και τα ίδια με τον Μαμαγκάκη και του λέω: ”Μπάστα, κύριε Νίκο! Είμαι 19 ετών, για ποιο παλιό τραγούδι να λέω; Για μένα όλα τα τραγούδια είναι καινούργια. Και στο φινάλε γράφω κι εγώ τραγούδια που μ’ αρέσουν πιο πολύ απ’ τα δικά σας – άκου θράσος που το είχα»! Πως αντέδρασε ο μεγάλος συνθέτης; «Παλιόπαιδο! Παίξε μου ένα» της λέει και μόλις τελείωσε, της κάνει αυστηρά και γενναιόδωρα όμως: «Γιατί σ’ έστειλε σε μένα ο Άγγελος; Εσύ έχεις δικό σου δρόμο! Άντε, παιδάκι μου, πήγαινε στο καλό»…

Μετά απ’ αυτό η Κυρμιζή πέρασε μια πνευμονία. Την αναζήτησε, όμως, πάλι ο Νίκος Γρηγοριάδης, που μόλις είχε υπογράψει συμβόλαιο με τη Virgin. Την κάλεσε να κάνει φωνητικά στη «Μοναξιά του Φάρου». Στο στούντιο γνώρισε τον Γιάννη Πετρίδη, διευθυντή τότε της Virgin. «Έψαχναν ρεπερτόριο. Πήγα μ’ ένα καροτί diesel και την κιθάρα στη μόδα του grunge που υπήρχε. ”Τη θέλουμε” λέει ο Πετρίδης, ”τι ειν’ αυτή; Αρλέτα; Όχι, δεν τη θέλουμε” πετάγεται ο Κώστας ο Ζουγρής. Ο ένας έκοβε κι ο άλλος έραβε! ”Πάρτε την” κάνει ο Γρηγοριάδης, ”και δεν θα χάσετε”! Υπόγραψα συμβόλαιο, κανονικά πληρωμένοι δίσκοι, και περίμενα να τελειώσει ο Νίκος με τα δικά του για να ξεκινήσω εγώ». Κι όταν έγινε αυτό, στον πρώτο της δίσκο έπαιξαν ο Αλέκος ο Αράπης, ο Οδυσσέας Τσάκαλος, ο Πέτρος Κούρτης, μουσικοί της ροκ κοινότητας. Όλα τα τραγούδια του δίσκου προέρχονταν από την πρώτη της καψούρα, σ’ αυτόν απευθυνόταν στην ουσία. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1996 και ήταν κάπως σαν τη μύγα μες το γάλα. Οι ποπάδες έλεγαν ότι ήταν πολύ λάιτ, οι έντεχνοι ότι είναι πολύ ροζ, οι ροκάδες το έβρισκαν πολύ ποπ…Κι εκεί έρχεται ο Γιώργος Λάνθιμος! 

Το ’97 ο Λάνθιμος σκηνοθετεί το πρώτο του βίντεο κλιπ με τραγούδι της Κατερίνας Κυρμιζή. Μόλις άνοιξε το μουσικό κανάλι MAD και τό’παιζε απ’ το πρωί ως το βράδυ! Τον Οκτώβρη του ίδιου έτους, πάλι με τον Λάνθιμο σκηνοθέτη, έγινε και άλλο βίντεο κλιπ με τραγούδι της! «Εκεί ήταν που τρόμαξα! Άρχισαν να μου στέλνουν στο σπίτι μου τούρτες και αρκουδάκια. Πήγαινα πραγματικά τοίχο- τοίχο, 22 ετών ήμουν. Δεν είχα δουλέψει καθόλου νύχτα, μόνο ότι άκουγα απ’ τον μπαμπά μου…» Άρχισαν και οι προτάσεις από μεγάλα ονόματα: Τον Σαββόπουλο, τον Παντελή Θαλασσινό, ενώ απ’ την εταιρεία την παρακαλούσαν να συμπράξει με τον Νταλάρα στην Ιερά Οδό. Η Κυρμιζή απέρριψε όλες τις προτάσεις, ούσα καταθλιπτική, κατά τη γνώμη της. «Δεν μπορούσα να το διαχειριστώ, αλλά δεν μετανιώνω σήμερα, μια και φαντάζομαι ότι θα με ήθελαν όλοι σαν το κερασάκι στην τούρτα τους. Δεν με ήθελαν ούτε για τα τραγούδια μου, ούτε γι’ αυτό που εγώ έφερνα στη δισκογραφία». Παραδέχεται επίσης ότι δεν ένιωθε «συγγένεια» με κανέναν, μην έχοντας κατά βάθος μεγάλη εκτίμηση στους καλλιτέχνες. 

Με τον Γρηγοριάδη η Κυρμιζή έγιναν ζευγάρι. Προτού να παντρευτούν το 1999, έκαναν μαζί τη «Μοναξιά του Φάρου». Μετά άρχισαν τα δύσκολα…Στην εταιρεία επέμεναν να κάνει δεύτερο προσωπικό δίσκο, αλλά εκείνη δεν είχε υλικό. Την έλεγαν κακομαθημένη και ακοινώνητη. Είχε μόλις χωριστεί και από τους Μπλε η Θεοδοσία Τσάτσου κι υπήρχε ένας διχασμός στην Virgin. Την έσπρωχναν προς το εμπορικό ποπ κι αρνιόταν. Το 2000 με τον Γρηγοριάδη κάνουν το «Νυχτερινό» που γίνεται Νο 1 στα ραδιόφωνα, πιο πάνω κι απ’ τον Νότη Σφακιανάκη. Κατά την Κυρμιζή, η Virgin έπρεπε να συστήσει μια εναλλακτική ποπ – ροκ σκηνή με τόσα ονόματα που είχε στον κατάλογο της και όχι να σκορπίζει δεξιά κι αριστερά τους καλλιτέχνες της. Λειτουργούσε δηλαδή διασπαστικά και ο Πετρίδης μπορεί να μην ήθελε να βάλει το χέρι του στη φωτιά. Στην επόμενη δουλειά της στην ίδια εταιρεία, το 2002, είχε παραγωγό τον Γιώργο Κυβέλο. Ο Κυβέλος την προόριζε για συναυλιακό δίδυμο με τον ανερχόμενο Μιχάλη Χατζηγιάννη. Η Κυρμιζή αρνήθηκε και πάλι! 

Κατερίνα Κυρμιζή - Νίκος Γρηγοριάδης

Λίγο αργότερα η Virgin συγχωνεύθηκε με την ΕΜΙ. Η Κυρμιζή έμεινε έγκυος και στο μεταξύ έχασε τον πατέρα της. «Επικεντρώθηκα στο παιδί μου, έγινα αποκλειστική μαμά μέχρι να πάει στο νηπιαγωγείο»…Ηθελημένα αποτραβήχτηκε, αν και ζήλευε με την καλή έννοια για κάποιους συγκεκριμένους που την είχαν δυσαρεστήσει. Φιλοσόφησε πολύ τα πράγματα και θεραπεύτηκε εν μέρει από τα λάθη των γονιών της στην ανατροφή της. «Κρατούσα το μωρό μου και θεωρούσα ότι κρατάω εμένα την ίδια απ’ την αρχή. Έτσι πριν από κάποιους μήνες κυκλοφόρησα τα νέα τραγούδια μου από ψηφιακή πλατφόρμα. Δεν πήγα καν σε εταιρεία. Κάποια sites πρόβαλαν τη δουλειά χωρίς να έχω κλείσει live». Ταυτόχρονα, ένας ακόμη δίσκος του συζύγου της, Νίκου Γρηγοριάδη, που συμμετείχε κι η ίδια φυσικά, κυκλοφόρησε το 2015 με την εφημερίδα «ΑΥΓΗ». Κι εκεί που νομίζω πως η Κατερίνα Κυρμιζή τώρα κάνει το comeback της, με ενημερώνει και για έναν ακόμη δικό της δίσκο, το «Είναι εδώ» που είχε βγει το 2009 από το label του Άγγελου Σφακιανάκη. 

Φίλους πολλούς από τον χώρο δεν έχει η Κυρμιζή. Μόνο για τον τελευταίο δίσκο του Γιώργη Χριστοδούλου έδωσε ένα τραγούδι της – «είναι εξαιρετικό παιδί ο Γιώργης, διότι ως crooner μού θυμίζει τον μπαμπά μου. Καταλαβαίνω τον αγώνα του και με συγκινεί. Έχουμε συνδεθεί συναισθηματικά». Εκτιμά ακόμη τον Ορφέα Περίδη και πιστεύει πως πια οι καλλιτέχνες δεν εξαρτώνται απ’ τις εταιρείες, άρα το όλο πράγμα διευρύνεται. Επισημαίνει επίσης πως ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται για τη μουσική όπως παλιότερα, έχοντας πάψει να είναι φορέας κουλτούρας. Μερίδιο ευθύνης έχουν και οι εταιρείες που δεν στήριξαν το καλό εναλλακτικό ρεπερτόριο.

Σήμερα η κόρη της Κυρμιζή πηγαίνει στην Α’ Λυκείου, στο Μουσικό Γυμνάσιο και καλλιτεχνίζει. «Θέλει να γίνει συγγραφέας!» μου λέει με καμάρι. Ο Νίκος Γρηγοριάδης διδάσκει στο 11ο Γυμνάσιο Νίκαιας και η ίδια διδάσκει στο Ωδείο κλασική κιθάρα. Λίγο πριν χωριστούμε, μου εξομολογείται κάτι που ένιωσε την ανάγκη να το μοιραστεί: Η Κατερίνα Κυρμιζή δεν συμπαθεί ιδιαίτερα τους δημοσιογράφους. «Το καλύτερο ήταν στο Έψιλον της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας, με τον τίτλο ”Η γατούλα ντεμπιτάντ δείχνει τα νύχια της και δηλώνει: Δε θα πήγαινα με τον Νταλάρα!”. Ο δημοσιογράφος αντί να ρωτήσει ποια είμαι και τι θέλω, αντί να σταθεί στο ότι γράφω μουσική, στίχους, παίζω καλή κιθάρα, είμαι μόλις 21 και πέτυχα με τη μια, η πρώτη και μοναδική του ερώτηση ήταν αν θα συνεργαζόμουν με τον κ. Νταλάρα και τον κ. Σαββόπουλο, ο θεός ξέρει γιατί. Προφανώς όποιος συνεργάζεται μαζί τους παίρνει πάσο για να κάνει καριέρα; πάσο καλλιτεχνικής αξίας; Είναι μέτρο σύγκρισης; Δεν ξέρω. Εγώ θύμωσα όμως και είπα πως δεν θα πήγαινα με κανέναν γιατί, θέλω να με μάθουν πρώτα για τα τραγούδια μου, για αυτό που είμαι ολόκληρη, θέλω να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου και τα όνειρά μου. Δεν έχω τίποτα με κανέναν, μια χαρά κάνουν όλοι αυτό που πρέπει να κάνουν. Αυτός κατάλαβε ότι είμαι τζόρας και με κάπως κίτρινη διάθεση με εξέθεσε, με έκανε να φαίνομαι χαζή, αναιδής. Ο πατέρας μου με είχε πάρει κλαίγοντας λέγοντας : «παιδάκι μου γιατί το έκανες αυτό; Μόλις κατέστρεψες την καριέρα σου». «Αμ, δεν το ‘κανα εγώ!» έκλαιγα κι έλεγα. Το πρόβλημά μου ήταν ότι είχα… ”το πακέτο, ήμουν πλήρης” όπως μου είχε πει ένας άλλος καλλιτέχνης. Και ταλαντούχα, και ομορφούλα, και καλή φωνή, και με άποψη. Δεν εξυπηρετούσα το σενάριο κανενός εκτός κι αν παρατούσα τα τραγούδια μου, κι έδινα το πετσί και τη φωνή μου προς εκμετάλλευση, τραγουδώντας ό,τι να ‘ναι αρκεί να μου εξασφαλίζουν επιτυχία και νυχτοκάματο. Δεν τους άφησα να πάρουν από μένα ότι ήθελαν κι εκείνοι μου δυσκόλεψαν τη ζωή. Λογικό ήταν. Δηλαδή τι; Να έκανα πιο επώνυμα τη δουλειά που μάς έζησε ο πατέρας μου και με προετοίμαζε από μωρό. Ποτέ! Ο πατέρας μου δεν έγραφε τραγούδια, ούτε είχε τη σχέση που έχω εγώ με τη μουσική. Γούσταρε τη φωνή του, γούσταρε να τραγουδάει. Εγώ γουστάρω να φτιάχνω τα τραγούδια μου και να λέω ό,τι θέλω. Δεν κάνουμε το ίδιο πράγμα. Για αυτό για μένα η τέχνη δεν είναι δουλειά. Ζω για αυτήν όχι από αυτήν. Αντιστάθηκα στους γονείς μου, στον προγραμματισμό μου, στη μουσική βιομηχανία, στο τι λέει ο κόσμος… Είχα όλες τις ευκαιρίες για «μεγάλη καριέρα», αλλά ξέρεις κάτι, χέστηκα! Για μένα ήταν ζήτημα τιμής, ζωής και θανάτου να υπάρχω με τον δικό μου τρόπο. Μου ήταν ξεκάθαρο από τα 17 μου κι ακόμα μυαλά δεν έχω αλλάξει. Σε έναν κόσμο όπου όλοι συνεργάζονται με όλους και πολύ καλά κάνουν, ας υπάρχει κι ένας τρελός που δε συνεργάζεται με ούτε με τον εαυτό του. Που λαχταρά το όνειρο της ελευθερίας, τζάμπα είναι… το δικό του κεφάλι θα φάει, όχι το δικό σας».


* Η συνέντευξη με την Κατερίνα Κυρμιζή πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2019

** Σήμερα, Δευτέρα 10 Μαρτίου 2025, η Κατερίνα Κυρμιζή δίνει στο Tiki Bar Athens «Κονσέρτο για κεραία και κάκτους» με τη συμμετοχή των Κατερίνας Μακαβού, Νίκου Γρηγοριάδη, Φοίβου Δεληβοριά 

Κυριακή 7 Αυγούστου 2022

Ένα weekend στο Πόρτο Μπούφαλο της Εύβοιας με καλή παρέα!

Το διήμερο αυτό κλείστηκε λίγες μέρες πριν, όταν συμφωνήσαμε με τον ηθοποιό Χάρη Τζωρτζάκη να προβληθεί το ντοκιμαντέρ «Κατερίνα Γώγου - Για την αποκατάσταση του μαύρου» στο θερινό σινεμά του στο Πόρτο Μπούφαλο της Εύβοιας. Αποφάσισα να πάρω μαζί μου όσους φίλους είχαν ξεμείνει στην Αθήνα αυγουστιάτικα και, βασικά, να πηγαίναμε κάπου με τη Χαρούλα Μανουρά, την καινούργια καλή φίλη, που με είχε φιλοξενήσει πρόσφατα στο σπίτι της στο Λονδίνο. Μίλησα πρώτα με τον τραγουδιστή και φίλο 20 χρόνων, Γιώργη Χριστοδούλου, ο οποίος δέχτηκε αμέσως - τι καλύτερο θα'χε να κάνει κι αυτός στην άδεια Αθήνα; Μετά τηλεφωνήθηκα με τη Λιάνα Μαλανδρενιώτη, τη μουσικοκριτικό από την «Εποχή», που έχουμε κάνει πολλά ταξίδια εντός κι εκτός Ελλάδας από το 2001 που γνωριστήκαμε. Μέσα κι η Λιάνα! Τα'παμε, τα συμφωνήσαμε κι έτσι, Σάββατο μεσημέρι, αναχωρήσαμε με το αυτοκίνητο της Χαρούλας για Εύβοια.

Τη μέρα που ανακοίνωσα ότι θα παιχτεί η ταινία για τη Γώγου στην Εύβοια, έλαβα ένα μήνυμα από τον Ανδρέα Μάνεσση, τον ιδιοκτήτη των γνωστών ταξιδιωτικών γραφείων, αλλά και μιας σειράς ξενοδοχειακών συγκροτημάτων σε πολλά μέρη της Ελλάδας: «Σας περιμένω όλους για φαγητό στο ξενοδοχείο Αμαρόντα στην Ερέτρια». Το είπα στους άλλους, συμφώνησαν κι έτσι περάσαμε από του Μάνεσση, με τον οποίο διαφωνούμε πολιτικά και έχουμε κινδυνέψει να γίνουμε μπίλιες ιντερνετικά ουκ ολίγες φορές, αλλά εκείνος πρώτος ως καλός άνθρωπος ρίχνει τους τόνους κι έτσι τα βρίσκουμε. Εδώ είμαστε όλη η παρέα στη ρεσεψιόν του Αμαρόντα μαζί με τον Μάνεσση. 

Κι εδώ εγώ με το φλοράλ πουκάμισο - δώρο της Χαρούλας από το Λονδίνο - με το φλοράλ ελεφαντάκι στην είσοδο του Αμαρόντα.

Ο Μάνεσσης είχε δώσει εντολή στους εξαιρετικούς σεφ του συγκροτήματος, τον Γαληνό και τον Βολιώτη, να μας μαγειρέψουν τα πάντα - μέχρι και ειδικά γεύματα για μένα, μια και εδώ κι ένα μήνα ακολουθώ την κέτο διατροφή. Κρέατα και δωσ' του κρέατα, αλλά και καβούρια, αστακούς, ευφάνταστες σαλάτες, λαχανικά, καθώς και για τον καφέ αμέσως μετά το γεύμα διάφορα σπέσιαλ γλυκά, τα οποία ούτε καν άγγιξα και δεν μου έλειψαν κιόλας. Το αστακουδάκι πάντως το τίμησα, έτσι ειδικά όπως ήταν μαγειρεμένο. 

Το ίδιο και η Λιάνα, που σχολίαζε: «Τόσον καπιταλισμό δεν τον αντέχω ειλικρινά»! Μετά, όμως, γύρισε κι είπε του Μάνεσση: «Ανδρέα, απ' όλα αυτά εδώ μέσα, η γνωριμία μαζί σου έχει τη μεγαλύτερη σημασία, καθώς μου είσαι πολύ συμπαθής σαν άνθρωπος».

Ο Μάνεσσης που όλοι κάποια στιγμή θα έχουμε ταξιδέψει με τα πρακτορεία του, είναι ένας πολύ ιδιαίτερος αυτοδημιούργητος άνθρωπος. Λέγεται πως ξεκίνησε φτωχόπαιδο από μια εργατική οικογένεια του Πειραιά, σπούδασε ηθοποιός, αλλά είχε την εξυπνάδα να πιάσει τη ζωή απ' τα μαλλιά κανονικά. Σήμερα θεωρείται ένας Μαικήνας, που εγώ προσωπικά που μου είναι αδιάφορος ο πλούτος, συγκινούμαι πιο πολύ όταν κάνει πράξεις ακτιβιστικές, όπως τότε με τις φωτιές στην Εύβοια, που άνοιξε το ξενοδοχείο του για να μπορούν πυροσβέστες και πυρόπληκτοι να κάνουν ένα μπάνιο και να φάνε ένα καλό φαΐ. Θέλω να πω ότι ακόμη κι αν δεν ταυτίζεσαι ιδεολογικά μ' έναν άνθρωπο, όταν αυτός ακριβώς τιμάει την έννοια άνθρωπος, όλα τα άλλα δεν έχουν και πολύ μεγάλη σημασία.

Τον παρατηρούσα να μιλάει στοργικά στο αναρίθμητο υπαλληλικό προσωπικό του, σαν να έχει με όλους καλές σχέσεις. Πάντως, ωραιότερο καπνό με γεύση από 18 διαφορετικά φρούτα, δεν είχα ξαναπιεί σε ναργιλέ ούτε καν στην Τυνησία και στην Τουρκία που'χα την ευκαιρία να επισκεφτώ κάποτε. Να'ναι καλά ο Μάνεσσης και τον ευχαριστούμε πολύ για τη φιλοξενία και την περιποίηση. 

Αναχωρήσαμε στις 6.30 το απόγευμα από την Ερέτρια, καθώς είχαμε ακόμη μία - μιάμισι ώρα δρόμο για το Πόρτο Μπούφαλο του Τζωρτζάκη. Το βρήκαμε σχετικά εύκολα το μέρος και, πράγματι, ήμασταν εκεί λίγο νωρίτερα από τις οχτώ. Λάτρεψα την ησυχία αυτού του μικρού λιμανιού ανάμεσα στα βουνά της Εύβοιας, λίγη ώρα μετά το Αλιβέρι. Ζήλεψα τον Χάρη, που τον πετύχαμε να ετοιμάζει τα της προβολής, για τη ζωή του που'ναι μοιρασμένη μεταξύ Αθήνας και Πόρτο Μπούφαλο, αφού εκεί διατηρεί ένα μικρό ξενοδοχείο, το οποίο βρήκαμε γεμάτο από Γάλλους...γιόγκι. Βέβαια, εγώ που'μαι άνθρωπος της πόλης, δεν θα μπορούσα να μένω σ' ένα μέρος που δε βρίσκεις περίπτερο για τσιγάρα και που οι δυο - τρεις ταβέρνες στη σειρά λειτουργούν και ως καφετέριες. Εκεί είναι να πας ν' αράξεις για καμιά βδομάδα αν θες να νιώσεις απομόνωση και αφού- εννοείται - θα'χεις κάνει τις προμήθειες σου. Καλή παρέα να υπάρχει και παντού πας εδώ που τα λέμε, αυτή είναι η αλήθεια. Η προβολή των ταινιών ξεκίνησε στις 9 και κάτι. Είχαμε καμιά τριανταριά άτομα - ήρθε κι ένα μεσόκοπο ζευγάρι που το έμαθαν από το facebook μου, όπως μου είπαν - και σε όλους μοιράστηκε το τελευταίο τεύχος του FAQ magazine. 

Ο οικοδεσπότης του θερινού σινεμά του Πόρτο Μπούφαλο, ο Χάρης Τζωρτζάκης, με προλόγισε στο κοινό. Εγώ πάλι διάβασα στην αρχή δυο λόγια που είχα πάρει μαζί μου από τους δημιουργούς του «A la carte», τον Ταξιάρχη Δεληγιάννη και τον Βασίλη Τσιουβάρα, λέγοντας στον κόσμο πως αμέσως μετά και την προβολή της Γώγου, θα ήμουν στη διάθεση τους για συζήτηση. Όπως και έγινε! Μεταξύ του κοινού, δυο μεγάλες αγάπες, οι φίλοι και συνάδελφοι Χρυσούλα Παπαϊωάννου και Δημήτρης Παπαθανασίου. Επίσης, ο Ηρακλής Τριανταφυλλίδης από τους DNA και τη θρυλική Λερναία Ύδρα των ένδοξων ελληνικών rock seventies! 

Νομίζω πως και οι δύο ταινίες άρεσαν πολύ, αφού η συζήτηση άναψε για τα καλά αμέσως μετά. Με το «A la carte» μιλήσαμε για την ανελευθερία του Τύπου στη χώρα μας, εφόσον αυτό ήταν το θέμα της 10λεπτης ταινίας, στην οποία είχα την τιμή να συμπρωταγωνιστώ με τον Χρήστο Στέργιογλου. Για τη Γώγου πάλι οι άνθρωποι ρωτούσαν να μάθουν κι άλλα γι' αυτήν - συνθήκη συνηθισμένη σε κάθε προβολή του ντοκιμαντέρ. Θα έλεγα, πάντως, πως η χθεσινή προβολή στο Πόρτο Μπούφαλο, δίπλα στο κύμα κυριολεκτικά, ήταν μάλλον η ωραιότερη που έχει γίνει εδώ και μία δεκαετία ακριβώς από τότε που ολοκληρώθηκε η ταινία. 

Κατά τις 12 το βράδυ μεταφερθήκαμε οδικώς απέναντι, στο ξενοδοχείο του Χάρη. Οι γιόγκι από τη Γαλλία τέλειωναν το πάρτι τους, οπότε εμείς κάτσαμε κάπου πιο παράμερα και ήπιαμε τα ποτά μας. Εδώ τα λέμε με τη Χρυσούλα Παπαϊωάννου. Γελάσαμε πολύ, ο Γιώργης έκανε τις μιμήσεις του, η Χαρούλα μιλούσε για τη ζωή στο Λονδίνο και τα δύο παιδιά της που υπεραγαπάει, ενώ με τον Δημήτρη και τον Χάρη την κουβέντα μονοπώλησε - τι άλλο; - η πολιτική μ' αυτόν τον συρφετό της συφοράς που'χουμε μπλέξει όλοι και το σκάνδαλο τύπου Γουότεργκέιτ, που για τα ελληνικά κανάλια ήταν απλώς...ενδέκατη είδηση. 

Αφού το ξενοδοχείο του Τζωρτζάκη δεν διέθετε κανένα δωμάτιο στην καρδιά του καλοκαιριού, φρόντισε να μας κλείσει ένα διαμέρισμα rbnb στο χωριό Αργυρό, που βρίσκεται σε υψόμετρο δύο χιλιόμετρα πάνω από το Πόρτο Μπούφαλο. Κοιμηθήκαμε όπως - όπως, άλλος στον καναπέ, άλλος στο πάτωμα σε sleeping bag και άλλος σε κρεβάτι. Μικρό χωριό με κακό internet - φαντάσου τώρα εμένα χωρίς καλό σήμα στα όρη και τα βουνά. Να ένας λόγος για να έφευγα μαζί με τους φίλους μου την επόμενη μέρα, σήμερα δηλαδή το πρωί, αφού κι ο Χάρης θα'χε τα δικά του τρεχάματα με την αποψινή συναυλία μες το θερινό σινεμά. Ήπιαμε ένα καφεδάκι στα γρήγορα στον μοναδικό καφενέ του χωριού, φωτογράφισα τους θαμώνες του (λίγο μετά και τα κατσίκια τους on the road), τηλεφωνήθηκα με τον Χάρη, τον ευχαρίστησα για όλα, για τις ετοιμασίες και τη φιλοξενία του, και αναχωρήσαμε για Αθήνα. Σε μια ώρα περνούσαμε τη μεγάλη γέφυρα της Χαλκίδας και σε άλλη μία ώρα βρισκόμουν στο σπίτι μου. Καλό ήταν αυτό το διημεράκι, είδα λίγο θάλασσα και κατάλαβα λίγο από ησυχία και από καλοκαίρι.

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2018

Review από τη βραδιά - αφιέρωμα στον Νίκο Κούνδουρο στο Μουσείο Εθνικής Αντίστασης της Ηλιούπολης

Τελικά όλα βρίσκουν το δρόμο τους και τίποτα δεν πετιέται, καμία στιγμή απ' όσες ζούμε και δημιουργούμε, κάνοντας πάντα το κέφι μας πάνω απ' όλα. Αυτό σκεφτόμουν χθες βράδυ στην προβολή του ντοκιμαντέρ Οδύσσειες σωμάτων - Μπαλάντα για τον Νίκο Κούνδουρο μες το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης στην Ηλιούπολη. Μία ταινία που κυνηγήθηκε όσο ο Κούνδουρος ήταν εν ζωή και που αρκετά χρόνια μετά - λίγο πριν ''φύγει'' για την ακρίβεια - εκτιμήθηκε από τον ίδιο. Βέβαια, η επιτυχία της βραδιάς δεν είχε να κάνει μόνο με την ταινία. Ήταν συνολικά μια βραδιά Κούνδουρου με δικούς του ανθρώπους και άλλους πολύτιμους φίλους που με την παρουσία τους τίμησαν τη μνήμη του και τη δική του απουσία. Πρώτος απ' όλους ο καλός μου φίλος, σκηνοθέτης - ποιητής Λευτέρης Ξανθόπουλος που παρόλο το πρόσφατο χειρουργείο του στο γόνατο, ήρθε με το ''πι'' του, τη σύζυγο του και την κόρη του για να πει δυο λόγια κι αυτός. Πολύ τον ευχαριστώ που ήταν εκεί, υπολογίζοντας και το γεγονός πως μάλλον καλό του έκανε για το πόδι του, αφού το περπάτησε λίγο στο μετεγχειρητικό στάδιο που βρίσκεται. Εκεί ήταν ακόμη ο συνθέτης Χρήστος Λεοντής και πρόεδρος της ΕΡΤ που επίσης είπε δυο λόγια ουσίας για τέτοιου είδους εκδηλώσεις, οι οποίες δυστυχώς δε γίνονται συχνά πια στην πόλη μας και του θύμισαν παλιές καλές εποχές. Μετρημένη, όσο και απόλυτη στα λόγια της, ήταν η ηθοποιός Καλή Καλό, που έζησε τον Κούνδουρο μέσα από τους πολιτικοποιημένους αγώνες. Τα μάτια της δάκρυσαν όταν μίλησε για την παλιά Αριστερά και θυμήθηκε έναν καυγά που έστησαν κάποτε ο Κούνδουρος κι εκείνη με έναν τύπο που είχε μιλήσει απαξιωτικά για την Κρήτη! Όσο για τη Μαρίζα Κωχ, που μου ήρθε απρόσμενα σαν την πιο ευχάριστη έκπληξη στην εκδήλωση, μας χάρισε ένα καλειδοσκόπιο από τις πιο προσωπικές στιγμές της στο πλάι του Κούνδουρου! 
Αμέσως μετά την προβολή και τη συζήτηση με το κοινό που διήρκεσε περίπου μισή ώρα, ξεκίνησε το μουσικό μέρος. Κοίτα να δεις μια συγκυρία! Χθες έμελλε να συμπράξουν επί σκηνής αποκλειστικά οι τρεις μουσικοί του ντοκιμαντέρ - και να το οργάνωνα δηλαδή από καιρό δε θα τα κατάφερνα να τους είχα: Ο Ηλίας Λιούγκος που έγραψε τη μουσική και το τραγούδι της ταινίας απέδωσε live το ''Μια πόλη μαγική'' από τη Μαγική πόλη, την πρώτη ταινία του Κούνδουρου, καθώς και το ''Αγάπη πού'γινες δίκοπο μαχαίρι'', αγαπημένο κομμάτι του μεγάλου σκηνοθέτη, από τη Στέλλα του Κακογιάννη. 
Προηγουμένως βέβαια ο ηθοποιός Χάρης Φλέουρας διάβασε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Κούνδουρου ''Ονειρεύτηκα πως πέθανα'', παρουσία κιόλας της Άννας Βοργία, συνσυγγραφέως ουσιαστικά του βιβλίου. Διάβασε ωραία ο Φλέουρας, είναι καλός ηθοποιός αυτός, τό'χει με την άρθρωση και τη βαρύτητα της κάθε λέξης, κάτι που ''έπιασε'' το κοινό της αίθουσας και τον χειροκρότησε θερμά. 
Το κείμενο που διάβασε ο Φλέουρας αφορούσε τη σχέση του Νίκου Κούνδουρου με τον Μάνο Χατζιδάκι και δε θα μπορούσε να ήταν αλλιώς, εφόσον την ανάγνωση του διαδέχτηκε το χατζιδακικό ρεπερτόριο του Ηλία Λιούγκου. 

Έλεγα όμως για τους τρεις μουσικούς της ταινίας: Τον Λιούγκο διαδέχτηκε ο Γιώργης Χριστοδούλου που τραγούδησε ένα μόνο κομμάτι, τον ''Ιλισσό'' από τον εμβληματικό Δράκο του Κούνδουρου. Εννοείται πως ο Γιώργης είναι κι αυτός μέρος του φιλμ, αφού στην έναρξη ακούγεται η διασκευή - ενορχήστρωση του στο οργανικό ''Ποτάμι'' του Χατζιδάκι από την ομότιτλη κουνδουρική ταινία. 
Ο Γιώργης μάλιστα απαγόρεψε στον κόσμο να τραβήξει βίντεο από τη συμμετοχή του στην εκδήλωση και μάλλον καλά το σκέφτηκε, διότι ο ήχος ήταν από λίγο έως πολύ απαράδεκτος. Τι να κάνεις, δεν παίζανε ούτως ή άλλως σε κάποια μουσική σκηνή, αλλά σε ένα αυτοσχέδιο stage. Τι να πει δηλαδή και ο πιανίστας μας, ο Αντώνης Παπακωνσταντίνου, που την ώρα που προσπαθούσε να παίξει υπό αυτές τις συνθήκες, πήγαινε ο τεχνικός της αίθουσας και τον ρώταγε στ' αυτί: ''Η μπαλαντέζα είναι καλά να τη βάλουμε εκεί;'' Σουρεαλιστικές στιγμές...
Τρίτος μουσικός της εκδήλωσης, ο τραγουδιστής Παντελής Θεοχαρίδης που ήρθε από τη Θεσσαλονίκη κι αυτόν τον καιρό θα βρίσκεται στην Αθήνα για μερικές εβδομάδες. Ο Παντελής είναι εκείνος που ερμηνεύει το τραγούδι του ντοκιμαντέρ, το ''Με λένε Νίκο'' σε μουσική του Λιούγκου και στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου. Χθες, εκτός από το ''Με λένε Νίκο'', τραγούδησε και την ''Αθανασία'' των Χατζιδάκι - Γκάτσου, αλλά ως γνωστός...ζοχάδας δε δίστασε να την πει στον τεχνικό που άφησε ξεχασμένο ανοιχτό μικρόφωνο και έβγαινε ένας ενοχλητικός βόμβος. Συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια, εφόσον η πιο οικεία κατάσταση για τον Παντελή είναι να γίνεται μπίλιες με τους εκάστοτε ηχολήπτες. Είναι, όμως, τραγουδισταράς και ακριβοθώρητος πλέον, οπότε η συμμετοχή του είχε για μένα, αλλά και για το κοινό πιστεύω, μεγάλη αξία! 
Εδώ έξω από το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης μετά το τέλος της βραδιάς. Από αριστερά ο Γιώργης Χριστοδούλου, η Μαρίζα Κωχ, ο Ηλίας Λιούγκος, ο Παντελής Θεοχαρίδης, η Άννα Βοργία, ο Χάρης Φλέουρας και η ηθοποιός Χάρις Συμεωνίδου. 
Κι εδώ με τους φίλους, συνεργάτες κι αδέρφια μου, Παντελή Θεοχαρίδη και Ηλία Λιούγκο, στην ταβέρνα για το καθιερωμένο τραπέζωμα. Δεν κάτσαμε και πολύ, καθώς μου βγήκε όλη η κούραση από το τρέξιμο για την οργάνωση της εκδήλωσης. Κι ύστερα ήρθε το γνωστό συναίσθημα της πληρότητας: Να έχεις ζήσει άλλη μια βραδιά με καλούς καλλιτέχνες που σε τιμάνε εδώ και πολλά χρόνια με τη συμπαράσταση τους σε όλα τα ωραία! Δεν ξέρω που και πότε θα ξαναπροβληθεί το ντοκιμαντέρ μου για τον Κούνδουρο, είναι ευχάριστο πάντως που όποτε προβάλλεται, ο κόσμος συγκεντρώνεται και διψάει για κουβέντα μετά. Ευχαριστώ, λοιπόν, τον Δημήτρη Καλαντίδη, τον άνθρωπο που από το 2002 και από το ξεκίνημα μου στον χώρο του ντοκιμαντέρ, πάντα προβάλλει τις δουλειές μου στην Κινηματογραφική Λέσχη Ηλιούπολης, όπως και τους αξιόλογους καλλιτέχνες για τη συμμετοχή τους, τον Ηλία, τον Παντελή, τον Χάρη, τον Γιώργη, τον Αντώνη. Πάμε για άλλα, αυτό είναι το μόνο σίγουρο, όπως έχει ήδη καθοριστεί από τις σχέσεις των ανθρώπων.

Παρασκευή 11 Αυγούστου 2017

Η Αρλέτα είναι πλέον αέρας, ενέργεια, φυσική δύναμη, ηρεμία, στοχασμός

Δε θέλω και δε μπορώ να γράψω κανένα σχόλιο για τον τελευταίο αποχαιρετισμό στην Αρλέτα. ''Τώρα σιωπή...'' είναι ο στίχος του Παπαστεφάνου που η ίδια τραγούδησε πριν από πενήντα χρόνια. Ας πω μόνο ότι ο θάνατος της δεν ήταν ακόμη ένας θάνατος ενός αγαπημένου καλλιτέχνη. Ήταν μια απώλεια που τη νιώσαμε στο πετσί μας όλοι όσοι την αγαπήσαμε και είχαμε την τύχη να τη γνωρίζουμε προσωπικά. Η Αρλέτα είναι πλέον αέρας, ενέργεια, φυσική δύναμη, ηρεμία, στοχασμός...

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016

Ο Γιώργης Χριστοδούλου και η Νάνσυ Κουγιούφα μας θυμίζουν ξανά τον Αττίκ και τον Erik Satie

Δύο δίσκοι συλλεκτικής σημασίας κυκλοφόρησαν πρόσφατα που μας δίνουν την ευκαιρία να ανακαλύψουμε εκ νέου το έργο δύο σημαντικών δημιουργών, του δικού μας Αττίκ (1885 - 1944) και του Γάλλου Erik Satie (1866 - 1925). Το project του τραγουδοποιού - ερμηνευτή Γιώργη Χριστοδούλου, καταρχάς, βγήκε από τη Μικρή Άρκτο σε βιβλίο - CD και περιέχει δέκα τραγούδια και ένα οργανικό θέμα του Αττίκ από την άγνωστη γαλλική του περίοδο, εξ ου και ο τίτλος: Attic a Paris (Ο Αττίκ στο Παρίσι). Ένα project που απασχόλησε για μία τριετία τον Χριστοδούλου, από το 2013 για την ακρίβεια που πρωτοέπεσε στα χέρια του μία χαμένη παρτιτούρα του συνθέτη σε ένα ταξίδι του στη γαλλική πρωτεύουσα. Ακολούθησαν κι άλλα ταξίδια στο Παρίσι μαζί με ένα εύλογο ψάξιμο, όπου βοήθησαν κι άλλοι άνθρωποι εκεί. Αποτέλεσμα ήταν να μαζευτούν περίπου 230 γαλλόφωνα τραγούδια του Αττίκ, απ' τα οποία έντεκα κυκλοφόρησαν στο εν λόγω CD. Ένα CD συνημμένο σε βιβλίο που περιέχει εκτενές βιογραφικό του συνθέτη, εστιασμένο φυσικά στα χρόνια του στο Παρίσι, καθώς και φωτογραφικό αρχειακό υλικό. Εξαιρετική η φωτογράφηση του Γιώργη Χριστοδούλου στο οπισθόφυλλο λόγω της ταύτισης με τον Αττίκ, που διάλεξε να ξαναφέρει στο φως. Στην έκδοση Attic a Paris μπορεί να βρει κανείς άγνωστα, μα και γνωστά τραγούδια του Αττίκ, που είτε είχαν κυκλοφορήσει μόνο ως γαλλόφωνα, είτε είχαν ξαναδουλευτεί από τον ίδιο με ελληνικούς στίχους. Ανάμεσα τους, ο Διαβάτης της ζωής (Έρημος, βαρύς και μόνος), ένα από τα σημαντικότερα - κατά τη γνώμη μου - κομμάτια του Αττίκ, σφραγισμένο στην εποχή του από τις φωνές του βαρύτονου Νικόλα Μοσχονά και της Δανάης Στρατηγοπούλου. Εδώ το ακούμε ως ''Le forcat'' με γαλλικούς στίχους του Jean Laurent από το 1934, ένα χρόνο δηλαδή μετά την ελληνική κυκλοφορία του.
Σύμφωνα με τον ίδιο τον Χριστοδούλου, μια και δεν υπήρχαν ηχητικά ντοκουμέντα, η επεξεργασία όλων των άγνωστων τραγουδιών έγινε από τις παρτιτούρες με τη συμβολή στις ενορχηστρώσεις του πιανίστα Χάρη Σταυρακάκη. Από κει και πέρα, ξεχνώντας τι έχουμε προς ακρόαση, το CD από το πρώτο ως το τελευταίο track παύει να είναι Αττίκ και είναι πιο πολύ Γιώργης Χριστοδούλου, όπως μας έχει συνηθίσει τα τελευταία χρόνια με τις, ηχογραφημένες στη Βαρκελώνη, προηγούμενες δουλειές του. Με λίγα λόγια, ένα συναίσθημα ονειρικής ποπ είναι διάχυτο που κάνει τα...παμπάλαια αυτά τραγούδια (κάποια είναι γραμμένα στις αρχές του προηγούμενου αιώνα) να ακούγονται σημερινά και ολόδροσα. Καθόλου παράξενο, αν υποτεθεί πως πολλοί νέοι καλλιτέχνες εντάσσουν στο ρεπερτόριο τους διασκευές σε ρετρό τραγούδια. Η διαφορά ωστόσο είναι πως εδώ δεν έχουμε διασκευές, αλλά την έκδοση για πρώτη φορά χαμένων διαμαντιών του ευαίσθητου Έλληνα συνθέτη. Για το αίσιο αποτέλεσμα δούλεψε μία πλειάδα μουσικών σε Αθήνα και Βαρκελώνη, από τον Alessio Arena και την Πολυξένη Καράκογλου στα φωνητικά μέχρι τον Νίκο Παπαβρανούση στα τύμπανα, τη Juli Aymi στο κλαρινέτο κ.α. Και κάτι ακόμη πολύ βασικό: Ο Γιώργης Χριστοδούλου τραγουδά και ο ακροατής εισπράττει πόσο αγαπάει αυτό που κάνει!
Κι από τον Αττίκ του Γιώργη Χριστοδούλου στον Erik Satie της πιανίστριας Νάνσυς Κουγιούφα, ένα project που επίσης η δημιουργός του δούλευε επί σειρά ετών. Κατά ένα τρόπο οι δύο δίσκοι συγκλίνουν, εφόσον εδώ έχουμε τις πρώιμες πιανιστικές συνθέσεις του Satie, γραμμένες κι αυτές στο Παρίσι. Γνωστή ως ιδιοκτήτρια της πρωτοποριακής γκαλερί E31 στου Ψυρρή, η Κουγιούφα προσεγγίζει εκ νέου τα έργα του Satie με τη ματιά ενός εικαστικού: Οι συνθέσεις του Satie αποτελούν τον καμβά, πάνω στον οποίο οι δακτυλισμοί της Κουγιούφα στα πλήκτρα λειτουργούν σαν μία παλέτα χρωμάτων. Τα συναισθήματα του ακροατή δοκιμάζονται και εναλλάσονται, καθώς το CD ξεκινάει με το υποτονικό έργο 4 Ogives, για να ακολουθήσουν εν συνεχεία οι ρυθμολογικά πλουσιότερες 3 Sarabandes, οι πιο γνωστές 3 Gymnopedies και οι εξόδιες 7 Gnossiennes, το πλέον ώριμο έργο του Satie.
Πέραν αυτών, επίσης, η εργασία της Νάνσυς Κουγιούφα χρήζει σημασίας, καθώς πρόκειται για τη δεύτερη (σύμφωνα με το δελτίο Τύπου της Πολιτιστικής Δράσης - ΕΜΣΕ) δισκογραφημένη απόπειρα απόδοσης των έργων του Erik Satie από Έλληνα πιανίστα. Τη δισκοθήκη μου κοσμούν το Best of Satie της EMI CLASSICS με τον Aldo Ciccolini στο πιάνο και το Erik Satie: Orchestral Works από τη NAXOS με τη συμφωνική ορχήστρα της Nancy υπό τη διεύθυνση του Jerome Kaltenbach, τούτη η εργασία από τη χώρα μας ωστόσο στέκεται στο ίδιο ακριβώς υψηλό επίπεδο.

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2016

αναδρομικό_post_του_νοέμβρη

Νομίζω πως η παρούσα φάση που περνάω είναι η πλέον παραγωγική και δραστήρια, τόσο ώστε ν' απορώ πως τα προλαβαίνω όλα: Ταξίδια, συνεντεύξεις, θέατρο, εκδηλώσεις κλπ. Βασικά δεν μού'χε ξανασυμβεί να ταξιδέψω μέσα σε 15 μέρες σε τρεις χώρες: Μιλάω για τον περασμένο Οκτώβρη, όπου πήγα πρώτα Ρωσία με τη μικρού μήκους ταινία ''Γράμματα στη Γερμανία'', μετά στη Λεμεσό για το διεθνές φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους Κύπρου (πάλι με τα ''Γράμματα στη Γερμανία'') και στο καπάκι Παρίσι για τη μάλλον επεισοδιακή συνέντευξη με τη Marianne Faithfull στο σπίτι της. Κι εκεί που έλεγα να κουλάρω λίγο, άρχισαν οι περιοδείες με την παράσταση ''Την λένε Εύα'' πρώτα από τη Θεσσαλονίκη. Δώσαμε δύο παραστάσεις στο θέατρο Αυλαία με μεγάλη επιτυχία το περασμένο διήμερο, 13 και 14 Νοεμβρίου. Η φώτο που τράβηξε ο φίλος Γιώργος Τσιτιρίδης είναι από το φουαγέ του θεάτρου και το q & a με το κοινό, που διοργάνωσε το site kulturosupa. Δε μπορώ να πω, καλά ήταν, μας ξεθέωσαν στις ερωτήσεις και μένα και το Ευάκι!
Ένα 24ωρο βέβαια πριν αναχωρήσω για Θεσσαλονίκη, επισκέφτηκα για πρώτη φορά τον Τζίμη Πανούση στην οικία του στο Παλαιό Ψυχικό για μια μεγάλη συνέντευξη που δημοσιεύεται στο αυριανό τεύχος του Downtown. Την ήθελα πολύ μία συνέντευξη με τον Πανούση και χαίρομαι που ήταν κεφάτος και ομιλητικός και είπαμε πάρα πολλά ενδιαφέροντα πράγματα. Κι επειδή στο περιοδικό χώρεσαν μόνο 2.000 λέξεις από τις 6.000 που βγήκε συνολικά η συνέντευξη, θα τη δείτε εδώ δημοσιευμένη σε καμιά δεκαριά μέρες. Παρεμπιπτόντως, την άνωθεν φώτο τράβηξε ο νέος συνεργάτης μου και συνεργάτης του Downtown, φωτογράφος Κοσμάς Κουμιανός.
Είχαμε όμως και πρεμιέρα για την Ώρα των πενήντα λεπτών στο θέατρο Αγγέλων Βήμα την Πέμπτη 3 του Νοέμβρη με πρώτη γκεστ την αγαπημένη Αφροδίτη Μάνου. Εξαιρετική και πολύ λυπάμαι που δεν είχαμε πολύ κόσμο, διότι πραγματικά ακούστηκαν όμορφες αλήθειες από την Αφροδίτη. Εδώ είμαστε με τη Μάνου, τον Γιάννη Φωρινιώτη και τον πιανίστα - συνθέτη Αντώνη Παπακων/νου.
Ο Φλωρινιώτης βρέθηκε στην Ώρα των πενήντα λεπτών κατευθείαν από το πάνω θέατρο, όπου παιζόταν η παράσταση Την λένε Εύα με τη φίλη του την Κουμαριανού. Μάλιστα, μέγας φαν του είναι και ο σκηνοθέτης - σεναριογράφος Παναγιώτης Ευαγγελίδης, ο οποίος κάθισε κι αυτός μετά κι απόλαυσε την Αφροδίτη Μάνου στην Ώρα των πενήντα λεπτών. Να μην παραλείψω να πω πώς ο Φλωρινιώτης στο τέλος αγκάλιασε θερμά τη Μάνου, ενώ δε σταμάτησε να με ευχαριστεί για τη σπάνια βραδιά που είχε την τύχη να παρακολουθήσει. Νά'ναι καλά ο άνθρωπος!
Ντουέτα με την Αφροδίτη Μάνου, αμέσως μόλις τελείωσε το δικό της μικρό πρόγραμμα, έκανε και ο συνάδελφος της, Βασίλης Γισδάκης. Τραγούδησαν μαζί Χατζιδάκι και η ''Οδός Ονείρων'' ήταν σίγουρα υπέροχη στιγμή!
Την Αφροδίτη συνόδευσαν στο πιάνο αρχικά ο Αντώνης Παπακων/νου και μετά ο συνθέτης και κοινός μας φίλος, Νίκος Πλατύραχος. Η ίδια ωστόσο έδωσε βήμα και σ' έναν άλλο συνθέτη που βρισκόταν στο κοινό, τον Δαμιανό Πάντα, ο οποίος ανταποκρίθηκε στην πρόσκληση της και έπαιξε μερικά τραγούδια από το δίσκο που έκαναν με τον Γισδάκη!
Εδώ το team της πρώτης Ώρας των πενήντα λεπτών σε απαρτία: Από αριστερά ο Νίκος Πλατύραχος, ο Δαμιανός Πάντας, η Αφροδίτη Μάνου, ο γράφων, η πιανίστρια Νάνσυ Κουγιουφά, ο Βασίλης Γισδάκης και ο Αντώνης Παπακων/νου.
Την επόμενη κιόλας μέρα έπρεπε να πάμε με τον Αντώνη Παπακων/νου ως το σπίτι της Τάνιας Τσανακλίδου, ετοιμάζοντας την Ώρα των πενήντα λεπτών της Πέμπτης 10 Νοεμβρίου!
Την ίδια μέρα που κυκλοφόρησε το Downtown με αφιέρωμα στη διεθνή Λένα Πλάτωνος και τα πρόσφατα γενέθλια της. Χάρηκε πολύ η Λένα που μπήκε στο Downtown, ''έγινα του εμπορικού κι εγώ'' μου είπε και γελάσαμε. ''Δεν είσαι η πρωτη'' της απάντησα και είχα δίκιο, εφόσον σε προηγούμενα τεύχη του έχουν φιλοξενηθεί ο Γιώργος Χρονάς, η Γιώτα Γιάννα και πολλοί ακόμη σημαντικοί καλλιτέχνες σε συνεντεύξεις τους στην αγαπημένη Φανή Πλατσατούρα. Δεν την αποκαλώ τυχαία ''αγαπημένη'' τη Φανή, αφού εκείνη ήταν που από τον περασμένο Ιανουάριο με είχε προτείνει να ενταχθώ στο συντακτικό team του Downtown. Την ευχαριστώ, λοιπόν, όπως πάντα δεν ξεχνώ να ευχαριστώ ανθρώπους που με έχουν οφελήσει στο χώρο αυτό ανιδιοτελώς και χωρίς καθόλου ανταγωνισμούς.
Σε αντίθεση με την πρώτη Ώρα των πενήντα λεπτών στο Αγγέλων Βήμα, η δεύτερη έσκισε από κόσμο! Σχεδόν 90 άτομα ήρθαν - δε χωρούσαν κι άλλοι δηλαδή - για να ακούσουν την Τάνια Τσανακλίδου σε μια ανοιχτή εξομολόγηση και σε λατρεμένα τραγούδια της, πάντα με τη συνοδία του Αντώνη Παπακων/νου στο πιάνο.
Άκρως επικοινωνιακή όπως πάντα η Τάνια επιβλήθηκε άνετα σε ένα κοινό που κρεμιόταν κυριολεκτικά από τα χείλη της. Έτσι, αφού δε μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυα της στη συνεδρία μας - όταν φτάσαμε στο ''κομμάτι'' με τον πατέρα της -, έκανε χιούμορ με το κοινό και μας καθήλωσε με το τραγούδισμα της: Οι Μοίρες και το Πάτωμα του Κραουνάκη, το Απ' τα κουμπάκια ανάμεσα του Κυπουργού, ακόμη και το θρυλικό Αν μ' αγαπάς του Σπανού.
Εκεί ήταν πάλι ο Βασίλης Γισδάκης, αλλά και η Ευσταθία, οι οποίοι τραγούδησαν μαζί με την Τσανακλίδου συνοδεία αυτή τη φορά του Γιάννη Παπαζαχαριάκη στην κιθάρα. Η Ευσταθία θά'ναι η επόμενη ασθενής μου στο Ντιβάνι του Ψυχαναλυτή την Πέμπτη 24 Νοεμβρίου!
Καιρό είχα να δω και τον Γιώργη Χριστοδούλου, που με επισκέφτηκε στο καινούργιο μου διαμέρισμα και μου έφερε το εξαιρετικό βιβλίο - CD του, Ο Αττίκ στο Παρίσι, από τη Μικρή Άρκτο. Ο Γιώργης είναι αξιοθαύμαστος που παλεύει τόσα χρόνια δίχως την παραμικρή έκπτωση στην αισθητική του. Ακόμη δεν έχω προλάβει να ακούσω τη δουλειά αυτή, αλλά θα το κάνω με την πρώτη ευκαιρία και δεσμεύομαι να γράψω κιόλας!
Ολοκληρώθηκαν και τα γυρίσματα των κιν/φικών ''Ιερόσυλων'' της Μάρσας Μακρή με ένα μικρό ολονύχτιο συμπληρωματικό γύρισμα. Εκεί, σε ένα υποτιθέμενο χριστουγεννιάτικο δείπνο, μεσούσης της επταετίας, συνάντησα και τον άνδρα πρωταγωνιστή της ταινίας δίπλα στην πρωταγωνίστρια Λουκία Μιχαλοπούλου, τον μουσικό Blein L. Reininger. Υπολείπεται ακόμη ένα γύρισμα, νομίζω, μέχρι η ταινία να μπει στο μοντάζ.
Να και μια προχθεσινή μόλις φώτο: Η Εύα Κουμαριανού με τον Άρη Δημοκίδη, που μας τίμησε με την εκπομπή που μας έκανε στο amagi radio της Θεσ/νίκης. Ο Άρης, ως γνωστόν, ''τρέχει'' το site της LIFO και κατά υποκειμενική εκτίμηση ένα μεγάλο μέρος της πανελλήνιας απήχησης του site οφείλεται σ' αυτόν και τα...ξενύχτια του.
Κι εδώ η Εύα με τον Γιώργο Τσιτιρίδη που αγαπιούνται κι εγώ πάλι δεν ξεχνάω πως η παράσταση Την λένε Εύα χρωστάει πολλά σ' αυτόν με το free press Fagazine που εξέδιδε μια φορά κι ένα καιρό.
Τι όμορφα που ήταν στη Θεσ/νίκη, αν και γενικά όμορφη είναι η παρέα με την Κουμαριανού και το βιτριολικό αυτοσαρκαστικό χιούμορ της! Επόμενος σταθμός της περιοδείας μας το Ηράκλειο Κρήτης, αυτή την Κυριακή 20 του Νοέμβρη!
Μάλιστα, συνάντησα και τον ποιητή της Θεσσαλονίκης Άγγελο Ευθυμιάδη, ο οποίος είχε την καλωσύνη να μου χαρίσει δύο αντίτυπα της ποιητικής συλλογής του, ένα για μένα κι άλλο ένα για τη Λένα. Επίσης θα τον διαβάσω οσονούπω και θα γράψω, διότι τ' αξίζει λένε οι πηγές μου!
Αύριο, λοιπόν, Πέμπτη, του Πολυτεχνείου ανήμερα, κυκλοφορεί το Downtown με τη συνέντευξη του Τζίμη Πανούση. Έχω την αίσθηση ότι θα συζητηθεί, καθώς ο εκρηκτικός συνθέτης, ερμηνευτής και σόουμαν δε μάσησε για άλλη μια φορά τα λόγια του! Σας χαιρετώ και τα λέμε πάλι εν καιρώ!