Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΣΑΒΒΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Γιώργος Πολυχρονιάδης: «Τι να περιμένω από δω και πέρα; Μια χαρά τα έκανα όλα, εντάξει...»

Η πορεία του Γιώργου Πολυχρονιάδη, του τραγουδιστή με τη βραχνή «νέγρικη» φωνή, μοιάζει αρκετά μ’ αυτήν άλλων συναδέλφων του: Επιρροές από τους Beatles και τα «μιμητικά» συγκροτήματα που ξεπετάγονταν σε κάθε γειτονιά, περιοδείες, κλαμπάκια, αλλά και δύο τραγούδια του που τον έκαναν ευρέως γνωστό τη δεκαετία του 1970, όταν ακόμη υπήρχε το Φεστιβάλ Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης. Σήμερα ο 74άχρονος καλλιτέχνης μοιράζεται τις αναμνήσεις του από εκείνα τα ωραία χρόνια για την ελληνική «μοντέρνα» μουσική και δηλώνει αμήχανος (ακόμα) στην έκθεση μπροστά σε κοινό, αν και ετοιμάζεται για μια μεγάλη συναυλία στο Παλλάς (Τετάρτη 18/2) μαζί με τον Λάκη Τζορντανέλλι και τη Μπέσυ Αργυράκη. Ήταν και η αιτία για τη συνάντηση μας.

Θα σας δούμε σε συναυλία στο Παλλάς. Είχε καιρό να γίνει αυτό;

Εδώ και 25 χρόνια είχαμε κάνει ένα γκρουπ με τον Λάκη Τζορντανέλλι και τον Ρόμπερτ Ουίλιαμς. Παίζαμε παντού, σε Ελλάδα και Κύπρο, σε μπαράκια και σε μουσικές σκηνές έως και σε γήπεδα. Πριν μια δεκαετία ήμασταν στα ντουζένια μας, θα λέγαμε.

Σωστά, εδώ και μια δεκαετία ξεκίνησε όλη αυτή η αναβίωση των 70s και 80s σε μουσικές σκηνές.

Ανέκαθεν γινόταν αυτό. Είναι τόσο κλασικές πια αυτές οι περίοδοι, που κάθε τόσο επανέρχονται, γιατί κάτι έχουν να πουν. Έτσι, όταν «έφυγε» ο Ρόμπερτ, μείναμε εγώ και ο Λάκης. Που και που, όποτε μας καλούν, πηγαίνουμε και παίζουμε. Τώρα μας κάνανε την πρόταση να γίνει αυτή η σύμπραξη με τη Μπέσυ Αργυράκη. Πάμε να το κάνουμε! Έτσι λειτουργώ εγώ, δεν την κυνηγάω πια τη δουλειά, δεν μ’ ενδιαφέρει να κάνω καριέρα.

Μα την κάνατε εσείς την καριέρα σας και με το παραπάνω.

Ναι, αλλά υπάρχουν κι οι καλλιτέχνες που έχουν το ψώνιο να εμφανίζονται συνέχεια. Εγώ δεν το θέλω αυτό.

Έτσι ήσασταν πάντα;

Ήμουν ταπεινός, χαμηλών τόνων. Έγινα μουσικός επειδή μου άρεσε η μουσική, δεν έγινα επειδή ήθελα να γίνω κάποιος. Ποτέ δεν μου άρεσε να αυτοπροβάλλομαι και ίσως γι’ αυτό δεν έκανα κάτι μεγαλύτερο απ’ αυτό που ενδεχομένως θα μπορούσα, αν είχα κινηθεί διαφορετικά. Ντρεπόμουν να εκτίθεμαι και μου άρεσε το δημιουργικό μέρος της δουλειάς, η σύνθεση, το στούντιο, οι δίσκοι, οι ηχογραφήσεις, το ραδιόφωνο, τέτοια πράγματα.

Γράφετε ακόμη σήμερα;

Όχι. Έχω τόσα πολλά γραμμένα ώστε έχω «καθαρίσει». Καταρχάς έχω έτοιμη πολλή οργανική μουσική, για την οποία όσοι την έχουν ακούσει, μού τη χαρακτηρίζουν «επιπέδου Μορικόνε» κλπ.

Άρα συμφωνείτε πως όλες αυτές οι συναυλίες - reunions εξαντλούνται σ’ ένα «vintage» πλαίσιο;

Είναι καθαρά «vintage», ναι. Ο κόσμος το θέλει διότι αυτό που λέμε δεκαετία του 1960 κυρίως, για μένα ήταν μια ολόκληρη εικοσαετία, από το 1955 μέχρι το 1975. Το επίκεντρο ήταν τα sixties με τις κοσμογονικές αλλαγές τους, τα πολιτιστικά, το φοιτητικό κίνημα, το Γούντστοκ, τις μόδες που εναλλάσσονταν – τα μίνι και τα μάξι – , τους Beatles και βέβαια τους μπίτνικς, τους τεντιμπόις και τους χίπις. Υπήρχαν ακόμη η Μπαέζ και ο Ντίλαν, που έβαλαν την ποίηση μέσα στο τραγούδι.

Στην Ελλάδα θα λέγατε ότι το αντίστοιχο ήταν ο σύγχρονός σας, Διονύσης Σαββόπουλος;

Μου άρεσε και μου αρέσει ακόμα ο Διονύσης. Είναι σημείο αναφοράς, μπορεί να ήταν ιδιόρρυθμος και να μην είχα σχέσεις μαζί του, ήταν ένα ιδιαίτερος καλλιτέχνης όμως με τα καλά του και τα στραβά του.

Γεννήθηκε στη Σαλονίκη, όπως έλεγε στο τραγούδι του, εκεί που γεννηθήκατε κι εσείς.

Οι γονείς μου δεν είχαν καμία σχέση με την τέχνη. Γεννήθηκα απέναντι από το Μακεδονία Παλλάς, σ’ ένα νεοκλασικό σπίτι του ξαδέρφου μου, του Κωστή Μοσκώφ. Ο πατέρας του Κωστή ήταν πρώτος ξάδερφος της μάνας μου και μας είχε παραχωρήσει το σπίτι αυτό. Παρόλο που έμοιαζε με πύργο, εμείς ήμασταν μια φτωχή οικογένεια. Δίναμε ένα συμβολικό ποσό, άλλωστε η οικογένεια Μοσκώφ ήταν καπνέμποροι και ζάπλουτοι. Σχεδόν στα 25 μου αποφάσισα να κατέβω στην Αθήνα.

Ο Γ. Πολυχρονιάδης σε παιδική ηλικία
Σπουδάσατε μουσική;

Όχι, γιατί δεν μ’ άφηναν οι δικοί μου. Την είχα μέσα μου όμως τη μουσική, όντας εραστής του ραδιοφώνου. Φανταζόμουν ως παιδάκι ότι μέσα στο ραδιόφωνο υπήρχαν μικροσκοπικά ανθρωπάκια που τραγουδούσαν και μιλούσαν. Επίσης έκανα μιμήσεις, με ανέβαζαν στο τραπέζι και με ένα σκουπόξυλο της μάνας μου έκανα ότι έπαιζα κιθάρα. Κάποια στιγμή η γιαγιά μου πήγε στην άλλη κόρη της, στην Αμερική, κι όταν γύρισε μου έφερε ένα μικρούλι ακορντεόν. Μέσα σ’ ένα μήνα είχα μάθει να παίζω όλες τις μελωδίες της εποχής. Θα’μουν – δεν θα’μουν εφτά – οχτώ ετών. Ο πατέρας μου φώναζε ως έμπορος που ήταν. Λίγα χρόνια αργότερα η νονά μου μού αγόρασε ένα κανονικό μεγάλο ακορντεόν και ξεκίνησα να τραγουδάω κιόλας.

Γράφατε μουσική με νότες;

Όχι. Ξέρω να διαβάζω νότες, αλλά είμαι πολύ αργός, διότι ότι μαθαίνεις, αν δεν το μάθεις στην ώρα του, μετά είναι δώρο άδωρο. Γύρω στο 1963 – 64 πηγαίνω σ’ ένα συνοικιακό σινεμά μ’ ένα φίλο μου. Μπαίνω μέσα και πέφτω πάνω σ’ ένα gros plan του Τζον Λένον που τραγουδούσε το «Tell me why». Η ταινία ήταν το ασπρόμαυρο «A hard day’ s night»! Μένω ακίνητος, όρθιος, περιμένοντας να τελειώσει το κομμάτι για να ρουφήξω το οπτικοακουστικό θέαμα. Εκεί ήταν που είπα «αυτό θέλω να κάνω, τέλος»!

1969, συναυλία με τους Βόρειους στο Παλαί Ντε Σπορ - Ο Γ. Πολυχρονιάδης στο κέντρο
Οι Βόρειοι πότε φτιάχτηκαν; Να ρωτήσω, δοθείσης ευκαιρίας, αν η δική σας φωνή ακούγεται στο «Σαλούνα», ένα υπέροχο ελληνικό ψυχεδελικό τραγούδι.

Όχι, να διευκρινίσω ότι εγώ δεν τραγουδώ καθόλου στη δισκογραφία των Βόρειων. Εγώ πήγα αφότου είχαν κάνει το «Τζίνι» και ήταν στα πολύ πάνω τους. Με άκουσαν σε κάποια μουσικά πρωινά που έπαιζα με άλλα συγκροτηματάκια και είπαν «θα τον πάρουμε αυτόν». Επειδή είχαν τραγουδιστή και ήξεραν ότι παίζω κιθάρα, πήγα τελικά ως κιθαρίστας που τραγουδούσε το ξένο ρεπερτόριο. Ο Σώτος, η φωνή στη «Σαλούνα» και το «Τζίνι», δεν ήταν πολύ καλός στα αγγλικά σε αντίθεση με μένα που το «είχα». Παίζαμε δυνατά πράγματα: Beatles, Who, Kinks…

Μάλιστα, τα συγκροτήματα της λεγόμενης «βρετανικής εισβολής» των sixties.

Όλα αυτά! Κάναμε μεγάλη επιτυχία με τους Βόρειους, κλαμπ, περιοδείες, μέχρι που ανέβηκε πάνω ο συνθέτης Αλέξης Παπαδημητρίου. Αυτός είχε τους Artomics στην Αθήνα, απ’ τους οποίους πέρασαν ο Σταμάτης Σπανουδάκης, ο Δημήτρης Ταμπόσης και άλλοι εξαιρετικοί μουσικοί του ροκ. Μας άκουσε, ξετρελάθηκε και μας είπε «όπως είστε, σας θέλω κάτω»! Έτσι ήρθα στην Αθήνα, ως μέλος των Artomics. Παίξαμε στην «Αθηναία» στον Ιππόδρομο, στο «Piper» στη Φιλελλήνων, που είχαν παίξει και ο Ντέμης Ρούσσος με τους We Five. Μεσουρανούσαν τότε οι Poll και ο Βλάσσης με τους Πελόμα Μποκιού.

Νιώθατε μια υπεροχή των αθηναϊκών ροκ συγκροτημάτων έναντι αυτών από τη Θεσσαλονίκη και τις άλλες πόλεις;

Δεν θα το’λεγα, καθώς εμείς είχαμε το καλύτερο φωνητικό σχήμα απ’ όλους. Και ο Βλάσσης το έλεγε! Δεν είχαμε να ζηλέψουμε τίποτα, γι’ αυτό και κάναμε την επιτυχία μας κι εμείς στην πρωτεύουσα.

Αργήσατε παρόλα αυτά να κάνετε πρώτο προσωπικό άλμπουμ.

Σωστά, δισκογραφία πρωτόκανα το 1974. Το 1971, καραχούντα, πήγα φαντάρος και όταν απολύθηκα το ’74 πια άρχισα να τραγουδώ σ’ ένα κλαμπ της Θεσσαλονίκης. Έτσι έστειλα ένα πρώτο κομμάτι μου στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης που προκρίθηκε. Μιλάω για τον «Τυφλό» σε στίχους του Πεΐδη, απ’ όπου έγινα γνωστός.

Μιλήστε μου λίγο για τον Κώστα Πεΐδη, ήταν ένας καλός στιχουργός που μαζί αφήσατε πολλά ωραία κομμάτια.

Ο Πεΐδης καταρχάς είχε γράψει μια μεγάλη επιτυχία για την Ελπίδα. Ποιητή θα τον έλεγα. Δεν ζει πια, πέθανε νέος από καρκίνο. Ήταν τρελός, όμως, απρόβλεπτος, που χειριζόταν τέλεια την ελληνική γλώσσα και έγραφε πάρα πολύ καλά. Σημειωτέον, ενώ ο «Τυφλός» είχε περάσει, λογοκρίθηκε και μόνο όταν έπεσε η χούντα, μπορέσαμε να το παρουσιάσουμε. Μετά απ’ αυτό το τραγούδι, άρχισα τις περιοδείες με τον Τουρνά, τον Πασχάλη, την Ελπίδα, τη Μαρίνα, με όλη την ποπ σκηνή της εποχής. Την ίδια χρονιά που ολοκληρώθηκε το φεστιβάλ τραγουδιού, βγήκε και ο πρώτος μου δίσκος από την Polygram.

Με παραγωγό τον Φίλιππο Παπαθεοδώρου.

Ακόμη βλεπόμαστε σε κάτι στέκια που έχουμε βρει και μαζευόμαστε όλοι οι παλιοί. Πήγα στην Polygram και αυτό νομίζω ήταν ένα από τα λάθη που έκανα. Πέρασα και από τη ΜΙΝΟΣ, αλλά όχι όταν έπρεπε. Πρέπει να πω ότι και με τον «Τυφλό» συμμετείχα με το ζόρι στο φεστιβάλ. Μου άρεσε να’μαι με τα τζιν και τις μαλλούρες μου, αφού τραγουδούσα πολύ τους Family!

Που τους θυμηθήκατε τους Family; Τεράστιο φολκ – ροκ συγκρότημα!

Ναι, με τον τραγουδισταρά τον Ρότζερ Τσάπμαν που αργότερα τραγούδησε το «Shadow on the wall» του Μάικ Όλντφιλντ. Ήμουν, όπως αντιλαμβάνεστε, πολύ «προχωρημένος» μουσικά! Όταν, λοιπόν, με πίεσε ο Πεΐδης να βάλω μουσική πάνω στους στίχους του για να πάμε με τον «Τυφλό» στο φεστιβάλ, του εξήγησα πως δεν γουστάρω τα παπιονάκια και τα κοστούμια. Τα κορόιδευα αυτά, αλλά τελικά με ντύσανε και με πήγανε (γέλια). Όταν πρωτοκατέβηκα στην Αθήνα, δουλειά βρήκα στο «ABC» μαζί με το συγκρότημα των Sunset με Παπαδούκα, Νίκο Αντύπα κ.α. Αδέρφια ήμασταν! Άλλο ένα λάθος μου ήταν που δεν επέλεξα σωστά τους χώρους, στους οποίους κινήθηκα. Τα κομμάτια που έλεγα δεν ταίριαζαν στη «Νεράιδα», τη «Φαντασία» και τα «Δειλινά».

Συνηθιζόταν αυτό τότε, πριν το λαϊκό πρόγραμμα να προηγούνταν τα ποπ συγκροτήματα.

Ήταν πολλά τα λεφτά, να είμαστε ειλικρινείς! Έβγαινα εγώ, το μαγαζί ήταν μισογεμάτο και έτρωγαν τη μπριζόλα τους, ενόσω τους έλεγα το «Αν ξανακατεβείς Χριστέ στη Γη». Υπόψιν, είχα αφήσει το σπίτι μου, την έδρα μου και ήμουν σε μια άλλη πόλη με την αρραβωνιαστικιά μου και μέχρι σήμερα σύζυγο μου. Είχα μια πρόταση και έλεγα κατευθείαν ναι, δεν περίμενα να κάτσει κάτι άλλο.

Νιώθατε μέλος της ποπ – ροκ σκηνής της εποχής;

Όχι. Ποτέ. Δεν θέλω να υποτιμήσω τα άλλα παιδιά, που κάνανε σπουδαία καριέρα, απλά εγώ δεν ταίριαζα θεματολογικά μαζί τους. Έλεγα τραγούδια κοινωνικά, δύσκολα, με ψαγμένο στίχο, ενώ αυτοί έλεγαν «Κοριτσάκι μου», «Τρελοκόριτσο» και «λα – λα – λα»…Ξαναπάω στο λάθος μου με τις εταιρείες. Ο Γιώργος Κατσαρός τότε, που έλυνε κι έδενε στο φεστιβάλ, είχε τηλεφωνήσει σ’ όλες τις εταιρείες: «Έχω έναν βραχνό από τη Θεσσαλονίκη, τρέξτε να τον πάρετε»! Έτσι, είχα προτάσεις από τον Πατσιφά της ΛΥΡΑ και από τον Μάτσα μέσω του Λεφεντάριου του δικηγόρου.

Που ήταν και επιστήθιος φίλος του Μάνου Χατζιδάκι.

Ακριβώς! Πόσο μεγάλος ήταν, όμως, ο Πατσιφάς! Χτυπάω το κεφάλι μου τώρα που το σκέφτομαι! Μου είχε πει: «Θα υπογράψεις; Εδώ θα κάνουμε σπουδαία πράγματα, θα σε κάνω σαν τον Σαββόπουλο». Του άρεσε το επιθετικό τραγούδισμα μου με τη βραχνή φωνή και με συμβούλευε να μην πάω με τους ποπ, γιατί θα καιγόμουν. Προτίμησα την Polygram, γιατί εκτιμούσα τον παραγωγό Παπαθεοδώρου.

1971, συναυλία με τους Artomics στο Παλαί Ντε Σπορ της Θεσσαλονίκης
Η αλήθεια είναι όμως πως και δισκογραφικά, στα ξεκινήματα σας κάνατε έναν διαφορετικό δίσκο με τον Δώρο Γεωργιάδη και την Ρένα Πάντα.

Έκανα καλές δουλειές. Είχα μπει μέσα στο ποπ ρεπερτόριο της Polygram, χωρίς να αισθάνομαι ποπ. Τον δίσκο με την Πάντα θα τον έλεγα λίγο ελαφρύ, αλλά ήταν εξ ολοκλήρου σε στίχους της Σώτιας Τσώτου. Ευτυχώς, επειδή δεν το είχα με τον στίχο, πάντα επέλεγα καλούς στίχους.

Πως έφταναν στα αυτιά σας οι μελοποιήσεις και όλο αυτό το κλίμα της Μεταπολίτευσης;

Μου άρεσε, αν και είμαι της άποψης πως τα ποιήματα γράφονται για να διαβάζονται, όχι για να τραγουδιούνται. Δεν πιστεύω πως ο Ρίτσος, ο Σεφέρης και ο Ελύτης είχαν τη φιλοδοξία να γίνουν τραγούδια οι στίχοι τους. Στην πορεία, βέβαια, κατάλαβα πως δεν είχα δίκιο. Τότε δεν ήμουν φαν, αλλά τώρα εκτιμώ πολύ περισσότερο τις μελοποιήσεις.

Κι αν έπρεπε οπωσδήποτε να βάλετε μια ταμπέλα για το είδος που υπηρετήσατε;

Θα έλεγα την ελληνική ροκ σκηνή. Ήμουν και μπλουζίστας, εξπέρ στα μπλουζ και τη τζαζ.

Πολιτική συνείδηση είχατε τότε;

Σήμερα είμαι πολύ συνειδητά πολιτικοποιημένος, δεν σας κρύβω όμως πως εκείνη την εποχή δεν τα πολυκαταλάβαινα τα πράγματα. Ίσως ένιωσα την κατάσταση στο στρατό, όταν μας έβαζαν να φωτογραφιζόμαστε κάτω απ’ το πουλί της χούντας. Μ’ ενοχλούσε, αλλά δεν είχα καταλάβει πόσο κακό ήταν. Σήμερα ανήκω στον αριστερό χώρο.

Ομολογώ πως δεν σας το «είχα»…

Ξέρετε γιατί; Οι καταβολές μου ήταν από μια δεξιά οικογένεια, όλοι τους, σιγά – σιγά εγώ έγινα όμως ο επαναστάτης και άλλαξα δρόμο. 

Πάντως παραμείνατε ενεργός δισκογραφικά μέχρι και τη δεκαετία του 1990.

Έκανα πολλές συμμετοχές, αλλά η τελευταία μου δισκογραφική δουλειά βγήκε το 1993. Κάποια στιγμή, όταν έφυγα από την Polygram, μου τηλεφώνησε ο Αχιλλέας Θεοφίλου και μου είπε πως με ζητάει ο Μάτσας της ΜΙΝΟΣ. Πήγα κι έκανα τη «Μαργαρίτα» και το «Φέιγ βολάν», μεγάλες επιτυχίες. Πάνω που λέγαμε να κάνουμε κι άλλο δίσκο, η ΜΙΝΟΣ συγχωνεύθηκε με την ΕΜΙ και ο Μάτσας έγινε διευθύνων σύμβουλος. Μοιραία φύγαμε περίπου 15 τραγουδιστές, εγώ, ο Κοντολάζος και άλλοι.

Με τον Μάνο Χατζιδάκι γνωριστήκατε ποτέ;

Όχι, αλλά έχω μια ιστορία με τον Χατζιδάκι που δεν την έχω ξαναπεί. Σας είπα ότι αρχικά ο «Τυφλός» λογοκρίθηκε, η χούντα όμως έπεσε το ’74 και το φεστιβάλ ήταν να γίνει ή να μη γίνει. Αποφασίστηκε στην Έκθεση Θεσσαλονίκης να ξεκινήσει απ’ την αρχή ο διαγωνισμός. Φώναξαν τον Χατζιδάκι, ο οποίος τους είπε το εξής: «Δεν θέλω καμία επιτροπή, δώστε μου μόνο είκοσι μέρες». Έκατσε ο Χατζιδάκις, άκουσε έναν τεράστιο αριθμό τραγουδιών και διάλεξε είκοσι απ’ αυτά. Το δικό μου ήταν το Νο 1 στη λίστα του. «Ρε μπαγάσα, ο Χατζιδάκις διάλεηε πρώτο δικό σου μέσα σε 700 τόσα τραγούδια» μου είχε πει ο Άλκης Στέας. Αυτή ήταν η μόνη εξ αποστάσεως επαφή που είχα με τον Χατζιδάκι. Γενικώς δεν είχα πολλές σχέσεις με τους έντεχνους, αν και δούλεψα με τους πάντες. Ήμουν πολύ φίλος με τον Αντώνη Καλογιάννη, εξαιρετικό παιδί, δούλεψα με όλους πλην του Νταλάρα και της Αλεξίου, που δεν έτυχε να σμίξουν οι δρόμοι μας. Έως και με τη Σωτηρία Μπέλλου συνυπήρξαμε, με τη Μαρινέλλα, τον Πάριο, τον Βοσκόπουλο, τον Κόκοτα, τη Μοσχολιού, την Κανελλίδου, τους πάντες! Κι από ροκάδες, όμως, με συγκεκριμένους είχα σχέσεις. Τον Πουλικάκο, ας πούμε, τον γνώρισα μέσα από τα γκρουπ – μου αρέσει ακόμα ο Μήτσος όπως τα λέει, είναι ροκ, πάει και τελείωσε!

Με τον Παύλο Σιδηρόπουλο, όμως, είχατε μοιραστεί πράγματα.

Από το 1969 στη Θεσσαλονίκη όταν ήταν σπουδαστής και κάνανε παρέα με τον ντράμερ των Βόρειων. Είχαν νοικιάσει μαζί μια γκαρσονιέρα απέναντι από το Καυτατζόγλειο και με κάλεσαν μια μέρα να γνωριστούμε. Ήταν στα πολύ καλά του ο Παύλος, νέο παιδί τότε, και μου μιλούσε για την οικογένεια του. Κάναμε στενή παρέα, του άρεσε που τραγουδούσαμε μαζί τα μπλουζ, όπως μια μέρα που βγάλαμε με δυο κιθάρες το «Like a Rolling Stone» του Ντίλαν. Το γράψαμε μάλιστα σ’ ένα οριζόντιο κασετόφωνο Hitachi. Είχα την κασέτα μέχρι και πριν 15 χρόνια, αλλά πλέον δεν μπορώ να τη βρω και είχα κάνει ανάστατο όλο το σπίτι. Απίστευτο ντοκουμέντο! Έχω κι ένα άλλο ντοκουμέντο, τον Νίκο Παπάζογλου να τραγουδάει ροκ.

Για την εποχή του συγκροτήματος Μακεδονομάχοι μιλάτε;

Όχι, μιλάω για προ Μακεδονομάχων, όταν είχαν ένα άτιτλο γκρουπ μαζί με τον Σαράντη Κασσάρα. Είχαν πάει στη Γερμανία για διεθνή καριέρα και εκεί έγραψαν πέντε κομμάτια, που παθαίνεις πλάκα! Τα έχω ακόμη στο αρχείο μου! Και τον «Τυφλό» στο στούντιο του Παπάζογλου τον έγραψα, έχοντας μόλις φτιάξει το στούντιο του. Την ίδια ακριβώς εποχή είχε δώσει και τραγούδια του στον Πασχάλη.

Τα νοσταλγείτε εκείνα τα χρόνια;

Πάρα πολύ! Νοσταλγώ τη Θεσσαλονίκη και τα πρώτα χρόνια μου στην Αθήνα. Έμενα στην Κυψέλη και συχνάζαμε στο «Σελέκτ» στη Φωκίωνος. Ήμασταν μια παρέα, ακούστε ονόματα: Ο Αλέκος Καρακαντάς, ο Σιδηρόπουλος, που έμενε παραπέρα στη Δροσοπούλου, ο Τσιλογιάννης ο ντράμερ, ο Ρόμπερτ Ουίλιαμς, ο Μπονάτσος, η Γλέζου, η Λήδα, ο Τουρνάς – ερχόταν ο ένας, έφευγε ο άλλος και καθόμασταν όλοι κάτω απ’ τον πλάτανο. Για ένα φεγγάρι, στη γωνία του «Σελέκτ», βλέπαμε μαζί τον Αλέκο Σακελλάριο, τον Χορν, τον Χατζιδάκι και τον Γκάτσο. Είχαν μετατοπιστεί για λίγο από το «Zonars» και σύχναζαν εκεί δίπλα μας. 

Απωθημένα έχετε, κύριε Πολυχρονιάδη;

Όχι, είμαι ολιγαρκής και πέρασα πάρα πολύ καλά. Σαφώς όλα θα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα και να είχα πιο πολλά λεφτά, ήμουν όμως χύμα: Το σπίτι μου ήταν πάντα ανοιχτό, σαν κοινόβιο. Χτυπούσε το κουδούνι ο Μητροπάνος στις 3 τα χαράματα και έλεγε στη γυναίκα μου: «Έχεις αυγά να μου φτιάξεις;» Και ανέβαινε απάνω. Το ίδιο και ο Καλογιάννης, ο Τουρνάς…Ήταν φίλοι μου και το ήθελα να έρχονται. Έκανα δύο παιδιά που μου κάνανε δύο εγγόνια, ο γιος μου είναι του 1981 και η κόρη μου του 1994. Με τη δε γυναίκα μου είμαστε μαζί 53 ολόκληρα χρόνια. Τη γνώρισα σε κλαμπ της Θεσσαλονίκης που τραγουδούσα τα βράδια, όντας φαντάρος. Φορούσα μάλιστα περούκα κι εκείνη αρχικά νόμισε πως είμαι γκέι, με κοίταζε λίγο περίεργα (γέλια).

Να πούμε και για το «Αν ξανακατεβείς Χριστέ στη Γη», που ήταν το δεύτερο τραγούδι – σήμα κατατεθέν σας.

Πιστεύω πως χωρίς τον στίχο η μουσική δεν θα έλεγε τίποτα. Το κομμάτι το είχα στο συρτάρι για μια τετραετία και η συχωρεμένη Σάσα Μανέτα η στιχουργός όλο με ρωτούσε: «Εκείνο εκεί το έφτιαξες;», δεν μου έβγαινε όμως κάτι. Μια μέρα έπιασα την κιθάρα μου κι ένα μάτσο στίχους, αυτό ήταν πάνω – πάνω. Έγραψα επί τόπου τη μελωδία που μου βγήκε αβίαστα. Το πήγα από την εταιρεία, αλλά δεν πίστευαν πως ταίριαζε με το φεστιβάλ. Αποφάσισα να το στείλω μόνος μου. Πέρασε πρώτο πάλι. Ανέβηκα να το τραγουδήσω εν έτει 1979.

Θα το λέγαμε ένα ελληνικό δείγμα «Christian rock», σαν το «Hymn» ας πούμε των Barclay James Harvest;

Ένα τέτοιο πράγμα είναι ακριβώς! Επέλεξα να το τραγουδήσω μ’ ένα χακί πουκάμισο και μ’ ένα χακί παντελόνι, στρατιωτικά ρούχα και τίποτα άλλο. Καμία σχέση με τα παπιόν που φορούσα την πρώτη φορά. Βγήκα με την κιθάρα μου πάνω σ’ ένα σκαμπό. Ξεσηκώθηκαν όλοι! Την πρώτη μέρα του φεστιβάλ, ήμουν ολομόναχος απάνω. Μόλις παίχτηκε και έγινε χαμός, την επόμενη εμφανίστηκαν οι πάντες από την Polygram: Ο Μεναχέμ, ο Αντύπας, ο Παπαθεοδώρου, ο Καραγιάννης ήταν από πάνω μου και με χάιδευαν.

Βιολογικά, το ότι είστε 74 ετών…

Είμαι καλά ακόμη, αντέχω.

Θέλω να πω ότι το να ξαναβγαίνετε λάιβ, κάνει καλό πρωτίστως στον εαυτό σας.

Μπορεί, ναι, αλλά δεν το επιδιώκω. Δεν είναι κάτι που μου λείπει, δεν λέω «Α ρε να έπαιζα κάπου»…

Τι είναι αυτό που κάνει τον καλλιτέχνη να’ναι 90 ετών και να επιθυμεί ακόμη την έκθεση στον κόσμο;

Δεν είμαι φιλάρεσκος! Όλοι όσοι θέλουν να βγαίνουν στη σκηνή μέχρι τα 100 τους, ενδόμυχα είναι φιλάρεσκοι. Τους αρέσει να αρέσουν!

Δεν είναι ίδιον αυτό του καλλιτέχνη γενικώς;

Δεν ξέρω, εγώ σας λέω πως ακόμη όταν βγαίνω στα λάιβ, ντρέπομαι. Δεν μου αρέσει να εκτίθεμαι, να τραγουδάω σε μαγαζιά. Και τώρα νιώθω τρακ, αγωνία, αμηχανία.

Πάντως το ότι γνωρίζεστε απ’ τα παλιά με τον Τζορντανέλλη και την Αργυράκη δεν είναι αμελητέο εν προκειμένω.

Δεν θα έλεγα ότι υπήρξαμε κολλητοί, κάνουμε την πλάκα μας και στη δουλειά αυτή ως γνωστόν με όλους συναντιέσαι.

Τι περιμένετε από δω και πέρα;

Τίποτα, τι να περιμένω; Μια χαρά, τα έκανα όλα εντάξει, έχω φτιάξει ένα πολύ μεγάλο οπτικοακουστικό αρχείο. Θα το αφήσω στα παιδιά μου. Το βρίσκω ουτοπικό να έχω φιλοδοξίες στη φάση που είμαι. Ακόμη και το ότι αποδέχομαι προτάσεις για να τραγουδήσω, το κάνω επειδή δεν έχω λύσει το οικονομικό μου θέμα. Με μία σύνταξη ζω, οπότε τα λάιβ είναι ένα χαρτζιλίκι. Αν δεν έβγαινε κάτι, πιθανώς να μην τραγουδούσα.

Και η στιγμή που θα ξαναβγείτε στον κόσμο κάτι δεν είναι;

Είναι χαρά, δεν το συζητώ. Μεγάλη χαρά, μόνο που δεν την επιδιώκω.

* Η συνέντευξη με τον Γιώργο Πολυχρονιάδη πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026 στο «Καφέ των Ποιητών» της πλατείας Βικτωρίας

** Ένα μεγάλο μέρος της συνέντευξης δημοσιεύθηκε στο ένθετο «Docville» με την εφημερίδα «Documento» (Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026)

*** Οι σημερινές φωτογραφίες είναι δικές μου και οι υπόλοιπες από το αρχείο του Γιώργου Πολυχρονιάδη

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2025

Frank Zappa - Νίκος Παπάζογλου: 1 - 1

Το «Chunga' s revenge» βγήκε το 1970 και ήταν το εντέκατο κατά σειρά άλμπουμ στην δισκογραφία του Frank Zappa (1940 - 1993) στην πιο δημιουργική φάση του, εφόσον τόσο εκείνη τη χρονιά, όσο και την προηγούμενη, το 1969, είχε εκδώσει συνολικά έξι δίσκους με μουσική και τραγούδια του. Ήταν τέτοια η απήχηση που είχε το συγκεκριμένο άλμπουμ ακόμη και στην Ελλάδα, εν μέσω χούντας, που οι πιο ψαγμένοι Έλληνες μουσικοί του ροκ, σαν τον Δημήτρη Πουλικάκο (και τον Διονύση Σαββόπουλο, όπως θα δούμε παρακάτω), επηρεάστηκαν ξεκάθαρα από τον δημιουργό του. Έτσι, στην ηχογράφηση του άλμπουμ «Ζωντανοί στο Κύτταρο (Η ποπ στην Αθήνα)» από το 1971, ακούμε τον «Ανεπρόκοπο» του Πουλικάκου με τους Εξαδάχτυλος, δηλαδή το ηλεκτρικό blues «Road Ladies» από το «Chunga' s revenge» του Zappa μεταφρασμένο στα ελληνικά από τον Θείο Νώντα και τον Τάσο Φαληρέα. Έχω την αίσθηση πως ακόμη ένα κομμάτι από το άλμπουμ του Zappa, το «The Nancy & Mary Music», ενέπνευσε και τον Παύλο Σιδηρόπουλο για να κάνει τα περίεργα φωνητικά του στην ηχογράφηση του τραγουδιού «Ο γερο - Μαθιός» (ως Δάμων & Φιντίας) επίσης στο «Ζωντανοί στο Κύτταρο» το 1971. 


Αρκετά χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε ένας άλλος δίσκος που μπορεί να μην είχε καμία σχέση με ροκ και ηλεκτρικό ήχο, σίγουρα όμως άλλαξε το τοπίο του λαϊκού τραγουδιού στην Ελλάδα. Αναφέρομαι στην «Εκδίκηση της γυφτιάς» των Νίκου Ξυδάκη - Μανώλη Ρασούλη από το 1978 με βασικό ερμηνευτή τον Νίκο Παπάζογλου, γνωστό στους ροκ κύκλους της Θεσσαλονίκης. «Chunga' s revenge» ονομαζόταν το άλμπουμ του Frank Zappa, «Η εκδίκηση της γυφτιάς» βαφτίστηκε το άλμπουμ με τον Παπάζογλου: Η λέξη «Chunga» δεν μεταφράζεται ακριβώς ως «Γυφτιά» στα ελληνικά, αλλά στο πλαίσιο της ισπανικής αργκό επιδέχεται πολλές ερμηνείες με ορισμένες απ' αυτές να σημαίνουν o «κακός», ο «χάλιας» κλπ. Στο ένα εξώφυλλο ακόμη εικονιζόταν ο Frank Zappa σε μία στιγμή έντασης, από κάποιο live προφανώς, ενώ στο άλλο ο ερμηνευτής Νίκος Παπάζογλου σε μία μάλλον χαλαρή στιγμή. Και φτάνω τώρα στον Διονύση Σαββόπουλο, ο οποίος υπήρξε παραγωγός του δίσκου των Ξυδάκη - Ρασούλη. Ο ίδιος μου είχε πει το 2005, στα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ «Ζωντανοί στο Κύτταρο - Σκηνές Ροκ», πώς ακριβώς την ίδια περίοδο με τον Πουλικάκο και τον Σιδηρόπουλο, δηλαδή το 1970 - 71, άκουγε πολύ τον Frank Zappa ταυτόχρονα με τον Bob Dylan και τους άλλους τροβαδούρους. Το «Chunga' s revenge» ήταν αγαπημένος δίσκος του, επομένως θέλησε ούτε μία δεκαετία μετά να κλείσει το μάτι στο έργο αυτό μέσω ενός άλλου έργου με τη δική του σφραγίδα. Ένα πραγματικά πολύ ωραίο κλικ του ματιού του Σαββόπουλου στον Zappa, ένα από τα μουσικά του ινδάλματα όταν διένυε την ροκ περίοδο του.  

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025

Όταν ο Διονύσης Σαββόπουλος είχε απαντήσει στις σκληρές ερωτήσεις των αναγνωστών του «Διφώνου»

Το τεύχος 106 του περιοδικού «Δίφωνο» (Ιούλιος 2004) είχε εξώφυλλο τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Διονύση Σαββόπουλο σε κοινή φωτογράφηση από τον Xavier Hallauer. Η διεύθυνση του περιοδικού είχε αποφασίσει αντί κοινής επίσης συνέντευξης των δύο δημιουργών, να απαντήσουν στις ερωτήσεις των αναγνωστών του περιοδικού, δίνοντας ουσιαστικά σ' αυτούς συνέντευξη. Αν θυμάμαι καλά, ο Μίκης Θεοδωράκης είχε απαντήσει με email στις ερωτήσεις που του εστάλησαν. Ο Σαββόπουλος απ' την άλλη είχε ζητήσει τις ερωτήσεις, τις έλεγξε και μετά ζήτησε να συναντηθεί μ' έναν συντάκτη του περιοδικού που θα του έκανε ξανά τις ερωτήσεις των αναγνωστών (τις οποίες γνώριζε) και θα απαντούσε σ' αυτόν. Ο κλήρος έπεσε σε μένα, ίσως γιατί τότε είχα πάρει την πρώτη μου συνέντευξη από τον Θεοδωράκη για το περιοδικό «ΗΧΟΣ», οπότε την ήθελα μία συνάντηση με τον Σαββόπουλο για το «Δίφωνο». Έτσι, πήγα από το διαμέρισμα - γραφείο του στο Κολωνάκι, κάτσαμε ο ένας απέναντι απ' τον άλλον, οι αναγνώστες - μέσω εμού - τον ρωτούσαν κι εκείνος απαντούσε...

Κύριε Σαββόπουλε, έχετε σκεφτεί ποτέ ότι οι συναυλίες και τα προγράμματα που κατά καιρούς παρουσιάζετε, είναι ουσιαστικά μία επανάληψη των ίδιων και των ίδιων πραγμάτων; Γραφικό έχει καταντήσει το αλβανοηπειρώτικο μοιρολόι της «Συννεφούλας». Πιστεύω δηλαδή ότι όποιος αγοράσει το «Σαββόραμα» έχει καλυφτεί για όλη του τη ζωή από το κεφάλαιο «Σαββόπουλος».

Να υποθέσω, δικέ μου, ότι έχω κι άλλα καλά τραγούδια που θα ήθελες να ακούσεις; Αυτό με τιμάει. Κάτι θα προσπαθήσω να κάνω την άλλη φορά.

Κατηγορείστε από κάποιους ότι έχετε πάψει προ πολλού να είστε το ανήσυχο πνεύμα που ήσασταν κάποτε και ότι έχετε μετατραπεί σε έναν κοσμικό παππού που φοράει μπλουζάκια με τον Μπαγκς Μπάνι, κάνει περίεργες τηλεοπτικές εμφανίσεις («Σαν στο σπίτι σας», «Βραβεία Αρίων») και έχει αλλάξει πολλά από τα πιστεύω του. Εάν σας αγγίζουν όλα αυτά και θεωρείτε ότι έχουν κάποια βάση, τι απαντάτε;

Δεν θα συμφωνήσω, κύριε Τσαντίλα μου. Στα βραβεία Αρίων δεν έκρυψα τα λόγια μου, τα είπα κανονικά. Κανείς άλλος δεν το έκανε εκεί μέσα. Εγώ λέω αυτό που πιστεύω. Εάν σε κάποιους δεν συμφέρει, θα λένε διάφορα. Οι κολλημένοι είναι εκείνοι. Είμαι αυτός που είμαι. Και τι κακό έχει ο Μπαγκς Μπάνι;

Είμαι ένας απ' αυτούς που πιστεύουν ότι ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι από τους σημαντικότερους σε παγκόσμια κλίμακα, τοποθετώντας το όνομα σας δίπλα στον Van Morrison, στον Bob Dylan, στον Lucio Dalla κ.α. Πώς αισθάνεστε έχοντας κατακτήσει με το έργο σας μια τέτοια θέση;

Ευχαριστώ, κύριε Ζηρίδη, για τον καλό σας λόγο, αλλά ειλικρινά δεν ξέρω να σας απαντήσω. Κάθε καλλιτέχνης έχει την υποχρέωση να κατακτήσει την αλήθεια του και όχι να κατακτήσει κάποια συγκεκριμένη θέση ή αξίωμα. Κάθε καλλιτέχνης είναι ένας ξεχωριστός κόσμος και οφείλει να βαθαίνει τον κόσμο του. Τώρα, τι θέση θα πάρει δίπλα στους μεγάλους ή στους μικρότερους, αυτό αφορά άλλους, όχι τον ίδιο. Σας ευχαριστώ πάντως.

Κύριε Σαββόπουλε, στο παρελθόν είχατε πει πώς η μελοποίηση ποιητών είναι μια διαδικασία μη σχετική με τη διαδικασία δημιουργίας ενός τραγουδιού. Ακόμη και σήμερα εξακολουθείτε να έχετε την ίδια άποψη;

Σε γενικές γραμμές, κύριε Παπαδάκη, ναι, εξακολουθώ να έχω την ίδια άποψη. Το είχα πει αυτό τότε εντόνως, γιατί μας είχανε πρήξει με τη μελοποιημένη ποίηση. Είχε γίνει η εύκολη λύση να μελοποιούν τους μείζονες ποιητές μας ο κ. Βουγιούκας ή ο κ. Ταδόπουλος. Βέβαια, ο Μίκης Θεοδωράκης έκανε σπουδαία πράγματα, αλλά ένας είναι ο Θεοδωράκης. Δεν μπορεί αυτό να γίνεται κανένας. Εμένα, πάντως και τώρα και πριν, τα τραγούδια που γλυκαίνουν την καρδιά μου είναι αυτά όπου ο ίδιος άνθρωπος έχει γράψει τους στίχους και τη μουσική. Έχουνε μια τρομερή στερεότητα αυτά τα τραγούδια, σαν του Αττίκ, του Βαμβακάρη, του Τσιτσάνη, του Άκη Πάνου ή των Beatles, των Stones, του Dylan, του Morrison. Είναι πολλοί. Είναι αρχαία και υπέροχη η τέχνη των λυρικών ποιητών και των τροβαδούρων.

Κύριε Σαββόπουλε, πώς αισθανθήκατε τα τελευταία χρόνια τραγουδώντας κομμάτια σας των δεκαετιών του 1960 και του 1970 με ιδιαίτερο νόημα και φόρτιση, όπως το «Ήλιος κόκκινος ζεστός», την «Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη» ή το «Δημοσθένους λέξις» στο Μέγαρο Μουσικής, ενώπιον του συγκεκριμένου κοινού και με τη χορηγία μεγάλου επιχιερηματικού ομίλου;

Κύριε Βαλσαμίδη, τι έχει το Μέγαρο Μουσικής και τι το κοινό του; Τι είδους ρατσισμός ειν' αυτός; Τι μιζέριες; Κάθε χώρος έχει τα μυστικά του, τα προτερήματα και τα ελαττώματα του. Τα τραγούδια, όμως, είναι ίδια και αυτή είναι η ουσία. Όσον αφορά τη χορηγία μεγάλου επιχειρηματικού ομίλου, εγώ δεν θα είχα αντίρρηση να είναι και μικρού επιχειρηματικού ομίλου. Είτε μεγάλος, όμως, είτε μικρός ο όμιλος, τα λεφτά - ναξέρετε - δενν πηγαίνουν στον καλλιτέχνη ή στους συνεργάτες του, αλλά στο Μέγαρο.

Από το 2000 και μετά προβαίνετε σε κινήσεις που μοιάζουν να ολοκληρώνουν ή να κλείνουν τον κύκλο σας. Για παράδειγμα, το «Σαββόραμα» και η «Συναυλία των κεριών», που συμπυκνώνουν το σύνολο της πορείας σας, η έκδοση της «Σούμας» με τα άπαντα των στίχων σας, ενώ σε πρόσφατη σχετικά συνέντευξη σας δηλώσατε ότι δεν γράφετε πια καινούργια τραγούδια. Όλα αυτά σημαίνουν πως δεν έχουμε πια να περιμένουμε κάτι άλλο νέο από τον Σαββόπουλο;

Μάλιστα, κυρία Γκούμα, αυτό σημαίνουν. Και αυτή τη φορά, μα τον θεό, μακάρι να βγω ψεύτης.

Προέρχεστε από τον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς. Μάλιστα, για μία σημαντική περίοδο εκφράσατε τις ιδέες και τις αγωνίες της τόσο, που ίσως χωρίς αυτή να ήταν διαφορετικό και το έργο σας. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχετε πάρει συντηρητική θέση σε σοβαρά ζητήματα και συχνά έχετε πληγώσει τον κόσμο με τον οποίο μαζί τραγουδήσατε. Πώς αισθάνεστε γι' αυτό και πώς το εξηγείτε;

Δεν συμφωνώ, κύριε Γκίδη, δεν έχω πάρει συντηρητική θέση. Να στρέφεσαι εναντίον του συμφέροντός σου, του βολέματός σου, της συνήθειας ή της ταμπέλας σου, ή να έρχεσαι σε αντίθεση με το ακροατήριο σου, δεν είναι καθόλου συντηρητικό. Περιέχει ένα είδος ελευθερίας, για την οποία είμαι υπερήφανος. Τώρα, εάν πλήγωσα τον κόσμο, δεν το ήθελα βέβαια, αλλά όταν αγαπάς κάποιον τον πληγώνεις κιόλας.

Πως βλέπετε το ελληνικό τραγούδι σε σχέση με την ελληνική κοινωνία σήμερα;

Για μένα και το τραγούδι μας και η κοινωνία μας είναι σαν τα κύματα της θάλασσας. Ανεβαίνουν, κατεβαίνουν. Τώρα είμαστε στο κατέβασμα. Η χαρά εκφράζεται σαν νηπιαγωγείο, ο έρωτας σαν μια επιθετικότητα, υπάρχουν πολλά εφέ, πολλά κόλπα, πολύ life style και καθόλου προβληματισμός. Να μην ανησυχείτε, όμως, διότι δεν θα είναι για πάντα έτσι.

Κύριε Σαββόπουλε, ας υποθέσουμε ότι φτάνει στα χέρια σας ένας φάκελος με εξαιρετικούς στίχους και με την ανάγνωση τους νιώσετε να αναβλύζουν μελωδίες. Θα μπαίνατε στη διαδικασία να τους μελοποιήσετε, περνώντας στην ιδιότητα του συνθέτη;

Αγαπητή κυρία Νταγιάκα, ποτέ μου δεν το σκέφτηκα έτσι. Μου έτυχε να λάβω πολύ ενδιαφέροντες στίχους, αλλά τους έδινα σε συναδέλφους συνθέτες. Κάποιοι μάλιστα, κάτι έκαναν. Να φανταστείτε, όταν ο Κάρολος Κουν μου ζήτησε να γράψω μουσική για τους «Αχαρνής», κάθισα κι έγραψα στίχους από την αρχή. Αυτός ήταν κι ο μόνος λόγος που η μουσική δεν παίχτηκε στην παράσταση, αλλά ξεχωριστά και αργότερα στον «Ρήγα» της Πλάκας. Λατρεύω να διαβάζω ποίηση, εννοείται. Αγαπημένοι μου ποιητές, ο Καβάφης, ο Καρυωτάκης, ο Σικελιανός, ο Εμπειρίκος, αλλά ποτέ μου δεν αισθάνθηκα την ανάγκη να φτιάξω μουσική πάνω στους στίχους τους. Δεν το χρειάζομαι αυτό όταν τους διαβάζω, ούτε εκείνοι χρειάζονται καμία μουσική. 

Πολλοί πιστεύουν, μεταξύ των οποίων και εγώ, ότι ο «Μπάλλος» και «Το περιβόλι του τρελού», αποτελούν το αποκορύφωμα της προσωπικής σας δημιουργίας, αλλά και της ελληνικής τραγουδοποιίας. Γιατί πιστεύετε ότι έκτοτε υπολειπόμαστε σε δουλειές που μπορούν να κάνουν ανάλογες τομές;

Σας ευχαριστώ, κύριε Αναστασίου, που με επαινείτε, αλλά για να είμαστε δίκαιοι, ας αναφέρουμε και άλλες μεγάλες στιγμές. Δεν είναι και τόσο λίγες. Ο «Μπάλλος» βγήκε το 1970 - 1971, όμως το 1972 έχουμε τον «Μεγάλο Ερωτικό» του Χατζιδάκι. Εν συνεχεία έχουμε μετά τη Μεταπολίτευση, «Τα Λυρικά», το δίσκο του Μίκη Θεοδωράκη σε στίχους Τάσου Λειβαδίτη. Την «Εκδίκηση της γυφτιάς» το 1979 των Νίκου Ξυδάκη - Μανώλη Ρασούλη. Θα έβαζα ακόμη και τον πρώτο δίσκο του Ορφέα Περίδη, όπως τομή θεωρώ ότι έκανε και ο Φοίβος Δεληβοριάς. Τομές δεν μπορούμε να έχουμε κάθε μέρα. Ας είμαστε, λοιπόν, ικανοποιημένοι με αυτά και ας δείξουμε στους νεότερους για νά'χουμε να ελπίζουμε.

Τι σας πληγώνει στη σύγχρονη Ελλάδα;

Η ασκήμια και το τσιμέντο. Έχουν όμως ένα καλό: Έτσι τα όνειρα γίνονται πιο δυνατά. Χώρια που όταν ανακαλύπτεις μια νέα γωνιά νιώθεις μάγκας. 

Αισθάνεστε ότι σε έναν τραγουδοποιό του δικού σας μεγέθους η ελληνική γλώσσα λειτουργεί περιοριστικά για να έχει το έργο σας την απήχηση που δικαιούται διεθνώς;

Πράγματι, κύριε Πετρίδη, η ελληνική γλώσσα δεν μιλιέται έξω από μας και επομένως αυτό λειτουργεί περιοριστικά. Όμως, ξέρετε, μπαίνουμε στο τραγούδι όχι για να πετύχουμε, αλλά για να γίνουμε αληθινοί, ανθρώπινοι. Κάποια φορά τυχαίνει και καμιά ευχάριστη έκπληξη: Πριν από λίγο καιρό έπαιξα στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στο Τορίνο με ένα απόλυτα ιταλικό κοινό που δεν καταλάβαινε γρι από τα τραγούδια μου. Εισέπραττε μόνο την ενέργεια και τη μουσική, θριάμβευσα! Πρώτη φορά μου συνέβαινε αυτό και δεν ξέρετε πόσο χάρηκα! Δηλαδή, ενώ ενδεχομένως υπήρχαν τεράστια νοηματικά κενά, αισθανόμουν ότι με αποδέχονται, ότι είμαι καλός! 

Κύριε Σαββόπουλε, γεια σας. Εσείς πιστεύετε ότι το τραγούδι μπορεί να γίνει αυτία ώστε κάθε άνθρωπος να προβληματιστεί γι' αυτά που συμβαίνουν γύρω του κάθε μέρα και ποιος μπορεί να είναι εδώ ο ρόλος του τραγουδοποιού;

Μιλώντας γενικά, γνώμη μου είναι ότι η τέχνη δεν μπορεί να διορθώσει τον κόσμο, όμως ο κόσμος θα ήταν πολύ χειρότερος δίχως την τέχνη. Ο ρόλος του τραγουδοποιού είναι να εκφράσει την συλλογική φαντασία, να μιλήσει με λόγια αληθινά για την αγάπη, για τον αγώνα, για την ομορφιά κι όχι να μαϊμουδίζει με σουξέ ή να παριστάνει τον ωραίο. Γεια σας και χαιρετισμούς στο Πήλιο! Άλλο ένα ελληνικό καλοκαίρι είναι μπροστά μας κι αυτή είναι η πιο ωραία είδηση που έχω να σας μεταφέρω σήμερα. 

* Τις ερωτήσεις είχαν στείλει ταχυδρομικώς στο «Δίφωνο» (με τη σειρά των απαντήσεων του Διονύση Σαββόπουλου):

Κυριάκος Αναστασίου, 18 ετών, Ορεστιάδα

Μιχαήλ Τσαντίλας, 25 ετών, Αθήνα

Παντελής Ζηρίδης, 36 ετών, Αθήνα

Φάνης Παπαδάκης, 33 ετών, Θεσσαλονίκη

Γιώργος Βαλσαμίδης, Θεσσαλονίκη

Ευγενία Γκούμα, 35 ετών, Βόλος

Βασίλης Γκίδης, 42 ετών, Δράμα

Θανάσης Βασιλειάδης, 36 ετών, Καβάλα

Αναστασία Νταγιάκα, 35 ετών, Θεσσαλονίκη

Αλέκος Αναστασίου, 40 ετών, Αθήνα

Μαρία Αβραμίδου, 46 ετών, Βόλος

Πέτρος Πετρίδης, 36 ετών, Αθήνα

Νεκτάριος Τσιρογιάννης, 23 ετών, Πήλιο 

** Η συνέντευξη είχε δημοσιευθεί στο τεύχος 106 του περιοδικού «Δίφωνο» (Ιούλιος 2004). Αυτή είναι η πρώτη διαδικτυακή δημοσίευση της μετά από 21 χρόνια αποκλειστικά στα ΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΙΑΣΜΑΤΑ

Τρίτη 29 Ιουλίου 2025

Στη μνήμη μιας παλιάς φωτογραφίας ΙΙ


Είναι 2004 και με αφορμή τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, ο συνθέτης Μιχάλης Κουμπιός, ο καλύτερος διευθυντής που πέρασε ποτέ από το «Δίφωνο», έχει την ωραία ιδέα να γίνουν κοινό εξώφυλλο στο περιοδικό ο 79άχρονος τότε Μίκης Θεοδωράκης και ο 60άχρονος Διονύσης Σαββόπουλος. Σε μένα ανατέθηκε η συνέντευξη με τον Σαββόπουλο, σε άλλον συνάδελφο αυτή με τον Θεοδωράκη. Για τις ανάγκες της φωτογράφησης του εξωφύλλου, μια ωραία μέρα περάσαμε από το σπίτι του Θεοδωράκη στου Φιλοπάππου. Ήταν, εκτός του Μίκη και του Νιόνιου φυσικά, ο Κουμπιός, η Λιάνα Μαλανδρενιώτη και κάποιος ακόμα, που τώρα δεν μπορώ να θυμηθώ. Η καλή μου η Λιάνα με πήρε και μένα μαζί της, όχι επειδή ήμουν συντελεστής του «project», αλλά κυρίως για να ξανάβλεπα από κοντά τον Μίκη Θεοδωράκη. Η πρώτη συνάντηση μου με τον μεν Θεοδωράκη είχε γίνει δέκα χρόνια πριν, το 1994, όταν γυρίσαμε στην Τεχνόπολη στο Γκάζι το μοναδικό βίντεο κλιπ, στο οποίο είχε εμφανιστεί (σε σκηνοθεσία Ανδρέα Ταρνανά και σε δικό μου σενάριο), με τον δε Σαββόπουλο θα βρισκόμασταν πάλι ενάμισι χρόνο μετά στα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ «Ζωντανοί στο Κύτταρο - Σκηνές Ροκ». Ήταν πολύ όμορφη αίσθηση να βρίσκεσαι ανάμεσα σε δύο Ιερά Τέρατα της ελληνικής μουσικής και να ακούς να συζητάνε και να αστειεύονται. Θυμάμαι καλά το εξής: Τότε ο Αργύρης Ζήλος στο «Δίφωνο» είχε γράψει κάτι διόλου κολακευτικό για τον Θεοδωράκη. Ο Μίκης τό'χε διαβάσει και έκανε στον Κουμπιό την εξής παρατήρηση: «Να πεις σ' αυτόν τον κύριο που έγραψε έτσι πώς δεν είμαι κάνα παιδάκι». Μου έκανε εντύπωση η ψυχραιμία του Μίκη απέναντι σε μία άσχημη κριτική, ακόμη και μία αίσθηση ταπεινότητας που έβγαλε δίχως ίχνος κακίας αναφορικά με το μέγεθος του. Θυμάμαι κι ένα άλλο αστείο: Εκείνο τον καιρό ήταν πρόσφατη η έκδοση ενός δίσκου με τραγούδια του Μίκη, τα οποία είχε ερμηνεύσει μία διάσημη ποπ Ελληνίδα τραγουδίστρια του εξωτερικού. Πιθανώς αυτό το CD θά'χε «θάψει» ο Ζήλος, όπως το είχε «θάψει» και ο συχωρεμένος Γιώργος Παπαδάκης στην «Ελευθεροτυπία». Γυρνάει λοιπόν ο Μίκης και ρωτάει τον Νιόνιο: «Σού'χει πει εσένα, Διονύση, τραγούδια σου η τάδε;», εννοώντας την ποπ τραγουδίστρια του δικού του δίσκου. «Όχι, Μίκη μου, και ούτε θά'θελα να σου πω την αλήθεια» απαντάει ο Σαββόπουλος και σκάσαμε στα γέλια. 

Αυτά θυμάμαι από ένα μεσημέρι ανοιξιάτικο του 2004 στο σπίτι του Μίκη Θεοδωράκη, όταν τον φωτογραφήσαμε μαζί με τον Διονύση Σαββόπουλο για το «Δίφωνο». Κρατάω τις συγκεκριμένες όμορφες μνήμες μαζί με μερικές φωτογραφίες που τράβηξα εγώ με τη μηχανούλα μου και τύπωσα από το φιλμ. Ειδικά αυτή τη φωτογραφία του Μίκη που ξεκουράζεται τη λατρεύω! 

Πέμπτη 15 Μαΐου 2025

Klavdia: «Μπορείς να με δεις σαν μία σόουλ – τζαζ τραγουδίστρια σήμερα και αύριο σαν μία λαϊκή με πολύ μεγάλη ευκολία»

 

Έχει το πιο ασυνήθιστο όνομα (Κλαυδία) και το πιο κοινότοπο επίθετο (Παπαδοπούλου). Είναι ένα νέο κορίτσι, μόλις 22 ετών, που ξεχώρισε μέσα από το «The Voice» και αμέσως μετά βρέθηκε στο Άλσος, δίπλα στον Διονύση Σαββόπουλο, να ερμηνεύει αγγλόφωνα τραγούδια της γενιάς του Γούντστοκ. Η Κλαυδία ή Klavdia, όπως αναγράφεται στα λατινικά, φοράει πάντα τα χαρακτηριστικά γυαλιά της και αυτόν τον καιρό ανοίγει το πρόγραμμα στο Votanikos Live Stage, παρουσιάζοντας τα τραγούδια από το πρώτο της ep άλμπουμ. Είχε την τύχη, βέβαια, να την «αναλάβουν» το δημιουργικό team των Arcade Music και της Panik Records με τα τραγούδια της να κάνουν θραύση απ’ τα social media και κυρίως απ’ όλες τις ψηφιακές πλατφόρμες διανομής της μουσικής. Τη συναντήσαμε ένα βράδυ στο καμαρίνι της, λίγο προτού βγει να τραγουδήσει, και οδηγηθήκαμε σε μία χειμαρρώδη συνέντευξη, πολύ ενδιαφέρουσα θα έλεγα για τη νέα τάση στο τραγούδι, η οποία βασίζεται στις κατ’ εξοχήν λαϊκότροπες μελωδίες και στην πιο μοντέρνα ηχητική παραγωγή.  Μία συνέντευξη επίσης ενδιαφέρουσα με μία νεαρή καλλιτέχνιδα που γνωρίζει πολύ καλά το είδος της μουσικής που υπηρετεί και εκφράζει όλα τα όνειρα και τις επιθυμίες της.

Σας συναντώ στο καμαρίνι σας λίγο πριν βγείτε να τραγουδήσετε. Εδώ και πόσο καιρό είστε στο σχήμα αυτό;

Ξεκινήσαμε 27 Οκτωβρίου του 2023 και θα πάμε όσο έχει επισκεψιμότητα το μαγαζί. Μέχρι στιγμής πάμε πάρα πολύ καλά. Η Δέσποινα Βανδή, ο Γιώργος Σαμπάνης και μαζί τους οι Kings κρατάνε στην ουσία το πρόγραμμα.

Βλέπω εδώ θρησκευτικές εικόνες. Είναι δικές σας;

Όχι, είναι της συναδέλφου μου Φαίης Θεοχάρη, που μοιραζόμαστε το καμαρίνι. Πιστεύω κι εγώ, αλλά δεν νιώθω την ανάγκη να φέρω εικόνες στο καμαρίνι μου ή να πηγαίνω κάθε Κυριακή στην εκκλησία. Πιστεύω με το δικό μου τρόπο, προσεύχομαι όποτε είναι να προσευχηθώ και επικαλούμαι τα θεία, αλλά μέχρι εκεί, δηλαδή σε φυσιολογικά πλαίσια. Δεν είμαι φανατική.

Πιστεύετε πως βρίσκεστε στον φυσικό σας χώρο, ένα νυχτερινό μαγαζί;

Στην αρχή ήταν λίγο ξένο για μένα γιατί ό,τι είχα κάνει επαγγελματικά ήτανε συναυλίες με τον Good job Nicky. Και με τον Διονύση Σαββόπουλο από συναυλίες ξεκινήσαμε και καταλήξαμε σε μαγαζί, αλλά όχι τέτοιου είδους. Δουλεύαμε στο Άλσος, όπου εκεί ήταν και λίγο θέατρο. Μιλάμε για το 2019 που ήμουν 17 ετών και πήγαινα ακόμη στην τρίτη λυκείου. Μόνο Σάββατα δουλεύαμε. Πάντως, εδώ τώρα, ενώ σας είπα ότι ήταν κάπως παράξενο για μένα, άρχισα να το συνηθίζω, να το απολαμβάνω και να μην πολυσκέφτομαι αν είναι ο χώρος που θέλω, σε φάση «μήπως δεν μου ταιριάζει η νύχτα, μήπως μου πάνε καλύτερα οι συναυλίες;» Έτσι, είπα ότι εμένα μου αρέσει να τραγουδάω και αυτό θα έρχομαι να κάνω και νομίζω ότι πια νιώθω πιο εξοικειωμένη.

Σας έκανα αυτή την ερώτηση διότι δεν είναι συνηθισμένο για ένα κορίτσι 22 ετών να δουλεύει στη νύχτα, είτε είναι τραγουδίστρια, είτε είναι σερβιτόρα. Είστε ουσιαστικά παιδί ακόμα.

Είναι η πρώτη μου φορά σε μεγάλο νυχτερινό μαγαζί. Επειδή το επάγγελμα που κάνω δεν έχει καμία σχέση με ό,τι κάνουν οι φίλες μου, τα κορίτσια που είναι στη ζωή μου, και γενικά δεν το συναντάς εύκολα, νιώθω λίγο σαν τη μύγα μες το γάλα. Δεν είναι απαραίτητα κακό αυτό, απλά είναι ξεχωριστό να σου απαντάει μια κοπέλα «τραγουδάω επαγγελματικά» όταν τη ρωτάς τι κάνεις στη ζωή σου.

Παρότι είστε πολύ νέα, η έκθεση στη νύχτα δεν είναι και μια φθορά για τη φωνή σας;

Όλοι οι τραγουδιστές είναι αναγκαίο και βασικό να γνωρίζουν το πως θα μιλάνε σωστά και το πως θα τραγουδούν σωστά. Το πώς επίσης θα τοποθετούν τη φωνή τους για να μην την τραυματίσουν μελλοντικά, ειδικά όταν οι απαιτήσεις μεγαλώσουν και το πρόγραμμα ανοίξει με επιπλέον μέρες. Δεν θα μπορείς να τραγουδήσεις, πολύ απλά, θα κάψεις τη φωνή σου. Πάρτε παράδειγμα τη Σελίν Ντιόν. Όπως και την Άννα Βίσση! Οι γυναίκες αυτές έχουν διανύσει τόσα χρόνια καριέρας και φθοράς, αλλά ακόμη είναι κρυστάλλινες οι φωνές τους, είναι υγιείς και συνεχίζουν ακόμη και κάνουν αυτό που αγαπάνε.

Η Σελίν Ντιόν δεν αρρώστησε, αν τα λέω σωστά;

Ναι, αλλά έχει ένα μυικό πρόβλημα υγείας, σοβαρό μεν, που δεν έχει όμως να κάνει με τη φωνή της. Προς το παρόν δεν μπορεί να τραγουδήσει, απ’ όσο ξέρω, αλλά δεν οφείλεται στις φωνητικές χορδές της.

Το «Κλαυδία» είναι το αληθινό σας όνομα;

Σωστά, είναι το βαφτιστικό μου.

Από που κρατάει τ’ όνομα αυτό;

Έχω τη γιαγιάκα μου την Κλαυδία, που την αγαπώ πολύ, ζει και βασιλεύει και κάνει και σχοινάκι, αν θέλετε να ξέρετε. Είναι στα 78 τώρα, η μαμά της μαμάς μου. Είμαι πολύ τυχερή που πήρα τ’ όνομα της γιατί δεν ήθελε να μου το δώσει.

Είστε η πρώτη που γνωρίζω μ’ αυτό το όνομα, πάντως.

Είναι πάρα πολύ σπάνιο και δεν της αρέσει για κάποιο λόγο της γιαγιάς μου. Της λέω «Κάνεις τελείως λάθος, εντυπωσιάζονται όλοι με το που το ακούν». Με βοηθάει και καλλιτεχνικά, πιστεύω.

Ισχύει. Και με ένα τόσο κοινότοπο επίθετο: Κλαυδία Παπαδοπούλου!

(γέλια) Σκεφτείτε ότι την αδερφή μου τη λένε Μαρία Παπαδοπούλου, το πιο κοινότοπο όνομα και επίθετο. Την ψάχνω στο facebook και πρέπει να σκρολάρω ένα δεκάλεπτο για να τη βρω.

Η γιαγιά σας έχει έρθει να δει το πρόγραμμα;

Όχι, η γιαγιά δυστυχώς κοιμάται νωρίς, γιατί ξυπνάει στις τέσσερις τα χαράματα να κάνει την προσευχή της. Είναι αλλουνού παπά Ευαγγέλιο. Η αδερφή μου η Μαρία είναι στα 26, με περνάει πέντε χρόνια δηλαδή. Κι αυτή τραγουδάει, είναι πάρα πολύ καλή κιόλας, απλά δεν της βγήκε και δεν το επεδίωξε επαγγελματικά. Έχει στραφεί στην οικογένεια, έχει ένα παιδάκι και με έκανε θεία και μένα. Περνάει υπέροχα, γιατί είναι κάτι που πάντα το ήθελε.

Οι γονείς σας είναι φιλότεχνοι άνθρωποι;

Τα επαγγέλματα τους δεν έχουν καμία σχέση με την τέχνη της μουσικής. Η μαμά ακολουθεί την τέχνη της κομμωτικής, ο μπαμπάς είναι οδηγός, αλλά όλοι από την πλευρά της μαμάς είναι με κάποιο τρόπο καλλιτέχνες: Η γιαγιά, ας πούμε, είναι πολύ καλή ηθοποιός. Ήθελε να το κάνει επαγγελματικά, αλλά τότε ήταν άλλες οι εποχές. Η μαμά έχει καλή φωνή, της αρέσει να χορεύει, ενώ έχω κι ένα θείο εξαιρετικά καλλίφωνο. Το έχουν όλοι τους, απλά δεν το καλλιέργησαν.

Σε ποια ηλικία νιώσατε έλξη για τον χώρο του θεάματος;

Το ήξερα απ’ όταν μπόρεσα να μιλήσω και να αρθρώσω λέξη. Η μαμά μου τραγούδαγε κι εγώ αποστήθιζα ότι άκουγα.

Ελληνικά τραγούδια…

Ρωσικά για αρχή!

Τους «Γερανούς», τέτοια τραγούδια;

Ρωσικά προπολεμικά τραγούδια, δεν ξέρω γιατί…

Αριστερή οικογένεια;

Όχι, δεν είμαστε πολιτικοποιημένοι.

Μήπως αποφεύγετε την ερώτηση;

Όχι, προφανώς ψηφίζουμε όλοι, γιατί είναι καθήκον μας, αλλά δεν υπάρχει αυτό το «Εγώ είμαι ΝΔ, εγώ είμαι ΚΚΕ, εγώ είμαι ΣΥΡΙΖΑ». Κανείς δεν ασχολείται ενεργά με τα πολιτικά και δεν γίνονται πολιτικές συζητήσεις στο σπίτι.

Ε, πείτε μου τότε πως προέκυψαν τα ρωσικά τραγούδια.

Εγώ είμαι ποντιακής καταγωγής. Με τον ξεριζωμό οι παππούδες μου έφυγαν για τη Σοβιετική Ένωση. Η γενιά της γιαγιάς και της μαμάς μου γεννήθηκαν εκεί. Η μαμά μέχρι μια ηλικία, ως τα 12 της, έζησε και πήγε εκεί σχολείο. Μιλούσαν ρωσικά και ποντιακά στο σπίτι. Το ’91 που ήρθαν στην Ελλάδα μιλούσαν τα ρωσικά, τα ποντιακά και τα ελληνικά. Έτσι, ξέρουμε λίγο απ’ όλα κι εμείς.

Καλό δεν ειν’ αυτό; Δεν αποκτήσατε μια ευρυμάθεια;

Σωστό, όχι μόνο στις γλώσσες, αλλά γενικά με βοήθησε αυτό στο σχολείο. Τα δίγλωσσα παιδιά είναι αποδεδειγμένα περισσότερο αποδοτικά στο σχολείο, βάσει ερευνών. Ακόμη και τώρα καταλαβαίνω πράγματα πάρα πολύ εύκολα, λόγω των ρωσικών.

Θα μπορούσατε να τραγουδήσετε στα ρωσικά;

Ναι, βέβαια, μπορώ. Διαβάζω επίσης ρωσικά.

Πολλές τραγουδίστριες έκαναν καριέρα τη δεκαετία του 1960 με ξενόγλωσσο ρεπερτόριο. Η Κατερίνα Βαλέντε, αν τη γνωρίζετε.

Την έχω ακουστά. Κι εγώ έχω δύο cover στα αραβικά χωρίς να ξέρω αραβικά. Είμαι πάρα πολύ καλή στο να μιμούμαι τις προφορές ξένων γλωσσών. Έχω κι ένα cover στα σέρβικα, που θέλω να ανεβάσω τώρα. Επειδή τα σέρβικα είναι μια σλάβικη γλώσσα, με βοήθησαν πολύ τα ρωσικά. Τραγουδώ ακόμη στα αγγλικά. Πάντως, για τα ρωσικά, ενώ δεν μπορώ να κάνω κουβέντα σε βάθος, καταλαβαίνω τι λένε αν ακούσω κάποιους να τα μιλάνε.

Αν σας ζητούσα να μου δώσετε ένα χαρακτηρισμό της φωνής σας, ποιος θα ήταν αυτός;

Θα σου έλεγα ότι είναι flexible, πώς το λένε στα ελληνικά…Ευέλικτη! Μπορεί να με δεις σαν μία σόουλ – τζαζ τραγουδίστρια σήμερα και αύριο σαν μία λαϊκή με πολύ μεγάλη ευκολία.

Εδώ τραγουδάτε λαϊκό τραγούδι;

Δεν είναι το βαρύ παλιό λαϊκό, αλλά το λαϊκό της εποχής, το πιο ελαφρολαϊκό δηλαδή. Το πιο μοντέρνο.

Όπως;

Όπως… (σκέφτεται)

Οικονομόπουλος, λόγου χάριν, Αργυρός, Βέρτης;

Όχι, μιλάω π.χ. για το δικό μου τραγούδι, τα «Χαράματα», που είναι μοντέρνο από άποψη παραγωγής, αλλά στον πυρήνα του, με τα γυρίσματα που έχει, είναι λαϊκό. Λαϊκή δηλαδή η μελωδία της φωνής, αλλά ο ήχος ποπ, πιο μοντέρνος.

Έχετε άποψη για τις ενορχηστρώσεις των τραγουδιών σας ή το αφήνετε όλο πάνω στους ενορχηστρωτές;

Έχω μια άποψη για το πως θα επεξεργαστεί η φωνή μου και είναι αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο να βγει προς τα έξω. Το πως θα ακουστεί η φωνή μου, μια και δεν ειδικεύομαι στην παραγωγή. Αν ακούσω κάτι, που θα φανταστώ ότι ταιριάζει στη φωνή μου, όπως ένα βιολί εδώ ή κάτι άλλο εκεί, θα το πω.

Εγώ θέλω να μάθω, τι είναι αυτό που σας κάνει, ενώ μπορείτε να επιβληθείτε ακόμη και μ’ ένα α καπέλα τραγούδισμα, να θέλετε να περνάει από επεξεργασία η φωνή σας;

Η αλήθεια είναι ότι κι εγώ θέλω να μου το απαντήσει κάποιος αυτό.

Άρα σας απασχολεί το θέμα.

Ναι, θέλω να πω κι εγώ ότι είμαι της άποψης όσο πιο φυσικά είναι όλα, και οι φωνές, και η παραγωγή, τόσο πιο προσιτό θα είναι το αποτέλεσμα στον κόσμο. Νομίζω πως ο κόσμος πια έχει μια αμηχανία απέναντι στις επεξεργασμένες φωνές και το καταλαβαίνω. Μ’ αυτό τον τρόπο δηλαδή ο καθένας μπορεί να λέγεται τραγουδιστής. Μπορείτε εσείς να μπείτε στο στούντιο, να επεξεργαστούν τη φωνή σας και να βγείτε και ως τραγουδιστής.

Καλά, ναι, ειδικά τώρα με την τεχνητή νοημοσύνη…

Ισχύει. Σε σχέση, πάντως, με άλλες δουλειές που έχω ακούσει, οι δικοί μου ενορχηστρωτές, οι Arcade, που είναι και η εταιρεία μου, επεξεργάζονται πολύ λιγότερο τη δική μου φωνή. Και γιατί μας ταιριάζει αισθητικά και γιατί δεν χρειάζεται ιδιαίτερα να γίνονται αλλαγές και «ρετούς».

Έχετε υπογράψει συμβόλαιο;

Έχω υπογράψει συμβόλαιο με την Arcade Music και την Panik Records, δεν θα σας πω για πόσο όμως, γιατί θα πάει πααάρα πολλά χρόνια (γέλια).

Πως νιώθατε τη μέρα που πηγαίνατε να υπογράψετε συμβόλαιο;

Ήμουν πάρα πολύ χαρούμενη, γιατί ανυπομονούσα να ξεκινήσω κι εγώ την καριέρα μου, τη σταδιοδρομία μου και τη δισκογραφία μου. Ήθελα να γίνω πιο ενεργή στο χώρο σαν καλλιτέχνιδα, γιατί πριν να υπογράψω, ήμουν πιο ενεργή ως μουσικός. Έκανα backing vocals στις δουλειές μου.

Παίζετε κάποιο όργανο;

Παίζω λίγο πιάνο, ίσα – ίσα για να συνοδεύσω τον εαυτό μου και να τραγουδήσω. Αν γύριζα το χρόνο πίσω, θα ήθελα να έχω ακολουθήσει σοβαρά και το πιάνο, να κάνω σοβαρές πιανιστικές σπουδές.

Δεν θα μπορούσατε ενδεχομένως να κάνετε ό,τι κάνετε τώρα.

Όχι, δεν θα το έλεγα. Έχω ένα συμμαθητή που έχει πάρει το πτυχίο του και αυτή τη στιγμή είναι δάσκαλος πιάνου. Ξεκίνησε πολύ μικρός προφανώς, γι’ αυτό και στα 18 του πήρε πτυχίο. Εγώ δεν είχα την οικονομική δυνατότητα, γιατί η αδερφή μου μάθαινε ήδη βιολί και δεν μπορούσαμε να πηγαίνουμε και οι δύο. Πλέον δεν το εξασκεί, παρόλο που έπαιζε βιολί για μία δεκαετία. Το παράτησε γιατί βαριόταν να διαβάσει αρμονία. Πολύ δύσκολο όργανο το βιολί.

Από τον Σαββόπουλο μέχρι το μαγαζί εδώ, ποιες διαφορές υπάρχουν;

Η διαφορά είναι τεράστια κυρίως ρεπερτοριακά. Με τον κύριο Διονύση, τουλάχιστον εκείνη τη χρονιά που συνεργαστήκαμε, είχαμε θέμα «Γούντστοκ», εποχές 1969 – 70. Τραγούδια από εκείνη την περίοδο, αντίστοιχα και απ’ αυτόν γραμμένα οι ελληνικές εκδοχές τους. Τραγουδούσα, ας πούμε, το «Cry baby» της Τζάνις Τζόπλιν. Λέγαμε Τζίμι Χέντριξ και τι άλλο να δεις;

Τα ακούγατε εσείς αυτά τα κομμάτια ή μέσω Σαββόπουλου τα πρωτακούσατε;

Με θυμάμαι 9 – 10 ετών να ακούω μονίμως ξένη μουσική. Πάρα πολύ Μάικλ Τζάκσον, Μπιγιονσέ σαν vocalist, όπως και Τζέσι Τζέι, την οποία εκτιμώ σαν vocalist, αν και η δισκογραφία της δεν μου αρέσει ιδιαίτερα.

Μου μιλάτε για ακούσματα της γενιάς σας.

Μα άκουγα και πολύ Αρίθα Φράνκλιν, Έττα Τζέιμς, είχα αρκετά τέτοια ακούσματα. Μπλουζ και σόουλ! Και η rnb μουσική μ’ άρεσε πάρα πολύ! Έιμι Γουάινχάουζ δεν άκουγα ιδιαίτερα, αν και μερικά κομμάτια της μου αρέσουν αρκετά.

Γιατί πιστεύετε ότι σας επέλεξε ο Σαββόπουλος;

Απ’ ότι κατάλαβα, όταν μου τηλεφώνησε η μάνατζερ του και μου έκλεισε ραντεβού μαζί του, τον ρώτησα κι εγώ ακριβώς το ίδιο. «Έψαχνα νέους καλλιτέχνες» μου απάντησε, που να το’χουν καλά με το αγγλικό, και έπεσα πάνω στο ‘’The Voice’’. Μου φάνηκες πάρα πολύ συμπαθής και ταλαντούχα και γι’ αυτό σε κάλεσα».

Πιστεύετε ότι έπαιξε κι ένα ρόλο η εμφάνιση σας; Αυτά τα γυαλιά που φοράτε είναι και λίγο look seventies. Φαντάζομαι πως η Μαρία Φαραντούρη κάπως έτσι θα έμοιαζε στην ηλικία σας.

Με συγκρίνουν περισσότερο με τη Νάνα Μούσχουρη, όχι τόσο με τη Φαραντούρη, Το ακούω από το «The Voice» αυτό το «Νάνα Μούσχουρη»! Σίγουρα παίζει ρόλο το γυαλί και μ’ έχει βοηθήσει σαν περσόνα και σαν προσωπικότητα.

Θα μπορούσατε να φοράτε φακούς επαφής, αλλά έχετε καθιερώσει ήδη τα γυαλιά.

Ναι, και γιατί τα φοράω συνειδητά, και γιατί δεν βλέπω αλλιώς. Κυρίως, όμως, θεωρώ ότι μου ταιριάζουν πολύ τα γυαλιά έναντι των φακών, βρίσκω ότι είναι κάτι πολύ χαρακτηριστικό και πάρα πολλοί με θυμούνται απ’ αυτά.

Θα τα βγάλετε κάποια στιγμή ή θα τα αφήσετε μια ζωή όπως η Μούσχουρη;

Για τώρα δεν έχω σκοπό να τα βγάλω, μου αρέσουν πολύ και σαν αξεσουάρ. Όχι μόνο δηλαδή επειδή είναι χαρακτηριστικό μου. Δεν ξέρεις ποτέ, μπορεί να αλλάξω γνώμη κάποια στιγμή. Σκελετούς αλλάζω συχνά.

Τι ήταν για σας ο κόσμος του «The Voice»;

Η πόρτα, το πέρασμα, από το τραγουδάω για χόμπι στο τραγουδάω επαγγελματικά πια. Με βοήθησε να μπω στο χώρο και ήταν μια φανταστική εμπειρία από πολλές απόψεις. Έκανα φιλίες, γνώρισα αξιόλογους ανθρώπους, ταλαντούχους, γνώρισα την Έλενα Παπαρίζου, που ήταν η coach μου στην ομάδα.

Έχετε ακόμα επαφές;

Έχουμε και είμαι πολύ τυχερή και χαρούμενη γι’ αυτό. Θα πούμε τα χρόνια μας πολλά, θα ρωτήσουμε τι κάνει και πως είναι η μία την άλλη κλπ.

Το ίδιο και με τον Σαββόπουλο;

Δυστυχώς με τον κύριο Διονύση χάσαμε τις επαφές μετά τον covid. Έχω πάντα την έγνοια του και θα ήθελα πάρα πολύ να τον δω και να ξαναμιλήσουμε. Η αλήθεια είναι πως και οι δικοί μου, ενώ τον γνώριζαν, δεν είχαν τεράστια επαφή με τη μουσική του. Γνώριζαν βέβαια ότι είναι ένα ιστορικό πρόσωπο και ένα βαρύ όνομα, που τραγουδούσαμε τα τραγούδια του στις σχολικές εορτές. Ήταν πολύ χαρούμενοι, γιατί η πρώτη μου επαγγελματική δουλειά θα ήταν σ’ ένα ασφαλές περιβάλλον για κάθε δεκαεφτάχρονο παιδί. Εδώ, ας πούμε, είναι η κλασική νύχτα, ένα εξίσου ασφαλές περιβάλλον, αλλά εκεί τραγουδούσαμε από τις 9 έως τις 12 σ’ ένα αμιγώς καλλιτεχνικό πρόγραμμα. Δεν χρειαζόταν να φορέσουμε το σορτσάκι μας για να φανεί το ποδαράκι μας, πράγματα που συμβαίνουν σ’ όλα τα νυχτερινά μαγαζιά.

Αυτό που μόλις είπατε και που μου άρεσε, ενέχει τον κίνδυνο να βαρεθείτε κάποια στιγμή να φαίνεται το ποδαράκι σας.

Δεν εννοώ ότι είναι κάτι κακό το κοντό σορτσάκι. Ακόμη και άνθρωποι δικοί μου, που δεν είναι αυτής της αισθητικής, κατανοούν πως αν θες ν’ ασχοληθείς με το χώρο, πρέπει να’σαι flexible να φορέσεις και φόρεμα και σορτσάκι και παντελόνι και οτιδήποτε χρειαστεί.

Κι αυτό ποιος το καθορίζει; Ο ενδυματολόγος των παραστάσεων, ο σκηνοθέτης αν υπάρχει;

Το καθορίζουν σίγουρα το ρεπερτόριο και οι περιστάσεις.

Παράδειγμα;

Κανείς εμένα δεν μου είπε να βάλω σορτσάκι, αλλά ξέρω πως είναι πιο προσιτό για τον κόσμο, το να έχεις μία εικόνα σέξι, σε ευπρεπή όμως πλαίσια. Καλώς ή κακώς και θα το πω χύμα, τα μπουζούκια δεν είναι μόνο για να απολαύσω μουσική. Είναι και για να θαυμάσω την καλλιτέχνιδα, να της πετάξω και το λουλούδι της, ν’ ανοίξω και κάνα μπουκάλι παραπάνω.

Γνωστά πράγματα ειν’ αυτά από καταβολής νυχτερινής διασκέδασης.

Αυτό ακριβώς, δεν συμβαίνει μόνο τώρα, αλλά ανέκαθεν.

Τα τραγούδια σας κυκλοφορούν μόνο σε ψηφιακές πλατφόρμες. Θα θέλατε να ήσασταν στην εποχή που βγαίνανε…

Τα CD!

Όχι τα CD, αλλά τα βινύλια. Ο κόσμος, ξέρετε, επιστρέφει στο βινύλιο.

Θα ήθελα να ανήκω σε εκείνη την εποχή απ’ την άποψη του ότι όλα ήταν πιο απλά και πιο ρομαντικά. Όχι μόνο στη μουσική βιομηχανία, αλλά γενικότερα. Ο άλλος δεν θα σου πρότεινε να βγείτε μέσω Instagram, αλλά θα σε έψαχνε και θα σ’ έβρισκε από κοντά μ’ έναν τρόπο. Γινόταν ένα νταλαβέρι και σήμερα βρίσκω λίγο αντιαισθητικό να μη σε προσεγγίζει ο άλλος επειδή υπάρχουν τα social media. Αντίστοιχα και τη μουσική έβρισκες πιο δύσκολα και την εκτιμούσες περισσότερο.

Αλήθεια ειν’ αυτό.

Υπάρχει υπερπληροφόρηση και ο κόσμος έχει αποκτήσει ΔΕΠΥ και δε μπορεί να προσηλωθεί. Γι’ αυτό και τα κομμάτια είναι το πολύ δύο – τρία λεπτά, επειδή ο άλλος δεν μπορεί να κάτσει ν’ ακούσει κάτι μεγαλύτερο σε διάρκεια, ειδικά αν δεν του κινήσει το ενδιαφέρον. Όλα πια κινούνται πολύ πιο γρήγορα και πολύ πιο μαζικά και δεν το εκτιμάνε κατά βάθος αυτό. Άλλη ευχαρίστηση υπήρχε, όταν περίμεναν όλοι να βγει κάποιο βινύλιο ή το CD, να το κάνουν χρυσό ή πλατινένιο το άλμπουμ και να εκτιμήσουν κάτι που δυσκολεύτηκαν για να το βρουν.

Το αγγλόφωνο κομμάτι σας, το «Lonely Heart», έσκισε σ’ όλες τις ψηφιακές πλατφόρμες. Ποια ήταν η επιθυμία που σας ώθησε να το βγάλετε και στα ελληνικά;

Το γεγονός ότι θέλω να προσεγγίσω και τον κόσμο που δεν καταλαβαίνει αγγλικά, είτε γιατί δεν του αρέσουν, είτε γιατί δεν μπόρεσε να τα μάθει. Καλό το αγγλικό αλλά κακά τα ψέματα ο Έλληνας για να νιώσει το κομμάτι και να ταυτιστεί μ’ αυτό, του μιλάει καλύτερα η μητρική του γλώσσα. Είναι αλλιώς να πω στον σύντροφο μου «Σ’ αγαπώ» και αλλιώς «I love you». Άλλη βαρύτητα και σημασία αποκτά στη δική σου γλώσσα.

Ζείτε μόνη ή με τους δικούς σας;

Ζω με το αγόρι μου.

Μπράβο. Καλλιτέχνης κι αυτός;

Όχι. Βασικά είναι κι αυτός καλλιτέχνης, τραγουδάει, παίζει πιάνο, αυτοδίδακτος, αλλά το επάγγελμα του δυστυχώς δεν έχει να κάνει μ’ αυτό.

Σας ευχαριστεί το ισόποσο μοίρασμα μεταξύ επαγγελματικής και προσωπικής ζωής;

Υπάρχει μια ισορροπία, η αλήθεια είναι, επειδή ακριβώς δεν κάνουμε την ίδια δουλειά. Αν έλειπα κι εγώ, έλειπε κι αυτός και δεν συναντιόμασταν, θα μου έλειπε η σχέση και δεν ξέρω πως θα ήταν τα πράγματα. Το ότι αυτός έχει μια δουλειά Δευτέρα με Παρασκευή, 9 με 5, και σαν χόμπι κάνει τη μουσική του, είτε μόνος, είτε και μαζί, είναι πραγματικά ευλογημένη συγκυρία.

Πως βγήκατε μπροστά αμέσως μετά το «The Voice» και το Άλσος με τον Σαββόπουλο; Με το επιτυχημένο αγγλόφωνο κομμάτι που αναφέραμε;

Αμέσως μετά το Άλσος έκανα μια συνεργασία με τον Good job Nicky, που διήρκεσε ένα χρόνο. Του έκανα backing vocals στις συναυλίες του και μετά ήρθαν το συμβόλαιο με τις εταιρείες και το «Lonely Heart».

Μόλις όμως κυκλοφόρησε και το πρώτο σας extended play. Πόσα κομμάτια περιέχει;

Το «Χαράματα», το «Βασανίζομαι», το «Αλλού» και το «Μαγεμένο», ελληνικά κομμάτια σ’ όλες τις streaming πλατφόρμες. Είναι συνθέσεις της ομάδες Arcade Music, που αποτελείται από συνθέτες, στιχουργούς και παραγωγούς.

Μάλιστα. Μια ομάδα δηλαδή σαν τους Stock Aitken Waterman που μεγαλούργησαν στη βρετανική ποπ σκηνή των 80s – 90s, «φτιάχνοντας» πολλά megastar.

Ακριβώς, μόνο που οι Arcade Music έγιναν και δισκογραφικό label που συνεργάζονται με την Panik αυτή τη στιγμή. Τους θεωρώ dream team!

Λογικό, αφού κάνετε επιτυχίες μαζί.

Και όχι μόνο μαζί, αλλά έχουν δώσει κομμάτια και σ’ άλλους καλλιτέχνες που κάνουν φανταστικά νούμερα. Στην Παπαρίζου, στον Ρουβά, στον Μάστορα, φοβερές επιτυχίες σε μουσική και στίχους των παιδιών.

Θα σκεφτόσασταν να κάνατε ένα δίσκο, π.χ., με τον Θέμη Καραμουρατίδη που γράφει τα τραγούδια της Νατάσσας Μποφίλιου;

Τη Μποφίλιου τη θαυμάζω σαν καλλιτέχνιδα και σαν γυναίκα, αλλά η έντεχνη σκηνή δεν είναι ιδιαίτερα μέσα στα ακούσματα μου. Ξέρω όμως ένα τραγούδι της Ματούλας Ζαμάνη που το’χω τραγουδήσει. Εκτιμώ τη σκηνή του έντεχνου και τους καλλιτέχνες της, αλλά εγώ δεν μπορώ να ταυτιστώ ιδιαίτερα.

Τι έχει το έντεχνο; Σας κουράζει; Είναι πομπώδεις οι στίχοι του;

Είναι πολύ ποιητικό για μένα και ψιλογκριτζάρω, να πω την αλήθεια (γέλια). Δεν είναι απλά εγκεφαλικός ο στίχος του έντεχνου, αλλά το όλο ύφος του, υπερβολικά ποιητικό και αφηγηματικό.

Χαίρομαι, γιατί παρά το νεαρό της ηλικίας σας, έχετε άποψη γι’ αυτά που ακούτε γύρω σας και γι’ αυτά που τραγουδάτε. Ποιους καλλιτέχνες θεωρείτε συγγενείς σας αισθητικά;

Ρεπερτοριακά θα έλεγα πολλούς, αλλά είναι καινούργια η τάση της μουσικής που κάνουμε τώρα. Λαϊκά στοιχεία στη μελωδία και πολύ μοντέρνα στοιχεία στην παραγωγή από πίσω. Δεν υπάρχουν καλλιτέχνες παλιότερης γενιάς, με τους οποίους θα έλεγα ότι κάνουμε κάτι παρεμφερές. Ούτε με της Παπαρίζου τα τραγούδια ταιριάζουν τα δικά μου. Η Παπαρίζου έχει μια πάρα πολύ πιο ποπ προσέγγιση και μελωδικά και ενορχηστρωτικά.

Παρόλο το νεαρό της ηλικίας σας, που σας προανάφερα, έχετε εισπράξει ανταγωνισμό;

Όχι, δεν τον έχω νιώσει…

Σας αντιμετωπίζουν κάπως σαν το μικρό μας το παιδί;

Όχι γι’ αυτό, αλλά επειδή γενικά είμαι πάρα πολύ cool τύπος και δεν το βλέπω σαν διαγωνισμό αυτό που κάνουμε. Δεν βγάζω τραγούδια για να ξεπεράσω την άλλη σε νούμερα και σε κλικ. Ο χώρος είναι πολύ μικρός και δεν καταλαβαίνουν οι άνθρωποι. Όταν ήμουν έξω απ’ το χώρο και απ’ το χορό, έλεγα «Πω, πω, Παναγία μου, είναι αυτός κι ο ένας κι η άλλη», αλλά διαπίστωσα σύντομα πως όλοι είμαστε μία οικογένεια. Όλοι συνεργάζονται με όλους και γνωρίζονται μεταξύ τους. Επειδή λοιπόν κάνουμε από κοινού κάτι δημιουργικό, δε βλέπω το λόγο εγώ προσωπικά να ανταγωνιστώ κάποιον ή κάποια απ’ το χώρο. Το βλέπω συναγωνιστικά, όχι ανταγωνιστικά. Εδώ κάνουμε κι ωραίο καμαρίνι με τα κορίτσια, κάνουμε και λάιβ στο Tik Tok.

Ναι, το έχετε αξιοποιήσει πετυχημένα το Tik Tok.

Δεν γίνεται στις μέρες μας να μη χρησιμοποιείς το Tik Tok, όχι μόνο αν είσαι καλλιτέχνης, αλλά και σε οτιδήποτε κάνεις. Είτε είσαι μάγειρας, είτε είσαι YouTuber. Το Tik Tok σου δίνει μια μεγάλη ευκαιρία να σε ανακαλύψει ο κόσμος. Θεωρώ ότι δεν γίνεται διαφορετικά στη γενιά μας, επειδή ακριβώς υπάρχει η υπερπληροφόρηση που λέγαμε. Θα χαθείς αν δεν είσαι μ’ ένα τρόπο στα social media.

Μα δεν σας είχε βρει στο Tik Tok μέχρι και η Κριστίνα Αγκιλέρα;

Ναι, βέβαια, μου έχει πατήσει λάικ. Αυτές είναι οι ευκαιρίες που σου παρουσιάζονται.

Διαβάζετε καθόλου;

Βιβλία εννοείτε; Ή αν διαβάζω, αν μελετώ γενικά; Είμαι περισσότερο οπτικοακουστικός τύπος. Θα δω ταινίες, μου αρέσουν πάρα πολύ τα ντοκιμαντέρ και έτσι εμπλουτίζω τις γνώσεις μου. Από παλιά ήμουν έτσι, μελετούσα ό,τι έπρεπε να μελετήσω για το σχολείο, αλλά πάντα προτιμούσα τα βιβλία με εικόνες.

Τη χαίρεστε τη ζωή σας;

Πάρα πολύ! Τη χαίρομαι και την απολαμβάνω. Έχουν έρθει όλα πολύ ωραία και ομαλά, δεν έχει γίνει κάτι ξαφνικό ή απρόβλεπτο. Πραγματοποιήθηκαν όλα όσα ονειρευόμουν να μου συμβούν.

Είστε 22 ετών.

Τον Άυγουστο θα κλείσω τα 22, άρα είμαι 21, μη με μεγαλώνετε (γέλια).

Ωραία, είστε στα 21. Πως θα είσαστε στα 31 ή στα 41 σας;

Το φαντάζομαι κι εγώ πάρα πολύ αυτό και λέω «Θα έχω καταφέρει να είμαι το όνομα που θα ήθελα να γίνω; Θα έχω καταφέρει να διευρύνω τους ορίζοντες μου και στο εξωτερικό, που το έχω όνειρο; Θα έχω πάει μία Eurovision να την κερδίσω άμα λάχει; Θα πάω στην Αμερική ή σ’ ένα «The Voice» εξωτερικού; Σκέφτομαι καμιά φορά αν θα μπορέσω να κάνω έστω ένα παιδί αφού για την ώρα δεν είναι μέσα στα πλάνα μου. Θα θέλω τότε; Θα μπορέσω; Θα τα καταφέρω; Ελπίζω στα 41 μου να μην έχω απωθημένα.

Με πολιτική δεν ασχολείστε, είπατε. Δεν σας απασχολεί, ωστόσο, ο κόσμος που ζείτε και που πάει από το κακό στο χειρότερο;

Με απασχολεί πάρα πολύ. Παρατηρώ ότι με τον καιρό ο κόσμος είναι πολύ πιο δυστυχισμένος. Το βλέπω ακόμη και στο δρόμο. Πολλά νεύρα μέχρι και στην οδήγηση.

Οδηγείτε;

Ναι. Εκεί παρατηρώ πως οι άνθρωποι δεν είναι πολύ καλά και το κατανοώ. Ίσως γιατί όλοι κάνουν μηχανικά μια δουλειά και όχι αυτό που αγαπάνε και που ονειρεύονταν. Όπως εγώ, π.χ., που ονειρευόμουν να γίνω τραγουδίστρια και το κάνω. Υπάρχει κι η ακρίβεια, η φτώχεια που οδηγεί σε μια εθνική κατάθλιψη. Υπάρχει όμως και μία απάθεια εκεί που τα παλιά χρόνια θα’χε ξεσηκωθεί ο λαός. Διαβάζουμε στην ιστορία για συνεχόμενες επαναστάσεις του ελληνικού λαού, αλλά τώρα πια σε πράγματα που συμβαίνουν και που θα «σήκωναν» μια επανάσταση, βλέπεις απάθεια και να κοιτάει ο καθένας τον εαυτό του και το πώς θα τη βγάλει.

Θα σας ενδιέφερε μέσα από το τραγούδι σας να κινήσετε έστω την επαναστατική χαμένη διάθεση των ανθρώπων;

Τι ωραία ερώτηση! Θα με ενδιέφερε σίγουρα κάποια στιγμή να μη μιλάνε τα τραγούδια μου μόνο για έρωτες και για αγάπες, όπως όλα τα λαϊκοπόπ τραγούδια, αλλά να περνάνε και κοινωνικά μηνύματα.

Πως θα γίνει αυτό; Θα γίνετε…έντεχνη κι εσείς.

Μα αυτό αναρωτιέμαι, αλλά δεν χρειάζεται να’ναι κάτι τόσο ποιητικοφανές και πομπώδες. Θα ήθελα με τη δική μου μελωδία, μ’ αυτό που ταυτίζομαι, να βγάλω κι εγώ ένα κοινωνικό τραγούδι.

Μπορείτε να το κάνετε λίγο αργότερα.

Σαφώς, γιατί όχι;

Για το τέλος, θα σας αναφέρω μερικά ονόματα και θέλω να τα σχολιάσετε. Μάνος Χατζιδάκις.

Τον εκτιμώ, αλλά δεν θα κάτσω να ακούσω τα τραγούδια του στην καθημερινότητα μου. Απ’ το σχολείο ακόμη τον θεωρώ θεμέλιο στο ελληνικό τραγούδι.

Μίκης Θεοδωράκης.

Επίσης την ίδια ακριβώς άποψη έχω. Είναι ιστορικά πρόσωπα αυτοί.

Αλκίνοος Ιωαννίδης.

Ακουστά τον έχω.

Madonna.

Δεν άκουγα ιδιαίτερα Madonna, αλλά αναγνωρίζω ότι είναι η βασίλισσα της ποπ και τη βαρύτητα που έχει. Περισσότερο προτιμώ vocalists με πολύ ισχυρά skills. Σ’ αυτούς θέλω να μοιάσω και η Madonna δεν ανήκει ανάμεσά τους.

Έχετε αναλογιστεί ποτέ πως μπορεί κάποιοι συνάδελφοί σας να έκαναν καριέρες μεγάλες χωρίς να είναι vocalists, δηλαδή χωρίς να είναι ιδιαίτερα καλλίφωνοι;

Υπάρχουν πολλοί τέτοιοι καλλιτέχνες, αλλά και η προσωπικότητα παίζει μεγάλο ρόλο, αν είσαι καλή show – woman και καλός show – man. Μπορεί να μην το’χουν με το τραγούδι, αλλά βγαίνουν, λάμπουν και λιώνει το κοινό από κάτω. Θα σε διασκεδάσουν.

Τα είπαμε όλα και σας ευχαριστώ.

Εγώ σας ευχαριστώ και, πραγματικά, ήταν πολύ ωραία η συνέντευξη αυτή.

* Σήμερα, Πέμπτη 15 Μαΐου 2025, η Klavdia διαγωνίζεται στον β' ημιτελικό για την Eurovision με το τραγούδι «Αστερομάτα». Καλή επιτυχία, Klavdia, καλή επιτυχία, Ελλάδα. 

** Η συνέντευξη με την Klavdia πραγματοποιήθηκε στο καμαρίνι της, στο Votanikos Live Stage, τον Φεβρουάριο του 2024. Πρώτη δημοσίευση: olafaq.gr 

*** Οι φωτογραφίες είναι της Βάσως Αθανασιάδου και οι δύο, με μένα μαζί, είναι του Γιάννη Αβραμίδη.