Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΛΕΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΛΕΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Λάκης (με τα Ψηλά Ρεβέρ) Παπαδόπουλος: «Ποτέ δεν ήθελα να είμαι πρώτος, μα ούτε και τελευταίος»


Ο Λάκης (με τα Ψηλά Ρεβέρ) Παπα­δόπου­λος ίσως είναι ο πιο ακο­μπλε­ξάρι­στος Ελλη­νας τρα­γου­δο­ποιός, αφού αφε­νός έχουν πει τρα­γούδια του ο Μητσιάς, η Αρλέτα και ο Πάριος, αφε­τέρου ο Παντα­ζής, η Αντζελα και ο Ρου­βάς. Υπάρ­χει στη μου­σική από το 1965, δηλαδή πάνω από εξήντα χρόνια, έχο­ντας το προ­νόμιο να ταυ­τι­στεί με το ροκ εν ρολ κυρίως μέσα από τις προ­σω­πι­κές του δου­λειές. Ανθρω­πος με χιούμορ, «χύμα» φαι­νο­με­νικά, μα κατά βάθος πολύ επαγ­γελ­μα­τίας. Στην ακόλουθη σπάνια συνέντευξή του τοπο­θε­τείται για όλους και για όλα, ενώ εξα­κο­λου­θεί να παρα­μένει παρα­γω­γι­κός και δρα­στήριος. Απόδειξη είναι ότι, εκτός των τρα­γου­διών που γράφει ο ίδιος, πρόσφατα συμ­με­τείχε ως ερμη­νευ­τής στους τελευ­ταίους προ­σω­πι­κούς δίσκους του Γιώρ­γου Καζαν­τζή και του Γιώρ­γου Δημη­τριάδη.

Δεν ζείτε πια στην Αθήνα, αλλά στη Θεσσαλονίκη. Πως προέκυψε αυτή η μετακόμιση σε τόσο ώριμη ηλικία;

Η Αθήνα για μένα είναι ένα γέρικο σκαρί που το έχω ζήσει απ’ όλες τις πλευρές. Ας πάμε σε κάτι ημιδιαλυμένο, είπα, που πάει να γίνει κι αυτό σκαρί, αλλά το προσπαθεί ακόμη. Όλες οι ελπίδες έχουν φορτωθεί στην πρωτεύουσα με τη Θεσσαλονίκη να θεωρείται επίνειο της Αθήνας κι είναι ντροπή.

Και δεν νιώθετε κάπως ξεκομμένος εκεί απ’ τη μουσική τρέχουσα επικαιρότητα;

Η μουσική είναι μέσα στη ζωή μου και σαν ακροατής και όποτε θέλω να γράψω. Αποφάσισα να ζήσω λίγο και για τον Λάκη σαν ζωτική ανάγκη. Συμμετείχα στο δίσκο του Γιώργου Καζαντζή απάνω. Γνωριστήκαμε και είπα γιατί όχι;

Έχει γραφτεί πως ο Λάκης Παπαδόπουλος είναι σημαντικός, αλλά σαν να μην έχει επίγνωση της σημαντικότητας του. Τι λέτε εσείς γι’ αυτό;

Επίγνωση έχω περισσότερο απ’ όσο έχουν όλοι αυτοί που το λένε αυτό. Συνειδητά είμαι έτσι και ξέρω καλά ποιος είμαι. Και τι επίγνωση να έχω; Δύο μέτρα γη είμαστε. Αυτό τον σκατόκοσμο τον γνώρισα και τον ζω ακόμα, πες μου τι ακούς να σου πω ποιος είσαι. Κρατάω μια θέση ερασιτέχνη επαγγελματία, γιατί ποτέ δεν θέλω να είμαι πρώτος, μα ούτε και τελευταίος. Θέλω να υφίσταμαι, όπως το πέτυχα εδώ και πενήντα χρόνια.

Ανέκαθεν το θέλατε αυτό;

Αυτό ήθελα. Έχω πάντα την ψυχοσύνθεση ενός παιδιού 15 χρονών και οφείλω να σου πω ότι πέρασα ωραία στη ζωή μου μέχρι στα 20 μου να φύγω από το απαίσιο Ελληνορώσων με τις κλίκες του. Υπήρχαν παλιόπαιδα που αν είχες ένα ελάττωμα σε έκαναν να νιώθεις άσχημα…Τέλος πάντων, τη χειρότερη περίοδο της ζωής μου περνάω τους τελευταίους έξι μήνες. Έκανα μια φτηνή κρουαζιέρα με τη γυναίκα μου και κόλλησα γρίπη Α. Δεν το πρόσεξα. Έμεινα πέντε μέρες στο Ορλάντο και μου το γύρισε σε πνευμονία. Γυρίζοντας στην Αθήνα πήγα με τις σαγιονάρες σ’ ένα κοντινό νοσοκομείο. Ήταν εννιά η ώρα και κατά τις πέντε με άφησαν να φύγω, λέγοντας μου πως πρέπει να νοσηλευθώ. Έβηχα σαν λύκος, δεν υπήρχε αυτό. Επιπλέον είχα πρόβλημα με τη βαλβίδα στην καρδιά και ήθελα να το φτιάξω. Όλο το άφηνα και το άφηνα, αλλά την έφτιαξα τη βαλβίδα και τελείωσε κι αυτό. Όλα αυτά με καταπόνησαν, αφού μπαινόβγαινα στα νοσοκομεία για ένα δίμηνο. Έτσι μετά το Ελληνορώσων αυτή ήταν η χειρότερη περίοδος της ζωής μου. Να σου πω και κάτι; Δεν με νοιάζει και να σβήσει ο διακόπτης! Έχω περάσει ωραία και δεν έχω βλάψει κανέναν.

Γιατί τόση απογοήτευση;

Δεν υπάρχει απογοήτευση, όχι. Εννοώ πως και να συμβεί κάτι, είναι όλοι καλυμμένοι από μένα. Και ένα ευρώ να αφήσεις στους άλλους πρέπει να ξέρουν να το διαχειριστούν. Το εύχομαι. Ήμουν και εντελώς αμελής με την υγεία μου. Το ελάττωμα – προτέρημα μου είναι ότι ποτέ δεν κάπνιζα, ούτε έπινα. Στα 14 ήμασταν τρεις φίλοι – αυτοί ήταν στα 16. Λέει ο ένας «Πάρε ένα τσιγαράκι», άρχισε ο βήχας. Είχαμε γίνει άντρες, κατάλαβες; «Δεν καπνίζω, είμαι αδερφή» τους κάνω και αυτοί μέσα στη σοβαροφάνεια τους δεν με ρώτησαν τίποτα. Έμειναν εκεί. Με τους ίδιους μετά πηγαίναμε στα μπουρδέλα, όπου με αναγνώριζαν, «Ωωω, γεια σας, κύριε Λάκη» κλπ. (γέλια)

Ήσασταν από καλλιτεχνική οικογένεια;

Ο πατέρας μου ήταν δικηγόρος, δημοσιογράφος και ψάλτης επί πολλά χρόνια σε δύο εκκλησίες στον Λυκαβηττό. Πέθανε στα 89 του και η μάνα μου στα 94 της πριν από δέκα χρόνια.

Καλό κύτταρο, λοιπόν.

Χτύπα ξύλο! Βλέπω κορμιά να πέφτουν που είναι δέκα χρόνια μικρότεροι μου.  Δεν θέλω να ξανασχοληθώ…Γράφω κάτι στο facebook μου και μαθαίνω, ας πούμε, ότι έφυγε ο ένας απ’ τους δύο Seals & Crofts (σ.σ. αναφέρεται στον Ντας Κρόφτς που απεβίωσε στις 25 Μαρτίου 2026). Την περασμένη εβδομάδα πέθανε και ο Τζίνο Πάολι, αυτός ο ασχημούλης που τα είχε με τη Στεφανία Σαντρέλι. Βλέπω ομότεχνους να φεύγουν…

Γράφετε τώρα τραγούδια;

Κάτι γράφω. Η FM Records μέσα σ’ ένα χρόνο κυκλοφόρησε σχεδόν εκατό κομμάτια μου, διασκευές, οργανικά και τραγούδια. Με πας τώρα πίσω, στα 14 μου, όταν εγώ έκανα μπάνιο και κάποιος φίλος των γονιών μου είχε αφήσει πάνω στη βάρκα ένα ξύλινο πράγμα, μία κιθάρα. Το έπιασα και έπαιξα τραγούδι κατευθείαν. Ήταν το κομμάτι «My dog Mozart» που αργότερα το κάναμε δίσκο με τον Γιώργο Καρατζαφέρη.

Εποχής Dragons λέτε.

Ακριβώς, το έγραψα στα 14 και το δισκογράφησα στα 16 μου. Υπόγραψε πάνω ο Καρατζαφέρης γιατί έπρεπε να του κάνουμε μια χάρη κι αυτουνού.

Ήταν καλός ως μάνατζερ ο Καρατζαφέρης;

Ένα γελαστό παιδί ήταν που με θαύμαζε. Αργότερα, που είχαν βγει οι Aphrodite’ s Child, μου έλεγε «Αποστόλη, να πάμε κι εμείς στο Παρίσι», κάτι που εγώ δεν ήθελα ως φλωράκι απ’ τη μάνα μου και τον πατέρα μου. Τους Dragons, πάντως, τους είχε στηρίξει πολύ.

Κάνετε παρέα με τον Καρατζαφέρη, μιλάτε σήμερα;

Όχι, που και που μιλάμε. Του έστειλα κι ένα μήνυμα στο θάνατο του Σπύρου, του αδερφού του. Είναι κι ένα χρόνο μεγαλύτερος μου ο Γιώργος, του 1947. Κάποτε τον πέτυχα στο αεροπλάνο. Πηγαίναμε εκδρομή με το ΚΚΕ στην έδρα του Ευρωκοινοβουλίου στο Στρασβούργο. «Γιώργο, Λάκη», αγκαλιές μες στο αεροπλάνο, τα χάσανε οι άνθρωποι του ΚΚΕ που με έβλεπαν με τον Καρατζαφέρη. Δεν έχω τέτοια θέματα, είμαι Έλληνας πολίτης. Παραδέχομαι για τον εαυτό μου πως έχω το θάρρος της γνώμης μου και δεν ντρέπομαι.

Πολιτικοποιημένος, όμως, δεν υπήρξατε ποτέ.

Ποτέ. Δεν έχω κατέβει ποτέ σε απεργία. Μου έλεγε ένας Κύπριος ταξιτζής, που είχε την περιουσία του, πως δεν έχουν κάνει ούτε μία απεργία στην Κύπρο. Η απεργία είναι ένας τρόπος να χάνονται λεφτά του Έλληνα.

Και πως θα διαμαρτυρηθεί όμως ο Έλληνας;

Ωραία, ανέβα στο πεζοδρόμιο, μην κλείνεις τους δρόμους γι’ αυτούς που θέλουν να δουλέψουν! Λέω εγώ τώρα… Υπάρχει ένας χώρος για τέτοιες εκδηλώσεις. Επί χούντας, θυμάμαι, λόγω κομμουνιστών συγγενών και επειδή είχαμε πάει για καμάκι με κάτι φίλους, μας είδαν οι παρακρατικοί και με φωτογράφησαν, με έστειλαν δεκανέα στα σύνορα. Στο Ρούπελ, όπου έχασα την ακοή μου 50% από τα πυροβόλα, κάτι που διατηρείται δυστυχώς μέχρι σήμερα. Έχω ακόμη ένα τρομερό σύριγμα στα αυτιά μου, που το ακούω από τη χούντα μέχρι σήμερα. Ποτέ δεν πήγα να ζητήσω σύνταξη και τώρα πρώτη φορά σε σένα το λέω. Σήμερα εκτιμώ τους ανθρώπους που αποφεύγουν τον πόλεμο, τους πασιφιστές.

Ήσασταν στη συναυλία των Rolling Stones το 1967;

Και στις δύο ήμουν, και το ’67 και όταν ξανάρθαν στα nineties. Το ’67, πάντως, τραγούδησε σαπόρτ ο Δάκης, που δεν τους ήξερε καθόλου μάλλον τους Stones.

Σε μένα είχε πει ο Δάκης πως έβλεπε σαν «βρωμοχίπηδες» τους Stones.

Είδες; Αυτό ακριβώς. Θυμάμαι κάποιον να μπαίνει με μια τεράστια ανθοδέσμη με κόκκινα γαρίφαλα. Χύμηξαν μερικοί, τον έριξαν κάτω και του την πήραν, ενόσω ο Μικ Τζάγκερ από πάνω είχε αρχίσει ένα τραγούδι. Του το έκοψαν κι αυτός φώναζε «Εεε, εεε»! Τέσσερα τραγούδια είπαν μόνο και μόλις τελείωσαν το set τους έφυγαν. Μετά μάθαμε ότι τα κάνανε όλα λίμπα στο Χίλτον, οι άνθρωποι έβρισκαν καφέδες χυμένους στους τοίχους. Ένας πλούσιος φιλότεχνος από το Κολωνάκι πλήρωσε τα σπασμένα. Δεν ήταν καμιά ιδιαίτερη εμπειρία η συναυλία αυτή. Για μένα ο Μπράιαν Τζόουνς ήταν ο θεϊκός καλλιτέχνης από τους Stones! Μήπως τον έπνιξαν κιόλας; Για θυμήσου τι φλάουτο έπαιζε στο «Ruby Tuesday»! Αυτό άκουσα να παίζουν λάιβ το ΄67 και τον θαύμασα κανονικότατα! Τον εξαφάνισαν, εξαφανίστηκε, δεν ξέρω…Πριν είκοσι χρόνια οι Rolling Stones ανακοίνωσαν ότι βγάζουν καινούργιο υλικό. Ξεκίνησαν περιοδεία στην Αμερική, αλλά στην τρίτη συναυλία αποσύρθηκαν, δεν πήγαινε κόσμος. Μα ο κόσμος ήθελε ν’ ακούσει το «Satisfaction», το «Jumpin’ Jack Flash» κλπ.

Πόσο κράτησαν οι Dragons συνολικά;

Περίπου δύο χρόνια. Είχαν γίνει ανακατατάξεις. Είχε έρθει άλλος ντράμερ κι είχα μείνει εγώ με τον μπασίστα. Τότε άκουγα Who και Kinks και έγραφα τέτοια κομμάτια. Το «The forest of my place» γεννήθηκε όταν άκουσα το «My generation» των Who. Το λογόκρινε η χούντα και του βάλαμε άλλο στίχο. Το τραγουδούσα εγώ μαζί με το «The first gun», το πρώτο μας κομμάτι  σε μουσική του Στράτου Αγγελάκη, ενός ανθρώπου που μετά μπήκε αεροσυνοδός στην Ολυμπιακή και σήμερα είναι καλά. Φιλαράκι από τότε.

Πως βλέπατε εκείνη την περίοδο με τα ελληνικά ποπ – ροκ γκρουπ;

Δεν μου άρεσαν οι ελληνικοί στίχοι τους. Μου άρεσαν οι Juniors, που είχαν άδικο τέλος. Ποτέ δεν ένιωσα συγγενής με κανέναν. Μόνο όταν γύρισα από τα κρουαζιερόπλοια το 1973 και σκεφτόμουν τι θα κάνω, ο αδερφός μου με έφερε σε επαφή με την ποίηση και τους ποιητές, Έλληνες και ξένους.

Το συγκρότημα Dragons με τον έφηβο Λάκη Παπαδόπουλο στις τάξεις τους 
Υπήρξε όμως και η περίοδος σας στους Αγάπανθος.

Οι Αγάπανθος ήταν κάτι άλλο κυρίως μέσω της σχέσης που είχα με τον Θοδωρή Τρύφωνα. Ήταν ένα χίπικο φολκ γκρουπ. Εγώ τον θαύμαζα τον Τρύφωνα, αυτός δεν με θαύμαζε όμως. Είχε και μια φίλη, τη Χαρά Αργυροπούλου, που τραγούδησε στον πρώτο μου δίσκο. Και ο Θοδωρής έπαιξε μπάσο σε κάποια τραγούδια από εκείνον το δίσκο.

Η Αργυροπούλου, πάντως, τραγουδούσε α λα Τζάνις Τζόπλιν.

Ναι, όλο κάτι τέτοια τραγουδούσε. Παίζαμε στην Αιδηψό και μέναμε σ’ ένα υπόγειο. Εκείνη έλεγε συνέχεια ένα τραγούδι της Τζόπλιν, το πήγαινε προς τα κει. Με τον Τρύφωνα κάναμε και μερικά τραγουδάκια μαζί με ξένο στίχο, πάρα πολύ ωραία! Τα δύο αργότερα τα έδωσα στην Αρλέτα με ελληνικό στίχο. Το ένα ήταν το «Τσάι γιασεμιού».

Το 1982 βγαίνει στη Warner ο πρώτος σας σόλο δίσκος.

Εκεί ήταν κι ένα εξαιρετικό παιδί που πέθανε νέος, ο Βάσος Τσιμιδόπουλος, ένας καλλονός. Όταν έδωσα στον Βασίλη Παπακωνσταντίνου τον «Κουρσάρο», το υπερασπίστηκα γιατί δεν το ήθελαν στο δίσκο του. Εκεί, όμως, που δεν το θέλανε, το βάλανε πρώτο στην πρώτη πλευρά. Πρώτα βγήκε ο «Κουρσάρος» και μετά ο πρώτος μου δίσκος. Μετά την επιτυχία, μου είπαν στη Warner «Έχουμε ένα μπάτζετ, φέρε μας ότι θέλεις». Στα μισά τραγούδια, το μπάτζετ τελείωσε, οπότε εκεί βοήθησε πολύ ο Τσιμιδόπουλος, που μετά βρέθηκε εκτός Warner.

Πριν, όμως, δεν είχατε δώσει τραγούδι σας στη Γλυκερία; Καλά τα λέω;

Σωστά, λεγόταν «Στον σταθμό Λαρίσης». Είχα δώσει και στον Λάκη Τζορντανέλι. Πάντα έδινα, προσπαθούσα να μπω στο κύκλωμα κι εγώ. Μην ξεχνάμε και τους Αγώνες Κέρκυρας του Μάνου Χατζιδάκι με το «Και θα χαθώ» που είπε η Ισιδώρα Σιδέρη σε στίχους Κυριάκου Ντούμου. Είχαμε πάει οικογενειακώς στην Κέρκυρα, με τη γυναίκα μου και τον αδερφό μου, αφού ο Χατζιδάκις ήταν λαρτζ και μας είχε πει «Να φέρετε όποιον θέλετε». Θυμάμαι τον Χατζιδάκι στην πρόβα που άκουσε την Ισιδώρα και ήρθε και μου είπε εντυπωσιασμένος: «Τι είναι αυτή;» κι εγώ του απάντησα: «Σ’ αρέσει; Πάρ’ την»! Στον ενικό μιλούσαμε, αφού τον έβλεπα από την ΕΡΤ που δούλευα ως ραδιοφωνικός παραγωγός. Τις λίγες φορές που βρισκόμασταν, με αντιμετώπιζε ισότιμα ως καλλιτέχνη. Το ίδιο και ο Ξαρχάκος κάποτε που με είδε σ’ ένα μαγαζί και σηκώθηκε και μου έδωσε το χέρι του. Το εκτίμησα πάρα πολύ! Στου Χατζιδάκι την παρέα δεν ανήκα ποτέ, δεν είχαμε σχέσεις, έτυχε απλά να διευθύνει τραγούδι μου στην Κέρκυρα. Εκείνοι οι Αγώνες ήταν ό,τι καλύτερο για νέους καλλιτέχνες. Όλα τα παιδιά αυτά μάζεψαν τραγούδια καλά και τα παρουσίασαν. Ακόμη ακούω τα τραγούδια και ευφραίνομαι, αλλά η κοιμισμένη Ελλάδα ποτέ δεν έδωσε τη σημασία που άξιζε σ’ αυτό το διπλό δίσκο.

Με τον Παύλο Μάτεσι, που τον μελοποιήσατε, πως μπλέξατε;

Μέσω του αδερφού μου που δούλευε ηχολήπτης στην ΕΡΤ. Εκτός από τον Μάτεσι, κάναμε και τραγούδια με τον Χρονά, σαν το «Ιωάννα και Μαριέτα». Σου είπα πριν ότι επειδή είχε τελειώσει το μπάτζετ, στο τραγούδι αυτό έπαιξα εγώ διπλή ντραμς και μπάσο. Τον Μάτεσι δεν τον ήξερα σαν συγγραφέα, ούτε είχα διαβάσει κάτι δικό του. Γίναμε φίλοι και θυμάμαι πως δεν του πολυάρεσε η ερμηνεία του Παπακωνσταντίνου στον «Κουρσάρο». Ούτε και μένα, όμως, η ενορχήστρωση. Προτιμούσαμε με τον Μάτεσι το ερωτικό «Θα φύγεις μονάχη», που δεν είχε τεράστια εμβέλεια. Τα λέγαμε από το τηλέφωνο με τον Μάτεσι και σχολιάζαμε. Τελικά πέσαμε έξω και οι δύο, αφού ο «Κουρσάρος» σάρωσε. Η ΜΙΝΟΣ τότε «άλλαζε τα ρούχα» ενός τραγουδιστή, σαν τον Παπακωνσταντίνου, που έφευγε από το αντιστασιακό τραγούδι και έβγαινε ως ροκάς. Το προφίλ του αυτό έφτασε στο απόγειο του μετά από μια εκπομπή των τριών «Ρεπόρτερς», που έβλεπε όλη η Ελλάδα, για ένα ατύχημα που είχε συμβεί στην παραλιακή της Βουλιαγμένης. Έριξαν τον «Κουρσάρο» ως υπόκρουση και έγινε χαμός!

Κι αυτό το όνομα, «Ντίνο», που φωνάζει ο Παπακωνσταντίνου στο φινάλε του τραγουδιού;

Ούτε καν το είχα προσέξει, πρώτη φορά το ακούω. «Ντίνο» λέει, σοβαρά; Την ίδια περίοδο όλοι αναρωτιόντουσαν «Ρε Λάκη, πως δεν μπλέχτηκες εσύ με ναρκωτικά;» Είχαν πεθάνει πολλοί, τους έβλεπα να φεύγουν. Θέλω να πω ότι καλλιεργήθηκαν διάφοροι αστικοί μύθοι, σαν αυτό με τον «Ντίνο» που υπάρχει μες στον «Κουρσάρο», απ’ ότι μου λες κι εσύ τώρα.

Ωστόσο ο πρώτος σας δίσκος το ’82 με τη «Φάλτσα Μενεξεδιά» κι αυτόν τον ροκαμπίλι ήχο, ήταν ένα καλό δείγμα ελληνικού αντεργκράουντ.

Το είχα βασίσει στον ήχο της κιθάρας. Είπα να φτιάξω κάτι ημίτεχνο που θα το τραγουδούσα εγώ με τη φωνή που έχω, αλλιώς δεν θα είχα να ζήσω. Άνθρωποι σαν και σένα την έχουν Ευαγγέλιο τη «Φάλτσα Μενεξεδιά». Έγινα και σουρεαλιστής ποιητής ξαφνικά με το τραγούδι αυτό, αλλά μετά βαρέθηκα και είπα καλύτερα να παίρνω στίχους άλλων.

Που να φανταζόσασταν ότι στα χρόνια θα έλεγαν τραγούδια σας οι πάντες, από τον Μητσιά μέχρι τον Ρουβά.

Ο Πασχάλης, ο Πάριος, η Διαμάντη, ο άλλος Πασχάλης, ο Τερζής, στους πάντες έδωσα όντως. Στη Γαλάνη, πάντως, δεν θα έδινα.

Αυτό πως σας ήρθε τώρα;

Είμαι άνθρωπος που μπορώ να μπω σε μία συζήτηση και να τα κάνω όλα λίμπα. Μία φορά πήγα σε συνέλευση των τραγουδιστών και τσακώθηκα με τη Γαλάνη. Και σκέψου πως ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είχε στήσει πάνω μου ολόκληρη τηλεοπτική εκπομπή. Από τότε γίναμε οι καλύτεροι φίλοι, ενώ και μ’ αυτόν είχαμε τσακωθεί πολύ άγρια κιόλας.

Για τα σωματειακά πάλι;

Όχι, με είχε ρωτήσει ποια τραγουδίστρια ξεχωρίζω και του απάντησα «η Σοφία Βέμπο». «Και η Δημητρούλα, η Χαρούλα και η Ελευθερία δεν σου αρέσουν;» Απάντησα «Καλές είναι, αλλά δεν μου αρέσουν, προτιμώ τη Βέμπο». Ε, ποια απ’ αυτές θα έλεγε μετά δικά μου τραγούδια; Είχα πάει απ’ το σπίτι του Λευτέρη Παπαδόπουλου πριν από είκοσι χρόνια. Μαζί μου είχα και τον γιο μου, τον Άγγελο, που ήταν εφτά χρονών. Είχε όλο ακριβά πράγματα μες στο σπίτι και ο μικρός με μια κίνηση του έριξε κάτι κάτω. «Ωχ», πετάχτηκε ο Παπαδόπουλος, «τι μου το’φερες εδώ το παιδί;» Είπα στο παιδί να βάλει στη θέση τους τα πράγματα, αλλά μετά πρόσεξε κάτι καραμέλες σ’ ένα βάζο. «Βάλε δυο – τρεις στην τσέπη σου, αγόρι μου» του είπα και σαν είδα τον Λευτέρη να φοβάται, ξανάπα του μικρού: «Και τώρα πέταξε το κάτω, σπάσ’ το»! Μετά που πήγε τουαλέτα, δεν άνοιγε η πόρτα και του φώναξα: «Κατούρα απ’ έξω, αγόρι μου». Η πλάκα για μένα αρχίζει εκεί που τελειώνει η λογική, αλλιώς είναι αναμενόμενη. Μου έδωσε ο Λευτέρης στίχους, πήρα τον γιο μου και γυρίσαμε σπίτι μας στα Μελίσσια. Κατευθείαν, με τη μία, μελοποίησα τους στίχους και έβγαλα δέκα καινούργια τραγούδια. Τηλεφώνησα του Λευτέρη, του το είπα και μου απάντησε «Μπράβο, καλό είναι αυτό». Του έπαιξα τα τρία, του άρεσαν, αλλά του είπα να ξαναμιλήσουμε αργότερα γιατί ήθελα να έβλεπα τον Παναθηναϊκό που είχε ματς. Στο διάλειμμα του αγώνα, με παίρνει και μου λέει: «Ρε κωλόπαιδο, μου πήρε χρόνια να γράψω στίχους. Κι εσύ τώρα μου τους παίζεις έτσι, κωλοροκά;» Αρχίσαμε να βριζόμαστε σοβαρότατα και, μάλιστα, είπα μετά στη γυναίκα μου πως διαγράφω το τηλέφωνο του και δεν πρόκειται να ξαναμιλήσω μαζί του. Κάποια στιγμή μετά από ένα χρόνο μου τηλεφώνησε ένας παραγωγός της ΜΙΝΟΣ: «Άντε πάλι, έκανες την επιτυχία με τον Νταλάρα». Ήταν ένα απ’ αυτά τα κομμάτια με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, που το πήρε η γυναίκα μου και το πήγε στην εταιρεία. Δεν το θυμόμουν ότι ήταν δικοί του οι στίχοι. Τηλεφώνησα του Ντούμου, της Κριεζή και δεν ήταν δικό τους το τραγούδι. «Ωχ, αμάν, του ακατονόμαστου θα είναι» είπα. Μετά απ’ αυτό ξαναμιλήσαμε με τον Λευτέρη και γίναμε καλοί φίλοι, πολύ καλοί όμως!

Με τον Λάκη Παπαδόπουλο το 2015 κατά την πρώτη μας συνέντευξη για τη LIFO 
Κι εσείς δεν ξεχωρίζατε τους ανθρώπους που ήταν δέσμιοι των επιτυχιών τους;

Δεν το έψαχνα σε βάθος. Στην τελική δεν θέλω να μαθαίνω τη ζωή του καθενός. Με νοιάζει μόνο το έργο τους και τι αυτό έχει προσφέρει. Όταν άρχισα να κάνω προσωπικούς δίσκους στη ΜΙΝΟΣ, το παρατσούκλι «Λάκης με τα Ψηλά Ρεβέρ» είχε ήδη καθιερωθεί. Έχοντας βγει κι απ’ τη χούντα κιόλας, δεν θέλαμε με τον Τσιμιδόπουλο να βγω με το επίθετο Παπαδόπουλος. Λάκη με φώναζε η μάνα μου, οπότε πρότεινα εγώ το «Λάκης με τα Ψηλά Ρεβέρ» και αυτός απάντησε «Α, ωραίο»!

Θα ήθελα να ρωτήσω για εκείνη τη φοβερή ψυχεδελομπλούζ μελοποίηση σας στο «Ουρλιαχτό» του Γκίνζμπεργκ με τη Χαρά Αργυροπούλου.

Αυτήν είχα μαζί μου τότε, αλλά κάποια στιγμή τη ρώτησα γιατί με έβριζε στους παραγωγούς. Με έλεγε «υπάλληλο» και με σνόμπαρε, επειδή δούλευα στην ΕΡΤ. Τη «Φάλτσα Μενεξεδιά» δεν ήθελε να την πει, γιατί ήταν σε δικούς μου στίχους, ήθελε μόνο Μάτεσι και Γκίνζμπεργκ, κατάλαβες; Μου εξήγησε πως με έβλεπε σαν αντίπαλο του γκόμενου της, του Θοδωρή Τρύφωνα από τους Αγάπανθος. Εκείνη τη μέρα ένα φιλικό μου ζευγάρι που ήταν παρόντες μου είπαν πως δεν με είχαν ξανακούσει να βρίζω τόσο πολύ άλλον άνθρωπο! Την τσάκισα, τη διέλυσα! Μία μέρα που έπαιζα στο γήπεδο του Άρη μαζί με τους Φατμέ, όταν ανέβηκα στο stage, έρχεται αυτή και μου λέει «Θα τραγουδήσω κι εγώ». Της το αρνήθηκα σε φάση «τώρα μας θυμήθηκες;» Όταν είδα πως επέμενε, φώναξα εκεί τους υπεύθυνους και τους είπα να τη μαζέψουν, αλλιώς δεν θα έβγαινα εγώ. Τη μάζεψαν τελικά.

Αυτά γίνονταν ανέκαθεν μεταξύ καλλιτεχνών, δεν είναι κάτι τραγικό.

Ναι, αλλά εγώ ένιωσα ότι έτρωγα ακόμη ένα bullying στη ζωή μου!  Για το σημάδι του Αγίου Συμεών που έχω στο πρόσωπο μου, ένα κωλόπαιδο μου έχωσε μπουνιά όταν ήμουν δέκα χρονών. Από τότε έπαθα ζημιά με το ιγμόριο μου, σοβαρή ζημιά. Όλοι αυτοί ήταν άγριοι κι αν τους δεις σήμερα έγιναν κάτι καθηγητάκια με ενάμισι μέτρο ύψος…Δεν παίζει ρόλο το ύψος, αλλά στα δέκα μου μού φαίνονταν θηριώδεις. Δύσκολα πράγματα. Ακούω να λένε για bullying…Εγώ να δεις τι bullying έχω φάει λόγω διαφορετικότητας. Σήμερα πλέον αν δε μου ζητήσει συγγνώμη κάποιος, θα τον σκίσω, αν μου πει όμως, μετά πάει το ξέχασα.

Δεν μπορούμε να μην πούμε για τη συνεργασία με την Αρλέτα.

Η Αρλέτα ήταν έξυπνη, κυνηγός ταλέντων. Είχε έρθει σαν επισκέπτρια στους Αγώνες Κέρκυρας και ο Χατζιδάκις την έβαλε να κάτσει κοντά του. Άκουσε τα δύο κομμάτια μου και τα ξεχώρισε. Αλλάξαμε τηλέφωνα και λίγο μετά βρεθήκαμε στην Αθήνα. Ήθελε αρχικά να πει δύο τραγούδια μου, το ένα ντουέτο με τον Διονύση Θεοδόση που πέθανε νέος. «Ευχαρίστως, Αρλέτα μου» της απάντησα χωρίς να υπάρχει σκέψη για ολόκληρο δίσκο. Μου μίλησε για μια στιχουργό φίλη της, που ήθελε να συμμετάσχει, τη Μαριανίνα Κριεζή. Αν θυμάμαι καλά, της έδωσα τη μελωδία της «Σερενάτας» κι εκεί πάνω έβαλε λόγια. Κάναμε τελικά δύο δίσκους. Τρίτο δεν ήθελα και γι’ αυτό μου κράτησε απόσταση η Αρλέτα. Προτιμήσαμε με την Κριεζή να γράψουμε για τη Ζορμπαλά ένα δίσκο που αγαπώ πολύ ακόμα. Δεν τον στήριξε η Ζορμπαλά, όμως, όπως δεν στήριξε και ο Μητσιάς έναν ωραίο πρωτότυπο δίσκο που κάναμε. 

Με την Αρλέτα πάντως κρατήσατε επαφές.

Κρατήσαμε γιατί ήμασταν και οι δύο αντιδραστικοί σε όλα. Αγαπιόμασταν, ήταν πιο κοντά σε μένα, αφού κι εκείνη ήταν τιμωρημένη από τη ζωή. Ξέρεις τι bullying είχε φάει κι αυτή; Άνοιγε το στόμα της κι εκεί που αναρωτιόσουν τι μαλακίες θα βγάλει, άκουγες της φωνής της το ηχείο και πάθαινες πλάκα. Με δύο τραγουδίστριες μου έχει συμβεί αυτό: Με την Αρλέτα και με τη Σαβίνα Γιαννάτου. Εγώ την πρωτόβγαλα τη Σαβίνα, αφού ήμασταν στο συγκρότημα DNA του Ηρακλή Τριανταφυλλίδη μαζί με τη Λένα Πλάτωνος και την αδερφή της Σαβίνας, τη Σοφία Γιαννάτου. Η Σαβίνα ήταν ένα κοριτσάκι τρυποκάρυδο που έκανε στενή παρέα με τον φλαουτίστα Πέτρο Πρωτόπαπα. Μια μέρα την έβαλα να την ακούσει ο ηχολήπτης Γιάννης Συγλέτος. Του ζήτησα να τη γράψει σ’ ένα τραγούδι του Χατζιδάκι και έβγαλε αγγέλους! Είχε πει και το «Έτσι απλά σ’ αγαπώ» που τελικά ηχογράφησε η Γλυκερία. Ήταν υποψήφιο για την Eurovision το τραγούδι τη χρονιά που η Βίσση είχε πάει με το «Ωτοστόπ». Η Σαβίνα το είπε, αλλά δεν ήθελε να πάει στην Eurovision. Ίσως κι αυτή να με θεωρούσε λίγο παρακατιανό, δεν ξέρω. Δεν της άρεσε η ποπ, γι’ αυτό και ασχολήθηκε με άλλο είδος μουσικής μετά.

Λάκης Παπαδόπουλος - Αρλέτα

Λεφτά βγάζατε τότε που σας τραγουδούσαν οι πάντες όπως είπαμε;

Τα λεφτά ήρθαν όταν δούλευα σε πολλές συναυλίες. Ήμουν το αφεντικό, πληρώνονταν καλά οι μουσικοί και πληρωνόμουν εξίσου καλά κι εγώ. Την εποχή του «Αχ Μαρία» πληρωνόμουν καλά, ενώ δεν παίρναμε ότι μας αναλογούσε από τους δίσκους.

Μα είναι δυνατόν να μην εξαργυρώσατε την επιτυχία του «Κουρσάρου»;

Μα όταν εγώ παίρνω μία δραχμή και ο άλλος παίρνει 200.000 για να το πει κάθε βράδυ, τι δουλειά έχει το ένα με τ’ άλλο; Καμία σχέση ο πνευματικός δημιουργός με τον εκτελεστή. Έτσι, πλούσιος δεν έγινα, αλλά με τα λεφτά που έβγαλα, αγόρασα τα σπίτια που έχω σήμερα συν δύο οικόπεδα. Μια χαρά.

Πως βλέπετε το πέρασμα στην ψηφιακή εποχή με τις πλατφόρμες;

Κοίταξε, αυτό είναι κακό για μένα συν το ΑΙ που κυριαρχεί πλέον. Ωστόσο μου αρέσει, δεν μπορώ να πω. Ακούω τα τραγούδια που αγαπώ εγώ και τα ακούνε και πολύ λίγοι. Ακούω Μαριάννα Χατζοπούλου ακόμη που την είχε ρίξει η ίδια η εταιρεία της λόγω τυφλότητας. Άντε κάν’τα αυτά στον Ρέι Τσαρλς ή στον Στίβι Γουόντερ, γι’ αυτό λέμε ότι είμαστε ακόμη πολύ πίσω. Και φυλακή να ήμουν, ένα τηλέφωνο θα ήθελα μόνο να βλέπω YouTube και να ακούω Spotify.

Θα λέγατε ότι υπήρξατε ένας ακομπλεξάριστος άνθρωπος;

Αν σκεφτείς ότι είπα τραγούδι ντουέτο με τον Λευτέρη Πανταζή, όπως και η Άντζελα Δημητρίου είπε το «Διαζύγιο», ναι, υπήρξα. Πολλοί με ζηλεύουν γι’ αυτό και δυστυχώς με πιάνει συχνά το κεφάλι μου απ’ την πολλή αρνητική ενέργεια.

Αυτή την περίοδο γράφετε κάτι;

Πως δεν γράφω! Συνέχεια! (σ.σ. ψάχνει στο κινητό του και μου βάζει να ακούσω ένα ολοκαίνουργιο οργανικό κομμάτι του που θυμίζει μπόσα νόβα από τα sixties). Πέρσι το έγραψα σ’ ένα στούντιο στη Θεσσαλονίκη. Με ξυπνάνε τα οργανικά, όπως και κάποια τραγούδια που έγραψα πάλι πρόσφατα για ένα θεατρικό έργο. Ένα απ’ αυτά θα πει ο Φοίβος Δεληβοριάς.

Τι περιμένετε από δω και πέρα;

Να μη γίνει κάνας γενικευμένος πόλεμος με τους τρελούς εκεί, τους εμπαθείς πλακατζήδες που αντιμετωπίζουν με γέλιο τα ανθρώπινα σώματα που πέφτουν. Τον Τραμπ τον σιχαίνομαι, είναι τελείως τρελός. Το ότι ζω, πάντως, είναι καλή περίοδος και σίγουρα όχι χειρότερη από την Κατοχή που δεν την έζησα. Χειρότερα θα ήταν αν ζούσα στην Περσία τώρα ή το Τελ Αβίβ. Καλοπερασάκιας ήμουν και είμαι σε ότι αφορά την ακεραιότητα της ζωής μου, περνώντας ένα απαίσιο διάστημα με τον κορονοϊό. Και να φοβόμαστε τώρα εδώ που μιλάμε να σκάσει μία βόμβα και να μας αφανίσει. Μήπως τελικά οι Έλληνες είμαστε πάρα πολύ καλομαθημένοι και δεν έχουμε ζήσει αποδεκατισμούς οικογενειών ή την ξεφτίλα να παρακαλάμε για την επιβίωση μας;

* Η συνέντευξη με τον Λάκη Παπαδόπουλο πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του στα Μελίσσια τον Μάρτιο του 2026

** Πρώτη δημοσίευση: Documento (Ένα μεγάλο μέρος της συνέντευξης) 

*** Τα δύο πρώτα πορτραίτα του Λάκη Παπαδόπουλου είναι του Κωνσταντίνου Πάλλα

Τετάρτη 14 Μαΐου 2025

Βασίλης Ρακόπουλος: «Από το λούμπεν στοιχείο βγήκαν τα blues, το ρεμπέτικο και η jazz - από το περιθώριο, τη φτώχεια, τον πόνο, την κοινωνική αδικία»

Υπάρχει στην ελληνική μουσική από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, απ' όταν ήταν έφηβος και μαζί με τον συμμαθητή του, Αχιλλέα Περσίδη, είχαν φτιάξει ένα folk - rock ντουέτο της εποχής. Στα πρώτα χρόνια των 70s συνεργάστηκε με τον Θάνο Μικρούτσικο στη μπουάτ «Δον Κιχώτες» και με τη Μαρίζα Κωχ στη δισκογραφία. Το 1978 παρουσιάζουν με την Αρλέτα (για δύο κιθάρες) το έργο του Μίκη Θεοδωράκη «Romancero Gitano» σε ποίηση Federico Garcia Lorca και σε απόδοση Οδυσσέα Ελύτη. Αρκετά χρόνια μετά κι ενώ συνεχίζονταν οι συνεργασίες του με την πλειονότητα των Ελλήνων μουσικών και τραγουδιστών, κυκλοφορεί στα 1993 τη «Ρωξάνη», το πρώτο δικό του έργο. Μάλλον δεν τον ενδιέφερε ιδιαίτερα η δισκογραφία, αν υπολογίσει κανείς πως ο «Χορός των Πυρσών», το δεύτερο οργανικό έργο του, βγήκε το 2001, καταφέρνοντας όμως να αλλάξει το τοπίο της εγχώριας οργανικής μουσικής. Ακολούθησε ακόμη ένας ζωντανά ηχογραφημένος δίσκος του, από κοινού με τον συνθέτη Νίκο Ξυδάκη, όπως και το «Ammon» (2005), το τρίτο οργανικό έργο του. Εκείνα τα χρόνια έτυχε να τον δω σε συναυλία στη Δράμα μαζί με τον Μίμη Πλέσσα και τον Αντώνη Λαδόπουλο - μία πολύ ιδιαίτερη συνεργασία, απ' την οποία θα προέκυπτε το άλμπουμ «3G - Three Generations Jazz Trio» (2018). Αφορμή γι' αυτή τη συνέντευξη ήταν η παράσταση με τον «Χορό των Πυρσών» του, που θα δοθεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών αύριο, Τετάρτη 14 Μαΐου του 2025, με τη συμμετοχή της ελίτ των Ελλήνων μουσικών της jazz και της world music (Χάρης Λαμπράκης, Ross Daly, Τάκης Φαραζής κ.α.), της Σαβίνας Γιαννάτου στο τραγούδι, αλλά και της Χαρούλας Αλεξίου στις απαγγελίες (κείμενα των Κ. Π. Καβάφη, Bob Dylan κ.α. με την επιμέλεια του Διονύση Καψάλη). Κυρίες και κύριοι, ο Βασίλης Ρακόπουλος, ένας από τους πιο ενδιαφέροντες μουσικούς και συνθέτες, σε μία απολαυστική κουβέντα που κάναμε προχθές το μεσημέρι, Δευτέρα 12 Μαΐου, στο «Καφέ των Ποιητών» της πλατείας Βικτωρίας. 


Έχουν περάσει πάνω από 20 χρόνια που κυκλοφόρησε ο «Χορός των Πυρσών». Πότε ακριβώς συλλάβατε ως ιδέα το συγκεκριμένο έργο;

Δισκογραφικά βγήκε στις αρχές του 2000, αλλά μη φανταστείτε ότι υπήρχε κάποια πρόθεση από πίσω για να κάτσω να κάνω ολόκληρη μουσικολογική ή εθνομουσικολογική εξερεύνηση. Ο κάθε συνθέτης, ξέρετε, πιάνεται από ένα σημείο και μ' αυτό αρχίζει την εξερεύνηση του. 

(εκείνη τη στιγμή χτυπάει το κινητό του και είναι ο Αχιλλέας Περσίδης. Μιλάνε για λίγο. Τον ακούω να τον αποκαλεί «Αχίλλο». Συνεχίζουμε την κουβέντα μας)

Μονίμως, έλεγα, παίρνουμε ερεθίσματα επιλεγμένα από την τυχαιότητα των συγκυριών. Εάν σε ακουμπήσει και σου κινητοποιήσει κάτι πιο βαθύ, εσωτερικό, ξεκινάς την εξερεύνηση.

Τελικά, λοιπόν, αποδίδετε στο έργο τον χαρακτήρα της εξερεύνησης.

Ακριβώς. Το τυχαίο ερέθισμα – άκουσμα που έφτιαξε το χορό των πυρσών ήταν συγγενές με βυζαντινό ή αν θες τουρκικό η και αραβικό άκουσμα. Όλα μαζί τα ηχοχρώματα οδήγησαν σ' ένα νέο υβριδικό άκουσμα, το οποίο έκανε επαφή με όλες αυτές τις πτυχές. Θυμάμαι πως όταν έφτιαξα τα πρώτα μοτίβα, αναρωτιόμουν: «Τι είναι αυτό; Ακούγεται βυζαντινό»! Ρωτάω και μου λένε «Αυτό είναι βυζαντινός πλάγιος του πρώτου», ο Ρος Ντέιλι πάλι λέει «Όχι, αυτό είναι Χουσεϊνί του τάδε», ο Λαμπράκης απεφάνθη «Όχι, αυτό είναι ουσάκ τάδε». Όμως  έβλεπα ότι όλοι το θεωρούσαν οικείο. Οι γνώστες των μακάμ και οι βυζαντινοί. Διαπίστωσα πως ο καθένας κάνει μία νύξη στα εσωτερικά του αρχεία για να το παρακολουθήσει και να τριπάρει όπως γουστάρει. Εκεί το είδα σαν ευκαιρία να το ψάξω περαιτέρω. Περί αυτού πρόκειται. Α, Θυμάμαι και στην Αμερική που παίχτηκε και εκεί τα ίδια, οικειότητα στα μικροδιαστήματα…

Θα πάθανε την πλάκα τους, φαντάζομαι.

Πάθανε την πλάκα τους και αναρωτιέμαι πως το κοινό εκεί τσίμπησε με τα microtones. Παίξαμε το 2007 στην Αμερική κατόπιν προσκλήσεως από καθηγητές του USC, που είχε φτάσει στα χέρια τους το CD. Το άκουσαν και μου τηλεφώνησαν: «Θέλετε να έρθετε για σεμινάρια περι του πως κάνουμε χρήση των microtones στα πλαίσια της δυτικής αρμονίας;» Απάντησα θετικά και πήγα. Το έργο παίχτηκε με κάτι φοβερούς μουσικούς δικούς τους, Καλιφορνέζοι οι περισσότεροι, με τους οποίους εγώ κόμπλαρα στην αρχή. Η συναυλία πήγε πολύ καλά και οδήγησε σε ακόμη δυο - τρεις συναυλίες σε αξιόλογα venues εκεί πέρα.


Ηχογραφήθηκε κάποια συναυλία απ' αυτές;

Μπορεί, ίσως, αλλά εγώ δεν είμαι πολύ καλός σ' αυτά. Δεν μαζεύω αρχεία. Μου λέει καμιά φορά ο Ιλάν «Ρε συ, έχω μια ηχογράφηση από το Μπαράκι του Βασίλη»...Χαμπάρι εγώ...

Μια και αναφέρετε τον Ιλάν και σας τηλεφώνησε και ο Περσίδης, θυμάμαι μία αφήγηση του Ιλάν όταν κάναμε το ντοκιμαντέρ «Ζωντανοί στο Κύτταρο - Σκηνές Ροκ»: Μιλούσε ο Ιλάν για μια επεισοδιακή συναυλία σας με τον Περσίδη στη Λαμία τότε που λεγόσασταν Α + Β.

Ο Θάνος Μικρούτσικος μας είχε ονομάσει έτσι. Εμείς αποκτήσαμε υπόσταση σ' ένα πάρτι αποφοίτων λυκείου, που μαζί μας ήταν και αρκετοί άλλοι, μεταξύ των οποίων και η Φλέρυ Νταντωνάκη. Πιθανώς ήταν τότε που τη Φλέρυ την είχε φέρει στην Ελλάδα ο Ξαρχάκος πριν τη συνεργασία της με τον Χατζιδάκι. Τέλος πάντων, με τον Αχιλλέα ήμασταν συμμαθητές και στο ίδιο θρανίο από την πέμπτη δημοτικού. Αρχίζουμε και παίζουμε σ' εκείνο το πάρτι παρουσία επίσης του Μικρούτσικου - όλοι ήμασταν από 17 μέχρι 21 ετών. Με τον Αχιλλέα είχαμε μια τρομερή χημεία μεταξύ μας. Παίζαμε ολόκληρο το «Aftermath» των Rolling Stones απ' την αρχή ως το τέλος. Κάπου εκεί μπήκε και η Φλέρυ στο παιχνίδι με φοβερούς βοκαλισμούς. Μπαίνει μέσα ο Μικρούτσικος και μας λέει «Ρε σεις, κάνω ένα πρόγραμμα στους ''Δον Κιχώτες'', θέλετε να ακολουθήσετε;» Σε εκείνο το σχήμα ήταν ακόμη η Μαρίζα Κωχ, η Μαρία Δημητριάδη και τα Ανάκαρα, το συγκρότημα του Κώστα και της Νάγιας Γεωργίου από τη Βέροια. Μας πήρε, λοιπόν, να ανοίγουμε το πρόγραμμα. Βγαίναμε με δύο κιθάρες - δύο φωνές, ενώ ο Αχιλλέας έπαιζε και φυσαρμόνικα. Είχαμε διασκευάσει μπαλάντες του Bob Dylan, των Peter, Paul & Mary, Crosby, Stills, Nash & Young και διάφορα blues. 

Από που κατάγεστε;

Είμαι γεννημένος στην Αθήνα το 1951, αισίως έφτασα 74 ετών. Οι ρίζες μου κρατάνε από Κάιρο και Κεφαλλονιά απ' τη μεριά του μπαμπά. Και εγώ, όπως και ο πατέρας μου, γεννηθήκαμε στην Αθήνα ωστόσο. Απ' τη μεριά της μάνας μου έχω ρίζες σε Σμύρνη και Πελοπόννησο. Με τη μουσική άρχισα να ασχολούμαι λίγο πριν τελειώσω το δημοτικό. Μου χάρισαν μία κιθάρα και προσπαθούσα να την εξερευνήσω, επειδή όμως ήμουν και αρκετά εσωστρεφής και μονήρης τύπος, είχα ένα τρανζιστοράκι και άκουγα συνέχεια. Η μεγάλη έκρηξη έγινε όταν στα 14 μου άκουσα τους «15 Εσπερινούς» του Χατζιδάκι με τις δύο κλασικές κιθάρες του Φάμπα και του Μηλιαρέση. Έτσι μπήκα στην όλη φάση.

Δηλαδή μέσω Χατζιδάκι...

Ναι, ειδικά σε σχέση με την κλασική κιθάρα. Από κει και πέρα επηρεάστηκα απ' όλα τα ρεύματα της εποχής, Beatles και Stones.

Γι' αυτό και δεν ακολουθήσατε το δρόμο του Νότη Μαυρουδή, ας πούμε, που ήταν ένας σπουδαίος κλασικός κιθαριστής.

Όχι, γιατί δεν ήμουν ποτέ της κλασικής παιδείας. Αυτά τα βρήκα μετά μόνος μου. Στα 30 μου έμαθα, να φανταστείτε, που είναι το σολ στη δεύτερη γραμμή. Και με τον Χατζιδάκι που έπαιζα, δεν ήξερα να διαβάζω νότες.

Πότε παίζατε με τον Χατζιδάκι;

Το 1981 στους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού Κέρκυρας. Έπαιζα στα περισσότερα τραγούδια ως μέλος της ορχήστρας που διήθυνε ο Χατζιδάκις. Χωρίς να διαβάζω, επαναλαμβάνω. Πρόσεξε όμως! Όταν ακούς από τρανζίστορ και μετά προσπαθείς να βγάλεις τα κομμάτια, αρχίζει η οργάνωση της αποκωδικοποίησης του ακούσματος που είναι και η βάση της μουσικής σου επαφής. 


Με τους Α + Β αφήσατε ηχογραφήσεις;

Ναι, υπάρχουν στο αρχείο του Περσίδη καταπληκτικές ηχογραφήσεις, πρόχειρες, με κασετοφωνάκι. Μακάρι να έβγαιναν σε βινύλιο κάποια στιγμή. Συγκινητικές ηχογραφήσεις! Είμαστε δύο φωνές και δεν στονάρουμε καθόλου! Μιλάμε για περίπου δέκα καλά κομμάτια, αγγλόφωνα όλα, από το διάστημα τέλη του 1960 - αρχές του '70. Να'ναι καλά ο υποθηκοφύλαξ ο Περσίδης! Παραμένουμε κάτι παραπάνω από αδέρφια. Συχνά έλεγα «Ας πάω να κοιμηθώ στο σπίτι του» και με περίμενε η μάνα του, όπως κι εκείνος πήγαινε σπίτι μου για να φάει κι έμπαινα και τον έβλεπα εκεί. 

Θυμάμαι κι εκείνο το τρομερό άλμπουμ που είχατε κάνει με την Αρλέτα στα τέλη του 1970. Μιλάω για το «Romancero Gitano».

Υπήρχε μία περίοδος που η Αρλέτα ασχολιόταν με τη ζωγραφική και δεν πολυήθελε να τραγουδάει. Έτυχε ως φοιτητής του Πολυτεχνείου, που έκανα παρέα με πολλά παιδιά της Καλών Τεχνών, να έχω νοικιάσει ένα σπίτι στην οδό Τσαμαδού απέναντι απ' αυτό της Αρλέτας. Την είδα μια μέρα να περπαταέι στο δρόμο, αναρωτήθηκα «Είναι αυτή;» και πήγα δειλά και της μίλησα. Πιάσαμε την κουβέντα, αφού κι αυτή με είχε δει να πηγαινοέρχομαι με κιθάρες. Μιλάω τώρα για το 1971, ασχέτως αν το «Romancero Gitano» βγήκε το 1977 - 78. Ενώ η ίδια μου έλεγε πως δεν έπαιζε πια, με κάλεσε μια μέρα απ' το σπίτι της. Αρχίσαμε να παίζουμε και χαιρόταν που της έδειχνα καινούργια πράγματα, ακόρντα κλπ. Κάποια στιγμή μου πρότεινε να πάμε να παίξουμε κρυφά στην Πάτρα. Δεν ήθελε να εκτεθεί στο αθηναϊκό κοινό. Πήγαμε σε μια μικρή μπουάτ στην Πάτρα και από κει η Αρλέτα ξαναμπήκε δυναμικά στη μουσική λίγο πριν αποκτήσει το δικό της στέκι στο Καφεθέατρο της Κοδριγκτώνος. Για το «Romancero Gitano», που ήταν να το κάνει μια δεκαετία πριν με τον Μίκη, αλλά τους πρόλαβε η δικτατορία, με ρωτάει «Είσαι; Πάμε να το κάνουμε;» Της άρεσε πιο πολύ, όχι το σχήμα για δύο κιθάρες, αλλά η ψυχική επαφή που μοιραζόταν κι εγώ δεν αποσκοπούσα σε τίποτα άλλο παρά μόνο στο να τη στηρίξω. Όλα έτσι τα κάναμε με την Αρλέτα. 


Φιλίες θα κρατήσατε, να υποθέσω, όχι μόνο με την Αρλέτα, αλλά και με όλους τους Έλληνες που έκαναν ροκ μουσική, σαν τον Μαγκλάρα, τον Πουλικάκο κ.α.

Πλάκα κάνεις; Με όλους! Και με τη Μαρίζα Κωχ συνεργάστηκα πάρα πολύ και στη δισκογραφία και σε συναυλίες. Σ' ένα κομμάτι που έπαιζα μια φράση σε δωδεκάχορδη, η Μαρίζα μου έκανε μασάζ στα χέρια για να μην κουράζομαι. Αργότερα παίξαμε μαζί με τη Μαρίζα και τον μπασίστα Γιώργο Φιλιππίδη, μιλάω για το δίσκο «Μια στο καρφί και μια στο πέταλο» το 1973. Οι μπάσες φωνές που απαντάνε στο τραγούδι «Καροτσέρη τράβα» με τη φράση «Πόσα τάλιρα γυρεύεις» κλπ. ήταν του Κώστα Γεωργίου και η δική μου κατόπιν επιθυμίας της Μαρίζας. 

Με εντυπωσιάζει που τώρα στο Μέγαρο Μουσικής θα συμπράξετε με τη Χαρούλα Αλεξίου. Και το λέω διότι όταν εσείς κάνατε τα δικά σας πράγματα, εκείνη έκανε τη μεγάλη καριέρα της σε εντελώς διαφορετική φάση. 

Ναι, έπαιζα εκείνο τον καιρό για κάμποσο διάστημα με την Αλεξίου. Άρχισα στο πρόγραμμα της «Διαγωνίου» στην οδό Κυδαθηναίων με τη Χαρούλα, τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, την Άννα Βίσση και άλλους ερμηνευτές. Μετά περιοδίες. Εν πάσει περιπτώσει, Θέλω να πω ότι με την Αλεξίου γνωριζόμαστε σχεδόν πενήντα χρόνια και έχουμε κρατήσει μια πολύ καλή επαφή. Της έκανα εγώ την πρόταση για την τωρινή συνεργασία. Είμαι ίσως απ' τους λίγους που ξέρουν τη βαθύτατη καλλιέργεια της Χαρούλας. 

Δεν θα διαφωνήσω. Καθόλου.

Δεν το ξέρει πολύς κόσμος αυτό. Όταν παίζαμε στη «Διαγώνιο», η τότε κοπέλα μου, που ήταν Γαλλίδα, της έκανε μαθήματα γαλλικής λογοτεχνίας  ! Πολύ υψηλού επιπέδου. Η Μιρέιγ μου έλεγε «Δεν φαντάζεσαι πόσο ζεστή και φιλομαθής είναι».

Λογικό. Η Αλεξίου είχε έρθει πολύ κοντά στη γαλλική κουλτούρα μέσω Αχιλλέα Θεοφίλου.

Έτσι ακριβώς. Η Χαρούλα είναι άνθρωπος που εξετάζει σοβαρά το που θα λάβει μέρος. Θέλει να κατανοεί απόλυτα το βαθύτερο περιεχόμενο αυτού που πρόκειται να διαβάσει. Μετά μπαίνει στη βαθύτερη υποκριτική διάσταση. Της είχα δώσει ήδη τα κείμενα και τα'χαμε περάσει ένα πρώτο «χτένισμα». Προ ημερών κάναμε την πρώτη πρόβα. Της άρεσε που βρισκόταν μέσα σ' ένα σύνολο μουσικών, οι περισσότεροι γνωστοί φίλοι και παλίοί συνεργάτες. Αναζωπυρώθηκε μέσα μας κάτι πολύ όμορφο και δημιουργικό. Αρχίζει, λοιπόν, να διαβάζει ένα απόσπασμα από το «A hard-rain's-a-gonna-fall» του Bob Dylan, μεταφρασμένο στα ελληνικά από τον Διονύση Καψάλη. Θα γνωρίζεις ότι οι στίχοι αυτοί του Dylan κρατάνε από τον Λόρδο Ραντάλ τον 19ο αιώνα. Ακόμη και η μελωδία του είναι παρμένη από την παλιά των Ιρλανδών τροβαδούρων. Η Χαρούλα απέδωσε αμέσως τη βαθύτερη διάσταση αυτού του διαλόγου μεταξύ Μητρός και Υιού, που αν το δεις και λίγο απ' τη θρησκευτική περίοδο του Dylan, είναι διάλογος μεταξύ Virgin Mary και Jesus. 

Βέβαια, η χριστιανική στροφή του Dylan είχε γίνει αρκετά αργότερα, ενώ το «A -hard-rain's-a-gonna-fall» είναι τραγούδι των αρχών του 1960.

Ναι, αλλά νομίζω πως από τότε τις είχε τις πνευματικές αναζητήσεις του. Στο σημείο αυτό η αφήγηση της Χαρούλας γίνεται πάνω σε υπόκρουση αργού ζεϊμπέκικου ρυθμού. Πολύ αργό κιόλας. Οι μουσικοί πάθανε πλάκα! Έβγαλε έναν απίστευτο τσαμπουκά η Αλεξίου. Μείναμε άφωνοι. Κάγκελο.. Αυτό που μοιραστήκαμε με την παρουσία της Χαρούλας ήταν πολύ δυνατό, ενοποιητικό, ουσιαστικό. Θα τολμούσα να πω ότι μας έδωσε να καταλάβουμε τι κάναμε! Δε βάλαμε Dylan σε μια γέφυρα του Βυζάντιου με τη jazz, όπως αναφέρει η περιγραφή του Mεγάρου για λόγους εντυπωσιασμού ή έκπληξης. Κατ' αρχάς διερωτάται κανείς πώς να συνδέονται; Εν τούτοις όμως, υπάρχει ενας κοινός παρονομαστής. Η κατάνυξη! Ξέρουμε ότι η κατάνυξη των Ορθόδοξων για το Βυζάντινό ήχο είναι μία ισχυρή αίσθηση και  μεταφέρεται σε άλλες εποχές και σε άλλες μουσικές η λόγιες γραφές, όπως π.χ. στο τραγούδι του Dylan, το «Father of night, father of day», το οποίο δεν έχει καμία συγκεκριμένη θρησκευτική αναφορά, είναι όμως βαθύτατα θρησκευτικό. Θέλαμε στην ουσία να δείξουμε πως η μουσική προχωράει και εξελίσσεται παράλληλα με τον λόγο και τα ποιητικά κείμενα -ενδεχομένως δε να οδηγεί και να πρωτοστατεί. Μας φέρνει σε σύγχρονες έκδοχές έκφρασης συναισθημάτων, μας φέρνει στο σήμερα όπου για να επανέλθω η κατανυκτικότητα δεν μπορεί να εκφραστεί με όρους «πήγα στην Εκκλησία», παλαιού τύπου. Είναι κάτι πολύ βαθύτερο, καθολικό και, σίγουρα υπεράνω θρησκειών. 


Ποιος επιμελήθηκε τη σύνθεση των κειμένων που θ' ακουστούν στην παράσταση; 

Την επιλογή την έκανα εγώ με τη πολύτιμη βοήθεια του αγαπημένου μου φίλου Διονύση Καψάλη, ενός ανθρώπου που γνωρίζει πολύ καλά την ελληνική γραμματεία, αλλά ταυτόχρονα ξέρει το συγκεκριμένο μουσικό έργο. Η επιλογή δεν είναι μονοσήμαντη. Μου υπέδειξε πολλά κείμενα. Δεν ήταν εύκολο να διαλέξω. Θα μπορούσαν να επιλεγούν διαφορετικά κείμενα και να εξυπηρετήσουν το ίδιο ή και καλύτερα τον ίδιο σκοπό. Θα έλεγα ότι η τελική επιλογή έγινε με «σκηνοθετικά» κριτήρια. Το δικό μου κριτήριο βασίζεται στο πως νιώθω. Δεν έχει όμως από πίσω τη σφαιρικότητα και το ψάξιμο του ειδήμονα. Μόλις πήγα σπίτι του Διονύση, που'ναι μια φοβερή βιβλιοθήκη ο ίδιος, μου έδωσε από 12 μέχρι 15 κείμενα, τα οποία έπρεπε να συνδέσω. Ο τίτλος του έργου: «Ο Χορός των Πυρσών» ναι μεν έχει να κάνει με τη χλιδή μιας αυτοκρατορίας, αλλά σε τι εξελίχτηκε; Στον χορό του Υποκόσμου που κανόνιζε ακόμα και τις πολιτικές εξελίξεις. Για μένα αυτό ήταν ένα βασικό κίνητρο για να ασχοληθώ με το Χορό των Πυρσών που έχει σχέση με το λούμπεν στοιχείο, που θεωρώ ότι έχει πλεονεκτήματα γνήσιας έκφρασης έναντι των άλλων λόγιων μουσικών παραδόσεων. Από κει βγήκαν τα blues, το ρεμπέτικο, η Jazz και τόσα άλλα. Από το περιθώριο, τη φτώχεια, τον πόνο, την κοινωνική αδικία. Χωρίς να έχω εντρυφήσει στο τι ήταν ιστορικά ο Χορός των Πυρσών, εγώ κρατάω ένα: Χορός του Υποκόσμου. Και στο Βιετνάμ ή στην Κίνα το ίδιο γίνεται, με τις πεντατονικές τους κλίμακες. Ο κύκλος ζωής είναι κοινός παντού.

Πως σας ακούγεται ο χαρακτηρισμός «Μουσικάρα», όταν σχολιάζουν το όνομα σας λαϊκοί, ροκάδες και τζαζίστες;

Δεν το ακούω άσχημα, αλλά πάντα έχω μία απόσταση του στυλ «Έλα, μωρέ, τώρα, υπερβολές». Μπορεί κάποιος να εντυπωσιάζεται από διάφορα στοιχεία, εγώ όμως αναζητώντας κάτι πιο ολοκληρωμένο, θεωρώ ότι δεν θα το έλεγα αυτό το πράγμα για μένα έτσι αβασάνιστα. Ίσως να το έλεγα για ένα κείμενο που έχω γράψει, και έχω ταυτιστεί. Όταν είμαι σίγουρος πως εκφράζει ξεκάθαρα αυτό που πιστεύω.

Γράφετε;

Καμιά φορά. 

Σκοπεύετε να εκδώσετε κάτι;

Όχι. Είναι απλά άλλη μία ανάγκη έκφρασης.


Στην παράσταση στο Μέγαρο έχετε μαζί σας την αφρόκρεμα των μουσικών: Λαμπράκης, Φαραζής, Ross Daly κ.α. Είναι μουσικοί που είχαν παίξει και στη δισκογράφηση του έργου;

Όχι, πέραν του Λαμπράκη. Τότε που δεν μπορούσαμε να έχουμε βυζαντινή χορωδία, τραγουδήσαμε οι δυο μας. Φέραμε μόνο, θυμάμαι, τον Χατζηχρόνογλου, τον πρεσβευτή του βυζαντινού ήχου, που έτυχε να'ναι πολύ καλός φίλος και εξίσου πολύ καλός άνθρωπος.

Σας βλέπω πολύ χαρούμενο, λάμπετε θα έλεγα. Παίζει ρόλο σ' αυτό και ο γιος που αποκτήσατε σχετικά πρόσφατα;

Αυτός ήρθε εξ ουρανού. Μετά από τα κορίτσια, ήρθε η αγοράκλα, που'ναι δυόμισι ετών τώρα. Σκεφτείτε πως έχω άλλες τέσσερις κόρες άνω των 30 ετών σήμερα. Μετά απ' αυτό εγώ δεν ξανακάνω κανένα πρόγραμμα στη ζωή που'ναι τόσο απρόβλεπτη. Φροντίζω να ζω την κάθε μέρα. 

Ανέκαθεν ήσασταν έτσι;

Ήμουν, ναι, αλλά τώρα περισσότερο. 

Υπήρξατε άνθρωπος των καταχρήσεων;

Δεν θα το έλεγα. Είχα ένα ένστικτο αυτοπροστασίας ασυνείδητο. Στο Πολυτεχνείο, ας πούμε, όντας φοιτητής μπορεί να ξενυχτάγαμε ή να «πίναμε» κάνα τσιγάρο, αλλά μετά την άλλη μέρα δεν ήθελα τίποτα. Χρειαζόμουν επαναφορά.


Η «Ρωξάνη», το άλλο γνωστό σας έργο, προηγήθηκε ή ακολούθησε τον «Χορό των Πυρσών»;

Προηγήθηκε. Βγήκε τη δεκαετία του 1990, αλλά παιζόταν με μια κλασική κιθάρα από μένα και οι φόρμες της φλέρταραν με τα Δωδεκανησιακά μοτίβα, σαν να ήταν τραγούδια χωρίς όμως να'ναι. 

Δεν σας ενδιέφερε ποτέ η τραγουδοποιία;

Μπα, αλλά κοίτα να δεις που έστειλα τραγούδια στον διαγωνισμό της Στέγης του Δημήτρη Παπαδημητρίου. Μου λέει ο ανιψιός μου ο Γιώργος ο Νάζος: «Θείε, γιατί δε στέλνεις κι εσύ τρία τραγούδια;» Κάθισα και έγραψα τρία τραγούδια, που ήταν και το ζητούμενο, μέσα σε τρεις μέρες. Τα έστειλα, μου τηλεφώνησαν ότι πέρασαν την τελική προκριματική φάση και τα παρουσίασα. Ήταν να τα τραγουδήσει η Σαβίνα Γιαννάτου, αλλά αποκλείστηκε κάπου στο εξωτερικό και τελικά τα είπα εγώ.

Και με τη Σαβίνα Γιαννάτου θα έχετε συνεργαστεί εκτενώς.

Όχι πάρα πολύ, αλλά γνωριζόμαστε πάνω απο εικοσαετία.

Πείτε μου τι θα τραγουδήσει τώρα η Σαβίνα.

Θα μπει και θα αυτοσχεδιάσει σε συγκεκριμένα μέρη. Θα πει και το «Father of night, father of day» του Dylan μεταφρασμένο στα ελληνικά από μένα - σε δική μου μουσική - όπου πιστεύω ότι θα'ναι μία ιδιαίτερα κατανυκτική στιγμή. Μαζί με τη χορωδία, θα πει και ένα άλλο κομμάτι, που είναι και πολύ «φευγάτο». 

Τι κάνετε και κρατιέστε σε τόσο καλή φυσική κατάσταση; Είπατε πριν την ηλικία σας, είστε 74 ετών.

Θάλασσα! Το σπίτι μου απ' τον Μαραθώνα, που πάω και πέφτω κάθε πρωί, απέχει μόνο μισή ώρα. Μπαίνω στη θάλασσα στις 6 κάθε πρωί χειμώνα - καλοκαίρι. Τρελό «χάι»! Και τώρα με πετυχαίνετε σε φάση μεγάλης αϋπνίας.

Μετά από πόσα χρόνια παρουσιάζεται ξανά ο «Χορός των Πυρσών»;

Μετά από πολλά, σίγουρα. Τελευταία φορά παρουσιάστηκε σ' ένα σημαντικό jazz φεστιβάλ της Ρώμης. Τώρα ήταν μία ανάθεση του συνθέτη Δημήτρη Μαραγκόπουλου, που είναι υπεύθυνος του προγράμματος «Γέφυρες» του Μεγάρου Μουσικής. Αν είχα καταθέσει πρόταση, θα περίμενα να δω αν θα εγκρινόταν ή όχι. Αιφνιδιάστηκα όταν μου τηλεφώνησαν και με ρώτησαν αν θα ήθελα να παρουσιάσω το συγκεκριμένο έργο μου. Μου πρότειναν μόνο να χρησιμοποιήσω την ορχήστρα εγχόρδων και  χορωδία του Νίκου Μαλιάρα.

Άλλο που δεν θέλατε.

Ναι, άλλο που δεν ήθελα, αλλά τώρα τρέχω λίγο.. Ελπίζω όλα καλά να πάνε.

* Η συναυλία «Χορός των Πυρσών» του Βασίλη Ρακόπουλου θα πραγματοποιηθεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών σήμερα Τετάρτη 14 Μαΐου 2025.

** Η συνέντευξη με τον Βασίλη Ρακόπουλο έγινε στο «Καφέ των Ποιητών» της πλατείας Βικτωρίας τη Δευτέρα 12 Μαΐου 2025. Πρώτη δημοσίευση: documentonews.gr

*** Οι φωτογραφίες είναι δικές μου 

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2024

Μία χειμαρρώδης χριστουγεννιάτικη συνέντευξη με την τραγουδίστρια Πόπη Αστεριάδη από το 2019

 

24 Δεκεμβρίου του 2019. Μια μέρα σαν κι αυτή πριν από πέντε χρόνια ακριβώς. Όταν άνοιξε η πόρτα του διαμερίσματος της, αντίκρισα μια ώριμη γυναίκα, ψιλή και αδύνατη, ντυμένη κομψά και στα μαύρα. Ήταν η Πόπη Αστεριάδη, που η φιγούρα της με «πήγε» σε κάτι μεταξύ Πάττι Σμιθ και Βανέσα Ρεντγκρέιβ – μία δυναμική ροκ περσόνα δηλαδή, που ελάχιστη σχέση έχει πλέον με το κοντοκουρεμένο χαμηλόφωνο κοριτσάκι του Νέου Κύματος στα εν Ελλάδι sixties!

Η Πόπη Αστεριάδη είχε την τύχη να ζήσει την έκρηξη του έντεχνου τραγουδιού στη χώρα μας, όπως αυτό διαμορφώθηκε από τους μεγάλους συνθέτες, με τους οποίους συνεργάστηκε, αλλά και όπως το οραματίστηκε ο Αλέκος Πατσιφάς της LYRA. Αυτός πίστεψε εξ αρχής στο ταλέντο της και την έστειλε κατευθείαν στο…κουρείο, μεταμορφώνοντας τη σε καλλιτέχνιδα βγαλμένη από τις ταινίες του Γκοντάρ και του Τριφφό. 

Κι αν, επίσης, η Αστεριάδη σφράγισε ορισμένα από τα ομορφότερα νεοκυματικά τραγούδια, πολλά χρόνια μετά θα διένυε μια δεύτερη καριέρα μέσα απ’ τα ηλεκτρονικά ηχοτόπια και τον ποιητικό λόγο του Κωνσταντίνου Β. από τους Στέρεο.Νόβα. Αυτή ακριβώς η δεύτερη καριέρα είναι που μέχρι σήμερα την έχει κάνει εξαιρετικά δημοφιλή μεταξύ πολύ νέων παιδιών, που θα μπορούσαν να είναι εγγόνια της. 

Η ακόλουθη συνέντευξη φανερώνει πως η Πόπη Αστεριάδη δεν κρατάει δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης στα λεγόμενα της. Μιλάει ανοιχτά και ακομπλεξάριστα για τα πάντα, εκτίθεται, πληγώνεται σχεδόν μέσα απ’ τη διαδικασία της μνήμης, θυμώνει για το κακό και τ’ άδικο, μαλακώνει σαν αναπολεί αγαπημένα της πρόσωπα και στο τέλος αφοπλίζει με τη συνειδητοποίηση του χρόνου που ναι μεν έχει περάσει, σίγουρα όμως δεν την έχει αδικήσει.

Ομολογώ πως είχα πολλά χρόνια να έρθω στον Πειραιά για συνέντευξη. Εσείς, βέβαια, δεν είστε Πειραιώτισσα.

Όχι, εγώ γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Καλλιθέα, αλλά είμαι εδώ, στο σπίτι αυτό που βλέπετε, από το 1973. 

Όταν δηλαδή είχατε συμπληρώσει μια δεκαετία σχεδόν στο τραγούδι.

Τά’χα παρατήσει, ξεκινούσα, κάπως έτσι γινόταν. Η μητρότητα ήταν η αιτία για να πάρω το σπίτι αυτό.

Και τι σας άρεσε ακριβώς εδώ;

Η ωραία θέα που βλέπω. Έχοντας μεγαλώσει σε γειτονιά, ξέρω πως εδώ, άμα με πιάσει μια στενοχώρια, θα πεταχτώ στο Πασαλιμάνι, στο Μικρολίμανο, ή θα πάω βόλτα το σκυλάκι μου ως το λιμάνι με τα πόδια. Μ’ αρέσει νά’χει κίνηση, να βλέπω κόσμο, δε θέλω να’μαι κάπου απομονωμένα. 

Οδηγείτε εσείς;

Πάντα! Από πιτσιρίκα! Οδηγούσα κι ένα χρόνο χωρίς δίπλωμα!

Πότε αυτό;

Όταν ήμουν 20 χρονών. Με πιάσανε και μου τη χαρίσανε!

Ήσασταν ήδη γνωστή;

Ναι, βέβαια. Εγώ ήδη απ’ τα 17 – 18 μου ήμουν γνωστή. Ξεκίνησα στα 15 μου απ’ τα ταλέντα του Οικονομίδη με την ξαδέρφη μου που τραγουδούσαμε ντουέτο. Στα 17 πέρασα με επιτυχία απ’ τους ραδιοθαλάμους τους ΕΙΡ και συνέχισα μόνη μου, αφού η ξαδέρφη μου το παράτησε το τραγούδι. 

Ας τα πάρουμε απ’ την αρχή. Γεννιέστε στην Καλλιθέα είπατε.

Μετά από τέσσερα αγόρια! Οι δύο είναι εν ζωή, ο μεγάλος κι ο μικρός πεθάνανε. Ήμασταν πολύ δεμένοι μεταξύ μας, αλλά κι οι γονείς μας μια χαρά ήταν. Ο πατέρας μου έκανε δύο δουλειές για να μας μεγαλώσει. Μπορεί να’χαμε φτώχεια, αλλά να πω την αλήθεια, επειδή εγώ ήμουν το τελευταίο παιδί και εφταμηνίτικο κιόλας, έριξαν πάνω μου όλη την προσοχή τους. Στη διατροφή, στα πάντα. 

Υπήρχε μουσικό οικογενειακό κύτταρο;

Η μαμά μου έπαιζε πιάνο, γιατί η μαμά της, η γιαγιά μου, ήταν δασκάλα πιάνου. Ο παππούς έπαιζε κιθάρα, επίσης. Με θυμάμαι από παιδούλα να κάνω από μόνη μου δεύτερη φωνή στα τραγούδια που άκουγα. Δεν έλεγα ότι θα γίνω τραγουδίστρια, νηπιαγωγός ήθελα να γίνω για ν’ ασχολούμαι με τα πιτσιρίκια. Ρόλο στην πορεία μου έπαιξε και η θεία μου, η αδερφή της μάνας μου, που τραγουδούσαν πολύ ωραία μαζί. Έχω μεταγράψει σε CD παλιά κασέτα που τραγουδάει η θεία μου και λες «Έπρεπε να’ναι στη Λυρική αυτή»! Γενικά, όλοι μεσ’ στη μουσική ήμασταν. Μας έβαζε ο θείος μου μέσα σ’ ένα station που είχε, μας πήγαινε εκδρομή κι αρχίζαμε: «Στη βρύση τη βουνίσια…» (γέλια) 

Ωραία είναι η μνήμη, έτσι; Θυμάστε πρόσωπα και καταστάσεις.

Όχι, δεν θα έλεγα ότι έχω μείνει εκεί. Εντάξει, ήταν ωραία…Μελαγχολώ λίγο τις γιορτές, που μαζευόμασταν όλοι με τη γιαγιά και περνάγαμε ωραία. Εγώ πήγαινα κι έμενα και στης θειάς μου στη Νέα Σμύρνη, γιατί σχολείο ξεκίνησα στην Καλλιθέα, αλλά συνέχισα στη Νέα Σμύρνη. Είναι άσχημη καμιά φορά η μνήμη, αλλά τελικά έχω συνηθίσει. Έχω τα παιδιά μου τώρα, που μου έλειπαν ανέκαθεν, καθώς πάντα τραγουδούσα στις γιορτές. Έχω αλλάξει, έχω γίνει τελείως του σπιτιού κι είναι φοβερό! Όσο μεγαλώνεις, μοιραία αλλάζουν τα πράγματα.

Λογικό, αλλά για να σας «ανεβάσω» λίγο – λέω την αλήθεια – η εμφάνιση σας δεν έχει αλλάξει.

Σκεφτείτε ότι μου λένε «Πήγαινε κάνε και κάνα τσίτωμα» αλλά άμα κάνω στο πρόσωπο, έτσι αδύνατη που είμαι, μετά θα θέλει λαιμό, μετά χέρια, θα πάει παντού και τρέχα – γύρευε. Μ’ αρέσει να μεγαλώνω και να γερνάω κανονικά, παρόλο που ο χρόνος είναι καλός μαζί μου. Ειλικρινά μια κρέμα ή μια nivea βάζω, δεν ασχολούμαι ιδιαίτερα. Μόνο όταν έχω να πάω κάπου, θα βαφτώ και θα περιποιηθώ. Ποτέ άλλοτε. 

Στα ταλέντα του Οικονομίδη πως πρωτοπήγατε;

Ήταν τον ίδιο καιρό που μ’ έβαζε η δασκάλα της μουσικής, στο σχολείο, να τραγουδήσω. Δεϊμέζη τη λέγανε, καλή της ώρα. Στον Οικονομίδη μας πήγε η θειά μου, η οποία μας έδωσε και μια σπρωξιά κιόλας, γιατί ντρεπόμασταν. Είχε πιστέψει στο ταλέντο μας κι εκείνη μας οδήγησε εκεί. Η ξαδέρφη μου, η κόρη της, λέγεται Φιλιππόνη, έγινε δασκάλα στο Ωδείο Αθηνών και τώρα έχει βγει σε σύνταξη. Πολύ καλή δασκάλα, την αγαπούσαν όλοι! Τέλος πάντων, ο Οικονομίδης μας πίστεψε επίσης πάρα πολύ! Κάναμε περιοδεία μαζί με τον Καζαντζίδη και τη Μαρινέλλα κι εμείς ήμασταν 16 χρονών. Δεν θα το ξεχάσω! Ο παππούς μου, θυμάμαι, μας είχε πάρει δυο καλά φουστανάκια. Να, αυτά όλα είναι που μου’ρχονται στη μνήμη και θέλω να τα αναπολώ. 

Και τι κάνατε εσείς μαζί με τον Καζαντζίδη και τη Μαρινέλλα; Εκείνοι λαϊκά τραγουδούσαν. 

Ο Καζαντζίδης ήταν ωραίος! Με είχε δει πάλι τη δεκαετία του ’90 σε ένα μαγαζί στην Κηφισιά που τραγουδούσα, μεταξύ άλλων, το «Είμαι η Μαίρη Παναγιωταρά» του Μηλιώκα. Θυμόταν τότε που είχαμε κάνει την περιοδεία, στα ξεκινήματα μου. Καλός, γλυκός. Και η Μαρινέλλα, μεγάλη τραγουδίστρια και πρώτη στην πίστα! Ήταν μαγική! Όταν δούλεψα εγώ μαζί τους, ήταν μικρή κι εκείνη, μετά έβγαινε σαν θεά στα μαγαζιά. Εμείς βγαίναμε και χορεύαμε λίγο στην αρχή, κάναμε τα βηματάκια μας, αλλά μετά η ξαδέρφη μου δεν ήθελε και συνέχισα μόνη μου, όπως είπα. Ήθελα να συνεχίσω! Πιστεύω ότι τό’χα το άστρο μου, διότι ενώ δεν είχα κάποιο μάνατζερ για να με κατευθύνει, ούτε καν τον Πατσιφά της LYRA δεν άκουσα! Αν τον είχα ακούσει, θα ήμουν πολύ πιο καλά τώρα. 

Πιο μπροστά καλλιτεχνικά, εννοείτε;

Αγαπούσα πάρα πολύ το τραγούδι κι έζησα πολύ έντονα όλο αυτό το παρεΐστικο της μπουάτ. Ποτέ δεν αγάπησα, όμως, το χώρο, το κύκλωμα. Μέχρι σήμερα πιστεύω ότι δεν ήμασταν αγαπημένοι, υπήρχε μια λυκοφιλία κι ένας ανταγωνισμός φοβερός. Στου Οικονομίδη συναντήθηκα με τη συχωρεμένη την Καίτη Χωματά, που είχε ξεκινήσει δυο χρόνια νωρίτερα από μένα. Δεθήκαμε συναισθηματικά. Οι μανάδες μας κάνανε παρέα, είχαμε μια πιο οικογενειακή σχέση. Την πόνεσα αυτή τη γυναίκα…Δεν κρατάω, βέβαια, σε κανέναν κακία, δεν έχω τσακωθεί, απλά με τη Χωματά ένιωθα πιο κοντά. Εγώ, επίσης, δεν το είδα ποτέ επαγγελματικά το τραγούδι, ενώ αυτό με «έζησε». 

Να σας πω μερικά ονόματα να μου τα σχολιάσετε: Αρλέτα.

Την Αρλέτα την είχα γνωρίσει τα τελευταία χρόνια της, όσο κι αν σας φανεί παράξενο. Είχαμε κάνει μια Πρωτοχρονιά στο σπίτι της μαζί με τη Νένα Βενετσάνου. Δεν έτυχε δηλαδή να τη συναντήσω την εποχή του Νέου Κύματος. Η Αρλέτα ήταν και θα είναι κάτι άλλο! Μπορεί να ξεκίνησε στο Νέο Κύμα, αλλά ήταν ευφυέστατη, αυτόφωτη, έγραφε τα τραγούδια της και δεν είχε ανάγκη κανέναν. Την αγαπούσε πολύ και η νεολαία! Μια χαρά ήταν η Αρλετούλα! 

Γιώργος Ρωμανός.

Κι ο Γιωργάρας μια χαρά ήταν! Κι ο Λάκης Παππάς, ο Γιώργος Ζωγράφος, ο Αλέξης Γεωργίου! Άλλοι άνθρωποι, τι να συζητάμε τώρα…Άλλη ποιότητα. Στα πρώτα μου βήματα έτυχε επίσης να τραγουδήσω με τον Νότη Μαυρουδή στην κιθάρα, όπως και με τον Γιώργο Κουρουπό, που ήμασταν μαζί στο «Ο & Η» στη Μνησικλέους. Δεξιά μας, στον ίδιο δρόμο, ήταν οι «Εσπερίδες» και η «Απανεμιά». Στην «Απανεμιά» υπήρχε η Μαίρη Δαλάκου, που έπαιζε και το πιάνο της, μια χαρά κοπέλα ήταν κι αυτή. 

Νέο κορίτσι εσείς, λοιπόν, κατακτάτε τις μπουάτ της εποχής.

Εγώ, να σας πω την αλήθεια, το έτσι όπως είμαι, το χρωστάω στη μητέρα μου. Η Χωματά ήταν η Χωματά, η Κουμιώτη ήταν η Κουμιώτη, ο καθένας είχε τον κόσμο του και την προσωπικότητα του. Δεν είχαμε να χωρίσουμε κάτι, ποιος ήταν πιο καλός, ποιος είχε κάνει πιο πολλά πράγματα κλπ.

Και τότε σε ποιο «κύκλωμα» και σε ποιες «λυκοφιλίες» αναφερθήκατε πριν;

Μιλάω για το τέλος πιο πολύ, όταν μας πήγε ο Μάκης Δελαπόρτας σε μια συναυλία, η οποία ήταν η χειρότερη μου! Ήταν και η Χωματά στα τελευταία της…Ήμασταν εγώ, η Κουμιώτη, η Χωματά, ο Κώστας Καράλης, ο Φίλιππος Νικολάου και η Μαίρη Λίντα – η Μαίρη Λίντα που, αντικειμενικά, έχοντας τραγουδήσει τα κέρατα της, δεν είχε σχέση με τις καριέρες όλων μας. Το σκηνικό, απ’ όπου βγαίναμε, ήταν χάλια, σαν φωτογραφία, και η Μαίρη Λίντα δεν γούσταρε. Της έλεγα: «Δεν έχεις ανάγκη εσύ κανέναν»…Πολύ θέλω να πάω να τη δω τώρα στο γηροκομείο, μακάρι να τα καταφέρω. Έβλεπα τη Χωματά να’ναι χάλια και τους άλλους να λυσσάνε. «Μα, τι θ’ αποδείξεις τώρα;» έλεγα μέσα μου. Δηλαδή, εγώ τώρα αν τραγουδήσω για φίλους στο «Πασπαρτού», τι θ’ αποδείξω; Ότι δεν έχω τη φωνή που είχα πιτσιρίκα, διότι αυτή είναι η αλήθεια! Πριν δύο χρόνια που τραγούδησα στο «Αλεξάνδρεια» ήταν, αντιθέτως, η ωραιότερη μου εμφάνιση! Δεν είχα καλέσει κανέναν, είχα μόνο μια κιθάρα κι ένα μπουζούκι, κι έλεγα: «Σκατούλια, κανένας δεν θα’ρθει»! Μόλις όμως είδα τον κόσμο, μεταμορφώθηκα! Φορούσα ένα φορεματάκι μάλλινο σκούρο μπορντό με μαύρες μπότες, δεν ξέρω, ήμουν πολύ χάι. Ήμουν και λίγο πιο παχουλή…Και τι δεν τραγούδησα εκεί η γυναίκα, ότι μου ερχότανε τους τό’λεγα! Με πιάνανε στον αέρα οι δύο μουσικοί, ο Μπέλτσιος και ο Καρακανάς. Έκτοτε, με ζητάνε συνέχεια στο «Αλεξάνδρεια», αλλά τους λέω: «Παιδιά, θέλω να νιώσω καλά πρώτα» και, εννοείται, πως αν προπονηθώ και δω ότι δεν μπορώ να ξανατραγουδήσω, δεν θα βγω! Ν’ αποδείξω, τι; Παίρνω αυτήν (σ.σ. μου δείχνει τη σκυλίτσα της), την πάω μια βόλτα και ξέρετε τι ωραία που νιώθω; 

Προφανώς είστε χορτασμένος άνθρωπος.

Είμαι, ναι, και γι’ αυτό τώρα εμφανίστηκε ένας άνθρωπος στην ηλικία της κόρης μου της μεγάλης, που θέλει να μου κάνει τη βιογραφία μου. Μου έδωσε τόση χαρά αυτό το παιδί που έκατσε κι ασχολήθηκε μαζί μου! Δεν με ενδιαφέρει να βγουν λεφτά απ’ όλο αυτό, εγώ μια χαρά περνάω με τα 690 ευρώ σύνταξη το μήνα! Τα παιδιά μου να’ναι καλά μόνο, εγώ είμαι καλά, γεμάτη, δεν έχω πρόβλημα. 

Ήσασταν έτσι όλα τα χρόνια, εννοώ άνθρωπος που δεν γκρίνιαζε;

Φοβερά ήρεμη ήμουν και ντρεπόμουν πολύ. Τα τελευταία χρόνια μιλάω με τον κόσμο, πριν δεν μίλαγα. Ούτε τσακωνόμουν, αλλά από μαγαζιά έχει τύχει να αποχωρήσω.

Για ποιους λόγους;

Γιατί δεν πλήρωναν κι έμπαινα εγώ μπροστά και για τους μουσικούς! Εμένα δεν μ’ ένοιαζε, τραγουδούσα γιατί το γούσταρα! Στη μπουάτ έβγαινα πρώτη! Ο μεγάλος μου αδερφός ήταν ηθοποιός του Κουν – ο Δημήτρης Αστεριάδης – που’χε παίξει και στους θρυλικούς «Όρνιθες». Ο Θύμιος Καρακατσάνης, που ήταν πολύ φίλος του, έλεγε πως «ο Αστεριάδης πηδάει σαν κότα», αφού πηδούσε πιο ψηλά απ’ όλους τους άλλους ηθοποιούς. Ο αδερφός μου μας είχε φτιάξει το σκηνικό στη μπουάτ, που την είχα ονομάσει «7», πιθανώς απ’ τα μέλη της οικογένειας μου. 

Μιλάτε για δική σας μπουάτ;

Δική μου ήτανε κι εκεί βγαίναμε με σβηστά φώτα, όπως έβγαιναν οι θίασοι στον Κουν! Στο πιάνο ήταν ο Βασίλης Κουμπής – τι καλό παιδί αυτός! Ο αδερφός μου τραβούσε φιλμ και όποτε έβγαινα, προβάλλονταν πλάνα του Σαρλό ή της μικρής του κόρης, της ανιψιάς μου! Μετά όλοι το πήραν και το έκαναν αυτό, όπως η Μαρινέλλα με τον Γιώργο Μαρίνο. Μέσα στη χούντα, για να μας ελέγξουν, μας λέγανε «Πρέπει να’χετε άλλο εισιτήριο, γιατί δεν είναι σινεμά» και τέτοιες βλακείες…

Σε ποια χρονιά βρισκόμαστε;

Το 1969, στην καρδιά της χούντας. Δύο χρόνια πριν, το ’67 – ’68 είχα ξεκινήσει τη δισκογραφία μου. Το ’64, βέβαια, είχαμε κάνει ντουέτα με την ξαδέρφη μου σε τραγούδια του Διδήλη, του πιανίστα του Θεοδωράκη. Επίσης, να μην παραλείψω εδώ να πω πόσο θαυμάζω τη Γιοβάννα! Έχει μια αξιοπρέπεια φοβερή αυτή η γυναίκα και είχαμε πει μαζί ένα τραγούδι του Ηλία Καραγιάννη. Αν μας ακούσετε ντουέτο, νομίζετε πως είμαστε μία φωνή! Η δισκογραφία μου ξεκίνησε κατευθείαν στη LYRA, στην ετικέτα ZODIAC. 

Όλοι μου λένε ιστορίες με τον Αλέκο Πατσιφά. Εσείς πως τον θυμάστε;

Εγώ είχα ένα μπάρμπα, ξάδερφο του πατέρα μου, Αστεριάδης λεγόταν κι αυτός, ο οποίος ήταν διευθυντής στη Ραδιοφωνία. Αυτός ήξερε πολύ καλά τον Πατσιφά και με πήγε εκεί. Ήμουν 16 στα 17 και ο Πατσιφάς ενθουσιάστηκε μαζί μου! Δεν είχα τότε κοντά μαλλιά, τά’χα ψιλομακριά, γυριστά. Αν δείτε μια ταινία, το «Έξω φτώχεια και καλή καρδιά», τραγουδάμε με την ξαδέρφη μου στα ταλέντα του Οικονομίδη και μπορείτε να δείτε πως ήμουν. Ο Πατσιφάς με έστειλε με τη μία για κούρεμα, γουλί σχεδόν τα έκοψα!

Σας έδωσε ένα ωραίο στυλάκι, λίγο γαλλικό, η αλήθεια είναι.

Ναι, μου άρεσε πολύ, αλλά όπως είπα και πριν έπρεπε να τον άκουγα πιο πολύ. Όταν είσαι μικρό παιδί και κάπως φτωχό, σου φαίνονται όλα περίεργα, ούτε ξέραμε τι γινόταν! Κάναμε τρία προγράμματα και καθόταν ο κόσμος με τις ομπρέλες μεσ’ στη βροχή, περιμένοντας να τελειώσουμε! Κι εγώ να λέω «Δεν είναι στα καλά τους αυτοί», τόση εντύπωση μου έκανε! Καταλαβαίνετε, δεν είπα ποτέ εγώ ότι «αυτοί έρχονται για μένα», είναι κάτι που νιώθω μέχρι σήμερα. Κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός, είναι αυτόφωτος. Ακόμη και οι δουλειές με τον Μαμαγκάκη, τυχαία έγιναν. Το «Σκληρό μου αγόρι», ας πούμε, δεν το’χε γράψει για μένα ο Μαμαγκάκης! Απλά με φώναξε στον Φίνο και το’πα. Επειδή βγήκα στο σινεμά και στην τηλεόραση, αυτό ήτανε! Μου το ζητούσαν, σκεφτείτε, και δεν το έλεγα! 

Πριν τον Μαμαγκάκη συνεργαστήκατε και με πολλούς άλλους συνθέτες.

Τον Ηλία Καραγιάννη, που μου έγραψε τη «Μια γιορτή», τον Κώστα Ξενάκη, τον Πάνο Σαββόπουλο, τον Κύπριο Γιώργο Κοτσώνη…Με πολλούς. Ο Μίμης Πλέσσας μου έκανε μαθήματα φωνητικής για να διορθώσω το «σίγμα» μου, που το έλεγα κάπως παχύ. Μπήκα κάτω απ’ την ταμπέλα του Νέου Κύματος κι εγώ. 

Μια ταμπέλα που τσάντιζε πολύ την Αρλέτα.

Και μένα με τσαντίζει τώρα πια! Καταρχάς εμείς στη μπουάτ που δουλεύαμε με τον Κουρουπό, δεν λέγαμε μόνο Νέο Κύμα. Εδώ με τον Νίκο Δημητράτο, που τραγουδούσαμε, λέγαμε τα πάντα, πλην ξένων, αφού εγώ δεν τραγουδούσα ποτέ ξένα. Είχα και τα Τζαβαράκια καμιά φορά μαζί μου. Δύο μπουάτ, πρέπει να πω, τις είχα δικές μου: Τη μία την έλεγα «Νανώ», απ’ το τραγούδι του Νίκου Χουλιαρά, που είχα πει. 

Και είχατε την οικονομική δυνατότητα να ανοίξετε δύο μπουάτ; Θα κερδίζατε πολλά χρήματα. 

Τότε, ναι! Τη μία την έκανα όταν πήγα και τραγούδησα σ’ έναν εφοπλιστή, που τα παιδιά του σήμερα έχουν τη volkswagen. Μανδύλας λεγόταν. Είχα πάει μαζί με τον πιανίστα Λάκη Παλλίδη και τραγουδήσαμε στο Ψυχικό, που αρραβώνιαζε την κόρη του. Δεν είχα ζητήσει καν λεφτά, αφού ερχόντουσαν συνέχεια στο ZOOM και με ζητούσαν να πάω! Μου έδωσε 150.000 δραχμές, ασύλληπτα λεφτά, κι αντί να τα κάνω σπίτι, πήγα κι άνοιξα μπουάτ! Τι βλάκας ήμουν! 

Δεν είναι κακό να επενδύει στη δουλειά του κανείς όταν είναι νέος.

Εντάξει, καλά έκανα, αλλά τελικά και κακά, γιατί δεν έβγαλα λεφτά. Άσε τώρα…Έχω μετανιώσει, γιατί δεν έκανα για επιχειρηματίας και κάθε άνθρωπος είναι για το είδος του. 

Αντιμετωπίσατε προβλήματα λόγω χούντας;

Βγαίναμε με τον Λάκη Παππά, λέγαμε «Θα σας πούμε ένα του Χατζιδάκι» και τραγουδούσαμε Θεοδωράκη! Κάναμε συναυλίες με τον Κακουλίδη, λέγαμε Θεοδωράκη και απλά μας φώναζαν για να μας επιπλήξουν. Βλακείες, όχι τίποτα φοβερά πράγματα. Να μην πω ψέματα, δεν με κυνήγησαν εμένα. Όλοι βγαίνουν τώρα και λένε ότι κάνανε αντίσταση, μην τρελαθούμε. Στη χούντα, αν δεν ανήκες ενεργά κάπου, δεν αντιμετώπιζες πρόβλημα ως καλλιτέχνης. 

Και τα ξερονήσια που ήταν γεμάτα ταυτόχρονα;

Προς Θεού, δεν σας λέω ότι ήταν καλή η χούντα! Εγώ αγαπούσα όλο τον κόσμο, δεν με ενδιέφερε αν ήταν αριστεροί ή δεξιοί ή κεντρώοι, αρκεί να μην ήταν φασιστάκια, παλιάνθρωποι. Δεν υπήρχε περίπτωση να μη σε κάνω παρέα επειδή ήσουν αριστερός ή δεξιός. Όχι! Ακόμη έχω φίλους απ’ όλα τα κόμματα, ασχέτως αν στην πολιτική μου τοποθέτηση παραμένω Κεντρώα. Ο ένας μου αδερφός, ας πούμε, ήταν φανατικός αριστερός και μέσα απ’ τη δουλειά του, το Θέατρο Τέχνης. Ο άλλος μου αδερφός ήταν Πασόκ και η γυναίκα του, η νύφη μου, παραμένει Νεοδημοκράτισσα και μία εξαιρετική κυρία. Εγώ, να σας πω την αλήθεια, ψήφισα Τσίπρα, ένα νέο παιδί, όπως και ο περισσότερος κόσμος. Δεν έβλεπες και τίποτα άλλο στην κωλοτηλεόραση, συνέχεια τον χτυπάγανε, κι αυτό ήταν άσχημο! «Αφήστε τον να δούμε τι θα κάνει, ρε παιδιά» έλεγε ο κόσμος. Γιατί μια ζωή πρέπει να κυβερνά μια οικογένεια; Καταλάβατε; Μπορεί να μην είμαι χωμένη σε κόμματα, αλλά έτσι νιώθω. 

Σας βλέπω που καπνίζετε. Ένα σχόλιο για τον αντικαπνιστικό νόμο;

Σίγουρα δεν θα πάω να καπνίσω κάπου που δεν κάνει. Ούτε σ’ ένα σπίτι που δεν καπνίζουν – θα βγω έξω να καπνίσω, στο μπαλκόνι. Βρε μαλάκες, όμως, κάντε κάτι! Δεν μπορείς να μού’ρθεις ξαφνικά εσύ να μου κόψεις το τσιγάρο! Δεν κατάλαβα, ας μην πάει στο μεγάλο μαγαζί η κυρία Κότα που δεν θέλει να καπνίσει! Μέσα μου είμαι επαναστάτρια, μην νομίζετε! Απ’ τη μάνα μου το πήρα, που ήταν μεγάλη αριστερή! Δεν πήγαινε εκκλησία η μάνα μου, βαριόταν. Έστελνε εμάς, ακόμη και στο Κατηχητικό, κι αυτή καθόταν σπίτι. Μεσ’ στον Εμφύλιο την κυνήγησαν, παραλίγο να τη σκοτώσουν και την έσωσε μια δεξιά που έμενε δίπλα της. Όσο μπόι της έλειπε…Ήταν φοβερή γυναίκα, τι να σας πω! Είχε τελειώσει το δημοτικό κι ήρθαν με τους παππούδες εδώ απ’ το Φανάρι, τη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Έγραφε τόσο ωραία και καλλιγραφικά και σωστά, αυτή θα γινόταν σίγουρα φιλόλογος, όπως και η άλλη της η αδερφή θα γινόταν μεγάλη τραγουδίστρια! Όσο ζούσε η γιαγιά, δεν φαντάζεστε πως ζούσαμε κι εμείς. Άλλα ήθη, άλλες οικογένειες. Αντάρτισσα ήταν η μάνα μου και σκέφτομαι πως κι εγώ, αν δεν χώριζα το ’81 απ’ τον μπαμπά των παιδιών μου, δεν θα ξανατραγουδούσα! 

Θέλετε να πείτε ότι η σύμβαση του γάμου σας απομάκρυνε από την τέχνη.

Ναι, ακριβώς, αν και δεν έκανα ποτέ γάμο! Τα παράτησα και θα τα παρατούσα οριστικά αν δεν χώριζα! Πέθανε, βέβαια, ο καημένος ο μπαμπάς των παιδιών μου, αλλά εγώ δεν σκόπευα στο γάμο με κανέναν απ’ τους ερωτικούς συντρόφους που είχα στη ζωή μου. Ούτε σε κανέναν κράτησα κακία. Να, με τον άντρα που ήμουν, ζήσαμε μαζί, περάσαμε καλά, κάναμε και δύο παιδιά. 

Ήσασταν και ωραίο κορίτσι, θα γινόταν χαμός από «προτάσεις».

Εντάξει, είχα ένα ωραίο προσωπάκι, αλλά δεν ήμουν ποτέ η «γκόμενα». Διατήρησα ένα εφηβικό στυλάκι. Ένα βλαμμένο που δεν μίλαγε καθόλου κιόλας, που με νόμιζαν για σνομπ, ενώ μόνο σνομπ δεν ήμουν! Άσε που με το κοντό μαλλάκι του Πατσιφά, με είχαν βγάλει «ανωμαλιάρα». Είχα πάθει την πλάκα μου, τους έλεγα «Βρε παιδιά, εγώ δεν είχα ποτέ μια κολλητή να τρέχω μαζί της, όλο μ’ αγόρια βγαίνω». Θυμάμαι το σπίτι μας που ήταν μια σταλιά. Εγώ κοιμόμουν στο ένα δωμάτιο με τη μαμά και τον μπαμπά και τα αδέρφια μου, στο μεγάλο δωμάτιο και στο χολ. Κι είχαμε κι ένα σκυλί (γέλια). Τους έβλεπα, λοιπόν, που πήγαιναν κι έκαναν τα τσίσα τους, τους ακολουθούσα κι εγώ, καθόμουν, άνοιγα τα πόδια μου. Ερχόταν η γιαγιά μου με τα σπίρτα, δεν είχαμε καν καπάκι στην τουαλέτα. Όταν, λοιπόν, έχεις μεγαλώσει μέσα σε φτώχεια, αποκτάς και τα χούγια του ταπεινού φτωχού και αγωνιστή ανθρώπου.

Είναι σημαντική η ταξική συνείδηση για τη μετέπειτα πορεία του ανθρώπου;

Εμένα μ’ έχει σημαδέψει! Εκτιμώ μέχρι σήμερα την απλότητα και τη λιτότητα. Όσο για το «ανωμαλιάρα», που με λέγανε, με είχε ενοχλήσει, παρόλο που δεν με λες ομοφοβική. Δεν μ’ ενδιαφέρει ειλικρινά καθόλου πως τη βρίσκει ο καθένας. Καθόλου! Νά’μουν, να το φώναζα κιόλας! Θα το έλεγα, να είστε βέβαιος, αλλά τώρα ξαφνικά ν’ ακούς τέτοια μεσ’ στο χώρο μας…Εγώ εδώ έκανα δουλειά με τον Κωνσταντίνο Β. που είναι ανοιχτά γκέι και δεν μ’ ενδιέφερε καθόλου. Ήθελα να τον έχω εδώ και να συζητάμε. Και να σας πω κι ένα άλλο; Τον λατρεύω, τον λατρεύω τον Κωνσταντίνο Β.! Το αγαπάω πολύ αυτό το παιδί, είχα γνωρίσει τον πατέρα του, τη μάνα του, την αδερφή του. Τον αγαπάω γιατί μου έδωσε μιαν άλλη ώθηση. Η κόρη μου με παρότρυνε, εγώ δεν είχα ιδέα από Στέρεο.Νόβα. 

Ξέρετε, όταν ανακοίνωσα πως θα μου δώσετε συνέντευξη, έλαβα μηνύματα από παιδιά 20 και 23 ετών που σας έμαθαν και σας αγάπησαν – μου είπαν – μέσω Κωνσταντίνου Β.

Φοβερό! Είδες τελικά; Μεγάλη υπόθεση! Κάναμε στενή παρέα με τον Κωνσταντίνο! Ερχόταν και την άραζε εδώ και δεν έφευγε – θα σας ανοίξω μετά να δείτε τι θέα έχω! Δεν φαντάζεστε τι ωραία ένιωθα μαζί του και στις προσωπικές μας στιγμές, αλλά και στις συναυλίες και στο στούντιο. Μετά που έκανε το δίσκο του με τη Γαλάνη, εγώ ήμουν που του είπα: «Προχώρα, Κωνσταντίνε, κάνε και μ’ άλλους ωραία πράγματα». Ξέρετε για πότε το είπα το τραγούδι του; Τάκα – τάκα! Και όλος ο δίσκος μας ήταν καλός, το «Ένα παιχνίδι», αλλά τον πήγε στην FM Records και τον θάψανε. Όλοι στην εκμετάλλευση…Με χαροποίησε πολύ, λοιπόν, η παρέα και η συνεργασία με τον Κωνσταντίνο Β., όπως κι αυτή με τον Γιάννη Σπανό.

Ο Σπανός σας αγαπούσε, είναι αλήθεια. Μια – δυο φορές που είχα την ευκαιρία να μιλήσω μαζί του, σας είχε αναφέρει. 

Εγώ όταν έκανα τα παιδιά μου, δεν μπορούσα να τον συνοδεύω τον Σπανό στα μπαράκια του και στ’ αυτά του και στα έτσι του. Πολύ τον γούσταρα! Πήγα στην κηδεία του και μου έκαναν εντύπωση μερικές ακραίες αντιδράσεις. Πολύς κόσμος ήταν στην κηδεία του! Εγώ του’χα μιλήσει μια βδομάδα πριν, το «Ποπάκι μου» και «το Ποπάκι μου» έλεγε…Και μετά από λίγες μέρες πέθανε! Άσε με τώρα κι ήθελα να πάω να τον δω. Θα πήγαινα, τό’χα κανονίσει. Ε, στην κηδεία με πήγε η Πένυ Ξενάκη – νά’ναι καλά το κορίτσι. Μου άρεσε πολύ η στάση του Γιώργου Νταλάρα. Ήρθαν μαζί με την Άννα, άφησαν μια μεγάλη ανθοδέσμη και φύγανε. Αξιοπρεπέστατοι! Το ίδιο και η Γιοβάννα, που ήταν εκεί. Κάτσε καλά τώρα, η Γιοβάννα για μένα είναι μεγάλη ιστορία στο τραγούδι! 

Μιλήστε μου λίγο για κάποιες ανέκδοτες ηχογραφήσεις σας με τον Μάνο Χατζιδάκι.

Άφησε εποχή έτσι όπως τραγούδησα το «Νάνι του Ρήγα το παιδί». Εξ αιτίας του Κουρουπού έγινε, που μου έκανε και την ψιλή φωνή που είχα. Τον Χατζιδάκι τον γνώρισα στο ZOOM, το οποίο ZOOM – πρέπει να πούμε – εγώ το ξεκίνησα το 1969. Αν δείτε το βιβλίο που έβγαλε ένας Ντίκος για το Νέο Κύμα, χαζομάρες γράφει μέσα, αλλά τέλος πάντων…Δεν γράφει ότι εγώ στο ZOOM τον είχα γκαρσόνι τον Χρονόπουλο, τον μετέπειτα ιδιοκτήτη. Η επιχείρηση ήταν του Τρίχα, ενός μεγαλομανάβη, μεγαλέμπορου, που τά’χε με την Πόλυ Πάνου. Γνώρισε ο Χρονόπουλος μια Ελληνοαμερικάνα πλούσια και μετά αγόρασαν το ZOOM. Το όνομα το έβγαλε ο αδερφός μου, ο οποίος έφτιαξε και το χαρακτηριστικό λόγκο του μαγαζιού. Αυτά δεν λένε, κατάλαβες; Και γράφουν ότι θέλουν! Ε, εκεί γνώρισα τον Χατζιδάκι, το ’72, μόλις είχε έρθει, αφού όταν εγώ ηχογράφησα το «Νάνι του Ρήγα το παιδί», ήταν στην Αμερική. Τον ακούγαμε και τον τραγουδούσαμε πολύ τον Χατζιδάκι. Δεν είχαν σημασία οι χώροι. Εγώ θυμάμαι να τραγουδάω το «Απ’ όλα τα άστρα του ουρανού» με τον Τέλη τον Αποστολάκο πάνω στο Μον Παρνές. Εκεί ήρθε και με ζήτησε ο ιδιοκτήτης του μετέπειτα «Διογένης Παλλάς». Σκεφτείτε, κι εγώ έλεγα Χατζιδάκι και «Μεγάλο Ερωτικό»! Του Χατζιδάκι θα μπορούσα να έχω πει και άλλα τραγούδια του. Μια αξέχαστη στιγμή στη ζωή μου είναι όταν γνώρισα τη Φλέρυ Νταντωνάκη σ’ ένα σπίτι. Ήταν εκεί και τραγούδησε α καπέλα, χωρίς μικρόφωνο, για την παρέα μόνο. Μοναδική ερμηνεύτρια! Ξέρετε, μοναδική ήταν και η Τζένη Βάνου, η οποία είχε φθαρεί για να επιβιώσει στο τέλος – το πουλάκι μου! 

Όντως, στα τελευταία της τραγουδούσε με τη Μπεζαντάκου στο «Skyladiko», όνομα και πράγμα.

Και έβγαιναν τα κωλόπαιδα και την είχαν…Άσε με! Σεβαστείτε τη, ρε σεις, τη γυναίκα, είναι η Τζένη Βάνου, ρε ζώα! 

Πως, όμως, «πήγατε» απ’ τη Νταντωνάκη στη Βάνου; Η μία δεν έκανε καριέρα μεγάλη, η άλλη πάλι είχε πλούσια δισκογραφία. Τι κοινό μπορεί να έχουν αυτές οι δύο;

Φωνάρες και οι δύο, αηδόνια! Τι άλλο θέλετε; Η Βάνου για μένα ήταν πιο πάνω απ’ τη Μούσχουρη!

Νομίζω αυτό το’χει πει και η ίδια η Μούσχουρη.

Μπράβο της που τό’πε! Εγώ, εντάξει, λέω ότι είχα μια καλή φωνή, παρόλο που ο Μαμαγκάκης παρομοίαζε τη φωνή μου με βιολοντσέλο. Τό’λεγε συνέχεια ο Μαμαγκάκης της Ελένης Ροδά αυτό, της κοινής μας φίλης! Θυμάμαι που’χε έρθει εκεί που τραγουδούσα με τον Λάκη Παππά και μου μίλησε για το «Σκληρό μου αγόρι». Του λέω: «Γιατί, μωρέ, για μένα τό’χεις γράψει; Κατά λάθος έγινε, γιατί με είδες που βγήκα στην τηλεόραση»! Δεν του άρεσε αυτό, αλλά ήξερε πως ήμουν ειλικρινής, το εκτίμησε στην τελική. Κάναμε, όμως, και την «Εκδρομή», για την ταινία του Τάκη Κανελλόπουλου. Η φωνή μου ήταν ακόμα παιδική, θυμάμαι τη μέρα που μπήκαμε στο στούντιο.

Υπέροχη ταινία ήταν αυτή και υπέροχο μελαγχολικό σάουντρακ!

Μη νομίζετε ότι θυμάμαι και πάρα πολλά. Μικρό κοριτσάκι ήμουν και με έτρεχαν από δω κι από κει, αφού σε πολλές ταινίες δεν θυμάμαι καν ότι τραγουδούσα. Τον Κανελλόπουλο δεν τον γνώρισα πολύ, ένα «γεια» μόνο. Μεγαλύτερη σχέση είχα με τον Ντίνο Δημόπουλο, που είχε γράψει τους στίχους στο «Σκληρό μου αγόρι». Μ’ αγαπούσε πολύ αυτός, όπως και ο άλλος σκηνοθέτης, ο Νίκος Τζίμας, που έπαιξα στον «Αστραπόγιαννο» του. 

Σωστά, παίξατε και ως ηθοποιός στο σινεμά.

Μεγάλη εμπειρία! Συμπρωταγωνιστούσα με τον Κούρκουλο, αλλά έκανα την κοπέλα ενός άλλου ηθοποιού, που του έλεγα κιόλας: «Φίλα με, ρε, καλύτερα» (γέλια). Κόπηκαν πολλές σκηνές μου, επειδή βασική πρωταγωνίστρια ήταν η Νίκη Τριανταφυλλίδη. Πιστέψτε με, χωρίς να περιαυτολογώ, θα έκλεβα την παράσταση αν άφηναν όλες τις σκηνές μου. Άλλο το σανίδι και άλλο το σινεμά, ξέρετε. 

Πως έγινε η πρόταση αυτή από τον Τζίμα;

Δούλευα στο ZOOM κι έχασα πολλά μεροκάματα. Ότι μού’πε, τό’κανα, παρόλο που τα λεφτά για την ταινία ήταν ελάχιστα. Με είχε φάει ο Τζίμας, ερχόταν με τη Δανδουλάκη. Πολύ καλός άνθρωπος, ακόμη τηλεφωνιόμαστε! «Έλα να παίξεις» με παρακάλαγε, ε και πήγα! Με κυνήγαγε, θυμάμαι, ο Σπύρος Καλογήρου και μου’χαν φορέσει μια μακριά περούκα. Χωρίς να ξέρουν ότι εγώ ήμουν του στίβου από μικρή, άρχισα να τρέχω, έφτασα στη μάντρα και μου φώναζε ο καημένος ο Καλογήρου: «Αστεριάδη, σταμάτα!» (γέλια) Αστείες έβγαιναν οι σκηνές, γι’ αυτό και τις ξαναγυρίζαμε. Κρύωσα κιόλας, αφού κάναμε γυρίσματα κάπου χειμώνα στην Πάρνηθα, κι έτσι έχασα κι άλλα μεροκάματα απ’ το ZOOM. 

Πως δεν παίξατε και σε άλλες ταινίες;

Δεν ήθελα, γιατί είδα πόσο κουράζονταν όλοι για να γίνει μία ταινία.

Σας γοήτευε που βλέπατε μετά τον εαυτό σας στη μεγάλη οθόνη;

Εκεί μ’ άρεσα, στην ταινία αυτή. Την Τριανταφυλλίδη δεν τη γνώρισα καλά, παίξαμε σε διαφορετικές σκηνές, αλλά τη θεωρούσα πολύ όμορφη κοπέλα και καλή ηθοποιό. Θέλω να πω εδώ ότι άμα κοιτούσα την καριέρα μου και μόνον αυτή, θα’χα κάνει πολλά πράγματα. Φταίω εγώ.

Το λέτε με μία πικρία.

Ναι…Όπως είπα και πριν για τη συμβίωση εν είδει οικογενειακής σύμβασης, εφόσον δεν παντρεύτηκα ποτέ. Το ’71 τον γνώρισα, το ’73 έκανα το ένα μου παιδί και το ’76 το άλλο. Μέχρι το ’81 μείναμε μαζί. Είπαμε τότε να παντρευτούμε, αλλά αποφάσισα να χωρίσω. Τα παιδιά ευτυχώς τα είχε «αναγνωρίσει» ο άνθρωπος…Ούτε είχε σχέση με τα καλλιτεχνικά, μηχανολόγος – ηλεκτρολόγος ήτανε. 

Κι ενώ ήσασταν μεσ’ στους καλλιτέχνες…

Δεν γούσταρα ερωτικά μπλεξίματα με καλλιτέχνες. Θα πλακωνόμουν, δεν υπήρχε περίπτωση. Μετά από δέκα χρόνια, λοιπόν, είπα να τον παντρευτώ, αλλά στο παρά πέντε δεν μας προέκυψε. 

Πάντως, ήταν τρομερά πρωτοποριακό τη δεκαετία του ’70 στην Ελλάδα μια διάσημη γυναίκα να συζεί εκτός γάμου και νά’χει κάνει δύο παιδιά.

Γιατί τον αγάπησα πολύ, τον ερωτεύθηκα, και το έκανα! Αυτό μου’ρθε, αυτό έκανα! Δεν υπήρξε καμία αντίδραση απ’ τους γονείς μου, ούτε απ’ τ’ αδέρφια μου, ήταν ανοιχτόμυαλοι. Εγώ πάντα τα «θέλω» μου ακολουθούσα. Και στον Δήμο Πειραιά, γι’ αυτό δεν μπόρεσα να μείνω. Το μετάνιωσα που μπλέχτηκα και τις δύο φορές. Είπα «Αφού δεν τό’χω, τι θέλω και μπλέκομαι;» Να πεις ότι παίρναμε και λεφτά…Στις αρχές μόνο, επί Μίχα, παίρναμε 250 ευρώ για τα έξοδα μας, αυτό ήτανε. Τι να πηγαίνω να κάνω; Αφού νευρίαζα, έβγαινα όλο έξω και κάπνιζα. Επειδή όμως νιώθω Πειραιώτισσα και τον αγαπάω τον Πειραιά, εύχομαι ολόψυχα να τον φτιάξουν. 

Φιλίες έχετε κρατήσει απ’ τον καλλιτεχνικό χώρο;

Όχι, παρέες δεν κράτησα, μόνο τηλεφωνιέμαι. Με τον Βιολάρη θα μιλήσω, με τη Ροδά, μ’ όλους θα μιλήσω αν τύχει. Ξέρετε πόσο είχα συγκινηθεί όταν πήγα στης Αρλέτας; Της είχα φτιάξει σπανακοπιτάκια, που μου’χε ζητήσει, και πίτα γιατί ήταν Πρωτοχρονιά. Περάσαμε υπέροχα και μετά πήγαινα και την έβλεπα και μ’ άλλους κοινούς φίλους, άσχετους με τον καλλιτεχνικό χώρο, που την αγαπούσαν επίσης! Και με τον Νταλάρα θα μιλήσω όποτε συναντηθούμε. Τον Νταλάρα, δεν πα’να λένε, εγώ τον εκτιμώ πολύ, γιατί καλλιεργήθηκε μόνος του! Τον Μητσιά τον αγαπάω, επίσης, γιατί ξεκίνησε μαζί μου και τραγούδησε τα κέρατα μου τα δίφορα που λέω εγώ. Μ’ αρέσει πολύ η φωνή του. Τον Νταλάρα τον εκτιμώ, όπως είπα, γιατί ήταν αυτοδημιούργητος, αλλά και γιατί έχει μια άξια γυναίκα δίπλα του. Θυμάμαι τον Πατσιφά πώς μου μιλούσε για την Άννα! «Ο Νταλάρας βρήκε την καλύτερη γυναίκα για να τον στηρίξει», αυτά ήταν τα λόγια του!

Πότε σταματήσατε τη δισκογραφία, κυρία Αστεριάδη;

Το ’98 με τον Κωνσταντίνο Β., αλλά αν εννοείτε παλαιότερα, ούτε που θυμάμαι. Θυμάμαι μόνο τον συχωρεμένο τον Ζαμπέτα που’χα πάει να τον δω στο «Σωτηρία». Μου είχε δώσει τραγούδια του σε κασέτες, που δεν τα έκανα ποτέ. «Εκατό τραγούδια θα σου δώσω, κορίτσι μου» μού’λεγε. Με ζητούσε και δεν πήγαινα το ζώον, ξέρετε πόσα τραγούδια του θα μπορούσα να’χα πει; Βλακείες έκανα! Το νεαρό της ηλικίας και τα μυαλά πάνω απ’ το κεφάλι δεν σου άφηναν περιθώριο να σκεφτείς κάποια πράγματα. 

Τι είναι αυτό που σας λείπει δηλαδή σήμερα;

Θα’ χα κάνει περισσότερα τραγούδια. Αυτό! Λέω τώρα τι θα μπορούσα να’χα κάνει αν είχα δουλέψει πιο σοβαρά, γιατί και μ’ αυτά που έκανα, ευχαριστημένη είμαι. 

Αλήθεια είναι πως δεν αναλωθήκατε στα λαϊκά μαγαζιά.

Όχι. Το πρώτο τέτοιο μαγαζί που δούλεψα ήταν με τον Πάριο, τον Νταλάρα, τον Διονυσίου, την Αλεξίου, την Ελπίδα και τον Πασχάλη. Στα «Δειλινά» ήταν το ’72. Τη θυμάμαι καλά τη χρονιά, γιατί τότε πέθανε ο πατέρας μου. Μάλιστα, εγώ έμενα με τον δικό μου τότε στη Νέα Σμύρνη και μ’ έφερνε ο Πάριος με τ’ αυτοκίνητο του. 

Τις νοσταλγείτε αυτές τις συνεργασίες;

Όχι ιδιαίτερα, γιατί δεν με εξέφραζε το όλο κλίμα. Καταρχάς, μας έκλειναν τα μικρόφωνα, από κει σιχάθηκα το χώρο… Εντάξει, να πάω να τραγουδήσω, αλλά με τα ίδια όρια, τον ίδιο φωτισμό, τον ίδιο ήχο. Θυμάμαι που πήγαμε κάποια στιγμή με τον Κωνσταντίνο Β. και μεγάλη παρέα στο «Διογένης» ν’ ακούσουμε τον Ρέμο. Μου έδωσε το μικρόφωνο να τραγουδήσω – εμφανιζόταν με τη Γαρμπή αυτός εκεί. Τότε σκέφτηκα «Ρε παιδιά, να έρχομαι να τραγουδάω για μισή ώρα μόνο»! Ένα «αχ» κάνανε και βγαίνανε καμπάνα! Να ερχόντουσαν να τραγουδούσαν έτσι όπως βγαίναμε εμείς, χωρίς μικρόφωνο στην ουσία! 

Απλά εσείς υπήρξατε τραγουδιστές που βασιζόσασταν στη φωνή και στο ρεπερτόριο σας. Όχι στα παραφερνάλια. 

Δεν θα διαφωνήσω. Όπως το «Σκληρό μου αγόρι» που έλεγα εγώ και που ήταν ένα περίεργο τραγούδι. Λαϊκό που γινόταν σέικ! Ένας χαμός γινότανε! Πόσο μεγάλος συνθέτης ήταν ο Μαμαγκάκης! Έρχονταν γυναίκες και μου έλεγαν «Ο άνδρας μου είναι ερωτευμένος μαζί σας» και τους απαντούσα «Ε, γι’ αυτό πρόκοψα στη ζωή μου, απ’ τους πολλούς έρωτες» (γέλια) Μόνο τις γυναίκες κοίταγα, για να μη μου έφευγε καμιά ματιά ότι κοιτάω τους άντρες τους και ζηλέψουν! 

Ταξιδέψατε στο εξωτερικό;

Με τον δικό μου γυρίσαμε την Ευρώπη. Για δουλειά, όμως, είχα πάει Καναδά, Αμερική, Γερμανία και στο Σπλιτ της Γιουγκοσλαβίας σ’ ένα φεστιβάλ τραγουδιού. Εκεί μου «κόλλαγε» κι ένας πολύ ωραίος, αλλά την τύφλα μου δεν ήξερα (γέλια) Πιτσιρίκα ήμουν! 

Θα θέλατε να’χατε τραγουδήσει τον Μίκη Θεοδωράκη;

Αφού όταν εγώ άρχισα να λέω τα τραγούδια του, έπεσε η χούντα. Τον τραγουδούσαμε στη ζούλα, δεν λέγαμε πριν; Στο «Αλεξάνδρεια», πριν δυο χρόνια, τραγούδησα το «Είμαι καλά, πολύ καλά, για σας το ίδιο επιθυμώ» και «Το δέμα τό’λαβα προχθές», ότι θυμόμουν απ’ τα λόγια, κι όλοι με συνόδευαν, «λα λα λα» και «λα λα λα»! Πριν καμιά δεκαετία και βάλε, τραγούδησα έξω απ’ το Δημοτικό Θέατρο. Ήταν και ο Νταλάρας μαζί. Ήρθε εκεί ο Μίκης – εκεί τον συνάντησα πρώτη φορά – μ’ αγκάλιασε, με φίλησε και μετά φάγαμε παρέα. Κάναμε και πρόποση, ότι θα με έπαιρναν μαζί τους με τη Λαϊκή Ορχήστρα Μίκης Θεοδωράκης. Ο αδερφός μου, που του είχε τρελή αδυναμία, με ξεσήκωσε! Πήραμε μια μεγάλη γλάστρα, πήγαμε απ’ το σπίτι του, αλλά δεν καταφέραμε δυστυχώς να τον δούμε πάλι. Με πείραξε λίγο αυτό…

Ποιο τραγούδι σας θα ξεχωρίζατε; Κι ας μην είναι απ’ τα πιο γνωστά σας.

Μ’ αρέσει πολύ το «Κράτησε με, αγάπη μου» του Μίμη Πλέσσα. Από ταινία κι αυτό, που δεν εμφανιζόμουν μέσα. Και το «Μια γιορτή» θα έλεγα, αλλά και του Μαμαγκάκη, όχι μόνο το «Σκληρό μου αγόρι». Του Χουλιαρά μ’ άρεσαν πολύ τα τραγούδια του! Να πω κι εκείνα που κάναμε με τον Λίνο Κόκοτο σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου. Δεν πρόλαβε να βγει ο δίσκος και πέθανε ο Πατσιφάς. Πολύ στενοχωρήθηκα που βγήκε σε μια εκπομπή και δεν με ανάφερε καν, εμένα που τον είχα στηρίξει τόσο πολύ στις συναυλίες! 

Μια και αναφέρατε τον Πλέσσα, να πούμε και ότι συμμετείχατε στον «Δρόμο» με τον Πουλόπουλο και την Κουμιώτη.

Η Κουμιώτη είπε πολύ ωραία τραγούδια! Το «Χελιδονάκι» ήταν να το πω εγώ, γιατί στο εξώφυλλο του δίσκου – αν δείτε – γράφει «Πουλόπουλος Αστεριάδη» και μετά «Κουμιώτη». Εγώ είχα κάνει ήδη καριέρα και γι’ αυτό, όταν ήμουν στο ZOOM, τσαντίστηκα και δεν πήγα στο θεατρικό που κάνανε. Τι μου δώσανε να πω εμένα, το «Με λένε Μόνικα» ή το άλλο, που έκανα ντουέτο με τον Πουλόπουλο; Ένα τραγούδι είπα και μια δεύτερη φωνή έκανα. Τέλος. Μάλιστα, σε μια συναυλία του στην αρχαία Ολυμπία, ο Πλέσσας βγήκε και είπε: «Αδίκησα την Πόπη, γιατί έπρεπε να’χει τραγουδήσει το ”Χελιδονάκι”»! Έτσι ακριβώς! Γι’ αυτό σου λέω, έχω φάει πολλές πίκρες…Εκμετάλλευση απ’ τις δισκογραφικές και τρικλοποδιές απ’ το σινάφι!

Πιο μεγάλες ήταν οι πίκρες, που λέτε, στην επαγγελματική ή στην προσωπική σας ζωή;

Και στην προσωπική και στην επαγγελματική…Πιο πολύ, βέβαια, στην προσωπική μου ζωή… 

Λένε πως ο καλλιτέχνης που είναι καλά στην προσωπική ζωή του, αποδίδει καλύτερα και στην τέχνη του. Το πιστεύετε;

Όχι! Εγώ ακόμη και τώρα, που σας λέω ότι τα παράτησα, κάτι με τρώει, κάτι που μου λέει «Να πάμε να φτιάξουμε κάτι καινούργιο». Την έχω μέσα μου τη δημιουργία. Δεν έχει σημασία αν η προσωπική ζωή μου δεν πήγε, όπως θα την ήθελα. Μπορεί να έφταιγα κι εγώ, γιατί δηλαδή να μην έφταιγα; Είναι θέμα επιλογών, γι’ αυτό και τα τελευταία 15 χρόνια είμαι μόνη μου. Ούτε καν μ’ απασχολεί μια ερωτική συντροφιά. Είμαι γεμάτη, δεν μ’ ενδιαφέρει πια αυτό. Έχω τα δυο μου παιδιά, τις δυο κόρες μου και μία εγγονούλα, που τη λατρεύω. Τα παιδιά μου να’ναι καλά και τίποτα άλλο δεν θέλω. Κι όταν είπα για δημιουργία, εννοούσα να κάνουμε κάτι για την πλάκα μας, για τους φίλους μας, με σκοπό να περάσουμε πάλι εμείς καλά. 

Γλιτώνετε και τη φθορά έτσι κιόλας. 

Πολύ σωστό αυτό που λέτε! Εγώ δεν θέλω να με λυπούνται. Θέλω να πατήσω καλά στο τραγούδι άμα είναι να ξαναβγώ, με την επίγνωση ότι δεν γίνεται νά’μαι όπως παλιά. Κι είναι και λογικό αυτό! Δεν γίνεται, γιατί έχω μεγαλώσει και καπνίζω κιόλας. Θα προτιμούσα να πάω να καθαρίζω σπίτια απ’ το να ξαναβγώ για 250 και 300 ευρώ και να ξεφτιλιστώ ή να λέει ο κόσμος «Πως κατάντησε η Αστεριάδη»! Κι είχα πολλές προτάσεις για να τραγουδήσω. Μπορεί άμα το κυνηγήσω…Εγώ δεν είμαι και του φαίνεσθαι. Δεν πάω ποτέ για να φανώ, πάντα διακριτική. Και στην κηδεία του Σπανού δεν πήγα σαν την κλαίουσα. Να, αυτό το πιάνο που βλέπετε εκεί είναι από το 1970, η ανιψιά του Σπανού το διάλεξε, που σκοτώθηκε και ο Γιάννης ήταν απαρηγόρητος. Στο ίδιο νεκροταφείο τους έχουν τώρα…

Παίζετε πιάνο εσείς;

(σηκώνεται και κάθεται στο πιάνο) Μέχρι κατωτέρα έχω πάει, αλλά δεν το συνέχισα. Τα χέρια μου, όμως, πάνε μόνα τους (παίζει την εισαγωγή από’να άγνωστο μου κομμάτι κι ύστερα επιστρέφει στη θέση της)

Αναρωτιέμαι αν έχετε θρησκευτικές πεποιθήσεις.

Έχω τραγουδήσει πολύ στον Άι – Γιώργη, γιατί ο μικρός μου αδερφός λεγόταν Γιώργος. Ήμασταν κοντά ηλικιακά, με περνούσε τρία χρόνια, κι είχα μαζί του κόλλημα. Στα 57 του πέθανε από καρκίνο…Τραγούδησα στον Άι-Γιώργη Αλίμου, έχει έναν πολύ καλό παπά εκεί και του’χα στείλει κι άλλους καλλιτέχνες, σαν τον Μητσιά. Δεν είμαι του να πηγαίνω στην εκκλησία, δεν τό’χω, αλλά από μικρή άναβα τα καντηλάκια. Και τώρα έχω ένα καντηλάκι εδώ και τ’ ανάβω. Στην κρεβατοκάμαρα μου έχω μόνο πολλές εικόνες. Λαχταρώ και παρακαλώ για τους φίλους μου, για τα παιδιά μου, για όλους όσοι υποφέρουν. Δεν ξέρω γιατί, αλλά πιστεύω πως αυτό που λέγεται Θεός είναι η Φύση. Συνδέω τον Θεό μ’ αυτό που δεν μπορούμε να τα βάλουμε μαζί Του, σ’ ένα σεισμό ή σε μια πλημμύρα, ας πούμε. Σαν να μας τιμωρεί, με λίγα λόγια, ο Θεός ή η Φύση για όλα αυτά που κάναμε και κάνουμε. 

Μη μου πείτε ότι ξέρετε και τη Γκρέτα Τούνμπεργκ.

Την ξέρω κι είμαι μαζί της! Δεν είναι μεγάλη υπόθεση η κλιματική αλλαγή; Μη λέμε ότι θέλουμε τώρα! Μήπως οι φαρμακευτικές δεν μας έχουν αλλάξει τα φώτα; Εγώ έχω 260 χοληστερίνη και δεν παίρνω τίποτα! Δεν πα’να «πάω» έτσι; Ας «πάω»! 

Εγώ θα έλεγα πως δεν είναι καλή η φαρμακοφοβία. Όχι, ενώ πρέπει, να πηγαίνετε στο άλλο άκρο.

Α πα πα, δεν θέλω! Για την πίεση μόνο παίρνω μέρα παρά μέρα ένα χάπι και βιταμίνες σιδήρου για λίγους μήνες, όχι συνέχεια. Α, παίρνω κι ένα συμπλήρωμα διατροφής.

Πάντα έτσι αδύνατη ήσασταν;

Ήμουν πάντα στα κιλά μου, απλά όσο μεγαλώνεις, «μπαίνεις». Εξετάζομαι, πάντως, ξέρω τι μου γίνεται. 

Που μπορεί να πήγαν ο Σπανός ή τα αδέρφια σας και οι γονείς σας, κυρία Αστεριάδη;

Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλη ζωή, μπορεί να μας ακούνε τώρα. Εγώ πιστεύω πως είμαστε μια μηχανή που πρέπει να την προσέχουμε όπως αυτή του αυτοκινήτου. Μετά είμαστε ένας αέρας που χάνεται στο σύμπαν. Μια ανυπαρξία…

Δεν είναι απογοητευτική η ιδέα της ανυπαρξίας;

Ναι, αλλά αυτό ακριβώς είναι που μπορεί να σε κάνει και καλύτερο άνθρωπο. Ότι τελικά δεν είναι να τσακώνεσαι και να κρατάς κακίες. Ακόμη και γι’ ανθρώπους του χώρου, με τους οποίους δεν έχουμε πολύ στενή επαφή, δεν σας κρύβω ότι στενοχωριέμαι γι’ αυτό. Ο κάθε άνθρωπος τά’χει αλλιώς μεσ’ στο κεφάλι του και δεν ξέρει πως να φερθεί. Εμένα δύο πράγματα με απωθούν: Το ψέμα και η αχαριστία. 

Κακό του κεφαλιού τους, ειδικά των αχάριστων.

Βεβαίως. 

Προγραμματίζετε πράγματα;

Όχι. Όταν προγραμματίζεις, λένε, ο Θεός σε βλέπει και γελάει. Ότι γίνει…Αν τύχει με τις παρέες που έχω, να με ξεσηκώσουν και να φτιάξουμε ένα σύλλογο από γεροντάκια, να κάνουμε πράγματα, ωραία θα’ναι. Άσε που έχω την πεποίθηση πως θα πάω σε γηροκομείο. 

Γιατί το λέτε;

Το λέω γιατί το γηροκομείο το εκτιμώ, ειδικά εδώ της Ευαγγελίστριας. Ο άνθρωπος, όταν μεγαλώσει, ή θά’χει κάποιον να τον προσέχει ή θα πρέπει να πάει αναγκαστικά εκεί. Δεν μπορούμε να δεσμεύσουμε τα παιδιά μας σε μια φάση που δεν ξέρεις τι δουλειές θά’χουν μαζί με το «Αχ» το δικό μας. Έστω να’χεις ένα σπίτι ή μια περιουσία και να λες «Δεν θα τα γράψω στο παιδί μου άμα δεν με γηροκομήσει», το θεωρώ απαράδεκτο, εγωιστικό και τραγικό! Εγώ πάλι σκέφτομαι το γηροκομείο δίπλα μου, γιατί και να τα «χάσω», κάτι μπορεί να θυμάμαι που’ναι γειτονιά (γέλια)

Το φοβάστε, στα αλήθεια, το αλτσχάιμερ;

Δεν ξέρω αν θα το πάθω, γιατί λένε ότι θυμάσαι καλά τα παλιά, που εγώ δεν τα πολυθυμάμαι. Μπορεί να το γλιτώσω…Πάντως το φοβούνται πιο πολύ αυτοί που’ναι υγιείς, ενώ εσύ δεν καταλαβαίνεις τίποτα. 

Μήπως το γηροκομείο εκφράζει αυτή τη στιγμή μια βαθύτερη ανασφάλεια σας;

Μα, όχι, δεν είναι κακό. Όταν σ’ αγαπάνε τα παιδιά σου, έρχονται και σε βλέπουν και οποιαδήποτε στιγμή κάτι χρειαστείς, όλοι θά’ναι από πάνω σου. Εγώ θα είμαι μαθήτρια στο γηροκομείο!

Είναι οξύμωρο να σκέφτεστε απ’ τη μια ότι θα ξανατραγουδήσετε κι απ’ την άλλη…

(με διακόπτει) Δεν σας λέω ότι θα μπω αύριο στο γηροκομείο. Μπορεί, αν ζήσω, να πάω στα 80 μου, άμα δεν τα έχω «χάσει» βέβαια.

Εγώ θα πρότεινα να κλείσουμε κάπως πιο αισιόδοξα, μια κι η συνέντευξη αυτή θα είναι χριστουγεννιάτικη.

Καταρχάς εύχομαι σε όλους να περάσουν καλά Χριστούγεννα. Να ευχαριστηθεί και να χαρεί ο κόσμος. Να μην γυρνάω με το σκυλάκι μου και να βλέπω ανθρώπους να κοιμούνται σε εσοχές πολυκατοικιών και σε εγκαταλειμμένα σπίτια. Αυτά δεν τα έβλεπα ούτε τότε που ήμουν φτωχή στα παιδικά μου χρόνια. Το βλέπω τώρα και το θεωρώ απαράδεκτο. Εγώ θέλω ο κόσμος να περνάει καλά. Αυτή είναι η ευχή μου.

Καλά Χριστούγεννα και σας ευχαριστώ.

Καλά Χριστούγεννα! Εγώ ευχαριστώ πολύ! 

Μπόσκο - Πόπη Αστεριάδη (σέλφι/ 24.12.2019)
* Η συνέντευξη με την τραγουδίστρια Πόπη Αστεριάδη πραγματοποιήθηκε στις 24 Δεκεμβρίου του 2019 στο σπίτι της στον Πειραιά

** Πρώτη δημοσίευση: koutipandoras.gr