Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΚΟΣ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΚΟΣ ΜΑΜΑΓΚΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2024

Ελευθερία Αρβανιτάκη: «Ψυχανάλυση μου κάνετε, το έχετε καταλάβει;» (όταν με την κορυφαία τραγουδίστρια είχαμε σχεδόν ξεχάσει ότι μου έδινε συνέντευξη)

 

Στις 29 Ιουνίου του 2021 η Ελευθερία Αρβανιτάκη αναμετρήθηκε στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού με δύο απ’ τα πιο οριακά έργα που τραγούδησε στην 40χρονη πορεία της: Τα «Τραγούδια για τους μήνες» του Δημήτρη Παπαδημητρίου και το «Γρήγορα η ώρα πέρασε» του Νίκου Ξυδάκη. Κοινό ενωτικό στοιχείο των δύο έργων: Ο ακριβός λόγος των ποιητών και φυσικά η φωνή της. Τη συνάντησα ιδιαιτέρως αγχωμένη, αφού μου μίλησε για τις αυξημένες ερμηνευτικές υποχρεώσεις των συγκεκριμένων τραγουδιών και τη δεύτερη σκληρότερη καραντίνα που μοιραία στέρησε κι απ’ την ίδια την επαφή με τη μουσική. Μου έβγαλε καφέ φίλτρου και γλυκό σταφύλι από την πατρίδα της, την Ικαρία. Γνώρισα τον 25χρονο γιο της και την 95χρονη γλυκύτατη μητέρα της. Με συγκίνησε όταν μου εξομολογήθηκε το εξής: «Πριν από μερικά χρόνια κατέβηκα στον Πειραιά, στο πατρικό μου, όπου είδα τη μάνα μου με το πιο θλιμμένο βλέμμα. Της είπα αμέσως ”Παράτα τα όλα κι έλα να μείνεις μαζί μου”. Από τότε ζούμε πάλι όλοι μαζί σαν οικογένεια».

Ίσως αυτή η εξομολογητική διάθεση διαμόρφωσε και το κλίμα ολόκληρης της συνέντευξης μας, που κινήθηκε σ’ ένα άκρως ελεύθερο πεδίο, αγγίζοντας τα όρια της ψυχανάλυσης, σύμφωνα με την ίδια. Η Ελευθερία Αρβανιτάκη, η κορυφαία Ελληνίδα ερμηνεύτρια, είναι εδώ, παραγωγική και δραστήρια, μα πιο ήρεμη και κατασταλαγμένη.

Ελευθερία Αρβανιτάκη - Μπόσκο (σέλφι/ Ιούνιος 2021)

Που σας είχε βρει ο σεισμός του 1981; Εγώ ήμουν επτά ετών τότε και το θυμάμαι ακόμα.

Το 1981 ήταν η χρονιά που ο Διονύσης Σαββόπουλος έκανε παραγωγή στα «Μπαράκια» του Βαγγέλη Γερμανού. Ήμουν σπίτι του Βαγγέλη και κάναμε πρόβα όταν ξεκίνησε ο σεισμός. Κόντεψε να πέσει πάνω μου η βιβλιοθήκη και βγήκαμε σαν τρελοί απ’ το δωμάτιο. Μου είχε κάνει μεγάλη εντύπωση που ο Βαγγέλης απ’ την ταραχή του πήρε ένα μήλο απ’ την κουζίνα και το έφερε στο σαλόνι προτού βγούμε όλοι απ’ το σπίτι. Ο κόσμος ήταν ανάστατος, τα τηλέφωνα δεν λειτουργούσαν κι εγώ έπρεπε να επιστρέψω στον Πειραιά για να έβλεπα τη μάνα μου και τη γιαγιά μου, που έμενε μαζί μας για έναν χειμώνα. Γινόταν ένας χαμός με τα αυτοκίνητα στους δρόμους και ούτε εγώ ξέρω πως έφτασα στον Πειραιά.

Ο σεισμός, όχι ως φυσικό φαινόμενο, αλλά ως οριακή κατάσταση, γίνεται για κακό ή και για καλό;

Σεισμός για μένα ήταν η πρώτη φορά που έπαιξα στη σκηνή μαζί με τον Σαββόπουλο και την Οπισθοδρομική Κομπανία. Αυτό ήταν μια γερή δόνηση, αφού βρέθηκα πολύ ξαφνικά σ’ έναν άλλο κόσμο. Ήμουν στα 22 τότε και δεν είχα τη συνείδηση του τι πάω να κάνω. Ανέβηκα με πολύ θάρρος και χωρίς κανένα άγχος. Αργότερα συνειδητοποίησα τι έγινε και από τότε, νομίζω, άρχισε το άγχος της σκηνής, το οποίο δεν μ’ έχει εγκαταλείψει ποτέ. Να, λοιπόν, ένας σεισμός που ήταν για καλό. Μετά σε συναισθηματικό επίπεδο, οι έρωτες και οι καλλιτεχνικές συναντήσεις μπορούν να προκαλέσουν έντονες εσωτερικές δονήσεις.

Μπορεί η συνάντηση μ’ έναν συνθέτη ή στιχουργό να’ναι εφάμιλλη μ’ ένα μεγάλο έρωτα;

Όχι, δεν έχουν καμία σχέση. Στον έρωτα εισ’ αλλού, είσαι άλλος άνθρωπος, ενώ στη δημιουργία υπάρχει ψυχραιμία και όραμα. Πολλή δουλειά επίσης και πολλές συναντήσεις με ανθρώπους.

Η Φλέρυ Νταντωνάκη κάποτε στη Νέα Υόρκη γνώρισε έναν νεαρό γκουρού. Είπε του Χατζιδάκι: «Θέλω να τον ακολουθήσω και να μην έρθω να τραγουδήσω». Ο Χατζιδάκις της απάντησε: «Σαν Μάνος, σου λέω να φύγεις μαζί του και ν’ ακολουθήσεις τον έρωτα. Σαν Χατζιδάκις, όμως, σου λέω πως αύριο θα’σαι στη συναυλία και θα τραγουδήσεις κανονικά».

Δεν είναι της φύσης μου εμένα αυτό. Σε ότι έχει να κάνει με τη δημιουργία, μία εμφάνιση ή μία δισκογραφική δουλειά, είμαι πολύ αφοσιωμένη σ’ αυτό. Δεν με ταρακουνάει τίποτα και δεν θα τα παράταγα ακόμη και για έναν μεγάλο έρωτα.

Ελευθερία, το όνομα σας εκφράζει ένα απ’ τα πιο υψηλά ιδανικά. Είστε καλλιτέχνιδα των υψηλών ιδανικών;

Είναι ένα βαρύ όνομα το Ελευθερία. Δεν μπορώ να το απαντήσω αυτό. Ίσως να απαντούσαν άνθρωποι, με τους οποίους έχω δουλέψει ή έχω ζήσει μαζί.

Δεν σας αρέσει να περιαυτολογείτε.

Όχι, καθόλου…Όχι από συστολή, απλά το θεωρώ υπερβολή. Ο χρόνος και ο απέναντι σου άνθρωπος θα μπορέσει να μιλήσει γι’ αυτά. Μπορεί να έχω μια σιγουριά ότι αυτό που έχω κάνει δεν πετιέται στα σκουπίδια μετά από τόσα χρόνια, αλλά γράφει μια πολύ μικρή ιστορία στην ελληνική μουσική.

Μικρή τη λέτε την ιστορία σας;

Μικρή, γιατί η ιστορία της μουσικής στην Ελλάδα είναι τεράστια. Οπότε, και ένα λιθαράκι να βάλεις μέσα κει, είναι πολύ μεγάλο πράγμα.

Ταπεινή σας βρίσκω.

Έτσι είμαι γενικά, όμως, δεν το «παίζω».

Ισχύει ότι είχατε συμπράξει πριν σαράντα χρόνια με τον Παύλο Σιδηρόπουλο;

(με έκπληξη) Ναι…Μα που το θυμάστε αυτό; Τους γνώρισα όλους αυτούς τη χρονιά που έπαιξα με τον Σαββόπουλο, 1979 – 80, γιατί στην ομάδα του ήταν και ο Πουλικάκος. Μέσω του Πουλικάκου είχα γνωρίσει τον Σιδηρόπουλο και πήγα σε μια συναυλία που κάνανε στο Σπόρτινγκ, άσχετη τελείως εγώ απ’ όλο αυτό το κλίμα, μα και συνεπαρμένη. Ένας άλλος κόσμος! Ήταν πολύ ωραία εκείνη η συναυλία!

Τι σχέση έχει λέτε εκείνο το κορίτσι που συναναστρεφόταν ρεμπετοαναρχοροκάδες με τη σημερινή Αρβανιτάκη;

Μετά από τόσα χρόνια, όποτε γυρνάω σ’ εκείνη τη ζωή μου και στην τωρινή, θα έλεγα πως είμαι πια πολύ ανοιχτή στο τι κάνω ή στο τι ακούω. Έχω συναντήσει πολύ σημαντικούς ανθρώπους που έχουν επηρεάσει τόσο εμένα, όσο και τη λογική μου γύρω από τη ζωή. Η αθωότητα εκείνης της εποχής είναι ένα ζητούμενο, βέβαια, που το αμβλύνουν αυτές ακριβώς οι συναντήσεις με σημαντικούς ανθρώπους. Με διαμόρφωσαν, άλλαξαν τον τρόπο που σκεφτόμουν. Ο Χατζιδάκις, ας πούμε, ναι μεν γνωριστήκαμε πολύ λίγο, ήταν όμως μία προσωπικότητα ασύλληπτη.

Πείτε μου έναν σημαντικό άνθρωπο της νεοελληνικής σημερινής ζωής.

Ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι ένας απ’ αυτούς και δεν το λέω γιατί ξεκίνησα μαζί του. Είναι μια μεγάλη μορφή εν ζωή όποτε μιλάω μαζί του ή όποτε τον ακούω να τοποθετείται. Άλλος σημαντικός εν ζωή είναι ο Μίκης Θεοδωράκης που εξακολουθεί να’ναι παρεμβατικός στην ηλικία αυτή.

Περί Σαββόπουλου, τι να σας πω. Τον ξέρω απ’ έξω κι ανακατωτά σαν έργο, τι γίνεται όμως όταν λέει ότι ψηφίζει Κυριάκο γιατί ντύνεται πιο ωραία απ’ τον Τσίπρα;

Νομίζω ότι κάνει χιούμορ.

Είστε επιεικής. Τον αγαπάτε πολύ τον Σαββόπουλο.

Τον αγαπάω και επίσης αγαπάω πάρα πολύ το έργο του. Και για μένα, ξέρετε, το έργο ενός ανθρώπου είναι το σημαντικότερο. Μπορεί να μην ταιριάζω με κάποιον, αλλά να’χει ένα έργο που να το εκτιμάω.

Δείχνετε πολύ αγχωμένη.

Ναι, είμαι. Αγχώνομαι πάρα πολύ με τις συνεντεύξεις.

Είστε αυτάρεσκη σε σημείο να μαγεύεστε απ’ αυτό που είστε ή τη φωνή σας την ίδια;

Κάποιες φορές, ναι, είμαι. Χθες, ας πούμε, πήγα και τραγούδησα σ’ ένα τηλεοπτικό αφιέρωμα στον Σπανουδάκη, το «Έφυγες νωρίς», το «Ζωή κλεμμένη» και την «Ακτή». Τα είπα μια κι έξω, δεν χρειάστηκε καν πρόβα. Εκεί είπα στον εαυτό μου «μπράβο σου που τα είπες μια κι έξω και ωραία τραγουδισμένα». Είχα πολύ καιρό να μου πω μπράβο, να αυτοεπιβεβαιωθώ, γιατί η δεύτερη καραντίνα μας κράτησε μέσα πολύ καιρό και μας γέμισε θλίψη.

Η ζωή η ίδια είναι ένας ρόλος;

Ωραία ερώτηση…Ναι, είναι ένας ρόλος, που δεν μπορείς να τον δεις, να τον διαβάσεις, ούτε να τον προβλέψεις. Σου αποκαλύπτεται κάθε φορά και τελικά είναι πολλοί οι ρόλοι που καλείσαι να παίξεις στην επαγγελματική και στην προσωπική σου ζωή. Πας αδιάβαστος, όμως.

Και χωρίς σκηνοθέτη να σε καθοδηγήσει.

Κανέναν. Όλοι μας όμως γινόμαστε σκηνοθέτες της ζωής μας, εμείς την ορίζουμε. Κι αν μπλέξαμε με τα δύσκολα, εμείς πήγαμε εκεί, έχουμε μεγάλη ευθύνη.

Εδώ μπαίνει μπροστά το ένστικτο της αυτοσυντήρησης;

Όχι, όχι, είναι η πορεία που έχεις χαράξει για τον εαυτό σου. Ξέρεις τι θες και τι δεν θες και εκεί ακολουθείς.

Αναρωτιέμαι για την επιτυχία της ερμηνείας σας στο «Όχι μαζί» του Μαμαγκάκη και του Ιωάννου. Συμφωνείτε ότι το τραγουδάτε πραγματικά σαν μία γυναίκα ελευθέρων ηθών εν μέσω κοινωνικού κατατρεγμού;

Με βοήθησε πάρα πολύ ο Μαμαγκάκης. Χωρίς να μου πει πώς να το πω, ήξερε ότι θα έβγαινε με μία σοπράνο φωνή, όπως ήταν η δική μου στο ξεκίνημα μου, το πολύτιμο που περιείχε ο στίχος του Ιωάννου. Μπορεί κάποια τραγούδια να βγάζουν ένα τόσο δυνατό αίσθημα, που δεν σου ανήκει, ώστε έτσι γίνεσαι κι εσύ ηθοποιός. Προσπάθησα να το πω σαν ηθοποιός, ούσα απ’ έξω και πάλι. 

Τότε, ίσως και σήμερα, μπορείτε να δείτε κάποιον ερωτικά με την πρώτη ματιά ή θα πρέπει να το ψάξετε παραπάνω;

Δεν έχω ζήσει έρωτα με την πρώτη ματιά. Έχω ζήσει σχέσεις πολύ δυνατές, οι οποίες είχαν και την κουβέντα, το διάλογο. Γνώριζα έναν άνθρωπο που μπορεί να μου άρεσε εξωτερικά, αλλά θα έπρεπε να τον συζητήσω. Καλώς ή κακώς από μικρή υπήρξα εγκεφαλική σ’ αυτά. Θέλω πρώτα να μιλήσω με τον άλλον, να πούμε πράγματα, όσο κι αν μου αρέσει. Μόνο έτσι θα φτιαχτεί σιγά – σιγά η ερωτική διάθεση.

Στρωτό μού ακούγεται.

Έχω ένα μέτρο, είμαι άνθρωπος του μέτρου. Δεν είμαι των άκρων. Ακόμη κι αν λειτουργώ με το ένστικτο, συχνά μπαίνει μπροστά η λογική.

Ως μητέρα το έχετε περάσει αυτό στα παιδιά σας;

(σκέφτεται) Δεν ξέρω. Ναι, νομίζω το’χουν και τα παιδιά μου. Ανέκαθεν είχα στενή σχέση με τα παιδιά μου. Είμαστε άρρηκτα δεμένοι με τον γιο μου και την κόρη μου και τους αγαπώ εξίσου. Μεγάλη ευτυχία να τα παρακολουθώ να παίρνουν το δρόμο τους. Η κόρη μου ζει πια στο Λονδίνο, εκεί δουλεύει, αλλά πηγαινοερχόμαστε τακτικά. Ο γιος μου ζει και δουλεύει στην Ελλάδα. Τουλάχιστον έχω εδώ το ένα μου παιδί (γέλια).

Είναι αλήθεια πως τρεις δίσκοι σας από τη δεκαετία του 1990, το «Μένω εκτός», «Τα κορμιά και τα μαχαίρια» και τα «Τραγούδια για τους μήνες», άνοιξαν δρόμους άμα τη εμφανίσει τους. Ακούγονται μέχρι σήμερα με την ίδια αμείωτη ένταση. Σας αγγίζει το ότι ένα μεγάλο μέρος του κοινού και της κριτικής έχει υψηλές προσδοκίες για τις σημερινές δουλειές σας σε σχέση με τις προαναφερόμενες;

Την εποχή που έγιναν οι τρεις δίσκοι που λέτε και που με γεμίζουν με μια περηφάνια – λογικό είναι – ήμασταν όλοι σε μία έξαρση αναζήτησης. Μιλάω για μιαν αναζήτηση καινούργιων πραγμάτων μέσα από πολλές κουβέντες. Οι κουβέντες, ας πούμε, που κάναμε με τη Λίνα Νικολακοπούλου όταν σχεδιάζαμε το «Μένω εκτός» ήταν μεγάλο σχολείο για μένα. Σήμερα έχει αλλάξει λίγο όλο το πλαίσιο, έχουμε αποστασιοποιηθεί. Έχει αλλάξει η επικοινωνία των ανθρώπων, η δισκογραφία, το πώς βγαίνει ένας δίσκος, οι συνεργασίες που μπορείς να κάνεις. Εγώ δούλεψα με νέα παιδιά, με τον Θέμη Καραμουρατίδη και τη Λήδα Ρουμάνη. Μπορεί ο δίσκος αυτός να μη στέκεται δίπλα στους προαναφερόμενους, είναι όμως η πορεία του σήμερα. Απ’ τη στιγμή δηλαδή που είμαι ακόμη εν ενεργεία και επί σκηνής, θα συνεργαστώ και με νέα παιδιά χωρίς να προσδοκώ έναν αριστουργηματικό – αν το θέτετε έτσι – δίσκο. Μπαίνεις πιο εύκολα εσύ στα παπούτσια των άλλων.

Ξέρετε πως μου ακούγεται αυτό; Κάνω ένα δίσκο για να δηλώσω ότι είμαι εδώ. Ισχύει;

Ναι, αμέ. Καλύτερα θα έλεγα είμαι εδώ, γι’ αυτό και κάνω ένα δίσκο. Λέω το ίδιο απ’ την ανάποδη (γέλια). Να σας πω, να πάω να κάνω ένα καφέ και να ξανάρθω;

Βέβαια. Ελπίζω να σας αρέσουν οι ερωτήσεις.

Πολύ, πάρα πολύ! Εσάς οι απαντήσεις;

Μπόσκο - Ελευθερία Αρβανιτάκη (από τη δεύτερη συνέντευξη που μου είχε δώσει η τραγουδίστρια το 2009 μαζί με τον συνθέτη Νίκο Κυπουργό στο Χίλτον της Αθήνας)

Και μένα (επιστρέφει μετά από λίγα λεπτά με μια κούπα γαλλικό καφέ και γλυκό σταφύλι από την Ικαρία). Λέγαμε, λοιπόν, αν σας αγχώνει η κριτική που’ναι αυστηρή μαζί σας λόγω της ιστορίας που κουβαλάτε.

Όχι, δεν το έχω ζήσει αυτό, να’μαι ειλικρινής. Ούτε με δεσμεύει καλλιτεχνικά, αλλά με προβληματίζει. Πάντα αυτό που κάνεις θες να’χει ένα εκτόπισμα, αλλά δεν τυχαίνουν όλα της ίδιας ανταπόκρισης από το κοινό. Μέσα σε μια πορεία σαράντα χρόνων είναι λογικό να έχεις κάνει σημαντικά και λιγότερο σημαντικά πράγματα.

Μόλις δέκα δίσκοι μέσα σε σαράντα χρόνια πορείας, κάτι δείχνει. Αναρωτιέμαι αν υπάρχουν ηχογραφήσεις σας, είτε στο στούντιο, είτε live, που να μην έχουν κυκλοφορήσει.

Ήταν ένας δίσκος με τραγούδια Τσιτσάνη που είχα κάνει στο Ηρώδειο και που δεν κυκλοφόρησε ποτέ για διάφορους πρακτικούς ανόητους λόγους. Υπάρχει όμως κι εκείνος ο δίσκος που είχα κάνει με όλες τις συμμετοχές μου και που θεωρώ ότι από μόνος του είναι άλλα δύο ολόκληρα CD. Δεν μου είναι πολύ εύκολο να κάνω δίσκους και ποτέ δεν ίσχυε για μένα το ένας δίσκος τη χρονιά. Όταν κάνεις, π.χ., έναν πολυσυλλεκτικό δίσκο, ζητάς να σου γράψουν τραγούδια διαφορετικοί άνθρωποι. Εμένα αυτό μ’ αρέσει, γιατί είναι σαν ν’ ανοίγεις το ραδιόφωνο και ν’ ακούς μια εκπομπή. Έχει ενδιαφέρον αυτή η ανομοιογένεια.

Facebook έχετε;

Έχω έναν λογαριασμό για να μπαίνω να παρακολουθώ τι γίνεται, τι γράφεται, αλλά με άλλο όνομα (γέλια). Κι έχω και την προσωπική μου ιστοσελίδα που τη χειρίζεται η Λήδα Ρουμάνη.

Αληθεύει ότι το άλμπουμ «Δι’ ευχών» ήταν να το τραγουδήσετε εσείς;

Όταν κάναμε το «Μένω εκτός», ο Νίκος Αντύπας μου’χε μιλήσει για κάποια τραγούδια του. Συμφωνήσαμε να μπω να του τραγουδήσω όλους τους οδηγούς κι από κει και πέρα βλέποντας και κάνοντας. Παίζοντας με τη Χαρούλα εκείνη την περίοδο ο Αντύπας, όταν εκείνη του ζήτησε κάτι αντίστοιχο, το έκανε με τη Χαρούλα και με τη Λίνα. Με την οποία Λίνα, εγώ τους είχα φέρει σ’ επαφή την περίοδο του «Μένω εκτός».

Μάλιστα. Είστε δηλαδή η κουμπάρα και του «Σαν ηφαίστειο που ξυπνά» της Πρωτοψάλτη.

(γέλια) Η νονά, όχι η κουμπάρα. Για να το πούμε απλά, ήταν να κάνω εγώ ένα δίσκο με τον Νίκο, η Χαρούλα του ζήτησε το ίδιο, αυτός έβαλε και τη Λίνα μέσα και τελικά τον έκαναν οι τρεις τους το δίσκο.

Σας πείραξε αυτό τότε;

Κοιτάξτε, μου αρέσει τόσο πολύ ο δίσκος αυτός που δεν το σκέφτηκα έτσι. Έκατσε αλλιώς, αυτή είναι η ιστορία όλη.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό σας είναι όλα τα χρόνια η επιλογή με χειρουργική ακρίβεια των συνεργατών σας. Θυμίζω το λόγο των ποιητών που έχετε ερμηνεύσει. Τελευταία συνεργάζεστε αποκλειστικά σχεδόν με τη στιχουργό Λήδα Ρουμάνη, με την οποία σας συνδέουν πολλά χρόνια σταθερής φιλίας. Πόσο ασφαλής είναι η συνεργασία μ’ έναν καρδιακά δικό σας άνθρωπο; Μήπως περιορίζει αυτό μια πιο εκρηκτική καλλιτεχνική χημεία;

Το ότι γνωρίζεσαι καλά μ’ έναν άνθρωπο, δίνει μια ελευθερία. Με τη Λήδα είχαμε κάνει μαζί δυο – τρία τραγούδια πριν τον τελευταίο μου δίσκο με τον Καραμουρατίδη. Ο δίσκος έγινε κατόπιν πρότασης του Θέμη: «Ελευθερία, θες να κάνουμε ένα δίσκο με τη Λήδα για σένα;» Και είπα «Βεβαίως, πάμε, γιατί όχι;» Ίσα – ίσα που γνωρίζοντας καλά τον άλλον, βγαίνει εκεί και μία άλλη ψυχή. Τώρα, για το θέμα της καλλιτεχνικής χημείας, δεν μπορείς να το ξέρεις πάντα. Ο Μιχάλης Γκανάς, που είναι ένας άλλος καρδιακά δικός μου άνθρωπος, δεν γράφει πια στίχους για τραγούδια, απέχει συνειδητά. Θα ήθελα πολύ να ξανακάναμε πράγματα, αλλά είναι στη φάση που λέω. 

Συνοψίζοντας, η καλή γνωριμία με έναν συνεργάτη δίνει μιαν ασφάλεια.

Όχι, δίνει μια άλλη χημεία ακόμη κι αν δεν προκύψει hit, αν συζητάμε αυτό.

Κι όμως η Ρουμάνη έχει κάνει hit στο τραγούδι σας με τον Χατζηγιάννη.

Ναι, ένα τραγούδι με τον Χατζηγιάννη. Ο δίσκος όμως με τον Καραμουρατίδη με πέτυχε σε μία περίοδο που ήθελα ένα σπρώξιμο, γιατί είχα λίγο αποσυρθεί.

Ποια ήταν η αιτία που σας έκανε να θέλετε ν’ αποσυρθείτε;

Πολλές αιτίες.

Προσωπικές ή επαγγελματικές;

Κυρίως προσωπικές. Δεν είπα ότι θέλησα ν’ αποσυρθώ, ήμουν όμως σε μια φάση back.

Καταθλιπτική περίοδος;

Δεν θα έλεγα καταθλιπτική, αλλά δύσκολη. Η δεκαετία δηλαδή 2010 – 2020 ήταν για μένα πολύ δύσκολη περίοδος. Μπορεί να έκανα ωραίες συνεργασίες, να έπαιξα με την Άλκηστη που μου άρεσε πολύ, να πήγα στην Αμερική στο Κάρνεγκι Χολ, αλλά για λόγους προσωπικούς και κοινωνικούς, κατάρρευσης της Ελλάδας, με πήγε πίσω. Έμπλεξα με δικαστήρια και με δικηγόρους, με πολλά βαριά πράγματα.

Είχατε φοβηθεί;

Ναι, είχα φοβηθεί πολύ σε σχέση με το μέλλον.

Είπατε «Για δες, εκεί που’μαι στην κορυφή, έρχεται μια σβουριχτή σφαλιάρα και με πάει πίσω»;

Ναι, αυτό είπα. Είχα στενοχωρηθεί πάρα πολύ. Μου κόστισε. Ο σώζον εαυτό σωθήτω ήταν εκείνα τα χρόνια.

Δεν το είπατε ποτέ δημόσια.

Το λέω σε εσάς τώρα (γέλια)

Εκτός από το «Κόκκινο φουστάνι» του Κουγιουμτζή, ποιο άλλο τραγούδι σας δεν πιστεύατε ότι θα γίνει επιτυχία και που τελικά έγινε;

Το «Δυνατά – δυνατά», που μου άρεσε εξ αρχής, αλλά δεν περίμενα να γίνει ότι έγινε, ειδικά με τη live εκδοχή του. Το «Κόκκινο φουστάνι» εννοείται πως το λέω ακόμη στις συναυλίες μου και μου το ζητάνε μέχρι και στην Ισπανία.

Υπάρχει ένας κύκλος τραγουδιών που σας προτάθηκε, τον απορρίψατε και μετά το μετανιώσατε;

Δεν μου έχει τύχει. Αν, ας πούμε, μου είχε προτείνει ο Χατζιδάκις το 1987 στον Σείριο να κάναμε δίσκο με επανεκτελέσεις τραγουδιών του, θα το είχα κάνει με τρέλα.

Πριν μερικά χρόνια βρέθηκα στο Μπιλμπάο της Χώρας των Βάσκων και είδα τα CD σας στα δισκοπωλεία. Πως εξηγείτε αυτή την απήχηση στην Ισπανία εδώ και είκοσι χρόνια;

Στην Ισπανία αγαπούν πολύ το «Μένω εκτός», το «Δυνατά – δυνατά», το «Κόκκινο φουστάνι» και οτιδήποτε είναι πιο λαϊκότροπο. Το ρεπερτόριο μου στην Ισπανία έχει να κάνει πάντα με την ελληνικότητα. Είναι και τέτοια η σκηνή της world music που έρχεσαι σε επαφή με διεθνή μουσικά ρεύματα, κάτι βέβαια που σήμερα είναι σε ύφεση.

Το έχω παρατηρήσει κι εγώ αυτό.

Εγώ βέβαια το φθινόπωρο θα κάνω μία περιοδεία στην Ισπανία, Βαρκελώνη, Μάλαγα, Μαδρίτη κλπ. Δεν μπορώ να εξηγήσω την εκεί απήχηση μου, ξέρω όμως το πώς έγινα γνωστή στους Ισπανούς. Ένας ραδιοφωνικός παραγωγός στο κρατικό ραδιόφωνο άρχισε να παίζει τραγούδια μου στις εκπομπές του. Τον άκουγαν οι πάντες σ’ ολόκληρη την Ισπανία, οπότε όταν εγώ έδωσα εκεί συναυλία για πρώτη φορά, είδα να ξέρουν απ’ έξω το «Δυνατά – δυνατά» και το «Μένω εκτός». Είχα πάθει σοκ, έλεγα «δεν καταλαβαίνω τι γίνεται». Εκεί γνώρισα τον ραδιοφωνικό παραγωγό και γίναμε φίλοι, ακόμη έχουμε επαφές. Όπως έχω στην Ισπανία και τον δικό μου παραγωγό.

Σε χώρες επίσης σαν το Ισραήλ έχουν μεγάλη απήχηση ο Νταλάρας, η Γλυκερία και η Βιτάλη.

Το γνωρίζω, αλλά κι εγώ έχω μερικούς φαν από το Ισραήλ που έρχονται στις συναυλίες μου. Έχω τραγουδήσει και στο Ισραήλ.

Θα τραγουδούσατε και σε περιόδους εχθροπραξιών με τους Παλαιστίνιους, όπως πρόσφατα;

Είναι ένα δίλημμα αυτό, δεν νομίζετε; Συνήθως ο κόσμος επιτίθεται σ’ όσους πάνε στο Ισραήλ για συναυλίες. Σε μία τέτοια ταραγμένη περίοδο, όχι, δεν θα πήγαινα. Σε μία άλλη περίοδο, όμως, πιο ήσυχη, θα πήγαινα. Αρνούμαι να ρίξω λάδι στη φωτιά όταν συμβαίνουν ταραχές και αιματηρά επεισόδια με τους Παλαιστίνιους. Κι είναι κι ένα θέμα που δεν λύνεται. Δυστυχώς, δεν λύνεται…

Τι είναι αυτό που θα θέλατε να αποβάλλετε, να πετάξετε από πάνω σας;

(σκέφτεται για ώρα)

Πως δεν μου έχετε πει ακόμη «Άσε με, ρε φίλε μου, να πιω τον καφέ μου και μη με σκοτίζεις άλλο»; (γέλια)

Όχι, αντιθέτως προσπαθώ να σκεφτώ, γιατί έχει ζουμί η ερώτηση. Θα έλεγα ότι θα ήθελα να ζήσω άλλη μία περίοδο ξεγνοιασιάς.

Εδώ σηκώνει κουβέντα.

Αυτό θα ήθελα να κάνω πραγματικά…

Πότε το νιώσατε αυτό τελευταία φορά;

Ξέγνοιαστη, τελείως ξέγνοιαστη, ένιωσα μόνο την περίοδο με την Οπισθοδρομική Κομπανία.

Όταν ακόμη δεν είχατε μπει στο κυνήγι της μεγάλης καριέρας.

Ακριβώς. Έτρεχαν άλλοι τότε. Αρχηγός του γκρουπ ήταν ο Άγγελος Σφακιανάκης και είχε την ευθύνη για όλα.

Ελευθερία Αρβανιτάκη - Μπόσκο (2022, στο καμαρίνι της τραγουδίστριας/ φωτογραφία: Χάρης Φλέουρας)

Πηγαίνω τώρα στην πρώτη μας συνέντευξη το 2008. Μου είχατε πει τότε πως κινδυνεύατε να μπείτε σε μία φάση νεύρωσης με τη διατήρηση στην κορυφή. Σήμερα βλέπω μιαν άλλη Αρβανιτάκη, πιο ήρεμη, πιο κατασταλαγμένη. Κάνω λάθος;

Όχι, δεν κάνετε λάθος (στο σημείο αυτό εμφανίζεται ο γιος της Αρβανιτάκη, ο 25χρονος Λεωνίδας. Του ζητάω να μας βγάλει μία φωτογραφία με τη μάνα του. Του δίνω το κινητό μου. Η Αρβανιτάκη δείχνει να το διασκεδάζει). Είπα ότι αποζητώ την ξεγνοιασιά, γιατί όταν διαλύθηκε η Οπισθοδρομική, σκέφτηκα να τα παρατήσω κι εγώ. Για κάποιους μήνες είχα χάσει κάθε επαφή με τη μουσική, ώσπου με φώναξε για συνεργασία ο Χρήστος Νικολόπουλος κι από κει γνώρισα τον Σταμάτη Σπανουδάκη και κάναμε το «Κοντραμπάντο».

Όλο για το παρελθόν μιλάμε. Περίεργο. Μήπως περάσατε κατάθλιψη λόγω πανδημίας;

Όχι, γιατί δεν σας λέω τωρινές μου σκέψεις. Εδώ και πολύ καιρό έχω την επιθυμία επιστροφής στην ξεγνοιασιά. Όταν όμως είσαι μαμά και μουσικός, που οδηγείς εσύ το καράβι, έχεις πάρα πολλές υποχρεώσεις. Φορτώθηκα πολλά όλα αυτά τα χρόνια. Κάποιες αποφάσεις μου ήταν σωστές, κάποιες ήταν λάθος. Τα βλέπω όλα λίγο αποστασιοποιημένα πλέον, σαν να βγαίνω απ’ τον εαυτό μου.

Έχετε κάνει ψυχανάλυση;

Όχι, τώρα εδώ την κάνουμε (γέλια). Ψυχοθεραπεία έκανα μόνο για δυο χρόνια, αλλά τη σταμάτησα.

Και; Σας βοήθησε;

Όχι πολύ…

Ασπάζεστε, φαντάζομαι, τον Γούντι Άλεν που κάνει με τα κρεμμυδάκια ψυχιάτρους και ψυχολόγους.

Και αυτό που είχε πει ο Σαββόπουλος: «Τα όνειρα σου μην τα λες, γιατί μια μέρα κρύα, μπορεί και οι Φροϋδιστές να’ρθούν στην εξουσία».

Σωστά, στις «Εκλογές μαντινάδα»! Τι έχει γράψει ο άτιμος! Πως ορίζετε την ξεγνοιασιά;

Να μη χρειάζεται να πάρω αποφάσεις, να μη χρειάζεται να οργανώσω τίποτα, να είναι πιο εύκολη η συνάντηση με ανθρώπους. Νομίζω πως όλοι έχουμε σκληρύνει τα τελευταία χρόνια που έχουν περάσει. Δεν αγγίζονται εύκολα οι ψυχές.

Εδώ αναφέρεστε στους παλιούς συντρόφους, καλλιτέχνες και μη;

Έχω φιλίες που κρατάνε χρόνια, είμαι τυχερή σ’ αυτό, αλλά θα ήθελα να ευχαριστηθώ ένα live σαν να μην το έχω στήσει εγώ.

Να το λέει αυτό μία σταρ…

Δεν είμαι σταρ.

Δεν είστε και αντιστάρ…

Όχι, αντιστάρ δεν είμαι. Τέλος πάντων…

Όταν η Πόλυ Πάνου είχε ακούσει την Ελευθερία Αρβανιτάκη με την Οπισθοδρομική Κομπανία (1979)

Ήθελα να πω ότι είναι λογικό να τρέχουν άλλοι για σας.

Σ’ ένα πρακτικό επίπεδο. Δεν μιλάω γι’ αυτό, αφού τις αποφάσεις πάλι εγώ τις παίρνω. Εγώ πάλι θα πω «Δεν θα κάνω αυτό, αλλά εκείνο». Με καταλαβαίνετε;

Αυτό, όμως, δεν θα πάψει ποτέ.

Γι’ αυτό θα’θελα έναν ώμο ν’ ακουμπήσω και να πω τώρα δεν θα κάνω τίποτα. Μ’ έχουν βοηθήσει πολύ σ’ αυτό η Λήδα η Ρουμάνη και η Άννα η Γιώτη, το εννοώ όμως και πιο προσωπικά. Να’ναι πιο χαλαρά τα πράγματα στις φιλίες μας, στους ανθρώπους που συναντιόμαστε.

Έχετε κάποιο σύντροφο αυτόν τον καιρό;

Είμαι μόνη.

Και δεν παίζει αυτό ρόλο στην ψυχολογία σας;

Είμαι καλά. Είμαι μόνη και είμαι καλά.

Τόλμησα να σας το ρωτήσω, καθότι ένας σύντροφος, ο ώμος που είπατε, είναι ένα στοιχείο ξεγνοιασιάς.

Δεν το απολαμβάνεις έτσι, όμως, ούτε το βιώνεις, αν είσαι μουσικός και πρέπει να τρέξεις για όλα τα άλλα. Είναι ένα βάσανο χωρίς να το μεγαλοποιούμε κιόλας. Ξαναλέω ότι τότε με την Οπισθοδρομική όλα τα έκανε ο Άγγελος κι εμείς ακολουθούσαμε.

Μα τι αναδρομή στο παρελθόν είναι αυτή σήμερα, από το 2021 να πηγαίνουμε συνεχώς στο 1979;

Μα αφού είχαμε μια τεράστια επιτυχία με το που βγήκαμε στη σκηνή με πολλές συναυλίες σε Ελλάδα και εξωτερικό! Δεν ήμουν η Ελευθερία σκέτο, ήμουν η Ελευθερία με τους μουσικούς μου, την παρέα μου. Ίσως γι’ αυτό σήμερα, έφτιαξα μια μπάντα πριν λίγα χρόνια και είμαστε παντού μαζί, φιλοξενώντας διάφορους άλλους μουσικούς.

Σας κουράζει κάτι απ’ τον εαυτό σας;

Ναι, με κουράζει η ανασφάλεια μου.

Πόσο ειλικρινής είστε!

Μα δεν πιστεύω ότι υπάρχει άνθρωπος χωρίς ανασφάλεια. Έχω δει άτομα με τεράστια δύναμη και αυτοπεποίθηση να καταρρέουν.

Η ανασφάλεια μάλλον θα κρυβόταν πίσω απ’ τη νεύρωση το 2008, τότε που μου δώσατε την πρώτη συνέντευξη.

Ναι, μπορεί, μπορεί…

Η νεότητα σας γυρνάει σε μνήμες ενδεχομένως μαζοχιστικές;

Δεν ξέρω αν καταλαβαίνω την ερώτηση, θα πω όμως ότι πέρασα μια πολύ δύσκολη εφηβεία γιατί δέκα ετών έχασα τον μπαμπά μου κι από κει και πέρα έβγαλα σπαθιά πολλά, άμυνες. Αγρίεψα, έγινα ένα σκληρό κορίτσι, κάτι που επηρέασε τη σχέση μου με τα αγόρια κυρίως. Εγώ υπήρξα αγοροκόριτσο, γι’ αυτό και όλα τα χρόνια συνεργάζομαι με άνδρες. Τα μουσικά μου σχήματα είναι ανδροκρατούμενα.

Λέτε να σας λείπει η πατρική παρουσία;

Τώρα πια; Ούτε που το σκέφτομαι…Μια και το συζητάμε, όμως, πιστεύω πως αν ζούσε ο πατέρας μου τότε, η ζωή μου θα’χε εξελιχθεί πολύ διαφορετικά. Είμαι σίγουρη γι’ αυτό. Μπορεί να μην είχα την τόλμη να γινόμουν τραγουδίστρια.

Και να παίρνατε σύνταξη ως γραμματέας;

Ναι…Είχε φύγει στην Αμερική ο αδερφός μου τότε για να σπουδάσει αρχιτεκτονική κι εγώ δεν πέρασα στις εξετάσεις για το πανεπιστήμιο. Σκεφτόμουν να κάνω τις σπουδές που ήθελα στην Ιταλία, αλλά συνάντησα την Οπισθοδρομική και τα πράγματα πήραν άλλη πορεία. Μου άρεσε ξαφνικά που ήμουν το κορίτσι μέσα σε τόσους άνδρες.

Σας δημιούργησε μια τάση να πατρονάρετε τους άλλους;

Όχι τόσο πολύ, αφού μιλάω πιο πολύ προσωπικά παρά επαγγελματικά.

Τα προβλήματα στη σχέση με τα αγόρια πότε υποχώρησαν;

Ακόμα συνεχίζονται (γέλια). Ψυχανάλυση μου κάνετε, το έχετε καταλάβει;

Ναι, κάτι έχω καταλάβει.

Ίσως τα προβλήματα μου με τους άνδρες να πηγάζουν από εκείνα τα χρόνια.

Δεν είναι φυσικά κάτι για να σας τρομάζει.

Όχι, καθόλου. Βασικά όλα έγιναν στην ηλικία που έκανα όνειρα, που έβαζα τα θέλω μου για τη ζωή μου.

Πότε αφεθήκατε ολοκληρωτικά σ’ αυτά τα «θέλω»;

Και με τους συντρόφους μου και με τα παιδιά μου και με τη δουλειά μου.

Στα πάντα αποδίδετε μία ασυνείδητη ερωτική διάσταση.

Δίνω μία οικεία ζεστή διάσταση σε όλα. Θα εξαιρέσω απ’ αυτό την τελευταία δεκαετία που έλεγα πριν. Ευτυχώς που υπήρξαν πολλές περίοδοι που είχα αφεθεί.

Διατηρείτε ακόμη την ίδια επιθυμία να βγείτε στο δρόμο για διαμαρτυρία;

Όχι τόσο πολύ…

Να μία ακόμη αντίθεση με την Αρβανιτάκη του 2008. Διαμαρτυρόσασταν έντονα για τη δολοφονία Γρηγορόπουλου.

Πήγα και σε πορεία για τον Γρηγορόπουλο. Σήμερα δεν ξέρω γιατί δεν έχω αυτή τη διάθεση…

Ίσως γιατί έχει ξεφτιλιστεί κανονικά ο πολιτικός βίος της χώρας. Τα οράματα και οι αγώνες, όμως, δεν σταματούν.

Παρακολουθώ τι γίνεται χωρίς ν’ ανήκω σε κανένα κόμμα. Στα νεανικά μου χρόνια ανήκα στο ΚΚΕ κι αυτό πρώτη φορά σε εσάς το λέω τώρα. Δεν μπήκα καν στην ΚΝΕ, αλλά κατευθείαν στο κόμμα. Κράτησε πολύ λίγο, βέβαια. Σήμερα παρακολουθώ, κρίνω και ψηφίζω ανάλογα. Θα ήθελα να είμαστε πιο ενεργοί πολίτες, να έχουμε έλεγχο και να ξέρουμε που πάει η ψήφος μας. Η ίδια η εποχή, τώρα που συζητάμε, δεν έχει ανάγκη τη διαμαρτυρία.

Μην το λέτε. Γάνιασα να έρθω στο ραντεβού μας με το κλείσιμο του κέντρου από το ΠΑΜΕ. Τη μία είπα «Ε, άι σιχτίρ πια που κλείνουν τους δρόμους», αλλά μετά άλλαξα γνώμη «Καλά κάνουν οι άνθρωποι για το δίκιο του εργάτη».

Ναι, σωστά γίνεται! Άσχετο αν εγώ τελευταία φορά βγήκα στο δρόμο όταν έπεσε το μαύρο στην ΕΡΤ ή τότε με τις πλατείες και τους Αγανακτισμένους. Με βλέπετε πολύ αλλαγμένη; Είναι καλό ή κακό;

Μάλλον καλό θα έλεγα. Έχετε εισπράξει όσο και όπως θα θέλατε την αγάπη του κόσμου;

Ναι. Ο κόσμος μ’ έχει κάνει πολλές φορές να αισθανθώ βασίλισσα. Τον ευγνωμονώ βαθιά γι’ αυτό! Ανέκαθεν ήμουν επικοινωνιακή με το κοινό μου. Είμαι κοινωνική, γιατί είμαι ευγνώμων. Μ’ αρέσει που είμαι έξω και κυρίως μου χαμογελάνε.

Όταν ακούτε ένα ωραίο τραγούδι, σας αφορά το ποιόν αυτού που το έγραψε;

Ναι, θα ψάξω τον άνθρωπο πίσω απ’ τον δημιουργό, αλλά δεν θα μείνω σ’ αυτό. Ο Άκης Πάνου, π.χ., έχει κάνει ένα φόνο. Θα μπορούσες να μείνεις πιο πολύ σ’ αυτό, αλλά η τέχνη του είναι πιο σπουδαία. Θα μείνω στην τέχνη.

Η τέχνη καθαγιάζει τα πάντα, ακόμη και την αφαίρεση της ζωής;

Έτσι φαίνεται…Και ο Καραβάτζιο ήταν μια τέτοια περίπτωση. Η τέχνη είναι θεραπευτική ακόμη και στις πιο ακραίες οριακές καταστάσεις.

Το «Όχι μαζί» του Μαμαγκάκη και του Ιωάννου το τραγουδήσατε ως έναν ρόλο. Το «Παράπονο» του Παπαδημητρίου και του Ελύτη ως ένα βίωμα;

Σχεδόν σαν ένα βίωμα. Το κομμάτι αυτό έγραψε αλλιώς μέσα μου. Όταν κάναμε την «Αναστασία», ο Δημήτρης αμέσως μετά ενορχήστρωσε τα «Κορμιά και τα μαχαίρια». Μπήκε στην ευρύτερη ομάδα του Γκανά, της Λίνας, του Ara. Ο Δημήτρης τότε είχε γράψει το «Παράπονο» που μου έβαλε να το ακούσω. Του είπα ότι πρέπει να το κάνουμε κάτι αυτό κι έτσι μου πρωτομίλησε για έναν κύκλο τραγουδιών με μελοποιήσεις του. Μόλις είχαν γεννηθεί τα «Τραγούδια για τους μήνες».

Έχετε κλάψει ποτέ με το «Παράπονο»;

Εγώ όχι, δεν έχω κλάψει.

Δεν πειράζει, έχουν κλάψει πολλοί άλλοι.

Μου έχει αλλάξει όμως όλο τον τρόπο που σκεφτόμουν μέχρι τότε. Είναι ένα μικρό αριστούργημα αυτό το τραγούδι.

Όλα αυτά που έχετε κάνει, που έχετε τραγουδήσει, τους έχετε αποδώσει ποτέ μία ματαιότητα;

(σκέφτεται) Να’ναι μάταια; Όχι, καθόλου. Δεν την αισθάνομαι τη ματαιότητα, γιατί όλα αυτά τα τραγούδια του Παπαδημητρίου και του Ξυδάκη είναι μέσα στη ζωή μου και την καθημερινότητα μου.

Τι θα θεωρούσατε, λοιπόν, μάταιο στη ζωή γενικώς;

Δεν το έχω σκεφτεί, ειλικρινά. Είναι τρομερά καταθλιπτικό να αποδίδεις ματαιότητα στα πεπραγμένα σου.

Θυμάμαι τη Λένα Πλάτωνος μετά από μία μεγάλη συναυλία της. Γύρισε στο σπίτι της κουρασμένη, όπου μου είπε το εξής: «Πάει κι αυτό. Ε, και;»

Πας για άλλα είναι η απάντηση σ’ αυτό. Εντάξει, περνάς μια μικρή κατάθλιψη του τι θα κάνεις μετά, αλλά αυτό το ζούμε όλοι οι καλλιτέχνες.

Δηλαδή εσείς αμέσως μετά απ’ αυτή την πολυαναμενόμενη συναυλία του Ηρωδείου, θα πείτε όταν γυρίσετε σπίτι ένα ξερό «Πάμε για άλλα»;

Θ’ αφήσω δυο – τρεις μέρες να χαρώ και μετά θα πάω για τα επόμενα. Πάντα νιώθεις άδειος μετά από μια καλή δραστηριότητα, αλλά είναι μέχρι να πάρεις μπρος για το επόμενο σχέδιο.

Κι αν είχατε μπει στην περίοδο της ξεγνοιασιάς, που τόσο επιθυμείτε, θα σας ένοιαζε πολύ τι θα κάνατε αμέσως μετά το τέλος μιας καλής δραστηριότητας;

Όχι, θα με ένοιαζε. Θα ήταν εξίσου καταθλιπτικό να μη νοιάζομαι για το επόμενο σχέδιο.

Με το θέμα της βιολογικής φθοράς τι γίνεται;

Τι να γίνεται; Μ’ απασχολεί και δεν μ’ αρέσει καθόλου. Άλλοτε με παίρνει από κάτω και άλλοτε δεν την προσέχω καθόλου. Ανάλογα με το πότε είμαι καλά και πότε δεν είμαι.

Τι φοβάστε περισσότερο να φθαρεί από εσάς;

Το σώμα μου. Τα «γόνατα που κάνουν κρίτσι – κρίτσι» που λέει και ο Αλκίνοος. Πρέπει να βρω ένα τρόπο να την αντιμετωπίζω τη φθορά, γιατί δεν το κάνεις μία φορά και καθάρισες.

Πότε σας πλήγωσε τελευταία φορά μια αλλαγή από τη φθορά πάνω σας;

Προχθές…Σκεφτόμουν το χρόνο που περνάει.

Το ότι σε δέκα χρόνια θα είστε 70 ετών.

Αυτό, ναι, ας πούμε. Δεν ξέρω, από’ να σημείο και μετά ο χρόνος κυλάει σαν νερό, Όταν είσαι νέος, μέχρι τα 40 – 45, δεν το καταλαβαίνεις αυτό.

Αυτό το άγχος της φθοράς έχει να κάνει με τη δουλειά σας, το πώς θα σας βλέπουν οι άλλοι;

Δεν νομίζω…Απ’ τη μια μιλάω σαν γυναίκα, που εμείς οι γυναίκες το έχουμε περισσότερο, μα απ’ την άλλη δεν το αφήνεις και να σε φάει.

Η φωνή είναι το εργαλείο σας. Την ασκείτε ακόμα;

Κάνω μαθήματα εδώ και τριάντα χρόνια και, μην ξεχνάτε, τα δύο αυτά έργα του Ξυδάκη και του Παπαδημητρίου είναι πολύ δύσκολα από ερμηνευτικής άποψης. Έχω αγωνία, δεν σας κρύβω, για το πως θα τα ξανατραγουδήσω ζωντανά. Εννοείται πως κάνω ακόμη μαθήματα. Την πρώτη μου δασκάλα την είχα γνωρίσει από τον Μαμαγκάκη. Μείναμε 25 χρόνια μαζί και τώρα έχω μια νέα δασκάλα, νέο κορίτσι.

Είστε η ΤΟΠ Ελληνίδα τραγουδίστρια. Είδατε να τρίζει ο θρόνος σας, να το πω έτσι, με την επιτυχία της Μποφίλιου και της Ζουγανέλη;

Είναι οι νέοι ήρωες της νεολαίας, της νέας γενιάς. Κάθε γενιά, ο κόσμος γενικά, οι νέοι θέλουν το είδωλο τους, τους ήρωες τους. Εμείς ερχόμαστε από μιαν άλλη παλιότερη ιστορία, ενώ τα παιδιά αυτά έχουν άλλο background.

Όταν μεγαλώνεις, είναι σωστό να οδηγείσαι σε μία αποψίλωση των ανθρώπων που είχες ή έχεις γύρω σου;

Όχι, αλλά πέρασε μία εικοσαετία που συνέβαιναν πράγματα. Συναντούσες ανθρώπους μεγάλους. Σήμερα πλέον με θεωρώ μία διαμορφωμένη προσωπικότητα. Τις προάλλες τρώγαμε με τον Γκανά στο σπίτι του και λέγαμε πόσο έχει αλλάξει η καθημερινότητα μας.

Προσεύχεστε;

Πριν βγω στη σκηνή. Δεν έχω καμία θρησκευτική ροπή, στον εαυτό μου μιλάω. Κάνεις ολόκληρες ασκήσεις για να τονωθώ πριν από ένα live. Κάνω κι ένα σταυρό και βγαίνω.

Πιστεύετε ότι θα έρθει μία στιγμή που δεν θα θέλετε να τραγουδήσετε άλλο;

Δεν ξέρω, εμένα αυτό που με νοιάζει είναι να ξυπνάω και να’μαι καλά, εγώ και όλοι οι άνθρωποι μου.

Κυρία Αρβανιτάκη, τελικά δεύτερη ζωή δεν έχει;

Δεν έχει, όχι, γι’ αυτό σ’ αυτή τη μία ας κάνουμε ότι αγαπάμε. Είναι ωραίο να βάζεις στόχους και να τους εκπληρώνεις. Θα μου πείτε το πόρισμα της συνεδρίας μας; (γέλια)

Σας βρίσκω ήρεμη και κυρίως να έχετε αποβάλει το άγχος για την κορυφή. Μπράβο σας.

Μπράβο μας!

* Σήμερα, Τρίτη 3 Δεκεμβρίου του 2024, η Ελευθερία Αρβανιτάκη παρουσιάζει το ολοκαίνουργιο ψηφιακό EP - μίνι άλμπουμ της με τραγούδια που είχε σφραγίσει η Μαρίκα Νίνου. Τίτλος του άλμπουμ: «Και σήμερα και αύριο και τώρα» (από την Panik Oxygen)

** Πρώτη δημοσίευση: koutipandoras.gr 

Πέμπτη 1 Αυγούστου 2024

Σοφία Παπάζογλου: «Λείπει το βίωμα απ' τη νεότερη γενιά λαϊκών τραγουδιστών»


Μόλις κυκλοφόρησαν κάποια καινούργια τραγούδια της με τον συνθέτη Αντώνη Απέργη, που είναι άλλη μία ιδιαίτερη περίπτωση δημιουργού στο ελληνικό τραγούδι. Γράφτηκαν το 2022 κατά την επιστροφή στην κανονικότητα μετά την πανδημία: Δύο έγιναν βιντεάκια στο προσωπικό της κανάλι στο YouTube και άλλα τέσσερα βγήκαν στο spotify. «Ενώ ανήκα σε διάφορες εταιρείες, στην ουσία πάντα αυτοδιαχειριζόμενη ήμουν» την ακούω να μου λέει. Επίσης κάνει μια σειρά παραστάσεων με τίτλο «Οι δικές μας ξένες», δηλαδή ένα αφιέρωμα στις Εβραίες Ρόζα Εσκενάζυ – Στέλλα Χασκήλ και στην Αρμένισσα Μαρίκα Νίνου. Μ’ αυτό το project το διάστημα 7 – 10 Αυγούστου θα περιοδεύσει σε τρεις πόλεις της Γερμανίας με κορυφαία τη συμμετοχή της στο Yiddish Summer Festival της Βαϊμάρης. Απέναντι μου έχω την εξαιρετική τραγουδίστρια Σοφία Παπάζογλου, με την οποία, ενώ γνωριζόμαστε μια εικοσαετία, ποτέ δεν μου είχε δώσει μία εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη.

Από που κατάγεστε;

Είμαι μισή Πόντια, μισή Ροδίτισσα, γεννήθηκα στις Βρυξέλλες του Βελγίου πριν από 52 χρόνια και μεγάλωσα στη Θεσσαλονίκη. Είμαι πολυπολιτισμική, έχω πιάσει Βορά, Νότο, τα πάντα. Ο πατέρας μου και οι γονείς της μάνας μου ήταν μετανάστες στο Βέλγιο. Η μάνα μου πήγε εκεί ως κομμώτρια και τα έφτιαξαν με τον πατέρα μου. Στη Θεσσαλονίκη ήρθαμε το 1978, στην Κάτω Τούμπα, όταν ήμουν έξι χρονών. Έχω έντονες εικόνες από το Βέλγιο, πέρσι μάλιστα ξαναπήγα για συναυλίες, και πάντα επισκέπτομαι το μέρος που μέναμε και που από κάτω είχε το κομμωτήριο της η μητέρα μου. Ακόμη μένουν φίλοι μας εκεί.

Στη Θεσσαλονίκη σπουδάσατε;

Εκεί έκανα σχολείο, σπουδές, τελείωσα δασκάλα στο Παιδαγωγικό του ΑΠΘ, αλλά στο μεταξύ προέκυψε το τραγούδι. Μεγάλωσα σ’ ένα σπίτι που ο παππούς μου άκουγε πολύ τα ρεμπέτικα απ’ τα βινύλια της εποχής, όπως και τα τραγούδια της Μεταπολίτευσης. Η μάνα μου άκουγε Γιώτα Λύδια, Πόλυ Πάνου, νησιώτικα, ενώ ο πατέρας μου ήταν φανατικός καζαντζιδικός, όπως έγινα κι εγώ στην πορεία. Γενικώς αγαπούσαν όλοι τη μουσική, έψελναν κιόλας, όπως συνηθιζόταν, αλλά ο μεγάλος αδερφός της μαμάς μου έπαιζε και λίγο ακορντεόν.

Το ιδανικό περιβάλλον για μία τραγουδίστρια.

Όλη μέρα άκουγα μουσική και μάθαινα με μεγάλη ευκολία τα τραγούδια. Κάνανε συχνά γλέντια οι δικοί μου και χόρευαν πολύ, γι’ αυτό κι εμένα μ’ αρέσει ο χορός εξίσου με το τραγούδι.

Προλάβατε όλο αυτό το μουσικό κλίμα της Θεσσαλονίκης;

Μέχρι το 1995 που κατέβηκα στην Αθήνα, έζησα για μια εικοσαετία σχεδόν στη Θεσσαλονίκη. Πήγαινα στις συναυλίες του Νίκου Παπάζογλου, που τον αγαπούσα πολύ και είχαμε το ίδιο όνομα, αν κι αυτός ήταν Καππαδόκης, ενώ εγώ είμαι Πόντια. Βρεθήκαμε λίγες φορές, αλλά νομίζω ότι με άκουσε απ’ τη δισκογραφία αργότερα, δεν είχαμε δηλαδή επαφές. Έσφυζε από ζωή η Θεσσαλονίκη εκείνα τα χρόνια! Θυμάμαι το 1991 να πηγαίνω σε λάιβ του Λουδοβίκου των Ανωγείων μαζί με μια αναρχική φίλη μου στο «Λιόγερμα». Τρεις παρέες είχε μέσα και, μάλιστα, ένα διπλανό ζευγάρι είχε τσοντάρει για τα εισιτήρια μας, αφού δεν είχαμε μία. Μην ξεχνάμε και ότι η Θεσσαλονίκη είναι λαϊκή πόλη, φτωχομάνα. Παντού ακουγόταν λαϊκό τραγούδι, απ’ τα παλιά του ’50 – ’60 μέχρι Σακελλαρίου, Λίτσα Διαμάντη κ.α. Στο Γυμνάσιο πέρασα μια τριετία που άκουγα μόνο ξένη μουσική, όχι τόσο ροκ, όσο ποπ, σόουλ και φανκ: Πρινς, Γουίτνεϊ Χιούστον, Dire Straits, Police, μέχρι Scorpions έφτανα με τις ωραίες μπαλάντες τους. Επανήλθα στο λαϊκό τραγούδι, αφού εκεί με οδήγησαν κάποια πράγματα που μου συνέβησαν.

Όπως;

Στο Γυμνάσιο έκανα όλο αλητείες. Είχα φύγει απ’ το σπίτι για δυο μέρες, πράγματα αρκετά εξτρίμ για την ηλικία μου και την εποχή. Με ψάχνανε συνέχεια, ούσα μπλεγμένη με κάποιες περίεργες παρέες. Μου τη βάρεσε ξαφνικά με τον Καζαντζίδη και κάθε μήνα έδινα το χαρτζιλίκι μου για να αγοράζω τους δίσκους του. Έτσι έμαθα απ’ έξω όλα τα τραγούδια του. Σε εκείνη τη φάση, ενώ με μεγάλωσαν οι Ροδίτες γονείς της μητέρας μου, με ενδιέφερε να ανακαλύψω και τους Πόντιους, την καταγωγή του πατέρα μου, με τους οποίους δεν είχα ιδιαίτερη σύνδεση. Γράφτηκα στο Σύλλογο Ποντίων Φοιτητών ως φοιτήτρια και μάθαινα ποντιακούς χορούς.

Άρα κάτι σας «έτρωγε» μονίμως καλλιτεχνικά.

Ακριβώς. Με θυμάμαι στη β’ λυκείου στην επέτειο του Πολυτεχνείου να τραγουδάω μπροστά σε κόσμο το «Αχ χελιδόνι μου» του Λοΐζου. Νόμιζα ότι η καρδιά θα βγει απ’ το στήθος μου και οι συμμαθητές με χειροκροτούσαν μετά από κάθε ρεφρέν για να έπαιρνα θάρρος. Ακόμη μία φορά στο σχολείο τραγούδησα α καπέλα «Αγρίμια κι αγριμάκια μου», αν και πάντα μέσα στην τάξη τραγουδούσα κι έδινα το σόου μου. Επαγγελματικά τραγούδησα με έναν φίλο λυράρη, τον Θανάση Στυλίδη. Ο Κυριάκος Καλαϊτζίδης με το συγκρότημα Εν Χορδαίς μας πρότεινε να συμμετάσχουμε σε μία παράσταση του στον «Μύλο» με ποντιακά στο α’ μέρος. Αυτό έγινε πριν από τριάντα χρόνια και αμέσως μετά ο Καλαϊτζίδης με πήρε σε συναυλίες με ρεπερτόριο παραδοσιακά και σμυρναίικα.

Είπατε ότι βρήκατε τον προορισμό σας;

Όχι, το έκανα για χαρτζιλίκι, δεν με ενδιέφερε να γίνω τραγουδίστρια, αλλά να έχω την αυτονομία μου. Βασική μου αρχή ήταν να έχω οικονομική ανεξαρτησία ώστε να κάνω ότι μου έρχεται στο κεφάλι. Ακόμη και στη δισκογραφία που μπήκα αργότερα, δεν ήξερα αν πραγματικά ήθελα να γινόμουν τραγουδίστρια.

Για τη δισκογραφία ήρθατε στην Αθήνα;

Όχι, ήθελα να φύγω απ’ το σπίτι μου. Μετά τον Καλαϊτζίδη, βρέθηκα στη μπουάτ «Τήνελλα» της Θεσσαλονίκης, ένα υπέροχο φοιτητικό στέκι, που είχαν εμφανιστεί οι πάντες, από τον Παπάζογλου μέχρι τον Μάλαμα και τον Ζερβουδάκη. Πήγαινα συχνά ως θαμώνας και ένα βράδυ, όταν είχε φύγει η τραγουδίστρια Μόρφω Τσαϊρέλη λόγω εγκυμοσύνης, μου ζήτησαν να ανέβω να τραγουδήσω. Είπα δύο τραγούδια και με προσέλαβαν κατευθείαν με 15.000 δραχμές μεροκάματο. Μικρό μαγαζί, έπαιρνε εκατό άτομα και δουλεύαμε πενθήμερα. Τι άλλο να ήθελα σαν φοιτήτρια στα 22 μου; Όταν το είπα στον πατέρα μου, έγινε έξαλλος. Ήταν πολύ αυστηρός ο πατέρας μου, που τον έχω ακόμα δόξα τω Θεώ. Τη μητέρα μου έχασα νωρίς το 1991 στα 44 της χρόνια. Εκείνη μας άφηνε να κάνουμε ότι θέλαμε, τρομερά υποστηρικτική σε αντίθεση με τον πατέρα μου. Δεν είχα ένα μήνα στην «Τήνελλα» και με ειδοποιεί ο μπουζουξής ότι ο συνθέτης Νίκος Μαμαγκάκης ετοιμάζει νέο δίσκο και ψάχνει τραγουδίστρια. Δεν είχα ιδέα από στούντιο και με ένα κασετοφωνάκι ηχογράφησα τα τραγούδια που έλεγα στο πρόγραμμα. Το κασετοφωνάκι το είχαμε στο πίσω μπαρ. Ότι «έπιανε» απ’ τα ηχεία. Έστειλα του Μαμαγκάκη μερικά τραγούδια και ένα μήνα μου τηλεφώνησε ο ίδιος. Το δίσκο θα τον έκανε με τον Δημήτρη Κοντογιάννη και θέλανε μια γυναικεία φωνή συμμετοχή. Στο μεταξύ, ο μαέστρος με ψάρωσε στην αρχή: «Μένω στην οδό Στίλπωνος στο Παγκράτι. Ξέρεις ποιος ήταν ο Στίλπωνας;» Ιδέα δεν είχα (γέλια). Του εξήγησα πως δεν είχα χρήματα να πάρω το αεροπλάνο για Αθήνα και προθυμοποιήθηκε να μου κάνει εκείνος τα εισιτήρια. Θυμάμαι ότι την πρώτη μέρα που πήγα στον Μαμαγκάκη, ήμουν βραχνιασμένη. Μου έδωσε ένα «λα» και το είπα. Άρχισε μετά: «Σήκω πάνω, κάνε ένα κύκλο, βγάλε τα γυαλιά σου», ήθελε γενικά να είχες όλο το πακέτο. Στο μεταξύ, ενώ ήμουν ακόμη στην «Τήνελλα» και παράλληλα δούλευα τα δύο πρώτα τραγούδια του Μαμαγκάκη, ένας φίλος μου έκλεισε δουλειά στο «Αλώνι» στη Σίφνο. Εκεί γνώρισα Αθηναίους μουσικούς και μου έγινε πρόταση να κατέβω στην Αθήνα στα «9/8» σ’ ένα πρόγραμμα του Κουνάδη με τον Ξηντάρη. Ήταν η πρώτη φορά που δούλεψα σαιζόν, αφού συνήθως έφευγα στα μισά, προφασιζόμουν διάφορες δικαιολογίες. Δούλευα για να περνάω καλά και για το χαρτζιλίκι μου, δεν το είχα δει σοβαρά. Συγκατοίκησα μ’ ένα φιλικό ζευγάρι στο Παγκράτι και δούλευα καθημερινά στα «9/8» με Ξηντάρη, Κατινάρη, Τσεκούρα, Γιαννίση, Γευγελή, ένα dream team. Στη «Σφεντόνα» πιο πάνω τραγουδούσε η Αρβανιτάκη, που την επόμενη σαιζόν θα μ’ έπαιρνε μαζί της.

Με το δίσκο του Μαμαγκάκη τι έγινε;

Ένας λόγος που κατέβηκα στην Αθήνα ήταν κι αυτός. Τα απογεύματα δουλεύαμε για κάνα δίωρο με τον Μαμαγκάκη στο σπίτι του, μην έχοντας ιδέα αμφότεροι από ψηφιακά στούντιο. Με είχε ζορίσει αρχικά η Αθήνα, δεν ήξερα πως να τα βγάλω πέρα. Είναι τελείως άλλης νοοτροπίας και κουλτούρας οι Αθηναίοι από τους Θεσσαλονικείς. Στο μεταξύ, απ’ τα «9/8» είχε περάσει ο μπουζουξής Στουραΐτης, η Άννα Χρυσάφη, η Λιλή Ζωγράφου. Η τελευταία, που τότε τη διάβαζα πολύ, μου έπιασε ένα βράδυ το χέρι και μου είπε «Είσαι υπέροχη τραγουδίστρια». Εκεί ζήτησε να με γνωρίσει ένα άλλο βράδυ και η Πόλυ Πάνου. Ήταν ακόμη εποχές που τελειώναμε απ’ το μαγαζί και μετά πηγαίναμε όλοι μαζί σε άλλα μαγαζιά. Με τον Μαμαγκάκη τσακωθήκαμε άσχημα, του είπα «Δε με νοιάζει ο δίσκος, να μη γίνει», τα μάζεψα και ξανανέβηκα στη Θεσσαλονίκη. Μου τηλεφώνησε πάλι ο ίδιος στο πατρικό μου, μου ζήτησε συγγνώμη κι έτσι ολοκληρώθηκε η δουλειά.

Τι ακριβώς είχε γίνει με τον Μαμαγκάκη;

Γινόταν πολύ εριστικός, έβριζε και μπορούσε να σε προσβάλλει, ενώ ήταν ένας τύπος που μιλούσε πολύ ωραία γενικώς. Ήμουν και πιτσιρίκα, δεν σήκωνα μύγα στο σπαθί μου. Κοπάνησα την πόρτα και δεν με ξαναείδε ώσπου να μου τηλεφωνήσει. Ο δίσκος βγήκε από τη Λύρα σε βινύλιο, που το αγόρασα πολλά χρόνια μετά από το Μοναστηράκι, ενώ τότε εμένα μου είχαν δώσει CD. Με το που βγαίνει ο δίσκος, μαθαίνεται και αμέσως μου τηλεφωνεί ο Νταλάρας, ο οποίος ετοίμαζε το πρόγραμμα του με τους Πυξ Λαξ στην Ιερά Οδό. Εκείνο τον καιρό έμενα σε κάτι φίλους του τότε αμόρε μου, του Χρήστου Τσαπράζη από τα Ξύλινα Σπαθιά. Εκεί, στην Κυψέλη, τηλεφώνησε ο Νταλάρας και νόμιζαν ότι τους κάνανε πλάκα. Πήγα από το στούντιο Sierra σαν καημένο με την κασέτα του Μαμαγκάκη για να μ’ άκουγε. Έλα, όμως, που ο Μαμαγκάκης μου σύστησε να πάω στο σχήμα της Αρβανιτάκη, που κι αυτή μαζί του είχε ξεκινήσει. Βρέθηκα στο σπίτι της Ελευθερίας, ακούσαμε επί τόπου τα τραγούδια του Μαμαγκάκη, της άρεσα πολύ, όπως μου είπε, και θα μου τηλεφωνούσε. Πραγματικά, με ειδοποίησε και το χειμώνα με πήρε στη «Σφεντόνα». Δηλαδή μέσα σε ενάμισι χρόνο έκανα δίσκο με τον Μαμαγκάκη και συνεργάστηκα με την κορυφαία Αρβανιτάκη, χάνοντας όμως μια πρώτη συνεργασία με τον Νταλάρα. Μαζί ήταν ο Κότσιρας και ο Μιχάλης Παπαζήσης, άλλο dream team! Ήταν να πάω και περιοδεία στην Αυστραλία, αλλά τελικά δε με πήραν μαζί τους. Έτσι, ο μάνατζερ, που με εκτιμούσε, μου έκλεισε άλλη δουλειά με τον Ορφέα Περίδη την άνοιξη του 1997. Παίξαμε Αθήνα και Θεσσαλονίκη κι εκεί γνώρισα τον Μίλτο Παπαστάμου, που μόλις είχε έρθει από σπουδές στην Αμερική. Τα φτιάξαμε ένα χρόνο αργότερα και έγινε ο μπαμπάς της κόρης μου. Μείναμε μαζί 20 χρόνια. Μετά απ’ τον Περίδη, με ειδοποιεί πάλι ο μάνατζερ ότι με ζητάει ο Μητροπάνος. Πήγα απ’ το σπίτι του, αλλά εγώ τότε σχεδίαζα ένα ταξίδι στη Συρία. Έχω κάνει κι εγώ κάτι βλακείες στη ζωή μου! Ο Μητροπάνος με τη Βένια, τη γυναίκα του, μου εξήγησαν ότι θα δίναμε μια συναυλία στην Κύπρο, αλλά μου φάνηκε λίγο…στρατιωτικό το όλο θέμα, του στυλ «θα κάνεις αυτό και εκείνο» κλπ. Λέω του μάνατζερ πως δεν θα πάω κι αυτός άρχισε να φωνάζει: «Με εκθέτεις, δεν θα σε ξαναβοηθήσω»! Εγώ έκλαιγα, δεν ξέρω τι μ’ είχε πιάσει και μιλάμε ότι θα κάναμε Κύπρο, ολόκληρη καλοκαιρινή περιοδεία και μετά Αμερική με τον Μητροπάνο. Να πω και ότι το ίδιο διάστημα – όλα μαζί πέφτανε – είχα κλείσει και λίγες παραστάσεις με την Πόλυ Πάνου και τη Μαριώ. Οποιαδήποτε άλλη θα ακολουθούσε τον Μητροπάνο, αλλά εγώ δεν το έκανα.

Εντάξει, το να έχετε όμως στις αποσκευές σας συνεργασία με την Πόλυ Πάνου, δεν είναι μικρό πράγμα.

Ισχύει, έχετε δίκιο. Τη γνώρισα και συνεργάστηκα μαζί της. Είχανε και πολύ πλάκα αυτές οι δύο, κάναμε τρελά γέλια. Πήγαμε στο Νεστόριο θυμάμαι, όπου θα βγαίναμε αμέσως μετά τους Κατσιμιχαίους. Βγαίνει η Πόλυ Πάνου με φόρεμα μπλε μουσελίνα και γοβάκι κι από κάτω βρώμαγαν οι μπάφοι (γέλια). Μπουζούκι είχαμε τον Καραντίνη. Μεγάλη εμπειρία.

Και ο ένας δίσκος διαδεχόταν τον άλλον.

Με ζήτησε ο Τσιαμούλης για μία δισκογραφική δουλειά που συμμετείχαν ακόμη ο Αλκίνοος Ιωαννίδης και η Κατερίνα Παπαδοπούλου. Σε διακοπές στην Πάρο εκείνο το καλοκαίρι, με άκουσε ο Παντελής Θαλασσινός, που βρισκόταν εκεί. Μου ζήτησε να κάνουμε σαιζόν μαζί στην «Πανσέληνο», ένα νέο μαγαζί στην Αθήνα, με τον Γεράσιμο Ανδρεάτο στο σχήμα. Το έκανα! Πάλι φουλ πενθήμερα, από Δευτέρες μέχρι Πέμπτες. Εκεί πάλι με άκουσε ο Γιώργος Ζήκας και μου έκανε έναν ολόκληρο δίσκο, ενώ εγώ στην πραγματικότητα ήθελα να κάνω μια απλή συμμετοχή. Δεν είχα το θάρρος να το πω κι έτσι τον πήρα πάνω μου όλο το δίσκο. Για κάποιο λόγο άρεσε, παρόλο που δεν «περπάτησε» πολύ.

Γι’ αυτό φύγατε από τη Λύρα;

Ναι, έχοντας κλείσει πάλι πολλές συναυλίες – πάνω από 40 – με τον Πέτρο Γαϊτάνο, που τότε μεσουρανούσε. Κι όταν το χειμώνα θα τραγουδούσα με Περίδη πάλι και Μανώλη Λιδάκη, τελευταία στιγμή μου είπαν πως δεν θα είμαι μαζί τους. Τσαντίστηκα πάρα πολύ, γιατί ξέμεινα από δουλειά. Εννοείται πως μετά από τόσα χρόνια, τους έχω δώσει άφεση, αν και τότε ζημιώθηκα πολύ οικονομικά και ψυχολογικά σχεδόν για μία διετία. Δούλεψα για κάποιους μήνες σ’ ένα ρεμπετάδικο με τον Μανώλη Πάππο, ο οποίος είχε κάποια τραγούδια που με ενθουσίασαν κι ήθελα να τα κάναμε. Τα κάναμε demo κι ο Αλκίνοος με τον Μίλτο, τον άντρα μου, θα αναλάμβαναν την παραγωγή. Η Ντόρα Ρίζου της Λύρα είχε αποφασίσει ότι δεν ήθελε να τα κάναμε εκεί. Μάλιστα με απαξίωσε του στυλ «Καλή είσαι, αλλά όχι τίποτα σπουδαίο». Γενικώς η παραγωγός Ρίζου ήταν σκληρή εκείνα τα χρόνια και σήμερα αναγνωρίζω πως για να ήσουν κορυφαίος στον τομέα σου, έπρεπε να’σαι και κυνικός παράλληλα, κάτι που εγώ ποτέ δεν είχα. Πείσμωσα κι ήθελα να τα παρατήσω, συνειδητοποιώντας πόσο σκληρός πρέπει να’σαι με τους πάντες και τα πάντα. Τίποτα δεν γίνεται με το να’σαι καλό παιδί, κακά τα ψέματα. Πρέπει να παραβλέπεις ακόμη κι ανθρώπους που μπορεί να σ’ έχουν ωφελήσει. Για μένα ούτε παιδιά πρέπει να κάνει ένας καλλιτέχνης, αφού θα υποφέρουν αν αυτός έχει τη φιλοδοξία της διατήρησης στην κορυφή. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος! Λόγω Αλκίνοου, δέχτηκαν να κάνουν το δίσκο με τον Πάππο στη Universal.

Και απ’ όσο θυμάμαι είχε συζητηθεί τότε το κόστος παραγωγής του.

Ο δίσκος κόστισε περίπου 50.000 ευρώ. Ήταν η πιο ακριβοπληρωμένη παραγωγής εκείνης της χρονιάς, το 2003. Ξεκίνησα όμως συνεργασία με την Εστουδιαντίνα και δεν στήριξα μοιραία τα τραγούδια του δίσκου. Δεν ήταν ακριβώς λαϊκά τραγούδια και δεν παίζονταν εύκολα. Το «Όσα σου μοιάζουν» πούλησε 4.000 κομμάτια, άρα δεν πήγε καλά. Κι η Αρβανιτάκη είχε πει δύσκολα τραγούδια, αλλά πολύ νωρίτερα από μένα. Αυτό έπαθα εγώ! Είχα αρκετούς καλούς δίσκους χωρίς να βγει κάποια μεγάλη επιτυχία, εκτός απ’ το «Να’χα δυο ζωές» στο δίσκο που κάναμε με τον Καλαντζόπουλο. Εκείνος πάλι μου είχε τηλεφωνήσει, αφού δεν έμπαινα στη διαδικασία να ζητήσω τίποτα από κανέναν. Από το χαρακτήρα μου; Από τη βλακεία μου; Πες το όπως θες!

Ήταν όμως κι η εποχή που εμφανίζονταν πολλές άλλες καλές τραγουδίστριες, σαν τη Γιώτα Νέγκα.

Κι αυτό ισχύει. Όταν, ας πούμε, τηλεφώνησε ο Καλαντζόπουλος, νομίζαμε με τον Μίλτο ότι ήθελε εκείνον και όχι εμένα για δουλειά. Μου ζήτησε τελικά να έλεγα το «Με τα μάτια κλειστά», αλλά δεν ήθελα, δεδομένου του πόσο το είχε σφραγίσει η Γιώτα το συγκεκριμένο κομμάτι. Έτσι στο δίσκο έβαλε να το πει ο Παρχαρίδης. Την αγαπώ, τη θεωρώ πολύ καλή τραγουδίστρια και χαίρομαι που υπάρχει η Γιώτα, διότι για πολλές δεν χαίρομαι, η αλήθεια είναι. Σαν τραγουδίστριες, όχι φυσικά σαν άνθρωποι. Στο μεταξύ, εγώ μάλωνα με όλους. Μάλωσα με τον Παναγιώτη, όπως είχα μαλώσει και με τον Ζήκα, αλλά και με τον Πάππο. Τα ξαναέβρισκα με όλους μετά από χρόνια. Τι να το κάνεις μετά; Παρόλα αυτά το «Να’χα δυο ζωές» το αγάπησε πολύ ο κόσμος με μένα. Μια φορά που πήγα στα Κουφονήσια νόμιζαν πως ήταν δική μου η πρώτη εκτέλεση.

Κάπου τότε δεν γνωρίσατε και τον Αντώνη Απέργη;

Ακριβώς. Σε συναυλίες του «Διφώνου» με Λιζέτα Καλημέρη, Πάππο και Απέργη, αλλά το καλοκαίρι του 2006 ξέμεινα πάλι από δουλειά. Ήθελα πολύ να δουλέψω με τον Μανώλη Ρασούλη και όταν με ειδοποίησαν ότι με ζητάει στη «Βάρδια» της Θεσσαλονίκης, έτρεξα κυριολεκτικά. Πάμε να παίξουμε, η ώρα είχε πάει 12 και ο sui generis Παντελής Θεοχαρίδης ακόμη να’ρθει (γέλια). Τον ήξερα τον Παντελή, αλλά ήταν η πρώτη φορά που δουλεύαμε μαζί. Έξαλλος ο Ρασούλης, που τον αγαπούσε πολύ όμως. Ήταν ένα όνειρο τελικά εκείνο το σχήμα και ο Ρασούλης ένα θαύμα για μένα. Με τον Ρασούλη δεν τσακωθήκαμε ποτέ, είχαμε ακριβώς τον ίδιο τρόπο σκέψης. Λάτρευα το κείμενο του με τίτλο «Θάνατος στη λογική του καριόλη», στα σχολεία θα έπρεπε να διδάσκεται! Σημειωτέον, το 2005 είχα συνεργαστεί ήδη σε συναυλίες με τον Γιάννη Μαρκόπουλο, τη Λαϊκή Ορχήστρα Μίκης Θεοδωράκης και τον Χρήστο Νικολόπουλο, ο οποίος με ζήτησε στο «Περιβόλι τ’ Ουρανού». Κουρασμένη καθώς ήμουν απ’ την πολλή δουλειά, έπαθα αφωνία και έπαιρνα κορτιζόνη. Του εξήγησα πως δεν θα τον έστηνα, αλλά μετά τις γιορτές θα έφευγα. Έτσι και έγινε. Τον ίδιο καιρό πήρα μια φίλη μου και πήγαμε να δούμε μια παράσταση του Νταλάρα στο «Παλλάς». Εκεί ο «Θείος» με ζήτησε για παραστάσεις στο Μέγαρο Μουσικής. Η «Αναφορά στο ρεμπέτικο» ήταν με σκηνοθεσία Χατζάκη και με τους καλούς συναδέλφους Μπάμπη Στόκα, Ασπασία Στρατηγού και Ζαχαρία Καρούνη δίπλα στον Νταλάρα. Φαινόταν να είχα ανακάμψει καλλιτεχνικά. Έτσι, το χειμώνα κάναμε σχήμα με τον Δημήτρη Μπάση στο «Χάραμα» τη σαιζόν 2008 – 2009.

Έκτοτε, απ’ την αρχή δηλαδή, δεν έχετε σταματήσει τα λάιβ, ακόμη και σε πανηγύρια.

Σε πανηγύρι αμιγώς δεν έχω τραγουδήσει, γιατί δεν μπορώ να το υποστηρίξω. Πάντα τους έλεγα ότι μπορώ να κάνω αυτό και να μη μου ζητήσουν μετά τα ρέστα. Κοιτάξτε, εμένα δεν μου άρεσαν ποτέ οι χώροι του πανηγυριού, όπως και του σκυλάδικου. Θα μπορούσα να’χω κάνει επιτυχία και να τα’χα κονομήσει, με έπαιρνε δηλαδή να το κάνω. Δεν είχα τέτοια αισθητική και άποψη για το τραγούδι.

Πολιτικοποιημένη ήσασταν;

Ήμουν από τότε που κατέβαινα στις πορείες με την ακροαριστερή φιλενάδα μου. Ανέκαθεν είχα αριστερές πεποιθήσεις, αλλά με την έννοια του ανθρωπισμού και της αλληλεγγύης. Σήμερα με ενοχλεί η διάσπαση της Αριστεράς κι αυτό που ο καθένας κοιτάει την πάρτη του. Γιατί τόση εγωπάθεια; Δεν θέλουν να βοηθήσουν το κοινωνικό σύνολο; Που πήγε το ανθρωπιστικό πρόσημο της Αριστεράς; Το «όλα για όλους», αυτό είχα εγώ στο κεφάλι μου. Αυτή τη στιγμή ζούμε τον άκρατο καπιταλισμό, τα έχει πει όλα ο Βασίλης Ραφαηλίδης στα βιβλία του.

Θα ήθελα να μου πείτε πως βλέπετε τη θέση σας στο σημερινό ελληνικό τραγούδι.

Ο καθένας σήμερα ανεβάζει ένα βίντεο που τραγουδάει και νομίζει ότι είναι τραγουδιστής. Εγώ απ’ τον κορονοϊό και μετά, δεν μπόρεσα να ακολουθήσω τις εξελίξεις. Ένιωσα σαν να μην έχω κάνει τίποτα. Σαν να μην έχουν γίνει όλα αυτά που σας αφηγήθηκα.

Βαρύ λίγο αυτό που λέτε.

Το λέω, γιατί δεν με ωφελεί αυτή τη στιγμή σε κάτι. Ξέρω ότι έχω ζήτηση, δεν είναι ότι δεν έχω, αλλά αρνούμαι να κάνω πλέον συμμετοχές. Έχοντας τουλάχιστον 200 τραγούδια στη δισκογραφία, για ποιο λόγο να πω άλλο ένα που θα πάει χαμένο; Ακόμη κι αυτά τα τραγούδια με τον Απέργη, δεν θα τα είχα κάνει, αν δεν είχα ακόμη τη λογική ότι μπορώ να τα καταφέρω. Τώρα δεν θέλω άλλο εκτός αν είναι κάτι που θα το «εξαργυρώσω». Πικρό, αλλά αληθινό. Είμαι ρεαλίστρια και ποτέ δεν έζησα μέσα σε ροζ συννεφάκια και αυταπάτες. Έχω ένα όνομα, όπως και το σεβασμό των συναδέλφων μου, το γνωρίζω, αλλά έκανα κι εγώ πολλά λάθη, είπα πολλά όχι, αρνήθηκα συνεργασίες και ανθρώπους.

Απ’ την άλλη, εγώ τώρα θυμάμαι την Καίτη Γκρέυ να σας χαρακτηρίζει σε μένα ως την πιο άξια διάδοχο της στο λαϊκό τραγούδι.

Την Καίτη την αγαπώ πολύ, είναι για πάντα η Καιτάρα μου, έχουμε άριστη σχέση. Δυστυχώς δεν επικοινωνεί πια, την τελευταία φορά που την είδα τον περασμένο χειμώνα δεν μ’ αναγνώρισε. Κι όταν της έδειξα φωτογραφία της με τον Καζαντζίδη, που του’χε τεράστια αγάπη, και τη ρώτησα «Αυτός ποιος είναι;», μου απάντησε: «Ο Τζουανάκος;» Την έχω μελετήσει πολύ την Καίτη, την έχω στις φλέβες μου. Από εύσημα, καλά τα πάω, δεν έχω παράπονο (γέλια). Μίλησα πριν για το πρακτικό κομμάτι της δουλειάς, το πώς θα έχω την ευκολία να στήνω ότι ονειρεύομαι.

Ποιες νεότερες τραγουδίστριες ξεχωρίζετε;

Την Ασπασία Στρατηγού, τη Σεμέλη Παπαβασιλείου, τη Ρία Ελληνίδου, τη Νεφέλη Φασούλη, την Ιουλία Καραπατάκη. Πάντα θαυμάζω το πηγαίο ενώ στη μαγκιά και τα «στυλάκια» κλείνω, πέφτει κουρτίνα. Έτσι είναι ο χαρακτήρας μου. Πιστεύω πως αν μπορείς να πεις καλά τα παραδοσιακά και τα λαϊκά τραγούδια, μπορείς να πεις και το οτιδήποτε. Ξέρετε τι λείπει απ’ τη νεότερη γενιά λαϊκών τραγουδιστών; Το βίωμα! Κάτι που εμείς προλάβαμε και το ζήσαμε ώστε να έχουμε αναφορές, παρόλο που τότε τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα ως προς το ξεκίνημα κάποιου απ’ ότι σήμερα. Θα ήμουν ακόμη πιο τυχερή εγώ αν είχα λίγο μυαλό παραπάνω. Έχω μετανιώσει για κάποια πράγματα και το δηλώνω, δεν έχω πρόβλημα.

Τι θα ήταν αυτό που θα σας ξανάβαζε σήμερα στο στούντιο;

Ένα τραγούδι που να ξέρω ότι θα ακουστεί και θα διοχετευθεί προς τον κόσμο, αν το έπαιζαν τα ραδιόφωνα δηλαδή. Με τα «αν», βέβαια, δεν κάνουμε δουλειά. Που να μην το χρηματοδοτήσω εγώ επίσης, διότι το έκανα δυο – τρεις φορές και δεν το ξανακάνω.

* Η συνέντευξη με την ερμηνεύτρια Σοφία Παπάζογλου πραγματοποιήθηκε τη Δευτέρα 22 Ιουλίου 2024 στο «Καφέ των Ποιητών» της πλατείας Βικτωρίας.

** Ένα μέρος της συνέντευξης δημοσιεύθηκε στο ένθετο Docville με την εφημερίδα Documento.