Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα IN MEMORIAM. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα IN MEMORIAM. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

Φλέρυ Νταντωνάκη 28 χρόνια μετά: Το ιστορικό της συμμετοχής της στην ταινία «Ακρόπολις Εξπρές»

 

Από το 2001, απ’ όταν έφτιαξα το ντοκιμαντέρ για τη Φλέρυ Νταντωνάκη, αναζητούσα τον σκηνοθέτη Θόδωρο Καλομοιράκη. Είχα διαβάσει πως το 1973, στο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, είχε συμμετάσχει μία δική του ταινία, το «Ακρόπολις Εξπρές» με πρωταγωνίστρια την Ιέρεια του «Μεγάλου Ερωτικού». Ήταν αδύνατο να επικοινωνήσω μαζί του, ζούσε μόνιμα στις ΗΠΑ τότε και είχε χαθεί μάλλον από τα εγχώρια κινηματογραφικά δρώμενα. Ούτε χρήστης του διαδικτύου ήμουν, όπως σήμερα, ώστε να είχα ευκολότερη πρόσβαση σε αρχεία και ηλεκτρονικές διευθύνσεις. Κι έτσι, για πολλά – πολλά χρόνια η θέαση του «Ακρόπολις Εξπρές» παρέμενε κάπως σαν όνειρο. ‘Ώσπου ένα βράδυ, είδα ένα άλλο όνειρο στον ύπνο μου, αλλόκοτο, μεταφυσικό, το οποίο με έκανε να ασπαστώ εν μέρει τη μεταφυσική και να αρχίσω να πιστεύω πως με τη Φλέρυ Νταντωνάκη, την οποία ουδέποτε συνάντησα, με συνδέει κάτι βαθύτερο, υπαρξιακό θα έλεγα, που υπερβαίνει τα επίγεια: Ήμουν, λέει, σε μία λεωφόρο της Νέας Υόρκης τη δεκαετία του 1960. Στην Αμερική, που δεν έχω αξιωθεί μέχρι σήμερα να την επισκεφτώ, άρα η μόνη εικόνα που έχω είναι μέσα από τις ταινίες και τα ρεπορτάζ. Και αναφέρω τη δεκαετία του ‘60 καθώς απέναντι μου, σε μακρινή απόσταση, είδα με απόλυτη ευκρίνεια τη Φλέρυ Νταντωνάκη. Ήταν νέα, πανέμορφη, φορούσε μίνι φούστα και ψηλές μπότες. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη, έκανα να κινηθώ προς το μέρος της για να της μιλήσω, αλλά με σταμάτησε απότομα η ίδια. Άπλωσε το ένα της χέρι, σαν να μου έλεγε «Θα σε δείρω» και έμοιαζε τρομερά εκνευρισμένη. Ήταν τέτοιο το σοκ που πετάχτηκα από τον ύπνο μου με μία δυσάρεστη αίσθηση. Αμέσως είδα την οθόνη του κινητού μου που έλεγε πως η ώρα ήταν λίγο μετά τη μία τα μεσάνυχτα. Εκείνη η μέρα, θυμάμαι, πέρασε ολόκληρη μέσα σε μια ανεξήγητη αίσθηση μελαγχολίας. Σκεφτόμουν συνεχώς το εξής: «Η Φλέρυ τα’χει βάλει μαζί μου; Για ποιο λόγο, τι της έκανα;».

Κωμικό ακούγεται, ειδικά για όποιον γνωρίζει πως εμείς οι ίδιοι κατευθύνουμε τα όνειρα μας κάθε φορά, έλα όμως που το βράδυ της ίδιας μέρας, συνέβη κάτι που αγγίζει, όπως έγραψα παραπάνω, τα όρια της μεταφυσικής: Έτυχε να περάσω από το ιδιωτικό ιατρείο του οδοντογιατρού μου. Στην αναμονή, πάνω σ’ ένα τραπεζάκι, υπήρχε ένα Αθηνόραμα της τρέχουσας εβδομάδας. Το ανοίγω και κατευθείαν πέφτω πάνω στο τηλεοπτικό πρόγραμμα της χθεσινής μέρας. Ανατριχιάζω σύγκορμος σαν βλέπω ότι την προηγούμενη, στη μία ακριβώς τη νύχτα, την ίδια ώρα που ξύπνησα απ’ το όνειρο με τη Φλέρυ, προβλήθηκε από την ΕΡΤ το «Ακρόπολις Εξπρές» του Καλομοιράκη, η ταινία που έψαχνα τουλάχιστον μία δεκαετία! Σαν να εμφανίστηκε, λοιπόν, η Φλέρυ στον ύπνο μου για να με…προγκήξει επειδή έχασα ακόμη ένα κομμάτι του παζλ που συνέθετε την καλλιτεχνική της προσωπικότητα. Να που η μοίρα και ο χρόνος τα έφεραν έτσι και το καλοκαίρι του 2021, βρήκα από το Facebook και από κοινούς γνωστούς τον σκηνοθέτη Θόδωρο Καλομοιράκη. Έχει επιστρέψει μόνιμα στην Ελλάδα και κατοικεί στην περιοχή του Ελληνικού. Τον συνάντησα, είδα έναν γλυκύτατο στα όρια της πραότητας άνθρωπο, που έχει ζήσει κυριολεκτικά δέκα ζωές, βάσει των πολλών διηγήσεων του από τις συναναστροφές του με μυθικούς καλλιτέχνες Έλληνες και ξένους. Στο παρόν κείμενο, θα μάθετε όλα όσα ήθελα να μάθω κι εγώ και που αφορούν τη συμμετοχή της Φλέρυς Νταντωνάκη στη μικρού μήκους ταινία του…

Το 1972, όταν ο Μάνος Χατζιδάκις προέδρευε της επιτροπής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, είδε την πρώτη ταινία του Θόδωρου Καλομοιράκη και προθυμοποιήθηκε να γράψει τη μουσική ή να αναλάβει τη μουσική επιμέλεια για την επόμενη ταινία του. Του έβαλε έναν όρο μόνο: Να έπαιζε στην ταινία του η Φλέρυ Νταντωνάκη, για την οποία ο Καλομοιράκης δεν είχε ιδέα ποια ήταν. «Αυτό δεν θα ήταν υποχρέωση, αλλά χαρά μου» απάντησε ο νέος σκηνοθέτης στον Χατζιδάκι και λίγο αργότερα θα’χε την τύχη να δει τη Φλέρυ μαζί με τον Δημήτρη Ψαριανό στο στουντιάκι της Columbia, όταν έγραφαν τον «Μεγάλο Ερωτικό». «Είχα γίνει μπάαστακας στο στούντιο, τόσο πολύ είχα ενθουσιαστεί» θυμάται ο Καλομοιράκης, που ήταν παρών στις περισσότερες ηχογραφήσεις του «Μεγάλου Ερωτικού». Και σε όσες δεν ήταν, είχε πάλι την τύχη να τις ακούσει λίγο μετά, πριβέ, στο σπίτι του Χατζιδάκι και συγκεκριμένα στο γραφείο του.

Το επόμενο φιλμ του Καλομοιράκη θα ήταν μια μικρού μήκους ταινία με τον τίτλο «Ακρόπολις Εξπρές». Ο Χατζιδάκις, που θα τηρούσε την υπόσχεση του, ανάλαβε τη μουσική επιμέλεια και γι’ αυτό το λόγο «σύστησε» στον σκηνοθέτη την Κάκια Μένδρη. Του έβαλε να την ακούσει από δίσκους 78 στροφών, πιστεύοντας ότι τα παλιά τραγούδια από τις δεκαετίες του 1930 και του ‘40 θα ταίριαζαν στην ταινία του. Μία άλλη τραγουδίστρια που του «γνώρισε» ο Χατζιδάκις, με σκοπό πάντα να τη «χρησιμοποιήσει» στο φιλμ, ήταν η Ιταλίδα coloratura σοπράνο Amelita GalliCurci

Όπως και έγινε τελικά, αφού μέσα στο «Ακρόπολις Εξπρές» ακούγεται μία ηχογράφηση με τη Galli-Curci από τις αρχές της δεκαετίας του 1920!

Η πρώτη που κλείστηκε για την ταινία ήταν η Φλέρυ Νταντωνάκη, σύμφωνα με την επιθυμία του Χατζιδάκι. Ενόσω ο Καλομοιράκης συζητούσε μαζί της το σενάριο, αναζητούσε και τους υπόλοιπους ηθοποιούς. Στο Εθνικό Θέατρο πήγε και είδε την παράσταση «Το φάντασμα του κυρίου Ραμόν Νοβάρο» του Παύλου Μάτεσι. Ξεχώρισε δύο νέους ηθοποιούς, που θα μπορούσαν να υποδυθούν τον χαρακτήρα του λιποτάκτη στρατιώτη: Ο ένας λεγόταν Γιάννης Λαμπρόπουλος και ο άλλος λεγόταν Αντώνης Αντύπας, ο μετέπειτα γνωστός σκηνοθέτης του Απλού Θεάτρου και σύζυγος της συνθέτριας Ελένης Καραΐνδρου. Ταυτόχρονα, πιθανώς πάλι μέσω του Χατζιδάκι, ο Καλομοιράκης γνωρίστηκε προσωπικά και με τον συγγραφέα Παύλο Μάτεσι. Έχει σημασία η γνωριμία αυτή, καθώς ο Μάτεσις με τις ξενόγλωσσες γνώσεις του, έφτιαξε τους αγγλικούς υπότιτλους για την κόπια της ταινίας που θα παιζόταν στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Ο Μάτεσις επέμενε επίσης να διάλεγε ο σκηνοθέτης τον Λαμπρόπουλο και όχι τον Αντύπα: «Πιθανώς να είχαν κάποια ιδιαίτερη σχέση οι δυο τους κι ήθελε να τον προωθήσει. Αυτόν πήρα τελικά στην ταινία, αλλά ομολογώ πως δεν έμεινα ευχαριστημένος. Μετάνιωσα μάλιστα που δεν πήρα τον Αντύπα, γιατί τα επόμενα χρόνια γίναμε φίλοι». Όπως δεν ήθελε ο Καλομοιράκης να δυσαρεστηθεί ο Μάτεσις, που του πρότεινε τον Λαμπρόπουλο, έτσι δεν ήθελε να δυσαρεστηθεί και ο Χατζιδάκις, που του είχε προτείνει τη Φλέρυ. Το παράδοξο είναι πως μέχρι πρότινος που ο Καλομοιράκης ξανάδε τη συγκεκριμένη ταινία του, μια και την είχε αποκηρύξει, πίστευε πως έπαιζαν μέσα ο Λευτέρης Βογιατζής και ο Δάνη Κατρανίδης.

Διευθυντής φωτογραφίας στο «Ακρόπολις Εξπρές» ήταν ο Σταμάτης Τρύπος, τον οποίο είχε συστήσει στον Καλομοιράκη ο Θόδωρος Αγγελόπουλος. «Τον γνώριζα ωστόσο τον Τρύπο», θυμάται ο Καλομοιράκης, «αφού ήμουν βοηθός σκηνοθέτη του Φίλιππου Φυλακτού σε μία ταινία του με τη φωτογραφία του Τρύπου». Το θέμα είναι πως στα γυρίσματα της δικής τους ταινίας, η Φλέρυ τα πήγαινε καλά με όλους – «αγαπημένοι μου» τους αποκαλούσε – με τον Σταμάτη Τρύπο όμως είχε πραγματική λατρεία.

Για τις ανάγκες της ταινίας, είχαν νοικιάσει ένα τραίνο που έκανε τη διαδρομή Αθήνα – Γιουγκοσλαβία και ξανά πίσω. «Δεν διασχίζαμε πόλεις, αλλά πεδιάδες και αμπέλια» αφηγείται ο Καλομοιράκης, «ενώ ο Τρύπος φώναζε συνέχεια τη Φλέρυ. Εξαφανιζόταν. Ενδεικτικό είναι πως μια μέρα τη βρήκε κάτω απ’ τις γραμμές του τραίνου! Είχε ξαπλώσει στα χορτάρια και έτρωγε παπαρουνόπιτες». Οι παπαρουνόπιτες, που είχε φτιάξει η ίδια η Φλέρυ, ήταν το μοναδικό έδεσμα που έφερε στα γυρίσματα και που έτρωγε μόνο η ίδια, αφού κανείς άλλος δεν ήθελε να δοκιμάσει. «Η αλήθεια είναι πως μαστούρωνες και λίγο με τις παπαρουνόπιτες της Φλέρυς, οπότε λέγαμε ‘’άσε καλύτερα’’». (γέλια).

Το «Ακρόπολις Εξπρές» γυρίστηκε το 1972 και ο Καλομοιράκης δεν κατάφερε να παραστεί στην προβολή του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης την επόμενη χρονιά, αφού υπηρετούσε τη στρατιωτική θητεία του, διάρκειας 27 μηνών, μεσούσης της χούντας. Λίγο πριν φύγει για Αμερική, το 1974, τηλεφωνήθηκε με τη Φλέρυ, η οποία του είπε πως θα πήγαινε κι εκείνη ξανά εκεί για να τον έβρισκε, κάτι που συνέβη τελικά το 1976, αμέσως μόλις γέννησε τη μοναχοκόρη της.

«Έμενα στο Μπρούκλιν και με παίρνει η Φλέρυ για να μου πει: ‘’Σού’ ρχομαι με το παιδί μου’’. Δεν ήξερα καν ότι είχε γίνει μητέρα. Θυμάμαι που γυρίζαμε όλα τα καταστήματα, μπορεί να ψώνιζε παπούτσια λόγου χάριν, αλλά έπιανε την κουβέντα με όλους και ίδρωνα για να τη βγάλω έξω. Τα πόδια της ήταν μες την τρίχα, αξύριστα, ένα αντιαισθητικό θέαμα, η ίδια όμως τα έδειχνε και έλεγε χαριτωμένα: ‘’Οι τριχούλες μου’’. Άγιος άνθρωπος, χίπισσα κανονική, 100%! Η εμφάνιση της, οι μακριές ινδικές φούστες που φορούσε, το ελαφρύ μαστούριασμα που έκανε, η χάι διάθεση της, το ξυπόλυτο περπάτημα της στις λεωφόρους, που την έκανε να νιώθει πιο ελεύθερη, όπως έλεγε, ήταν τα απολύτως δικά της χαρακτηριστικά. Μια μέρα μου δηλώνει πως θα έφευγε με το μωρό της και θα πήγαινε σε άλλη πόλη, εκεί που έμενε και στο παρελθόν προφανώς. Καθώς την αποχαιρετούσα από το παράθυρο του τρίτου ορόφου, της φώναξα να προσέχει τον εαυτό της και το παιδί. Και τότε συνέβη κάτι απίστευτο: Τη στιγμή που της το λέω αυτό και έμπαινε στο ταξί, γυρνάει έντρομη και ουρλιάζει: ‘’Το παιδί, που’ ναι το παιδί;’’ Το είχε ξεχάσει στη μπανιέρα! Ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες και, πράγματι, βρήκαμε το μωρό να κοιμάται. Δεν θα ξεχάσω που άνοιξα ένα παταράκι πάνω ακριβώς απ’ το μπάνιο, τράβηξα ένα σεντόνι που το έδωσα στη Φλέρυ, τύλιξε το μωρό της μέσα σ’ αυτό και το κατέβασε κάτω για να φύγουν. Περίμενα στο παράθυρο μου πάλι μέχρι να χαθούν με το ταξί, εφόσον κάτι άλλο μπορούσε να προκύψει τελευταία στιγμή».

Έκαναν πολύ ωραίες συζητήσεις ο Καλομοιράκης και η Νταντωνάκη. Του μιλούσε τακτικά για το μιούζικαλ που’ χε παίξει, όταν τη γνώρισε ο Χατζιδάκις στις ΗΠΑ, το «Jacques Brel is Alive and Well and Living in Paris». Του είχε δείξει την κριτική του συγγραφέα και κριτικού Clive Barnes, που ήταν διθυραμβική για την ίδια. .

Στις κουβέντες τους, η Φλέρυ μιλούσε ακόμη στον Καλομοιράκη για τη Μελίνα Μερκούρη. Πώς πέρναγε από το καμαρίνι της, στο Broadway, όταν ανέβασαν με τον Ντασέν το «Ilya Darling», παρακαλώντας την να της δώσει ένα ρολάκι. Αν και δεν το θυμάται αυτό ο Καλομοιράκης, τον ενημερώνω πως μία και μοναδική φορά η Φλέρυ είχε αντικαταστήσει τη Μελίνα, εκτάκτως, στο «Ilya Darling» – ήταν κάτι που που επιβεβαίωσε ο αείμνηστος Ζιλ Ντασέν το 2001, όταν έκανα το ντοκιμαντέρ για τη Φλέρυ και μιλήσαμε στο τηλέφωνο.

Υπήρχε τότε στην Αμερική ένας εκπληκτικός συγγραφέας, ο Charles Ludlam που πέθανε το 1987 από επιπλοκές του AIDS. Αυτός είχε γράψει πάρα πολλά έργα, παρωδίες, κωμωδίες, μεταξύ των οποίων και το «Galas», που βασιζόταν στη βιογραφία της Μαρίας Κάλλας. Τον χαρακτήρα της δικής του υπηρέτριας στο έργο, που υποδυόταν ένας άνδρας στο θεατρικό ανέβασμα, τον είχε εμπνευστεί απ’ τον τρόπο που έπαιζε η Φλέρυ την υπηρέτρια στο «Do I hear a waltz?», μ’ όλο αυτό δηλαδή το μεσογειακό ταμπεραμέντο της. Επρόκειτο για τον σπουδαίο Αμερικανό ηθοποιό, Everett Quinton, σύντροφο ζωής του Ludlam, που συνεχίζει μέχρι σήμερα το έργο του. Στην ουσία, ο Quinton τη Φλέρυ Νταντωνάκη υποδυόταν με το χιουμοριστικό όνομα «Φλώρα Πάστα Λινγκουίνι». Ο Καλομοιράκης θυμάται τον Everett Quinton μελαψό, τριχωτό, με μουστάκι επί σκηνής: «Ήταν κάτι το τρομερό, σαν να έβλεπες τη Φλέρυ σε αρσενικό on stage Η Φλέρυ δεν θα είχε ιδέα είναι το πιο πιθανό, αφού όλα αυτά γίνονται στην Αμερική το 1980 περίπου, όταν ο Καλομοιράκης είχε χάσει πια επαφή μαζί της.

Για τη Φλέρυ Νταντωνάκη ξανάκουσε το 1998 με αφορμή το θάνατο της. Του τηλεφώνησε ο αδερφός του στην Αμερική και τον ενημέρωσε πως εκείνη τη μέρα, τη 18η Ιουλίου, θα παιζόταν από την κρατική τηλεόραση το «Ακρόπολις Εξπρές» στη μνήμη της. Δέκα χρόνια, όμως, νωρίτερα, γύρω στο 1987 – 88, κάποιος άλλος τον είχε ειδοποιήσει πως θα παιζόταν το «Ακρόπολις Εξπρές» στο ΑΣΤΥ στο πλαίσιο ενός αφιερώματος. «Με συντάραξε ο θάνατος της Φλέρυς» ομολογεί ο Καλομοιράκης, «όπως συμβαίνει μ’ όλους τους προσωπικούς φίλους που έχεις μοιραστεί πράγματα και κουβαλάς αναμνήσεις. Την αγαπούσα, αλλά πέρα απ’ τη δική μου απώλεια, ο κόσμος όλος στερήθηκε τη φωνή της. Δεν υπάρχει τέτοια φωνή!» Κι όταν του λέω πως ο Σπύρος Σακκάς κάποτε είχε πει πως η Φλέρυ Νταντωνάκη είναι πάνω απ’ τους Beatles και τη Joan Baez, συμφωνεί: «Κι εγώ το πιστεύω! Ούτε καν μπαίνω στον κόπο να τη συγκρίνω! Η Φλέρυ ήταν συγκλονιστική, τόσο εδώ, όσο και στην Αμερική και δυστυχώς δεν κατάφερα μέσα στα χρόνια να βρω κάποια ηχογράφηση της από τις πρώτες παραστάσεις του έργου για τον Jacques Brel. Ο Μάνος Χατζιδάκις την αγαπούσε, την προωθούσε και την προστάτευε και σκέφτομαι πως καλύτερα που έφυγε εκείνος πρώτος, διότι θα στενοχωριόταν πολύ με το χαμό της. Κι αν άφησαν από κοινού λίγα πράγματα, αποτελούν κανονικούς σταθμούς στο ελληνικό τραγούδι».

Τον ρωτάω για το τι άφησε και ο ίδιος τελικά με τη Φλέρυ Νταντωνάκη, αν πιστεύει πως το μοναδικό στοιχείο για το οποίο αξίζει να μνημονεύεται σήμερα το «Ακρόπολις Εξπρές» είναι η παρουσία της. Έχει ενδιαφέρον η απάντηση του σκηνοθέτη: «Την ταινία μόλις μου την έστειλαν προχθές, ψηφιοποιημένη, και την ξανάδα εξαιτίας της συνάντησης μου μαζί σας. Δεν ήθελα, ήμουν μεταξύ του να βάλω να τη δω ή να την παρατήσω. Φοβόμουν, γιατί ήξερα ότι το ’χα χάσει το παιχνίδι μ’ αυτή την κινηματογραφική μου απόπειρα. Το μόνο πράγμα που με πέταξε εκτός, να πω την αλήθεια, ήταν η σκηνή που η Φλέρυ διαβάζει τα γράμματα και κλαίει. Δεν θυμάμαι να έκλαιγε μόνη της, πρέπει να’χαμε προξενήσει τεχνητά δάκρυα. Τι υπερβολικός που ήμουν!» Του συστήνω να χαλαρώσει, καθώς η σκηνή μια χαρά περνάει σήμερα, στο πλαίσιο ενός γκροτέσκου στοιχείου. Επιμένει: «Θα έπρεπε να ήταν ακόμη πιο γκροτέσκο, να τό’χω φτάσει στα άκρα!». Μου εξομολογείται πως ονειρευόταν να κάνει μία άλλη σκηνή μες την ταινία, που η Ευαγγελία Σαμιωτάκη θα ήταν ολόγυμνη πάνω σ’ ένα ροκοκό κρεβάτι, απ’ αυτά με τις κουρτίνες, και κάποιος θα της έκανε έρωτα. Δεν το τόλμησε βέβαια, ενώ ούτε καν έφτασε στο σημείο να το συζητήσει με την ηθοποιό.

Η ταινία αυτή φανερώνει την άγνοια μου για το τι ήθελα να κάνω. Και μπορεί να χει στοιχεία σουρεαλιστικού χιούμορ, ήταν όμως ξεκομμένα το ένα από τ’ άλλο δίχως καμία συνοχή. Θα το ήθελα να έχει βγει πολύ πιο αναρχικό φιλμ, μα δεν τα κατάφερα. Μην ξεχνάτε πως ήταν και χούντα και μένα καλύτερος μου φίλος τότε, που τον λάτρευα, ήταν ο Βασίλης Ραφαηλίδης».

Ευχαριστώ τον Θόδωρο Καλομοιράκη για το μοίρασμα της μνήμης και λίγο πριν φύγω φέρνει έναν μεγάλο φάκελο. Τον ανοίγει και μου βγάζει μια σειρά ασπρόμαυρων πορτραίτων της Φλέρυς Νταντωνάκη από τα γυρίσματα του «Ακρόπολις Εξπρές», που δεν έχουν δει ποτέ το φως της δημοσιότητας. Παθαίνω την πλάκα μου! «Πάρ’τα, είναι δικά σου, σου ανήκουν», μου λέει σε ένα συγκινητικό ξέσπασμα γενναιοδωρίας. Με τον Καλομοιράκη θα τα ξαναπούμε σύντομα, γιατί, πέραν της μικρού μήκους ταινίας του με τη Φλέρυ Νταντωνάκη, τον σκοπό δηλαδή της επίσκεψης μου στο σπίτι του, ελάχιστοι γνωρίζουν πως είναι υπεύθυνος για το σχεδιασμό πολλών ιδιωτικών κινηματογραφικών αιθουσών. Μεταξύ αυτών, και του σούπερ σταρ Michael Jackson στο διαβόητο «Neverland Ranch».

* Το άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο free press OLAFAQ (Απρίλιος 2022)

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2025

Ο Ανδρέας Μικρούτσικος για την απώλεια του Μιχάλη Γρηγορίου


Μετά το μάθημα με τον καθηγητή Παπαϊωάννου ο Μιχάλης και ο Θάνος στο σπίτι μας στην Κεφαλληνίας 20 τοποθετούσαν τις παρτιτούρες τους στο πάτωμα και ξαπλωμένοι έγραφαν και μιλούσαν. Τότε! Τώρα μένουν τα ανεπίδοτα γράμματα του και τα ανεπίδοτα αισθήματα μας για τον δημιουργό Μιχάλη Γρηγορίου.



Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2024

«Πως είναι να πηγαίνεις σε εκπομπή του Χαρδαβέλλα;» (ένα άρθρο από το 2015 που είχε αρέσει πολύ στον Κώστα Χαρδαβέλλα)

 

"Στις 5 να είστε στο τάδε σημείο, θα περάσει το ταξί από την παραγωγή'' με ενημέρωσε η βοηθός σκηνοθέτη της ψυχαγωγικής εκπομπής ''Όλοι οι καλοί χωράνε''. Στην εκπομπή του Κώστα Χαρδαβέλλα, λοιπόν, το αντίπαλον δέος του ''Στην υγειά μας ρε παιδιά'' του Σπύρου Παπαδόπουλου που επί σειρά ετών μονοπωλούσε το τηλεοπτικό λαϊκο-τραγουδιστικό ξεφάντωμα.

Δεν ανήκω σ'αυτούς που σνομπάρουν τις εν λόγω εκπομπές, όπως δε σνόμπαρα και τη φωσκολική ''Λάμψη'' μια φορά κι ένα καιρό. Σεβόμουν, βλέπεις, τις γιαγιάδες και τους παππούδες σε νοσοκομεία και γηροκομεία που σαν έφτανε τ'απόγευμα καρφώνονταν στις τηλεοράσεις και ξεχνούσαν για λίγο τα προβλήματα τους. Το ίδιο περίπου συμβαίνει και σήμερα που τηλεφωνώ στη μάνα μου και μου ανακοινώνει με ύφος πως δε θα με επισκεφτεί το πουσουκού διότι εγώ δεν έχω τηλεόραση κι εκείνη δε θέλει να χάσει τον Χαρδαβέλλα και τον Σπύρο! Τι να πεις σ'αυτή τη γυναίκα και γιατί να της πεις κιόλας;

Ο Πειραιώτης Χαρδαβέλλας, άλλωστε, έχει πάψει προ πολλού να παριστάνει τον Τανάγρα και τον Έριχ φον Ντένικεν. Θυμάμαι μάλιστα και τα λόγια ενός ψυχιάτρου τότε που ο δημοσιογράφος - παρουσιαστής κυνηγούσε τα UFO: ''Ο Χαρδαβέλλας κάνει καλό'' μου είχε πει. ''Ξέρεις πόσοι σχιζοφρενείς πιστεύουν ότι τους κυνηγάνε τα UFO και βλέποντας την εκπομπή ηρεμούν, αφού σκέφτονται ό,τι δεν είναι μόνοι;'' Ομολογώ πως δεν θα μου πέρναγε ποτέ απ' το μυαλό η γνώμη ενός ψυχιάτρου επί του θέματος!

Τέλος πάντων, ο Χαρδαβέλλας πρέπει να είναι οριακή προσωπικότητα! Από τους εξωγήινους και τα πιο σκοτεινά μυστήρια του σύμπαντος πέρασε με τρομερή ευκολία στα μπουζούκια, τα τραπεζώματα, τα αφιερώματα και γενικά σε ό,τι πιο εξωστρεφές και ''επίγειο'' μπορεί να υπάρξει στις μέρες μας.

Στις 6, το ταξί πράγματι μας άφησε έξω από τα στούντιο που γινόταν το γύρισμα. Εξυπακούεται πως για να πας σε μια τέτοια εκπομπή, ξέρεις εκ των προτέρων πως θα φας τη μισή μέρα σου. Κομμάτια να γίνει! Σάμπως στα σπίτια μας καλύτερα περνάμε;

Οι κυρίες, οι σκηνοθέτιδες Μέμη Σπυράτου και Μάρσα Μακρή, η δημοσιογράφος Χρύσα Παπαϊωάννου, κόρη του αείμνηστου Γιάννη, του λαϊκού συνθέτη, αλλά και οι τραγουδίστριες - θα τις δούμε παρακάτω - μπαίνουν κατ'ευθείαν στο μακιγιάζ. Εμείς πάλι, οι κύριοι, αρκούμαστε σε μια πούδρα και λίγη μάσκαρα πάνω σε γένια γκριζαρισμένα.

Τι σόι πάνελ είναι αυτό και τι δουλειά έχουμε όλοι εκεί; Αφιέρωμα στη Γιώτα Γιάννα, την ερμηνεύτρια που έβγαλε τον πρώτο της δίσκο ύστερα από 50 χρόνια προϋπηρεσίας σε μπουάτ και σε υπόγεια επενδυμένα με βελούδο. Τη μοναδική δεξιοτέχνιδα της φυσαρμόνικας, επίσης, που ροκάρει ασύστολα ακόμη κι αν τραγουδάει Τόλη Βοσκόπουλο ή Βαγγέλη Κορακάκη!

Εισέρχομαι στο στούντιο, λίγο πριν μας τοποθετήσουν στο στημένο τραπέζι, όπου παθαίνω πολιτισμικό σοκ: Μπροστά μου έχω να προβάρει τα τραγούδια του ο Γιώργος Καμπουρίδης, ένας cult μύθος του τραγουδιού της πίστας. ''Τι μου θυμίζει, τι μου θυμίζει...'' μονολογώ και ο, εξπέρ στο λαϊκό τραγούδι, Μανιάτης με ξαφνιάζει με το χιούμορ του: ''Τον Κένι Ρότζερς''!

Ακόμη μεγαλύτερο ξάφνιασμα δέχομαι όταν ο Καμπουρίδης αυτοπροσώπως με ενημερώνει πως η Κατερίνα Γώγου του είχε τηλεφωνήσει το 1979 για να εμφανιστεί στην ''Παραγγελιά'' του Παύλου Τάσιου, μια και ο συνάδελφος του, ο Κώστας Καρουσάκης, δεν επιθυμούσε αναβίωση του εφιάλτη μέσω της ταινίας!

Λίγο μετά σκάει η άλλη μεγάλη εμφάνιση: Η Μαίρη Μαράντη, η παρτενέρ του Γιάννη Καραμπεσίνη στα 70s, αυτή που ηχογράφησε το περιβόητο ''Θα πάρω φόρα'' και που πολλά χρόνια μετά θα εμφανιζόταν στο τρίτο σκετς του σπονδυλωτού φιλμ ''Όλα είναι δρόμος'' του Παντελή Βούλγαρη στο πλάι του Γιώργου Αρμένη.

Κοντά στον Καμπουρίδη και στη Μαράντη, η νεότερη Εύα Κανέλλη. Δεν τη γνωρίζω, μολονότι η φιγούρα της μού είναι οικεία. ''Άκουσε την, έχει δικό της ηχόχρωμα'' με ενημερώνει και πάλι ο Μανιάτης. Όταν αρχίζει να προβάρει τα δικά της τραγούδια, εντυπωσιάζομαι πράγματι απ' το γρέζι της φωνής και την ''ολόισια'' ερμηνεία της!

Η Γιώτα Γιάννα γυρνάει ανάμεσα μας εμφανώς χαρούμενη. Λάμπει από πάνω ίσαμε κάτω για το τηλεοπτικό αφιέρωμα που της γίνεται. Ίσως είναι η μόνη λαϊκή πρώην obscured τραγουδίστρια που κατάφερε να συγκεντρώσει δίπλα της ποιητές, σκηνοθέτες του θεάτρου και του κινηματογράφου, δημοσιογράφους και ηθοποιούς.

''Στις θέσεις σας γρήγορα'' ακούγεται η φωνή από το κοντρόλ! Όλοι τρέχουμε σχεδόν! Ξαναπαίρνω μια γεύση από τους αγχωτικούς ρυθμούς της τηλεόρασης που είχα ξεχάσει.

Το σκηνικό μου φαίνεται επιτυχημένο. Κάτι μεταξύ δημοτικής αγοράς της Κυψέλης και σήριαλ του Δαλιανίδη στα 80s! Φυσικά, πρωταγωνιστούν ως ντεκόρ οι άγιοι χορηγοί της εκπομπής: Ο Βασιλόπουλος και του πουλιού το γάλα, το παντοπωλείον ''Γειτονιά'' με τα ζηλευτά του μήλα και τους κράσους, αλλά και το Collagono 18338! Σκέτος σουρεαλισμός το τελευταίο! ''Να δεις'' γυρνάω και κάνω του Μανιάτη ''που ο Χαρδαβέλλας θα μας κάνει δώρο στο τέλος κάνα πιεσόμετρο ή καμιά θερμοφόρα''!

Η βοηθός σκηνοθέτη σπεύδει να ενημερώσει πριν οι κάμερες αρχίσουν να γράφουν: ''Τα φαγητά και τα κρασιά δεν είναι ντεκόρ, τρώμε και πίνουμε''. Επί τη ευκαιρία, το κέτερινγκ της εκπομπής είναι υποδειγματικό με το μενού να περιλαμβάνει ψητά κοψίδια, ποικιλίες τυριών, κρέπες μεξικάνικες και νοστιμότατους κεφτέδες! Τα πιρούνια από κάποιους πιο τολμηρούς, όσοι δηλαδή δεν πολυνοιάζονται για το αν θα τους πιάσει ο φακός να μασαμπουκιάζουν, παίρνουν φωτιά!

Στο πρώτο μέρος εγγραφής έχουμε τις πρόζες. Ο Χαρδαβέλλας στο κέντρο του τραπεζιού, περιστοιχισμένος από την τιμώμενη Γιώτα Γιάννα, τη Μαράντη και τον Καμπουρίδη, τον Χρονά και τη Σπυράτου. Εκεί καταλαβαίνεις πως μπορεί και να έχεις φάει τη μισή σου μέρα, όπως έγραψα πριν, έχοντας μιλήσει μόλις 1 ή 2 λεπτά όλα κι όλα! Το αποδέχεσαι, το ξεχνάς σχεδόν και καθώς οι ώρες περνούν γίνεσαι μέλος ενός φελλινικού θιάσου, εν προκειμένω όχι από ανθρώπους που χαχανίζουν ή παπαρολογούν, αλλά που διασκεδάζουν πραγματικά και που κυρίως έχουν να μοιραστούν μερικά λόγια ουσίας. Αναμφισβήτητα η Γιώτα Γιάννα το προξενεί αυτό! Αναφορές στον Μποντλέρ και τα ''Άνθη του Κακού'', στον Μάνο Χατζιδάκι, στον Μίκι Μανόλοβιτς του Κουστουρίτσα και της Μακρή, στα ''Δειλινά'' του Ζαμπέτα και σε μυσταγωγικές βραδιές καμπαρέ της πλατείας Βικτωρίας. Διάλειμμα για τσιγάρο ή μάλλον για πολλά τσιγάρα!

Στο δεύτερο μέρος εγγραφής της εκπομπής κυριαρχεί - τι άλλο; - χορός και τραγούδι. Απίστευτο, έχουν περάσει ήδη 4 ώρες! Αβάντι μαέστρο, Γιώργο Παγιάτη! Πρώτη η Γιώτα στα τραγούδια του Κραουνάκη, του Μαυρουδή, του Μητσάκη, του Παπαϊωάννου και σε ένα αδέσποτο διαμάντι του Μίκη Θεοδωράκη από το μακρινό 1962, το ''Σε ποιο βουνό''. Ο Χαρδαβέλλας δεν κρατιέται με τίποτα! Χυμάει στην πίστα και ρίχνει τις ζεϊμπεκιές του σα νά'χει ξεχάσει κι αυτός ότι παρουσιάζει εκπομπή και απλά διασκεδάζει με τους τραγουδιάρηδες φίλους του. Ακολουθούν ο δωρικός Καμπουρίδης και μετά η Μαράντη. Με εντυπωσιάζει που η Μαράντη δεν κολλάει στο παρελθόν της, μα ερμηνεύει σύγχρονα λαϊκά τραγούδια του Θάνου Μικρούτσικου. Η Κανέλλη κλείνει το πρόγραμμα και γίνεται στα αυτιά μου Καίτη Ντάλλη και Ελένη Δήμου μαζί! Ξανά διάλειμμα, ξανά τσιγάρα στον προθάλαμο. Μας λένε να συμπτυχθούμε για να μη φαίνεται άδειο το τραπέζι, μια και αρκετοί έπρεπε να αποχωρήσουν. Η Γιώτα ερμηνεύει συγκλονιστικά το ''Νυν και αεί'' του Ξαρχάκου και του Γκάτσου, ενώ με το επόμενο και τελευταίο κομμάτι, το ''Μινόρε της αυγής'' μας ζητείται να σιγοτραγουδήσουμε κι εμείς. Εκεί πάλι συνειδητοποιείς πως οι άνθρωποι που παρίστανται σε εκπομπές τέτοιου είδους δε σημαίνει ότι όποτε σιγοντάρουν τον τραγουδιστή, το θέλουν κι απαραιτήτως. Ευτυχώς εμάς δε μας χαλάει καθόλου η φάση. Αυτό κι αν οφείλεται και πάλι στη Γιώτα Γιάννα!

Το γύρισμα ολοκληρώνεται λίγο μετά τις 12 τα μεσάνυχτα. Σύνολο: 6 ώρες κλεισμένοι μέσα σ' ένα στούντιο, όπου φάγαμε, ήπιαμε, τραγουδήσαμε, γελάσαμε, συναντήσαμε πρόσωπα αγαπημένα και τιμήσαμε την ''Πασιονάρια της Εθνικής Οδού'', κατά τον Μάνο Χατζιδάκι. Θα ήταν άδικο, επίσης, να μην αποδώσω τα εύσημα και στον Κώστα Χαρδαβέλλα που επέλεξε τη Γιώτα Γιάννα για να της κάνει αφιέρωμα. Καλό είναι βήμα να μη δίνεται μόνο στους καλλιτέχνες των υψηλών μεροκάματων, αλλά και σε ανθρώπους που είτε ακόμη αγωνίζονται, όπως η Γιώτα, είτε έχουν μοιραία περιθωριοποιηθεί. Δεν θα ξεχάσω το παράπονο ενός συγγενή του Σπύρου Ζαγοραίου στην κηδεία του: ''Έφυγε πικραμένος'' μου είπε ''που δεν του έκαναν μια φορά ένα αφιέρωμα στην τηλεόραση''...

Λέω να κλείσω με το χιουμοριστικό κλου της βραδιάς. Σε κάποιο σημείο, απευθυνόμενος στη Γιώτα Γιάννα, είπε το εξής ο Χαρδαβέλλας: ''Είσαι ένα αστέρι από ένα μακρινό σύμπαν''! Οπότε πετάγεται ένας από τους ομοτράπεζους και λέει σιγανά: ''Νάτονα πάλι...Οι Πύλες του Ανεξήγητου''. Κόντεψε να μου βγει το κρασί από τα ρουθούνια!

* Πρώτη δημοσίευση: LIFO.gr

** Το τηλεοπτικό αφιέρωμα του Κώστα Χαρδαβέλλα στη Γιώτα Γιάννα μεταδόθηκε την Παρασκευή 29 Μαΐου 2015 από το «E TV» και την εκπομπή του με τίτλο «Όλοι οι καλοί χωράνε»

*** Το άρθρο αφιερώνεται στη μνήμη του Κώστα Χαρδαβέλλα που έφυγε από τη ζωή την Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2024 σε ηλικία 79 ετών 

Παρασκευή 24 Μαΐου 2024

Ο Νάσος Πατέτσος (1923 - 2024) ήταν ο γηραιότερος Έλληνας τραγουδιστής

Τον θυμάμαι να περπατάει την οδό Ηπείρου, ανεβαίνοντας από το σταθμό Λαρίσης μέχρι την Αχαρνών. Πάντα σένιος, καθαρός και περιποιημένος, ντυμένος στα άσπρα συνήθως, με το μπαστουνάκι του. Δύο συναντήσεις είχα όλες κι όλες μαζί του, αλλά τη δεύτερη δεν θα την έλεγα και την πιο «ευτυχή» συνάντηση. Μιλάμε για το 2014, δέκα χρόνια πριν, όταν είχε περάσει τα 90 του χρόνια κι έδειχνε ακμαίος και «κοτσονάτος» δίχως τα κινητικά προβλήματα που βλέπεις σε ανθρώπους της ηλικίας του. Συγκεκριμένα τον είδα να βγαίνει από τα γραφεία της Χρυσής Αυγής, τα οποία ευτυχώς ρήμαξαν μετά την αποκάλυψη της εγκληματικής δράσης των νεοναζήδων. Ερχόταν προς το μέρος μου, εμφανώς εκνευρισμένος, αλλά και με την ανάγκη να μιλήσει σε κάποιον, πιθανώς όποιον έβλεπε μπροστά του τη στιγμή εκείνη. Αψίκορος εγώ με κάτι τέτοια, δεν άντεξα και του την «είπα» του παππού: «Μα δε ντρέπεσαι, γέρος άνθρωπος, να μπαινοβγαίνεις στη φωλιά των δολοφόνων; Αυτοί είναι δολοφόνοι, δεν το ξέρεις;» Και τι μου απάντησε; «Μη μου μιλάς γι’ αυτούς, με σήκωσαν από τη θέση μου για να κάτσει ο αρχηγός τους»! Αν είναι δυνατόν! Ένας άνθρωπος στο λυκόφως της ζωής του, ένας καλλιτέχνης, ένας αλλοτινός σταρ του τραγουδιού, ο μόνος λόγος για τον οποίο εξέφρασε αντιπάθεια προς τους φασίστες, δεν ήταν τα αποδεδειγμένα εγκλήματα τους, αλλά το ότι τον υποτίμησαν, δίνοντας τη θέση του στον Μιχαλολιάκο. Τι να πεις…Ή μάλλον τι είχε απομείνει για να έλεγα στον, κατά τα άλλα συμπαθέστατο αυτό άνθρωπο. Κάτι άρχισε να μου λέει για τον Ιωάννη Μεταξά και για τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, εγώ πάλι του απάντησα «Πάνε αυτοί, μας τελείωσαν προ πολλού, μα αυτή σου η νοσταλγία δε δικαιολογεί με τίποτα τη στήριξη στους δολοφόνους» κλπ., το οποίο έκανε πως δεν άκουγε ή, τώρα που το σκέφτομαι, μπορεί πράγματι να μη με άκουγε, να μη με πρόσεχε καν δηλαδή. Τέλος πάντων, ίσως δεν ήταν σωστό από τη μεριά μου να αποπειραθώ να νουθετήσω έναν άνθρωπο άνω των 90 ετών που ακόμη και σήμερα, με αφορμή την είδηση του θανάτου του, διαβάζεις σε ιστοσελίδες να προσδιορίζεται ως «εθνικιστής καλλιτέχνης». Και μάλλον θα απορούσα με τον συγκεκριμένο «προσδιορισμό» αν δεν τον είχα πετύχει εκείνη τη μέρα να βγαίνει από το άντρο των Χρυσαυγιτών στο κέντρο της Αθήνας.

Η αλήθεια είναι πως το όνομα του Νάσου Πατέτσου δεν «έπαιζε» στο πατρικό μου σπίτι, παρότι οι γονείς μου ήταν μία γενιά νεότεροί του ηλικιακά και πάντα ακούγαμε μαζί τους κι εμείς ελαφρά τραγούδια και ρεμπέτικα. Θυμάμαι χαρακτηριστικά τον πατέρα μου να λέει για έναν άλλο ομότεχνό του Πατέτσου πως «αυτόν τον έφαγε η μαρμάγκα της χούντας». Αναφερόταν φυσικά στον τραγουδιστή Φώτη Δήμα, που υπήρξε μία δεκαετία νεότερος του Πατέτσου και που ως εκ τούτου έδρασε καλλιτεχνικά τις δεκαετίες του 1950 και του ’60 μέχρι που ηχογράφησε τον διαβόητο «Ύμνο της 21ης Απριλίου» και χάθηκε από προσώπου γης. Αυτό δεν συνέβη με τον Πατέτσο, το «εθνικιστικό» παρελθόν του οποίου πήγαινε ακόμη πιο πίσω από τη χούντα των συνταγματαρχών, στα χρόνια δηλαδή του Μεταξά όταν περνούσε την παιδική του ηλικία (ήταν γεννημένος το 1923). Καταγόμενος από πάμφτωχη οικογένεια της Λήμνου, μπόρεσε να αποκτήσει εκεί τη βασική σχολική εκπαίδευση και την 19η Ιανουαρίου του 1941, την ημέρα του θανάτου του Μεταξά, του «ηγέτη του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου», όπως έλεγε ο ίδιος, να έρθει στην Αθήνα μ’ ένα ψαροκάικο από το νησί του. Ανατρέχω τώρα στην πρώτη συνάντηση που είχα μαζί του, όταν περπατήσαμε αγκαζέ και τον ρώτησα να μου πει για την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και για την Κατοχή, όπως εκείνος τα έζησε από πρώτο χέρι. «Εμείς δεν πεινάσαμε στην Κατοχή» ήταν τα λόγια του. Ο πατέρας μου ψάρευε κι εγώ έφτιαχνα καφέδες για τους Ιταλούς»! Στην Αθήνα ο Πατέτσος θα επιστρέψει με τη λήξη του πολέμου και την αποχώρηση των Ναζί για να καταταγεί ως εθελοντής στο Βασιλικό Πολεμικό Ναυτικό. Δεν είχε καμία προοπτική να ακολουθήσει το τραγούδι, καθώς – πάντα σύμφωνα με τον ίδιο – υπηρετούσε την ιδέα του Έθνους και αποκήρυττε μετά βδελυγμίας τον κομμουνισμό. «Διακοπές τους πήγαιναν στη Μακρόνησο» μου’χε πει, «μην ακούς τι σου λένε ή τι γράφουν»…Παραδεχόταν πολύ τη Δανάη Στρατηγοπούλου, αφού κοντά της μαθήτευσε ύστερα από τον μαέστρο Ζοζέφ Κορίνθιο βέβαια, τον πρώτο που τον είχε ανακαλύψει λίγα χρόνια πριν και τον είχε συστήσει στη δισκογραφική Columbia για ακρόαση. Το «Τραγούδι του ναύτη», που ηχογράφησε για πρώτη φορά το 1952, υπηρετώντας ακόμη στο Πολεμικό Ναυτικό, έμελλε να γίνει μεγάλη επιτυχία και να του ανοίξει πόρτες και συνεργασίες: Γιώργος Οικονομίδης, Κώστας Πρετεντέρης, Γιάννης Βογιατζής, Γιώργος Μουζάκης, Σοφία Βέμπο, Τζίμης Μακούλης, Τώνης Μαρούδας, Μάγια Μελάγια κ.α. Ήταν η περίοδος που η Αθήνα χόρευε στους ρυθμούς του ταγκό με τραγούδια μεταφερμένα στα ελληνικά από την Ισπανία και κυρίως από τη Λατινική Αμερική («Άι Μορένα», «Πικολίνα Μία», «Ολέ τορέρο»). Ο Νάσος Πατέτσος ήταν η φωνή – όχημα για ν’ ακουστούν αυτά τα τραγούδια και μάλιστα με τέτοια επιτυχία που τον αναγόρευσε σε κανονικό σταρ των χρόνων του με εκδηλώσεις υστερίας από τους θαυμαστές του. «Δεν ξέρω αν με εννοείς, αλλά εμένα που με βλέπεις κάποτε σταμάταγαν τα αυτοκίνητα στο δρόμο για να με χαιρετίσουν. Και τότε, ξέρεις, στην Αθήνα δεν είχε αμάξι όποιος κι όποιος». Δικά του λόγια δανείζομαι πάλι. Εκείνο το διάστημα ο Πατέτσος μπήκε και στο θέατρο, όπως άλλωστε συνέβαινε και μ’ άλλους τραγουδιστές της σειράς του, συμμετέχοντας σε επιθεωρήσεις δίπλα στα μεγαλύτερα ονόματα (Γεωργία Βασιλειάδου, Βασίλης Αυλωνίτης, Νίκος Σταυρίδης, αδερφές Καλουτά, Κώστας Χατζηχρήστος – Ντιριντάουα κ.α.) Κι όταν τον ρώτησα, θυμάμαι, πως την «πάλευε» με την κομμουνίστρια Καίτη Ντιριντάουα, την επί μία εικοσαετία σύζυγο του Χατζηχρήστου, απάντησε ως εξής: «Αυτή ήταν καλή ηθοποιός και καλή τραγουδίστρια. Δεν μιλάγαμε για πολιτικά». Αγαπούσε ακόμη τη Μάγια Μελάγια, που το ντουέτο τους στη χαμπανέρα «Αντίο» από επιθεώρηση του 1953, τους έκανε αμφότερους τις πρώτες φωνές στο ελληνικό ραδιόφωνο.

Ίσως σ’ αυτό, στο ότι δεν μίλαγε πολιτικά, ο Πατέτσος να χρωστούσε μια μάλλον σωστή διαχείριση της καριέρας του, αφού για ένα φεγγάρι υπήρξε ο αγαπημένος τραγουδιστής βαρυσήμαντων πολιτικών προσωπικοτήτων, από τη βασιλική οικογένεια του Παύλου και της Φρειδερίκης μέχρι τον Σοφοκλή Βενιζέλο, αλλά και τον Γεώργιο Παπανδρέου. Ενδεικτικός της απήχησης του ήταν ο χαρακτηρισμός «Ο Έλληνας Tajoli», που του απέδιδαν οι δημοσιογράφοι της εποχής, από τον Ιταλό ομότεχνό του, τραγουδιστή και ηθοποιό Luciano Tajoli. Και, σημειωτέον, το όνομα του ποτέ δεν μπήκε σε επίσημες λίστες υποστηρικτών της χούντας. Του Φώτη Δήμα είχε μπει.

Ο Νάσος Πατέτσος παρά την επιτυχία του δεν άφησε πακτωλό ηχογραφήσεων και ίσως γι’ αυτό το άστρο του άρχισε να δύει ή, σωστότερα, το όνομα του να ξεχνιέται από τη δεκαετία του 1980. Μόνο ο Γιάννης Πάριος, που θα μπορούσε να ειπωθεί ότι από μία εποχή και μετά έκανε ό,τι και ο Πατέτσος στα δικά του χρόνια, τον ανάφερε ως επιρροή του, ειδικά με το «Τραγούδι του ναύτη», που άκουγε πολύ ο πατέρας του στην Πάρο. Ζούσε μόνος του, άγαμος και άτκενος, με τη συντροφιά όμως πιστών του φίλων, όπως του χορευτή Τάκη Σαγιώρ και του κονφερασιέ Κώστα Βενετσάνου. Τους τελευταίους μήνες μόνο, με πατημένα τα 100 του χρόνια, μπήκε στο Γηροκομείο Αθηνών εξ αιτίας του Σπύρου Μπιμπίλα, που ως γνωστόν τρέχει για όλους τους βετεράνους καλλιτέχνες στον τόπο αυτό.

Τον Νάσο Πατέτσο δεν θα τον ξαναδεί κανείς να βολτάρει στο κέντρο της πόλης. Ανήκει πλέον στην προϊστορία του ελληνικού τραγουδιού του 20ου αι. Υπήρξε γέννημα – θρέμμα δύσκολων εποχών για την Ελλάδα, τότε που άρχισαν να κυκλοφορούν στους δρόμους πολλά αυτοκίνητα με τους οδηγούς τους να τον σταματάνε για επευφημίες. Αυτό τον ενδιέφερε και όχι τα ξερονήσια που γέμιζαν από κόσμο και κοσμάκη. Ωστόσο ο ίδιος δεν έβλαψε κανέναν συνάνθρωπό του, ούτε ενεπλάκη ποτέ σε καυγάδες με συναδέλφους του. Η ζωή του πέρασε μέσα από τη φτώχεια, την αποδοχή, την καταξίωση, τα ταξίδια σ’ όλο τον κόσμο, μα και μέσα από την αδυσώπητη ερημιά που φέρνει ο πολύς ο χρόνος. Το μόνο μέσο καταπολέμησης της ερημιάς του ήταν το γερό μνημονικό, που δεν τον εγκατέλειψε ούτε για μια στιγμή. Ο Νάσος Πατέτσος πέθανε στο Γηροκομείο Αθηνών την Τετάρτη 22 Μαΐου και σε δύο μήνες θα γινόταν 101 ετών. Ήταν ο γηραιότερος Έλληνας τραγουδιστής.

Κυριακή 14 Αυγούστου 2022

R.I.P. ANNE HECHE (1969 - 2022)

Την είδαμε σε mainstream χολιγουντιανές ταινίες δίπλα στον Al Pacino, στον Johnny Depp και στον Harrison Ford - τη θυμάμαι και σ' εκείνο το άχαρο remake του χιτσκοκικού «Ψυχώ» από τον Gas Van Sant. Ζωή - τραγωδία κανονική με έναν πατέρα που την κακοποιούσε σεξουαλικά προτού πεθάνει από AIDS στα 45 του, με τον 18χρονο αδερφό της να αυτοκτονεί τρεις μήνες μετά το θάνατο του πατέρα τους, με τις άλλες δύο αδερφές της να πεθαίνουν από ασθένειες, με μία μάνα νευρωτική και καταπιεστική και με ψυχωτικά επεισόδια που επιβάρυναν τη δική της υγεία. Πολυγαμική και αμφισεξουαλική, δέχτηκε bullying για τη λεσβιακή σχέση της με την Ellen DeGeneres (την είχε στηρίξει πολύ τότε ο Harrison Ford), ενώ αργότερα απέκτησε δυο γιους με δύο διαφορετικούς άντρες. Πριν λίγες μέρες, στις 5 Αυγούστου, τραυματίστηκε σε αυτοκινητικό ατύχημα και έπεσε σε κώμα. Κατέληξε στο νοσοκομείο ούσα εγκεφαλικά νεκρή. Η Ann Heche ήταν μόλις 53 ετών και πρόλαβε να γνωρίσει όλα τα φώτα και όλα τα σκοτάδια αυτού του κόσμου.