Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΜΗΣ ΠΛΕΣΣΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΙΜΗΣ ΠΛΕΣΣΑΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 12 Οκτωβρίου 2023

Μια σπάνια συνομιλία με τον συνθέτη Μίμη Πλέσσα που σήμερα γίνεται 99 ετών

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο, γεννημένος στις 12 Οκτωβρίου του 1924, Μίμης Πλέσσας είναι ο συνθέτης που έγραψε τα πιο δημοφιλή ελληνικά τραγούδια, γνωστά τα περισσότερα μέσα από τις ταινίες του Γιάννη Δαλιανίδη. Ο μουσικός, επίσης, που σε νεαρότατη ηλικία βραβεύτηκε από αμερικανικό πανεπιστήμιο και κατετάγη πέμπτος σημαντικότερος πιανίστας στις ΗΠΑ. Λιγότερο γνωστό είναι ακόμη πως πρόκειται και για έναν λαμπρό επιστήμονα, χημικό, που σήμερα το ενδιαφέρον του εστιάζεται στην Ελβετία και στο πείραμα του CERN μέσω του στενού του φίλου, Δημήτρη Νανόπουλου. Ο, πλήρης εμπειριών, βίος του Μίμη Πλέσσα διαπερνά ολόκληρη την ιστορία του 20ου αι. κι εγώ τον συνάντησα ένα απόγευμα στο σπίτι του, στην Καλλιτεχνούπολη της Ραφήνας, θέλοντας να συνομιλήσουμε για ένα σωρό πράγματα που ανέκαθεν ήθελα να τον ρωτήσω. Ανταποκρίθηκε με αμεσότητα, χιούμορ, φυσική ευγένεια. Θυμηθήκαμε τον Μάνο Χατζιδάκι, τη Τζένη Βάνου, τον Thelonious Monk, ανθρώπους που στην ουσία αρνείται να δεχτεί την αναχώρηση τους. Δεν υπάρχουν ζωή και θάνατος γι’ αυτόν, άλλωστε, αφού και τα δύο αποτελούν ένα φαινόμενο δίχως αρχή και τέλος! Χάρμα οφθαλμών και ώτων να τον παρακολουθείς να παίζει στο πιάνο και να αυτοσχεδιάζει: Δεν είναι η μουσική του αυτοσχεδιασμού, είναι ο αυτοσχεδιασμός που γεννάει την ίδια τη μουσική. Απολαύστε τον!
Θα ήθελα να μου πείτε αν η αίσθηση που έχετε επί σκηνής διατηρείται αναλλοίωτη μέσα στα χρόνια.

Μιλάτε προφανώς για τις παραστάσεις που κάνω τώρα με τον Γιώργο Κατσαρό.

Μιλάω βασικά για το ότι εξακολουθείτε να είστε «μάχιμος».

Εγώ δυστυχώς ή ευτυχώς – και τα εννοώ και τα δύο – κάνω πάντοτε διαφορετικά πράγματα. Όπως δε θέλω να μου μαγειρέψεις το ίδιο φαΐ, δε θέλω να μου πεις την ίδια ιστορία και δεν θέλω να περιμένεις από μένα το ίδιο απ’ αυτό που εγώ έχω ονειρευτεί. Από την άλλη, χαλί να με πατήσεις, ξεχωρίζω στον καθένα σας – ιδιαίτερα γι’ αυτούς που θα με ρωτήσεις και στο λέω από τώρα – ιδιότυπες αρετές. 

Θέλετε να μιλήσουμε για τους άλλους; Αυτό μου ζητάτε;

Εδώ υπάρχουν ιδιαίτερες περιπτώσεις. Του Κατσαρού, ας πούμε, ξέρω εγώ αρετές που δεν τις ξέρει ούτε ο ίδιος. Είναι όμως εντελώς sui generis, δικού του δηλαδή τρόπου εκφράσεις. Να σου πω κάτι που δεν θα σού’χει περάσει από το μυαλό: Ο Γιώργος Κατσαρός ξέρει πάρα πολύ καλά να ονειρεύεται την ορχήστρα αυτού που θέλει να αποδώσει. Να στο ξαναπώ;

Το κατάλαβα. Απ’ το όνειρο μέχρι την πραγμάτωση, τι γίνεται;

Υπάρχει μια μεγάλη ικανότης, πάλι του Κατσαρού! Αν ερχόταν εδώ ο κύριος Φούφουτος και μου ζητούσε να κάνω το ίδιο πράγμα, θα ήμουν επιφυλακτικός. Μόλις είδα το προγουλάκι και ονειρεύτηκα το όργανο του, το σαξόφωνο – το λέω με πολλή αγάπη -, την κερκυραϊκή φυσούνα…Δεν μπορείς να φανταστείς, όμως, η κερκυραϊκή φυσούνα και η ζακυνθινή πονηρία τι μπορούν να κάνουν! 

Φαρμακερός συνδυασμός;

Ούτε εγώ δεν το περίμενα! Όταν πηγαίνω κάθε βράδυ εκεί, φοβούμαι μήπως ξεχάσει ν’ αρχίσει τα πειράγματα και δε βγουν αυτά που βγαίνουνε μέσα στην παράσταση, η οποία παράσταση στην ωριμότητα μου ή, σωστότερα, στα βαθιά γεράματα μου με κάνει να την περιμένω σαν παιδί! Άρα πάμε σε ότι με ρωτήσατε, στο ότι αντιμετωπίζω τελικά με την ίδια θέρμη όλες μου τις παραστάσεις μέσα στα χρόνια. Πρέπει να μας δεις, θα πεις «Αυτοί τώρα παίρνουν και λεφτά γι’ αυτό που κάνουν;» 

Ο Κατσαρός έχει μια μεγάλη πορεία κι αυτός, εγώ ωστόσο σας έχω δει να συμπράττετε και με πολλούς νέους μουσικούς. Με τον κιθαρίστα Βασίλη Ρακόπουλο, ας πούμε. 

Μα αυτοί οι νέοι είναι νέοι ίσως για τους ίδιους ή φαντάζονται ότι είναι νέοι. Για μένα τι νέοι νά’ναι όταν έχω βγάλει 152.372 Ρακόπουλους στην καθισιά μου; Δεν το λέω για να παινευτώ, αλλά γιατί έτσι είναι. 

Και δεν παύει να είναι δημιουργικό.

Είναι δημιουργικό, πολύ, αλλά έλα να σε εξομολογήσω: Σου άρεσε κάποιο live μας;

Πώς δεν μου άρεσε…Στη Δράμα, μάλιστα, σας είχα δει όχι πολλά χρόνια πριν.

Σίγουρα έχεις δίκιο, έχουμε παίξει εκεί. Είναι πάρα πολύ σπουδαία όλα αυτά τα παιδιά και το ένα δεν ξέρει τη σπουδαιότητα του άλλου. Γνωρίζονται, έρχονται σε επαφή και ανακαλύπτονται. Απ’ τη στιγμή που ανακαλύπτονται, γίνονται αχώριστοι. Εγώ δηλαδή, επειδή δε θυμάμαι και τι μέρα είναι σήμερα, περιμένω πως και πως να πάει Κυριακή για να έρθει η στιγμή που θ’ αρχίσει τα πειράγματα (σ.σ. ο Κατσαρός). Τον ξέρω δηλαδή που θέλει να καταλήξει. 

Σας θυμάμαι, κύριε Πλέσσα, στη συναυλία για τα 85 χρόνια του Μίκη Θεοδωράκη στο Λυκαβηττό. Υποκλιθήκατε με σεβασμό και παίξατε το «Ένα το χελιδόνι» σε μια απρόβλεπτη jazz διασκευή.

Μπορούσε να μου πει κανείς από πριν ότι θα πήγαινες στη γιορτή του Μίκη, θα καθόσουν στο πιάνο και θα τού’παιζες παρουσία χιλιάδων ανθρώπων; Θα τον έπαιρνα για τρελό! Κι όμως, με μεγάλη χαρά έφτασα και έπαιξα μ’ έναν τρόπο που φάνηκε ότι τον συνεκλόνισε. Πηγαίνω τακτικά στου Μίκη και του παίζω jazz τα τραγούδια του κι αυτός τρελαίνεται! 

Κάνατε ποτέ παρέα με τον Μίκη ή τα τελευταία χρόνια βρίσκεστε;

Θα σου πω κάτι που μπορεί νά’ναι άσχετο, αλλά μπορείς να το εντάξεις, μία ιστορία από τα πολύ παλιά: Κατεβαίνω στο αεροδρόμιο και κάποια στιγμή βλέπω τον Μίκη μέσα από’να αμάξι να με χαιρετάει. Τον παίρνω από πίσω, όμως ξαμολήθηκαν οι καραμπινάδες και πήραν αυτοί εμένα από πίσω. Τον ακολουθώ και μ’ ακολουθούν! Εκείνο που μ’ ενδιαφέρει εμένα όμως είναι να γίνεται η δουλειά των ανθρώπων και δεν μπορώ να ξέρω εγώ αν ο Μίκης φεύγει για να φύγει ή το σκάει για να το σκάσει. Ακόμα δεν το έχουμε λύσει αυτό, να θυμηθώ να ρωτήσω τον Μίκη στο επόμενο ραντεβού μας!

Μ’ ενδιαφέρει να μιλήσουμε για τους άλλους συνθέτες. Και για τον Μάνο Χατζιδάκι.

Ο καλύτερος μου! Ας ξεκινήσουμε από ένα κοινό σημείο για νά’χουμε ένα point de reference, που λέμε εμείς οι γαλλόφωνοι: Και οι τρεις είναι πολύ σπουδαίοι συνθέτες, βάζω και τον εαυτό μου μέσα. Είμαι έτοιμος κάθε πράγμα που λέω να το αποδείξω και είμαι σίγουρος πως το ίδιο είναι κι οι άλλοι, μόνο που τα σχέδια μας αλλάζουν ανάλογα με τον τρόπο που αγκαλιαζόμαστε. Αν μας στήσεις και τους τρεις μας είμαστε σαν παιδιά, τελείως σαν παιδιά όμως! Πάω να κάτσω στο πιάνο και λέω «Ποιον να ”πειράξω” από τους δύο; Τον Θεοδωράκη σαν δεξιός προς αριστερό ή τον άλλον σαν αριστερός προς δεξιό;» Κατάφερε, λοιπόν, σε παρακαλώ, να μας έχεις μαζί και τους τρεις και να πεις στον έναν τι σκέφτεσαι να κάνεις για τον άλλον. Δε μπορείς να φανταστείς τι πράγματα θα βγουν! Εγώ εκτιμώ τις θέσεις τους και μια ζωή είμαι έτοιμος να τις υποστηρίξω. Έχω φάει ξύλο, βούρδουλες, μού’χουν βγάλει δόντια, μού’χουν ξεριζώσει νύχια, γιατί πιστεύω στον Θεοδωράκη και στον Χατζιδάκι! Εκείνοι το σέβονται και περιμένω τη στιγμή που θα μου το ξεπληρώσουν. Αλλιώς το ξεπληρώνει ο ένας, αλλιώς το ξεπληρώνει ο άλλος. Θα σου πω μια βαριά κουβέντα, αλλά μη μαρτυρήσεις ότι στην είπα εγώ: Είναι δύσκολο να παίζεις με ιδιοφυΐες και δε φαντάζομαι νά’χει κανείς αμφιβολία ότι τα «παιδιά» δεν είναι ιδιοφυΐες! 

Θεωρείτε ότι η ενασχόληση σας με τη μουσική παραμέρισε αυτήν με την επιστήμη της χημείας;

Όχι, όχι βέβαια. Όπως και το αντίθετο! Όλα αυτά είναι πράγματα που χωράνε μέσα στην έννοια αγάπης, πίστης, έκφρασης. Πες μου ποια απ’ τις τρεις αυτές έννοιες θες να την εντάξω στην κάθε μου ιδιότητα και να στη φτιάξω ή να στην καταργήσω! 

Μου αρέσει καταρχάς που μεσ’ στην επιστήμη της χημείας τοποθετείτε την αγάπη.

Δε μπορείς να φανταστείς, όμως, το τι αγάπη έχω εγώ για τη μουσική, όπως και για τη χημεία. Κι έρχεσαι τώρα εσύ και μου λες ποια να διαλέξω απ’ τις δύο. Διάλεξε εσύ και πάρ’τη σπίτι σου και κάν’τη ότι θες. Εγώ δεν θα διαλέξω ποτέ, γιατί διαλογή σημαίνει μια κοντινή σχέση που εγώ για κάποιο λόγο την αναγνωρίζω a priori στον Κατσαρό, ας πούμε. Φαντάζεσαι να βάλεις Κατσαρό, Θεοδωράκη και Χατζιδάκι να μιλήσουν για τον Πλέσσα; (γελάει) Κάν’το και φώναξε και μένα, σε παρακαλώ, να βάλω τα γέλια…

Απασχολεί ακόμη το μυαλό σας η χημεία;

Κάθε τόσο παίρνω ένα τηλεφώνημα που δεν με γεμίζει με χαρά, αλλά με αγαλλίαση! Μιλάω για έναν επιστήμονα που εκτιμώ, τον Δημήτρη Νανόπουλο. Έρχεται εδώ με τη γυναίκα του κι όποτε οι κυράδες μας μάς αφήνουν μόνους, τον πλησιάζω και του λέω: «Πες μου τα τελευταία νέα, είσαι ο μόνος που μπορείς να ξέρεις λόγω Ελβετίας και CERN». Και μου απαντάει: «Δεν έχει νόημα να σου πω τίποτα, διότι ώσπου να πάω πίσω τα δεδομένα θά’χουν αλλάξει». Δεν είναι συγκλονιστικό αυτό; Θέλω εγώ τίποτα άλλο μετά απ’ αυτό; Όχι! Τέσσερις φορές το χρόνο έρχεται ο Νανόπουλος στην Ελλάδα και οι πρώτοι άνθρωποι που βλέπουν με τη γυναίκα του, είμαστε εμείς.

Είναι και φαν της μουσικής σας σίγουρα.

Δε φαντάζεσαι τι όμορφο είναι αυτός που θεωρείς πατέρα, παππού ή μελλοντικό συγγενή της επιστήμης σου, να γνωρίζει όλα σου τα τραγούδια! Να ξέρει ατάκες από ελληνικές ταινίες και μάλιστα να μου τηλεφωνεί την ώρα που τις βλέπει για να μου πει «Τι μουσική έγραψες σ’ αυτή τη σκηνή, βρε παιδί μου»! Εγώ πάλι να μη θυμάμαι πολλά απ’ αυτά που μου λέει μέσα σε τόσο φορτίο έργου.

Αυτό που έπαθε ο Νανόπουλος το έπαθα κι εγώ με ένα CD που βγήκε με μουσικές σας από ελληνικά film noir του ’60 και θρίλερ, σαν τον «Εφιάλτη» του Ερρίκου Ανδρέου.

Αυτά, ναι, είναι συγκλονιστικά πράγματα, είναι jazzy θέματα που έγραψα και που κι εγώ αγαπώ πολύ. 

Έχετε τεράστια δισκογραφία.

Εκ των υστέρων το έμαθα! Άφηνα τους δίσκους να βγαίνουν και μετά τους ξέχναγα. Μισά στην Αμερική, άλλα μισά εδώ, που να το φανταζόμουν;

Γνωρίζετε όμως πως σήμερα ένας συγκεκριμένος δίσκος σας κοστίζει χιλιάδες ευρώ.

Το «Greece goes modern» λέτε! Ναι, μου είπαν ότι πωλείται στα δυόμισι χιλιάρικα, όχι σε δραχμές, αλλά σε ευρώ (γέλια). Το 1986, όταν με γνώρισε πρώτη φορά η γυναίκα μου, έπαιζα πάλι όλως τυχαίως με τον Κατσαρό. Έρχεται και μου λέει «Γιατί δεν παίζετε, κύριε Πλέσσα, το ”Τόσα καλοκαίρια” με τον Δάκη, που τ’ αγαπώ πολύ;» Της λέω «Μάλλον κάνεις λάθος, κοριτσάκι μου, δεν το έχω γράψει εγώ». Εκείνη επέμενε: «Το ”Όλα δικά σου, μάτια μου”; ”Α, αυτό με τον Πουλόπουλο λες! Δεν το ξέρει κανείς αυτό, κοριτσάκι μου”»…

Γιατί αυτή η άρνηση των τραγουδιών σας;

Έτσι φαινόταν, μα εγώ δεν τα θυμόμουν. Το 1988, που η Λουκίλα έκανε εκπομπές στο Κανάλι 1 του Πειραιά και την άκουγα, έπαιξε μια μέρα το «Γλυκά πονούσε το μαχαίρι». Το προλόγισε ότι «ήταν του Πλέσσα» κλπ. Της τηλεφώνησα την επόμενη: «Χθες έκανες ένα λάθος, δεν ήταν δικό μου τραγούδι αυτό»! «Μα, στην ταινία αυτή, στην τάδε σκηνή» να μου λέει κι εγώ να επιμένω. Δεν παραδεχόμουν, ακόμη, την επιτυχία πολλών τραγουδιών μου. Το «Όλα δικά σου, μάτια μου» το πρωτόβαλα στις συναυλίες μου το ’96 μετά από επιμονή της γυναίκας μου. Είδα ένα στάδιο στην Κρήτη να πέφτει κυριολεκτικά και γύρισα και της είπα: «Τελικά δίκιο είχες, το ξέρουν πολλοί το τραγούδι αυτό»! 

Όλο αυτό δείχνει και μία αγνότητα εκ μέρους σας.

Το ρεπερτόριο μου ήταν σκόρπιο σε πολλές εταιρείες. Αυτές πάλι, οι εταιρείες, είχαν πάρει από μένα ότι είχαν να πάρουν και με είχαν πείσει ότι έχω τελειώσει. Δεν πίστευα ότι είχαν τόση δύναμη τα τραγούδια μου! Ξέρετε πως την είχαν τη Τζένη Βάνου που σήμερα λένε όλοι «Η Φωνή»; «Ε, δώσ’το αυτό σε καμιά Βάνου», έτσι την είχαν! 

Γιατί πιστεύετε ότι γινόταν αυτό;

Δεν είχα ποτέ συμβόλαιο με εταιρεία, δεν είχα ποτέ ατζέντη, μάνατζερ, δημόσιες σχέσεις, κόμμα, εκδότη! Να μου μανατζάρει δηλαδή ποιος και τι, τι θα μού’καναν; Να σου πω εγώ ένα τραγούδι μου τώρα κι άντε βρες μου ποιος θα το μανατζάρει: Το «Άγαλμα». Κι αυτό rejected ήτανε! Το είχε δώσει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος στον Ξαρχάκο, του Σταύρου δεν τού’βγαινε γιατί δεν είχε ρεφρέν και έτσι ήρθε σε μένα. Ούτε ο Λευτέρης δεν περίμενε ότι θα γινόταν επιτυχία! Τελικά όλο αυτό έδωσε διάρκεια στο έργο μου, αφού τα τραγούδια μου ξαναπαίζονται δυναμικά την τελευταία εικοσαετία. Το ΄88 και το ’89, πριν την ιδιωτική τηλεόραση, τα τραγούδια μου ήταν ρετρό γιατί όλοι έπαιζαν «Πάμε για τρέλες στις Σεϊχέλες» (σ.σ. παίρνει μια έκφραση αποστροφής), τους Χαριτοδιπλωμένους που ήτανε «in» και ο Πλέσσας ήταν «out». Σήμερα «ακούγομαι» σε όλα τα μαγαζιά, τα ελληνάδικα. Όπως και η Ελευθερία Αρβανιτάκη που ξανάφερε στο προσκήνιο το «Αν σ’ αρνηθώ, αγάπη μου».

Μάλιστα. Η Αρβανιτάκη συμμετείχε και στη συναυλία σας στο Ηρώδειο, αν θυμάμαι καλά.

Ακριβώς. Την κάλεσα ως μια τραγουδίστρια που δεν βγήκε με δικό μου ρεπερτόριο, αλλά το αγκάλιασε. Δέχτηκε και είπε: «Αλίμονο, μόνο και μόνο για να τον ευχαριστήσουμε για τα τραγούδια που έγραψε, θα είμαι εκεί». Πήραμε και τη Μαρινέλλα. Ο Πουλόπουλος δεν ήρθε, πήρε ο Μητροπάνος τη θέση του και ήταν συγκλονιστικός! Η δε Μαρινέλλα, επειδή τότε δεν εμφανιζόταν και απέρριπτε προτάσεις, μου είπε: «Θα έρθω κι ας το πληρώσω! Μου’χεις χαρίσει αυτή την πέτρα (σ.σ. εννοεί το τραγούδι ”Άνοιξε πέτρα”) που είναι το πολυτιμότερο πετράδι πάνω μου»! 

Μια και αναφερθήκαμε στους δίσκους, να πούμε και ότι σας ανήκει ο «Δρόμος», ο Νο 1 εμπορικός δίσκος στην ιστορία της εγχώριας δισκογραφίας. 

Ο Νο Μηδέν είναι! Δεν υπάρχει δηλαδή άλλος δίσκος σαν κι αυτόν, όπως δεν υπάρχει κι άλλος αριθμός σαν το μηδέν στα μαθηματικά. Το περίμενα ότι θα γινόταν επιτυχία!

Είχατε τόση σιγουριά;

Κι άλλη τόση σαφήνεια! Ήμασταν στο σπίτι του Λευτέρη και με το που είδα τους συγκεκριμένους στίχους του, είπα «Αυτά είναι τεφαρίκια, αλλά αποκλείεται να γίνουν επιτυχίες με τους συνθέτες που συνεργάζεται αυτός», θα τα πάρουν δηλαδή οι άλλοι, μα δεν θα κάνουν τίποτα. Το έβλεπα όπως ένας μουσικός που ξέρει ενστικτωδώς. 

Σας βγήκαν αβίαστα τα τραγούδια;

Εμένα πάντα μου βγαίνουν αβίαστα. Εάν δε βγουν δηλαδή αβίαστα, τα βλέπω σαν το ξαναζεσταμένο φαΐ. Αν θες δοκίμασε με, πες μου ένα στίχο σου τώρα να στον κάνω τραγούδι, να σου πω και ποιος θα το τραγουδήσει, να τον φωνάξουμε να δείξει ότι το ξέρει πριν του το πω εγώ! Αυτό είναι και η μαγεία της Τέχνης! 

Τον είχε στηρίξει και ο Αλέκος Πατσιφάς τον «Δρόμο», έτσι;

Άλλη κεφαλλονίτικη μαφία ο Πατσιφάς! Εγώ βέβαια ακολουθώ τον ερωτιάρη, ο οποίος βλέπει την Πατσιφού και λιώνει. Για τον Λευτέρη και τη γυναίκα του Πατσιφά λέω, η οποία κι εκείνη μας βλέπει και ξερογλείφεται (γέλια). Τέλος πάντων, μιλάγαμε την ίδια γλώσσα και μας κάνει ο Πατσιφάς: «Για να μαζευτούμε, να κάνουμε μία χουλιγκανία για να δούμε που θα μας βγάλει». 

Πόσα τραγούδια έχετε γράψει;

Έχω βραβευτεί για 3.320 τραγούδια. 

Αριθμομνήμων βλέπω…

Και σας είπα μόνο τα βραβευμένα! Είναι κι άλλα πολλά, ουου…

Ως παιδί γράψατε το πρώτο σας τραγούδι;

Δεν έγραφα τραγούδια εγώ ως παιδί. Μετά τα 20 μου, έφτιαξα το πρώτο μου τραγούδι. Το ’47 έγραψα πρώτη φορά, το ’52 για τις Καλουτάδες και το «Αστέρι – αστεράκι» έγινε το ’59 το πρώτο μου βραβευμένο τραγούδι. 

Ενημερώνεστε για τα νέα μουσικά ρεύματα;

Καθόλου, καμία σχέση…

Για τους νέους ερμηνευτές;

Όσους θέλουν, με αντέχουν και όσους καταλαβαίνουν όταν τους λέω όχι…

Το ραδιόφωνο σας κρατάει συντροφιά;

Εστιάζω μόνο σ’ αυτά που κάνω και όταν αυτά τελειώσουν, παρακαλάω να μ’ αφήσουν ήσυχο να κάνω τη δουλειά μου. Τι θεωρώ δουλειά μου; Ότι κάνει ο Νανόπουλος! Τα μήκη κύματος είναι αυτά που μ’ ενδιαφέρουν, γι’ αυτά δουλεύω. Τώρα όποιος μ’ ακούσει θα πει «Έλα, μωρέ, ο ξιπασμένος»…

Καθόλου δεν θα το πει.

Δεν είμαι ξιπασμένος. Αποδεικνύω και δεν το πιστεύω ή δεν το υποστηρίζω απλά, ότι για κάποιο λόγο δεν πρέπει ν’ αφήσω το κομμάτι αυτό της δουλειάς μου στα χέρια άλλου. Πολύ εγωιστικό, αλλά έτσι είναι. 

Έχετε πάρει μεγάλες δόσεις ευτυχίας στη ζωή αυτή, κύριε Πλέσσα;

Ναι! Τους τρεις γάμους μου στην αρχή τους (γέλια). 

Πως σχολιάζετε το πολιτικό τραγούδι της Μεταπολίτευσης; Ποτέ δεν μπήκατε σ’ αυτό.

Το είχα ανάγκη; Δεν το είχα!

Κάνατε όμως έναν δίσκο που θα εντασσόταν στο κλίμα αυτό, τη «Θάλασσα Πικροθάλασσα» σε στίχους του Κώστα Βίρβου.

Όλη μου η συνεργασία μου με τον Βίρβουλα, ανεξαιρέτως όλη, είναι πάρα πολύ σπουδαία! Φανταστικές δουλειές! Η «Θάλασσα Πικροθάλασσα», η «Ουτοπία», του Στράτου τα τραγούδια! Ο Λευτέρης αυτολέγεται, ότι και να πούμε θα καταλήξουμε σ’ ένα ποίημα του Λευτέρη. Δεν είναι πιστός στις συνεργασίες του ο Λευτέρης. Ο Βίρβος είναι αληθινός λαϊκός ποιητής! 

(τη στιγμή αυτή χτυπάει ένα κινητό πάνω στο γραφείο στον ήχο του «Θα πιω απόψε το φεγγάρι») Αναρωτιέμαι αν τα παίζετε σήμερα αυτά τα τραγούδια σας.

Η σωστή ερώτηση είναι όχι αν τα παίζω, αλλά το πως τα παίζω! Δύο χιλιάδες φορές να το παίξω, δύο χιλιάδες διαφορετικές εκδοχές θ’ ακούσεις. Ξυπνάω το πρωί και πάω στο πιάνο. Σκέφτομαι «Με ποιο ν’ αρχίσω σήμερα»; Μπορεί νά’ναι ένα κομμάτι του Καπνίση και άλλων αγαπημένων συνθετών. Πες μου τώρα ένα τραγούδι που σ’ αρέσει να πάω να στο παίξω.

Μεγάλη μου τιμή! Δικό σας;

Ότι νά’ναι. Έχουμε κι εδώ πιάνο κι εκεί και παραμέσα. 

Το «Τώρα που πας στην ξενιτιά» του Χατζιδάκι τό’χουμε;

Αστειεύεσαι; Ότι θέλεις, είπα! Μάνος Χατζιδάκις, λοιπόν, «Τώρα που πας στην ξενιτιά». Πάμε στο πιάνο! 

(Τον παρακολουθώ με αργές κινήσεις να σηκώνεται απ’ τη θέση του και να κάθεται στο πιάνο. Γύρω μας, πορτραίτα οικογενειακά και αμέτρητα βραβεία από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Παίζει το «Τώρα που πας στην ξενιτιά» δύο φορές, η μία διαφορετική από την άλλη). Είστε φοβερός, κύριε Πλέσσα, σας ευχαριστώ πολύ!

Δεν έχει τέλος η μουσική! Μπορώ να κάτσω εγώ εδώ τώρα και να παίζω, να παίζω…Μη μ’ ευχαριστείτε, εγώ ευχαριστήθηκα πιο πολύ! 

Εντάξει, εσάς είναι η καθημερινότητα σας, για εμάς όμως…

Νά’σαι καλά!

Ο Thelonious Monk σας άρεσε;

Το τι έχω παίξει τώρα τελευταία από Thelonious Monk! Τους άκουσα πολύ και τους γνώρισα καλά όλους αυτούς τους μεγάλους μαύρους μουσικούς στην Αμερική. Πες μου ένα κομμάτι του να στο παίξω τώρα! 

(Θέλω να του ζητήσω το «Round Midnight», μα προτιμώ να αξιοποιήσω το χρόνο με τη συνέχιση της συνέντευξης. Του προτείνω να πάμε πάλι εκεί που καθόμασταν. Και η κουβέντα συνεχίζεται…) Με τη Μαρία Φαραντούρη θα μπορούσατε να συνεργαστείτε ποτέ; Θα σας «πήγαινε» η κοντράλτο φωνή της.

Έχουμε συνεργαστεί στο εξωτερικό! Ήρθαν εδώ η Μαρία με τον Τηλέμαχο πριν από τρία – τέσσερα χρόνια και μου τραγούδησε διάφορα. Ποια ήθελε, λες, να πει; Τα ελαφρά, που είχαν τραγουδήσει η Βάνου και η Μούσχουρη. Το «Αστέρι – αστεράκι» ήταν το αγαπημένο της! Μετά της έπαιξα κι άλλα και τα τραγουδούσε.

Η Τζένη Βάνου ήταν φαινόμενο, έτσι;

Τι να πούμε; Λίγο αγιασμό και να πλένουμε το στόμα μας πριν μιλήσουμε γι’ αυτή!  

Η μεγάλη Μούσχουρη είχε πει πως αν η Βάνου είχε τα μυαλά της, η ίδια μπορεί να μην υπήρχε.

Το γνωρίζω…Προς τιμήν της που τό’πε αυτό, καλά είπε! 

Στη Βάνου εκτιμούσα το ότι δεν σας «πούλησε» ποτέ, όταν ο Χατζιδάκις της είχε ζητήσει να γίνει η αντικαταστάτρια της Μούσχουρη στα τραγούδια του.

Ήταν η ίδια περίοδος που με τον Χατζιδάκι ανταλλάζαμε επιστολές στις εφημερίδες. Τη μια βδομάδα αυτός, την επόμενη εγώ και το πράγμα πήγαινε έτσι για καιρό. Τσακωνόμαστε σαν παιδιά, δεν σας το’ λεγα πριν; Πρέπει να ήταν λίγο μετά αφότου γύρισα από την Αμερική, εκεί που γνώρισα τους μεγαλύτερους μουσικούς. Δεν θέλω να περιαυτολογώ, αλλά θα ξέρετε πως το 1952 – ούτε 27 δεν ήμουν – τιμήθηκα με το πρώτο βραβείο μουσικής του Πανεπιστημίου της Μινεσότα. 

Γυρίσατε όμως, δεν μείνατε εκεί.

Είναι σαν να ρωτάς έναν βασιλικό γιατί δεν θέλει να ποτίζεται…

Σας θλίβουν οι απώλειες των δικών σας ανθρώπων, κύριε Πλέσσα; Ή το βλέπετε σαν κάτι φυσιολογικό μεσ’ στη ροή της ζωής;

Για μένα δεν έχουν φύγει…Στην αρχή σας είπα «Πάρτε εμένα, τον Θεοδωράκη και τον Χατζιδάκι», χρησιμοποίησα ενεστώτα χρόνο. Μου λέει καμιά φορά η γυναίκα μου «Σήμερα κλείνουν τόσα χρόνια από το θάνατο του Γιάννη Δαλιανίδη», μα εγώ δεν το πιστεύω, σας μιλάω ειλικρινά. Ξέρω πως μπορώ να πάρω ένα τηλέφωνο τον Γιάννη ανά πάσα στιγμή και να μιλήσουμε. 

Όταν λείπει, όμως, η φυσική παρουσία τους;

Δεν μου λείπει…Ότι ώρα τους θέλω, τους έχω μέσα μου…

(Τον παρακολουθώ να ροκανίζει γρήγορα ένα μπισκότο, όπως ένας λαγός τρώει το καροτάκι του) Είστε συγκινητικός. Άρα κατά ένα τρόπο έχετε νικήσει το θάνατο.

Λες να έχω νικήσει ότι απασχολεί περισσότερο τους ανθρώπους; Έτσι είμαι, όμως, αυτός…

Θέλω να σας θυμίσω μία ιστορία που μου είχε πει ο παραγωγός Άγγελος Σφακιανάκης κι είχα εντυπωσιαστεί! Το 1991 σας συνάντησε μαζί με τον Γιάννη Κούτρα για ένα δίσκο που θα κάνατε. Ο Κούτρας βασανιζόταν από ένα δυνατό πονοκέφαλο και δε μπορούσε να τραγουδήσει. Εσείς πολύ ήρεμα του είπατε «Άσε με μένα να κάνω τα δικά μου και μην ασχολείσαι. Τραγούδα» και του πιέσατε ελαφρά ένα δάχτυλο του χεριού του. Ο πονοκέφαλος του πέρασε μέσα σε ελάχιστα λεπτά. Είστε και λίγο healer, κύριε Πλέσσα;

Ξέρετε, με μένα συμβαίνουν δύο τινά: Μπορώ να θεραπεύσω, πράγματι, τον πονοκέφαλο, μπορώ όμως να δω μια γυναίκα στον πρώτο μήνα κύησης και να καταλάβω αμέσως ότι είναι έγκυος. Πάντα ξέρω και το φύλο του παιδιού πριν να κάνει υπέρηχο! Ρωτήστε την Ηρώ Σαΐα, τη γυναίκα του Ξαρχάκου. Της είπα: «Εσύ έχεις δύο παιδιά», πολύ πριν μάθει ότι θα κάνει δίδυμα. Τρελάθηκε! 

Απίστευτο!

Ναι, τις κοιτάω στα μάτια για λίγο και μετά τους λέω τι βλέπω, τι διαισθάνομαι! Ποτέ, μα ποτέ, δεν πέφτω έξω!

Γητευτής, λοιπόν!

(γελάει) Και φίδι!

Ε, όχι και φίδι!

Του στυλ «Κάτσε δω γιατί θα σου κόψω την ουρά, να σε μάθω εγώ να κάνεις κολοβούς»!

Ξέρω ότι είστε και γλωσσοπλάστης. Μου τό’χε πει κάποτε ο συνάδελφος σας, Μηνάς Αλεξιάδης.

Έχουμε παίξει πολλά ωραία πράγματα με τον Μηνά σε ένα στούντιο που είχε κάπου στα Ιλίσια. Ξέρω ότι μ’ αγαπάει, όπως κι εγώ. Είναι γιος ενός παλιού μου φίλου, άλλωστε. Γλωσσοπλάστης, είπες τη σωστή λέξη! Δεν μου αρέσει τόσο η συγγραφή, όσο το να καταγράφω λέξεις και εκφράσεις δικές μου, καθημερινά όμως. 

Βαδίζετε για τα 95. Θέλω να μου πείτε τι είναι για σας το μυστήριο της ζωής. Ότι σας βγαίνει…

Όχι ότι μου βγαίνει! Ρωτάς τον επιστήμονα ή τον καλλιτέχνη;

Τον επιστήμονα πρώτα.

Ωραία! Η ζωή, λοιπόν, είναι ένα βιολογικό φαινόμενο που για κάποιο λόγο δεν έχει αρχή και τέλος. Απ’ όπου θέλεις ξεκινάει και όπου θέλεις φτάνει.

Όπως και το σύμπαν.

Ακριβώς!

Και ο «καλλιτέχνης» τι λέει επ’ αυτού;

Εάν μου ζητήσεις τι με εκφράζει εμένα περισσότερο, θα σου πω ασύστολα ότι μού’ρθει εκείνη την ώρα. Όταν στο παίξω στο πιάνο θα καταλάβεις τι είναι αυτό που με έκανε να φτάσω εδώ, να έχω ζήσει ως εδώ. Θέλω να πω επίσης ότι όλα αυτά τα ονόματα που παραθέσαμε τόση ώρα, δεν είναι κανένα που να μην είναι μεγάλο ή που οι άλλοι τουλάχιστον δεν σέβονται ως τέτοιο. 

Να σας αφήσω, κύριε Πλέσσα, να ξεκουραστείτε.

Ναι, αγόρι μου, κι όποτε θελήσεις, εδώ θά’μαστε, να ξανάρθεις! Κάτι που δεν το ξέρεις, είναι πως δεν με κούρασες, με ξεκούρασες! (ψάχνει τον σκύλο του, ένα όμορφο θηλυκό κόλεϊ. Ρωτάει: «Το κολεόσκυλον που είναι;»)

Τέλειο ακούγεται!

Εκ του «κολεόπτερου» (γελάμε)


* Η συνέντευξη με τον Μίμη Πλέσσα δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 2019 στο koutipandoras.gr - εδώ αναδημοσιεύεται με αφορμή τη σημερινή συμπλήρωση των 99 του χρόνων. 

Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2017

Πήγα στο ''Γοργόνες και Μάγκες''! Ή μήπως στη μπουζουκλερί του Γιάννη Πλούταρχου;

Έφτασα στο θέατρο Μπροντγουέι της Αγίου Μελετίου κατά τις 9 παρά, αφού η παράσταση θα ξεκινούσε στις 9 υποτίθεται. Περίμενα μέχρι τις 9.30 στην ουρά του ταμείου, οπότε και ξεκίνησε η παράσταση. Παρατηρούσα το κοινό εν τω μεταξύ: Νεολαία και γερουσία, λες και άνθρωποι μέσης ηλικίας, σαν και μένα, δεν ανήκουν στο target group του έργου. Παρεμπιπτόντως, στη διπλανή σκηνή με το έργο της Κάτιας Δανδουλάκη βάραγαν μύγες (Κρίμα, γιατί έχω ακούσει πολύ καλά λόγια). Ας μη σχολιάσω πως στο ταμείο δεν υπήρχε μηχάνημα POS για να παίρνουν οι άνθρωποι τα εισιτήρια τους με ηλεκτρονική κάρτα, τη στιγμή που αυτό γίνεται μέχρι και σε συνοικιακά περίπτερα. Τέλος πάντων, ας μπούμε μέσα στο θέατρο τώρα, διότι έχω πολλά να πω! 
Περίμενα να δω καμιά μεγάλη ορχήστρα, όπως διαφημίζεται στις αφίσες, αλλά τελικά διέκρινα τρεις - τέσσερις μουσικούς καταχωνιασμένους στα αριστερά της σκηνής. Ουδέν πρόβλημα, αφού η μουσική και τα τραγούδια αποδόθηκαν σωστά! Στη σκηνή εμφανίστηκε αμέσως το μπαλέτο από κορίτσια κι αγόρια μαζί με τον πρωταγωνιστή Θανάση Ευθυμιάδη και τον Γιώργο Γαλίτη στους ρόλους αντιστοίχως του Φαίδωνα Γεωργίτση και του Χρόνη Εξαρχάκου. Πιστεύω πως ναι μεν ο Ευθυμιάδης είναι ένας καλός ηθοποιός (χορεύει και το πιο ωραίο ζεϊμπέκικο επίσης), όμως είναι ώριμος πια για το ρόλο ενός νεαρού, όπως ήταν ο Γεωργίτσης στο φιλμ. Απ' την άλλη, ο Εξαρχάκος ήταν ο Εξαρχάκος και νομίζω πως παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Γαλίτη, ενός εξίσου καλού κωμικού ηθοποιού, η σύγκριση ήταν αναπόφευκτη και η πλάστιγγα δεν έγειρε υπέρ του. 
Πιο πετυχημένη θεωρώ την επιλογή των γυναικών: Η Ζέτα Δούκα, ψηλή, εντυπωσιακή, αρχοντική, είχε το attitude της Μαίρης Χρονοπούλου και κατάφερε να μας τη θυμίσει ακόμα και με το παίξιμο της. Το ίδιο και η Μαρία Κορινθίου στο ρόλο της νησιωτοπούλας Μάρθας Καραγιάννη, γνήσια κωμίκα και ένα ολόδροσο κορίτσι - στο σημείο αυτό, παρόλο που δεν την γνωρίζω την κοπέλα, νιώθω την ανάγκη να την υπερασπίσω αναφορικά με τη χυδαία επίθεση που δέχτηκε από τα, ούτως ή άλλως, χυδαία κανάλια και τους εκπροσώπους τους: Ήταν - λέει - άσεμνα ντυμένη στο χορό του τέλους και φαινόταν υπέρ το δέον το πλούσιο στήθος της. Σε μιούζικαλ του Δαλιανίδη παίζει η Κορινθίου, όχι στη ''Φαλακρή τραγουδίστρια'' του Ιονέσκο, τι ήθελαν να φοράει; Σάμπως η Καραγιάννη το '67 που βγήκε η ταινία, ήταν ντυμένη καλόγρια των Ουρσουλίνων; Ξεχνάνε επίσης πως έβγαινε η Καραγιάννη σε μιαν άλλη ταινία του Δαλιανίδη, τους ''Κληρονόμους''; Τι αηδίες είναι αυτές, πόσο πια περισσεύει η υποκρισία στον τόπο αυτό και βάλλονται αδίκως άνθρωποι που απλά κάνουν τη δουλειά τους; 
Πάμε παρακάτω! Συνεπής στο ρόλο του Λάκη Κομνηνού είναι ο Γιώργος Βάλαρης, που υπογράφει τη σκηνοθεσία και τη διασκευή για θέατρο της παλιάς ταινίας. Εκείνος, όμως, που θεωρώ ότι κάνει πραγματικά την περισσότερη δουλειά μεσ' στην παράσταση είναι ο Παναγιώτης Πετράκης ως Βαγγέλης Σειληνός του 2017: Παίζει, χορεύει, τραγουδάει. Ηθοποιός - πολυεργαλείο! Το ότι τραγουδάει εξαιρετικά δεν είναι αμελητέο. Ισοπεδώνει τον άφωνο Γιάννη Πλούταρχο και γι' αυτό και μόνο του αξίζουν συγχαρητήρια! 
Για να μην αναφερθώ σε όλους τους ηθοποιούς - έχω ν' ασχοληθώ με άλλα... - θα πω λίγα λόγια μόνο για τα δύο πρεσβύτερα μέλη του θιάσου: Την Έφη Παπαθεοδώρου και τον Γιάννη Βογιατζή. Η Παπαθεοδώρου, που έγινε πολύ δημοφιλής από το τηλεοπτικό ''Παρά πέντε'' του Καπουτζίδη, υποδύεται την Αρχόντισσα του νησιού, μεταδίδοντας μιαν αγάπη και μια ζεστασιά στο κοινό. Ο ρόλος της ''μεγάλωσε'' συγκριτικά με το φιλμ, κάτι που δικαιολογείται από τη θεατροποίηση του. 
Το απόλυτο respect φυσικά πηγαίνει στον Γιάννη Βογιατζή! Σχεδόν δάκρυσα βλέποντας έναν άνθρωπο 92 ετών να αλωνίζει τη σκηνή απ' άκρη σ' άκρη και να λέει τις ατάκες του σαν ηθοποιός - νεούδι, όλο κέφι και πάθος για τη δουλειά του! Σκεφτόμουν πως ο Βογιατζής έχει παίξει στον ''Θησαυρό του μακαρίτη'' του Τσιφόρου, την πιο αγαπημένη μου παλιά κωμωδία, και χαιρόμουν που τον έβλεπα σε τόσο καλή φυσική και πνευματική κατάσταση. Ο χαρακτήρας που υποδύεται, ο Παναγής ο ταβερνιάρης, φυσικά άλλαξε: Στην ταινία ήταν ο αδερφός της Μάρθας Καραγιάννη, σήμερα είναι ο πατέρας της Μαρίας Κορινθίου - ωραία αλλαγή ειλικρινά! Θα σχολιάσω ωστόσο και πως πρέπει εκεί στο θέατρο να προσέξουν λίγο την εναλλαγή του ντεκόρ. Σε μια φάση λαχταρήσαμε! Ο Βογιατζής άργησε κάπως να τελειώσει την ατάκα του - δεν τον άφηνε και το χειροκρότημα του κοινού - με αποτέλεσμα να προλάβει στο τσακ να φύγει από τη σκηνή και να συγκρουστεί το σώμα του με τον κυλιόμενο τοίχο, ευτυχώς ελαφρά! Καλύτερα θά'ναι να περιμένουν να ακούγονται οι ατάκες όλων των ηθοποιών και μετά να μετακινείται το σκηνικό, διότι υπάρχει κίνδυνος, απ' ότι είδαμε, για τραυματισμούς...
Θα είμαι πολύ αυστηρός με τον Πλούταρχο τώρα! Λυπάμαι, αλλά το 90% του κοινού δεν πηγαίνει για να δει το remake μιας λατρεμένης του παλιάς ταινίας, αλλά για να ξεσαλώσει στον δημοφιλή λαϊκό αοιδό. Βλέποντας τον για πρώτη φορά σε απόσταση αναπνοής, απόρησα γιατί θεωρείται τραγουδιστής και γιατί ούρλιαζε ο κόσμος σαν σε παραλήρημα με την εμφάνιση του. Εντάξει, ρε μάγκες (μια και ήμασταν στο Γοργόνες και Μάγκες), κι εμείς αγαπήσαμε, αλλά δεν κάναμε έτσι...Όταν, επίσης, έχεις πάρει κιλά, φροντίζεις να μη φοράς θεόστενα κοστούμια που τονίζουν αυτήν ακριβώς την εμφανισιακή σου ιδιαιτερότητα - αυτό χωρίς καμία διάθεση χοντροφοβίας και γνωρίζοντας πόσο πολύ όλοι οι καλλιτέχνες του στυλ Πλούταρχου ποντάρουν στην εμφάνιση τους. Τέλος πάντων, το λιγότερο είναι αυτό! Θεωρώ ιεροσυλία να ακούω τα τραγούδια του Πλέσσα που σφράγισε ο μεγάλος Γιάννης Πουλόπουλος να ξεκοιλιάζονται κυριολεκτικά από τον Πλούταρχο - η αισθητική αυτών των δύο απέχει έτη φωτός, δε χωράει αμφιβολία. Κι αν πάλι, λόγω remake, έπρεπε να βγει ένας νεότερος ερμηνευτής, ας έπαιρναν ξερωγώ τον Κώστα Μακεδόνα! Αμ δεν πάει έτσι, γνωστό τοις πάσι! Δείξε μου το κοινό σου να σου πω ποιος είσαι και οι κυριούλες που κάθονταν στις πίσω θέσεις, μόνο ξύλο που δεν μας έριξαν, επειδή δεν χειροκροτήσαμε κατά την ηρωική άφιξη του ινδάλματός τους. Φταίει και ο Πλέσσας, όμως! Αυτή η λογική του ''δίνουμε παντού τα τραγούδια'', λυπάμαι και πάλι, αλλά δεν εξυπηρετούν την τέχνη του όποιου τραγουδιού, ούτε καν το λαϊκό αίσθημα. Εξυπηρετούν την ανάγκη να τα κονομήσουμε και μόνο αυτή...Τό'χει ανάγκη άραγε ο μέγας Πλέσσας αυτό; Επιπλέον, το διαπίστωσα ιδίοις όμμασι, ο Πλούταρχος ΔΕΝ είναι καλός τραγουδιστής, όσο και αν μας τον πέρασαν τα τελευταία χρόνια για το αντίθετο. Είναι το συμπαθές ομορφόπαιδο με τη μέτρια - μετριότατη φωνή που απλώς τα λέει, όχι καλύτερα από έναν ερασιτέχνη πάντως. Χαρακτηρίζω εντελώς απαράδεκτο το ότι η παραγωγή έστησε μια ολόκληρη παράσταση πάνω του! Ήταν σαν να πήγαμε σε συναυλία του Πλούταρχου και στα διαλείμματα της να είδαμε και λίγο Γοργόνες και μάγκες. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, του δόθηκαν και τραγούδια του Πλέσσα που δεν είχαν καμία σχέση με το φιλμ, όπως του Δάκη, της Ρένας Βλαχοπούλου και άλλων τραγουδιστών - ηθοποιών από τις ταινίες του Δαλιανίδη. Η κατάσταση εκτροχιάζεται στο τέλος, που η δράση του έργου τελειώνει και οι θεατές - φαν του αοιδού είναι έτοιμοι να πηδήξουν στη σκηνή και να χορέψουν μαζί του. Το θέατρο μετατρέπεται σε μπουζουκλερί, τόσο, ώστε αν ήταν σωστοί οι συντελεστές της παράστασης θα έπρεπε να αναγράφουν στις ρεκλάμες ''Μετά το τέλος του έργου ακολουθεί συναυλία του Πλούταρχου''. Να το ξέραμε, δηλαδή, να το γλιτώναμε όλο αυτό το μικροαστικό λαμέ γλέντι...Να μην πω και για το φινάλε που ο Πλούταρχος έβγαλε στη σκηνή τον Γιάννη Βογιατζή, παίρνοντας λίγη δόξα και από το δικό του χειροκρότημα; Ντροπή, ρε παιδιά, αν μη τι άλλο για τους υπόλοιπους επαγγελματίες και καλούς ηθοποιούς...
Είμαι τρομερά εξοργισμένος και δεν μπορώ να γράψω κάτι άλλο ειλικρινά! Θα ήταν άδικο ωστόσο να μην εξάρω την παρουσία της Άρτεμης Ματαφιά, μιας εξαιρετικής τραγουδίστριας, που ερμήνευσε το δύσκολο - λόγω α' εκτέλεσης - ''Άνοιξε πέτρα'' της Μαρινέλλας. Δεν τα έδιναν όλα τα τραγούδια σ' αυτήν και τον Πετράκη; Τι καλά που θα ήταν! Είπαμε, όμως, το Μπροντγουέι δεν γεμίζει από θιασώτες του Δαλιανίδη, αλλά από φαν του Πλούταρχου, οπότε οι παραγωγοί τρίβουν τα χέρια τους από ικανοποίηση. Εγώ πάλι παραγωγός δεν είμαι και τη γνώμη μου θα τη γράφω πάντα ελεύθερα! Εν κατακλείδι, η επιτυχία τέτοιων έργων, τύπου ''Μαντάμ Σουσού'' α λα Δήμητρα Παπαδοπούλου και ''Γοργόνες και μάγκες'' α λα Γιάννης Πλούταρχος, φανερώνει την έλλειψη ενός σύγχρονου θεατρικού ρεπερτορίου στη χώρα μας που θα ξεκουράζει και θα διασκεδάζει τον θεατή, διότι - κακά τα ψέματα - απ' αυτό έχει ανάγκη ο πολύς κόσμος και οφείλουμε να το σεβαστούμε. Πλέον θα είμαι πολύ καχύποπτος σε κάθε θεατρικό revival ενός παλιού έργου. Η παράσταση ''Γοργόνες και μάγκες'' είναι ένα και το αυτό με εκείνα τα άθλια κινηματογραφικά remakes του Ηλία του 16ου και των Γαμπρών της Ευτυχίας που επιχειρήθηκαν τα τελευταία χρόνια και έφαγαν κράξιμο. Κρίμα...Εν προκειμένω, θα τρίζουν τα κόκαλα του συχωρεμένου του Δαλιανίδη...
 * Στη selfie photo, με τη Μαρία Κορινθίου που είναι μια καλή κωμική ηθοποιός και μια κούκλα και να σκάσουν όλοι οι κομπλεξικοί και οι κουτσομπόληδες!

Τρίτη 24 Αυγούστου 2010

μίμης-πλέσσας-βεάκειο-το-ζήσαμε-κι-αυτό

Ντύσου, σενιαρίσου και πάμε να εγκαινιάσεις την περμανάντ στο μαλλί απόψε στον Μίμη Πλέσσα, είχα πει από το μεσημέρι στη μάνα μου, μια κι είχα υποσχεθεί στην φίλτατη Σόνια Θεοδωρίδου ότι θα παραστώ στη συναυλία του Βεάκειου, όπου θα συμμετείχε. Διότι, να με συγχωρούν ο rena fan και οι Μάκηδες Δελλαπόρτες του κόσμου όλου, η αισθητική μου απέχει έτη φωτός απ' αυτήν του πιο εμπορικού Έλληνα συνθέτη όλων των εποχών!
Και είναι αλήθεια πώς ο πιο εμπορικός δίσκος στην ιστορία της εγχώριας δισκογραφίας είναι Ο Δρόμος του Μίμη Πλέσσα και του Λευτέρη Παπαδόπουλου που βγήκε το 1970, μεσούσης της χούντας, ενώ το περιεχόμενο του το ξέρει πια απ' έξω κι ανακατωτά κι η κουτσή Μαρία! Εμένα, αφήστε με να λέω...και να βγάζω φλίκταινες με το Άγαλμα ή το άλλο το Θα πιω απόψε το φεγγάρι με τον υπερρεαλιστικό στίχο όπου ο τύπος θέλει να καρφώσει το...φεγγάρι στα μαλλιά της αγαπημένης του. Τι Εμπειρίκος και αηδίες, αυτός είναι σουρεαλισμός διά χειρός Λευτέρη Παπαδόπουλου!
Περιέργως, όμως, η συναυλία κράτησε το ενδιαφέρον μου. Όχι φυσικά με το δεύτερο λαϊκό μέρος, στο οποίο πρωταγωνίστησε ο Κώστας Μακεδόνας (ας του πει επιτέλους κάποιος να μην τραγουδάει σαν τελάλης), αλλά με το πρώτο που επρόκειτο για καθαρόαιμο και μάλιστα απρόβλεπτο jazz πρόγραμμα! Για την ακρίβεια, αναρωτιόμουν για ποιο λόγο ο αναμφισβήτητα ταλαντούχος και ευφυής Πλέσσας χαράμισε το μουσικό αυτί και τις ικανότητες του σε λαϊκά καψουροτράγουδα που συνοδεύουν μέχρι σήμερα τα μικροαστικά μιούζικαλ του Δαλιανίδη. Το ακριβώς αντίθετο δηλαδή από τη λαϊκή επιδοκιμασία που μια ζωή πολέμησε ο άσπονδος φίλος και εχθρός του, ο Μάνος Χατζιδάκις. Τέλος πάντων, την απάντηση τη βρήκα όταν είδα το κατάμεστο Βεάκειο να τραγουδάει με μια φωνή Η ζωή εδώ τελειώνει, Μέθυσ' απόψε το κορίτσι μου κλπ., σα να είχαμε απελευθέρωση μετά τη δικτατορία και άκουγες το Πάλης ξεκίνημα και το Παιδιά σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους εν μέσω ομαδικής παράκρουσης.
Η Μπέσσυ Μάλφα, πάντως, που άνοιξε τη συναυλία στις 21.30 ακριβώς, μπορεί να προξένησε το πρώτο θερμό χειροκρότημα, σε καμία περίπτωση όμως τις παρακρούσεις γλεντζέδικης υφής εκ μέρους του κοινού. Άλλωστε πρόκειται για μια jazz ερμηνεύτρια με ισχυρή θεατρική παρουσία επί σκηνής.
Αειθαλής αποδείχτηκε ο Δάκης στο Τόσα καλοκαίρια, που αν θυμάμαι καλά το τραγούδησε και στα αραβικά. Σκεφτείτε ότι αυτός ο καλλιτέχνης είχε ανοίξει τη συναυλία των Rolling Stones επί ελληνικού εδάφους το 1967, ενώ καμιά τριανταριά χρόνια μετά ηχογράφησε τη Θωρακισμένη Μερσεντές, για την οποία ο Αργύρης Ζήλος στην κριτική του υπήρξε λακωνικός και ακριβοδίκαιος: Θα τη χρειαστείς, μεγάλε! Η μάνα μου πάλι δίπλα μου συγκινήθηκε με την περίπτωση του Δάκη και θυμήθηκε τα νειάτα της, λες κι έβλεπε τον Ροδόλφο Βαλεντίνο. Οπότε κι εγώ, τουμπεκί ψιλοκομμένο...
Μου άρεσε πολύ η Τουρκάλα της παρέας, η Fide Koksal, που κατόπιν άδειας από τον Μίμη Πλέσσα τραγούδησε στη γλώσσα της δύο από τα πιο γνωστά τραγούδια του- εδώ που τα λέμε, δηλαδή, υπάρχει κι άγνωστο τραγούδι του εν λόγω συνθέτη; Υπέροχη φωνή και όμορφη λεπτή παρουσία.
Τον Παναγιώτη Πετράκη δεν τον ήξερα, αλλά μάλλον πρέπει νά 'χει ήδη γίνει αρκετά δημοφιλής αφού προξένησε το πρώτο κρούσμα παράκρουσης στο κοινό. Τραγούδησε μάλιστα στα γερμανικά ένα τραγούδι του Πλέσσα πού 'χε πρωτοπαρουσιαστεί στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης του ΄60. Εύστοχο το σχόλιο του συνθέτη: Τότε που τα φεστιβάλ ήταν φεστιβάλ και τα τραγούδια ήταν τραγούδια! Να σημειωθεί εδώ ότι ο συνθέτης βρισκόταν σε εξαιρετικά χιουμοριστική διάθεση καθ' όλη τη διάρκεια της συναυλίας, ενώ αμέσως μετά το τέλος κάθε τραγουδιού σηκωνόταν από το πιάνο, πήγαινε στο μικρόφωνο, προλόγιζε και υποδεχόταν τον επόμενο ερμηνευτή του. Αξιοθαύμαστη η ευγένεια του απέναντι σε όλους τους τραγουδιστές και τους μουσικούς της μπάντας του!
Ντουέτο με τον Πετράκη τραγούδησε ο Σπύρος Κλείσσας, άλλος ένας νέος ερμηνευτής και στάνταρ- απ' ότι κατάλαβα- συνεργάτης του Πλέσσα. Φωνές με προσωπικότητα, αλλά και χωρίς καμία διάθεση τσαλακώματος- που λένε- όπως ακριβώς και τα κοστούμια που φορούσαν.
Ζωή Κουρούκλη 2010 μ.Χ.! Ουδέν άλλο σχόλιο, πέραν ενός μπράβο στον Μίμη Πλέσσα που δεν ξεχνάει τους παλιούς συνεργάτες του και τους δίνει καλλιτεχνικό βήμα, την ίδια τη ζωή με άλλα λόγια, με την πρώτη ευκαιρία. Ειλικρινά, πάντως, η κυρία Κουρούκλη δεν με ενόχλησε κι αντιθέτως απόρησα πως τη γλίτωσε η φωνή της από το ανελέητο βιμπράτο που συνήθως δίνει ο χρόνος.
Ακολούθησε η υψίφωνος Klaudia Delmer, η πρώτη απόλυτη ethno-jazz νότα της βραδιάς.
Γνωστή εδώ και χρόνια στη χώρα μας, η πολυεθνική Delmer πρόσφατα σχετικά ηχογράφησε
το πρώτο προσωπικό της άλμπουμ με συνθέσεις του Μίμη Πλέσσα σε στίχους Ισπανών και Ελλήνων ποιητών. Θεωρώ τη συμμετοχή της από τις πιο δυνατές μέσα σε όλο το ερμηνευτικό team της συναυλίας.
Τη Νίνα Λοτσάρη τη γνώριζα και την είχα ξαναδεί live, επομένως δεν αποκόμισα και τίποτα καινούργιο. Θεατρικότητα, μπρίο, τσαχπινιά και η μεγάλης έκτασης φωνή της στην υπηρεσία λαϊκότροπων και φερμένων προς τη jazz τραγουδιών του Πλέσσα. Της πάει ο Πλέσσας ως συνθέτης, αυτό είναι σίγουρο!
Μαγική υπήρξε η Maria Markesini, άλλη μια σημαντική παρουσία της χώρας μας στο εξωτερικό στο πεδίο της jazz. Έπαιξε πιάνο και τραγούδησε με τη συμβολή του σαξοφωνίστα Αντώνη Λαδόπουλου τόσο όμορφα, αλλά και τόσο πειραματικά- αυτοσχεδιαστικά, που μάλλον φρίκαρε τις κυρίες με τα εμπριμέ ξώπλατα και τους κυρίους με τα πουκαμισάκια και τις ριχτές ζακέτες στους ώμους, που είχαν έρθει καλεσμένοι του Παγκόσμιου Συνεδρίου Λογοθεραπείας και Φωνιατρικής, υπό την αιγίδα του οποίου τελούσε η συναυλία. Κόβω το κεφάλι μου ότι ο Ρίζος του Αδέσμευτου που καθόταν δυο θέσεις μπροστά μου δεν θά 'βλεπε την ώρα να αποχωρίσουν οι τζαζίστες και νά 'ρθουν επιτέλους οι μπουζουξήδες!
Τα συγχαρητήρια μου στη Markesini και συστήνω ανεπιφύλακτα τα δύο cd της που έχουν κυκλοφορήσει στη χώρα μας. Στο ένα ερμηνεύει Μίμη Πλέσσα τελείως αφαιρετικά- σαν και χτες βράδυ- ενώ στο άλλο κομμάτια των Bob Dylan, Ennio Morricone, Μάρκου Βαμβακάρη και άλλων ετερόκλητων δημιουργών.
Ήρθε η σειρά της Σόνιας Θεοδωρίδου και όπως το περίμενα ήταν όλα τα λεφτά! Μιλάμε, δεν παίζεται η γυναίκα αυτή!
Άνοιξε τα χέρια διάπλατα, τραγούδησε Άνοιξε πέτρα και η φωνή της σκέπασε κυριολεκτικά την ορχήστρα. Δεν με ένοιαζε αν άκουγα Pucchini ή Πλέσσα εκείνη την ώρα, είχα μείνει εμβρόντητος μονάχα απ' την καλλιτεχνική φιλελεύθερη στάση της και τη δύναμη της να παίρνει ένα, ομολογουμένως αφόρητο, άσμα της Μαρινέλλας και να το μετατρέπει σε συγκλονιστικό αριστούργημα! Η ερμηνεία της σοπράνο Σόνιας Θεοδωρίδου στο Άνοιξε πέτρα μού θύμισε ένα παρεμφερές επιτυχημένο πείραμα για τον κινηματογράφο, τότε που ο Ρωσσόπουλος πήρε το Σ' έχω κάνει θεό της Στανίση και το έδωσε στην Ειρήνη Καράγιαννη.
Να και ο Κώστας Μακεδόνας, συμπαθέστατο παιδί και καλός λαϊκός τραγουδιστής, αλλά πολύ φωνάζει, βρε παιδί μου...Είχε προηγηθεί η εξαιρετική Αναστασία Μουτσάτσου στου Ρολογιού τους δείκτες, αλλά δεν μπόρεσα να τη φωτογραφήσω, καθώς απειλήθηκε απ' τις ταξιθέτριες η ζωή της μηχανούλας μου. Ο Μακεδόνας, λοιπόν, όπως αναμενόταν, ξεσήκωσε τα πλήθη με όλα τα γνωστά από τον προκάτοχο του, Γιάννη Πουλόπουλο, λαϊκά τραγούδια του Πλέσσα.
Του την έφερε όμως ο ίδιος ο συνθέτης, αφού την ώρα που τραγουδούσε το Άγαλμα εμφανίστηκε η Maria Markesini και πήρε πάνω της το δεύτερο μέρος του τραγουδιού, ερμηνεύοντας το ανορθόδοξα και γι' αυτό καταπληκτικά κατ' εμέ.
Τι να πει κανείς και για το Τι σού 'κανα και πίνεις από τη Ζωή Κουρούκλη, τον Κώστα Μακεδόνα και την Αναστασία Μουτσάτσου, το λαϊκό σουξέ του ΄60 που σάρωσε κόσμο και πάλι μέσω της ιδιωτικής τηλεόρασης! Τελικά ο Λευτέρης Παπαδόπουλος θα πρέπει να επανεκτιμηθεί ως σουρεαλιστής στιχουργός. Άδικο έχω; Άκου Νά 'ξερες πως πονάνε τα μέσα μου για σένα...Τι εικόνα ειν' αυτή; Εντόσθια ζωντανά και αυτόνομα που πονάνε και σπαρταράνε!

Τέλος της συναυλίας με σύσσωμο τον θίασο του Μίμη Πλέσσα επί σκηνής. Για νά 'μαι ειλικρινής, είχα βαρεθεί να παρακολουθώ συναυλίες όπου έκλειναν με όλους τους τραγουδιστές μαζί να λένε Της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ. Έστω κάτι άλλαξε χτες βράδυ, ρε αδερφέ, οι άνθρωποι μας χαιρέτισαν μ' ένα κομμάτι από τον Δρόμο...
Πανευτυχής ο συνθέτης υποκλίθηκε στο κοινό που όρθιο αποθέωσε τους καλλιτέχνες!
Εμπειρία πραγματική ήταν η συναυλία αυτή κι αν πρέπει να σας αφήσω τώρα κρατώντας μερικά ονόματα θα διάλεγα αυτά της Maria Markesini, της Klaudia Delmer, της Fide Koksal και φυσικά της Σόνιας Θεοδωρίδου. Όσο για τον Μίμη Πλέσσα, η παιγνιώδης jazzy διάθεση του και οι απελευθερωμένες πιανιστικές ερμηνείες του σε πολύ γνωστά και άρα πολυακουσμένα με διαφορετικό τρόπο τραγούδια του, προσωπικά ομόρφυναν την παρουσία μου στο Βεάκειο και, αν μη τι άλλο, με έκαναν να πω μέσα μου: Είχαμε- δεν είχαμε, το ζήσαμε κι αυτό!