Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΚΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΑΚΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Λάκης (με τα Ψηλά Ρεβέρ) Παπαδόπουλος: «Ποτέ δεν ήθελα να είμαι πρώτος, μα ούτε και τελευταίος»


Ο Λάκης (με τα Ψηλά Ρεβέρ) Παπα­δόπου­λος ίσως είναι ο πιο ακο­μπλε­ξάρι­στος Ελλη­νας τρα­γου­δο­ποιός, αφού αφε­νός έχουν πει τρα­γούδια του ο Μητσιάς, η Αρλέτα και ο Πάριος, αφε­τέρου ο Παντα­ζής, η Αντζελα και ο Ρου­βάς. Υπάρ­χει στη μου­σική από το 1965, δηλαδή πάνω από εξήντα χρόνια, έχο­ντας το προ­νόμιο να ταυ­τι­στεί με το ροκ εν ρολ κυρίως μέσα από τις προ­σω­πι­κές του δου­λειές. Ανθρω­πος με χιούμορ, «χύμα» φαι­νο­με­νικά, μα κατά βάθος πολύ επαγ­γελ­μα­τίας. Στην ακόλουθη σπάνια συνέντευξή του τοπο­θε­τείται για όλους και για όλα, ενώ εξα­κο­λου­θεί να παρα­μένει παρα­γω­γι­κός και δρα­στήριος. Απόδειξη είναι ότι, εκτός των τρα­γου­διών που γράφει ο ίδιος, πρόσφατα συμ­με­τείχε ως ερμη­νευ­τής στους τελευ­ταίους προ­σω­πι­κούς δίσκους του Γιώρ­γου Καζαν­τζή και του Γιώρ­γου Δημη­τριάδη.

Δεν ζείτε πια στην Αθήνα, αλλά στη Θεσσαλονίκη. Πως προέκυψε αυτή η μετακόμιση σε τόσο ώριμη ηλικία;

Η Αθήνα για μένα είναι ένα γέρικο σκαρί που το έχω ζήσει απ’ όλες τις πλευρές. Ας πάμε σε κάτι ημιδιαλυμένο, είπα, που πάει να γίνει κι αυτό σκαρί, αλλά το προσπαθεί ακόμη. Όλες οι ελπίδες έχουν φορτωθεί στην πρωτεύουσα με τη Θεσσαλονίκη να θεωρείται επίνειο της Αθήνας κι είναι ντροπή.

Και δεν νιώθετε κάπως ξεκομμένος εκεί απ’ τη μουσική τρέχουσα επικαιρότητα;

Η μουσική είναι μέσα στη ζωή μου και σαν ακροατής και όποτε θέλω να γράψω. Αποφάσισα να ζήσω λίγο και για τον Λάκη σαν ζωτική ανάγκη. Συμμετείχα στο δίσκο του Γιώργου Καζαντζή απάνω. Γνωριστήκαμε και είπα γιατί όχι;

Έχει γραφτεί πως ο Λάκης Παπαδόπουλος είναι σημαντικός, αλλά σαν να μην έχει επίγνωση της σημαντικότητας του. Τι λέτε εσείς γι’ αυτό;

Επίγνωση έχω περισσότερο απ’ όσο έχουν όλοι αυτοί που το λένε αυτό. Συνειδητά είμαι έτσι και ξέρω καλά ποιος είμαι. Και τι επίγνωση να έχω; Δύο μέτρα γη είμαστε. Αυτό τον σκατόκοσμο τον γνώρισα και τον ζω ακόμα, πες μου τι ακούς να σου πω ποιος είσαι. Κρατάω μια θέση ερασιτέχνη επαγγελματία, γιατί ποτέ δεν θέλω να είμαι πρώτος, μα ούτε και τελευταίος. Θέλω να υφίσταμαι, όπως το πέτυχα εδώ και πενήντα χρόνια.

Ανέκαθεν το θέλατε αυτό;

Αυτό ήθελα. Έχω πάντα την ψυχοσύνθεση ενός παιδιού 15 χρονών και οφείλω να σου πω ότι πέρασα ωραία στη ζωή μου μέχρι στα 20 μου να φύγω από το απαίσιο Ελληνορώσων με τις κλίκες του. Υπήρχαν παλιόπαιδα που αν είχες ένα ελάττωμα σε έκαναν να νιώθεις άσχημα…Τέλος πάντων, τη χειρότερη περίοδο της ζωής μου περνάω τους τελευταίους έξι μήνες. Έκανα μια φτηνή κρουαζιέρα με τη γυναίκα μου και κόλλησα γρίπη Α. Δεν το πρόσεξα. Έμεινα πέντε μέρες στο Ορλάντο και μου το γύρισε σε πνευμονία. Γυρίζοντας στην Αθήνα πήγα με τις σαγιονάρες σ’ ένα κοντινό νοσοκομείο. Ήταν εννιά η ώρα και κατά τις πέντε με άφησαν να φύγω, λέγοντας μου πως πρέπει να νοσηλευθώ. Έβηχα σαν λύκος, δεν υπήρχε αυτό. Επιπλέον είχα πρόβλημα με τη βαλβίδα στην καρδιά και ήθελα να το φτιάξω. Όλο το άφηνα και το άφηνα, αλλά την έφτιαξα τη βαλβίδα και τελείωσε κι αυτό. Όλα αυτά με καταπόνησαν, αφού μπαινόβγαινα στα νοσοκομεία για ένα δίμηνο. Έτσι μετά το Ελληνορώσων αυτή ήταν η χειρότερη περίοδος της ζωής μου. Να σου πω και κάτι; Δεν με νοιάζει και να σβήσει ο διακόπτης! Έχω περάσει ωραία και δεν έχω βλάψει κανέναν.

Γιατί τόση απογοήτευση;

Δεν υπάρχει απογοήτευση, όχι. Εννοώ πως και να συμβεί κάτι, είναι όλοι καλυμμένοι από μένα. Και ένα ευρώ να αφήσεις στους άλλους πρέπει να ξέρουν να το διαχειριστούν. Το εύχομαι. Ήμουν και εντελώς αμελής με την υγεία μου. Το ελάττωμα – προτέρημα μου είναι ότι ποτέ δεν κάπνιζα, ούτε έπινα. Στα 14 ήμασταν τρεις φίλοι – αυτοί ήταν στα 16. Λέει ο ένας «Πάρε ένα τσιγαράκι», άρχισε ο βήχας. Είχαμε γίνει άντρες, κατάλαβες; «Δεν καπνίζω, είμαι αδερφή» τους κάνω και αυτοί μέσα στη σοβαροφάνεια τους δεν με ρώτησαν τίποτα. Έμειναν εκεί. Με τους ίδιους μετά πηγαίναμε στα μπουρδέλα, όπου με αναγνώριζαν, «Ωωω, γεια σας, κύριε Λάκη» κλπ. (γέλια)

Ήσασταν από καλλιτεχνική οικογένεια;

Ο πατέρας μου ήταν δικηγόρος, δημοσιογράφος και ψάλτης επί πολλά χρόνια σε δύο εκκλησίες στον Λυκαβηττό. Πέθανε στα 89 του και η μάνα μου στα 94 της πριν από δέκα χρόνια.

Καλό κύτταρο, λοιπόν.

Χτύπα ξύλο! Βλέπω κορμιά να πέφτουν που είναι δέκα χρόνια μικρότεροι μου.  Δεν θέλω να ξανασχοληθώ…Γράφω κάτι στο facebook μου και μαθαίνω, ας πούμε, ότι έφυγε ο ένας απ’ τους δύο Seals & Crofts (σ.σ. αναφέρεται στον Ντας Κρόφτς που απεβίωσε στις 25 Μαρτίου 2026). Την περασμένη εβδομάδα πέθανε και ο Τζίνο Πάολι, αυτός ο ασχημούλης που τα είχε με τη Στεφανία Σαντρέλι. Βλέπω ομότεχνους να φεύγουν…

Γράφετε τώρα τραγούδια;

Κάτι γράφω. Η FM Records μέσα σ’ ένα χρόνο κυκλοφόρησε σχεδόν εκατό κομμάτια μου, διασκευές, οργανικά και τραγούδια. Με πας τώρα πίσω, στα 14 μου, όταν εγώ έκανα μπάνιο και κάποιος φίλος των γονιών μου είχε αφήσει πάνω στη βάρκα ένα ξύλινο πράγμα, μία κιθάρα. Το έπιασα και έπαιξα τραγούδι κατευθείαν. Ήταν το κομμάτι «My dog Mozart» που αργότερα το κάναμε δίσκο με τον Γιώργο Καρατζαφέρη.

Εποχής Dragons λέτε.

Ακριβώς, το έγραψα στα 14 και το δισκογράφησα στα 16 μου. Υπόγραψε πάνω ο Καρατζαφέρης γιατί έπρεπε να του κάνουμε μια χάρη κι αυτουνού.

Ήταν καλός ως μάνατζερ ο Καρατζαφέρης;

Ένα γελαστό παιδί ήταν που με θαύμαζε. Αργότερα, που είχαν βγει οι Aphrodite’ s Child, μου έλεγε «Αποστόλη, να πάμε κι εμείς στο Παρίσι», κάτι που εγώ δεν ήθελα ως φλωράκι απ’ τη μάνα μου και τον πατέρα μου. Τους Dragons, πάντως, τους είχε στηρίξει πολύ.

Κάνετε παρέα με τον Καρατζαφέρη, μιλάτε σήμερα;

Όχι, που και που μιλάμε. Του έστειλα κι ένα μήνυμα στο θάνατο του Σπύρου, του αδερφού του. Είναι κι ένα χρόνο μεγαλύτερος μου ο Γιώργος, του 1947. Κάποτε τον πέτυχα στο αεροπλάνο. Πηγαίναμε εκδρομή με το ΚΚΕ στην έδρα του Ευρωκοινοβουλίου στο Στρασβούργο. «Γιώργο, Λάκη», αγκαλιές μες στο αεροπλάνο, τα χάσανε οι άνθρωποι του ΚΚΕ που με έβλεπαν με τον Καρατζαφέρη. Δεν έχω τέτοια θέματα, είμαι Έλληνας πολίτης. Παραδέχομαι για τον εαυτό μου πως έχω το θάρρος της γνώμης μου και δεν ντρέπομαι.

Πολιτικοποιημένος, όμως, δεν υπήρξατε ποτέ.

Ποτέ. Δεν έχω κατέβει ποτέ σε απεργία. Μου έλεγε ένας Κύπριος ταξιτζής, που είχε την περιουσία του, πως δεν έχουν κάνει ούτε μία απεργία στην Κύπρο. Η απεργία είναι ένας τρόπος να χάνονται λεφτά του Έλληνα.

Και πως θα διαμαρτυρηθεί όμως ο Έλληνας;

Ωραία, ανέβα στο πεζοδρόμιο, μην κλείνεις τους δρόμους γι’ αυτούς που θέλουν να δουλέψουν! Λέω εγώ τώρα… Υπάρχει ένας χώρος για τέτοιες εκδηλώσεις. Επί χούντας, θυμάμαι, λόγω κομμουνιστών συγγενών και επειδή είχαμε πάει για καμάκι με κάτι φίλους, μας είδαν οι παρακρατικοί και με φωτογράφησαν, με έστειλαν δεκανέα στα σύνορα. Στο Ρούπελ, όπου έχασα την ακοή μου 50% από τα πυροβόλα, κάτι που διατηρείται δυστυχώς μέχρι σήμερα. Έχω ακόμη ένα τρομερό σύριγμα στα αυτιά μου, που το ακούω από τη χούντα μέχρι σήμερα. Ποτέ δεν πήγα να ζητήσω σύνταξη και τώρα πρώτη φορά σε σένα το λέω. Σήμερα εκτιμώ τους ανθρώπους που αποφεύγουν τον πόλεμο, τους πασιφιστές.

Ήσασταν στη συναυλία των Rolling Stones το 1967;

Και στις δύο ήμουν, και το ’67 και όταν ξανάρθαν στα nineties. Το ’67, πάντως, τραγούδησε σαπόρτ ο Δάκης, που δεν τους ήξερε καθόλου μάλλον τους Stones.

Σε μένα είχε πει ο Δάκης πως έβλεπε σαν «βρωμοχίπηδες» τους Stones.

Είδες; Αυτό ακριβώς. Θυμάμαι κάποιον να μπαίνει με μια τεράστια ανθοδέσμη με κόκκινα γαρίφαλα. Χύμηξαν μερικοί, τον έριξαν κάτω και του την πήραν, ενόσω ο Μικ Τζάγκερ από πάνω είχε αρχίσει ένα τραγούδι. Του το έκοψαν κι αυτός φώναζε «Εεε, εεε»! Τέσσερα τραγούδια είπαν μόνο και μόλις τελείωσαν το set τους έφυγαν. Μετά μάθαμε ότι τα κάνανε όλα λίμπα στο Χίλτον, οι άνθρωποι έβρισκαν καφέδες χυμένους στους τοίχους. Ένας πλούσιος φιλότεχνος από το Κολωνάκι πλήρωσε τα σπασμένα. Δεν ήταν καμιά ιδιαίτερη εμπειρία η συναυλία αυτή. Για μένα ο Μπράιαν Τζόουνς ήταν ο θεϊκός καλλιτέχνης από τους Stones! Μήπως τον έπνιξαν κιόλας; Για θυμήσου τι φλάουτο έπαιζε στο «Ruby Tuesday»! Αυτό άκουσα να παίζουν λάιβ το ΄67 και τον θαύμασα κανονικότατα! Τον εξαφάνισαν, εξαφανίστηκε, δεν ξέρω…Πριν είκοσι χρόνια οι Rolling Stones ανακοίνωσαν ότι βγάζουν καινούργιο υλικό. Ξεκίνησαν περιοδεία στην Αμερική, αλλά στην τρίτη συναυλία αποσύρθηκαν, δεν πήγαινε κόσμος. Μα ο κόσμος ήθελε ν’ ακούσει το «Satisfaction», το «Jumpin’ Jack Flash» κλπ.

Πόσο κράτησαν οι Dragons συνολικά;

Περίπου δύο χρόνια. Είχαν γίνει ανακατατάξεις. Είχε έρθει άλλος ντράμερ κι είχα μείνει εγώ με τον μπασίστα. Τότε άκουγα Who και Kinks και έγραφα τέτοια κομμάτια. Το «The forest of my place» γεννήθηκε όταν άκουσα το «My generation» των Who. Το λογόκρινε η χούντα και του βάλαμε άλλο στίχο. Το τραγουδούσα εγώ μαζί με το «The first gun», το πρώτο μας κομμάτι  σε μουσική του Στράτου Αγγελάκη, ενός ανθρώπου που μετά μπήκε αεροσυνοδός στην Ολυμπιακή και σήμερα είναι καλά. Φιλαράκι από τότε.

Πως βλέπατε εκείνη την περίοδο με τα ελληνικά ποπ – ροκ γκρουπ;

Δεν μου άρεσαν οι ελληνικοί στίχοι τους. Μου άρεσαν οι Juniors, που είχαν άδικο τέλος. Ποτέ δεν ένιωσα συγγενής με κανέναν. Μόνο όταν γύρισα από τα κρουαζιερόπλοια το 1973 και σκεφτόμουν τι θα κάνω, ο αδερφός μου με έφερε σε επαφή με την ποίηση και τους ποιητές, Έλληνες και ξένους.

Το συγκρότημα Dragons με τον έφηβο Λάκη Παπαδόπουλο στις τάξεις τους 
Υπήρξε όμως και η περίοδος σας στους Αγάπανθος.

Οι Αγάπανθος ήταν κάτι άλλο κυρίως μέσω της σχέσης που είχα με τον Θοδωρή Τρύφωνα. Ήταν ένα χίπικο φολκ γκρουπ. Εγώ τον θαύμαζα τον Τρύφωνα, αυτός δεν με θαύμαζε όμως. Είχε και μια φίλη, τη Χαρά Αργυροπούλου, που τραγούδησε στον πρώτο μου δίσκο. Και ο Θοδωρής έπαιξε μπάσο σε κάποια τραγούδια από εκείνον το δίσκο.

Η Αργυροπούλου, πάντως, τραγουδούσε α λα Τζάνις Τζόπλιν.

Ναι, όλο κάτι τέτοια τραγουδούσε. Παίζαμε στην Αιδηψό και μέναμε σ’ ένα υπόγειο. Εκείνη έλεγε συνέχεια ένα τραγούδι της Τζόπλιν, το πήγαινε προς τα κει. Με τον Τρύφωνα κάναμε και μερικά τραγουδάκια μαζί με ξένο στίχο, πάρα πολύ ωραία! Τα δύο αργότερα τα έδωσα στην Αρλέτα με ελληνικό στίχο. Το ένα ήταν το «Τσάι γιασεμιού».

Το 1982 βγαίνει στη Warner ο πρώτος σας σόλο δίσκος.

Εκεί ήταν κι ένα εξαιρετικό παιδί που πέθανε νέος, ο Βάσος Τσιμιδόπουλος, ένας καλλονός. Όταν έδωσα στον Βασίλη Παπακωνσταντίνου τον «Κουρσάρο», το υπερασπίστηκα γιατί δεν το ήθελαν στο δίσκο του. Εκεί, όμως, που δεν το θέλανε, το βάλανε πρώτο στην πρώτη πλευρά. Πρώτα βγήκε ο «Κουρσάρος» και μετά ο πρώτος μου δίσκος. Μετά την επιτυχία, μου είπαν στη Warner «Έχουμε ένα μπάτζετ, φέρε μας ότι θέλεις». Στα μισά τραγούδια, το μπάτζετ τελείωσε, οπότε εκεί βοήθησε πολύ ο Τσιμιδόπουλος, που μετά βρέθηκε εκτός Warner.

Πριν, όμως, δεν είχατε δώσει τραγούδι σας στη Γλυκερία; Καλά τα λέω;

Σωστά, λεγόταν «Στον σταθμό Λαρίσης». Είχα δώσει και στον Λάκη Τζορντανέλι. Πάντα έδινα, προσπαθούσα να μπω στο κύκλωμα κι εγώ. Μην ξεχνάμε και τους Αγώνες Κέρκυρας του Μάνου Χατζιδάκι με το «Και θα χαθώ» που είπε η Ισιδώρα Σιδέρη σε στίχους Κυριάκου Ντούμου. Είχαμε πάει οικογενειακώς στην Κέρκυρα, με τη γυναίκα μου και τον αδερφό μου, αφού ο Χατζιδάκις ήταν λαρτζ και μας είχε πει «Να φέρετε όποιον θέλετε». Θυμάμαι τον Χατζιδάκι στην πρόβα που άκουσε την Ισιδώρα και ήρθε και μου είπε εντυπωσιασμένος: «Τι είναι αυτή;» κι εγώ του απάντησα: «Σ’ αρέσει; Πάρ’ την»! Στον ενικό μιλούσαμε, αφού τον έβλεπα από την ΕΡΤ που δούλευα ως ραδιοφωνικός παραγωγός. Τις λίγες φορές που βρισκόμασταν, με αντιμετώπιζε ισότιμα ως καλλιτέχνη. Το ίδιο και ο Ξαρχάκος κάποτε που με είδε σ’ ένα μαγαζί και σηκώθηκε και μου έδωσε το χέρι του. Το εκτίμησα πάρα πολύ! Στου Χατζιδάκι την παρέα δεν ανήκα ποτέ, δεν είχαμε σχέσεις, έτυχε απλά να διευθύνει τραγούδι μου στην Κέρκυρα. Εκείνοι οι Αγώνες ήταν ό,τι καλύτερο για νέους καλλιτέχνες. Όλα τα παιδιά αυτά μάζεψαν τραγούδια καλά και τα παρουσίασαν. Ακόμη ακούω τα τραγούδια και ευφραίνομαι, αλλά η κοιμισμένη Ελλάδα ποτέ δεν έδωσε τη σημασία που άξιζε σ’ αυτό το διπλό δίσκο.

Με τον Παύλο Μάτεσι, που τον μελοποιήσατε, πως μπλέξατε;

Μέσω του αδερφού μου που δούλευε ηχολήπτης στην ΕΡΤ. Εκτός από τον Μάτεσι, κάναμε και τραγούδια με τον Χρονά, σαν το «Ιωάννα και Μαριέτα». Σου είπα πριν ότι επειδή είχε τελειώσει το μπάτζετ, στο τραγούδι αυτό έπαιξα εγώ διπλή ντραμς και μπάσο. Τον Μάτεσι δεν τον ήξερα σαν συγγραφέα, ούτε είχα διαβάσει κάτι δικό του. Γίναμε φίλοι και θυμάμαι πως δεν του πολυάρεσε η ερμηνεία του Παπακωνσταντίνου στον «Κουρσάρο». Ούτε και μένα, όμως, η ενορχήστρωση. Προτιμούσαμε με τον Μάτεσι το ερωτικό «Θα φύγεις μονάχη», που δεν είχε τεράστια εμβέλεια. Τα λέγαμε από το τηλέφωνο με τον Μάτεσι και σχολιάζαμε. Τελικά πέσαμε έξω και οι δύο, αφού ο «Κουρσάρος» σάρωσε. Η ΜΙΝΟΣ τότε «άλλαζε τα ρούχα» ενός τραγουδιστή, σαν τον Παπακωνσταντίνου, που έφευγε από το αντιστασιακό τραγούδι και έβγαινε ως ροκάς. Το προφίλ του αυτό έφτασε στο απόγειο του μετά από μια εκπομπή των τριών «Ρεπόρτερς», που έβλεπε όλη η Ελλάδα, για ένα ατύχημα που είχε συμβεί στην παραλιακή της Βουλιαγμένης. Έριξαν τον «Κουρσάρο» ως υπόκρουση και έγινε χαμός!

Κι αυτό το όνομα, «Ντίνο», που φωνάζει ο Παπακωνσταντίνου στο φινάλε του τραγουδιού;

Ούτε καν το είχα προσέξει, πρώτη φορά το ακούω. «Ντίνο» λέει, σοβαρά; Την ίδια περίοδο όλοι αναρωτιόντουσαν «Ρε Λάκη, πως δεν μπλέχτηκες εσύ με ναρκωτικά;» Είχαν πεθάνει πολλοί, τους έβλεπα να φεύγουν. Θέλω να πω ότι καλλιεργήθηκαν διάφοροι αστικοί μύθοι, σαν αυτό με τον «Ντίνο» που υπάρχει μες στον «Κουρσάρο», απ’ ότι μου λες κι εσύ τώρα.

Ωστόσο ο πρώτος σας δίσκος το ’82 με τη «Φάλτσα Μενεξεδιά» κι αυτόν τον ροκαμπίλι ήχο, ήταν ένα καλό δείγμα ελληνικού αντεργκράουντ.

Το είχα βασίσει στον ήχο της κιθάρας. Είπα να φτιάξω κάτι ημίτεχνο που θα το τραγουδούσα εγώ με τη φωνή που έχω, αλλιώς δεν θα είχα να ζήσω. Άνθρωποι σαν και σένα την έχουν Ευαγγέλιο τη «Φάλτσα Μενεξεδιά». Έγινα και σουρεαλιστής ποιητής ξαφνικά με το τραγούδι αυτό, αλλά μετά βαρέθηκα και είπα καλύτερα να παίρνω στίχους άλλων.

Που να φανταζόσασταν ότι στα χρόνια θα έλεγαν τραγούδια σας οι πάντες, από τον Μητσιά μέχρι τον Ρουβά.

Ο Πασχάλης, ο Πάριος, η Διαμάντη, ο άλλος Πασχάλης, ο Τερζής, στους πάντες έδωσα όντως. Στη Γαλάνη, πάντως, δεν θα έδινα.

Αυτό πως σας ήρθε τώρα;

Είμαι άνθρωπος που μπορώ να μπω σε μία συζήτηση και να τα κάνω όλα λίμπα. Μία φορά πήγα σε συνέλευση των τραγουδιστών και τσακώθηκα με τη Γαλάνη. Και σκέψου πως ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είχε στήσει πάνω μου ολόκληρη τηλεοπτική εκπομπή. Από τότε γίναμε οι καλύτεροι φίλοι, ενώ και μ’ αυτόν είχαμε τσακωθεί πολύ άγρια κιόλας.

Για τα σωματειακά πάλι;

Όχι, με είχε ρωτήσει ποια τραγουδίστρια ξεχωρίζω και του απάντησα «η Σοφία Βέμπο». «Και η Δημητρούλα, η Χαρούλα και η Ελευθερία δεν σου αρέσουν;» Απάντησα «Καλές είναι, αλλά δεν μου αρέσουν, προτιμώ τη Βέμπο». Ε, ποια απ’ αυτές θα έλεγε μετά δικά μου τραγούδια; Είχα πάει απ’ το σπίτι του Λευτέρη Παπαδόπουλου πριν από είκοσι χρόνια. Μαζί μου είχα και τον γιο μου, τον Άγγελο, που ήταν εφτά χρονών. Είχε όλο ακριβά πράγματα μες στο σπίτι και ο μικρός με μια κίνηση του έριξε κάτι κάτω. «Ωχ», πετάχτηκε ο Παπαδόπουλος, «τι μου το’φερες εδώ το παιδί;» Είπα στο παιδί να βάλει στη θέση τους τα πράγματα, αλλά μετά πρόσεξε κάτι καραμέλες σ’ ένα βάζο. «Βάλε δυο – τρεις στην τσέπη σου, αγόρι μου» του είπα και σαν είδα τον Λευτέρη να φοβάται, ξανάπα του μικρού: «Και τώρα πέταξε το κάτω, σπάσ’ το»! Μετά που πήγε τουαλέτα, δεν άνοιγε η πόρτα και του φώναξα: «Κατούρα απ’ έξω, αγόρι μου». Η πλάκα για μένα αρχίζει εκεί που τελειώνει η λογική, αλλιώς είναι αναμενόμενη. Μου έδωσε ο Λευτέρης στίχους, πήρα τον γιο μου και γυρίσαμε σπίτι μας στα Μελίσσια. Κατευθείαν, με τη μία, μελοποίησα τους στίχους και έβγαλα δέκα καινούργια τραγούδια. Τηλεφώνησα του Λευτέρη, του το είπα και μου απάντησε «Μπράβο, καλό είναι αυτό». Του έπαιξα τα τρία, του άρεσαν, αλλά του είπα να ξαναμιλήσουμε αργότερα γιατί ήθελα να έβλεπα τον Παναθηναϊκό που είχε ματς. Στο διάλειμμα του αγώνα, με παίρνει και μου λέει: «Ρε κωλόπαιδο, μου πήρε χρόνια να γράψω στίχους. Κι εσύ τώρα μου τους παίζεις έτσι, κωλοροκά;» Αρχίσαμε να βριζόμαστε σοβαρότατα και, μάλιστα, είπα μετά στη γυναίκα μου πως διαγράφω το τηλέφωνο του και δεν πρόκειται να ξαναμιλήσω μαζί του. Κάποια στιγμή μετά από ένα χρόνο μου τηλεφώνησε ένας παραγωγός της ΜΙΝΟΣ: «Άντε πάλι, έκανες την επιτυχία με τον Νταλάρα». Ήταν ένα απ’ αυτά τα κομμάτια με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, που το πήρε η γυναίκα μου και το πήγε στην εταιρεία. Δεν το θυμόμουν ότι ήταν δικοί του οι στίχοι. Τηλεφώνησα του Ντούμου, της Κριεζή και δεν ήταν δικό τους το τραγούδι. «Ωχ, αμάν, του ακατονόμαστου θα είναι» είπα. Μετά απ’ αυτό ξαναμιλήσαμε με τον Λευτέρη και γίναμε καλοί φίλοι, πολύ καλοί όμως!

Με τον Λάκη Παπαδόπουλο το 2015 κατά την πρώτη μας συνέντευξη για τη LIFO 
Κι εσείς δεν ξεχωρίζατε τους ανθρώπους που ήταν δέσμιοι των επιτυχιών τους;

Δεν το έψαχνα σε βάθος. Στην τελική δεν θέλω να μαθαίνω τη ζωή του καθενός. Με νοιάζει μόνο το έργο τους και τι αυτό έχει προσφέρει. Όταν άρχισα να κάνω προσωπικούς δίσκους στη ΜΙΝΟΣ, το παρατσούκλι «Λάκης με τα Ψηλά Ρεβέρ» είχε ήδη καθιερωθεί. Έχοντας βγει κι απ’ τη χούντα κιόλας, δεν θέλαμε με τον Τσιμιδόπουλο να βγω με το επίθετο Παπαδόπουλος. Λάκη με φώναζε η μάνα μου, οπότε πρότεινα εγώ το «Λάκης με τα Ψηλά Ρεβέρ» και αυτός απάντησε «Α, ωραίο»!

Θα ήθελα να ρωτήσω για εκείνη τη φοβερή ψυχεδελομπλούζ μελοποίηση σας στο «Ουρλιαχτό» του Γκίνζμπεργκ με τη Χαρά Αργυροπούλου.

Αυτήν είχα μαζί μου τότε, αλλά κάποια στιγμή τη ρώτησα γιατί με έβριζε στους παραγωγούς. Με έλεγε «υπάλληλο» και με σνόμπαρε, επειδή δούλευα στην ΕΡΤ. Τη «Φάλτσα Μενεξεδιά» δεν ήθελε να την πει, γιατί ήταν σε δικούς μου στίχους, ήθελε μόνο Μάτεσι και Γκίνζμπεργκ, κατάλαβες; Μου εξήγησε πως με έβλεπε σαν αντίπαλο του γκόμενου της, του Θοδωρή Τρύφωνα από τους Αγάπανθος. Εκείνη τη μέρα ένα φιλικό μου ζευγάρι που ήταν παρόντες μου είπαν πως δεν με είχαν ξανακούσει να βρίζω τόσο πολύ άλλον άνθρωπο! Την τσάκισα, τη διέλυσα! Μία μέρα που έπαιζα στο γήπεδο του Άρη μαζί με τους Φατμέ, όταν ανέβηκα στο stage, έρχεται αυτή και μου λέει «Θα τραγουδήσω κι εγώ». Της το αρνήθηκα σε φάση «τώρα μας θυμήθηκες;» Όταν είδα πως επέμενε, φώναξα εκεί τους υπεύθυνους και τους είπα να τη μαζέψουν, αλλιώς δεν θα έβγαινα εγώ. Τη μάζεψαν τελικά.

Αυτά γίνονταν ανέκαθεν μεταξύ καλλιτεχνών, δεν είναι κάτι τραγικό.

Ναι, αλλά εγώ ένιωσα ότι έτρωγα ακόμη ένα bullying στη ζωή μου!  Για το σημάδι του Αγίου Συμεών που έχω στο πρόσωπο μου, ένα κωλόπαιδο μου έχωσε μπουνιά όταν ήμουν δέκα χρονών. Από τότε έπαθα ζημιά με το ιγμόριο μου, σοβαρή ζημιά. Όλοι αυτοί ήταν άγριοι κι αν τους δεις σήμερα έγιναν κάτι καθηγητάκια με ενάμισι μέτρο ύψος…Δεν παίζει ρόλο το ύψος, αλλά στα δέκα μου μού φαίνονταν θηριώδεις. Δύσκολα πράγματα. Ακούω να λένε για bullying…Εγώ να δεις τι bullying έχω φάει λόγω διαφορετικότητας. Σήμερα πλέον αν δε μου ζητήσει συγγνώμη κάποιος, θα τον σκίσω, αν μου πει όμως, μετά πάει το ξέχασα.

Δεν μπορούμε να μην πούμε για τη συνεργασία με την Αρλέτα.

Η Αρλέτα ήταν έξυπνη, κυνηγός ταλέντων. Είχε έρθει σαν επισκέπτρια στους Αγώνες Κέρκυρας και ο Χατζιδάκις την έβαλε να κάτσει κοντά του. Άκουσε τα δύο κομμάτια μου και τα ξεχώρισε. Αλλάξαμε τηλέφωνα και λίγο μετά βρεθήκαμε στην Αθήνα. Ήθελε αρχικά να πει δύο τραγούδια μου, το ένα ντουέτο με τον Διονύση Θεοδόση που πέθανε νέος. «Ευχαρίστως, Αρλέτα μου» της απάντησα χωρίς να υπάρχει σκέψη για ολόκληρο δίσκο. Μου μίλησε για μια στιχουργό φίλη της, που ήθελε να συμμετάσχει, τη Μαριανίνα Κριεζή. Αν θυμάμαι καλά, της έδωσα τη μελωδία της «Σερενάτας» κι εκεί πάνω έβαλε λόγια. Κάναμε τελικά δύο δίσκους. Τρίτο δεν ήθελα και γι’ αυτό μου κράτησε απόσταση η Αρλέτα. Προτιμήσαμε με την Κριεζή να γράψουμε για τη Ζορμπαλά ένα δίσκο που αγαπώ πολύ ακόμα. Δεν τον στήριξε η Ζορμπαλά, όμως, όπως δεν στήριξε και ο Μητσιάς έναν ωραίο πρωτότυπο δίσκο που κάναμε. 

Με την Αρλέτα πάντως κρατήσατε επαφές.

Κρατήσαμε γιατί ήμασταν και οι δύο αντιδραστικοί σε όλα. Αγαπιόμασταν, ήταν πιο κοντά σε μένα, αφού κι εκείνη ήταν τιμωρημένη από τη ζωή. Ξέρεις τι bullying είχε φάει κι αυτή; Άνοιγε το στόμα της κι εκεί που αναρωτιόσουν τι μαλακίες θα βγάλει, άκουγες της φωνής της το ηχείο και πάθαινες πλάκα. Με δύο τραγουδίστριες μου έχει συμβεί αυτό: Με την Αρλέτα και με τη Σαβίνα Γιαννάτου. Εγώ την πρωτόβγαλα τη Σαβίνα, αφού ήμασταν στο συγκρότημα DNA του Ηρακλή Τριανταφυλλίδη μαζί με τη Λένα Πλάτωνος και την αδερφή της Σαβίνας, τη Σοφία Γιαννάτου. Η Σαβίνα ήταν ένα κοριτσάκι τρυποκάρυδο που έκανε στενή παρέα με τον φλαουτίστα Πέτρο Πρωτόπαπα. Μια μέρα την έβαλα να την ακούσει ο ηχολήπτης Γιάννης Συγλέτος. Του ζήτησα να τη γράψει σ’ ένα τραγούδι του Χατζιδάκι και έβγαλε αγγέλους! Είχε πει και το «Έτσι απλά σ’ αγαπώ» που τελικά ηχογράφησε η Γλυκερία. Ήταν υποψήφιο για την Eurovision το τραγούδι τη χρονιά που η Βίσση είχε πάει με το «Ωτοστόπ». Η Σαβίνα το είπε, αλλά δεν ήθελε να πάει στην Eurovision. Ίσως κι αυτή να με θεωρούσε λίγο παρακατιανό, δεν ξέρω. Δεν της άρεσε η ποπ, γι’ αυτό και ασχολήθηκε με άλλο είδος μουσικής μετά.

Λάκης Παπαδόπουλος - Αρλέτα

Λεφτά βγάζατε τότε που σας τραγουδούσαν οι πάντες όπως είπαμε;

Τα λεφτά ήρθαν όταν δούλευα σε πολλές συναυλίες. Ήμουν το αφεντικό, πληρώνονταν καλά οι μουσικοί και πληρωνόμουν εξίσου καλά κι εγώ. Την εποχή του «Αχ Μαρία» πληρωνόμουν καλά, ενώ δεν παίρναμε ότι μας αναλογούσε από τους δίσκους.

Μα είναι δυνατόν να μην εξαργυρώσατε την επιτυχία του «Κουρσάρου»;

Μα όταν εγώ παίρνω μία δραχμή και ο άλλος παίρνει 200.000 για να το πει κάθε βράδυ, τι δουλειά έχει το ένα με τ’ άλλο; Καμία σχέση ο πνευματικός δημιουργός με τον εκτελεστή. Έτσι, πλούσιος δεν έγινα, αλλά με τα λεφτά που έβγαλα, αγόρασα τα σπίτια που έχω σήμερα συν δύο οικόπεδα. Μια χαρά.

Πως βλέπετε το πέρασμα στην ψηφιακή εποχή με τις πλατφόρμες;

Κοίταξε, αυτό είναι κακό για μένα συν το ΑΙ που κυριαρχεί πλέον. Ωστόσο μου αρέσει, δεν μπορώ να πω. Ακούω τα τραγούδια που αγαπώ εγώ και τα ακούνε και πολύ λίγοι. Ακούω Μαριάννα Χατζοπούλου ακόμη που την είχε ρίξει η ίδια η εταιρεία της λόγω τυφλότητας. Άντε κάν’τα αυτά στον Ρέι Τσαρλς ή στον Στίβι Γουόντερ, γι’ αυτό λέμε ότι είμαστε ακόμη πολύ πίσω. Και φυλακή να ήμουν, ένα τηλέφωνο θα ήθελα μόνο να βλέπω YouTube και να ακούω Spotify.

Θα λέγατε ότι υπήρξατε ένας ακομπλεξάριστος άνθρωπος;

Αν σκεφτείς ότι είπα τραγούδι ντουέτο με τον Λευτέρη Πανταζή, όπως και η Άντζελα Δημητρίου είπε το «Διαζύγιο», ναι, υπήρξα. Πολλοί με ζηλεύουν γι’ αυτό και δυστυχώς με πιάνει συχνά το κεφάλι μου απ’ την πολλή αρνητική ενέργεια.

Αυτή την περίοδο γράφετε κάτι;

Πως δεν γράφω! Συνέχεια! (σ.σ. ψάχνει στο κινητό του και μου βάζει να ακούσω ένα ολοκαίνουργιο οργανικό κομμάτι του που θυμίζει μπόσα νόβα από τα sixties). Πέρσι το έγραψα σ’ ένα στούντιο στη Θεσσαλονίκη. Με ξυπνάνε τα οργανικά, όπως και κάποια τραγούδια που έγραψα πάλι πρόσφατα για ένα θεατρικό έργο. Ένα απ’ αυτά θα πει ο Φοίβος Δεληβοριάς.

Τι περιμένετε από δω και πέρα;

Να μη γίνει κάνας γενικευμένος πόλεμος με τους τρελούς εκεί, τους εμπαθείς πλακατζήδες που αντιμετωπίζουν με γέλιο τα ανθρώπινα σώματα που πέφτουν. Τον Τραμπ τον σιχαίνομαι, είναι τελείως τρελός. Το ότι ζω, πάντως, είναι καλή περίοδος και σίγουρα όχι χειρότερη από την Κατοχή που δεν την έζησα. Χειρότερα θα ήταν αν ζούσα στην Περσία τώρα ή το Τελ Αβίβ. Καλοπερασάκιας ήμουν και είμαι σε ότι αφορά την ακεραιότητα της ζωής μου, περνώντας ένα απαίσιο διάστημα με τον κορονοϊό. Και να φοβόμαστε τώρα εδώ που μιλάμε να σκάσει μία βόμβα και να μας αφανίσει. Μήπως τελικά οι Έλληνες είμαστε πάρα πολύ καλομαθημένοι και δεν έχουμε ζήσει αποδεκατισμούς οικογενειών ή την ξεφτίλα να παρακαλάμε για την επιβίωση μας;

* Η συνέντευξη με τον Λάκη Παπαδόπουλο πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του στα Μελίσσια τον Μάρτιο του 2026

** Πρώτη δημοσίευση: Documento (Ένα μεγάλο μέρος της συνέντευξης) 

*** Τα δύο πρώτα πορτραίτα του Λάκη Παπαδόπουλου είναι του Κωνσταντίνου Πάλλα

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2024

Ελένη Δήμου: «Απορώ πως δεν ξεσηκώνονται όλοι μαζί οι άνθρωποι στον πλανήτη να γίνουν μία γροθιά» (η συνέντευξη - life story της ερμηνεύτριας από τον Δεκέμβρη του 2022)

 

Τι είναι αυτό που κάνει τόσο κοσμαγάπητη την Ελένη Δήμου στην Ελλάς του 2022 που προωθεί όλες τις μετριότητες και τις ημιτελείς προσωπικότητες; Η φωνή της, αυτή η βαθιά κοντράλτο φωνή που σε γεμίζει από συναίσθημα κάθε φορά που την ακούς; Το ήθος και η συνέπεια της εδώ και σαράντα χρόνια στις μουσικές σκηνές και στη δισκογραφία; Η ισορροπία στην προσωπική της ζωή που αντικατοπτρίζεται και στην τέχνη της; Το γεγονός πως δεν προέβη ποτέ σε «ανίερες» συμμαχίες και δεν ξοδεύτηκε δημοσιοσχεσίτικα; Σε όλα αυτά ήθελα να μου απαντήσει η ίδια στην πρώτη τετ α τετ συνομιλία μας που πραγματοποιήθηκε πριν μερικές εβδομάδες στα γραφεία της εφημερίδας. Διότι, ναι μεν νιώθω τυχερός που αξιώθηκα να μου δώσουν συνέντευξη οι σπουδαιότεροι Έλληνες τραγουδιστές, με την Ελένη Δήμου όμως δεν είχαμε ποτέ την ευκαιρία να συναντηθούμε και να κάτσουμε να τα πούμε. Έτσι, σαν δυο φίλοι χρόνων, που όλοι εσείς, οι αναγνώστες, κάθεστε στο διπλανό τραπεζάκι και «κλέβετε» τις κουβέντες μας. Εγώ, πάντως, απόλαυσα πραγματικά τόσο τη συνέντευξη, όσο και την απομαγνητοφώνηση της, με αφορμή φυσικά τις παραστάσεις της Δήμου – αφιέρωμα στον Γιάννη Σπανό που ξεκινούν αυτές τις μέρες στη μουσική σκηνή «Σφίγγα» στο κέντρο της Αθήνας. «Αντώνης! Έχετε το όνομα του γιου μου. Και του μπαμπά μου»…Αυτά ήταν τα πρώτα λόγια της και έτσι άρχισε το κινητό μου τηλέφωνο να καταγράφει τη συνομιλία μας.

Χαίρομαι. Σας συναντώ με αφορμή τις παραστάσεις αφιερωμένες στον Γιάννη Σπανό.

Συνεχίζω να το κάνω, γιατί όσο ζούσε ο Γιάννης κάναμε αρκετά πράγματα μαζί, αλλά όταν «έφυγε» το θεώρησα χρέος μου απέναντι σ’ έναν αγαπημένο μου συνθέτη που μου εμπιστεύθηκε δύο δίσκους, κάτι τρομερά σημαντικό για μένα.

Εσείς, λοιπόν, που υπήρξατε δικός του άνθρωπος, θεωρείτε επιτακτική την ανάγκη παρουσίας στη ζωή μας τέτοιων προσωπικοτήτων;

Κοιτάξτε, εγώ δεν είμαι παρελθοντολόγος, όμως σήμερα είμαστε σε μια εποχή του τίποτα από μουσική άποψη. Πρέπει να το παραδεχτούμε. Και στιχουργικά και μουσικά είμαστε στο τίποτα.

Πολύ απαισιόδοξο δεν ακούγεται;

Είναι, όμως! Δεν έχω βρει κάτι…Να μιλήσουμε τώρα για μειονότητα, για ένα κομμάτι που θα βρεις, άντε κι άλλο ένα; Κάποτε δεν ήξερες τι να πρωτοδιαλέξεις, τι να πρωτοπείς στις ζωντανές εμφανίσεις σου. Ο ένας συνθέτης ήταν καλύτερος απ’ τον άλλον, γεννιόντουσαν πράγματα, μελοποιούνταν οι ποιητές μας, υπήρχε ένας πλούτος. Τώρα μιλάμε για κακοποιημένη ελληνική γλώσσα και ακούω τραγουδιστές σαν να έχουν έρθει απ’ την Αγγλία και δεν μιλάνε καλά ελληνικά, κάνω δηλαδή προσπάθεια να καταλάβω τι λένε. Είναι χρέος μας, των προηγούμενων γενιών, να φέρνουμε σε επαφή τα νεότερα παιδιά με τα αριστουργήματα της ελληνικής δισκογραφίας.

Τον είχα γνωρίσει τον Σπανό και δεν θα ξεχάσω μια βόλτα που κάναμε μέρα μεσημέρι στη Φωκίωνος Νέγρη. «Ξέρεις τι θέλω;» μου είχε πει. «Να περπατάω στο δρόμο και να μη με αναγνωρίζει κανείς».

Ο Γιάννης ήταν πολύ χαμηλών τόνων. Φυσιογνωμικά να θες να διατηρήσεις την ανωνυμία σου είναι διαφορετικό απ’ το ίδιο σου το έργο. Και ο Γιάννης χαιρόταν πάρα πολύ και θα ήταν ψέμα αν δεν το ομολογούσε. Στενοχωριόταν έτσι και δεν τραγουδούσε όλο το μαγαζί μαζί του στις παραστάσεις που κάναμε. Ήταν τρομερά επικοινωνιακός.

Πιστεύετε ότι είχε επίγνωση του διαμετρήματος του;

Νομίζω όχι. Αλλά δεν ήταν ο μόνος, έτσι ήταν και οι υπόλοιποι. Ο Γιάννης και να ήξερε ποιος ήταν καλλιτεχνικά, ήθελε να διατηρεί χαμηλούς τόνους. Μιλάμε για έναν πολύ προικισμένο άνθρωπο που μέχρι το τέλος της ζωής του μάθαινε ξένες γλώσσες, σκιτσάριζε και είχε μια συλλογή απίστευτων φυτών στο κτήμα του. Ένας καλλιτέχνης από πάνω μέχρι κάτω, μέσα του και έξω του!

Το είχατε δει αυτό να συμβαίνει και μ’ άλλους καλλιτέχνες;

Όχι, δεν το νομίζω. Ήταν ο μόνος που το έκανε σε τέτοιο βαθμό.

Ας πάμε σε εσάς: Θέλετε να χάνεστε μέσα στο πλήθος ή σας κολακεύει να ακούτε «περνάει η Ελένη Δήμου»;

Επειδή μόλις γύρισα από την Ήπειρο, μέχρι τα διόδια που σταματούσαμε, με αναγνώριζαν παρότι φορούσα καπέλο. Μου έστελναν φιλιά, μιαν άλλη φορά με «κέρασαν» τα διόδια, ε είναι όμορφο, δεν μπορείς να πεις ότι είναι άσχημο. Το να εκτίθεσαι, δεν είναι κακό, δηλαδή είναι η δουλειά μου και είμαι αναγνωρίσιμη. Βασικά το ήθελα αυτό από μικρή, μου άρεσε. Μπορεί να μ’ ενοχλήσει, όμως, αν τρώω και έρθει κάποιος και μου πει «Θέλω αυτόγραφο». Έχει συμβεί. «Να τελειώσω το φαγητό μου και να σας δώσω μετά;» Κι ο άλλος να συνεχίζει: «Μα, έκανα τόσο δρόμο για να έρθω», αναφερόμενος στο καμαρίνι μου, καταλάβατε; Το ίδιο κι αν θέλει κάποιος να βγάλει μια σέλφι την ώρα που τρως. Τι του λες; «Μισό λεπτό να καταπιώ»… (γέλια)

Ανατρέχετε στα παιδικά σας χρόνια;

Μεγάλωσα στην Αγία Παρασκευή, Αθήνα, με καταγωγή από Ήπειρο. Η μαμά από Μικρά Ασία, μας μεγάλωσε με αμανέδες. Την κουβαλάω την παράδοση, αλλά δεν την μεταφέρω. Είναι κάτι ξένο από μένα και ενώ μ’ αρέσει να τ’ ακούω από άλλους, δεν τόλμησα να την ακουμπήσω.

Αυτό δηλαδή που έκανε η Γλυκερία ή η Βιτάλη, δεν ήταν του δικού σας στυλ.

Όχι, αμανέδες και λαϊκά δεν τα έλεγα. Δεν ξέρω για ποιο λόγο, δεν το’χω. Εγώ μεγάλωσα σ’ ένα σπίτι με τον μεγαλύτερο αδερφό μου που αγαπούσε πάρα πολύ τον Καζαντζίδη. Η μαμά μου τραγουδούσε αμανέδες και ο μπαμπάς μου τα ηπειρώτικα. Εγώ τι έκανα; Άκουγα Beatles και Rolling Stones, πήγα προς το ροκ.

Σαν αντίδραση;

Δεν ξέρω, δεν το έχω συνειδητοποιήσει ακόμα. Ήθελα μάλλον να ανακαλύπτω μόνη μου πράγματα. Οι δε γονείς μου ήταν εργάτες, βιοπαλαιστές. Καλλιτέχνη άλλον στην οικογένεια είχαμε τον Βαγγέλη Περπινιάδη. Ήταν θείος μου, μακρινή συγγένεια όμως.

Αναφέρεστε στον γιο του Στελλάκη Περπινιάδη, του ρεμπέτη.

Ναι, σ’ αυτόν. Ο μόνος καλλιτέχνης στο σόι. Κι ο αδερφός μου είχε πολύ ωραία φωνή, αλλά επειδή παντρεύτηκε μικρός, δεν το καλλιέργησε. Ούτε κι εμείς του το καλλιεργήσαμε.

Για ποιο λόγο, μη χανόταν απ’ την οικογένεια;

Κάπως έτσι…Εγώ, ας πούμε, έκανα οικογένεια αφότου ήμουν ήδη τραγουδίστρια. Λογικό, όμως, ο αδερφός μου να αγαπά τον Καζαντζίδη, αφού είχαμε και σχέση με τους Περπινιάδηδες. Η μαμά μου είχε πολύ ωραία φωνή, η Ελευθερία. Ψαροπούλου ήταν το πατρικό της όνομα. Μια μέρα ήταν ένας κιθαρίστας στο σπίτι μας και μου λέει «Έχεις ίδια φωνή με τη μητέρα σου»! Δεν το είχα αντιληφθεί. Τι κρίμα να μην έχω μία κασέτα με τη φωνή της.

Την έχετε χάσει πολλά χρόνια;

Τον μπαμπά μου τον έχασα πριν 28 χρόνια σχεδόν και τη μάνα μου πριν από 25. Μου λείπουν τρομερά, σαν να μην πέρασε μια μέρα. Η απόλυτη ορφάνια. Πεθαίνει πρώτα ο ένας, λίγο ακουμπάς στον άλλον. Ειδικά όμως όταν φεύγει η μάνα είναι η απόλυτη ορφάνια. Έφυγαν νωρίς οι δικοί μου, στα 71 του ο πατέρας μου.

Η Ελένη Δήμου το 1980

Ποια ήταν η πρώτη σας καλλιτεχνική έκφραση ως παιδούλα;

Υπήρχε τότε μια μουσική εκπομπή, τα «Νέα ταλέντα» του Οικονομίδη. Πήγα 11 ετών και είπα το «Άνοιξε πέτρα» της Μαρινέλλας. Απίστευτος Πλέσσας!

Και το «σκίσατε»;

Μάλλον, απ’ ότι είπαν…Ούτε από εκείνα τα χρόνια έχω κάποιο ντοκουμέντο. Φορούσα ένα κόκκινο καπελάκι, θυμάμαι, και ο Οικονομίδης με έλεγε Κοκκινοσκουφίτσα. Μετά είπε στη μαμά μου: «Αυτή θα σου γίνει μεγάλη τραγουδίστρια. Δεν θα το γλιτώσεις». Στα 12 προς τα 13 μου, έπεισα τη μαμά μου να πάω στο ωδείο.

«Ξεπατικώνατε» άλλες τραγουδίστριες της εποχής;

Μου άρεσαν πιο πολύ οι ανδρικές φωνές. Ο Νταλάρας, ο Πάριος, μια ισορροπία περίεργη, ερωτικό και κοινωνικό τραγούδι. Εννοείται πως τραγουδούσα και τραγουδίστριες πριν δισκογραφήσω: Τη Χαρούλα, καμιά Γαλάνη έλεγα, Μαρινέλλα κ.α.

Και πως δεν πήγατε στον ηλεκτρικό ήχο αναφορικά μ’ αυτά που ακούγατε;

Μου άρεσαν πιο πολύ τα μελωδικά τραγούδια, οι μπαλάντες, μέχρι που αργότερα ανακάλυψα μόνη μου τη reggae. Τρελάθηκα, βρήκα το ρυθμό μου.

Δεν είναι για ραχάτι η reggae; Λίγο ράθυμη μουσική;

Βρίσκετε, ε; Ραχάτι! Μπα, εμένα με ξεσήκωνε! Και η disco, βέβαια. Donna Summer, η αγαπημένη μου, Madleen Kane, δεν το συζητώ καθόλου. Χόρευα πάρα πολύ. Πήγαινα στα κλαμπ με τις φίλες μου και έπαιρνα πορτοκαλάδα, αφού δεν έπινα ποτέ. Όλη τη νύχτα ήμουν στην πίστα, χόρευα και όλο χόρευα!

Θα ήσασταν κι ένα πολύ ωραίο κορίτσι.

Ένα αδυνατούλικο ήμουν με πολλά μαλλάκια. Θυμάμαι, όμως, κάποιους που με πιάνανε και μου λέγανε: «Έλα εδώ, ρε συ. Έχεις καταπιεί κάνα μαγνητόφωνο, από που βγαίνει αυτή η φωνή;» Φαντάσου, ήμουν το πολύ 46 κιλά τότε. Με άκουγαν μ’ αυτή την κοντράλτα φωνή και απορούσαν.

Κατανοούσατε την ιδιαιτερότητα της φωνής σας;

Όχι, όχι. Τα τελευταία χρόνια μπορώ να σας πω ότι υπάρχουν στιγμές που θαύμασα τη φωνή μου. Δεν ακούω συχνά τα παλιά μου, αλλά όποτε ακούσω, θα πω «Αχ, έχει ωραία φωνή αυτή» ή «Χμ, εντάξει, καλή φωνή έχει, αλλά γιατί έχει αυτό το βιμπράτο;» Σαν να αποστασιοποιούμαι δηλαδή απ’ τον εαυτό μου.

Μάνος Χατζιδάκις. Μ’ έναν τρόπο σχετίζεστε.

Στον Μάνο με πρότεινε ο Δημήτρης Χορν, ο οποίος έτυχε να είναι οικογενειακός φίλος μέσω θείων μου. Δεν ερχόταν στο σπίτι μας, αλλά εμείς είχαμε πάει στο δικό του. Γλυκός, πανέμορφος, δεν υπήρχε περίπτωση να μην έμενε πάνω του το μάτι σου. Η μόνη παρατήρηση που μου’χε κάνει, όταν έκανα κάποια πρώτα δοκιμαστικά, ήταν η εξής: «Η φωνή σου ακουμπάει και θέλω να πεις χρωματιστά τραγούδια, όχι σκούρα». Ο Χορν με σύστησε στον Χατζιδάκι σε μία περίοδο που ο Μάνος δεν έγραφε πια. Μάλιστα, θυμάμαι ότι ο Μάνος με άκουσε σε ακρόαση του Τρίτου Προγράμματος να λέω το «Αεροπλάνο» του Κώστα Χατζή και της Σώτιας Τσώτου. Είχα πολύ βιμπράτο απ’ την ταραχή μου, κάτι που μου συνέβαινε από πολύ μικρή. Με άκουσε ο Χατζιδάκις και μου σχολίασε: «Είσαι μια δεύτερη Amalia Rodrigues»! Ούτε την ήξερα! Έτρεξα στο δισκοπωλείο και ανακάλυψα μια τεράστια τραγουδίστρια, η οποία είχε κι αυτή το δικό της βιμπράτο.

Το ίδιο έκανε και η Τάνια Τσανακλίδου, όταν της είχε πει ο Χατζιδάκις ότι τραγουδά σαν τη Zarah Leander. Πήγε και πήρε δίσκους της για να την ακούσει!

Ναι, φοβερό! Όπως έμαθα από τον συχωρεμένο τον Μάνο Λοΐζο και την άλλη σπουδαία που με μάγεψε, την Ima Sumac. «Θεέ μου» είπα, «τραγουδάω κι εγώ;» Ξέρετε πόσα ξημερώματα την άκουγα στον κήπο και «έφευγα», ταξίδευα μαζί της; Γινόμουν πουλί κι εγώ.

Αναφερθήκατε ήδη στην αγάπη σας στις μουσικές του κόσμου: Ima Sumac, reggae

Ήθελα να ανακαλύπτω πράγματα. Ισχύει. Μετά που με άκουσε ο Χατζιδάκις, έγινε μια εκδήλωση του Τρίτου Προγράμματος στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, όπου είπα τραγούδια του Δημήτρη Λέκκα κατόπιν επιθυμίας του Μάνου.

Τον εκτιμώ πολύ τον Δημήτρη Λέκκα, μεγάλο μυαλό.

Ναι, εξαιρετικός. Ακόμη μιλάμε καμιά φορά. Εκεί συναντηθήκαμε και με τον Σταμάτη Κραουνάκη, νέα παιδιά τότε όλοι, και γίναμε κολλητοί μετά. Έκανα το ντεμπούτο μου. Μάρτης του 1980.

Μεγάλο ντεμπούτο υπό τη σκέπη του Μάνου Χατζιδάκι.

Τα τραγούδια μεταδόθηκαν ζωντανά από το Τρίτο Πρόγραμμα, αυτό ήταν το concept. Ακολούθησε συμβόλαιο με τη ΜΙΝΟΣ και, μάλιστα, ημέρα Σάββατο. Θυμάμαι τον Γιώργο Μακράκη, που τον χάσαμε πρόσφατα. Μου τηλεφώνησε για να βρισκόμασταν επαγγελματικά και του λέω «Μου κανόνισαν για αύριο, Σάββατο». Παραξενεύτηκε. Πάω, υπογράφω συμβόλαιο και μπαίνω στην…κατάψυξη.

Δεν μου λέτε κάτι πρωτότυπο.

Αφού όταν συμμετείχα στο Φεστιβάλ τραγουδιού Θεσσαλονίκης, που το ήθελα πάρα πολύ, και πήρα αρχικά το τρίτο βραβείο και την επόμενη χρονιά το πρώτο, εννιά μήνες μετά έκανα δίσκο! Ήμουν και λίγο βλάκας, εφόσον με είχε πιάσει ο Καρατζάς της CBS: «Γιατί σ’ έχουν εκεί αιχμάλωτη, παιδάκι μου, και δεν κάνεις τίποτα;» Πήγα εγώ όλο αφέλεια και το είπα στον Μάτσα: «Θα φύγω, κύριε Μάτσα. Θα πάω στη CBS που με θέλουν για δίσκο».

Καλά κάνατε, δεν το θεωρώ βλακεία.

Ίσως, ναι, γιατί έτσι πήρε μπρος η μηχανή. Ο δίσκος με τίτλο «Έχω φίλους» ήταν ο πρώτος μου και περιείχε τραγούδια διαφόρων συνθετών. Με σύστησε στον κόσμο. Βασικά είχαμε κάνει κάποια τραγούδια με τον Σταμάτη, που ο Μάτσας δεν ήθελε να τα κυκλοφορήσει.

Πως ήταν η πρώτη εμπειρία στο στούντιο;

Άγχος, αλλά και επαγγελματισμός σιγά – σιγά. Εισέπραττα τον θαυμασμό, αλλά δεν καταλάβαινα ότι ήμουν κι εγώ ένα πετραδάκι γυαλιστερό.

Τόση ταπεινότητα;

Ναι, μωρέ, δεν ήξερα εγώ. Εκείνο που ήθελα ήταν να πραγματοποιήσω τα όνειρα μου. Πιο μικρή φανταζόμουν τα φεστιβάλ τραγουδιού, τα έβλεπα, παρακολουθούσα ότι είχε σχέση με τη μουσική, σαν την Eurovision ή τους Αγώνες Τραγουδιού Κέρκυρας. Τα πάντα άκουγα από συναδέλφους μου, ειδικά στο ξεκίνημα μου. Ακόμη και τα πιο λούμπεν. Μου άρεσε να είμαι πλήρως ενημερωμένη.

Ελένη Δήμου - Μπόσκο (σέλφι/ 15 Δεκεμβρίου 2022)

Πότε ήρθε η μεγάλη επιτυχία;

Υπήρχε μια ανοδική πορεία. Όταν βγήκε το πρώτο άλμπουμ, έκανε 5.000 πωλήσεις – νούμερο που θα γινόταν πλατινένιο το άλμπουμ σήμερα. Μετά κάναμε ένα δίσκο με τον Τάκη Μπουγά, άλλος συχωρεμένος, που λεγόταν «Μίλα μου απλά». Ο Μπουγάς ήταν λάτρης των Jethro Tull, τρελαινόταν με τους ρυθμούς του Ian Anderson στο φλάουτο.

Τρομερό, ο Τάκης Μπουγάς φαν των Jethro Tull! Τι μαθαίνει κανείς με μία συνέντευξη…

Μα ενώ ο δίσκος είχε μέσα τραγουδάρες, σαν το «Πάψε να με λες πάντοτε μωρό» ή το «Όλα τα ζητάς», η τρέλα του Μπουγά με τους Jethro Tull, μας κόστισε εμπορικά. Παίζαμε στην επαρχία και οι μουσικοί που ήξεραν από χασάπικα και ζεϊμπέκικα – τα κλασικά – έπεφταν πάνω στα περίεργα του Μπουγά, τα 5/8 και τα 9/8, με αποτέλεσμα να δυσκολεύονται. Τα τραγούδια άλλαζαν ρυθμούς στα ρεφρέν και δεν μπορούσε να τα παίξει κανείς.

Και άρα να τα αφομοιώσει και ο κόσμος.

Φυσικά. Απ’ τη στιγμή που δεν ακούγονται τα τραγούδια, πώς θα βρουν το δρόμο τους; Αυτό, όμως, του άρεσε του Μπουγά. Κάναμε μετά άλλον ένα δίσκο, που γράφτηκε στο Γαλαξίδι. Είχαμε περάσει πάρα πολύ ωραία. Οι στίχοι ήταν του Μάνου Τσιλιμίδη – προχθές το συζητάγαμε. Εκεί έγινε το μπαμ, η μεγάλη επιτυχία.

Ποια χρονιά ήταν αυτό;

Το 1983 πρέπει να ήταν. Στο «Α και Β προβολή» που περιέχονταν δεύτερες εκτελέσεις, τραγούδησα το πρώτο τραγούδι που είχε γράψει στο Παρίσι ο Γιάννης Σπανός. «Ποιος να σφυρίζει κάθε βράδυ» λεγόταν. Τον Σπανό βέβαια τον γνώριζα απ’ όταν ήμουν πολύ μικρή, γύρω στα 15 μου. Είχαμε ένα κοινό φίλο, που ήταν ιπτάμενος της Ολυμπιακής. Μεταφυσικό θα το έλεγες, γιατί είχα μια τάση προς τον Γιάννη, μου άρεσαν αυτά που έκανε.  Αυτός ο κοινός φίλος, ο Νίκος, ήξερε την τρέλα μου με τον Σπανό και μου φέρνει σε μήτρα την «Τρίτη Ανθολογία». Παθαίνω…Δε φαντάζεστε! Η φωνή του Καράλη, μαγική, γιατί ο Σπανός είχε μεγάλη ευαισθησία με τις φωνές. Όταν έκανε το οριακό αυτό έργο του, ξέρετε, τυχαία άκουσε τον Καράλη και είπε «Αυτόν θέλω για τραγουδιστή». Με την δε Αρλέτα γνωρίζονταν, αλλά εκείνη δεν ήθελε να έμπαινε στο δίσκο. Τραγούδησε όμως και έγραψαν ιστορία.

Άρα με την επανεκτέλεση του πρώτου τραγουδιού του Σπανού, εκπληρώσατε ακόμη ένα όνειρο σας.

Βεβαιότατα! Ο Σπανός ήταν γλυκός, αλλά ποτέ συμβουλευτικός. Δεν έδινε ποτέ συμβουλές στους τραγουδιστές του. Μια ιδιοτροπία είχε μόνο: Σεβόταν τόσο πολύ τον λόγο που είχε μελοποιήσει, ούτως ώστε αν του άλλαζες μια φράση να γινόταν έξαλλος. Ήθελε να ήξερες τον στίχο νεράκι. Αν άλλαζες κάτι στη μελωδία του δεν τον πείραζε. Τον πείραζε αν άλλαζες τον στίχο.

Αυτό λέγεται μεγαλείο του δημιουργού.

Δεν το συζητώ, έτσι είναι. Το ΄87 κάναμε τα «Προσωπικά», μετά το «Κατά βάθος αλεπού», που είχε σκίσει. Πρόσφατα, την 1η Δεκεμβρίου, είχαμε άλλη μία Παγκόσμια Ημέρα κατά του AIDS. Αναφέρομαι φυσικά στο τραγούδι «Πάρε πασά μου», που η Μαριανίνα Κριεζή έγραψε με αφορμή το AIDS που είχε μπει στη ζωή μας. Ο πληθυσμός, ο ανδρικός κυρίως, αποδεκατιζόταν και ακόμη η αρρώστια ήταν στην αρχή της.

Θα αναφερθούμε σ’ αυτό, αλλά τώρα θέλω να μου πείτε πως προέκυψε η γνωριμία με τον Λάκη Παπαδόπουλο και τη Μαριανίνα Κριεζή.

Με τον Λάκη είχαμε γνωριστεί με κάποια τραγούδια του για τον πρώτο μου δίσκο, τα οποία τελικά έμειναν εκτός. Ο Μάτσας είχε την ιδέα, έξυπνα σκεπτόμενος, να βγάλει την Ελένη Δήμου ως πιο ποπ.

Ίσως είχε κατά νου το ποπ του «Σαμποτάζ» της Λένας Πλάτωνος.

Δεν είμαι σίγουρη γι’ αυτό. Κοιτάξτε, ο Μάτσας ήταν πολύ ειλικρινής. Υπήρχε ένα τραγούδι στο «Κατά βάθος αλεπού», μια μπαλάντα, που δεν ήθελε να έμπαινε. Ένα εξαιρετικό τραγούδι του Λάκη. Όταν τον ρώτησα γιατί δεν ήθελε, μου απάντησε «Μην πέφτουμε πάνω στη Χαρούλα»…

Κατάλαβα πολύ καλά τι εννοείτε και τι εννοούσε κι εκείνος τότε.

Αν εγώ παρέμενα στη ΜΙΝΟΣ, θέλω να πω, θεωρώ δεδομένο ότι δεν θα έκανα ποτέ το «Προσωπικά» με τον Σπανό. Κοίταγαν να προστατέψουν τα μεγάλα ονόματα του καταλόγου τους και καλά κάνανε. Απ’ την άλλη, δεν δεσμεύεις έναν καλλιτέχνη! Τον αφήνεις να φύγει, όπως έκανα εγώ και κρυφά κιόλας.

Δηλαδή;

Είχε τελειώσει το συμβόλαιο μου και κάναμε ραντεβού για να το ανανεώσουμε. Είχα υπογράψει ήδη όμως με τον Καρατζά και είχα φύγει. Δεν με πολυένοιαζε η αντίδραση του Μάτσα, αισθάνθηκα ελεύθερη. Βάλε και τη γνωριμία μου με τον Άκη Γκολφίδη, δεν ήθελα κάτι άλλο. Δεν τα λέω σκόπιμα όλα αυτά, την αλήθεια μου καταθέτω. Είμαι σε μια ηλικία πια που δεν μπορώ να ρίχνω σε τίποτα χρυσόσκονη. Δεν το έκανα και ποτέ δηλαδή. Εγώ πάντα ήμουν το μαύρο πρόβατο. Πόσο μάλλον τώρα που δεν έχω και τίποτα να χάσω.

Ο δίσκος, όμως, του Λάκη με τη Μαριανίνα ήταν ιδέα του Μάτσα, είπατε.

Ναι, πολύ καλό ήταν αυτό και ήταν μια συνεργασία που έπρεπε να γίνει, αφού ήταν σε εκκρεμότητα. Με εκτόξευσε από τις 30.000 στις 80.000 πωλήσεις!

Λογικό. Το «Πάρε πασά μου» ειδικά παντού παίζεται μέχρι σήμερα.

Ισχύει. Τη Μαριανίνα τη λάτρευα από τη «Λιλιπούπολη» και μετά με τα τραγούδια για την Αρλέτα. Ο Ελύτης απ’ ότι λέγεται ήταν πολύ ερωτευμένος μαζί της και μάλιστα για τη Μαριανίνα είχε γράψει το «Μονόγραμμα». Δεν λέω κάτι που έζησα εγώ, αλλά κάτι που είναι γνωστό. Αυτά τα «σού’ πα – μού’ πες» δεν μου αρέσουν, καταλαβαίνετε. Λέγαμε για το «Πάρε πασά μου» την εποχή που έσκασε μύτη το AIDS.

Δεν είναι πολύ γνωστή η αιτία της κατασκευής του στιχουργήματος.

Ναι, τότε δεν το ήξεραν. Εγώ άρχισα να το λέω τα τελευταία χρόνια, επειδή ήξερα. Στον κόσμο πέρασε σαν ένα ευχάριστο ποπ τραγούδι, αν και κάποιοι ενστικτωδώς μπορεί και να κατάλαβαν. Το κομμάτι αυτό πρέσβευε την εμπιστοσύνη στο σύντροφο, μην το ξεχνάμε. Λέει «πάρε την οδοντόβουρτσα μου», δεν λέει «πάρε το μαξιλάρι μου».

Σωστό, η οδοντόβουρτσα μαζεύει νεκρά κύτταρα, ακόμη και αίμα.

Ακριβώς αυτό! Η Μαριανίνα μού το είχε συζητήσει. Ήταν μια εποχή που χάναμε πολλούς ανθρώπους. Έτυχε να χάσω δυο πολύ αγαπημένους φίλους.

Και δεν λέγατε μέσα σας «Κούνια που σας κούναγε, δεν έχετε ιδέα τι ακούτε, τι τραγούδι ειν’ αυτό;»

Εντάξει…Σημασία έχει το νόημα του και το ότι έγινε μεγάλη επιτυχία, όπως και όλος ο δίσκος. Ύστερα, έχοντας φύγει πια απ’ τη ΜΙΝΟΣ, έφτασε η ώρα για το «Προσωπικά». Ήμουν πια στη CBS με παραγωγό τον Κώστα Μπουρμά. Μεσολάβησε ο Μακράκης για να γίνει ο δίσκος αυτός. Μιλάμε – θα μου επιτρέψετε να πω – για ιερά τέρατα: Γιάννης Σπανός, Μαριανίνα Κριεζή, Λίνα Νικολακοπούλου και για πρώτη φορά ενορχήστρωση ο Στέφανος Κορκολής με την τεράστια κλασική παιδεία του. Για να αποδεχόταν ο Σπανός τον Κορκολή, στήσαμε μία μικρή πλεκτάνη, ιδέα του Γκολφίδη: Κάναμε το δίσκο, αλλά θέλαμε να ενορχηστρώσει ένας πιο νέος, πιο «φρέσκος». Ο Άκης, που ήταν πολύ φίλος με τον Στέφανο, αποφάσισε να το έκανε αυτός. Ναι, αλλά πως θα το δεχόταν ο Γιάννης ήταν το θέμα. Πως να δεχόταν ο Σπανός έναν άγνωστο; Δίνει ο Άκης δύο κομμάτια ντέμο του Στέφανου για να τα μελετούσε στο Παρίσι, που θα έφευγε. Τίποτα άλλο δεν του είπε. Κανονίσαμε ένα ραντεβού με τον Σπανό για να άκουγε ένα νέο παιδί που θα έπαιζε πιάνο μήπως του άρεσε για τις ενορχηστρώσεις. Συναντιόμαστε στην πλατεία Αμερικής, του άρεσε σαν φυσιογνωμία του Γιάννη, αλλά είχε έρθει και μελετημένος ο Στέφανος. Λέμε τα δικά μας για το δίσκο και ζητάει ο Στέφανος του Γιάννη να παίξει λίγο για να πιάσει το κλίμα του. Κάθεται στο πιάνο ο Γιάννης, κάθεται δίπλα του ο Στέφανος και του κάνει «Μήπως να βάλουμε κι αυτό και τ’ άλλο να γίνει έτσι;» Μένει κάγκελο ο Γιάννης! Μόλις παίζουν και το δεύτερο κομμάτι, λέει: «Ο Στέφανος θα κάνει την ενορχήστρωση»! Αυτό ήταν!

Το «Προσωπικά» μάλλον σηματοδότησε το πικ στην καριέρα σας.

Αυτό το τραγούδι με καθιέρωσε σαν σοβαρή και καλή τραγουδίστρια, εκεί που το «Κατά βάθος αλεπού» είχε εκτινάξει τις πωλήσεις μου. Μπήκα στο πάνελ των μεγάλων ερμηνευτριών.

Πιστεύετε ότι κάποιοι/ ες ενοχλήθηκαν μ’ αυτή την καθιέρωση;

Δεν ξέρω, ειλικρινά. Κι αν έπεφταν τρικλοποδιές, ερήμην μου θα γινόταν.

Δουλέψατε γόνιμα με τον Άκη Γκολφίδη. Πότε ενώσατε και τις ζωές σας;

Το 1985 προς ΄86, μόλις είχα κάνει το «Κατά βάθος αλεπού». Δεν αισθάνθηκα πιο προστατευμένη δίπλα του, γιατί είμαι ένας τύπος που γενικώς δεν μου αρέσει η προστασία. Αν μπορέσω να προστατέψω τον εαυτό μου εγώ, έχει καλώς! Δηλαδή, έφαγα τα μούτρα μου; Ας τα έφαγα, εγώ φταίω! Και σε προσωπικό και σε επαγγελματικό επίπεδο. Είμαστε ένα ζευγάρι και εμένα βγάλε με απ’ έξω, αλλά μιλάμε για έναν υπερταλαντούχο άνθρωπο. Ο Άκης πάντα άκουγε τα θέλω μου, οποιαδήποτε στιγμή. Το ίδιο κι εγώ, ενώ μπορούσαμε στην αρχή να έχουμε τις αντιρρήσεις μας. Έπειτα, όμως, γινόμαστε ο ένας πιο μεγάλος φαν του άλλου.

Αυτό είναι η απόλυτη σύμπλευση, όχι νωθρή όμως, αλλά με άποψη.

Ακριβώς. Ακόμη και να μη λάβω υπόψιν μου τις ενστάσεις του, πάντα θα με στηρίξει. Στη ζωή μου ήταν πολύ καθοριστική η παρουσία του Άκη Γκολφίδη. Δεν ξέρω που θα’μουν, τι θα’μουν και με ποιους. Η απόλυτη ισορροπία ήρθε μέσα απ’ τη σχέση μας. Ειλικρινά δεν ξέρω τι θα έκανα.

Το λέτε με μια αγωνία.

Ναι, το λέω με μια αγωνία, γιατί ήξερα ότι ήμουν «τρεις λαλούν και δυο χορεύουν» ή «Πάμε παρακάτω τώρα, γιατί βαρέθηκα». Με τον Άκη δε συνέβη ποτέ αυτό. Δεν τον ερωτεύθηκα απλά, τον αγάπησα, γιατί ο έρωτας έρχεται και φεύγει. Έχει ημερομηνία λήξης. Πολύ σημαντικό είναι να καταφέρεις ν’ αγαπήσεις τον άλλον, όχι να αγαπηθείς.

Είναι μια μορφή αυτοθυσίας η αγάπη;

Όχι, είναι το καλύτερο κομμάτι του εαυτού μας.

Οι άνθρωποι, λοιπόν, απαιτούν να αγαπηθούν χωρίς να ξέρουν να αγαπούν.

Κάποιοι άνθρωποι, ναι, αυτό κάνουν. Δεν έχουν καταλάβει τη σημαντικότητα του να αγαπάς. Ο Άκης εμένα πραγματοποιούσε τα όνειρα μου. Δεν ξέρω δηλαδή αν θα έκανα με τέτοια ευκολία τα reggae κομμάτια αν είχα άλλους ανθρώπους δίπλα μου. Ήθελα να καταθέσω φωτογραφικές λήψεις του εαυτού μου.

Η Ελένη Δήμου και ο Άκης Γκολφίδης στον γάμο τους

Έτσι προχωρά ωραία η ζωή, με αγάπη και συνεργασία.

Έτσι είναι. Κάναμε ένα γιο, που είναι λατρεία και δική μου και δική του. Ένα καταπληκτικό παιδί, που πήρε απ’ τον μπαμπά του, γιατί από μένα μόνο τα νεύρα πήρε. Του αρέσει να διαβάζει, είναι πολύ της προσφοράς και της αλληλεγγύης. Σκεφτείτε ότι παράτησε μια εξαιρετική δουλειά στο εξωτερικό για να κάνει το μεταπτυχιακό του, προχωρώντας στην έρευνα. Το έχει το μουσικό μικρόβιο, γράφει ηλεκτρονικά κομμάτια κι έχει κυκλοφορήσει κάποια σινγκλάκια στην Αγγλία, αλλά δεν είναι αυτός ο απώτερος σκοπός και στόχος του.

Όταν τραγουδούσατε τις μεγάλες επιτυχίες, είχατε μέσα σας την έννοια της πολιτικοποίησης; Ήταν και η περίοδος της πασοκικής ευμάρειας που πολλές καριέρες στήθηκαν.

Όχι. Τις αντιρρήσεις μου μπορεί να τις έχω, να βλέπω πόσο αλλάζει η δομή της κοινωνίας ολόκληρης, αλλά από κει και πέρα ξέρω ότι είναι ένα παιχνίδι η πολιτική.

Οι συνέπειες, όμως, αυτού του παιχνιδιού στις ζωές των ανθρώπων;

Μεγάλες…Δεν αποφασίζεις εσύ πια. Πέντε οικογένειες πάνω στον πλανήτη αποφασίζουν για τη μοίρα του πλανήτη και της κάθε χώρας. Το λέω συνειδητά. Φαίνεται, υπαλλήλους έχουμε πια. Αν υπήρχαν κάποιοι που είχαν τα γκατς, σήμερα δεν νομίζω πια ότι υπάρχουν. Δεν υπάρχουν ηγέτες. Μόνο άνθρωποι που αν κάτσουν και τους ψυχαναλύσουν ψυχίατροι, θα δουν ότι έχουν πρόβλημα και ποιος ξέρει πως κρατιούνται στην εξουσία. Δέχομαι να έχουν στρες μόνο στην περίπτωση που θέλουν ν΄ αλλάξουν τον κόσμο προς το καλύτερο. Αν, όμως, πας με τις επιταγές των άλλων και θες να έχεις καθαρή συνείδηση, δεν το κάνεις και απλά εγκαταλείπεις. Εδώ και χιλιάδες χρόνια προστέθηκε ένας θεός που όλοι τον αγνοούν, εκεί που μιλάνε μόνο για τον Χριστό και τον Αλλάχ: Το Χρήμα! Κανείς δεν το αναφέρει και πίσω απ’ τις σημαίες των θρησκειών, αυτό είναι ο απόλυτος θεός! Δυστυχώς, το χρήμα και το κέρδος βασιλεύουν. Από πάντα!

Ο καλλιτέχνης είναι κι ένας μικρός Θεός;

Όχι, δεν το πιστεύω. Προσφέρουμε κάτι στον κόσμο, αλλά μικρός Θεός δεν είναι ο καλλιτέχνης. Μικρός Θεός είναι αυτός που μεταμοσχεύει μια καρδιά και σώζει μια ζωή. Είμαστε γιατροί της ψυχής και αυτό το δέχομαι, αλλά δεν σημαίνει και ότι είμαστε κάτι ιδιαίτερο. Μπορεί να’σαι προικισμένος – ευχαριστώ το σύμπαν και τη μητέρα μου που με γέννησε μ’ αυτό το χάρισμα – αλλά από κει και πέρα δεν έχω σώσει τον κόσμο, ούτε ανακάλυψα το φάρμακο για το αλτσχάιμερ. Δουλεύουμε, μας αρέσει πολύ αυτό που κάνουμε και η μνήμη για έναν καλλιτέχνη ενδεχομένως να ξεπερνάει και τα εκατό χρόνια. Είναι ωραίο να ταυτίζεσαι, αυτό που συμβαίνει σε σένα να συμβαίνει και σε χιλιάδες άλλους ανθρώπους.

Εμένα πάλι μου αρέσει που κατεβάζετε τον καλλιτέχνη σε επίγεια επίπεδα.

Ναι, γιατί έχουμε δει στα social media τη μια να αποθεώνεται ένας καλλιτέχνης και την άλλη να κανιβαλίζεται. Πολύ δυσάρεστη κατάσταση.

Εμπιστεύεστε την ενημέρωση από τα ΜΜΕ;

Δεν μ’ αρέσει καθόλου. Τη σιχαίνομαι την κατευθυνόμενη ενημέρωση, νιώθω ότι υποτιμούν τη νοημοσύνη μου. Όχι, ρε φίλε, δεν σ’ το επιτρέπω! Κλείνω απλά την τηλεόραση, αφού ακόμη και τα καλλιτεχνικά που πλασάρονται, δεν με αφορούν. Λέω καμιά φορά ότι η φωνή μου δεν έχει μεγάλη διαφορά από πριν πέντε χρόνια. Έρχονται και μου λένε «Τι σπουδαία τραγουδίστρια που είστε» και απαντώ «Το ίδιο τραγουδούσα και πριν πέντε και δέκα χρόνια». Απλά, όταν κυριαρχεί η μετριότητα, αν ακούσεις κάτι άλλο, θα το ξεχωρίσεις. Η αλήθεια είναι, όμως, ότι θέλουν τον πήχη πολύ χαμηλά. Σε όλα, σε όλα!

Διανύουμε τη χειρότερη περίοδο από τη Μεταπολίτευση και μετά;

Ο ιστορικός του μέλλοντος αυτό θα γράψει. Έχουμε άμυνες; Αναρωτιέμαι…Αν έχεις μια προσωπική ισορροπημένη ζωή, εκεί έχεις άμυνες. Αν δεν έχεις, τρελαίνεσαι.

Κάνετε ακόμη καλλιτεχνικά όνειρα;

Φυσικά και κάνω. Ετοιμάζω μια δουλειά μ’ ένα νέο δημιουργό, τον Κωνσταντίνο Γερμανό, που είχαμε κάνει το τραγούδι «Μαύρο τριαντάφυλλο» με αφορμή τον βίαιο θάνατο της Τοπαλούδη. Τώρα ολοκληρώνουμε μια καινούργια δουλειά κοινωνικού χαρακτήρα σε μουσική του Νταλάρα σ’ ένα κομμάτι. Έδωσαν μουσικές οι φίλοι μου, ενώ ο Κωνσταντίνος έγραψε όλους τους στίχους.

Τι απήχηση θα είχε σήμερα αν έβγαινε ένα «Προσωπικά»;

Ξέρετε τι γίνεται; Όταν ο έρωτας αρχίζει να φεύγει απ’ το οπτικό σου πεδίο, όταν τον βλέπουμε πίσω από μία οθόνη, δεν είναι έρωτας αυτό.

Γίνεται πλασματική ανάγκη.

Ανάγκη; Ο έρωτας είναι τόσο όμορφο πράγμα. Είναι και ένστικτο. Σε λίγο οι άνθρωποι θα ζουν μέσα σε κουτιά. Δεν θα έχουν δουλειά και όλα θα γίνονται μέσω ηλεκτρονικών υπολογιστών. Απορώ πως δεν ξεσηκώνονται όλοι μαζί οι άνθρωποι στον πλανήτη να γίνουν μία γροθιά. Θα καταντήσουμε χειρότερα απ’ τα ζώα, αυτά τουλάχιστον αγγίζονται, έρχονται σ’ επαφή. Πολύ γρήγορα θα έρθει αυτό. Αν πάψει να υπάρχει επαφή, θα πάψει και ο έρωτας. Δεν ξέρω, επομένως, τι μοίρα θα είχε το «Προσωπικά» αν έβγαινε σήμερα. Βάλτε κι όλη αυτή την υπερπληροφόρηση με χιλιάδες τραγούδια στις πλατφόρμες. Είναι χρέος μας να αφήσουμε γνώσεις στους νέους ακόμη κι αν γίνουμε γραφικοί. Συναντώ πολλά παιδιά και τους λέω «Αν δεν δεις το παρελθόν σου, δεν έχεις μέλλον». Πηγαίντε τώρα σ’ ένα μαγαζί «ελληνάδικο». Θα πουν την πρώτη επιτυχία, τη δεύτερη, την τρίτη – αν έχουν – και μετά όλο το βράδυ θα λένε τα δικά μας παλιότερα τραγούδια.

Σας ικανοποιεί ωστόσο που είστε κι εσείς ένα σημείο αναφοράς σαν τραγουδίστρια;

Δεν μ’ ενδιαφέρει η υστεροφημία. Καθόλου! Με νοιάζει να ζω το τώρα και να δημιουργώ και, φυσικά, να είναι καλά η οικογένεια μου. Παρόλο που φαίνεται το αντίθετο, δε με νοιάζει η υστεροφημία.

Γιατί το λέτε ότι φαίνεται; Επειδή είστε αλέγρα κατά βάθος;

Ναι, όλο αυτό, το ταπεραμέντο μου και ο υπέρμετρος εγωισμός μου.

Έχετε υπέρμετρο εγωισμό; Και πως σας βγαίνει;

Κάποιοι το διαβάζουν, εγώ το καταλαβαίνω.

Εγώ δεν θα σας έλεγα εγωίστρια, αλλά καλλιτέχνιδα σίγουρη για τον εαυτό της.

Είμαι! Κι επειδή είμαι, μπορώ να βάλω κάπου μέσα τον εαυτό μου και να πω «Κοίτα, είμαι καλύτερη απ’ αυτούς».

Αυτό πάλι δεν είναι εγωισμός.

Όχι, δεν είναι κακό. Εγώ όποτε είμαι στη σκηνή αισθάνομαι Μπάρμπαρα Στρέιζαντ και βάλε! Χρόνια το λέω αυτό. Νιώθω κυρίαρχος του παιχνιδιού. Όταν είμαι κάτω απ’ τη σκηνή, είμαι η Ελενίτσα του καθενός.

Μπαίνετε σ’ ένα ρόλο, δεν είστε ο εαυτός σας απόλυτα.

Μα όλα τα τραγούδια ρόλοι είναι. Είσαι ένας ερμηνευτής που δίνει πολλές τρίλεπτες παραστάσεις.

Και ποια είναι η πραγματική Ελένη Δήμου; Η πάνω ή η κάτω απ’ τη σκηνή;

Η κάτω απ’ τη σκηνή, εννοείται. Ευλογία είναι η σκηνή, ψυχοθεραπευτική. Εγώ δεν είμαι και αγαπημένο παιδί, όμως. Παράδειγμα: Γίνονται τόσες μουσικές εκπομπές. Επειδή έχω φέρει τις αντιρρήσεις μου, ποτέ δεν θ’ ακούσεις δικά μου τραγούδια.

Ποιες αντιρρήσεις ακριβώς εννοείτε;

Δεν πιστεύω, π.χ., στα talent shows. Χάνονται όλα αυτά τα παιδιά μετά. Πέρασαν πολύ καλές φωνές και τι έγιναν; Χάθηκαν…

Νιώθετε σαν αποκλεισμένη;

Όχι «σαν», είμαι. Και δεν είμαι και τραγουδίστρια του ενός τραγουδιού. Οι επιτυχίες που έκανα, το «Δεν με νοιάζει», το «Δεν πιστεύω», το «Ανησυχώ», είναι σπουδαία τραγούδια. Δεν έγιναν τυχαία επιτυχίες, επί τούτου. Δεν τους έκανα τη χάρη, όμως! Συνέχισα τις ζωντανές εμφανίσεις μου, όπου ξαναβρέθηκα με το κοινό μου και μ’ ακολουθεί σε οποιαδήποτε τρέλα μου κατέβει στο κεφάλι. Άλλοι μετράνε την επιτυχία τους με τα views και τα like, κάτι που βρίσκω τραγικό. Κρίμα είναι γενικά γιατί πιστεύω πως αυτή η χώρα δεν θα σταματήσει να παράγει σημαντικούς καλλιτέχνες, ειδικά στον λόγο. Και πως θα αναδειχτούν, πως θα προλάβουν μέσα στον κυκεώνα της υπερπληροφόρησης; Θυμηθείτε και τι ζήσαμε με τα premium CD στα περιοδικά και τις εφημερίδες. Έχω δει από κοντά ανθρώπους που έπαιρναν ένα CD και δεν το άκουγαν. Το βάζανε σε μια θήκη για να λένε ότι απλά το είχαν.

Ακόμη χειρότερα, κάποιοι έκαναν τα CD σουβέρ για το ουίσκι τους.

Το έχω κάνει κι εγώ σε δείγματα εταιρειών. Μετά δεν μου άρεσε σαν εικόνα, αλλά δεν θα συνέκρινα σε καμία περίπτωση το βινύλιο με το CD.

Βγάλατε λεφτά στη ζωή σας;

Δεν έκανα λαϊκά προγράμματα εγώ. Ναι μεν συνεργάστηκα με τον Μητροπάνο και με τον Μαρίνο, αλλά έλεγα λαϊκά μόνο δικής μου επιλογής. Με θυμάμαι στη Θεσσαλονίκη να λέω ένα τραγούδι των Παιδιών από την Πάτρα επειδή μου άρεσε. Θέλω να πω ότι συνήθως οι λαϊκοί τραγουδιστές έπαιρναν καλύτερα χρήματα. Επιλογές του καθενός είναι αυτές.

Κυρία Δήμου, σας ευχαριστώ πολύ γι’ αυτή την εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη. Εύχομαι να πάτε πολύ καλά στις παραστάσεις στη «Σφίγγα» και να τιμάτε πάντα τη μνήμη πολύτιμων συνεργατών σας, σαν τον Γιάννη Σπανό.

Εγώ χαίρομαι με όλα τα αφιερώματα που γίνονται στη μνήμη του Γιάννη. Και με της Τάνιας, αλλά και με των παιδιών που είχε μαζί του ο Σπανός. Είμαι ευγνώμων στην Πένυ Ξενάκη και στα άλλα παιδιά, που συνεχίζουν. Το ίδιο ευγνώμων θα ήταν και ο Γιάννης. Τραγουδάμε δυνατά να φτάσει εκεί ψηλά η φωνή μας, να μας ακούει, να χαίρεται και να μην ξεχαστεί ποτέ.

* Πρώτη δημοσίευση: documentonews.gr

** Η Ελένη Δήμου παρουσιάζει στη μουσική σκηνή «Σφίγγα» ένα πρόγραμμα αφιερωμένο στα τραγούδια του Γιάννη Σπανού και του Άκη Πάνου με την επιμέλεια της Λίνας Νικολακοπούλου. Μαζί της ο Απόστολος Κίτσος και ο Γιώργος Χουβαρδάς. Όλες τις Παρασκευές μέχρι τις 3 Ιανουαρίου 2025