Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2023

Οδοιπορικό στη Μονεμβασιά (3 - 5 Νοεμβρίου 2023)

Η αναχώρηση έγινε από το Σύνταγμα στις 2 το μεσημέρι. Ήμασταν οι συνάδελφοi Κυριακή Μπεϊόγλου, ο Γιάννης Πανταζόπουλος από τη LIFO, ο Βασίλης Νάτσιος από το Cosmopoliti, η Αριέττα Πούλιου από το travel.gr κι εγώ από το Documento και το OLAFAQ. Μαζί μας ήταν ακόμη η Σόφη Μουτάφη και η Ευαγγελία Πέττα, τα δύο κορίτσια που δουλεύουν όλο το χρόνο για το Malvasia Festival, τον σκοπό δηλαδή του ταξιδιού μας. Με οδηγό τον Δημήτρη, που είναι επιστήμονας τροφίμων, μπήκαμε στο βαν και ύστερα από αρκετές ώρες - πάνω από τέσσερις για την ακρίβεια - φτάσαμε στη Μονεμβασιά.  

Με την Κυριακή Μπεϊόγλου λίγο πριν την αναχώρηση μας
Πρώτη στάση, λίγο μετά τους Μολάους και πριν φτάσουμε στη Μονεμβασιά, κάναμε στο οινοποιείο του Γιώργου και της Έλλης Τσιμπίδη. Οι άνθρωποι μας κέρασαν από τις μοναδικές ποικιλίες κρασιών τους μαζί με τα δέοντα εδέσματα (ελιές, προσούτο, σύγκλινο και γραβιέρα), ενώ μας ξενάγησαν στο χώρο του οινοποιείου με τα βαρέλια και τα αναρίθμητα μπουκάλια προς ωρίμανση. 



Ο Τσιμπίδης είναι μεγάλη ιστορία στο πεδίο της εγχώριας οινοποιείας. Αυτοδημιούργητος άνθρωπος που μπορεί σήμερα τα κρασιά του και ειδικά ο λιαστός οίνος με την ονομασία «Malvasia» να πωλούνται και στις πέντε ηπείρους, ο ίδιος όμως δεν ξέχασε τη λαϊκή καταγωγή του και την ιστορία του τόπου του. 
Ο γλυκόπιοτος λιαστός οίνος «Malvasia», ίσως το ωραιότερο κρασί που έχω πιεί ποτέ
Θα ήθελα κάποια στιγμή να του πάρω μία συνέντευξη, όπως ήδη το κανονίσαμε, παρόλο που δεν θεωρεί πως είναι η κατάλληλη στιγμή. Γεγονός είναι, όμως, πως μαζί με την σύζυγο του και μητέρα των τριών κοριτσιών τους, την Έλλη, αποτελούν ένα αχτύπητο και επιτυχημένο επιχειρηματικό δίδυμο. Τους βλέπετε στην παρακάτω φωτογραφία:
Κουρασμένοι καθώς ήμασταν, πήγαμε απ' το ξενοδοχείο μας, το οποίο ήταν πέντε λεπτά με τα πόδια απ' την περίφημη καστρούπολη της Μονεμβασιάς. Η ιδιοκτήτρια ήταν από την Τασμανία, ευγενική και κατατοπιστική, που άκουσε τα παράπονα των περισσοτέρων για την αδυναμία σύνδεσης με το internet. Με τον Νάτσιο του Cosmopoliti μας έβαλαν σε διπλανά δωμάτια, ο Βασίλης όμως άλλαξε δωμάτιο την επόμενη μέρα, καθώς δεν υπήρχε internet, όπως είπαμε, ενώ και στο μπάνιο του για να χωρέσεις έπρεπε να είσαι...στρουμφάκι. Εγώ πάλι παρέμεινα εκεί. Δε βαριέσαι, δυο βράδια θα μέναμε ούτως ή άλλως. Ετοιμαστήκαμε και ανηφορίσαμε για το κάστρο, όπου μας είχαν τραπέζι. Και τι τραπέζι! Γ@μησε τα, πάει η κέτο διατροφή μου...
Λάτρεψα τις γάτες της Μονεμβασιάς, που μου θύμισαν την Κωνσταντινούπολη, εκεί που τα αγαπημένα μου ζώα κυκλοφορούσαν ήσυχα και χαδιάρικα ανάμεσα στους θαμώνες των καφέ και των εστιατορίων. Γάτες καλοαναθρεμμένες και στειρωμένες, τρισευτυχισμένες θα λέγαμε εκεί που ζουν, μια και στην καστρούπολη δεν κυκλοφορούν αυτοκίνητα και άρα δεν κινδυνεύουν από ατυχήματα. Γυρίσαμε στο ξενοδοχείο εξοντωμένοι από κούραση. 
Σηκώθηκα πολύ πρωί, όπως συνηθίζω τα τελευταία χρόνια με τη δουλειά. Δοκίμασα το μάλλον αδιάφορο πρωινό του ξενοδοχείου και βγήκα έξω για τα τσιγάρα με τον καφέ μου. Δεν γινόταν να κάτσεις έξω. Είχε τέτοιο αέρα που σ' έπαιρνε και σε σήκωνε. Η θάλασσα λυσσομανούσε και οι αέρηδες σφύριζαν ενοχλητικά. 

Την έκανα ωστόσο μια βόλτα λίγα μέτρα παραπέρα απ' το ξενοδοχείο και συγκεκριμένα στη μικρή γέφυρα που ενώνει την πόλη με το κάστρο και που γίνεσαι μούσκεμα όταν την περπατάς με δυνατό αέρα και κύμα. Όπως είχε εκείνη τη μέρα...Μεταφερθήκαμε στην κινηματογραφική λέσχη της περιοχής, ένα παλιό σχολείο που με πρωτοβουλία των περίοικων, μετατράπηκε σε αίθουσα ψυχαγωγίας. Εκεί έγινε η συνέντευξη Τύπου, απ' την οποία, ενώ ακούστηκαν πολλά και ενδιαφέροντα απ' όλους τους ομιλητές, εμάς μας ενδιέφερε η αποτίμηση του πρώτου Malvasia Festival, έτσι όπως την περιέγραψαν η Σόφη, η Ευαγγελία και ο Σωτήρης, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του. Γι' αυτό δεν θα γράψω εδώ, αλλά στο σχετικό άρθρο μου στο Documento της επόμενης Κυριακής. Ύστερα από ένα δίωρο περίπου, αναχωρήσαμε για τον Γέρακα, το νοτιότερο φιόρδ της Ευρώπης και μάλλον ένα απ' τα ομορφότερα μέρη της Ελλάδας. 
Κ. Μπεϊόγλου - Bosko - Β. Νάτσιος - Γ. Πανταζόπουλος - Α. Πούλιου

Ότι και να πω, θα'ναι λίγο για την ομορφιά του τοπίου. Εκεί που η θάλασσα σταματάει ακριβώς στα πόδια σου και αρχίζει η στεριά. Ευτυχώς ο αέρας είχε κόψει κι έτσι απολαύσαμε το περπάτημα και τη θέα ενώ βγάλαμε πολλές αναμνηστικές φωτογραφίες. 

Ακολούθησε γεύμα (τι άλλο;) σε μια απ' τις πιο φημισμένες ψαροταβέρνες της χώρας, απ' ότι έμαθα. Με σεφ την κυρία Ελένη, δοκιμάσαμε τοπικές πίτες με σπανάκι και απίστευτες συνταγές ψαρικών με γαρίδες, καβούρια, σουπιές και χταπόδι με καραμελωμένη φάβα. Και οι σαλάτες όμως δεν πήγαιναν πίσω. Οπτική πανδαισία. Πάρτε μια γεύση...





Τα είπαμε και ωραία μεταξύ μας με τους συναδέλφους, διότι καλά είναι τα διάφορα μέρη και τα τραπεζώματα, το παν είναι όμως η καλή παρέα. Εδώ είμαστε με τον Πανταζόπουλο και τον Νάτσιο:

Μετά τον Γέρακα, ζαλισμένοι απ' τα κρασιά και μπουχτισμένοι απ' το φαΐ μέχρι σκασμού σχεδόν, επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο για ξεκούραση. Αργότερα θα πηγαίναμε για ποτά σ' ένα ωραίο μπαρ μέσα στο κάστρο της Μονεμβασιάς. Υποτίθεται δεν θα τρώγαμε για βράδυ! Αμ δε...



Πράγματι, κάτσαμε σ' ένα πανέμορφο μπαρ ρέστοραν σε μια αυλή με θέα στη θάλασσα από ψηλά. «Θα φάτε κάτι...τσιμπητό» είπε ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού κι εμείς λέγαμε ότι θα μας φέρει καναπεδάκια, μεζεδάκια κλπ. Αντ' αυτού άρχισαν πάλι να έρχονται πιατέλες με σουβλάκια, μπιφτέκια και σαλάτες. Άντε πάλι φαΐ εκεί που ακόμη δεν είχαμε χωνέψει το μεσημεριανό! Στην παρέα ήταν οι πάντες: Οι διοργανωτές του φεστιβάλ, ο αντιδήμαρχος Μονεμβασιάς, το ζεύγος Τσιμπίδη και, φυσικά, η δημοσιογραφική παρέα μας. Οι γάτες μια απ' τα ίδια: Ανέβαιναν στα καθίσματα ανάμεσα μας και απολάμβαναν τα χάδια μας. Μια - δυο απ' αυτές που βλέπετε στις φωτογραφίες, αν δεν είχα τα δύο δικά μου γατιά να με περιμένουν στην Αθήνα, θα τις είχα...απαγάγει. Τέλος πάντων, φάγαμε, ήπιαμε, συζητήσαμε, τσουγκρίσαμε ποτήρια και λίγο μετά τη μία τη νύχτα αποφασίσαμε να γυρίσουμε στο ξενοδοχείο. Ξεράθηκα κανονικά, δεν άντεξα με τους ρυθμούς της ημέρας που είχε περάσει μόλις. 


Το επόμενο πρωί, λίγο πριν αναχωρήσουμε για Αθήνα, ευτυχώς που συνεννοηθήκαμε με τον Πανταζόπουλο να ανέβουμε παρέα για μια τελευταία βόλτα στο κάστρο. Θέλαμε να επισκεφτούμε το σπίτι του ποιητή Γιάννη Ρίτσου, το οποίο - απ' ότι είχαμε ακούσει την προηγούμενη στη συνέντευξη Τύπου - πουλήθηκε από την κόρη του, Έρη, στον δήμο Μονεμβασιάς για 750.000 ευρώ προκειμένου να γίνει μουσείο και τόπος επίσκεψης των ξένων. Πραγματικά ασήμαντο ποσό συγκριτικά μ' ένα άλλο παρακείμενο σπίτι εντός του κάστρου, ιδιοκτησίας ενός Ιταλού, που επίσης πουλήθηκε σε ιδιώτη για ενάμισι εκατομμύριο ευρώ, δηλαδή τα διπλά λεφτά. Κατά τη γνώμη μου, ήταν σοφή η κίνηση αυτή της μοναχοκόρης και κληρονόμου του ποιητή. Το σπίτι ήδη ετοιμάζεται να γίνει μουσείο και εννοείται πως θα συντηρείται από τον δήμο ως πολιτιστική κληρονομιά. Μπήκαμε και μέσα, βγάλαμε ένα σωρό φωτογραφίες, αλλά ούτε γι' αυτό θα γράψω εδώ. Δείτε μόνο μία φωτογραφία: Το κρεβάτι του Γιάννη Ρίτσου, έτσι όπως το άφησε η κόρη του να υπάρχει για πάντα μέσα στο σπίτι - μουσείο. 
Αμέσως μετά πήγαμε με τον Πανταζόπουλο για καφέ στο «Βόλαξ», αν το γράφω σωστά. Φαρμακείο ο καφές...Δύο καφέδες έκαναν εννιάμισι ευρώ! Δε βαριέσαι. Εδώ ο καφές στο πρώην Zonars κοστίζει σχεδόν έξι ευρώ και δεν βλέπεις και τη θέα που είχαμε εμείς. Εκεί μας συνάντησαν η Ευαγγελία και η Σόφη, οι υπεύθυνες επικοινωνίας - και όχι μόνο - του Malvasia Festival. Αποφασίσαμε όλοι μαζί να κάνουμε έναν μεγάλο περίπατο μέσα στο κάστρο και να φτάσουμε μέχρι τον φάρο του. 


Έχω την αίσθηση πως κάθισα στο ομορφότερο καφέ του κόσμου! 







Ήμουν ο μόνος που πρώτη φορά επισκεπτόμουν το κάστρο της Μονεμβασιάς. Τα μεν κορίτσια δουλεύουν εκεί και πηγαινοέρχονται τακτικά από την Αθήνα,ο δε Πανταζόπουλος γνωρίζει καλά επίσης το μέρος, αφού έχει πάει πολλές φορές. Έμαθα πως εκεί αγοράζεις τις πέτρες στην ουσία, αφού μόνο μ' αυτές είσαι υποχρεωμένος να χτίσεις σπίτι, άπαξ βέβαια και σου περισσεύουν εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ για να το κάνεις! Είδαμε και περπατήσαμε γραφικά σοκάκια, ερείπια χριστιανικών εκκλησιών, πολεμίστρες με τις μπάλες των κανονιών άθικτες, μικρομάγαζα τουριστικά, πανέμορφα στέκια για φαγητό και καφέ, ενώ στον απομακρυσμένο φάρο τραβήξαμε και μερικά χιουμοριστικά βιντεάκια σε στυλ...Happy Traveller. 
Σ. μουτάφη - Ε. Πέττα - Bosko - Γ. Πανταζόπουλος
Λίγο μετά τις 11 το πρωί μπήκαμε ξανά στο βαν και με οδηγό πάντα τον Δημήτρη κινήσαμε για την Αθήνα, στην οποία φτάσαμε πέντε ώρες αργότερα. Για ότι ακούσαμε, μάθαμε και για ότι θα γράψουμε, που να αφορά το σκοπό του συγκεκριμένου ταξιδιού, θα τα διαβάσετε σύντομα από το Documento, τη LIFO, το Cosmopoliti και το travel.gr - εδώ εγώ απλά έκανα ένα tour στο περασμένο τριήμερο στην Μονεμβασιά που λάτρεψα και που σίγουρα θα επισκεφτώ ξανά με την πρώτη ευκαιρία. 

Παρασκευή 3 Νοεμβρίου 2023

Οδυσσέας Ιωάννου: «Με σοκάρει ο διχαστικός λόγος στα ΜΜΕ»

Ραδιοφωνικός παραγωγός, στιχουργός, συγγραφέας και δημοσιογράφος, ο Οδυσσέας Ιωάννου είναι ακόμη η φωνή των νιάτων μας μέσα από τη συχνότητα του Μελωδία, του σταθμού που, από το '90 και μετά, διαμόρφωσε την αισθητική του «έντεχνου» τραγουδιού στην Ελλάδα. «30 χρόνια λόγια στα τραγούδια» ονομάστηκαν οι δύο συναυλίες που θα διεξαχθούν στο Christmas Theater το Δευτερότριτο 6 και 7 Νοεμβρίου. Για την ακρίβεια είναι 31 τα χρόνια που ο Ιωάννου υπάρχει ως στιχοπλόκος στη δισκογραφία αρχής γινομένης από ένα δίσκο της Βούλας Σαββίδη. Έκτοτε ακολούθησαν πολλοί δίσκοι για τις μεγαλύτερες φωνές, προϊόντα των συνεργασιών του με συνθέτες όπως ο Θάνος Μικρούτσικος, ο Σωκράτης Μάλαμας, ο Μίλτος Πασχαλίδης, ο Θέμης Καραμουρατίδης κ.α. Ο Οδυσσέας Ιωάννου δεν δίνει συχνά συνεντεύξεις και γι' αυτό η δική μας, για το ένθετο Docville του Documento, αποτέλεσε μια φωτεινή εξαίρεση. Τον ευχαριστώ για εκείνο τον καφέ στην Τεχνόπολη που μου έδωσε την ευκαιρία να τον γνωρίσω κι εγώ καλύτερα. 


Πόσος καιρό ετοιμαζόταν αυτό το συναυλιακό αφιέρωμα στα τραγούδια σας;

Εδώ και δυόμισι χρόνια μου είχε κάνει την πρόταση ο Μιχάλης Κουμπιός και του έλεγα όχι για δύο λόγους: Ο ένας ήταν ότι δε μου αρέσει να κάνω ταμείο στη ζωή μου, αφού ποτέ δε χωρίζω τη ζωή μου σε περιόδους. Το ότι έκλεισα 30 χρόνια – 31 για την ακρίβεια – δε βλέπω να είναι κανένα απολύτως ορόσημο. Είναι μια ακόμη στιγμή πάνω στη γραμμή των στιγμών της ζωής μου. Ο άλλος ήταν ότι είναι πολύ νωρίς, αφού είμαι νέος ακόμα.

Σωστά, είστε μόνο 56 ετών αν δεν κάνω λάθος.

Ωστόσο ξύπνησα ένα πρωί και συνειδητοποίησα ότι δεν είμαι μικρός. Ας πούμε ότι έχω πια μαζεμένα γύρω στα 250 τραγούδια. Το είδα καθαρά ως γιορτή, αν και ξαναλέω ότι το αφιέρωμα στήθηκε υπό πίεση. Είπα λοιπόν «πάμε να δούμε μια φωτογραφία δέκα χαρούμενων ανθρώπων που χαμογελάνε πάνω στη σκηνή με τραγούδια που αγαπάμε».

Ο Κουμπιός πάντως δικαιώθηκε. Η πρώτη συναυλία έγινε sold out και προσθέσατε μια δεύτερη ακόμη.

 Ναι, αλλά για να είμαστε ειλικρινείς, δεν έρχονται για μένα. Έχω φέρει δέκα τραγουδιστές, τους οποίους λατρεύει όλη η Ελλάδα. Είναι συλλογική ιστορία, δεν χρεώνομαι καμιά προσωπική επιτυχία. Σκεφτείτε ότι υπάρχουν άνθρωποι που μ’ αγαπούν από το ραδιόφωνο, ακούγοντας με για πολλά χρόνια, οπότε θα είπαν «πάμε ν’ ακούσουμε τη φωνή, που ακούγαμε όταν σπουδάζαμε».

Πότε ξεκίνησε αυτός ο έρωτας με τις λέξεις;

Όσο κι αν σας φαίνεται παράξενο, όσα έχω κάνει στη ζωή μου έγιναν με παραίνεση. Στίχους έγραψα επειδή με πίεσε ο Τσακνής, δεν είχα ποτέ σκοπό να γράψω. Βιβλίο έβγαλα όταν η Μπούρα διάβασε κάποια στιγμή ένα διήγημα μου στο περιοδικό «Μετρό» και μου ζήτησε άλλα εννέα διηγήματα για να γίνουν βιβλίο.  Έχω την αίσθηση τώρα ότι το ελληνικό τραγούδι με μάζεψε πραγματικά απ’ το δρόμο. Γεννήθηκα και μεγάλωσα Κεφαλληνίας και Φυλής το 1967, όπου στην ίδια οδό έμεναν τότε ο Λοΐζος, ο Μικρούτσικος και ο Σιδηρόπουλος. Ο Λειβαδίτης επίσης και ο Charlie των Νοστράδαμος. Ήμασταν ακριβώς στον ίδιο δρόμο.

Μεγαλώσατε, μου λέτε, δίπλα σ’ αυτούς τους ανθρώπους.

Σιγά μην τους ήξερα…Δεν ήταν μόνο οι άνθρωποι αυτοί, αλλά υπήρχαν και οι οίκοι ανοχής. Είχαμε καλές σχέσεις μαζί τους, αφού ως παιδιά έπεφτε μέσα η μπάλα μας και πηγαίναμε να την πάρουμε. Δυστυχώς στην πορεία έμαθα ότι πολλά παιδιά απ’ τις παρέες εκείνες, «πήγαν» από ναρκωτικά, γι’ αυτό λέω ότι το τραγούδι εμένα μου έδωσε ένα σπίτι και μία ασφάλεια σε μια εποχή που ήταν πολύ εύκολο να χαθώ. Ίσως με βοήθησε και το ότι έπαιζα πολύ καλή μπάλα και ήμουν πολύ καλός μαθητής. Χρωστάω στο ποδόσφαιρο την κοινωνικοποίηση μου, αφού μπορούσα να είμαι μέσα σ’ όλες τις παρέες. Στους μεν επειδή έπαιζα καλή μπάλα και στους δε επειδή ήμουν καλός στα μαθήματα. Στο ελληνικό τραγούδι, στο ξένο μυθιστόρημα και στο ποδόσφαιρο χρωστάω την προσωπική μου θωράκιση.

Ήσασταν πολυμελής οικογένεια;

Όχι, οι γονείς μου κι εγώ με έναν ακόμη μεγαλύτερο αδερφό. Η μητέρα μου ήταν θυρωρός στην πολυκατοικία. Ζούσαμε και οι τέσσερις σ’ ένα υπόγειο που παραχωρούσαν στους θυρωρούς, όχι πάνω από 35 τετραγωνικά. Να φανταστείτε ότι κρεβάτι δεν χώραγε και είχαμε πολυθρόνες που άνοιγαν. Μου έχει μείνει το τραύμα να έχουμε μες το σπίτι μας τον λέβητα του καλοριφέρ, ο οποίος πλημμύριζε συχνά. Όταν δούλευε, δε μπορούσες ούτε να διαβάσεις, ούτε να κοιμηθείς. Παρόλα αυτά και το λέω ως κάτι εντυπωσιακό, δεν αισθάνομαι καμία αδικία και δεν έχω τίποτα δυσάρεστο να αφηγηθώ. Δεν φέρω κανένα τραύμα από εκείνα τα χρόνια που τα βλέπω ως πολύ θετικά.

Το λέτε εμπειρικά ή έχετε κάνει την ψυχανάλυση σας;

Ποτέ δεν έχω κάνει ψυχανάλυση, δεν τη χρειάστηκα. Την έκανα μόνος μου μέσα από το ξένο μυθιστόρημα και, κυρίως, μέσα από το αδιάρρηκτο παρεάκι των Ντοστογιέφσκι – Καμί – Κάφκα. Τα τελευταία χρόνια κατάφερε να μπει με ζόρι στο παρεάκι αυτό και ο Κόρμακ Μακ Κάρθι. Τους λατρεύω όλους, ακούστε όμως και κάτι φοβερά εντυπωσιακό που συνέβαινε στην πολυκατοικία: Η κοινωνική διαστρωμάτωση, το status σου, δεν είχε να κάνει με την περιοχή που έμενες, αλλά με τον όροφο στην ίδια περιοχή. Όλα τα διαμερίσματα σε εμάς, απ’ τον πρώτο ως τον έκτο όροφο, ήταν δίδυμα, ίδια τετραγωνικά, ίδια διαρρύθμιση. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι η μητέρα μου μιλούσε στον ενικό μέχρι τον τρίτο και στον πληθυντικό στα άλλα τρία πατώματα. Όταν τη ρώτησα γιατί γινόταν αυτό, μου απάντησε πως αυτός που έμενε στον πέμπτο, λόγου χάριν, ήταν διευθυντής τραπέζης. Όλα τα παιδιά όμως παίζαμε ισότιμα, δεν υπήρχαν διαχωρισμοί και ο πλούσιος ήταν ανάμεσά μας. Αυτό χάθηκε, σήμερα θεωρείται προνόμιο να μένεις στην τάδε περιοχή και έτσι δημιουργείται απομόνωση και γκετοποίηση.

Τι εννοείτε μ’ αυτό που είπατε πριν ότι το ελληνικό τραγούδι σας έσωσε απ’ το να χαθείτε; Αναφέρεστε σε καταχρήσεις;

Όχι, η μόνη κατάχρηση που έχω είναι το τσιγάρο. Πάρα πολύ μεγάλη κατάχρηση! Υπερβολική και με αντιπαθώ γι’ αυτό. Όταν κάθομαι να γράψω, δεν μπορώ να σταυρώσω μία φράση χωρίς τσιγάρο. Το μυαλό μου είναι σκόρπιο και με την πρώτη τζούρα, μαζεύεται, συγκεντρώνεται.

Παρομοίως, αλλά άντε πες το σ’ αυτούς που μας βρίζουν…

Έχουν δίκιο, μωρέ, γι’ αυτό και με αντιπαθώ που δεν μπορώ να κάνω κάτι γι’ αυτό. Αλκοόλ, ας πούμε, δεν πίνω ποτέ. Έπινα μέχρι τα 25 μου πριν αρχίσει να αντιδράει το σώμα μου και να μην περνάω καλά. Να σας πω και κάτι άλλο, που μπορεί να είναι αφορισμός, αλλά το πιστεύω; Κάθε καλλιτέχνης πρέπει να έχει οπωσδήποτε πάθη, γιατί τα μεταμφιέζει ώστε να μιλήσει για τα πάθη των άλλων. Όταν έχω να γράψω ένα τραγούδι για έναν αλκοολικό, μπορώ να το γράψω χωρίς να είμαι ψεύτης. Πρέπει να έχεις πάθη αν θες να μιλήσεις για των άλλων τα πάθη!

Κι έτσι θεραπεύεται το δικό σου πάθος; Όχι μάλλον.

Όχι, καθόλου!  Βοηθάει μόνο να έχεις ενσυναίσθηση στη δουλειά σου κι εγώ δεν είμαι τραγουδοποιός, δεν καλούμαι να υπηρετήσω πάνω στη σκηνή το τραγούδι. Όταν ο Πασχαλίδης λέει ένα τραγούδι μου, εγώ είμαι σπίτι μου και κοιμάμαι. Η δική μου δουλειά είναι να πάρω θραύσματα της δικής σου ζωής και να σου τα επιστρέψω έμμετρα.

Ποιο είναι το πρώτο τραγούδι που γράψατε ποτέ;

Αυτό που βγήκε, το «Ζεϊμπέκικο της Πατησίων» του Διονύση Τσακνή με τη Βούλα Σαββίδη. Η Βούλα τραγούδησε κι ακόμη ένα δικό μου πιάνο – φωνή, το «Κι όλο μου λες» σε μουσική Γιώργου Καζαντζή. Ήταν το μεγάλο come back της Σαββίδη μετά τον Χατζιδάκι. Ζητήθηκαν για το δίσκο της τραγούδια από πολλούς συνθέτες και στιχουργούς. Του Διονύση δεν του έβγαινε στίχος. «Όπως σ’ ακούω στο ραδιόφωνο» μου είπε, «πιστεύω ότι μπορείς να γράψεις». Έτσι μου βγήκε αβίαστα το κομμάτι που μιλούσε για την Πατησίων που μεγάλωσα. Επίσης επειδή εγώ δεν έχω ονομαστική εορτή και τα γενέθλια μου έπεφταν πάντα μέσα στις διακοπές, 5 Ιανουαρίου, δεν είχα λόγο να πάω ένα γλυκάκι στο σχολείο για να μου πουν χρόνια πολλά. Να ένα τραύμα! Το πρώτο μου στιχούργημα γράφτηκε για την Πατησίων και για τα γενέθλια μου. Το μοναδικό μου τραγούδι που δεν υπάρχει στο YouTube σκέφτομαι πως είναι η «Οδύσσεια» σε μουσική Τσακνή που την είχε πει ο Πέτρος Γαϊτάνος.

Με τον Τσακνή ήσασταν φίλοι, απ’ ότι κατάλαβα. Πως έγινε όμως το μεγάλο ξάνοιγμα σας;

Άμα τα βάλουμε κάτω, το μεγάλο ξάνοιγμα έγινε μετά το 2010, όταν έφυγα απ’ τον Μελωδία. Απ’ τους εννέα προσωπικούς δίσκους, οι έξι – εφτά έγιναν μετά, εξαιρουμένης της «Θάλασσας στη σκάλα». Μπορεί αυτό το άλμπουμ να είναι το ορόσημο μου, αλλά είχα φάει το παραμύθι και δε με συγχωρώ γι’ αυτό. Εννοώ την ενοχή ότι απαγορεύεται να είσαι στο ραδιόφωνο και να γράφεις τραγούδια. Μου το πέρασαν πάρα πολύ αυτό οι δημοσιογράφοι. Όσο ήμουν στον Μελωδία έβγαζα 2, 4 τραγούδια το χρόνο. Δεν γινόταν να είσαι διευθυντής κιόλας ενός μέσου ενημέρωσης και να γράφεις τραγούδια. Έγινε, τελείωσε και ο χρόνος δε γυρίζει πίσω.

Κι αν μπορούσε να γυρίσει;

Θα συνέχιζα να γράφω. Ο Μελωδία ήταν ούτως ή άλλως ένας σταθμός ελεύθερος χωρίς play list, άρα δεν θα επέβαλλα τα τραγούδια μου. Και τι να επιβάλλεις; Το 2,4 που σας είπα; Στην ουσία απελευθερώθηκα μετά τον Μελωδία και τότε έφτιαξα τους προσωπικούς μου δίσκους, σαν αυτούς που κάναμε με τον Θέμη Καραμουρατίδη. Μετά τον Θάνο, ο Θέμης είναι το Νο 2 για μένα.

Πως σχολιάζετε τον Μελωδία του 2023;

Έχει γίνει ένα εξαιρετικό ipod, αλλά όχι ραδιόφωνο. Πολύ καλά τραγούδια, αλλά ατάκτως ερριμμένα. Η ιστορία του ελληνικού τραγουδιού δεν είναι τα σουξέ του. Όπως εμείς οι άνθρωποι είμαστε άθροισμα των αδυναμιών μας και των κορυφαίων στιγμών μας. Όταν παίρνεις τραγούδια που έγιναν επιτυχίες και άλλα που δεν ακούστηκαν, είναι σαν να παίρνεις έναν άνθρωπο και να του λες «θέλω να είσαι μονίμως στο 10 σου. Μη μου πας ποτέ στο 5 σου ή στο 4 σου. Αυτή τη σχέση θέλω». Δε μπορεί να αλλάξει αυτό, γιατί έχουν γίνει ολόκληρες έρευνες για το play list και ο κόσμος θέλει αυτό. Τώρα ο 9.84, π.χ., απ’ το μεσημέρι και μετά είναι ένας πιο ανοιχτός Μελωδία. Πριν από μένα παίζεται μια καταπληκτική αθλητική εκπομπή, άρα όσοι με ακούν, δεν ακούν τους προηγούμενους. Μιλάμε για ένα πολυσυλλεκτικό ραδιόφωνο και δυστυχώς ή ευτυχώς το ελληνικό τραγούδι δεν είναι πια η προτεραιότητα του κόσμου. Ο κόσμος δεν έχει διάθεση να ακούσει καινούργια πράγματα, δε θέλει το ξεβόλεμα, αλλά αυτά που ξέρει. Γι’ αυτό και πάντα, μετά από ένα άγνωστο τραγούδι, θα ακούσεις ένα πανεθνικό σουξέ. Δεν τους παίρνει να παίξουν στη σειρά δυο τραγούδια άγνωστα. Υπάρχουν και οι βαθμολογίες. Παίζεις είκοσι δευτερόλεπτα από ένα καινούργιο κομμάτι και το κοινό το βαθμολογεί από 1 μέχρι 5, έτσι γίνονται οι έρευνες. Το χειρότερο είναι ότι δεν συνδέουν το ελληνικό τραγούδι με ιστορικά γεγονότα και την εποχή του. Εγκληματικό αυτό! Το ελληνικό τραγούδι είναι δεμένο με συγκυρίες κι όταν μου παίζεις ένα, χωρίς να μου λες πότε βγήκε και τι γινόταν τότε, δημιουργείς έτσι γενιές καταναλωτών ακροατών.

Και δεν ασφυκτιάτε μέσα σ’ όλη αυτή την κατάσταση;

Ασφυκτιώ πάρα πολύ και πλέον ακούω ραδιόφωνο μόνο μέσα στο αμάξι. Είναι αστείο που ξέρω πια ποιο θα είναι το επόμενο τραγούδι. Να φανταστείτε ότι το τραγούδι «Μαμά» με τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, ενώ έχει 10.000.000 κλικ στο YouTube, δεν έχει παιχτεί ποτέ στα ραδιόφωνα, γιατί ο Βασίλης έχει άλλα τραγούδια με υψηλότερη βαθμολογία που μετράνε 30 χρόνια.

Νομίζω πως έτσι ένας κανονικός ακροατής θα έκλεινε οριστικά το ραδιόφωνο.

Να, όμως, που δεν το κάνει! Για να είμαστε ακριβείς, το 60% των ακροατών ακούν μέσα στο αμάξι τους. Στο σπίτι δεν ακούνε και αυτό συμβαίνει ότι έχουν μεγαλώσει. Ο 18άρης δεν οδηγεί και κατεβάζει μουσική απ’ τις πλατφόρμες, άρα το ραδιοφωνικό κοινό γερνάει. Υπάρχει και το εξής οξύμωρο: Πήγα στη συναυλία του Μίλτου στον Βύρωνα πέρσι, που είχε εφτάμισι χιλιάδες κόσμο. Πριν από εφτά χρόνια, κάναμε μια κουβέντα με τον Μίλτο: «Ρε φίλε, με προβληματίζουν οι ηλικίες σου» του είπα. «Έρχονται άνθρωποι ηλικίας 35 plus. Που θα πάει αυτό;» Μου απάντησε πως δε μπορεί να κάνει κάτι άλλο πέρα απ’ αυτό που είναι. Χωρίς να καταλάβει κανείς τι έγινε, ούτε καν ο Μίλτος, στη συναυλία στον Βύρωνα οι 4.500 άνθρωποι από το κοινό ήταν κάτω από 22 χρονών.

Αυτό εγώ θα το απέδιδα στην ιδιοσυγκρασία του καθενός καλλιτέχνη. Υπάρχουν κι άλλοι τραγουδοποιοί της γενιάς του Μίλτου, εξίσου κοσμσγάπητοι, οι οποίοι χάθηκαν στην πορεία.

Συμφωνώ, είναι και θέμα χαρακτήρα. Το παράδοξο είναι πως αναζωπυρώθηκε το ενδιαφέρον για το έντεχνο από 18άρηδες.  Από το 2015 – 16 συνέβη αυτό, ενόσω κυριάρχησαν για λίγο οι αγγλόφωνες μπάντες και άλλα είδη τραγουδιού, σαν την τραπ μέχρι τις μέρες μας. Εμείς κάποτε θυσιάζαμε δύο εξόδους για ν’ αγοράσουμε ένα βινύλιο που κόστιζε 450 δραχμές. Αγόραζα τη μουσική μου και είχαμε μια πολύ ιδιαίτερη σχέση σε αντίθεση με σήμερα που κάνεις μία έτσι το χέρι σου και παίρνεις τραγούδια ελεύθερα, τζάμπα. Πως θα τη σεβαστείς έτσι τη μουσική; Όταν οι πληροφορίες τρέχουν, στουμπώνουν στην έξοδο και γίνονται πολτός.

Ποιους στιχουργούς θεωρούσατε φάρους σας;

Λατρεύω παθολογικά τους Μάνο Ελευθερίου – Άλκη Αλκαίο. Έχω ζηλέψει την καθαρότητα του ακαριαίου στίχου του Άκη Πάνου, θα ήθελα τρομερά να γράψω έστω δύο λαϊκά τραγούδια σαν τα δικά του. Λατρεύω τον Γιάννη Θεοδωράκη, αφού τα «Δακρυσμένα μάτια» είναι το τραγούδι της ζωής μου. Τρελαίνομαι με την εκτέλεση του Κώστα Χατζή από το 1962.

Μου κάνει εντύπωση που δεν μου αναφέρετε τον Νίκο Γκάτσο και τον Λευτέρη Παπαδόπουλο.

Ξέρετε τι γίνεται; Τεράστια μεγέθη και οι δύο, αλλά έχουν διαφορά το υποκειμενικό γούστο απ’ την αντικειμενική αξία. Όποιος πει ότι ο Διονυσίου δεν είναι μεγάλος ερμηνευτής είναι ή κουφός ή μικρόψυχος. Εμένα όμως δεν με συγκίνησε ποτέ, εκεί που ριγούσα όταν άκουγα ένα ερωτικό του Μπιθικώτση. Στα ερωτικά του Διονυσίου, καταλάβαινα ότι είχα να κάνω μ’ έναν θηριώδη τραγουδιστή, που όμως δεν με συνέπαιρνε. Ο Γκάτσος μπορεί να είναι ο μέγιστος όλων, αλλά δεν αισθάνθηκα μαζί του το ρίγος που αισθάνθηκα με τον Ελευθερίου.

Πότε νιώσατε να μπαίνετε σ’ αυτή τη μεγάλη οικογένεια των στιχουργών;

Καταρχάς μακάρι να έχω μπει και με κολακεύει αυτό που λέτε. Άμα με διαβάσετε, στιχουργός δηλώνω τα τελευταία έξι χρόνια. Παραγωγός ραδιοφώνου δήλωνα, ακόμη κι αν μου ζητούσαν συνεντεύξεις για δίσκους μου.

Από ταπεινότητα;

Θεωρούσα ότι έχω κάνει ελάχιστα πράγματα, το αποτύπωμα μου δεν μου επέτρεπε να δηλώνω αυτό που δήλωνε ο Ελευθερίου.  Δεν έχω καμία διάθεση μετριοφροσύνης, ορκίζομαι στα παιδιά μου!

Σας πιστεύω, αλλά εδώ βλέπουμε άλλους να αναγορεύονται μεγάλοι στιχουργοί με ένα μόνο τραγούδι στις αποσκευές τους.

Σας το λέω εν τιμή τώρα, αλλά ας πάρουμε τα δύο πιο γνωστά λαϊκά μου τραγούδια: Το «Σ’ τα είπα όλα» και «Το δίκιο μου». Πάρ’ τα και βάλ’ τα δίπλα σε δύο λαϊκά του Ξαρχάκου. Και ερωτώ: Αντέχουνε;

Ναι, για μένα αντέχουνε.

Έλα, βρε Αντώνη, εντάξει, ΟΚ…Δουλευόμαστε; Νιώθεις το ίδιο ακούγοντας έναν Μίκη ή έναν Ξαρχάκο; Είναι ίδιο ν’ ακούς τη «Δραπετσώνα» με το «Δίκιο μου»;

Η «Δραπετσώνα» είναι εγγεγραμμένη στο συλλογικό μας DNA. «Το δίκιο μου» είναι ένα σημερινό τραγούδι που το αγάπησε πολύ ο κόσμος και τ’ αγαπάει.

Εγώ το λατρεύω το «Δίκιο μου», αλλά ας είμαστε ειλικρινείς, δίπλα στη «Δραπετσώνα» δε φτουράει. Μπορώ να ξεχωρίσω το αυτί του επαγγελματία παραγωγού ή του δημοσιογράφου απ’ το αυτί του στιχουργού.

Μου είχε αρέσει πολύ ο «Αθέατος σφυγμός» που είχατε κάνει στα τέλη του ’90 με τον Γιάννη Μαρκόπουλο για τον Βασίλη Λέκκα.

Ναι, εκεί που ο Μαρκόπουλος έβαλε τ’ όνομα μου δίπλα στου Σεφέρη με την ίδια γραμματοσειρά. Η γενναιοδωρία που έχω εισπράξει, όπως και από τον Θάνο, είναι αδιανόητη. Δεν έχω ιδέα που οφειλόταν η γενναιοδωρία του Μαρκόπουλου, όταν δε η σχέση μας ήταν δύο τραγούδια όλα κι όλα. Έβαλε στο εξώφυλλο Σεφέρης – Πρατικάκης – Ιωάννου, δίπλα – δίπλα. Φυσικά δεν διαμαρτυρήθηκα, αλλά κολακεύτηκα και το χάζευα για ώρα.

Ας πάμε τώρα στον Θάνο Μικρούτσικο, που δεν ήταν συνεργασία, αλλά σχέση ζωής.

Ήμουν δημοσιογράφος στον Ριζοσπάστη και το 1987 με στέλνουν στο φεστιβάλ της Πάτρας. Θα γινόταν μια συναυλία – αφιέρωμα στον Καββαδία. Γνωριστήκαμε στο γραφείο του, τρομερά ευγενέστατος και σπαθί με τους νέους, όπως ήταν ο Θάνος. Θυμάμαι πολύ καλά ότι μας σύστησε ο τότε ντράμερ του, ο Νίκος Τουλιάτος. Οι υπόλοιπες συναντήσεις μας έγιναν στην Αθήνα καθαρά για επαγγελματικούς λόγους, συνεντεύξεις κλπ. και κάποια στιγμή το 1994 – 95, έχοντας ήδη μπει στη στιχουργική, παίρνω το θάρρος και του δίνω ένα στιχούργημα, τη «Βασίλισσα». Περνάνε τα χρόνια, το ’98 απολύομαι από φαντάρος και μου τηλεφωνεί ο Θάνος: «Μικρέ, μου άρεσε εκείνο το τραγούδι που μου έδωσες. Γράψε άλλα 10 – 15 να κάνουμε δίσκο»! Εκεί νόμιζα ότι μου κάνει πλάκα ο Θεός ο ίδιος! Ετοιμάζουμε τα κομμάτια και αρχίζουμε να σκεφτόμαστε ποιος θα τα πει. Αποφασίζουμε να μοιράσουμε από δύο σ’ όλους τους τραγουδοποιούς, στον Λαυρέντη, στον Τσακνή, στους Κατσιμιχαίους κλπ. Είπαμε τιμής ένεκεν να δώσουμε και δύο στον Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Ένα βράδυ συναντώ τον Βασίλη στο «Πάρτι» στο Παγκράτι, που συχνάζαμε όλοι. «Έχουμε δύο τραγούδια για σένα σ’ ένα δίσκο που ετοιμάζουμε με τον Θάνο»! «Γιατί όχι όλα εγώ;» μου κάνει. Δεν ήθελα να τον μπλέξω με τραγούδια που δεν θα’χε ακούσει, αλλά αυτός τα διάλεξε πριν καν να τα ακούσει. Έτσι έγινε η «Θάλασσα στη σκάλα», η πρώτη μου μεγάλη δισκογραφική έξοδος δίπλα σε δύο μεγαθήρια.

Τι σας ένωσε με τον Θάνο Μικρούτσικο; Η Αριστερά, το ροκ, οι ποιητές, οι φάτσες σας;

Με ένωσε η αναστάτωση όταν άκουσα δύο τραγούδια από μια κασέτα συμμαθήτριας μου: Το «Federico Garcia Lorca» και «Για τον φτωχό Μπέρτολτ Μπρεχτ». Έπαθα το σοκ της ζωής μου, γιατί μέχρι τότε άκουγα Pink Floyd και κυρίως λαϊκό τραγούδι από το Δεύτερο Πρόγραμμα. Το χρώσταγα στον Θάνο το σοκ αυτό που έπαθα με τα δύο τραγούδια του. Ποτέ μου δεν υποχώρησε το ρίγος αυτό και δεν απομυθοποιήθηκε στα μάτια μου. Με είχαν κάνει δύο τραγούδια να θέλω αυτόν τον άνθρωπο στη ζωή μου. Στην πορεία γνώρισα έναν άνθρωπο, του οποίου, αν του καταλογίζουν εγωπάθεια, εγώ θα τη χαρακτήριζα εγωπάθεια εφηβικού τύπου. Ήταν αυτή η εγωπάθεια του «κοίτα με, κάνω ποδήλατο χωρίς χέρια», είχε μια παιδικότητα. Δεν υποδυόταν κάτι, μπορούσε να τρώει τη φέτα και τα χέρια του να κινούνταν σαν να διηύθυνε λαϊκή ορχήστρα.

Γράψατε και τη βιογραφία του Μικρούτσικου, που έσκισε από πωλήσεις.

Τέσσερα χρόνια την ετοιμάζαμε.  Μεσολάβησε ένα κενό όταν κάναμε το δίσκο με τη Ρίτα Αντωνοπούλου. Ήταν δικιά μου ιδέα, έχοντας βγάλει ήδη δύο βιβλία. Το εύρημα ήταν να κρατάω ημερολόγιο με το τι συνέβη σε μένα κατά τις αφηγήσεις του, τις σκέψεις μου, τι ήθελα να τον ρωτήσω και δεν τον ρώτησα. Κάπως έτσι μπλέχτηκαν ο δημοσιογράφος με τον συγγραφέα.

Ήσασταν απ’ τους πρώτους που ενημέρωσε ο ίδιος για την κακή εξέλιξη της υγείας του;

Φυσικά…Το πέρασα όλο καθημερινά στο Μετροπόλιταν. Θυμάμαι την ημέρα που πέθανε: Έφυγα απ’ το νοσοκομείο στις 6 και στις 7 μου τηλεφώνησε ο Μάνος Τρανταλίδης για να μου μεταφέρει την είδηση. Θα το ξαναπώ, μια φράση που ήταν η ανέξοδη έκφραση ενός υγιούς ανθρώπου, εκείνος την έκανε πράξη μέχρι που έφτασε στο τέλος: «Να ζεις το κάθε λεπτό σου έτσι όπως είσαι». Με διέλυσε το ότι συνέχισε να μαθαίνει ισπανικά μέχρι που μπήκε στο νοσοκομείο με μία διάγνωση που δεν ήταν καθόλου ευνοϊκή. Δεν ακύρωσε κανένα μάθημα ισπανικών! Αδιανόητο! Ποιος άλλος θα το έκανε αυτό; Δεν θα ξεχάσω ακόμη τη φράση που μου είπε όταν μου γύρισε για πρώτη φορά τραγούδι πίσω. Ετοιμάζαμε λίγο πριν το τέλος ακόμη ένα δίσκο. Του στέλνω ένα κομμάτι για έναν τύπο, που για κάποιον λόγο αισθάνεται ηττημένος στη ζωή του. Μου το στέλνει πίσω με email, γράφοντας επί λέξει: «Λοιπόν, μικρέ, είναι η πρώτη φορά που σου γυρνάω πίσω τραγούδι, γιατί στην παρούσα φάση που παλεύω την αρρώστια μ’ όλες μου τις δυνάμεις, δεν πρόκειται να μελοποιήσω τραγούδι που να μιλάει για ήττα ούτε στο τάβλι»…Είναι ακόμα εδώ ο Θάνος και δεν λέω λόγια του αέρα. Θεωρώ ότι μου έχει αφήσει απαντήσεις για πάρα πολλά ζητήματα, κουβεντιάζω μαζί του, αφού τον σκέφτομαι με την πίπα του να μου λέει «Ναι, αυτό είναι, Οδυσσέα μου, προχώρα».

Θάνος Μικρούτσικος - Οδυσσέας Ιωάννου - Βασίλης Παπακωνσταντίνου 1999
Παραμένετε αριστερός;

Φυσικά. Οι βασικές σου αρχές δεν αλλάζουν με τίποτα. Προσπαθώ να έχω μια ενωτική ματιά. Δεν θέλω να εκδικηθεί κανέναν η Αριστερά, θέλω να νικήσει. Με σοκάρει ο διχαστικός λόγος στα ΜΜΕ και τα τυπάκια που από ένα πληκτρολόγιο στο Χαλάνδρι γράφουν να χυθεί αίμα. Έχουν καταλάβει πως άμα χυθεί αίμα, δε φεύγει η μυρωδιά απ’ τα χέρια για τρεις γενιές; Ή μήπως πιστεύουν πως το να έχεις δίκιο, αθωώνει το αίμα; Το αίμα είναι η έσχατη των εσχάτων. Καταλογίζω κάτι στον ΣΥΡΙΖΑ: Δεν μπορείς να λες φασίστες όσους δεν σε ψηφίζουν. Δεν είναι φασίστες όσοι ψηφίζουν ΝΔ, ούτε ρεμούλες κάνουν όλοι. Δεν μπορείς να τσουβαλιάζεις έτσι τον κόσμο. Δεν οδηγούν πουθενά το μίσος και ο διχασμός. Μας χωρίζουν θεόρατες διαφορές με τη Δεξιά, αλλά καλύπτονται απ’ το σύνθημα «Μητσοτάκη γαμιέσαι»; Σοβαρά μιλάμε; Να στηρίζεται μια ολόκληρη αντιπολίτευση επί τέσσερα χρόνια στο «Μητσοτάκη γαμιέσαι»; Δηλαδή η αριστερή ιδεολογία εξαντλείται στην επίθεση στο πρόσωπο ενός Πρωθυπουργού; Που είναι η συνθετική μας σκέψη, που πήγε η ιδεολογία μας;

Εγώ νομίζω πως ο εκφασισμός της κοινωνίας οδηγεί ενίοτε και σε περίεργες αντιδράσεις.

Εδώ δεν θα διαφωνήσω. Ο εχθρός σου σε νικάει δύο φορές αν σε κάνει ίδιο με εκείνον. Θεωρώ μεγάλο λάθος να απαντάς με ίδιο ύφος στις χυδαίες επιθέσεις των νεοδημοκρατικών τρολ. Αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ το υπέθαλψε ή τουλάχιστον δεν αντέδρασε.

Υπάρχει χρόνος για πιο «υγιείς» αντιδράσεις και δεύτερες σκέψεις ενόσω τρέχουν τα πάντα στα social media με ταχύτητα;

Θα έπρεπε, όμως. Κι απ’ την άλλη θα πω ότι δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου άλλον πρωθυπουργό, πέραν του Τσίπρα, που να έχει απέναντι του το σύμπαν των ΜΜΕ. Τον διέλυσαν! Ακόμη και παλιότερα, υπήρχαν τα «Νέα» που ήταν υπέρ του Ανδρέα και η «Καθημερινή» που ήταν υπέρ του Μητσοτάκη. Όλοι τώρα, τηλεοράσεις και εφημερίδες, ήταν εναντίον ενός ανθρώπου. Αυτό του το πιστώνω του Τσίπρα σε στυλ «Μεγάλε, σε σακατέψανε, σε λοιδωρήσανε και δεν τολμούσες να πας διακοπές πέντε μέρες, αφού πάλι θα σε ξεφτιλίζανε». Θα έπρεπε, λοιπόν, όλο αυτό να το διαχειριστεί με μεγαλύτερη ψυχραιμία και να μη μιλήσει στην ίδια γλώσσα μ’ αυτούς.

Θα ήθελα ένα σχόλιο σας για το νέο αρχηγό του ΣΥΡΙΖΑ, τον Στέφανο Κασσελάκη.

Είναι πολύ παράξενο πως ένα απ’ τα πιο μεγάλα κεντροαριστερά κόμματα της Ευρώπης το παίρνει μέσα σε είκοσι μέρες ένας άνθρωπος, που δεν ξέραμε καν το όνομα του. Μπορεί να βγει ο καλύτερος όλων, αλλά αυτό δεν αναιρεί το ότι όσοι τον ψήφισαν, τζογάρανε. Παίξανε την Αριστερά στα ζάρια και το αν θα τους «βγει», δεν τους δικαιώνει. Δηλώνω εντελώς επιφυλακτικός κι εδώ σταματάω. Θα πω μόνο ότι αυτά που γράφτηκαν μεταξύ υποστηρικτών της Αχτσιόγλου και του Κασσελάκη, δεν τα έχω διαβάσει ούτε μεταξύ κομμουνιστών και χρυσαυγιτών. Συγγνώμη, αυτοί είναι στο ίδιο κόμμα, απ’ αυτούς θα περιμένουμε την ενότητα και το όραμα της Αριστεράς; Και το νέο ήθος για να μπορέσει να φύγει το αδιανόητα αλαζονικό σύστημα της ΝΔ που ζούμε; Sorry, αλλά δεν με πείθουν καθόλου.

Εκτιμώ που διατυπώνετε ευθαρσώς τη γνώμη σας.

Μα, δεν είμαι πια 20 χρονών, γιατί να μην την πω; Τι νόημα έχει αν δε μπορείς να πεις αυτό που σκέφτεσαι; Ξέρετε, παρόλο που είμαι 56 ετών, έχω πάει ήδη σε πολλές κηδείες. Επειδή πραγματικά πονάω την Αριστερά και την ενότητα της, σκέφτομαι πως τα τελευταία 70 χρόνια το ελληνικό τραγούδι είναι το μόνο που πηγαίνει αντίθετα απ’ την πορεία ολόκληρης της Ελλάδας. Το τραγούδι που αγαπάμε εγώ κι εσύ, συνεχίζει να μας φέρνει σ’ επαφή με τον πυρήνα μας και με την πιο καλή εκδοχή του εαυτού μας. Η Ελλάδα πηγαίνει εντελώς ανάποδα και μας φέρνει σε επαφή με τα κατώτερα ένστικτα μας. Δεν συμπορεύονται αυτή η χώρα με το τραγούδι της. Ο πολιτισμός υπάρχει για ένα και μόνο λόγο: Να μη σ’ αφήνει να δημιουργούνται οι συνθήκες που θα βγάλουν τον χειρότερο εαυτό σου. Αυτό το κομμάτι καλύπτει ο πολιτισμός και οι τέχνες αν δεν θέλουμε να σκοτωνόμαστε στους δρόμους.

Οδυσσέας Ιωάννου - Σωκράτης Μάλαμας
Ανησυχείτε για τον κόσμο που θα ζήσουν τα παιδιά σας;

Όχι. Τα παιδιά μου θα ζήσουν με τα υλικά της εποχής τους. Έχουν βάσεις, ζουν σε μια χώρα που δεν είναι καθόλου στα καλά της, σ’ έναν ζόφο και σε μια παγκόσμια φασιστικοποίηση, αλλά θα ζήσουν με τους αγώνες, τις νίκες και τις ήττες που τους αναλογούν.

Όταν γράφετε ένα τραγούδι, ακόμη κι αν είναι ερωτικό, νιώθετε ότι συμβάλετε στον πόλεμο κατά του εκφασισμού της κοινωνίας;

Ναι, αλλά σίγουρα όχι με μεγαλοϊδεατισμό από μεριάς μου. Ανατρέχω στην περίφημη φράση του Ντοστογιέφσκι ότι η ομορφιά σώζει τον κόσμο. Η διαφορά μεταξύ αισιόδοξου και απαισιόδοξου δεν είναι η πρόβλεψη του μέλλοντος, αυτό το κάνουν κι οι καφετζούδες. Μία είναι η διαφορά: Το παρόν. Αν εγώ σήμερα γράψω ένα τραγούδι που να λέει ότι αύριο θα πεθάνουμε όλοι, αλλά ως κώδικας είναι τραγουδάρα, πρόκειται για κάτι αισιόδοξο, αφού σημαίνει ότι συνεχίζουμε να παράγουμε ομορφιά. Αν πάλι γράψω ότι όλα πάνε τέλεια, αλλά το τραγούδι είναι άθλιο, πρόκειται για τον ορισμό της απαισιοδοξίας.

Άρα σας ενδιαφέρει ο κώδικας στο τραγούδι και στο πως θα τον αποκωδικοποιήσει ο αποδέκτης του.

Ακριβώς. Μου λέει μια φίλη μου: «Θα φρικάρω αν ξανακούσω τη ρίμα ‘’χέρια’’ με ‘’μαχαίρια’’». Της απάντησα: «Να μη φρικάρεις, γιατί υπάρχει τρόπος να ριμάρουν για χιλιοστή πεντηκοστή φορά τα ''χέρια'' με τα ''μαχαίρια'', αλλά να είναι δικός σου ο τρόπος». Το τελικό αποτέλεσμα θα κρίνει το τραγουδιστικό σου οικοδόμημα.

Συνεργάζεστε σταθερά τα τελευταία χρόνια με τον συνθέτη Θέμη Καραμουρατίδη για πολλές σπουδαίες φωνές.

Ο Θέμης είναι θηριώδες ταλέντο στη μελωδία – μεγάλο χάρισμα – με μεγάλη αγάπη και σεβασμό στις προηγούμενες γενιές, σ’ αυτά που τον μεγάλωσαν. Δεν είναι πατροκτόνος, παρόλο που η πατροκτονία χρειάζεται για να προχωρήσεις. Επίσης, ένας τεράστιος μάστορας του στούντιο. Δεν ξέρω που το σπούδασε, αλλά είναι αδιανόητη η ευφυία του επ’ αυτού στην ηλικία που βρίσκεται. Χωρίς να είναι χαμαιλέοντας, μπορεί να γράψει λαϊκό τραγούδι για τη Γιώτα Νέγκα και μπαλάντα για τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Αμέσως συγχρωτιστήκαμε, αλλά εκείνος με προσέγγισε, αφού εγώ ίσαμε τότε συνεργαζόμουν μόνο με μεγαλύτερους ή συνομήλικους μου. Δεν είχα σκεφτεί καν να δουλέψω μ’ έναν άνθρωπο κατά δεκαπέντε χρόνια μικρότερο μου.  

Μίλτος Πασχαλίδης - Οδυσσέας Ιωάννου 2020