Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΛΚΗΣΤΙΣ ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2025

Στέφανος Κορκολής: «Σήμερα με το διαδίκτυο ο καθένας γίνεται σταρ για πάρτη του»

 

Λένε πως η pop, αυτή η μουσική «κτηνώδους καταναλωτισμού» – σύμφωνα με τον Διονύση Σαββόπουλο -, όσο πιο επιτυχημένη είναι, εμπορικά και καλλιτεχνικά, τόσο περισσότερο φανερώνει και το «κρυμμένο» ταλέντο του δημιουργού της. Ο Στέφανος Κορκολής, βέβαια, είχε δώσει νωρίτερα τα διαπιστευτήρια του, προτού δηλαδή σαρώσει την Ελλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη με την, μόλις πενταετούς διάρκειας, pop περίοδο του. Δύο δίσκοι με δύο μεγάλες ερμηνεύτριες (Μαρία Δημητριάδη – Δήμητρα Γαλάνη), σοβαρές μουσικές σπουδές ως «παιδί – θαύμα» στο Ωδείο Αθηνών, μποέμικη ζωή στο Παρίσι μαζί με τις πρώτες synth pop αναζητήσεις και συναντήσεις με μια σειρά ζωντανών μύθων του πολιτισμού σε διεθνές επίπεδο, από τον Ennio Morricone και τους Yes μέχρι τη δικιά μας Νάνα Μούσχουρη και τη Dulce Pontess. Δεν ήταν στρωμένος μόνο με ροδοπέταλα ο δρόμος της πορείας του – γνωστό τοις πάσι αυτό. Το θέμα είναι όμως πως ο Κορκολής συνεχίζει και είναι εδώ, πότε έχοντας τα εύσημα του Μίκη Θεοδωράκη και πότε παραδίδοντας μας τον πιο «τραγουδένιο» Κωνσταντίνο Καβάφη. Στην ακόλουθη συνέντευξη μας – ομολογουμένως από τις πιο σπάνιες που έχει δώσει ο Κορκολής – τού δόθηκε η ευκαιρία να ξετυλίξει στην κυριολεξία το κουβάρι μιας ζωής πλούσιας, «δείγμα της τολμηρής δουλειάς του και ικανής», όπως θα έλεγε και ο Αλεξανδρινός. 

Κύριε Κορκολή, σας συναντώ έχοντας στα χέρια μου την εξαιρετικά καλαίσθητη έκδοση του «Καβάφη» σας. Αν στα 90s, που εγώ σας «γνώρισα», μου έλεγε κάποιος πως θα μελοποιούσατε Καβάφη, θα τον έπαιρνα για παλαβό…

Όντως, από μία άποψη θα ακουγόταν περίεργο, απ’ την άλλη όμως σε εκείνες τις συναυλίες που έκανα, με κορυφαία αυτή στο ΣΕΦ που ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ήρθαν τόσοι πολλοί άνθρωποι ν’ ακούσουν εμένα, έπαιζα άλλα πράγματα: Σταμάταγα, ας πούμε, τη συναυλία πάνω στο πικ της και τους έπαιζα ένα απόσπασμα από Rachmaninov, όπου εκεί ένα στάδιο ολόκληρο «πάγωνε» με την καλή έννοια. Ξέρετε, η «pop εφηβεία», που τη γούσταρα και που κατ’ ανάγκην ήρθε, έλκυε τα παιδιά των ωδείων, καταρτισμένα δηλαδή άτομα, που είχαν βιώσει όσα βίωσα κι εγώ στο Ωδείο Αθηνών. Μιλάω για έναν αμείλικτο παρωπιδισμό και ακαδημαϊσμό σε τρυφερή ηλικία που ακόμη και Gershwin νά’παιζες, θεωρείτο ελαφρύς. Αυτό με τη «βαριά» και την «ελαφριά» μουσική μού τη δίνει, λες και υπάρχει ζυγαριά να μετράει τις νότες. Οι αφορισμοί δεν είναι καλοί. Καταλήγω, λοιπόν, στο ότι τα νέα παιδιά τότε έβλεπαν έναν «δικό» τους να τους παίζει Rachmaninov κι έβρισκαν ένα άλλοθι, όπως εγώ παλιότερα έβρισκα άλλοθι σε συγκροτήματα σαν τους Queen, τους Yes και τους Genesis.

Ναι, συγκροτήματα του techno – rock με μουσικούς «μορφωμένους».

Ακριβώς. Όλοι αυτοί είχαν τελειώσει τη Βασιλική Ακαδημία του Λονδίνου! Ξέρετε πόση χαρά παίρνω όταν με συναντάνε τα παιδιά εκείνης της εποχής, σαραντάρηδες σήμερα, και μου λένε «Έμαθα πιάνο» ή «Μπήκα στο ωδείο εξ αιτίας σου»; Για μένα αυτό είναι το πιο ουσιαστικό που συνέβη σε εκείνη την πεντάχρονη φάση μου – διότι τόσο κράτησε, όχι παραπάνω, άσχετα αν φάνηκε διαφορετική η διάρκεια της. 

Λόγω μιας υπερπροβολής.

Υπερπροβολή, πω, πω, πω! Και τόσο κόντρα με τον εαυτό μου που ήθελα να ζω μόνος μου με τη μουσική μου! Την ώρα που το ζούσα ήταν ένα pop, αλλά όχι ξεφτιλέ. Οι ενορχηστρώσεις ήταν πρωτοποριακές με αποτέλεσμα να έρχονται άνθρωποι και να μου λένε σήμερα «Κακώς τότε το κανιβαλίζαμε». 

Μα και η Σοφία Αρβανίτη έκανε πρόσφατα έναν εντεχνο – ροκ δίσκο, αλλά είναι λογικό να της ζητάνε όλοι το «Μη μου μιλάς για καλοκαίρια». 

Και καλά έκανε! Η φάση να αφορίζουμε στην τέχνη είναι πολύ κακιά. Στην Αμερική ο Τομ Χανκς ξεκίνησε με κωμωδιούλες, κανείς δεν τον ενόχλησε όμως όταν έκανε το «Philadelphia» και τους ξέσκισε όλους! 

Στην Ελλάδα, πράγματι, το «ανάλαφρο» δικαιώνεται εκ των υστέρων. Έτσι και τα δικά σας pop κομμάτια σήμερα ακούγονται με μια γλυκύτητα. Γιατί όμως είπατε πριν «ότι η pop εφηβεία ήρθε κατ’ ανάγκην»;

Και με μία συμπάθεια, θα έλεγα. «Κατ’ ανάγκην» εννοώ ότι στα 27 μου που γύρισα από το Παρίσι, είχε «βαρύνει» η μητέρα μου από μυασθένεια Gravis, μια εντελώς άγνωστη τότε ασθένεια. Γύρισα χωρίς να το θέλουν καθόλου οι δικοί μου. Παράτησα μία στημένη ζωή σε όλα τα επίπεδα. Γυρνώντας εδώ, θεώρησα ότι θα έχω την αντιμετώπιση που είχα εκεί, πρώτα ο «δημιουργός» δηλαδή και μετά ο «performer». Τα βρήκα, φυσικά, όλα ανάποδα. Εκείνο τον καιρό η Αφροδίτη Μάνου μας γνώρισε με τον Παρασκευά Καρασούλο για να κάνουμε το δίσκο της αείμνηστης αδερφής της, της Μαρίας Δημητριάδη. Μετά «δέσαμε» με τον Παρασκευά και κάναμε την «Παλίρροια» της Γαλάνη. Από τότε και η Μαρία και η Δήμητρα φώναζαν για το ποιοι έχουν γράψει τα κομμάτια, αλλά όλοι λέγανε «το τραγούδι της Δημητριάδη» ή «το τραγούδι της Γαλάνη», τα γνωστά…Μετά τους Χατζιδάκι – Θεοδωράκη, το σύστημα είχε αλλάξει και οι εταιρείες θέλανε να προωθούν τον τραγουδιστή, να βγαίνει αυτός μόνο προς τα έξω. Είχα αρχίσει νά’χω πρόβλημα επιβίωσης…

Να σας πω μια μικρή ιστορία: Το 1991, πωρωμένος ροκάς, είχα μόλις μάθει τη Μαρία Δημητριάδη μέσα από τα «Τροπάρια για φονιάδες» του Θ. Μικρούτσικου και του Μ. Ελευθερίου. Είχα δει το δίσκο που κάνατε στο δισκοπωλείο, αλλά δεν τον αγόρασα ποτέ, προκατηλειμμένος – αν θέλετε – με την τότε pop φάση σας. Μετά που έτυχε να τον ακούσω, αναθεώρησα πλήρως.

Άρα έρχεστε στα λόγια μου! Εγώ τότε αντιδρούσα, ήμουν πιανίστας, σολίστ και δεν ήθελα νά’μαι τραγουδιστής. Ερχόμενος στην Ελλάδα, βίωσα μία περίεργη κατάσταση. Ζούσα μόνος μου.

Πάντα εδώ, στη Φωκίωνος Νέγρη, ή αλλού;

Ήμουν Κυψελιώτης γέννημα – θρέμμα, αλλά μετά το Παρίσι ήθελα ν’ αλλάζω σπίτια. Ήταν η τρέλα μου.

Έχει ένα παριζιάνικο μποέμ χαρακτήρα η τρέλα αυτή.

Μα πολύ από το DNA μου έχει καθοριστεί γαλλιστί, όχι με τις σπουδές και το πιάνο, αλλά με την άλλη έννοια. Η Αριστερή Όχθη του Σηκουάνα κλπ. Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, πηγαινοερχόμενος από το Παρίσι στην Ελλάδα για Χριστούγεννα – Πάσχα, με τσίμπαγαν οι τρομερές παρέες του «Αχ Μαρία». Βρέθηκα να παίζω με Ζουγανέλη – Κούτρα – Μπουλά, ενώ κάναμε και μια τρομερή παράσταση με τον Σαββόπουλο, στην οποία συμμετείχε και η Αφροδίτη Μάνου. Αυτά ήταν τα ενδιάμεσα «χαρτζιλίκια» μου και ταυτόχρονα είχα την επιμέλεια ενορχηστρώσεων. Ο Σαββόπουλος, π.χ., ως παραγωγός τότε, με κάλεσε κι έκανα την ενορχήστρωση στο «Σαν Αφροδίτη» της Μάνου. Είχα μπει δυναμικά στο χώρο με ωραία δείγματα με αποτέλεσμα όλοι να μου ζητάνε ενορχηστρώσεις. Κάποια στιγμή μου τηλεφωνεί από την Polygram κάποιος παραγωγός για να γράψω για τη Μούσχουρη. Με έπιασαν τα γέλια, τους λέω «Παιδιά, στο Παρίσι ήμουν και τώρα που γύρισα, μου λέτε να γράψω για τη Μούσχουρη;» Γράφω κάποια τραγούδια και περιμένω μιαν απάντηση, που ποτέ δεν ερχόταν. Με μεγάλη ντροπή τους τηλεφώνησα: «Χίλια συγνώμη, σας είχα δώσει κάποια τραγούδια για την…» «Ααα, ναι, τα άκουσε, αλλά δεν της κάνανε» μου απαντάνε, έτσι ξερά! Τρώω την ήττα, αλλά θα σας πάω μπροστά τώρα: Πριν από δέκα χρόνια βρίσκεται, εδώ που καθόμαστε, η Μούσχουρη δίπλα μου στο πιάνο. Ζω μια όμορφη στιγμή, αφού γυρνάει και μου λέει: «Απ’ τον Μάνο έχω να κάτσω δίπλα σε συνθέτη». Της λέω την ιστορία και ξέρετε τι μου είπε;

Ότι ποτέ δεν έφτασαν στα χέρια της τα τραγούδια σας. Καμία έκπληξη!

Ναι…Και ποιο τραγούδι προοριζόταν γι’ αυτήν; Οι «Πέντε άνεμοι», μια εντελώς μουσχουρική μελωδία. Πετάγεται η Μούσχουρη: «Μα αυτό είναι για μένα»! «Αργήσαμε, Νάνα μου» της λέω, «πιάσαμε εικοσαετία κοντά». Τό’χα πάρει πολύ κατάκαρδα τότε, έρχονται όμως ο Βαγγέλης Γιαννόπουλος της BMG και η στιχουργός Ιφιγένεια Γιαννοπούλου – συχωρεμένοι κι οι δύο σήμερα – και μου λένε να πω εγώ τα κομμάτια.

Μπορεί να πόνταραν και στο κομμάτι της εμφάνισης σας. Ξανθός, μακρυμάλλης, ανοιχτομάτης, «θα μοσχοπουλήσουμε» σου λέει…

Καθόλου. Ο δε Καρατζάς δεν με πίστευε, όχι μόνο στο εμφανισιακό κομμάτι, αλλά και στο ότι εγώ τραγουδάω. Εκείνη την περίοδο μάλιστα μεσουρανούσαν και ο Ρακιντζής με την Αρβανίτη, που ήταν πάρα πολύ καλά παιδιά, όσο τους θυμάμαι, χωρίς νά’χαμε ποτέ ιδιαίτερες σχέσεις. Σου λέει λοιπόν «Που να χωθεί εκεί μέσα τώρα ο Κορκολής;» Ακούστε και μια άλλη συγκυρία, του στυλ «Άμα σε θέλει όμως»…Εγώ είχα πολύ καλές σχέσεις με τους Yes, είχα γνωρίσει στο εξωτερικό τον Rick Wakeman και όχι μόνο! Την περίοδο που θα γινόταν η παρουσίαση του πρώτου pop δίσκου μου, νοίκιαζα μια μεζονετούλα στην Άνω Πεντέλη με ένα κήπο 80 τετραγωνικά. Εν είδει χαριτωμενιάς είπαμε να γίνει εκεί η παρουσίαση με το πιάνο και μια μικρή εξέδρα. Δύο μέρες πριν, όμως, ήταν να έρθουν οι Yes για συναυλία σε μεγάλο αθηναϊκό στάδιο. Αρχές καλοκαιριού του 1991, γίνεται απεργία και στα σύνορα «κολλάνε» όλες οι νταλίκες με τον εξοπλισμό τους. Ακυρώνεται η συναυλία τους, έλα όμως που οι Yes ήρθαν στην Ελλάδα και κατέληξαν στο σπίτι μου στην Πεντέλη! Τους φιλοξένησα ένα βράδυ και την επόμενη μείνανε στην παρουσίαση. Να έβλεπες μια ολόκληρη BMG να τρέχει να «καθαρίζει» όλα τα σουβλατζίδικα της Πεντέλης και του Χαλανδρίου για να ταΐσουν τον κόσμο, είχε πέσει σύρμα δηλαδή και πλάκωσαν όλοι οι δημοσιογράφοι. Συγκυριακά, λοιπόν, κάτι τα κομμάτια από μόνα τους, κάτι η συμμετοχή της Κωνσταντίνας, και ο δίσκος έγινε μεγάλη επιτυχία, το «πότε» ακριβώς ποτέ δεν το κατάλαβα! 

Και μετά ήρθαν τα βίντεο κλιπ που ενίσχυσαν την εικόνα σας.

Και τα βίντεο κλιπ, αλλά πιο πολύ είδα μια αχτίδα φωτός μετά τη σκοτεινιά. Άρχισε να μου αρέσει…

Και να λέτε «Εδώ είμαι».

Δεν είπα «εδώ είμαι», είπα «αυτό είναι»! Βέβαια, αν κάποιος κρυφάκουγε στο σπίτι μου, κλασική μουσική θα άκουγε. 

Οι άνθρωποι σας, οι ομότεχνοί σας που συνεργαστήκατε, πως είδαν την επιτυχία;

Η πρώτη αντίδραση απ’ το σπίτι μου ήταν «στράβωμα», αλλά έβλεπαν ότι κι εγώ είχα αρχίσει να επιβιώνω. Χωρίς νά’μαι του «πολύ», άρχισα να ζω άνετα. Απ’ την άλλη, επειδή δεν είμαι άνθρωπος που σνομπάρω, πήγαινα και στο τελευταίο ραδιοφωνάκι της γειτονιάς. Το «έτρεχα» μόνος μου και γούσταρα, γι’ αυτό τη χαρακτήρισα πριν «pop εφηβεία». Οι ομότεχνοι «στράβωσαν» εκτός από τη Γαλάνη. Η Γαλάνη δε «στραβώνει» ποτέ! Ο Παρασκευάς λίγο τσίνισε, αλλά είχαμε και έχουμε μεγάλη αγάπη μεταξύ μας. Περισσότερο ενοχλήθηκαν οι άνθρωποι που έγραφαν στον Τύπο, καλοπροαίρετοι μεν, αλλά όσο η επιτυχία φούντωνε, τόσο αγρίευαν! Θυμάσαι ότι στο δίσκο «Χαμένες Ατλαντίδες», που είχα κι ένα ορχηστρικό μέσα, ο Αργύρης Ζήλος είχε γράψει: «Αντίο τραγουδιστή, καλώς ήρθες συνθέτη Κορκολή». Το θυμάμαι σαν τώρα!

Μια χαρά κριτική ήταν αυτή.

Πολύ ωραίο απ’ τη μεριά του Ζήλου! Θυμάμαι ότι καλά πράγματα είχαν γραφτεί και για τον προτελευταίο δίσκο της «pop περιόδου» μου και δεν ευθύνονταν γι’ αυτό τα δύο κομμάτια μου σε παραγωγή του Rasmussen των Metallica. Γούσταραν ότι το πήγαινα σε μια πιο εντεχνο-ροκάδικη κατάσταση. Στον ίδιο δίσκο είχα παίξει μέσα και αποσπάσματα από τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» του Beethoven. 

Η ζωή σας είχε δυσκολέψει λόγω αναγνωρισιμότητας;

Τραγικά! Πρώτα απ’ όλα άλλαζα σπίτια! Μαζεύονταν απ’ έξω τις νύχτες, ούρλιαζαν κι ενοχλούσαν τους γείτονες. Περίεργες καταστάσεις από διάφορους τύπους και τύπισσες.

Ξέρω «έντεχνο» συνάδελφο σας που μετακόμισε, καθώς στο μπαλκόνι του έβρισκε κάθε πρωί σουτιέν…

Το καταλαβαίνω…Ξέρετε, όλο αυτό γινόταν γιατί η Ελλάδα πέρασε μια φάση που στα 90s έβλεπε μόνο τηλεόραση. Σήμερα με το διαδίκτυο ο καθένας άρχισε να γίνεται σταρ για πάρτη του. Σε έβλεπαν τότε κάθε μέρα στην τηλεόραση και μετά μπορεί να σε συναντούσαν έξω. Πως να πήγαινες για ένα φαΐ με τους φίλους σου; Τηλεφωνούσα στο τάδε εστιατόριο: «Παιδιά, έχετε κόσμο; Πότε δεν θά’χετε; Εκείνη την ώρα κρατήστε μας ένα τραπέζι»…Όλο αυτό ήταν τόσο ξένο για μένα που ήμουν και είμαι κλειστός τύπος και με ελάχιστους φίλους. Αντίθετα, όταν ήμουν πάνω στη σκηνή, το χαιρόμουν, μη λέμε και υπερβολές. Φυσικά και χαιρόμουν να βλέπω από κάτω μιλιούνια να τραγουδάνε κάτι δικό μου. Μετά στο σπίτι μου ένιωθα περίεργα κι έλεγα «Τι στο διάολο κάνω;»

Εγώ πάλι θα σας πάω σε μία τηλεοπτική εκπομπή του 1987, αφιέρωμα στην Ημέρα της Γυναίκας. Τραγουδούσαν η Μαρίζα Κωχ, η Μαρία Δημητριάδη, η Νένα Βενετσάνου, η Αλίκη Καγιαλόγλου και η Σαβίνα Γιαννάτου, εσείς όμως στο πιάνο συνοδεύατε τη Φλέρυ Νταντωνάκη στο «Τριαντάφυλλο» και στη «Μικρή Ραλλού» του Χατζιδάκι. Ποιος το γνωρίζει αυτό άραγε;

Κανείς! Εγώ ήμουν πιτσιρικάς τότε, λίγο πάνω από τα 20. Δεν θα ξεχάσω που με πήρε η Δημητριάδη και με πήγε στον Μάνο Χατζιδάκι, κάπου το ’86 πρέπει νά’ταν.

Σωστά, μόλις είχαν κάνει το «Για την Ελένη» η Δημητριάδη με τον Χατζιδάκι.

Θυμάμαι που πήγαμε στη Ρηγίλλης και του έπαιξα το «Χάρτινο το φεγγαράκι» με τεχνοτροπία Mozart, Beethoven, Chopin, Schumann, Rachmaninov, «a la maniere de» που λένε οι Γάλλοι. Ξετρελάθηκε ο Μάνος και εκεί ήταν κι άλλοι παρόντες. Η Μαρία δεν ζει να το επιβεβαιώσει, αλλά ψέματα δεν λέω και μάλιστα υπάρχει σωσμένη μια εκπομπή – πρέπει να ήταν η «Πρόβα» της Λιλάντας Λυκιαρδοπούλου – όπου η Μαρία λέει σε μένα: «Κάνε αυτό που έκανες στο πιάνο τότε στον Μάνο»! Θυμάμαι αργότερα τον Μάνο στο στέκι του, στον «Μαγεμένο Αυλό», που ήταν και στέκι όλων μας, των «ωδειακών». Είχε κι ένα φοβερό σκυλί κόλεϊ ο Χατζιδάκις τότε! Όσο για τη Φλέρυ Νταντωνάκη ερχόταν στο πατρικό μου, στη Φιντίου, κάθε βράδυ σχεδόν και καθόταν με τη μάνα μου. 

Με το γαλάζιο φόρεμα της.

Μα έτσι ήταν, ναι, δεν τη θυμάμαι με κανένα άλλο φόρεμα, μόνο μ’ αυτό το γαλάζιο! Ήταν υπέρβαρη τότε και σίγουρα θά’χαμε παίξει κάτι μαζί στο πιάνο, πέραν εκείνης της εκπομπής που εγώ δεν την έχω στο αρχείο μου. 

Να σας πάω ακόμα πιο πίσω τώρα, στα πρώτα μουσικά ερεθίσματα.

Είχα την τύχη να μεγαλώσω σε ένα αστικό σπίτι. Παρότι δεν είχαμε πλούτο, η γιαγιά μου υπήρξε πολύ πλούσια. Μια πανέμορφη γυναίκα που έμεινε ορφανή στα 17 της και που ένας μύθος λέει πως γι’ αυτή γράφτηκε το «Δυο πράσινα μάτια». 

Ναι, ε; Εγώ απ’ τη Στέλλα Γκρέκα είχα ακούσει πως αυτό τό’γραψαν οι δημιουργοί του στο…γήπεδο, άσχετο δηλαδή με την ερωτική αύρα του.

Τι να σας πω, ένας άλλος μύθος λέει ότι γράφτηκε για τη Νόνα μου, που είχε καταγωγή από Ζάκυνθο και Ιταλία. Μεγάλωσα, λοιπόν, σ’ ένα σπίτι απ’ το οποίο είχαν περάσει ο Χαιρόπουλος, ο Αττίκ και ο Σπάρτακος. Οι δικοί μου άκουγαν, εννοείται, εξαιρετική μουσική. Έχω εικόνα μου, πριν καν μιλήσω, να δείχνω στη μάνα μου ποιο δίσκο να μου βάλει ν’ ακούσω, τη «Λίμνη των Κύκνων» του Tchaikovsky. Υπήρχε και πιάνο στο σπίτι, αλλά όχι διακοσμητικό, που εγώ όμως δεν είχα ακουμπήσει ούτε τα δάχτυλα μου στα πλήκτρα του. Προς απογοήτευση, θα έλεγα, των γονιών μου. Τέλος πάντων, με πάει μια μέρα ο πατέρας μου να δω την πρώτη μου κινηματογραφική ταινία που ήταν «Οι ομπρέλες του Χερβούργου» με τη μουσική του Michel Legrand. Γυρνάει η μάνα μου, «Πως σου φάνηκε η ταινία;» και της απαντάω «Να σας παίξω τη μουσική;» Βάλανε τα γέλια, τεσσάρων ετών ήμουν. Την άλλη μέρα με πάνε κατευθείαν στο Ωδείο με δασκάλες τη Μαρία Χαιρογιώργου και τη Μαρίκα Παπαϊωάννου. Ξέρετε τι είπαν και οι δύο αυτές τεράστιες γυναίκες στους γονείς μου; «Μην το βάλετε στο Ωδείο, αφήστε το μόνο του το παιδί», αφού εγώ εν τω μεταξύ τό’βλεπα ως παιχνίδι. Αυτοσχεδίαζα, πήρα τις «Ομπρέλες του Χερβούργου» και τις έκανα «Ομπρέλες των Πατησίων», «της Κολιάτσου» κλπ. Νότες έμαθα ανάποδα! Μέχρι σήμερα, αν μου βάλεις μπροστά μου μια παρτιτούρα, δεν είμαι καλός. Αν όμως τη διαβάσω, την αποτυπώνω στο μυαλό μου και την αποκωδικοποιώ σε νότες. Ποτέ δε μου είπαν τότε «Μη βάζεις αλλού τα χέρια σου». Το τι μπάλα έχω παίξει, το τι πεσίματα έχω φάει στο τσιμέντο ως παιδάκι…

Ίσως αυτό να ήταν η αιτία της δεκτικότητας σας απέναντι στη λεγόμενη εμπορική μουσική.

Μου έδωσε την ελευθερία να αγαπάω τη μουσική και να ζω από τη μουσική, όχι βιοποριστικά, αλλά σαν ζωτική ανάγκη. Ήξερα περιπτώσεις παιδιών – θαυμάτων εδώ και έξω που σιχάθηκαν τη μουσική στα 13 και στα 14 τους, γιατί δεν είχαν παίξει ποτέ τους.

Άλλοι πάλι τρελάθηκαν, σαν τον πιανίστα Arkadi Volodos, που θα τον ξέρετε σίγουρα.

Φυσικά και τον ξέρω και, όντως, αυτός τρελάθηκε, αλλά παραμένει ένας εξαίσιος πιανίστας. Υπάρχει κι ένας Ρώσος, μικρότερος σε ηλικία από μένα, Dennis Matsuev το όνομα του, ο οποίος παίζει το «Rhapsody in blue» και κάνει έναν αυτοσχεδιασμό με μπάσο όρθιο και τύμπανα στη μέση της συναυλίας του, που τα «βλέπεις» όλα! Έχουμε παίξει παρέα στη ρωσική τηλεόραση, εγώ με πιάνο κι εκείνος με nord. Έχουμε κάνει τέρατα στον αυτοσχεδιασμό οι δυο μας! Μετά, λοιπόν, τα μαθήματα γύρναγα στο σπίτι και έπαιζα με τις ώρες πιάνο γιατί γούσταρα, όχι γιατί είχα κάποια συναυλία ή έπρεπε να μάθω κάτι συγκεκριμένο. Δεν υπήρχε το «έπρεπε» και έφτασα στα 11 μου για να πω στη μάνα μου: «Τώρα θέλω να πάω στο Ωδείο». Έδωσα κατατακτήριες, με έβαλαν στην Ανωτέρα, αλλά στα θεωρητικά έφαγα μεγάλη πίκρα! Είχαμε έναν εξαιρετικό δάσκαλο στην ιστορία – μορφολογία της μουσικής, τον Μάρκο Δραγούμη, αλλά εγώ έπληττα αφόρητα. Στην αρμονία είχα δάσκαλο το «βουνό», τον Μενέλαο Παλλάντιο.

Αυτός ήταν δάσκαλος του Μάνου Χατζιδάκι και ένας στριφνός, απ’ ότι λέγεται, άνθρωπος.

Στριφνός δεν θα πει τίποτα! Κρυβόμουν για να μην πάω στα μαθήματα του, γιατί μας έκανε και σολφέζ. Στο μεταξύ ανήκα στις περιπτώσεις του Ωδείου, που μου επιτρεπόταν να δίνω και συναυλίες. Υπήρχε απαράβατος νόμος του Ωδείου Αθηνών ότι κατά τη διάρκεια της φοίτησης, δεν παίζεις πουθενά. Εξαιρούνταν οι παραστάσεις του Ωδείου στον «Παρνασσό» και τα σχετικά. Με άφηναν, λοιπόν, να παίζω αλλά πάντα με μεγάλη επιτήρηση. Στα 18 μου, ύστερα από μια πενταετία φοίτησης στο Ωδείο, δίνω μια συναυλία στο Παρίσι, όπου έρχεται ο Ζακ Λανγκ. Μαζί του ήταν η Yvonne Lefebure, η μεγαλύτερη πιανίστρια παγκοσμίως. 

Όπως θεωρείται σήμερα η Marta Argerich.

Έχει σημασία αυτό που λέτε, γιατί η Argerich υπήρξε αγαπημένη μου πιανίστρια και μάλιστα εκείνη μου γνώρισε τον Horowitz. Τότε, λοιπόν, η Lefebure με τον Λανγκ μού δίνουν μια ιδιαίτερη υποτροφία. Με το που την έπαιρνες, σου έδιναν κατευθείαν και τη γαλλική υπηκοότητα. Έχω απόκομμα ακόμα που λέει «Ο Γάλλος πιανίστας Στέφανος Κορκολής» κι από κάτω με ψιλά – ψιλά γράμματα, «εθνικότητας ελληνικής». Ορθώς τό’κανε ο Λανγκ αυτό τότε, βάφτιζε Γάλλους πολίτες όσα παιδιά είχαν ταλέντο στη μουσική ή τη ζωγραφική, στελεχώνοντας τη γαλλική τέχνη. 

Τα γαλλικά τα μιλούσατε καλά;

Αυτό έχει πλάκα, διότι δε γνώριζα γρη γαλλικά. Μου είχαν οι γονείς μου στο σπίτι μια Γαλλίδα, αλλά δεν έμαθα τίποτα. Στο λύκειο πήγαινα και γύρναγα τα χαράματα. Κοιμόμουν κι αυτή η καημένη προσπαθούσε να με ξυπνήσει. «Δεν πειράζει» της έλεγα, «κάνουμε υπνοπαιδεία» (γέλια). Δεν άντεξε, πήγε κι είπε στον πατέρα μου ότι δε μπορεί να πληρώνεται, ενώ δεν προσφέρει τίποτα. Όταν πήγα στο Παρίσι, ήξερα μόνο το «Quelle heure es-t-il?», δηλαδή «τι ώρα είναι;» Παρόλα αυτά έμαθα πολύ γρήγορα γαλλικά. Έκανα και στενή παρέα τότε με τον Άρη Χριστοφέλλη, που έχει πει ολόκληρο το ρεπερτόριο των καστράτο, αλλά ήταν καλός πιανίστας επίσης, μαθητής της Ντόρας Μπακοπούλου.  

Μα πως «δένουν» όλα; Ο Χριστοφέλλης υπήρξε συνεργάτης και καλός φίλος της Λένας Πλάτωνος.

Όταν πήγα στο Ωδείο, εμένα με λέγανε «Ο Πλάτωνος», το αρσενικό της Λένας δηλαδή. Μοιάζαμε και με τη Λένα, αν και όταν εγώ πήγα, εκείνη αποφοιτούσε. Μοιάζαμε στο ότι κι αυτή ήτανε πιανισταρού, έκανε τις συνθέσεις της, τραγουδούσε. Τη λατρεύω και τη θεωρώ τεράστιο κεφάλαιο στη μουσική! Ξαναπάμε στον Άρη και θυμάμαι ότι είχε τρομερό τρακ όποτε έπαιζε πιάνο. Τραγουδούσε τόσο καλά όλες τις άριες που νόμιζες ότι άκουγες τη Μαρία Κάλλας! Είχε τέσσερις οκτάβες φωνή, κάτι το αδιανόητο! Του λέω στο Παρίσι: «Αφού, βρε Άρη, μαγκώνεσαι όταν παίζεις πιάνο σε κοινό, γιατί δεν το πας προς το τραγούδι;» Κάνουμε έτσι τον πρώτο μας δίσκο, ο Άρης Χριστοφέλλης τραγουδιστής, ο Πίτερ Γουάιτ, ένας θεόμουρλος Σκοτσέζος ποιητής – στιχουργός κι εγώ συνθέτης. Λεγόμασταν «Opera (Οπερά)» και βγάλαμε ένα βινύλιο του κερατά, που έκανε επιτυχία σε Παρίσι και Βερολίνο.

Υπάρχει αυτό; Με ενδιαφέρει. Progressive rock ήταν, ας πούμε;

Ναι, δεν ήταν κλασικό. Κάτι μεταξύ synth pop και progressive rock!

Σαν τους δίσκους του Klaus Nomi;

Ναι, μόνο που ο Klaus Nomi μπροστά στον Άρη ήτανε τόσος δα! Η φωνή του Klaus Nomi ήτανε ψεύτικη κάπως, με φαλτσέτο, αφού έκανε μίμηση. Οι δικές μας συνθέσεις ήταν τελείως rock 80s κατάσταση. Υπήρχε και ραπ μέσα, αλλά όχι με τη σημερινή έννοια, θα το χαρακτήριζα spoken word. Ο Γουάιτ είχε γράψει στα αρχαία κέλτικα και θυμάμαι τον Άρη να κάνει κάτι «ανεβάσματα», που έπιαναν όλο το κλαβιέ του πιάνου. Μου φαίνεται, σε τεύχη πρέπει να τη βγάλουμε αυτή μας τη συνέντευξη (γέλια). Θέλω να πω, όμως, ότι ο Άρης με γνώρισε με τη Marta Argerich, αρχίσαμε να κάνουμε παρέα κι απ’ τη μάνα της Argerich, μια αλλοπαρμένη φιγούρα και ζηλευτή από κάθε animation maker, γνώρισα τον Horowitz. Κάθισε δυο μήνες στο Παρίσι ο Horowitz κι εγώ είχα την τύχη να επισκέπτομαι αυτό το Ιερό Τέρας και να μαθαίνω μυστικά και ιστορίες. Παράλληλα γνώρισα τον Μπουλέζ. Δεν έχω δει πιο μεγαλοφυή και ταυτόχρονα πιο κακότροπο άνθρωπο! Ο Παλλάντιος ήταν αρνάκι μπροστά του. Μέσω του Μπουλέζ πάλι γνώρισα τον Astor Piazzolla, που ήρθε στο Παρίσι κι έδωσε ένα σεμινάριο για ενορχήστρωση συμφωνικού tango! Πώς τα φέρνει η ζωή και το 2000 κάνω περιοδεία με το έτερον καλλιτεχνικό ήμισυ του Piazzolla, τον Οράσιο Φερέρ. 

Τον γνώρισα κι εγώ τον Φερέρ, τον είχε φέρει η Ντόρα Μπακοπούλου πριν μια δεκαετία στο Φεστιβάλ Κλασικής Μουσικής στην Αίγινα.

Φορούσε εκείνο το μοναδικό δαχτυλίδι του;

Ε, που να θυμάμαι τώρα…Ήταν ένα αφιέρωμα στον Piazzolla με εκείνον και τη Θεσσαλονικιά Γεωργία Συλλαίου στο τραγούδι. 

Αρχοντάνθρωπος είναι ο Φερέρ, χαίρομαι που τον γνωρίσατε. Καθόμασταν μαζί στο πιάνο και παίζαμε το «Balada para un loco», ήταν πολύ συγκινητικό, δεδομένης της αναχώρησης του Piazzolla! Ήρθε η ώρα που πήγα στην BMG, που είχε αλλάξει και διευθυντικό καθεστώς, και τους είπα «Στοπ», θέλοντας να ξεκόψω με την pop μουσική. Έπεσαν όλες οι μούρες κάτω φυσικά, αφού θα έχαναν μία πηγή εσόδων. Εγώ έφυγα στη Γερμανία, υπέγραψα με τη BMG Γερμανίας και βγάζω το «First Touch», τον πρώτο μου ορχηστρικό δίσκο που γίνεται πλατινένιος σε 23 χώρες, από Ιαπωνία μέχρι Βραζιλία. Εκεί βρέθηκα στην Πορτογαλία και σε μία τηλεοπτική promo εκπομπή, συναντιέμαι με τη Dulce Pontess, της οποίας το όνομα προφέρεται Ντουλτς Ποντς.

Μα κάνατε κι ένα live δίσκο πρόσφατα με τη Dulce και τον Νταλάρα. 

Τη Dulce εγώ τη γνώρισα στον Γιώργο. Θυμάμαι που ήταν Χριστούγεννα τότε και μου είχαν κάνει δώρο το δίσκο της Dulce, ενώ σε εκείνην είχαν κάνει δώρο το δικό μου δίσκο. Ξεκινήσαμε συνεργασία με τη Dulce, κάναμε πολλά πράγματα μαζί και τραγούδησε έργα μου. Ενορχήστρωσα μάλιστα ένα δίσκο της με τον Ennio Morricone για κάτι «κουλά» όργανα, ο Morricone δηλαδή είχε γράψει για χίλια δυο όργανα κι εγώ έπρεπε όλο αυτό να το «μαζέψω» για πιάνο, ακορντεόν και πορτογαλική κιθάρα. Κάποια στιγμή που συναντήθηκα με τον Morricone, μου κάνει ο παππούς: «Στέφανο, τι στο διάολο κάνεις με τη μουσική μου;» (γέλια). «Μαέστρο, αυτά έχω, αυτά κάνω» του απάντησα, αλλά του άρεσε στην πραγματικότητα. Με τη Dulce, όμως, που συνεργαστήκαμε εκτενώς, έχω στο αρχείο μου πολλά οπτικοακουστικά ντοκουμέντα. Τον Νταλάρα που ήθελε να τη γνωρίσει, τον κάλεσα στην Πορτογαλία. Ήρθε με όλο το team του, την Άννα, τη Λία Χατζηδημητρίου κλπ. Το πρώτο βράδυ δεν την είδαμε την Dulces, την είδαμε όμως το επόμενο κι εγώ άρχισα να τους γυρνάω σε όλα τα μαγαζιά που έπαιζαν fados. Μπαίναμε μέσα, με έβλεπαν οι μουσικοί και μου έλεγαν «Γεια σου, μαέστρο». Κόκαλο ο Νταλάρας! «Μα που σε ξέρουν;» με ρώταγε κι εγώ του εξηγούσα πως είναι λογικό, έχοντας κάνει τόσα πράγματα στην Πορτογαλία.

Ας μείνουμε στα δικά μας, λέγοντας πως μία συνεργασία που θεωρήθηκε κάπως σαν το «comeback» σας ήταν αυτή με την Άλκηστη Πρωτοψάλτη. 

Η Άλκηστη έχει μια τεράστια δυναμική στη φωνή της και επειδή συνδεόμαστε οικογενειακά πια, είναι απ’ τους πιο ντόμπρους κι απ’ τους πιο «ok» ανθρώπους πού’χω γνωρίσει. Πραγματική φίλη τη νιώθω! Εκείνο το πρώτο Gazarte που κάναμε, μόνο πιάνο – φωνή, ήταν πολύ όμορφο και πολύ τρυφερό. Άφησε στίγμα, γιατί δεν το κάναμε λόγω κρίσης, αλλά από άποψη. Δουλέψαμε πάρα πολύ πριν, είχαμε λιώσει στις πρόβες. Την Άλκηστη την είχα γνωρίσει παλιότερα, όταν είχε τραγουδήσει σε έναν πολυσυλλεκτικό δίσκο μου, το «Ανεμόπτερο», μαζί με τον Νταλάρα, τη Γαλάνη, τη Ντουλτς Ποντς και πολλούς άλλους. Αυτό ήταν και η μεγάλη μας γνωριμία ήρθε αργότερα με το τραγούδι «Ο άγγελος μου». 

Σε στίχους του Νίκου Μωραΐτη ήταν αυτό. Μιλήστε μου λίγο για το πώς έγινε.

Βρισκόμουν σε περιοδεία τότε με τη Ντουλτς Ποντς. Ήρθε ο Μωραΐτης στο πατρικό μου, μου έφερε τους στίχους και κατευθείαν στο πιάνο μού βγήκε το κομμάτι. Η Άλκηστη είχε ενθουσιαστεί και ακολούθησε η κοινή καθημερινότητα μας λόγω προβών. Πρόσφατα κάναμε το «Δέκα χρόνια Gazarte», άρα αυτός ο κύκλος παραμένει ανοιχτός και δε νομίζω να κλείσει. Είναι μια φωνή που πάει στο αυτί μου, απ’ αυτές που γράφω ένα κομμάτι και ξέρω με τη μία ότι τους ανήκει. 

Σας ζητάνε, αλήθεια, να δώσετε από δω κι από κει τραγούδια σας;

Ναι, αλλά δεν δίνω εύκολα. Η αλήθεια είναι πως τα τελευταία χρόνια η ενασχόληση μου με τον Μίκη και με τον Καβάφη δεν μου άφησε χρονικά περιθώρια. Δεν είχα και τη διάθεση – αν θέλετε – αφού έκανα μελέτη σε βάθος. Έφτασα στο μεδούλι του κλασικού – συμφωνικού Θεοδωράκη ώστε να φτάσει ο ίδιος στο σημείο να πει μέσα σε ένα κατάμεστο Μέγαρο: «Αυτό είναι ένα νέο ξεκίνημα για τη μουσική μου και το χρωστάω στον Κορκολή»! Υπάρχει μεγαλύτερη τιμή μαζί με τις επιστολές που ανταλλάζαμε; 

Ο Μίκης είναι πολύ γενναιόδωρος άνθρωπος…

Ναι, αλλά αν του τη «σπάσει» κάτι θα σ’το πει. Ουσιαστικά ο Μίκης για μένα έχει αντικαταστήσει σε πολλά τον πατέρα μου. Έχουν τον ίδιο παραλογισμό σε ένα χιούμορ βρετανικού τύπου. Πετάει ατάκες που δεν παλεύονται!

Πάτε σπίτι του, τον βλέπετε;

Συνέχεια. Είτε με την αντιμικροβιακή μασκούλα, είτε χωρίς. Και για τη Σοφία Μανουσάκη, την ερμηνεύτρια μας, έχει πει εξαιρετικά πράγματα!

Σωστά βάζετε τη Μανουσάκη στην κουβέντα μας. Εκτιμώ το ότι χαρίσατε τις τελευταίες δουλειές σας σε ένα νέο άφθαρτο πρόσωπο.

Ο «Ορίζοντας» είναι ένας σύλλογος που δουλεύει σοβαρά κατά του καρκίνου. Με ελάχιστα μέσα οι άνθρωποι αυτοί στα Χανιά κάνουνε πράγματα. Μου ζήτησαν, λοιπόν, να κάνω μια συναυλία για να συγκεντρωθούν χρήματα. Πάντα τρέχω σ’ αυτά αρκεί να ξέρω ότι από πίσω δεν «παίζουν άλλα». Πάω, οι άνθρωποι με φιλοξενούν, με περιποιούνται και μετά τη συναυλία μού μένει μια μέρα για να δω πως είναι ο ήλιος. Έχω να δώσω όμως συνέντευξη σε έναν δημοσιογράφο τοπικού καναλιού. Κάνουμε την κουβέντα και λέω «Τι καλά να είχατε κι ένα πιάνο να κλείναμε μουσικά». Με ρωτάει «Δηλαδή αν σου έχω πιάνο θα κάνουμε ένα κλείσιμο όπως το θες;» «Αν είναι πιάνο με ουρά μόνο» απάντησα, ξέροντας πως έτσι θα το απέφευγα! Την επόμενη, μετά τη συναυλία έρχεται αυτός και με ρωτάει αν ισχύει ότι είπαμε. «Κουβάλησες πιάνο δηλαδή;» τον ρωτάω, «Πάρ’τα τώρα» σαν να λέμε! «Όχι, τους φώναξα όλους νά’ναι στο Πνευματικό Κέντρο» με ενημερώνει, «θα το μαγνητοσκοπήσουμε και θα το μεταδώσουμε σε δυο μέρες». Στο μεταξύ, εγώ έλεγα «Τι ήθελα και μίλαγα;»…Φτάνοντας, μου λέει ο Μάνος Σπυριδάκης – έτσι τον λέγανε – ότι έχουν μια καλή τραγουδίστρια που πρέπει να την ακούσω. «Πρόσεξε» του είπα, «επειδή αυτό με κυνηγάει, όπως καταλαβαίνεις, αν δεν μ’ αρέσει θα της το πω κατάμουτρα». Δεν έχω δηλαδή εγώ καμία πρεμούρα από το να αποπροσανατολίσω ένα νέο άνθρωπο που θα γινόταν ενδεχομένως καλός γιατρός ή αρχιτέκτονας! Συνήθως ο περίγυρος φουσκώνει το μυαλό…Η Μανουσάκη, λοιπόν, δεν ήξερε ότι εγώ θα την άκουγα. Δύο φίλοι «συνεννοημένοι» της λένε να πάνε ν’ ακούσουν τη συναυλία του Κορκολή στο Πνευματικό Κέντρο για την εκπομπή του Μάνου. Τελειώνει αυτή η ρημάδα η εκπομπή κι εγώ την είχα ξεχάσει τη Σοφία. «Δεν θ’ ακούσω αυτή που μου έλεγες;» ρωτάω τον Μάνο. Τη φωνάζουν τη Σοφία, βλέπω ένα κοριτσάκι πρόσχαρο, ευγενικό. «Τι θα μου τραγουδήσεις;» «Δεν έχω ιδέα! Να σας πω το ”Εν λευκώ”;» Μου άρεσε που ήθελε να πει το κομμάτι του Καραμουρατίδη και του Ευαγγελάτου και όχι κάνα σκυλάδικο, ξέρω γω. «Δεν τό’χω αυτό» της κάνω, «μήπως ξέρεις το ”Δεν είσαι εδώ”;» Με ρωτάει: «Της Γαλάνη;» Της εξήγησα ότι η Γαλάνη τό’χει πει συγκλονιστικά, αλλά το κομμάτι είναι του Καρασούλου και του Κορκολή. Κάθομαι στο πιάνο κι αρχίζω να της παίζω στον τόνο της Γαλάνη. Μ’ αυτό που ακούω παθαίνω σοκ! Πιάνω αμέσως τον μπαμπά της που ήταν εκεί: «Θα μου στείλετε ότι demo ηχογραφήσεις έχετε, ότι έχει γραφτεί με τη φωνή της, το θέλω το κορίτσι αυτό για συνεργασία». Στη Σοφία εξήγησα εξ αρχής πως αυτή η δουλειά θέλει πολύ χρόνο, γερό στομάχι και καμία βιασύνη. Τα επιβεβαίωσε όλα! Πλέον, στα τέσσερα χρόνια που δουλεύουμε, έχει ένα βιογραφικό που παθαίνεις σοκ! Έχει παίξει παντού, ακόμα και στο Ηρώδειο, με την αξία της, δεν θεωρώ ότι βοήθησα σε κάτι ιδιαιτέρως. Ο Θεοδωράκης της είπε: «Μετά από τον Μπιθικώτση και τη Φαραντούρη, με κάνεις και σηκώνω τα χέρια μου για να διευθύνω»! Τελικά κάναμε δύο διπλά CD με τον Θεοδωράκη συν το «Θά’θελα αυτή τη μνήμη να την πω» σε ποίηση Καβάφη. Στο CD μάλιστα «Συνάντηση ΙΙ» η Σοφία τραγούδησε σε α’ εκτέλεση ένα έργο του Μίκη σε ποίηση Δήμητρας Μαντά, το «Μια θάλασσα γεμάτη μουσική», γραμμένο στο Παρίσι του 1987.

Ποιο πιστεύετε ότι είναι το μεγαλύτερο προσόν της ερμηνεύτριας σας;

Το ότι δεν σταματά να βελτιώνεται! Είναι αυτό που λέγαμε πριν για μένα: Η Σοφία είναι από πολύτεκνη οικογένεια χωρίς πιάνο. Αν είχε πιάνο, θα γινόταν μια τρομερή πιανίστρια. Είναι και ολοκληρωμένη μουσικός δηλαδή. Αυτοδίδακτη! Πιάνει το τσέλο και βγάζει ήχο! 

Πως και βάλατε γυναίκα να τραγουδήσει τον Καβάφη; Πέραν του έντονου ομοερωτικού στοιχείου στα ποιήματα του, ο Χατζιδάκις στον «Μεγάλο Ερωτικό», λόγου χάριν, είχε «δώσει» τον Καβάφη στον Ψαριανό, όχι στη Φλέρυ.

Και ο Μίκης «έδωσε» στη Φαραντούρη το ποίημα «Η Πόλις», αλλά σε ένα κομμάτι που προέκυψε μετά τη συμφωνική δομή του έργου του. Και ο Νικολόπουλος μελοποίησε Καβάφη, τα «Γκρίζα» με την Αρβανιτάκη, που έγινε ένα τραγούδι – αριστούργημα! Ο Καβάφης υπήρχε στο σπίτι μου από το βιβλίο της Δανάης Στρατηγοπούλου, που ήταν κολλητή της Νόνας μου. Άρχισα να οσμίζομαι Καβάφη στη Γαλλία μέχρι που έσκασε ένα «παφ» από παντού, συνωμοτικά. «Γιατί δεν κάνεις Καβάφη;» με ρώταγε η Άλκηστη όταν κάναμε «Με τα φτερά της ποίησης» στο Ηρώδειο. Είπα «Ok, ρε παιδιά, να το προσπαθήσω».

Διστάζατε λόγω του καβαφικού διαμετρήματος;

Είχα μπει απλά στο τριπάκι να μελοποιήσω οπωσδήποτε ποίηση. Ο Μίκης μου είχε πει: «Εμείς τότε χώναμε την ποίηση με τις λατέρνες απ’ τα παντζούρια, τώρα είναι η στιγμή σου να το κάνεις κι εσύ». Άρχισα να ψάχνομαι με Αναγνωστάκη, Δημουλά, Λειβαδίτη, μα όσο πλησίαζα τον Καβάφη, τόσο με «τράβαγε». Τα έκανα όλα στοπ και άρχισα να ασχολούμαι με τη ζωή του, θέλοντας να μπω μες τις σκέψεις του και τον ψυχισμό του γενικότερα. Άρχισα να τον συμπαθώ και να τον αγαπάω! Διάβαζα μελέτες, εκνευριζόμουν όταν άκουγα διάφορους να τον λένε «περιγραφικό ποιητή». Ο Καβάφης, ακόμη κι αν περιγράφει άλλους, είναι πάντα ο ίδιος που πρωταγωνιστεί στα ποιήματα του. Είχα την ευκαιρία μετά να συναντηθώ με τον μελετητή του, τον Δασκαλόπουλο, ο οποίος μου έλεγε τρομερά πράγματα. Αφιερώθηκα κυριολεκτικά και κάναμε πάρα πολλή δουλειά με τον παραγωγό Αντώνη Παπαβομβολάκη. Θελήσαμε να στηρίξουμε το έργο που γίνεται στην περιφέρεια με τις ορχήστρες, τα μουσικά και τα χορωδιακά σύνολα. Είχα τη δυνατότητα να ηχογραφούσα το έργο με τη Συμφωνική της Πράγας, της «έτσι κι αλλιώς», εγώ όμως τό’θελα να γίνει με Έλληνες. Και με ποιους Έλληνες; Αυτούς της περιφέρειας που στερούνται ευκαιριών και προβολής. Για να απαντήσω σ’ αυτό που με ρωτήσατε πριν, αν έλεγε άλλος το έργο, είτε άντρας, είτε γυναίκα, θα έπρεπε να συρρικνώσω τις μελωδίες μου. Πέραν αυτού, του τεχνικού σκέλους, είδα και πόσο «πατριωτικά» το πήρε απάνω της η Σοφία. Τέλος, τι πιο όμορφο από ένα κορίτσι 23 ετών να ερμηνεύει κατ’ αυτό τον τρόπο Καβάφη; Υπήρχαν φορές που την άκουγα όπως τραγουδούσε κι έμενα ως κι εγώ άφωνος, έλεγα «είναι δυνατόν;» 

Άμα συμβαίνει αυτό σ’ ένα συνθέτη με τον εκάστοτε ερμηνευτή του, σημαίνει ότι κάτι γίνεται…

Ναι, όντως, κάτι συμβαίνει και όχι μόνο με μένα, αυτό δε θά’λεγε τίποτα. Συνέβη και με τον Μίκη, και με τον Μονεμβασίτη, να λένε πως «η Σοφία το περνάει το τραγούδι στον κόσμο». 

Πείτε μου κάτι τώρα, το έργο δισκογραφήθηκε και παίρνει το δρόμο του. Τι σκοπεύετε από δω και πέρα να κάνετε;

Μ’ αυτό το δίσκο έχουμε πολλές προτάσεις. Θα ξανανοίξει το «Theatre du Chatelet» στο Παρίσι με τον Καβάφη μας! Μας ζητάνε από Λονδίνο μέχρι Ιαπωνία, ενώ τελευταία έσκασε και μια πρόταση από Λουξεμβούργο. Στη δε Κύπρο κλείσαμε ήδη πολωνέζικη ορχήστρα για την παρουσίαση του έργου! Σκεφτείτε ότι η Σοφία έκανε το ντεμπούτο της στην «Ακαδημία Chopin» στη Βαρσοβία! Έκανα εγώ εκεί ένα ρεσιτάλ και εν μέσω Chopin, Rachmaninov, Prokoviev και Scriabin, είπα στους Πολωνούς, το πιο δύσκολο κοινό του κόσμου: «Σας έχω μία έκπληξη!» Με κοιτάνε…«Θέλω να σας παρουσιάσω μια νέα φωνή». Με κοιτάνε χειρότερα…«Είναι απ’ την Κρήτη, απ’ τα Χανιά» τους λέω για να τους πιάσω στο «τουριστικό». Τίποτα αυτοί! Κλείνω το πιάνο, βγαίνει η Σοφία και λέει α καπέλα Ερωτόκριτο. Σηκώθηκαν όλοι όρθιοι! Οι Πολωνοί είχαν γίνει Κρητίκαροι! Στη συνέχεια πήρε υποτροφία από την «Ακαδημία Chopin», αλλά δεν τη συνέχισε γιατί ήταν για όπερα. Εκεί, πάντως, ήταν σαν να πέταξα τη Σοφία σ’ έναν ωκεανό γεμάτο καρχαρίες και τά’φερε άψογα εις πέρας! Από Ελλάδα τώρα υπάρχει η Ρόδος, η Κέρκυρα, η Πάτρα, η Λάρισα και ο Βόλος. Και στην Κρήτη θα παίξουμε, εννοείται, απλά θα πρέπει να βρεθεί ο χώρος και να συντονιστούμε οι πάντες. Να’μαστε καλά, να λέμε, γιατί σχέδια δεν πολυκάνω. 

Σας ενδιαφέρει η απήχηση του Καβάφη στη νεολαία; Υπήρξατε καλλιτέχνης πάντα κοντά στη νεολαία.

Στην ΕΡΤ που γράψαμε κάποια στιγμή, είχε έρθει ένα σχολείο μάλλον από την Πετρούπολη. Λύκειο, από 13 μέχρι 17 ετών τα παιδιά. Παίζουμε το κομμάτι «Ο Γέρος» και σκάει ένα απρόσμενο δυνατό χειροκρότημα. Έρχεται μετά το «αρχηγάκι» τους και μου λέει: «Κύριε Κορκολή, τι ωραίο αυτό που παίξατε! Τι ήταν;» Του απαντάω «Ένα ποίημα του Καβάφη». «Τον ξέρω αυτόν σαν όνομα»…«Σου άρεσε;»…«Πάρα πολύ, φρέσκο πράγμα»…Όταν του είπα πότε γράφτηκε το ποίημα, έπαθε πλάκα. «Πες στους δασκάλους σας να σας μαθαίνουν ποίηση» τον συμβούλεψα κι αυτό λέω πια: Μέσα στην ποίηση βρίσκεις μια λύση. Όχι πως θα πληρώσεις το νοίκι σου, ούτε την εφορία, αλλά βρίσκεις διεξόδους ωραίες μες την ψυχούλα σου. Κρίμα για μια χώρα που γέννησε τους μεγαλύτερους ποιητές να έχουμε φτυσμένη την ποίηση και να καταστρέφουμε τη γλώσσα μας…

Είπατε ότι δεν πολυκάνετε σχέδια. Να τολμήσω να ρωτήσω αν οφείλεται αυτό στη μάχη με τον καρκίνο που δημοσιοποιήσατε;

Όχι, οφείλεται στην ασθένεια που περνάμε όλοι: Μεταξύ μας τώρα τι σχέδια να κάνεις; Εδώ δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει αύριο…Τέλος πάντων, αυτό ξεκίνησε από το τσιγάρο! Κάπνιζα πέντε πακέτα κόκκινα Marlboro την ημέρα! Συσσωρεύθηκε πίσσα στην ουροδόχο κύστη μου και έγινε όγκος. Είναι μια μορφή καρκίνου των καπνιστών και των ανθρώπων που δουλεύουν σε πάρα πολύ βαριές βιομηχανίες.

Το προλάβατε σε αρχικό στάδιο τουλάχιστον;

Το πρόλαβα σε μεσαίο στάδιο, γιατί δεν έδινα σημασία σε κάποια συμπτωματάκια, όπως αιματουρίες. Εκεί ήταν το πρόβλημα, δεν έδινα σημασία στο σύμπτωμα! Δεύτερο εγκληματικό λάθος είναι να φοβάσαι να πας στο γιατρό μη σου βρει το Κακό! Συνεχίζω και το κάνω το λάθος, μη νομίζετε, με πολύ σπρώξιμο πάω στο γιατρό. Τρελό χαστούκι ήτανε, τρελό χαστούκι!

Χειρουργηθήκατε;

Δύο φορές. Είχα κόψει τσιγάρο, είχα πετάξει αλκοόλ, είχα διώξει οτιδήποτε άλλο καρκινοειδές μπορούσε να κυκλοφορεί γύρω μου. Άλλαξα πάρα πολύ σαν άνθρωπος, δεν σας κρύβω. Έφυγαν οι πολλές ευγένειες, τις άφησα μόνο για τους ευγενείς. Έγινα αγενέστατος με τους αγενείς, επίσης. Η περιπέτεια μου έχει μια διάρκεια πέντε χρόνων ήδη. Πέρσι, το καλοκαίρι του ’17, δυόμισι χρόνια αφότου έσκασε, ξαναχειρουργήθηκα. Ο όγκος επέστρεψε ευτυχώς στο ίδιο σημείο. Ύπουλο χτύπημα αφού ένα απ’ τα συμπτώματα είναι, λέει, ο πόνος στη μέση. Εμένα η μέση μου πονάει από τότε που με θυμάμαι, πως να το πάρω στα σοβαρά ένα τέτοιο σύμπτωμα; Την πρώτη φορά μού χρέωσαν ότι βγήκα και είπα «Έχω καρκίνο».

Καλά κάνατε, που είναι το κακό;

Μα δεν βγήκα και το είπα γενικώς. Το είπα στους καρκινοπαθείς που πήγα κι έπαιξα στην Κρήτη, με το σύλλογο που μιλήσαμε πριν. Βγήκαν και είπαν «Ο Κορκολής νίκησε τον καρκίνο» και διάφορα βαρύγδουπα: Δεν νικιέται ο καρκίνος, αντιμετωπίζεται όμως! Πηγαίνοντας για χημειοθεραπείες είδα άλλους καρκινοπαθείς, πράγματα – τέρατα, οπότε είπα «Καλά είμαι εγώ»…Μαύρισε η ψυχή μου…Σε εκείνη τη συναυλία, λοιπόν, στη μέση του πουθενά, από κάτω ήταν μόνο άνθρωποι που έπασχαν από καρκίνο. Υπήρχε εκεί μια τοπική τηλεόραση, αλλά μες το καλοκαίρι δεν είχαν θέματα, οπότε βγήκε στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του MEGA: «Ο Στέφανος Κορκολής έχει καρκίνο». Τό’δα στην τηλεόραση και έμεινα ενεός! Με πλάκωσαν στα τηλέφωνα, στα μηνύματα, αναγκάστηκα έτσι να βγω να πω: «Παιδιά, ναι, έχω καρκίνο που συγκριτικά με άλλους δεν είναι τίποτα. Κόψτε το κάπνισμα»! Το εννοώ, γιατί εμένα με τσάκισε αυτό το ρημάδι!

Ε, άλλο ένα πακέτο τη μέρα και άλλο πέντε πακέτα που καπνίζατε εσείς. 

Ξέρετε τι μου είπε ο Καραγιάννης, ο γιατρός, αχρείαστος νά’ναι; Άνθρωποι με καρκινικό γονίδιο, και δύο τσιγάρα να καπνίζουν μόνο ημερησίως, θα τους βγει ο καρκίνος!

Τέλος πάντων, μπαίνουμε σε ιατρικά θέματα και δεν «τό’χω» πολύ.

Έχετε δίκιο. Η αρρώστια εμένα με τρόμαξε. Το πρώτο 24ωρο ήμουν σε κατάσταση σοκ! Δεν με φοβίζει να πεθάνω, με φοβίζει το πώς θα πεθάνω. Ο θάνατος είναι αναπόφευκτος ούτως ή άλλως, όχι όμως και ο τρόπος που πεθαίνεις.

Κύριε Κορκολή, εσάς σας πέθαναν ήδη άλλη μια φορά στο παρελθόν…Αναφέρομαι στη διαβόητη ιστορία που για μένα ισοδυναμούσε πάντα με κανονικό βιολογικό θάνατο σας.

Σαφώς…Έχετε απόλυτο δίκιο κι έτσι ήτανε. Σας πληροφορώ όμως ότι επειδή έχω μάθει να μάχομαι, έχοντας φέρει εις πέρας πολλά πράγματα μόνος μου, δεν θα πω το γνωστό «Υπάρχει Θεός». Θα έρθει η ώρα που θα μιλήσω κι εγώ! Η περιπέτεια αυτή με βρήκε εκτός, σε περιοδείες, άρα ήταν ακόμη χειρότερο, απ’ την άλλη όμως θέλω να σας πω ότι πήρα μεγάλη δύναμη. Μου άφησε κουσούρια, φοβίες κλπ., κάτι λογικό με τέτοιο δυνατό σοκ, φάνηκε όμως κι ένας κόσμος που μ’ αγαπάει πραγματικά. Κάθε αρνητικό έχει και τα θετικά του, δεν μπορεί δηλαδή νά’ναι μόνο αρνητικό.

Με το χέρι στην καρδιά, συγχωρέσατε τον άνθρωπο που σας έκανε ένα τέτοιο κακό;

Δεν είναι θέμα συγχώρεσης. Δεν εύχομαι κακό, δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος, κακός άνθρωπος. Θέλει λεπτό χειρισμό το θέμα, εσείς μείνετε στον «πρώτο βιολογικό μου θάνατο», όπως ευφυώς τον χαρακτηρίσατε. Στην τελική, να σας πω κι ένα άλλο; Ο μόνος είμαι; Για πάμε μερικές δεκαετίες πίσω: Θα βρείτε πολλά πρόσωπα που «χτυπήθηκαν» αλύπητα. 

Έχω την αίσθηση ότι η ιδιωτική τηλεόραση προώθησε το μικροαστικό μπανιστήρι και εξέθρεψε κανονικότατα τον φασισμό. Σας θυμίζω άνθρωπο που αυτοκτόνησε κατόπιν διαπόμπευσης του απ’ άλλη εκπομπή του καιρού εκείνου.

Πολύς κόσμος υπέφερε. Μόνο στην Ελλάδα; Γιατί, έξω το ίδιο δε γινόταν; Μην το απομονώνουμε στο δικό μας το χωριουδάκι…Ξέρετε τι με θλίβει εμένα; Με θλίβει να βλέπω το γεροντάκι με απλωμένο χέρι να ζητάει να φάει. Με θλίβει ο ρατσισμός στην τρίτη ηλικία και ποτέ δεν πρέπει να επικεντρώνουμε κατά ενός είδους ρατσισμό. Παντού ακούω «Κωλόγερε, κωλόγρια, να ψοφήσεις»…Με θλίβει που ενώ οι άνθρωποι αυτοί βρίσκονται στο κατώφλι του αγνώστου, εσύ πας και τους παρατάς; Όταν συμβαίνουν όλα αυτά γύρω σου, θέλω να πω, κάθεσαι κι εσύ και λες: «Ok, έφαγα κι εγώ τη φάπα μου, το θάνατο μου που είπατε, πόσοι άλλοι τρώνε καθημερινούς μικρούς θανάτους;»

Μ’ αυτό ας κλείσουμε, κύριε Κορκολή. Σας ευχαριστώ που με δεχτήκατε στο σπίτι σας και συνομιλήσαμε όλη αυτή την ώρα.

Εγώ σας ευχαριστώ γιατί όπως θα γνωρίζετε σπάνια δίνω συνεντεύξεις και πιο σπάνια ανοίγομαι τόσο. Αυτό, λοιπόν, το χρωστάω στην ευγένεια και στον τρόπο που χειριστήκατε τη «ζωή» μου όλη. Πραγματικά ήταν σπάνιο για μένα να συνομιλήσω δημοσίως με έναν τόσο βαθύ γνώστη της μουσικής και των μουσικών. Σας παρακαλώ αυτά να τα βάλετε στη συνέντευξη μας, όπως ακριβώς σας τα λέω τώρα!  

* Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 2018 στο σπίτι του Στέφανου Κορκολή στη Φωκίωνος Νέγρη

** Πρώτη δημοσίευση: koutipandoras.gr 

Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2025

Λίνα Νικολακοπούλου: «Δεν προλάβαινα να καταλάβω τις επιτυχίες, σήκωνα τα μανίκια και έγραφα» (μία συνέντευξη της κορυφαίας στιχουργού άνευ προλόγου)

 

Έχω την εντύπωση πως όσο μεγαλώνετε απομακρύνεστε από τους μεγάλους τραγουδιστές ή τις «ντίβες» που τους χαρίσατε μεγάλες επιτυχίες και στρέφεστε σε πιο νέα παιδιά για συνεργασίες.

Αυτή η καλότυχη και μακρόβια διαδρομή μετράει ακριβώς 44 χρόνια. Εγώ ως στιχουργός είχα την ευκαιρία να τραγουδηθώ νωρίς από πολύ σημαντικούς ερμηνευτές και επίσης να μελοποιηθώ από σημαντικούς συνθέτες: Σπανός νωρίς – νωρίς, Χατζηνάσιος μετά, Μικρούτσικος, Σπάθας και Μιτζέλος, δηλαδή δινόντουσαν ευκαιρίες. Απ’ την ώρα της δημιουργίας, μας ερχόταν στο νου και το ποιοι θα μπορούσαν να πουν τα τραγούδια μας για να λέμε «αυτό μπορεί να το πει ωραία ο Λαυρέντης ή η Άλκηστη». Η Άλκηστη, βέβαια, ήταν η πιο σταθερή συνεργάτιδα για μένα. Από την «Έξοδο κινδύνου» που κάναμε με τον Σπανό, είχα μια πολύχρονη συνεργασία με την Άλκηστη με πολύ ωραία αποτελέσματα, σαν το «Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ» και το «Ανθρώπων έργα» που κάναμε με τον Κραουνάκη, αλλά και με τον Μπρέγκοβιτς αργότερα, όπως και με το «Δικαίωμα»…

Εκεί σας μελοποίησε η Δήμητρα Γαλάνη.

Όχι, το αντίθετο συνέβη: Εγώ έγραψα πάνω σε μουσικές της, τις οποίες μου έπαιξε και μου άρεσαν. Άρα η σταθερότερη συνεργασία μου ερμηνευτικά ήταν η Άλκηστη, εκ των υστέρων όμως, όταν κάναμε το «Μαμά γερνάω» με την Τσανακλίδου, είχε έρθει ήδη η Αρβανιτάκη για να κάνουμε το «Μένω εκτός». Το ένα έφερνε το άλλο κι εγώ είχα τη χαρά να μπορώ να γράφω για χροιές και προσωπικότητες διαφορετικές, προσπαθώντας για τον καθένα να’μαι μοναδική και αφήνοντας εκτός τις επιτυχίες. Η δε Άλκηστη και η Ελευθερία ήταν ηλικιακά πολύ κοντά μου, σχεδόν μαζί προχωρήσαμε, τη στιγμή που η Δήμητρα και η Χαρούλα ήταν ήδη ονόματα μεγάλα. Αργότερα συνεργαστήκαμε με την Αρλέτα και τον Μακεδόνα στα πρώτα του βήματα, Πάντοτε υπήρχε μία ζωντάνια διότι εκτός από δισκογραφία κάναμε και τα ιδιαίτερα προγράμματα από τη «Λεωφόρο» στη Συγγρού μέχρι το «ΖΟΟΜ» και μετά στο Γκάζι, όπου εκεί τελείωσε η τριάδα. Στο Γκάζι δηλαδή δόθηκε η τελευταία παράσταση του σχήματος Κραουνάκης – Νικολακοπούλου – Πρωτοψάλτη για να συνεχίσω εγώ με την Άλκηστη στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά σε σκηνοθεσία Δημήτρη Παπαϊωάννου. Τα λέω όλα αυτά, γιατί εγώ τις «ντίβες» τις έβλεπα πολύ κοντά μου, διανύοντας τα τυχερά χρόνια της δισκογραφίας, που μπορούσαμε πολύ εύκολα να πάμε νέες ιδέες στην εκάστοτε δισκογραφική, κάτι που σταμάτησε να ισχύει από το 2000 και μετά. Τελευταία μας συνεργασία με τον Σταμάτη ήταν στα «Ισόβια» με τον Μητσιά στην εταιρεία Legend του Γιαννίκου. Είχε ήδη τελειώσει αυτό που ξέραμε ως διαδικασία παραγωγής ενός δίσκου. Έκανα αρκετή υπομονή για μία δεκαετία, που δεν γινόταν τίποτα δισκογραφικά. Το καλό με την ιδιότητα του ανθρώπου του λόγου είναι ότι έχει αντοχές. Μπορεί μετά από ένα διάστημα παύσης να ξαναμιλήσει. Πρέπει να προπονείσαι σαν τον αθλητή, κάτι να γράφεις ή να σημειώνεις, άσχετα αν δεν είναι η στιγμή γόνιμη. Ούσα κακομαθημένη απ’ την μεγάλη ελευθερία, θα μου ήταν δύσκολο να γράψω για πράγματα που δεν μ’ αφορούν. Το διάστημα της αναγκαστικής αποχής βρήκα την ισορροπία μου με συναντήσεις με λογοτέχνες και ποιητές. Αυτό με κράτησε πολύ «ζωντανή» και μου χάρισε μια δίοδο επικοινωνίας. Κι αν το τοπίο ήταν ίδιο με του ’80 και του ’90 μπορεί να’χα γεννήσει σπουδαία πράγματα στο τραγούδι. Οι μεγάλοι τραγουδιστές, που είπατε, ήταν ωραίες φωνές που φώτιζαν το λόγο μου και άρα η αιτία της απόστασης μου ήταν η απώλεια της όρεξης να προτείνουμε κάτι. Πιο πολύ δικό τους θέμα ήταν, παρά δικό μου. Παρόλα αυτά είχα αρχίσει να παρατηρώ ότι το είδος που υπηρετούσα, αδυνάτιζε. Ούτε οι νέοι τεράστιοι χώροι μπορούσαν να το βοηθήσουν, αφού το συγκεκριμένο ρεπερτόριο δεν φωτίζεται νύχτα, εκτός κι αν είναι λογικής μιας καινούργιας διάστασης αυτού που λέμε μπουάτ. Αυτό έφτασε να μπορεί να γίνει τώρα. Βρήκα τη δύναμη να φτιάξω ένα πρόγραμμα, συστήνοντας νέους καλλιτέχνες. Μπορώ και το θέλω! Και τα αυτιά μου και τα μάτια μου ακούνε, μαθαίνουν νέες φωνές, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην Κύπρο όποτε πάω.

Έτσι φωτίστηκαν και κάποια παλιότερα τραγούδια σας με την Ερωφίλη και την Καπαρού, σαν αυτά από το άλμπουμ «Σαριμπιντάμ» του ’82.

Μα ακόμη και η Χριστιάνα, που ήταν τότε βασίλισσα στην πίστα, είπε να συνεργαστεί με δύο άγνωστους, εμένα και τον Σταμάτη, παίρνοντας ένα ρίσκο. Εάν κατοπινά δεν κατάφερνες να περάσεις «λάιβ» κάποια τραγούδια, αυτά θα έμεναν στο δίσκο ή θα παίζονταν από κάποια ραδιόφωνα. Ο κόσμος, όμως, συνήθως δεν τα άκουγε ποτέ σε συναυλία. Είναι τραγούδια που μπορούν να εμπνεύσουν νεότερα παιδιά και σαν μελωδίες, και σαν μυθολογία που φέρει ο λόγος.

Ωστόσο, όταν είναι κανείς τόσο παραγωγικός όσο εσείς, τι να πρωτοβάλει σ’ ένα λάιβ πρόγραμμα;

Πιστέψτε με, αν σου  έρθει η επίγνωση, μπορείς να φτιάχνεις πολύχρωμα προγράμματα επί σειρά δεκαετιών. Τραγούδια που έχουν μια ιστορικότητα, αλλά όχι μουσειακή. Τα ρίχνεις στη φωτιά και κοιτάς αν είναι ακόμη ζωντανά. Πιστεύω πως κάνω κάτι, το οποίο θέλω εγώ πρωτίστως χωρίς να μου ζητείται τίποτα συγκεκριμένο. Στο πρόγραμμα βάλαμε χρονολογικά τα τραγούδια, διότι αν δει κανείς τι γράφτηκε το 1982 και το ’84, αξιολογεί αλλιώς τα πράγματα. Απόδειξη του ότι ακόμη ακούγονται φρέσκα. Κι εγώ πάντα όταν έκανα κάτι, μετά το έκαναν κι οι άλλοι. Έκανα το «Χάραμα», π.χ., και γέμισε όλη η Ελλάδα «Χαράματα». Μου λέγανε, θυμάμαι, «άμα δεν μας τα δείξετε εσείς, πως θα τα ξέρουμε;» Ρίχνεις ιδέες και εμπλουτίζεις το ενδιαφέρον του κόσμου.

Οι ιδέες αυτές δεν σταματούν ποτέ;

Το να κουραστείς είναι φυσιολογικό, αφού μοιάζει σαν να κολυμπάς μια πολύ μεγάλη απόσταση για να βρεις ένα νησί. Απλώς την ώρα που ξαναβρίσκεις στεριά, ζυγίζεις και λες «Υπάρχει τίποτα ωραιότερο στη ζωή μου απ’ το να γονιμοποιώ τη σκέψη μου και το λόγο μου;» Η δημιουργία είναι πολύ ευαίσθητο πράγμα.

Λίνα Νικολακοπούλου - Μπόσκο (φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν, 2017)
Στη συναυλία στο Παλλάς θα παρουσιάσετε τις συνεργασίες σας με τον Μπρέγκοβιτς και τον Λέσεντριτς.

Μεταξύ άλλων, θα έλεγα. Τα έργα αυτά ήταν οι πυλώνες της δικής μου απόπειρας να γράψω στίχους πάνω σε μελωδίες και ρυθμούς με πολύ παλιά ρίζα. Ειδικά οι μουσικές από την «Εποχή των τσιγγάνων» είναι γραμμένες για τις γιορτές και τους γάμους τους. Του Λέσεντριτς, πάλι, που είναι δυτικός συνθέτης, ήταν πιο έντεχνα.  Η καταγωγή του Μητσιά με τα μακεδονίτικα ακούσματα με ώθησε στον συγκερασμό με μια μπάντα πνευστών πάνω σ’ αυτές τις ωραίες μελωδίες. Εκτός όμως απ’ το «Παραδέχτηκα» και «Στο δρόμο με τα χάλκινα», επιστρέφω και σε μελωδίες που εμένα με πηγαίνουν προς το δημοτικό τραγούδι. Όταν ο Νίκος Αντύπας μου έδωσε τις μελωδίες για το «Δι’ ευχών», εγώ κάτω απ’ αυτό το ρυθμό άκουγα τσάμικο. Και ο «Δερβίσης» έχει τέτοια ρίζα, επομένως μαζί με του Γκόραν και του Κίκι, έβαλα και μερικά τραγούδια που δεν ανήκουν σ’ αυτούς τους κύκλους, φέρουν όμως τέτοια δόνηση.

Θέλω να μου πείτε το ιστορικό της συνεργασίας με τον Γκόραν Μπρέγκοβιτς.

Έψαχνε η Άλκηστη να βρει υλικό για ένα δίσκο. Ο Κώστας Κωτούλας, ο αυχωρεμένος στιχουργός, είχε βρει δύο μουσικές από τον «Καιρό των τσιγγάνων» και της είπε της Άλκηστης να μου τις δώσει μήπως και της γράψω. Με το που άκουσα τις μουσικές, πήγα στο Άστυ να δω την ταινία του Κουστουρίτσα. Βγήκα απ’ το σινεμά και ένιωθα αναστατωμένη σαν κάτι να μου’χε μιλήσει πολύ δυνατά μέσα μου. Το πρωί τηλεφώνησα της Άλκηστης: «Όχι μόνο δύο τραγούδια, θέλω να κάνουμε ολόκληρο δίσκο με τον Μπρέγκοβιτς». Μόνο το «Εντερλέζιν«» και το «Μαύρο χιόνι» ήταν τραγούδια, όλα τα άλλα, το «Βενζινάδικο» και το «Να’ταν η χαρά οικόπεδο» ήταν σκέτες μουσικές. Βάλαμε την τότε Polygram να επικοινωνήσει με την Polygram Γαλλίας και βρήκαμε τον μάνατζερ του Μπρέγκοβιτς, ο οποίος μας ζήτησε να του στείλουμε τη φωνή της τραγουδίστριας.  Εγώ του έστειλα μαζί και το «Ρεμπέτικο» του Ξαρχάκου για να έχει δύο αναφορές. Ο Μπρέγκοβιτς δεν ενδιαφερόταν να ξανακάνει ότι έκανε στο σάουντρακ, ήθελε έναν συγκερασμό των δικών μας ηχοχρωμάτων με τα δικά του. Κανονίστηκε να τον συναντήσουμε στο Σεράγεβο που ήταν το πατρικό του. Σηκωθήκαμε από δω και στη Θεσσαλονίκη, απ’ όπου θα πετάγαμε για Βελιγράδι, είχε τρομερή ομίχλη και καθυστερήσαμε πέντε ώρες. Μας περίμενε αυτοκίνητο Βελιγράδι – Σεράγεβο για να δούμε τον Γκόραν στο σπίτι του. Ήταν ένα παλιό σπίτι σαν τα δικά μας της δεκαετίας του 1930. Όταν ανεβήκαμε, αυτός δεν ήταν εκεί. Η γυναίκα που φρόντιζε το σπίτι δεν μίλαγε καθόλου. Καθόμαστε φρόνιμα και όταν καταλάβαμε ότι ήθελε κάτι να μας προσφέρει, δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε. Λέω «τσάι» στα αγγλικά, τίποτα, μετά στα γαλλικά, πάλι τίποτα. Γυρνάω και κάνω της Άλκηστης: «Πως να της πω τώρα το ‘’τσάι’’;» Πετάγεται αυτή: «Α, τσάι»! Το τσάι ήταν και η δική τους σωστή λέξη. Άκουσα τα βήματα του Γκόραν στη μεγάλη ξύλινη σκάλα με φόρα γιατί είχε αργήσει. Εμφανίζεται ένας κούκλος με την καμπαρντίνα του και τα άναρχα μαλλιά του και μέσα σε πέντε λεπτά, μας λέει το εξής: «Επειδή πρέπει να πάω σε μια τελετή που με βραβεύουν, δεν ερχόσαστε μαζί;» Μας πήρε και πήγαμε σ’ ένα κλαμπ, Τα φλας να αστράφτουν σαν να είμαστε στο Χόλιγουντ. Κάνω της Άλκηστης: «Δεν ξέρω γιατί σ’ το λέω, αλλά θα γίνει χαμός μ’ αυτό το δίσκο». Μέσα σ’ αυτή τη βαβούρα, πάλι δεν μπορούσαμε να μιλήσουμε, έλα όμως που εμείς πετούσαμε το ίδιο βράδυ. «Εμείς πρέπει να φύγουμε» λέω του Γκόραν κι έτσι μέσα στο αυτοκίνητο, αυτός μπροστά κι εγώ πίσω, μου λέει: «Για μας οι τσιγγάνοι είναι καθημερινότητα». «Και για μας» απάντησα. «Επίσης, ο λόγος έχει μεγάλη σημασία στα τραγούδια μας» συνέχισε. «Και σε μας ακόμη πιο πολύ» του εξήγησα. «Let’s do it» γύρισε τότε και μου είπε! Εδώ τελειώνει η δική μου πρώτη σκηνή του «Καιρού των τσιγγάνων», πώς δηλαδή κυνήγησα το «ναι» του και με πόσα βάσανα το απέσπασα. Ένα μεγάλο ταξίδι, σκεφτείτε, με πέντε λεπτά κουβέντα και άλλα πέντε μέσα στο αμάξι πριν το αεροδρόμιο. Ξαναταξίδεψα μόνη μου στο Σεράγεβο για μια βδομάδα, διαλέγοντας τα τραγούδια. Θυμάμαι ότι βρεθήκαμε στο σπίτι ενός τσιγγάνου μουσικού για να δουλέψουμε στους τόνους της Άλκηστης. Μέσα στην κρεβατοκάμαρα του καθόμασταν, αφού δεν χωράγαμε αλλού. Είχαμε ανοίξει τα συρτάρια απ’ τις ντουλάπες για να καθίσουμε όλοι. Φάση Κουστουρίτσα κανονικά! Αργότερα πήγα εγώ στη Ραδιοφωνία των Σκοπίων για να ηχογραφήσουμε μέσα σε δύο 24ωρα το περιεχόμενο και εκεί συνέβη κάτι απίθανο: Κάποια στιγμή ο Γκόραν μου κουνάει τα κλειδιά από ένα wolkswagen που είχε. «Πάρ’το και πήγαινε αυτόν τον μουσικό σπίτι του» μου λέει. Τα πήρα τα κλειδιά και όσο ήταν μέσα ο άνθρωπος, μου υποδείκνυε αυτός που θα πάμε. Σαν τον άφησα, αναρωτήθηκα: «Τώρα που πάω, δύο τη νύχτα, σε μια ξένη χώρα;» Τελικά, είχα σταμπάρει την ψηλή κεραία της Ραδιοφωνίας με ένα κόκκινο φως απάνω και την έβαλα σημάδι, πηγαίνοντας προς τα κει. Σκεφτόμουν μετά τι έκανα και τι με είχε βάλει ο Μπρέγκοβιτς να κάνω! Είναι σαν να’σαι σε πόλεμο και πρέπει να επιβιώσεις. Όταν γύρισα στην Ελλάδα, έκανα την επαφή με τον Αριστείδη Μόσχο και το συγκρότημα του. Ήρθε ο Γκόραν και μπήκε μετά η Άλκηστη στο στούντιο και γράψαμε. Να πω όμως και ότι σε μια τηλεοπτική εκπομπή ο Γκόραν είχε ακούσει την Ανθούλα Αληφραγκή κι είπε: «Αυτή θέλω, γιατί έχει το βιμπράτο των τσιγγάνων γυναικών». Έτσι, η Ανθούλα έκανε δεύτερες φωνές στην Άλκηστη.

Ο δίσκος έκανε επιτυχία με το καλημέρα;

Δεν θα τό’λεγα. Υπήρχαν αμφιβολίες όταν βγήκε ειδικά για την καριέρα της Άλκηστης. Πέρασε ένα τρίμηνο που δεν ήμασταν καθόλου σίγουροι για την επιτυχία του εγχειρήματος. Ο Γκόραν τρελάθηκε όταν ήρθε στο ΖΟΟΜ και είδε όλο τον κόσμο όρθιο. «Μάλλον εσύ κάτι έκανες και έγινε αυτό τέτοια επιτυχία» γύρισε και μου είπε.

Με τον Κουστουρίτσα, πάντως, δεν μιλιούνται εδώ και χρόνια. Ένα αμερικανικό συγκρότημα είχε κατηγορήσει τον Μπρέγκοβιτς για κλοπή της μελωδίας του «In the death car» από το σάουντρακ του «Arizona Dream».

Εμάς μας ενδιαφέρει ποιος είχε την ευχέρεια να μαζέψει όλους αυτούς τους ήχους. Αλήθεια είναι πως η μουσική του Μπρέγκοβιτς κατέληγε να είναι πιο μακρόβια απ’ τις ταινίες του Κουστουρίτσα, οπότε εκεί μπαίνουν και άλλα θέματα. Απ’ την άλλη οι Σέρβοι θα σου πουν πως οι μελωδίες αυτές δεν είναι του Μπρέγκοβιτς, αλλά τσιγγάνικες. Και είναι αληθές! Αυτός όμως βρήκε τον τρόπο και τους άνοιξε επίσημη οδό μέσα από το σινεμά. Το κακό δεν είναι να κλέψεις, αλλά να μην το πεις. Να μην αποδίδεις το δικαίωμα της πρωτογενούς δημιουργίας. Έτσι, όταν μου ζήτησε ένα τραγούδι που να μην είναι δικό του, βάλαμε το «Σ’ αγαπώ γιατί είσαι ωραία» με τον Αριστείδη Μόσχο.

Το θέμα είναι ότι είχατε ένστικτο ν’ ανακαλύπτετε πράγματα και να τα φέρνετε στα καθ’ ημάς.

Αυτή ήταν κανονικά η δουλειά του παραγωγού. Παραγωγός δεν είναι μόνο να κάνει τηλέφωνα, να βρίσκει μουσικούς και να λέει πόσες ώρες θα γράψουν στο στούντιο. Ο παραγωγός πρέπει ν’ ακούει τα πάντα και να έχει το νου του να προτείνει. Κάποτε οι παραγωγοί είχαν υπόσταση, τώρα δεν υπάρχουν.

Η συνεργασία με τον Κίκι Λέσεντριτς που ακολούθησε αυτή του Μπρέγκοβιτς πώς προέκυψε;

Ο Μπρέγκοβιτς μου τον σύστησε. Μου μίλησε για ένα νεαρό ταλαντούχο συνθέτη, κάτι υπέροχο απ’ τη μεριά του. Η Γιουγκοσλαβία ήταν κατεστραμμένη και ο Γκόραν ήθελε να προσφέρει διέξοδο σ’ ένα νεότερο καλλιτέχνη, που τον πίστευε. Όταν άκουσα τις μελωδίες του Κίκι, σκέφτηκα κατευθείαν τη φωνή του Μητσιά. Όχι πολύ μετά, ηχογραφήσαμε στο Βελιγράδι με τέσσερις μουσικούς και με υπέροχα γυναικεία φωνητικά. Εκεί εντυπωσιάστηκα με το πόσο σπουδαίοι σολίστες υπήρχαν στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Μουσικοί με περγαμηνές στην κλασική, τη τζαζ και τη ροκ μουσική και με επιρροές από Ιταλία. Πήγαμε με τον Μανώλη στο Βελιγράδι εν μέσω μιας τραγικής κατάστασης: Μπιτόνια με βενζίνη για το δρόμο και στα ράφια των σούπερ μάρκετ να βρίσκεις μόνο σαπούνι και σύρμα για τις κατσαρόλες. Με όλη την παρέα εκεί, παρόλα αυτά, περάσαμε μαγικά. Γυρίσαμε και προσθέσαμε ηχογραφήσεις στο στούντιο «Σιέρρα».

Να που σήμερα λοιπόν παρουσιάζετε λάιβ αυτά τα έργα που ένωσαν την Ελλάδα με τις γειτονικές της χώρες.

Όσο μεγαλώνω παρατηρώ συνεχώς συμπτώσεις. Θυμάμαι πριν από δύο χρόνια που με είχαν καλέσει σε ένα εστιατόριο στο Παγκράτι. Πήγα και εκεί που τρώγαμε, ακούω από μακριά τον ήχο μιας μπάντας. Το αυτί μου ήταν εκεί και μέσα μου άρχισε ένα καρδιοχτύπι σαν να έλεγα «αυτοί ήρθαν για μένα».  Καθώς πλησίαζαν, άκουσα να παίζουν το «Παραδέχτηκα» και το «Να’ταν η χαρά οικόπεδο». Παρατάω το τραπέζι και βγαίνω έξω. Τα παιδιά έπαθαν πλάκα με το που με είδαν! Μου είπαν πως για κάποιο λόγο είχαν βρεθεί στα Μέθανα, τη γενέτειρα μου, ρώτησαν που ήταν το σπίτι μου και κάθισαν κι έπαιξαν σαν να μου έκαναν καντάδα. Μου ήρθαν δάκρυα…Αργότερα επιμελήθηκα ένα αφιέρωμα στον Βαμβακάρη για το φεστιβάλ της ΚΝΕ, όπου μετά από μας θα έπαιζε μια μπάντα με χάλκινα. Γνώριζα έναν απ’ τους μουσικούς, τον ακορντεονίστα Θάνο Σταυρίδη, που μου ζήτησε να τους προσέξω. Μου άρεσαν. Ο ίδιος μουσικός είχε κάτι στο νου να κάναμε μαζί. Μια βδομάδα μετά μου τηλεφώνησε ο Μάνος Τρανταλίδης: «Έχω μια ημερομηνία για ‘’Παλλάς’’, κάνε ότι θέλεις»! Για κάποιο λόγο δηλαδή το πράγμα με τα βαλκανικά ερχόταν κι έφευγε.

Παρατηρώ πως το κοινό των τραγουδιών σας μοιραία έχει ανανεωθεί.

Ισχύει, αν υποτεθεί πως η συναυλία γίνεται 35 χρόνια μετά απ’ αυτούς τους δίσκους. Δεν έχει σημασία αν τα ξέρει ο κόσμος, αφού το ζητούμενο στα πανηγύρια ήταν η γιορτή, η μάζωξη των ανθρώπων και όχι τόσο το αν θα ήξεραν τι θα ακούσουν. Δεν υπήρχε η αγωνία του καινούργιου «σουξέ». Θα τραγουδήσει η τριάδα από την παλιότερη γενιά, ο Μητσιάς, η Γλυκερία και η Πίτσα Παπαδοπούλου.

Πρωτότυπο το «πάντρεμα» με την Πίτσα Παπαδοπούλου και για πρώτη φορά, αν τα λέω σωστά.

Ήμουν στην εκπομπή «Νύχτα στάσου» κι εκεί την είδα πώς τραγουδούσε. Είναι μοναδική. Είχα περιέργεια για το πώς θα έλεγε η Πίτσα το «Μαύρο χιόνι», δημιουργήθηκε μια προσμονή μέσα μου για το τι συναισθήματα θα βγάλει μια κατεξοχήν λαϊκή ερμηνεύτρια.

Και γιατί ενώ έχετε τον Μητσιά απουσιάζει η Πρωτοψάλτη;

Πολύ απλά θα πω ότι η Άλκηστη λέει ακόμη αυτά τα τραγούδια στα προγράμματα της. Κρατάει ζωντανό το ρεπερτόριο αυτό στις συναυλίες της. Τώρα θεώρησα υποχρέωση μου να δώσω αυτά τα κομμάτια στη Γλυκερία, σε μία καλλιτέχνιδα που έχει τραγουδήσει όπου υπάρχει Έλληνας στον πλανήτη. Ήθελα να δουλέψω με τη Γλυκερία, με την οποία δεν συνεργαστήκαμε ποτέ πριν. Με συγκινεί η μακροβιότητα της, η συνέπεια και ο επαγγελματισμός της. Θέλω να πω ότι τα τραγούδια αυτά είναι ακόμη ζωντανά μέσω των πρώτων εκτελέσεων με την Άλκηστη.

Σωστό, ο Μητσιάς αντίθετα δικαιούται να τα ξανατραγουδήσει τώρα, αφού δεν είχαν ίδια απήχηση οι δίσκοι του Λέσεντριτς με του Μπρέγκοβιτς.

Έτσι είναι, δεν είχαν. Η μεγαλύτερη επιτυχία που προέκυψε τότε ήταν το «Πάρτι» και δευτερογενώς το «Με το φορητό τον ουρανό μου». Δεν τα είχε χαρεί ο Μητσιάς αυτά τα τραγούδια. Φώναξα να είναι παρών και ο Κίκι και, μάλιστα, έδωσα το «Νανούρισμα» απ’ τον ίδιο δίσκο στον Απόστολο Κίτσο. Συγκινήθηκε το πώς επέλεξα μια μελωδία γι’ αυτόν. Θα δοκιμάσω αυτό το δούναι και λαβείν με την Ασπασία Στρατηγού, που επίσης τη θεωρώ καλή τραγουδίστρια. Ευκαιρία, λοιπόν, να δω ζωντανά με τη χημεία όλων αυτών των ερμηνευτών. Έγινε και κάτι άλλο καλότυχο: Η Μαρίνα Σάττι είχε διασκευάσει το «Βλέφαρο μου» σε μουσική του Κυπουργού. Το άκουσα για να έδινα την άδεια και αμέσως της μίλησα: «Κατά σύμπτωση κάνω αυτό στο ‘’Παλλάς’’. Θα έρθεις;» Και μου απάντησε: «Βέβαια». Έτσι θα έχουμε και τη Μαρίνα Σάττι.

Τους αγαπάτε τους τραγουδιστές σας;

Πολύ! Είναι εργαλεία για μένα και χωρίς αυτούς τι θα γίνονταν αυτά που έγραφα; Το τραγούδι έχει τριπλή υπόσταση: Συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής. Ασφαλώς και τους αγαπώ και τους κατανοώ αναφορικά με το άγχος της καριέρας. Απλώς κι εγώ πρέπει να έχω το νου μου να μην εγκλωβίζομαι και να βρίσκω τρόπους να επικοινωνώ.

Έχω την αίσθηση πως μας μαθαίνετε πράγματα, προτείνετε κι αυτό ξεφεύγει απ’ τα όρια του στιχουργού. Δεν είστε, π.χ., σαν τον Γκάτσο που δεν έδινε ποτέ συνεντεύξεις.

Ναι, αλλά ο Γκάτσος ήταν πόλος έλξης για όλους τους διανοητές. Η «Αμοργός» ήταν το νόμισμα του, αλλά έδινε τον τόνο όχι δημόσια παρά μόνο σ’ αυτούς που τον περιστοίχιζαν. Ακόμη κι ο Ελύτης πήγαινε τα γραπτά του στον Γκάτσο. Οι στιχουργοί είναι ιδιαίτεροι άνθρωποι κι αυτό το λέω πρώτη φορά. Έχουν πολύπλευρες γνώσεις. Εάν προλαβαίναμε στη ζωή τον Βίρβο και τον Πυθαγόρα και τους συζητούσαμε, θα άκουγε ο κόσμος τη ματιά τους, τα διαβάσματα τους, τις επιρροές τους. Οι στιχουργοί απορροφούν πολλά πράγματα για να μπορέσουν να πουν δύο λόγια. Πρόσφατα έγινε μια βράβευση από τον «Επίλογο» στον Καταλειφό, τον Βαλτινό και σε μένα. Ο Καταλειφός είπε ότι σε δύο ώρες το θέατρο μιλάει για τη ζωή και το θάνατο, εκεί που το τραγούδι κάνει το ίδιο μέσα σε τρία λεπτά. Είναι ακόμη πιο μικρός ο χρόνος που πρέπει να χωρέσεις ζωή και θάνατο. Όπως έλεγε η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου: «Με το καλησπέρα, πρέπει να τά’χεις πει όλα». Αυτή είναι και η χαρά του στιχουργού.

Ποιοι στίχοι σας είδατε να γίνονται σλόγκαν;

Σλόγκαν πιστεύω ότι έγινε το ρεφρέν του «Σ’ όποιον αρέσουμε», ενώ τα κουπλέ ήταν λίγο πιο βαριά. Το «Κρατάει χρόνια αυτή η κολόνια», που ήταν μια κατασκευή, έχει γίνει κάτι σαν παροιμία που ο κόσμος νομίζει ότι προϋπήρχε. Ακόμη σλόγκαν έγινε ο στίχος «Στο βάθος το ζηλεύουμε αυτό που ρεζιλεύουμε».

Εξέλιξη αυτού είναι και ο υπέροχος στίχος «Ότι σταυρώνεις το προσκυνάς» στην «Εποχή της αγάπης» με μελωδίες του Χατζιδάκι.

Ακριβώς. Ας θυμηθούμε και το «Είμαστε ακόμα ζωντανοί», άρα μιλάμε για στίχους που έχουν αυτονομηθεί κι έχουν γίνει σημεία αναφοράς στη ζωή και στον προφορικό καθημερινό λόγο.  Θυμάμαι τον Μάτσα που του ζήτησα να είναι τυπωμένοι οι στίχοι μέσα στον φάκελο του βινυλίου. «Τι γίνεται, Λίνα μου, υπάρχει κάποια επιτυχία μες στο δίσκο σαν το ‘’Η αγάπη είναι ζάλη’’;» Του απάντησα: «Τι να σας πω, κύριε Μάτσα, μια κολόνια έχω. Αν σας ζαλίσει, δεν το ξέρω» (γέλια).

Ενώ ενημερώνομαι για τα πάντα, ομολογώ πως δεν έχω ακούσει ένα στίχο να με ταρακουνήσει. Μοιάζει σαν αυτή τη στιγμή να μη μπορεί κανείς να σας μετακινήσει απ’ το «θρόνο» σας.

Είναι ελευθερία και «το’χω» να γράφω πάνω σε μουσικές. Όταν είδα πολύ νωρίς ότι μου αρέσει να γράφω πάνω σε μελωδίες, γιατί με πάνε αλλού, κατάλαβα αυτή μου την ευχέρεια. Ξέρεις τι φταίει σε ότι αφορά τους νεότερους; Εγώ είχα τη δυνατότητα των σταθερών συνεργασιών, όπως με τον Σταμάτη, που καταλαβαινόμασταν. Δεν ήταν το να γράφω μόνο ένα, αλλά είχα την ευκαιρία της «προπόνησης». Υπήρχε και το κριτήριο της παραγωγής. Κι ακόμα υπάρχει. Γιατί δεν αταματάνε πράγματα που δεν πάνε μπροστά το τραγούδι; Είναι και μια ευθύνη των εταιρειών και των παραγωγών. Ο καθένας κάνει αυτό που του επιτρέπεται. Σήμερα δίνουν ένα τραγούδι μ’ έναν στίχο και ουδείς ασχολείται. Αυτό είναι που σκοτώνει το κοινό αίσθημα.

Θα το πω λίγο χοντρά: Τι έχει αλλάξει και ο καθένας νομίζει ότι είναι στιχουργός;

Οι κανόνες της αγοράς. Εγώ όταν ξεκινούσα ήταν εν ζωή ο Γκάτσος και ντρεπόμουν να κάνω κάτι που δεν ήταν καλό. Και δεν ήξερα αν θα’ναι καλό, αλλά ήξερα ότι ήθελα να’ναι καλό. Οι κανόνες είναι πια άλλοι. Η ισορροπία σε μένα προήλθε και απ’ το πόσοι καλοί συνθέτες υπήρχαν. Όταν θαύμαζες τον Κουγιουμτζή και τον Μούτση, είχες ανθρώπους που ευχόσουν να πάρουν τα λόγια σου. Το νόμισμα υποβαθμίστηκε από ένα σημείο και μετά. Απ’ την άλλη οι τραγουδοποιοί που έγραφαν και στίχους απ’ το ’90 και μετά, καλά τα έκαναν. Ο Μαχαιρίτσας έχει γράψει θησαυρούς, όπως και ο Σούσης που άφησε αποτύπωμα. Ο Βαγγέλης Γερμανός, όπως και η Αρλέτα, ήταν χαριτωμένοι εύγλωττοι δημιουργοί με κοσμοθεωρία δική τους. Όλη η ιστορία για τον καθένα που έρχεται στο προσκήνιο είναι τι έχει να δώσει και πόσο διατεθειμένος είναι.

Παλιά υπήρχε: Το σώμα. Πολλές φορές την έχω πει, γιατί αυτό είναι το μαρτυρικό στοιχείο του ανθρώπου. Όλο το άλλο, το ψυχικό, το καρδιακό, το εγκεφαλικό δεν υποφέρει τόσο όσο το σώμα που κουβαλάμε. Και ότι άλλο ποθήσουμε είναι καταδικασμένο να αρρωστήσει και να σβήσει. Θυμάμαι που ερχόταν κάποτε ένας άνθρωπος σαν «healer» και έβαλε τα χέρια του στο στομάχι μου. Με ρωτάει «Θύμωσες πολύ τις τελευταίες πέντε μέρες;» και του απαντάω «ναι». Αυτός ο θυμός, λοιπόν, είχε καταγραφεί στο σώμα μου. Έμεινα άναυδη. Εκεί είπα ότι το σώμα μας είναι το ημερολόγιο μας, η βιβλιογραφία μας.

Πάντως για το «Ποτέ δεν θα μπω σ’ άλλο σώμα» είχατε υποστεί ένα είδος λογοκρισίας.

Ο Μάτσας είχε πρόβλημα μ’ αυτό το στίχο. Αναρωτιόταν μήπως ήταν προκλητικός. Του είπα κάτι και δικαιώθηκα: «Ο Μητσιάς είναι ψάλτης, ο τρόπος που λέει τα πράγματα φέρει μεγάλη ευγένεια, Μη φοβάστε». Και προέκυψε ένα χιλιοαγαπημένο τραγούδι.

Η τόλμη ήταν ένα χαρακτηριστικό σας όλα αυτά τα χρόνια;

Ναι, ακόμη και στο «Μαμά γερνάω» υπήρχε ένα τόσο σοβαρό θέμα, που αν δεν ειπωνόταν σωστά, θα κινδύνευε ο στιχουργός. Και η Τάνια, που τότε είχε χάσει τη μάνα της, έβαλε ως σημείο αναφοράς της επετειακής συναυλίας της το «Τριάντα καλοκαίρια και χειμώνες».

Βέβαια, προσωπική μου γνώμη είναι πως η επιτομή της στιχουργού Νικολακοπούλου ήταν το «Ηφαίστειο» με τον Αντύπα για την Πρωτοψάλτη. Είχε και τα εύσημα του μεγάλου σουρεαλιστή Νάνου Βαλαωρίτη.

Ήταν ανοιχτόμυαλος άνθρωπος ο Βαλαωρίτης. Αυτός και ο Χριστιανόπουλος ήταν οι δύο ποιητές που με αντιμετώπισαν με μεγάλο σεβασμό και με στήριξαν σιωπηλά. Ο Αντύπας πάντα μου έδινε μοτίβα των μελωδιών του και ενορχήστρωνε βάσει του νοήματος που έδινα εγώ πια. Ήρθε σπίτι μου στο Κολωνάκι και άκουσε το «Σαν ηφαίστειο που ξυπνά». Με κοίταξε και μου κάνει: «Ποια είσαι, βρε Λίνα;» Και μετά: «Μπορώ να λείψω πέντε λεπτά;» Κατέβηκε σ’ ένα ανθοπωλείο και μου έφερε έναν κρίνο. Κι αυτός εκείνη την ώρα βίωσε κάτι που του επιστρεφόταν απ’ τις μουσικές του και που δεν του χώραγε στο κεφάλι. Και για την Άλκηστη ήταν ρίσκο το άλμπουμ αυτό, αλλά και για την πορεία της Χαρούλας το «Δι’ ευχών». Θυμάμαι να με βρίζουν στη ΜΙΝΟΣ.

Και μετά όμως έκαναν το «Έι», Αντύπας – Αλεξίου – Λευτέρης Παπαδόπουλος, που δεν «περπάτησε».

Βιάστηκαν, νομίζω. Εκεί φταίνε και ο Νίκος και η Χαρούλα. Στον ένα χρόνο από το «Δι’ ευχών» ήθελαν κι άλλο δίσκο. Ήρθαν σε μένα και είπα όχι. Ακόμη το «Δι’ ευχών» έκανε μεγάλο κραδασμό και ήθελε προσοχή το επόμενο βήμα. Αυτό που εντόπισες, το είχα πάντα αρχή μου και με έσωσε. Οι «Υδρόγειες σφαίρες», ας πούμε, ήταν το μεγαλύτερο ρίσκο για μένα. Εκεί ο Αντύπας είχε βρει κάτι ιδιαίτερο ενορχηστρωτικά. Ήμασταν στο Παρίσι όπου ανακάλυψε έναν μουσικό που έπαιζε βιέλα, ένα είδος οργάνιστρο με χαρακτηριστικό ήχο. Ηχογραφήσαμε εκεί, αλλά είδα πως κάτι δεν έβγαινε εύκολα ερμηνευτικά απ’ την πλευρά της Άλκηστης. Παιδευόταν. Όταν τελείωσε αυτός ο δίσκος, επικράτησε απόλυτη αδιαφορία από το κοινό. Δεν υπήρχε θετική ανταπόκριση και εγώ αυτό το ένιωθα απ’ την «κοιλιά» μου. Δεν θα ξεχάσω στη ζωή μου τη Ρηνιώ Παπανικόλα, που πήρε μια αγκαλιά λουλούδια, ήρθε σπίτι μου και μου είπε: «Προχώρα»! Εννοούσε πως κι αυτό τώρα αν δεν το δεχτούν, εσύ προχώρα, συνέχισε στο δρόμο σου. Η γυναίκα με στήριξε σ’ αυτή τη σιωπή που ακολούθησε τις «Υδρόγειες σφαίρες».

Μα πως σας ήρθαν αυτοί οι σουρεαλιστικοί στίχοι, ψυχεδελικοί σχεδόν, όπως στο «Μωρό» ή το «Διθέσιο»;

Είναι τραγούδια διεθνούς σκηνής, θα μπορούσαν να τα είχαν γράψει η Φέιθφουλ, η Μπιόρκ και η Λόρι Άντερσον. Πιστεύω πως η συνεργασία μου με τον Αντύπα μου απελευθέρωσε κι αυτή την πλευρά μου. Ο ήχος της μουσικής του, που προερχόταν από τη ροκ σκηνή, μου επέτρεπε να έχω διεθνή λόγο. Έφυγα απ’ την πεπατημένη, πήγα εκεί που ήμουν κι ο Νίκος μου έδωσε την πίστα. Η Άλκηστη είχε το μεγαλύτερο θέμα με το «Ηφαίστειο», στα άλλα τραγούδια δεν είχε. Σκέψου ότι κρατήσαμε την πρώτη εκδοχή της ερμηνευτικά. Κάναμε το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά μετά που έσκισε και που θυμάμαι πως είχα χάσει πρόσφατα τον πατέρα μου, Δεκέμβρη του ’97, κι είχα πένθος.

Με τόσες συνεργασίες με ξένους συνθέτες, δεν νιώσατε να περιορίζεστε στην Ελλάδα;

Επειδή γινόντουσαν απανωτά οι επιτυχίες, δεν προλάβαινα να καταλάβω. Σήκωνα τα μανίκια και έγραφα. Ασφαλώς μουσικά σίγουρα θα μπορούσα να έχω άλλες δεκαπέντε διεθνείς συμπράξεις, συνέβαινε όμως το εξής: Ερχόταν στη ζωή μου ο Μίκης Θεοδωράκης με την «Πολιτεία Γ». Θείο δώρο! Ερχόντουσαν οι μουσικές του Χατζιδάκι για τον «Χορό με τη σκιά μου» κι έτσι δεν αισθάνθηκα ποτέ εγκλωβισμό εντός των συνόρων μας. Αγγλικά δεν έχω γράψει ποτέ, αλλά σκέφτομαι! Πιάνω τον εαυτό μου πολλές φορές να σκέφτεται και να γράφει αγγλικά. Αν παραστεί ευκαιρία, θα το κάνω. Ο δημιουργός έχει ένα τρόπο που και καλά αγγλικά να μην ξέρει, κάτι κάνει και είναι ωραίο.

Όταν ακούτε έναν στίχο του Ντίλαν ή του Κοέν, λέτε πως «εγώ θα το’χα κάνει έτσι»;

Η πρώτη μου απορρόφηση είναι η ομορφιά της δικής τους τέχνης. Εάν καθίσω κι ασχοληθώ και να πω «Για φέρ’ το εδώ να το δω», μπορεί να έβρισκα κάτι άλλο δικό μου. Πρωτογενώς, όμως, αφήνομαι στον καινούργιο τρόπο, με τον οποίο έχουν να πουν κάτι. Άκουγα τον Ίγκι Ποπ στο «In the death car» που λέει «We are alive», δηλαδή το «Είμαστε ακόμα ζωντανοί» το βλέπεις ακόμα και μέσα στο «In the death car». Αναρωτιόμουν από πόσο καιρό πριν είχε αξία να πω «Είμαστε ακόμα ζωντανοί», γιατί καθημερινά είναι μια νίκη να είσαι ζωντανός. Υπαρξιακά το ίδιο πράγμα προσπαθούσε να πει και ο Ίγκι Ποπ, άρα όλοι είμαστε στα ίδια ανεξαρτήτως του «metier» και της εθνικής καταγωγής του καθενός. Το δίκτυο του παγκόσμιου ψυχισμού είναι κοινό. Ακόμη και την Ουμ Καλσούμ να ακούσω, που δεν ξέρω αραβικά, καταλαβαίνω τι γίνεται.

Διόλου τυχαίο που ο Γιάννης Ρίτσος είχε μεταφέρει στα ελληνικά τα παραδοσιακά ρωσικά τραγούδια για τη Ζορμπαλά.

Και την Τσβετάγεβα και την Αχμάτοβα. Οι Ρωσίδες ποιήτριες ήταν πολύ δυνατές και ο Ρίτσος, γνωρίζοντας ρωσικά, είχε γνώση των μεγάλων Ρώσων ποιητών. Το ίδιο και ο Γκάτσος που φώτισε τον Λόρκα με την εργασία του. Όλοι όσοι έχουμε μία δεξιότητα, θα ψαχτούμε. Το να πεις ότι κάποιος είναι δημιουργός εμπεριέχει τον καινούργιο κόσμο που έφερε. Συμβαίνει να γράφεις μουσικές ή στίχους και να μην είσαι δημιουργός. Νομίζω ότι το να πούμε κάποιον δημιουργό, έχει να κάνει με το τι έφερε αυτός στο φως. Ο Άκης Πάνου, π.χ., είναι δημιουργός, όπως ο Βαμβακάρης και ο Τσιτσάνης. «Με τον έρωτα ξαναγεννιέται η τάξη των πραγμάτων», πώς το είχε πει ο Ελύτης, που έχει τη βάση του στον «Ερωτόκριτο»; Εκεί στοχεύει η δημιουργία. Έβλεπα μανιωδώς σινεμά και μόλις έσκασε ο Λαρς φον Τρίερ, έκανα Ανάσταση! «Επιτέλους ένας καινούργιος τρόπος να ειπώνονται τα πράγματα» σκέφτηκα! Το ίδιο και με τον Καουρισμάκι, όπως και με τον Ταρκόφσκι παλιότερα. Όσο για τον Λάνθιμο, περιμένω τα θαύματα όσο μεγαλώνει και ωριμάζει.

Την ταινία για τον Καζαντζίδη την είδατε;

Όχι ακόμη, αλλά θα το κάνω. Αρέσει πολύ στον κόσμο, μαθαίνω. Εμένα μ’ αρέσει που γίνανε ταινίες άνθρωποι του τραγουδιού, γιατί το τραγούδι κράτησε ζωντανή τελικά την ελληνική κοινωνία. Ο κινηματογράφος παίρνει ήρωες ανθρώπους του τραγουδιού κι αυτό είναι καταξίωση. Και τον Μάρκο Βαμβακάρη να κάνουν ταινία, θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον.

Η δική σας ζωή θα μπορούσε να γίνει ταινία;

Καλύτερα να γίνει βιβλίο, να έχει σχέση πάλι με το λόγο. Ας το κάνουν, αν το θελήσουν, αλλά καλύτερα να στοχαστώ εγώ πάνω στη ζωή μου και να αφήσω το περιεχόμενο, να φωτίσω εγώ δηλαδή το πώς, το που και το γιατί. Η ζωή μόνο δεν φτάνει εάν δεν είναι συνδυασμένη με ιστορικά γεγονότα.

Ανυπομονείτε για τη συναυλία στο «Παλλάς»;

Καταρχάς ανυπομονώ να βρεθώ στην πρόβα. Όλα είναι στο κεφάλι μου πώς θα γίνουν μέχρι στιγμής. Πιστεύω πως μετά θα παίξουμε στη Θεσσαλονίκη, αλλά στο πλαίσιο του ψαξίματος βρήκα έναν καταπληκτικό φωτογράφο της ομογένειας, τον Κωνσταντίνο Μάνο, ο οποίος πέθανε πρόσφατα. Ανακάλυψα φωτογραφίες του απ’ όταν ήρθε στην Ελλάδα και φωτογράφησε χωριά που δεν είχαν ηλεκτρικό ρεύμα. Τις είδα και μου τρέξανε τα μάτια, διότι για κάποιο λόγο μέσα μου αυτή την Ελλάδα έχω αγαπήσει παράφορα. Θυμήθηκα έτσι τη συνεργασία που είχαμε με τον Νίκο Οικονομόπουλο για το «Ανάσα, η τέχνη της καρδιάς». Μέγας φωτογράφος κι αυτός! Ο Οικονομόπουλος, λοιπόν, έβγαλε ένα άλμπουμ που λέγεται «Balkans» και που διάβασα κάτι φοβερό στον πρόλογο της έκδοσης στα αγγλικά: «Αν κανείς αναλύσει ετυμολογικά βάσει της τουρκικής γλώσσας τη λέξη ‘’Balkan’’, προέρχεται από το ‘’Bal’’, που σημαίνει το μέλι, και το ‘’Kan’’ που σημαίνει αίμα. Μέλι και αίμα! Όλες αυτές οι φυλές των Βαλκανίων έχουν ζωή με μέλι και αίμα!

Λίνα Νικολακοπούλου - Μπόσκο (Γκάζι, 5 Ιανουαρίου 2025)

* Πρώτη δημοσίευση: Documento (ένα μεγάλο μέρος της συνέντευξης)

** Η συνέντευξη με τη Λίνα Νικολακοπούλου πραγματοποιήθηκε στο καφέ «Cartone» στο Γκάζι στις 5 Ιανουαρίου του 2025