Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 1 Ιουνίου 2018

Τρεις μεγάλες ερμηνείες στον - κατά Χρήστο Σουγάρη - Οιδίποδα Τύραννο

Είχα την τύχη να παρακολουθήσω τη γενική πρόβα της παράστασης ''Οιδίπους Τύραννος'' στο Νέο Θέατρο Κατερίνας Βασιλάκου σε σκηνοθεσία του Χρήστου Σουγάρη. Μου είχε αρέσει πολύ απ' όλες τις απόψεις, από τη σκηνοθεσία του Σουγάρη και τις ερμηνείες του θιάσου μέχρι τα επιμέρους καλλιτεχνικά στοιχεία. Χθες βράδυ παρακολούθησα μία κανονική παράσταση του έργου, καθώς οδεύει σιγά - σιγά προς την ολοκλήρωση της παρουσίασης του στην Αθήνα. Θέλω να γράψω για τις τρεις ερμηνείες που εγώ ξεχώρισα, όχι φυσικά υποτιμώντας τους υπόλοιπους ηθοποιούς - πραγματικά είναι όλοι τους εξαιρετικοί -, αλλά επειδή αυτές οι τρεις ερμηνείες βασίζονται εν πολλοίς στην κινησιολογία και στο στήσιμο των ηθοποιών μαζί με την πλήρη ανάδειξη των εκφραστικών τους μέσων. Ξεκινάω από την Ιοκάστη - Νίκη Σερέτη: 
Η Ιοκάστη κάνει την εμφάνιση της με μαύρο γυναικείο κοστούμι και ψηλά τακούνια. Είναι μια ώριμη ωραία γυναίκα με αρχοντικό παρουσιαστικό που δίνει αμέσως το στίγμα της βασίλισσας. Είναι υπομονετική απέναντι στην αποκάλυψη του δράματος του συζύγου και γιου της, πράα και τελικά συμπονετική. Την ίδια στιγμή που ο βοσκός Θηβαίος θ' αποκαλύψει την αλήθεια στον Οιδίποδα, εκείνη θα βγάλει τα τακούνια της, θα περπατήσει απάνω στο περβάζι του μπαλκονιού του παλατιού  και θα πέσει στο κενό, ξεκινώντας τον κύκλο του αίματος και του θανάτου, ελέω Θείας Δίκης. Στο περιθώριο των ηχηρών παραστάσεων στην Επίδαυρο και όχι μόνο, όπου η Ιοκάστη παρουσιάζεται συνήθως από γυναίκες ηθοποιούς με παράδοση πολλών χρόνων στην τραγωδία, η Σερέτη κάνει μία εξίσου ηχηρή διαφορά από τις προκατόχους της. Παίζει φυσικά χωρίς κανένα στόμφο και με τον τρόπο της προξενεί την ταύτιση με το θεατή. Έτσι όπως υποδύεται την Ιοκάστη δηλαδή, θα μπορούσε να είναι μία οποιαδήποτε γυναίκα με προσωπικότητα που βρίσκεται αντιμέτωπη με μια τραγωδία ακραία και, δυστυχώς, όχι και τόσο αποξενωμένη από το σήμερα: Αν λάβουμε υπ' όψιν το βασικό αμάρτημα του Οιδίποδα, που ήταν η ερωτική συνεύρεση με τη μάνα του και η τεκνοποιία απ' αυτήν την ίδια, το αστυνομικό δελτίο των τελευταίων εβδομάδων έχει πολλά να μας πει για τις συνθήκες τραγωδίας, κάτω απ' τις οποίες σκέφτονται και λειτουργούν ορισμένοι συμπατριώτες μας εις βάρος των άτυχων παιδιών τους. Η Σερέτη υποστηρίζει την πράξη αυτοχειρίας και αυτοθυσίας του χαρακτήρα της με την ίδια στωικότητα καθ' όλη τη διάρκεια της παρουσίας της στο σανίδι. Θα έλεγα πως συνεπικουρούμενη από την, εικαστικού ύφους, σκηνοθεσία του Σουγάρη, ειδικά στη σκηνή του τέλους της, αναδεικνύεται σε ποιητική φιγούρα και αναλαμβάνει να ''καθαρίσει'' για κάθε έναν που προβαίνει σε μια τέτοια απονενοημένη κίνηση. Δεν γνωρίζω τι της επιφυλάσσει το μέλλον, πιστεύω ακράδαντα όμως πως ο ρόλος αυτός θα την ακολουθεί σαν την πιο γλυκιά Ιοκάστη της χαρμολύπης και της ηρεμίας στο σύγχρονο θέατρο. 
Την ίδια στιγμή, όπως είπαμε, που η Ιοκάστη αυτοκτονεί ενώπιον του κοινού, βλέπουμε σε παράλληλη δράση την αποκάλυψη της φρικτής αλήθειας: Ο Θηβαίος βοσκός - Γιώργος Ψυχογυιός φανερώνει στον Οιδίποδα πως εκείνος είχε σώσει το μωρό στον Κιθαιρώνα που έμελλε να σκοτώσει τον πατέρα του και να πλαγιάσει με τη μητέρα του. Σφιχταγκαλιάζονται με τον άντρα που έχει πλέον μπροστά του και κλαίνε με λυγμούς. Ο Ψυχογυιός καταθέτει μία μεγάλη ερμηνεία, παρά το σύντομο της παρουσίας του στη σκηνή! Έχω την αίσθηση πως δίπλα στον Ντένη Μακρή - Οιδίποδα, η χημεία τους προκαλεί μία έκρηξη συναισθημάτων και οδηγεί στην αποκορύφωση του δράματος. Ο βοσκός του Ψυχογυιού απ' τη μία γνωρίζει πως η διάσωση ενός πεταμένου βρέφους αποτελεί πράξη κοινωνικά αποδεκτή και θεμιτή, είναι κι αυτός όμως δέσμιος της θεϊκής κατάρας, που υπερβαίνει τις νόρμες των ανθρώπινων κοινωνιών. Και γι' αυτό, κλαίει σπαρακτικά, έχοντας επίγνωση κιόλας πως από τα δικά του χέρια ξεκίνησε το Κακό. Αν στην προηγούμενη δουλειά του, τον ''Αίαντα'', είχα εξάρει πάλι την εικαστική ματιά του, στον τωρινό ''Οιδίποδα'' του ο Σουγάρης συνέθεσε μία σκηνή ακριβής ποιητικής αισθητικής: Μιλάω για τη μία και μοναδική σκηνή που ο Ψυχογυιός εμφανίζεται, οι πάντες πάνω και κάτω παγώνουν με τις σοκαριστικές αποκαλύψεις, ενώ η Ιοκάστη - Νίκη Σερέτη σέρνει πρώτη το χορό του θανάτου και του θρήνου. Μια όμορφη σκηνοθετική ιδέα σε συνδυασμό με ένα καλό και απόλυτα θεατρογενές timing! 
Η Μπέττυ Βακαλίδου - Τειρεσίας είναι μία άλλη ξεχωριστή ερμηνεία στο σύνολο της παράστασης. Ντυμένη με ένα πορτοκαλί κιμονό, με το μπαστούνι του τυφλού στο ένα χέρι, και με το λουρί του σκύλου - οδηγού στο άλλο, η Βακαλίδου γίνεται το άφυλο αινιγματικό πλάσμα που γνωρίζει την αλήθεια, αλλά διστάζει να τη φανερώσει. Ξεχνάς αμέσως πως στη σκηνή παίζει μια γυναίκα τρανς με τη δική της μεγάλη ιστορία στην Ελλάδα κι αυτό είναι άθλος για τη Βακαλίδου που τον έφερε εις πέρας με επιτυχία. Ούσα αποστασιοποιημένη από την κοινωνία των ''στρέιτ'' συμπολιτών της, ακόμη κι αν αυτοί είναι βασιλιάδες, η Βακαλίδου πλάθει έναν Τειρεσία βιτριολικό και απόκοσμο, όσο απόκοσμος υπήρξε ο μάντης στο παλάτι του αρχαίου μύθου. Κι όταν με το μπαστούνι της δίνει μία στα αρχίδια του Οιδίποδα, φαίνεται να έχει επίγνωση της μαντικής αξίας της και της δύναμης μιας ανυπότακτης θέλησης. Μία επιλογή τέλεια για τον σκηνοθέτη απ' την άποψη του casting, αφού η Βακαλίδου δεν είναι άντρας, δεν είναι γυναίκα, δεν είναι καν τρανς επί σκηνής: Είναι ένα ολοκληρωμένο μυστηριακό πλάσμα - ίσως ο πιο δυνατός χαρακτήρας σ' ολόκληρο το έργο του Σοφοκλή - που η παρουσία του ταράζει και εντυπωσιάζει! Η Βακαλίδου - Τειρεσίας γνωρίζει όσο γνωρίζουν και οι θεατές που παρόλα αυτά περιμένουν τον καλό το λόγο από τα χείλη της, λες και ο μύθος θα αλλάξει εξ αιτίας της και το Κακό θ' αποφευχθεί. Αυτό δεν γίνεται ποτέ φυσικά! Ο Τειρεσίας με τον σκύλο - οδηγό αποχωρούν και η Βακαλίδου παίζει με αυτοπεποίθηση και με μία αίσθηση μαύρου χιούμορ, έτσι όπως τό'θελε ο Σουγάρης. 

* Το έργο ''Οιδίπους Τύραννος'' του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Χρήστου Σουγάρη ολοκληρώνει τις παραστάσεις του αυτή την Κυριακή 3/6 στο Νέο Θέατρο Κατερίνας Βασιλάκου

Παρασκευή 4 Μαΐου 2018

Η προβολή της ταινίας ''Zeus'' από την Πορτογαλία και την Αλγερία άνοιξε την Εβδομάδα Αφρικανικού Κινηματογράφου στην Αθήνα

Η έναρξη της φετινής 7ης Εβδομάδας Αφρικανικού Κινηματογράφου στην Αθήνα και αμέσως μετά στη Θεσσαλονίκη, έγινε χθες βράδυ στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας με την προβολή μιας ταινίας πορτογαλικής και αλγερινής συμπαραγωγής με τίτλο ''Zeus''. Σκηνοθέτης ο Πορτογάλος Πάουλο Φιλίπε Μοντέιρο, που, κρίνοντας τον απ' αυτό που είδα, μάλλον θα πρόκειται για πρωτοεμφανιζόμενο δημιουργό. Η ταινία ήταν η βιογραφία του συγγραφέα και πρώην προέδρου της Πορτογαλίας, Μανουέλ Γκόμεζ, ο οποίος παραιτήθηκε από το αξίωμα του και μπαρκάρισε για την Αφρική. Συγκεκριμένα για την Αλγερία, όπου έζησε τα τελευταία χρόνια της ζωής του και έγραψε τη ''Maria Adelaide'', το βιβλίο που θεωρείται αριστούργημα της πορτογαλικής λογοτεχνίας. 
Η ταινία έχει πολλά προβλήματα κυρίως σε σκηνοθετικό επίπεδο: Για παράδειγμα, ο Σίντε Φιλίπε, ο ηθοποιός που υποδύεται τον Γκόμεζ, όλη την ώρα κυκλοφορεί με ένα πλατύ χαμόγελο, αδικαιολόγητο για τις καταστάσεις που περιγράφονται στο φιλμ, αρχής γινομένης από τις πολιτικές αναταράξεις στη χώρα του μέχρι την αρρώστια του λίγο πριν αφήσει τα εγκόσμια. Σημειωτέον, ο 80χρονος Φιλίπε είναι ένας καλός και έμπειρος Πορτογάλος ηθοποιός που παίζει στο σινεμά από το 1960, χωρίς βέβαια να έκανε ποτέ αυτό που λέμε διεθνή καριέρα. Βλέποντας τον, λοιπόν, στη συγκεκριμένη ταινία, που ήταν όλη πάνω του, μόνο σε λάθος διδασκαλία του σκηνοθέτη, μπορώ να αποδώσω τον τρόπο ερμηνείας του. 
Το εύρημα με τον νεαρό Πορτογάλο δημοσιογράφο που έρχεται στην Αλγερία για να πάρει συνέντευξη από τον πρώην Πρόεδρο της χώρας του, ύστερα από 13 ολόκληρα χρόνια αυτοεξορίας του κιόλας, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εξ αρχής ως πεδίο εξέλιξης της δράσης: Αντ' αυτού, στη δίωρη διάρκεια της ταινίας, βλέπαμε εμβόλιμες σεκάνς με κεντρικούς ήρωες ένα νέο ζευγάρι. Αυτοί ήταν οι πρωταγωνιστές του βιβλίου που έγραψε ο Γκόμεζ, γνωστού - φαντάζομαι - στην Πορτογαλία, αλλά ολότελα άγνωστο στον ξένο θεατή, που μόνο κατά το τέλος του φιλμ καταλαβαίνει το ιδιότυπο μοντάζ του. Να το πω αλλιώς, είναι σαν ο Σμαραγδής να έκανε ταινία για τον Καζαντζάκη και να έμπλεκε μες στη βιογραφία του σκηνές από ένα οριακό του έργο, με τη διαφορά ότι ο Καζαντζάκης είναι ένας παγκόσμιος συγγραφέας και ο Σμαραγδής ένας σκηνοθέτης επαγγελματίας, μα διεκπεραιωτής. Φαντάσου τώρα να έχεις δύο Πορτογάλους, έναν σχετικά άγνωστο συγγραφέα και έναν άπειρο σκηνοθέτη. Δεν δένει το γλυκό, κυρίως αν προορίζεις τη δουλειά σου για τη διεθνή κινηματογραφική αγορά. 
Η ταινία επίσης πάσχει και σε επίπεδο προθέσεων: Οι χαρακτήρες παρουσιάζονται επιδερμικά, χωρίς ιδιαίτερη, για να μην πω καμία, εμβάθυνση, όπως λόγου χάριν οι Αλγερινοί, οι οποίοι είναι οι καλοί και αγαθοί έναντι των κακών ιμπεριαλιστών Γάλλων με την Αλγερία φυσικά να παρουσιάζεται ως Γη της Επαγγελίας - μπορεί να είναι κι έτσι, αλλά στην ταινία είδαμε τοπία ερήμου και φολκλορικές σκηνές εποχής, έλειπε δηλαδή μια γερή σκηνοθετική ματιά που θα αναδείκνυε και την επιλογή του Γκόμεζ να περάσει εκεί το τέλος της ζωής του. Κάποιες σκηνές με κομπάρσους, όπως η διαδήλωση των Αλγερινών ''εθνικιστών'' έξω από το Γαλλικό Στρατηγείο, έδειξαν επίσης μία ένδεια παραγωγής παρά τη ντοκιμαντερίστικη αμεσότητα τους. 
Εν κατακλείδι: Αν εξαιρέσεις τις εμβόλιμες σκηνές αναπαράστασης του βιβλίου του Γκόμεζ, που είχαν μια ποίηση και έναν ερωτισμό, όλη η άλλη ταινία είναι στο σύνολο της ακαδημαϊκή, συντηρητική στη γραφή της, διδακτική και με φλατ ερμηνείες από τους ηθοποιούς της. Να μην ξεχάσω να αναφέρω το πόσο απολίτικος παρουσιάζεται ο πρωταγωνιστής. ''Γιατί δεν παίρνεις θέση κατά των Γάλλων που δυναστεύουν τη χώρα μας;'' τον ρωτάει σε κάποια φάση ένας Αλγερινός πατριώτης. ''Ήρθα εδώ ως ανώνυμος μέσα στο πλήθος'' του απαντά ο Γκόμεζ, έχοντας μόλις αποκαλυφτεί η αληθινή του ταυτότητα στον ξένο τόπο που ζει για χρόνια. Ως δείγμα κινηματογραφίας από την Αλγερία - μολονότι περισσότερο πορτογαλική ταινία θα εθεωρείτο - το ''Zeus'' δεν με ενθουσίασε. Έμοιαζε σαν σήριαλ ή σαν τηλεταινία, όχι όμως για ταινία που θα διεκδικήσει μια διεθνή διανομή και μια διεθνή φεστιβαλική πορεία. 

Παρασκευή 20 Απριλίου 2018

''Βάρκα στο σπίτι'' του Λεωνίδα Μαριδάκη ή Βάρκα στη...Σφίγγα

Ωραία δισκοπαρουσίαση ήταν η χθεσινοβραδινή του τραγουδοποιού Λεωνίδα Μαριδάκη στη ''Σφίγγα'', τη μουσική σκηνή που πλέον έχει γίνει στέκι όλων μας! Κι αν είχε το χαρακτήρα ''οικογενειακής υπόθεσης'', μια και οι περισσότεροι ήμασταν φίλοι και γνωστοί, υπήρξαν άνθρωποι που έβλεπαν για πρώτη φορά live τον Μαριδάκη και έφυγαν με τις καλύτερες εντυπώσεις. Για τα πάντα φρόντισε η Νικόλ Κατσάνη, η σύντροφος του Μαριδάκη, που είναι ραδιοφωνική παραγωγός στο Μεταδεύτερο και έκανε την πρώτη στιχουργική της εμφάνιση στο δίσκο ''Βάρκα στο σπίτι''. Εκείνη πήγαινε από τραπέζι σε τραπέζι, κανονίζοντας που θα κάτσουν οι καλεσμένοι, δημοσιογράφοι, ραδιοφωνικοί παραγωγοί και μουσικοί - συνάδελφοι του Μαριδάκη. 
Διότι πολλοί άλλοι καλλιτέχνες προσήλθαν στη Σφίγγα για να τον τιμήσουν. Μεταξύ αυτών, η στιχουργός Φωτεινή Λαμπρίδη και ο μαθητής της, στιχουργός Πάνος Αντωνάτος (στίχοι και των δύο υπάρχουν στο ''Βάρκα στο σπίτι''), η ηθοποιός Κάτια Γέρου, οι ερμηνευτές Βασίλης Γισδάκης, Νίκος Ανδρουλάκης, Νίκος Καρακαλπάκης, Γιώργος Νικητόπουλος και Θέλμα Καραγιάννη, οι τραγουδοποιοί Βασίλης Σαλταγιάννης, Μάνος Μοναστηριώτης, Αντώνης Βάμβουκας, Αποστόλης Αρμάγος, Ξένια Ροδοθεάτου, ο ποιητής - στιχουργός Δημήτρης Λέντζος, ο εκδότης Θανάσης Συλιβός, η δημοσιογράφος Λιάνα Μαλανδρενιώτη και οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί Ξενοφών Ραράκος, Γιάννης Σκουλετάκης, Ελένη Γιαννοπούλου. Δεν είναι κι εύκολο να τους μαζέψεις όλους αυτούς σε μία δισκοπαρουσίαση, αφού συνήθως - μιλάω εκ πείρας - κανείς δεν πατάει πουθενά πια...
Την εκδήλωση ανοίξαμε λίγο μετά τις 9.30 ο γράφων και ο σκηνοθέτης Σάββας Στρούμπος. Το δικό μου κείμενο δεν το αναρτώ εδώ, αφού θα δημοσιευθεί στο TVXS, όπως μου ζήτησε και της τό'στειλα ήδη η Φωτεινή Λαμπρίδη. Ας πω μόνο ότι έκανα αναφορές στις προηγούμενες δύο δισκογραφικές εργασίες του Μαριδάκη, στη δυσκολία τού να βγάζεις σήμερα καινούργιο δίσκο, στο φιάσκο της Spider Music (δεν περάσαμε και λίγα πέρσι τόσο ο Λεωνίδας με τη Νικόλ, όσο κι εγώ), στη μεγάλη συνεισφορά του Μάνου Ελευθερίου σε ένα δίσκο νέων καλλιτεχνών, καθώς και σε μία ανάλυση του μουσικού ύφους της δουλειάς. 
Ο Σάββας Στρούμπος με τη σειρά του αναφέρθηκε στη συνεργασία του με τον Λεωνίδα Μαριδάκη στο θέατρο - ο Κάφκα τους ένωσε, όπως μάθαμε. Θεωρώ πρωτότυπη την ομιλία του Στρούμπου, καθώς για το δίσκο ειπώθηκαν αρκετά από τη δική μου μεριά και ήταν ενδιαφέρον να ακούσουμε έτσι κάτι για μία πιο άγνωστη καλλιτεχνική του δραστηριότητα. 
Το λόγο έπειτα είχαν τα ίδια τα τραγούδια! Ο Μαριδάκης με την καλοκουρδισμένη μπάντα του, αποτελούμενη όχι από όλους τους μουσικούς του δίσκου, παρουσίασαν live το υλικό, όχι πάλι με τη σειρά του δίσκου. Το κομμάτι ''Έρωτας είναι'', λόγου χάριν, που ανοίγει τη ''Βάρκα στο σπίτι'', χθες παίχτηκε προτελευταίο στη σειρά με τον guest Σπύρο Γραμμένο. Πληθωρικός όπως πάντα ο Γραμμένος δικαιολόγησε το χιούμορ του επί σκηνής στο άγχος που είχε για να τραγουδήσει το κομμάτι πρώτη φορά μαζί με τον δημιουργό. Πριν τον Γραμμένο μαζί με τον Μαριδάκη ανέβηκε στο stage ο Αργύρης Λούλατζης και είπαν ακόμη ένα τραγούδι σε στίχους του πατέρα του Λεωνίδα. 
Το encore ήταν αναμενόμενο κι έτσι ξανακούσαμε δύο τραγούδια - ευτυχώς μόνο δύο, γιατί ποτέ δεν κατάλαβα αυτή την αδηφάγα τάση του κοινού να καταναλώνει τα τραγούδια και να...ξεζουμίζει τον καλλιτέχνη ή, για να το πω αλλιώς, υπάρχει και το CD στην είσοδο προς πώληση και για κατ' ιδίαν ακροάσεις. 
Εδώ με την αγαπημένη Ελένη Γιαννοπούλου που έχουμε μια άριστη συνεργασία χρόνων και τη θεωρώ εξαιρετική στη δουλειά της! Πίσω μας, τα λένε η Φωτεινή Λαμπρίδη με τον Σπύρο Γραμμένο! Θα τα ξαναπούμε σίγουρα, λοιπόν, σε μια επόμενη παράσταση του τραγουδοποιού Λεωνίδα Μαριδάκη. Ο δίσκος του, ''Βάρκα στο σπίτι'', κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μετρονόμος του Συλιβού και καλό θα είναι να τον προμηθευτείτε, αφενός γιατί αξίζει και αφετέρου γιατί προσπαθούμε όλοι να μη χάσουμε την επαφή μας με τους ''χειροπιαστούς'' φορείς ήχου και μουσικής. 

Τετάρτη 18 Απριλίου 2018

Όταν οι ευκάλυπτοι θροΐζουν στις αλλέες έξω από τον ''Παρνασσό'' είναι που μέσα παίζεται ο Καρυωτάκης της Πλάτωνος

Η Ντόρα Μπακοπούλου συγχαίρει την επιστήθια φίλη της, Λένα Πλάτωνος, υπό το βλέμμα του Όθωνα Μεταξά.
Ο Θόδωρος Κοτεπάνος στο πιάνο, η Σαβίνα Γιαννάτου στο τραγούδι και ο Γιώργος Κοροπούλης στην ανάγνωση ποιημάτων του Καρυωτάκη και όχι μόνο. 
Η Λένα Πλάτωνος δέχεται τα συγχαρητήρια της Μαρίας Βουμβάκη.
Μια αγκαλιά στη Σαβίνα Γιαννάτου από τον Χρήστο Θηβαίο.
Ο Θόδωρος Κοτεπάνος και η Ντόρα Μπακοπούλου.

Μερικά στιγμιότυπα από τη συναυλία - αφιέρωμα στον ποιητή Κώστα Καρυωτάκη με τα ''13 τραγούδια'' της Λένας Πλάτωνος από τη Σαβίνα Γιαννάτου, συνοδεία του Θόδωρου Κοτεπάνου στο πιάνο, αλλά και απαγγελίες ποιημάτων και κειμένων από τον Γιώργο Κοροπούλη. Η αίθουσα του ''Παρνασσού'' ήταν κατάμεστη από κόσμο και, νομίζω, το αποτέλεσμα ήταν αμιγώς και αυστηρώς καλλιτεχνικό. Μία συναυλία που διήρκεσε 90 λεπτά, στην οποία ακούστηκε ολόκληρος ο ''Κύκλος Καρυωτάκη'' της Πλάτωνος με εμβόλιμα ποιήματα και πεζά, γραμμένα από και για τον αυτόχειρα ποιητή. Εκεί βρέθηκαν επίσης ο Αχιλλέας Κυριακίδης, η Ντόρα Μπακοπούλου, η Μαρία Βουμβάκη, ο Χρήστος Θηβαίος, ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, η Ελένη Γιαννοπούλου, η Σοφία Γιαννάτου, ο Στέργιος Τσιρλιάγκος, ο Γιώργος Βουδικλάρης, άνθρωποι όλων των ηλικιών με ξεχωριστή την παρουσία νεολαίων που παρακολουθούν φανατικά τις πλατωνικές συναυλίες στην Αθήνα. Α, και ο Ευάγγελος Βενιζέλος, ο οποίος, φεύγοντας από τον ''Παρνασσό'', άκουσε τα σχολιανά του από έναν αγανακτισμένο πολίτη...Όσο για μένα, αν εξαιρέσεις το ότι κλείστηκα στο ασανσέρ για ένα πεντάλεπτο μαζί με τη Λένα και απ' την ταχυπαλμία μας ήταν αδύνατο να καθησυχάσει ο ένας τον άλλον, απόλαυσα πραγματικά αυτό το κονσέρτο. Πιθανώς να ήταν και η πρώτη φορά που παρακολούθησα μία αμιγώς καρυωτακική συναυλία της Πλάτωνος, χωρίς δηλαδή κανένα άλλο τραγούδι είτε σε μελοποιημένη - από την ίδια - ποίηση, είτε σε στίχους δικούς της. Καλύτερες στιγμές: ΟΛΑ τα τραγούδια, εφόσον τόσο ο Κοτεπάνος στο πιάνο, όσο και η Γιαννάτου που διατηρεί αναλλοίωτη τη φωνή της, έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους, καθώς και η ανάγνωση του Κοροπούλη στο ποίημα ''Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες κιθάρες'' και σε εκείνο το αριστουργηματικό κείμενο του Ανδρέα Εμπειρίκου για τον Καρυωτάκη.  

Τρίτη 17 Απριλίου 2018

Τα δύο καινούργια τραγούδια της Γιώτας Γιάννα και ο ντυλανικός τροβαδούρος Βασίλης Καζούλης στα ''Φρούτα εποχής'' του αστείρευτου Γιάννη Ζουγανέλη

Τα ''Φρούτα εποχής'' είναι μία πολυπρόσωπη και πολυποίκιλη - απ' την άποψη των μουσικών ειδών που φιλοξενεί - παράσταση. Ξεκίνησε στη ''Σφίγγα'', στο κέντρο της Αθήνας, το περασμένο Σάββατο, όπου και θα συνεχιστεί για ακόμη τρία Σάββατα, μέχρι και τις 5 Μαΐου. Οι καλλιτέχνες βγαίνουν εναλλάξ στη σκηνή με σταθερή μόνο τη μπάντα: Η Τάνια Ρόκκα αναλαμβάνει το κομμάτι μιας χιουμοριστικής παρουσίασης των μουσικών (και όχι μόνο, βέβαια), μεταξύ των οποίων συναντάμε τον Αλέξανδρο Ζουγανέλη, ανιψιό του Γιάννη, στα πνευστά (σαξόφωνο, τραγούδι), όπως και τους Κώστα Σπυράτο στα κρουστά, Βασίλη Ντρουμπογιάννη στο πιάνο και τον Γιάννη Πουρνάρα στα λαϊκά όργανα (μπουζούκι, τζουράς). Ο πρώτος γκεστ που ανοίγει στην ουσία το πρόγραμμα είναι ο νέος τραγουδοποιός Παναγιώτης Αυγερινός.
Τον Αυγερινό δεν τον ήξερα καθόλου, παρόλο που έχει ήδη κυκλοφορήσει δίσκο σε διανομή μεγάλης εταιρίας με τη συμμετοχή μάλιστα του Λάκη Παπαδόπουλου. Απ' αυτό που είδα και άκουσα, θα έλεγα ότι πρόκειται για έναν τραγουδοποιό που συνεχίζει την παράδοση των δημιουργών μπαλάντας ''δωματίου'' - όπως είχε πει και ο Σαββόπουλος κάποτε για τον Βαγγέλη Γερμανό - με ηλεκτρικά στοιχεία, αλλά και με ένα ύφος φανερά εμπνευσμένο από τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και τον Σωκράτη Μάλαμα. Λογικό το βρίσκω, αν υποτεθεί πως οι συγκεκριμένοι τραγουδοποιοί αποτέλεσαν τις βασικές επιρροές του σε μικρότερη ηλικία χωρίς να μένει εκτός ένα α λα Πουλικάκος ή και Γερμανός αμιγώς ροκ ή φολκ ροκ ύφος (τα ηλεκτρικά στοιχεία, που λέγαμε). Θα ακούσω τη δουλειά του σύντομα και θα επανέλθω για την περίπτωση του.

Τον Αυγερινό διαδέχτηκε στο stage ο Βασίλης Καζούλης, ο Έλληνας Dylan ή Paul Simon ή όποιον άλλο θέλετε, βάλτε, τραγουδοποιός της εφηβείας μας. Είχα πολλά χρόνια να δω τον Ροδίτη Καζούλη, που ναι μεν δεν έχει ανανεωθεί ηχητικά μέσα στα χρόνια - μου είχε δώσει κάποτε μια εξήγηση ο ίδιος γι' αυτό στο περιοδικό ΗΧΟΣ - πάντα όμως, σε μένα προσωπικά, θα μεταδίδει συγκίνηση με τις ευαίσθητες μπαλάντες του. Ακούσαμε και ένα από τα πιο πρόσφατα τραγούδια του, αφιερωμένο στον Μάνο Χατζιδάκι, προτού φυσικά να ξυπνήσει μνήμες σε όλους με τη ''Φανή'', το ''Κάτι να γυαλίζει'', το σπαρακτικό ''Τελευταίο'' και τη ρυθμική ''Άννα (Δεν ήμουνα εγώ για αεροπλάνα)''. Πάντως, για τον Καζούλη η άνεση του επί σκηνής και το χιούμορ του φανερώνουν πως γι' αυτόν σαν να μην πέρασε μια μέρα! 
Η εμφάνιση της Γιώτας Γιάννα ως γκεστ στο πρόγραμμα του Ζουγανέλη ήταν η πλέον αναμενόμενη της βραδιάς, δεδομένης της επίσημης πλέον δισκογραφικής συνεργασίας τους: Πρόσφατα η καλλιτέχνιδα ηχογράφησε δύο ολοκαίνουργια κομμάτια σε μουσική του Ζουγανέλη και σε στίχους της Γιούλας Γεωργίου. Γι' αυτά τα τραγούδια η Γιώτα Γιάννα μού είχε μιλήσει αποκλειστικά στη LIFO πριν λίγο καιρό (http://www.lifo.gr/articles/music_articles/182205/giota-gianna-proti-fora-eida-na-krinoyn-kallitexni-apo-ti-rytida-toy-kai-oxi-ap-ayto-poy-vgazei) και μάλλον είναι και τα δύο πρώτα πρωτότυπα τραγούδια που ηχογράφησε στη μεγάλη πορεία της, αν υπολογίσουμε πως η έκδοση σε βιβλίο - CD Τα μάτια της Γιώτας Γιάννα περιείχε αποκλειστικά επανεκτελεσμένο υλικό. Και τα δύο τραγούδια, το Αγάπησα τη νύχτα και το Επιμένω στη ζωή, θα χαρακτηρίζονταν επιτυχημένα, αφού αποτελούν σκιαγράφηση της προσωπικότητας της: Αγάπησα τη νύχτα/ στιγμή δε μετανιώνω/ ακόμα κι όταν ψάχνω/ να γύρω σ' έναν ώμο/ Έλα και μέτρα τις γραμμές/ που χάραξαν το πρόσωπο μου/ είμαι περήφανη γι' αυτές/ είναι το βιογραφικό μου...Ακούστε εδώ το ένα απ' αυτά που έχει ήδη αναρτηθεί στο YouTube:
Η Γιώτα Γιάννα απέδωσε live τα νέα, τα δικά της, τα ολόδικά της τραγούδια, με ένα κέφι μοναδικό, λες και περίμενε χρόνια αυτή τη συνάντηση της με τη δισκογραφία! Την προλόγισε βέβαια καταλλήλως και ο οικοδεσπότης Ζουγανέλης, αναφερόμενος στα 70s, τότε που αμέσως μετά τη μπουάτ όλοι κατέληγαν στα ''Χρυσά κλειδιά'' για ν' ακούσουν μέχρι το ξημέρωμα μία ιδιαίτερη λαϊκή ερμηνεύτρια και περσόνα της νύχτας! Και η αλήθεια είναι πως πέραν των καινούργιων τραγουδιών, η Γιώτα Γιάννα έκανε δικά της κάποια λαϊκά τραγούδια άλλων, που τα απογείωσε και τα πέρασε σε άλλη σφαίρα, όπως εκείνο το εξαιρετικό ζεϊμπέκικο της Μαντώς σε στίχους της Ιφιγένειας Γιαννοπούλου. Δεν μπορώ όμως να μην γράψω πως το κομμάτι, με το οποίο έπαθα την πλάκα μου, ήταν ο ''Άμλετ της σελήνης'' του Θάνου Μικρούτσικου και του Μάνου Ελευθερίου! Θα τολμούσα να χαρακτηρίσω την εκτέλεση της Γιώτας Γιάννα ως την καλύτερη μέχρι τώρα τουλάχιστον σε συναυλιακό επίπεδο. Οι στίχοι σαν να μας αποκαλύφθηκαν εκ νέου όση ώρα τους τραγουδούσε ψυχωμένα, ροκάροντας ταυτόχρονα με τη φυσαρμόνικα της! 
Ο Γιάννης Ζουγανέλης αναδείχτηκε στον κεντρικό πρωταγωνιστή του προγράμματος - δική του ιδέα άλλωστε ήταν αυτό το ταίριασμα διαφορετικών μουσικών γενεών (και ειδών) επί σκηνής. Τραγούδησε δικά του κομμάτια, γνωστά κάποια από τις ερμηνείες του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, ενώ ιδιαίτερη στιγμή ήταν η απόδοση ενός νανουρίσματος, ντουέτο με την κόρη του, Ελεονόρα, από τη γιγαντοοθόνη. Δεν έλειψε φυσικά το χιούμορ του, όπως ποτέ δεν του λείπει, φανερώνοντας για μιαν ακόμη φορά τη μεγάλη επικοινωνιακή σχέση που έχει αναπτύξει εδώ και δεκαετίες με το κοινό του. Υπήρχαν και κάποιες...μπηχτές που, νομίζω, έχουν νόημα να καταγραφούν: Στο πρώτο τραπέζι, ας πούμε, καθόταν ο Γιώργος Λιάνης με την παρέα του. Ο Ζουγανέλης του ''την είπε'' που όλο τον Θεοδωράκη προβάλλει από τη ραδιοφωνική εκπομπή του, τη στιγμή που υπάρχουν πολλοί άλλοι νέοι καλλιτέχνες δίχως καμία πρόσβαση στα ΜΜΕ. Άδικο έχει; Το πρόγραμμα έλαβε τέλος λίγο πριν τις τρεις τα χαράματα, δίνοντας την ευκαιρία σε όλους τους συμμετέχοντες καλλιτέχνες να κάνουν ακόμη μία εμφάνιση διαρκείας στη σκηνή. Να περάσετε από τη ''Σφίγγα'', αξίζει! Τα ''Φρούτα εποχής'' είναι ένα σχήμα που καλύπτει όλα τα μουσικά γούστα με δύο όμως βασικούς παράγοντες: Το ποιοτικό ελληνικό τραγούδι και το χιούμορ, ίδιον του συνθέτη, ερμηνευτή και performer Γιάννη Ζουγανέλη.
Γιάννης Ζουγανέλης - Γιώτα Γιάννα - Βασίλης Καζούλης - Τάνια Ρόκκα

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2018

''Είμαι'': Η μουσικοθεατρική παράσταση - group therapy του Ζαχαρία Καρούνη και του Χρήστου Δήμα στις ''Ροές''

Θα μπορούσε κανείς να έχει πολλές επιφυλάξεις για τη μουσικο-θεατρική παράσταση του ερμηνευτή και τραγουδοποιού Ζαχαρία Καρούνη στο θέατρο ''Ροές'': Ο Καρούνης καταρχάς δεν έχει την τεράστια δισκογραφία, ούτε και τα ''άπειρα'' χρόνια στο χώρο, ώστε να δικαιολογείται μία παράσταση αυτοβιογραφική. Να το έκανε αυτό ο Νταλάρας, λόγου χάριν, να μη μπορούσες να έλεγες κουβέντα ή, τέλος πάντων, ένας άλλος τραγουδιστής με μιαν ανάλογη ιστορία. Ο Καρούνης, ωστόσο, δεν το έστησε όλο αυτό στο Παλλάς ή στο Μέγαρο Μουσικής, ξερωγώ, αλλά σε μία εναλλακτική και ταπεινή σκηνή της Αθήνας χωρητικότητας 200 ατόμων. Έπειτα, ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης ποτέ δεν ανήκε στους υπερπροβεβλημένους από τα ΜΜΕ, επομένως αυτή του η κίνηση περιορίζεται μάλλον σε ένα στενό κύκλο ανθρώπων που γνωρίζουν την πορεία του και τον παρακολουθούν όσα χρόνια δραστηριοποιείται στη μουσική. Κι όμως! Ο Ζαχαρίας Καρούνης έστησε κάτι εντυπωσιακά μοναδικό, θα έλεγα, με τη συμβολή του Χρήστου Δήμα στα βίντεο και στην όλη εμπνευσμένη σκηνοθεσία. Ευθύς αμέσως σταχυολογώ τα στοιχεία εκείνα που κάνουν ακριβώς μοναδική και πρωτότυπη την παράσταση του:
Ο τίτλος ''Είμαι'', για τον οποίο επίσης θα μπορούσαν να υπάρχουν ενστάσεις, δηλώνει απόλυτα το περιεχόμενο. ''Είμαι'' δηλώνει ο Καρούνης, ''Είναι'' ή, για την ακρίβεια, ''Είναι όλα αυτά μαζί'' θα απαντούσαν οι θεατές του, που για μιάμιση ώρα παρακολούθησαν ένα οδοιπορικό της μέχρι τώρα ζωής του, από τα παιδικά του χρόνια στη Λακωνία, την εμπλοκή του με την παραδοσιακή και τη βυζαντινή μουσική, το συνταξίδεμα του με σημαντικούς καλλιτέχνες (από τη Δόμνα Σαμίου μέχρι τον Σταύρο Ξαρχάκο), ακόμη και τις πιο προσωπικές του στιγμές, είτε αυτές είναι οι συντροφικές του σχέσεις, είτε οι κρίσεις πανικού - ποιος καλλιτέχνης, αλήθεια, δεν έχει περάσει από το λούκι των κρίσεων πανικού; Ήταν και το κομμάτι της παράστασης που εγώ ταυτίστηκα περισσότερο!
Η παράσταση είναι ένα κράμα λαογραφίας, ιστορίας της μουσικής, πρωτότυπης αφήγησης σε α' πρόσωπο, ψυχολογίας και ενδοσκόπησης όλων των πραγμάτων - όλων, όμως! Τίποτα, καμία ατάκα από το κείμενο, δεν ακούγεται τυχαία κι έτσι οι ιστορίες του ερμηνευτή μαζί με τα εμβόλιμα τραγούδια και τα βίντεο από τη γιγαντοοθόνη συνθέτουν το παζλ ενός βίου που θα μπορούσε να είναι και βίος του καθενός ανθρώπου με ευαισθησίες και καλλιτεχνικές ανησυχίες. 
Εξαιρετική η επιλογή των τραγουδιών! Παραδοσιακά και βυζαντινοί ύμνοι, όπως δηλαδή μας συστήθηκε ο Καρούνης, για να περάσει εν συνεχεία στο ρεπερτόριο των αμιγώς έντεχνων συνθετών, με τους οποίους συνεργάστηκε στις συναυλίες και στη δισκογραφία. Ακούγονται, έτσι, το ''Μάνα μου Ελλάς'' των Ξαρχάκου - Γκάτσου, το ''Ζεϊμπέκικο (Μ' αεροπλάνα και βαπόρια)'' του Σαββόπουλου, το ''Πάτωμα'' των Κραουνάκη - Νικολακοπούλου, αλλά και το ''Ο άνθρωπος μπορεί'' από την προτελευταία δισκογραφική συνεύρεση του με τον νέο συνθέτη Σπύρο Παρασκευάκο. Εννοείται πως τη μερίδα του λέοντος καταλαμβάνουν τα πρόσφατα τραγούδια του σε δικές του μουσικές και σε στίχους του Χρίστου Γ. Παπαδόπουλου και του αδερφού του, Γιάννη Καρούνη. 
Είναι φανερό πως ο Καρούνης έχει πια την ευχέρεια του ηθοποιού, κάτι που ενδεχομένως αν όχι να το κατέκτησε, τουλάχιστον να το εξάσκησε καταλλήλως δίπλα στη Δέσποινα Μπεμπεδέλη και την περσινή άκρως επιτυχημένη παράσταση τους για τη Φιλιώ Χαϊδεμένου. 
Τα πλάνα, με τα οποία ο έμπειρος Χρήστος Δήμας έντυσε την εξιστόρηση της πορείας του, φέρουν 100% τη σφραγίδα του συγκεκριμένου σκηνοθέτη: Χέρια που ζυμώνουν, η ηλικιωμένη Μανιάτισσα που πλένει το σώμα του νεκρού, ένα περιστρεφόμενο δέντρο, η διαδικασία μιας αγιογράφησης, η ακίνητη φιγούρα του Καρούνη, άλλοτε μέσα στα ανθισμένα τοπία της γενέτειρας του και άλλοτε στην ταράτσα του σπιτιού του στην Αθήνα - κομμάτια δηλαδή της σταθερής σκηνοθετικής γραμμής του Δήμα που τον έχουν αναγάγει σε έναν λαϊκό διανοούμενο κινηματογραφιστή. Αυτό που είδα με έκανε να συνειδητοποιήσω για μία ακόμη φορά τους λόγους που μου αρέσει το πιο προσωπικό σινεμά του Δήμα, η μόνιμη γείωση του με το χώμα του δικού του τόπου, οι μεταφυσικές τάσεις του που συχνά έχουν τις ρίζες τους στη λαογραφία και ένα ποιητικό εθιμοτυπικό, ακόμη και η ικανότητα του να αναδεικνύει τον ερωτισμό των πιο τσακισμένων ανθρώπινων σωμάτων λίγο πριν τον ενταφιασμό τους. 
Ο Δήμας ξορκίζει τον θάνατο κάθε φορά και αυτό κατάφερε τώρα με την παράσταση του Καρούνη, στην οποία το στοιχείο της απώλειας είναι έντονο, αν και το Φως νικάει ως κύριο ζητούμενο! Για το τέλος, δε, μας πρόσφερε ακριβές ποιητικές εικόνες, βάζοντας τον Καρούνη να κρατάει ένα αναμμένο κερί με φόντο το υγρό στοιχείο και την παντοδυναμία του νερού. Ένα φινάλε που σίγουρα χρωστά πολλά στη ''Νοσταλγία'' του Ταρκόφσκι! 
Τέλος, αυτό που κατάφερε ο Ζαχαρίας Καρούνης είναι το εξής: Φεύγοντας από την παράσταση, αισθάνεσαι πως ίσως να μην γνώρισες τόσο καλά τον ίδιο, όσο τον εαυτό σου και κανέναν άλλο! Συνθήκη σπανιότατη βάσει της ταύτισης κοινού και καλλιτέχνη. Έτσι, η παράσταση ξεπερνά τον σκόπελο μιας αυτοβιογραφίας και γίνεται μάθημα αυτογνωσίας στα όρια μιας άτυπης ψυχανάλυσης, ένα group therapy στην ουσία, όλο μνήμες, εσωτερικές εντάσεις και, φυσικά, πολύ τραγούδι! 
Δηλώνω ειλικρινώς εντυπωσιασμένος και χαρακτηρίζω το ''Είμαι'' σαν μία από τις πιο επιτυχημένες - από καλλιτεχνικής άποψης - μουσικοθεατρικές παραστάσεις που έχω παρακολουθήσει τα τελευταία χρόνια!
Τον Ζαχαρία Καρούνη συνοδεύουν επί σκηνής ο Θόδωρος Κουέλης στο κοντραμπάσο, ο Κωνσταντίνος Καλατζής στα κρουστά, ο Νίκος Βελώνιας στο πιάνο και ο Δημήτρης Μπρέντας στο κλαρίνο, στη γκάιντα και στο καβάλ.
* Η παράσταση ''Είμαι'' ολοκληρώνεται την ερχόμενη εβδομάδα (Δευτέρα 26 & Τρίτη 27 Μαρτίου) στο θέατρο ''Ροές'' (Ιάκχου 16, Κεραμικός)

Τρίτη 20 Μαρτίου 2018

Τζένη Βάνου - Φωτεινή Δάρρα: Σημειώσατε 3 - 0

Η Φωτεινή Δάρρα θα πρέπει να είχε μεγάλο άγχος για τη χθεσινή πολυδιαφημισμένη παράσταση με τα τραγούδια της Τζένης Βάνου στο Παλλάς. Αυτό δηλαδή μαρτυρούν τα λόγια της, με τα οποία έκλεισε τη βραδιά, αμέσως αφού παρουσίασε τους συνεργάτες της και ευχαρίστησε όλα τα ΜΜΕ και τα socal media που τη στήριξαν. ''Δόξα τω θεώ, είχαμε κόσμο'' είπε συγκεκριμένα. Η αλήθεια είναι πως το Παλλάς χθες είχε πολύ κόσμο, όχι αυτό που λέμε φίσκα, αλλά σίγουρα υπήρχαν άνθρωποι που βρέθηκαν εκεί είτε για την ίδια, είτε για το ίνδαλμα τους, τη μακαρίτισσα Τζένη Βάνου. Ας τα πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή: Η παράσταση ξεκίνησε στις 9 ακριβώς χωρίς να υπάρχουν ουρές στο ταμείο του Παλλάς, δηλαδή και το εισιτήριο μου εξασφάλισα άμεσα και το ίδιο άμεσα έπιασα τη θέση μου, την οποία εγκατέλειψα αμέσως μετά το διάλειμμα για να πιάσω ανενόχλητος μιαν άλλη, πιο κοντά στη σκηνή. Κοινώς, άπαξ και δεν καθόσουν μπροστά - μπροστά με τους VIPS, μπορούσες άνετα να μετακινηθείς για νά'χεις την όσο το δυνατόν καλύτερη θέαση. 
Η γιγαντοαφίσα με τα πρόσωπα της Βάνου και της Δάρρα ήταν το πρώτο πράγμα που είδαμε μέχρι να ανοίξει η αυλαία και να εμφανιστεί η ορχήστρα, τοποθετημένη επιβλητικά θα έλεγα, σε ένα σκηνικό διάκοσμο που παρέπεμπε στην παράσταση κάποιας μεγάλης jazz τραγουδίστριας του παρελθόντος. Αριστερά και δεξιά της σκηνής υπήρχαν δύο σαλονάκια εποχής, τα οποία, αν και δεν σχετίζονταν με τα τεκταινόμενα της υποτυπώδους θεατρικής δράσης, βοήθησαν σίγουρα την ερμηνεύτρια να στηθεί και κάπως αλλιώς, πέραν της θέσης της μπροστά στο μικρόφωνο. Ένα σκηνικό, εν ολίγοις, λιτό και ταιριαστό που κατάφερε να δημιουργήσει και ένα κλίμα εποχής, εισάγοντας τον θεατή στις πιο ένδοξες ''big band'' στιγμές της Βάνου. Τα προβλήματα ξεκίνησαν όταν η Δάρρα μιλούσε πότε σε α' πρόσωπο, ως Τζένη Βάνου αυτοπροσώπως δηλαδή, και πότε σε γ' πρόσωπο, ως οικοδέσποινα της βραδιάς. Αδυνατώ να καταλάβω γιατί καθ'όλη τη διάρκεια της παράστασης, δεν συνέβη μόνο το πρώτο ή μόνο το δεύτερο. Αμηχανία μάλλον καθώς δεν ήταν λίγοι εκείνοι που κατακεραύνωναν τη Δάρρα τις προηγούμενες μέρες ότι ''θέλει να γίνει Βάνου στη θέση της Βάνου''...Προσωπικά, δεν με ενόχλησε ιδιαίτερα όλο αυτό, καθώς η βραδιά, όπως ήδη έγραψα, διέθετε κλίμα και ήταν σαφές και ξεκάθαρο: Παρακολουθούσαμε ένα αφιέρωμα στη Τζένη Βάνου με την πρωταγωνίστρια Φωτεινή Δάρρα να πλησιάζει και να αποστασιοποιείται ταυτόχρονα από την περσόνα της. Διότι, επίσης ξεκάθαρο ήταν ότι η παράσταση που βλέπαμε, προοριζόταν για μία κανονική θεατροποίηση του βίου της Βάνου που κουτσουρεύτηκε στην πορεία, κρατώντας το στοιχείο του τραγουδιού με μερικά εμβόλιμα σκετσάκια και πληροφορίες, τα οποία οι κειμενογράφοι τσίμπησαν έως και από το διαδίκτυο. Το επεισόδιο, λόγου χάριν, με τον Μάνο Χατζιδάκι που αποκάλεσε κάποτε στη Νέα Υόρκη ''ανόητη'' την Βάνου, επειδή είχε αρνηθεί τη συνεργασία του, είναι μία ιστορία που είχα την τύχη να μου αφηγηθεί το 2007 η ίδια η Βάνου on camera κιόλας και να τη δημοσιεύσω στο επιθανάτιο αφιέρωμα της στη LIFO. Δεν γνωρίζω αν ήμουν ο πρώτος που τό'χα γράψει, γιατί μιλάμε για ένα μάλλον γνωστό περιστατικό στην πορεία της μεγάλης τραγουδίστριας. Ως εδώ καλά, no problem! 
Φάουλ - χοντρό μάλιστα - ήταν που η Δάρρα, προτού αποδώσει το ''Ξύπνα αγάπη μου'', μας πληροφόρησε πως είναι τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι, ενώ φυσικά πρόκειται για σύνθεση του Γιαννίδη σε στίχους του Πρετεντέρη, τεράστια επιτυχία της Μούσχουρη. Θέλω να πιστεύω πως η παραπληροφόρηση οφειλόταν στο τρακ της Δάρρα επί σκηνής και όχι στους κειμενογράφους που έγραψαν άλλα αντ' άλλων...Πάμε τώρα επί του παπλώματος, το αμιγώς τραγουδιστικό μέρος δηλαδή. Η Δάρρα έχει φωνητικές ικανότητες! Η τοποθέτηση της φωνής της ήταν ολόσωστη, συνεπικουρούμενη κι από την άψογη δουλειά του Παπαχριστούδη στον τομέα των jazzy - lounge ενορχηστρώσεων. Εκείνο, το οποίο πρέπει να χαλιναγωγήσει, είναι η υπερβολή της και οι δραματικές κορόνες της, καθώς νομίζει ότι οι ''Χίλιες βραδιές'' και τα υπόλοιπα τραγούδια, που σφράγισε η Βάνου, πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν άριες του Βέρντι τουλάχιστον. Μία φωνητική επιδειξιομανία, θα έλεγα, που αποσκοπούσε στον εντυπωσιασμό - επιτυχημένα ίσως, αφού κέρδιζε το χειροκρότημα της αίθουσας σε τακτά διαστήματα. Το πρόβλημα της Δάρρα δεν είναι το φωνητικό εύρος - αυτό τό'χει κατακτήσει τόσα χρόνια κοντά στον Δημήτρη Παπαδημητρίου - αλλά η άρθρωση της που ακούγεται λες και θέλει να λανσάρει...σχολή δική της: Τα φωνήεντα ''α'' και ''ο'' δεν υπάρχουν για τη Δάρρα! Το ''Αγόρι μου'' ξανακούστηκε ως ''Αγάρι μου'', αλλά - μεταξύ μας - δεν είδα να ενοχλείται και κανείς απ' όσους βρίσκονταν στο Παλλάς. Μάλιστα, σε πηγαδάκι έξω στο διάλειμμα, διαφώνησα με έναν κύριο που επέμενε πως η τραγουδίστρια με τον τρόπο ερμηνείας της κατέστρεφε τους στίχους των τραγουδιών: ''Μια χαρά ακούμε τους στίχους'' του είπα, ''απλά τους ακούμε λάθος''. Και η συζήτηση έληξε εκεί...Ξαναπάω στα κείμενα και λέω πως με ενόχλησε που κάποιοι δημιουργοί παρακάμφθηκαν. Ας πούμε, προλογίζοντας το θρυλικό τραγούδι ''Σ' αγαπώ'' από την ταινία του Φώσκολου, η Δάρρα μας είπε πως απλά φώναξαν τη Βάνου να το τραγουδήσει, το έκανε, πήρε 300 δραχμές και έφυγε. Ναι, αλλά ποιος της τό'δωσε; Ο Φούφουτος; Ο Μαμαγκάκης της τό'χε χαρίσει, ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες, ο οποίος όμως δεν ''υπήρχε'' καν στην παράσταση έστω σαν μια αναφορά. Άλλο φάουλ αυτό κι όχι τίποτα άλλο, αλλά έτσι θα προσδιδόταν και μία μικρή αίγλη, θυμίζοντας μας πως η Βάνου είχε την τύχη στην καριέρα της να ερμηνεύσει και τραγούδια άλλων, πέραν του Πλέσσα και των ελαφρολαϊκών δημιουργών. Με την ίδια λογική, αν το καλλιτεχνικό - ερευνητικό μέρος ήταν πιο ψαγμένο, θα μπορούσαν να έχουν συμπεριληφθεί στο α' μέρος και το ένα από τα δύο αριστουργηματικά τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη που ηχογράφησε στο ξεκίνημα της η Βάνου. Όπως φάνηκε από το β' μέρος, όμως, η παράσταση στόχευε σε μία λαϊκότητα, στο όριο του λαϊκισμού, μετατρεπόμενη σε λαϊκό ξεφάντωμα με το πιο λαϊκό καψούρικο ρεπερτόριο της τραγουδίστριας. Εκεί ήταν που η Δάρρα ξεσάλωσε πραγματικά από φωνητικής άποψης, θυμίζοντας δυστυχώς όχι την Τζένη Βάνου στο απόγειο της, αλλά γκρινιάρικο βρέφος που του πήραν την κουδουνίστρα. Να το πω αλλιώς, σχεδόν έκλεινα τα αυτιά μου για να αποφύγω την ερμηνευτική υπερβολή της, πνιγμένη στις τσιριδοειδείς ακροβασίες. Κάποια στιγμή επιστρατεύθηκε και ο...Τόλης Βοσκόπουλος στο κομμάτι της συνεργασίας τους με τη Βάνου: Ένας τραγουδιστής απέδωσε την ''Αγωνία'', χωρίς ιδιαίτερες αξιώσεις δίπλα στη Δάρρα, απλά και μόνο για να θυμηθούμε πως κάποτε ο σούπερ σταρ Τόλης απογείωσε την καριέρα της παροπλισμένης Βάνου με ένα αμιγώς λαϊκό ρεπερτόριο. Ο εν λόγω τραγουδιστής ήταν ενταγμένος στο θίασο των ''5 ακόμη ηθοποιών και τραγουδιστών'', που συνόδευαν τη Δάρρα και που δεν υπήρχαν τα ονόματα τους στην αφίσα, κάτι που επίσης προκάλεσε σχόλια από την πρώτη στιγμή. Εν κατακλείδι: Η παράσταση ''Τα τραγούδια της Τζένης Βάνου με τη φωνή της Φωτεινής Δάρρα'' διήρκεσε ακριβώς ένα δίωρο και λειτούργησε ως μία ημιτελής θεατρική προσέγγιση του βίου της με προβλέψιμα και μάλλον κακά κείμενα, αλλά και με μία τραγουδίστρια, η οποία - κακά τα ψέματα - δεν έχει ιδιαίτερη φωνητική σχέση με την καλλιτέχνιδα που υποδύθηκε. Απορίας άξιον είναι, τέλος, πως η Φωτεινή Δάρρα έφαγε την πετριά με τη Τζένη Βάνου και το ελαφρολαϊκό ρεπερτόριο του '60. Δεν είναι τόσα πολλά τα χρόνια, βλέπεις, που από τη συχνότητα του ALTER την ακούγαμε να τραγουδάει το ''Αγόρι μου'' σε καθημερινά διαφημιστικά σποτ. Και είναι εξίσου απορίας άξιον πως μία τραγουδίστρια που ξεκίνησε ως ''λόγια'', ερμηνεύοντας μελοποιημένο Ρίλκε και Αναγνωστάκη (αναφέρομαι στο ''Δελτίο ανέμων'' του Δημήτρη Παπαδημητρίου από το 2004, έναν δίσκο που δεν περπάτησε καθόλου), στράφηκε στο ελαφρολαϊκό ρεπερτόριο (εδώ πάλι αναφέρομαι στο άλμπουμ ''Του έρωτα και της αμαρτίας'' του 2010 με τα τραγούδια της Βάνου). Ας τελειώνουμε με την ιστορία αυτή: Η Φωτεινή Δάρρα θέλει να είναι ''Μαρία Φαραντούρη'' ή ''Νατάσσα Θεοδωρίδου''; Διότι, για να είναι ''Τζένη Βάνου'', θέλει δουλειά πολλή ακόμη.  Νέα είναι, λαμπερή και δημιουργική, αναμένουμε ποιο θα είναι το επόμενο concept που θα σκεφτεί για να στηρίξει τη θέση της στα μουσικά μας δρώμενα!

Τρίτη 6 Μαρτίου 2018

Για το jam session της Μαρίζας Κωχ με τον Σταμάτη Κραουνάκη και τη Σπείρα - Σπείρα στη ''Σφίγγα''

Τη Μαρίζα τόσα χρόνια τώρα την έχω δει και την έχω ''ζήσει'' δίπλα στην πλειονότητα των Ελλήνων καλλιτεχνών και συναδέλφων της. Με βεβαιότητα λέω, λοιπόν, τώρα πώς η χημεία που είχαν με τον Σταμάτη χθες βράδυ ήταν και για μένα κάτι πρωτόγνωρο. Όχι ότι θα περίμενα κάτι διαφορετικό, δεδομένου του ότι μπορεί οι δρόμοι τους να μην έσμιξαν ποτέ, η αλληλοεκτίμηση τους όμως ήταν και είναι αμοιβαία. 
Τον Σταμάτη αγαπάει πολύ επίσης η Gail Holst, η καλύτερη φίλη της Μαρίζας, και πάντα τον έφερναν στις κουβέντες τους. Κοινή φίλη τους ακόμη είναι η ποιήτρια Ολυμπία Καράγιωργα, που μετέφρασε το Duende του Lorca, το οποίο παίζεται αυτόν τον καιρό στο Θέατρο Τέχνης με τον Κραουνάκη, τον Γεροντίδη και τον Μπουγιώτη. Πέραν αυτών, όμως, ο Σταμάτης φαίνεται να μεγάλωσε κανονικά με τη φωνή της Μαρίζας και τα βινύλια της από τα seventies. ''Ήσουν η αγαπημένη φωνή του πατέρα μου'' της έλεγε χθες ''και οι δίσκοι σου μπαινόβγαιναν στο σπίτι μας''. 
Η αλήθεια είναι πως ο Σταμάτης την τίμησε πολύ τη Μαρίζα εν μέσω του προγράμματος του. Σε κατάσταση trans σχεδόν, της ζήτησε να τραγουδήσει το Fata Morgana. Ο Μπουγιώτης της έδωσε το μικρόφωνο του, η Μαρίζα ξεκίνησε το τραγούδι και ύστερα το κοινό της ''Σφίγγας'' την καταχειροκρότησε! Δεν έμεινε όμως εκεί το πράγμα.
Στη ''Σφίγγα'' ήταν και η Μαρίζα Ρίζου, στην οποία έλεγα τις προάλλες, κατά το γύρισμα της εκπομπής μας για το RISE TV, πως πρέπει οπωσδήποτε να συναντηθούν με την άλλη Μαρίζα, την πρεσβύτερη, την Κωχ! Να που έγινε κι αυτό και μάλιστα σύντομα! Δεν άφηνε η μία την άλλη απ' την αγκαλιά της! Κι όταν η Κωχ πήρε την πρωτοβουλία για ένα αυτοσχέδιο jam session με τον Σταμάτη, τη Σπείρα - Σπείρα και τους μουσικούς του, η Ρίζου ντράπηκε τόσο, που δε μπορούσε ν' ανοίξει το στόμα της. ''Εγώ να τραγουδήσω μετά από σας;'' είπε η μικρή Μαρίζα στη μεγάλη, αν και νομίζω πως ο κόσμος πολύ θα το γούσταρε. ''Τι πλάσμα συνεσταλμένο και ευγενές είναι αυτό το κορίτσι;'' μου έλεγε και μένα μετά η Κωχ. 
Εδώ ο Γεροντίδης τραγουδάει στα πατώματα επίσης σε trans κατάσταση! Τραγούδια του Κραουνάκη, του Χατζιδάκι, του Τσιτσάνη, του Γούναρη, του Freddy Mercury κ.α. ερμηνευμένα με μοναδικό κέφι από τα παιδιά της Σπείρας - Σπείρας. Παρακολουθούσα τη Μαρίζα που χαιρόταν απίστευτα το πρόγραμμα. Ένα χαμόγελο υπήρχε μόνιμα στα χείλη της ενόσω το πρόσωπο της ήταν στραμμένο προς τη σκηνή. 
Ομαδική ψυχοθεραπεία χαρακτήρισε αυτό που γίνεται κάθε Δευτέρα βράδυ στο κέντρο της Αθήνας, στη ''Σφίγγα'', την οποία ''Σφίγγα'' η Ελένη Παπουτσάκη κατάφερε να απογειώσει από το πόστο της! Κι αυτό που επιθυμούσε η Μαρίζα να το πει του ίδιου του Κραουνάκη αμέσως μετά στα καμαρίνια ήταν πως όχι μόνο διατηρεί στο ακέραιο, αλλά βγάζει και στην επιφάνεια την παιδικότητα των ανθρώπων. 
Εδώ παρακολουθώ και καταγράφω σαν ζωντανό μαγνητόφωνο τον διάλογο Κραουνάκη - Κωχ στα καμαρίνια της ''Σφίγγας''. Μια μέρα θα τα γράψει η ιστορία όλα αυτά που σήμερα μοιάζουν μέρος μιας καθημερινότητας φαινομενικά άχαρης ή για την ακρίβεια μια αναλαμπή αισιοδοξίας, χαράς και αίσθησης της αγάπης που όλοι έχουμε ανάγκη! Τέλος πάντων, το πρόγραμμα του Κραουνάκη με τη Σπείρα - Σπείρα τα σπάει κανονικά και δεν είναι τυχαίο που πήρε τόση μεγάλη παράταση. Για τρεις ακόμα Δευτέρες έχετε την ευκαιρία να περάσετε από τη μουσική σκηνή ''Σφίγγα''. Εμείς, πάντως, με τη Μαρίζα λέμε να ξαναπεράσουμε σίγουρα μία απ' τις επόμενες Δευτέρες! 

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

Στο ''Cabaret'' του Χατζάκη, του Ζαχαράτου & της Τάμτα χωρίς ερωτισμό και με βαθιά χασμουρητά

Δεν ξέρω πως αλλιώς θα μπορούσε ο έμπειρος Σωτήρης Χατζάκης να σκηνοθετήσει το ''Cabaret'', ένα θρυλικό υπερθέαμα εν είδει μιούζικαλ, πάντως η αίσθηση που αποκομίζει κανείς μετά το τέλος της παράστασης είναι πως βγήκε απ' άλλο...ανέκδοτο, που λένε. Περίμενα να δω κάτι καλύτερο, το ομολογώ, μια και ο μόνος λόγος που θα με έκανε να κάτσω για ένα δίωρο και να υποστώ την όλη γκλαμουριά θα ήταν η σκηνοθεσία του. Φαίνεται, όμως, πως κάτι δεν έγινε καλά - εξ αρχής ή στην πορεία, δε γνωρίζω - κι έτσι φτάσαμε στο σημείο να δούμε ένα φλύαρο ''Cabaret'' χωρίς ίχνος ερωτισμού και, δυστυχώς, χωρίς καμία εμβάθυνση στους χαρακτήρες του. Διότι, για να ανατρέξω λίγο στην ιστορία του εν λόγω μιούζικαλ, στο επίκεντρο ναι μεν βρίσκεται το μάλλον αποτυχημένο ειδύλλιο του Αμερικανού συγγραφέα με την Αγγλίδα καμπαρετζού, όπως κι αυτό της φροϋλάιν Σνάιντερ με τον Εβραίο Χερ Σουλτζ, στο background όμως βράζει το πολιτικό σκηνικό της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης καθώς οι Ναζί καταλαμβάνουν την εξουσία. Στην παράσταση του Χατζάκη όλα είναι επιδερμικά και διεκπεραιωτικά. Σαν ένα σόου του Τάκη Ζαχαράτου, του πραγματικού πρωταγωνιστή της παράστασης, πασπαλισμένο με φαντεζί σκηνικά, κοστούμια και προβλέψιμες χορογραφίες, αλλά χωρίς καθόλου αναπτυγμένη την έννοια του ρυθμού και με αδικαιολόγητα χάσματα - τόσα πολλά ώστε ειδικά στο πρώτο μέρος τα χασμουρητά είναι αναπόφευκτα. Διόλου τυχαίο που σχεδόν καθ' όλη τη διάρκεια της παράστασης το κοινό ήταν...intercooler, με μόνη εξαίρεση το χειροκρότημα στο φινάλε, όπου και πάλι ούτε η αίθουσα σείστηκε, ούτε ανθρώπους είδα να χειροκροτούν όρθιοι από τον ενθουσιασμό τους, όπως δηλαδή είθισται σε άλλες αντίστοιχες παραστάσεις. Έτσι, από τη μία η Τάμτα που επιλέχθηκε για το ρόλο της Σάλι Μπόουλς, είναι απλά συμπαθής, καλλίφωνη και ανεκτή ως ηθοποιός, σίγουρα όμως ''λίγη'' για να μπορέσει να υποστηρίξει έναν τέτοιο ρόλο. Το ίδιο θα έλεγα και για τον συμπρωταγωνιστή της, τον Ευθύμη Ζησάκη στο ρόλο του συγγραφέα Κλιφ Μπράντσο, που κινείται στα όρια του άχρωμου, άγευστου και άοσμου. Αντιθέτως, το ζεύγος των Κατερίνας Διδασκάλου - Τάσου Νούσια ως φροϋλάιν Σνάιντερ και Χερ Σουλτζ αντιστοίχως, είναι αυτό που σώζει από υποκριτικής άποψης το όλο φιλόδοξο εγχείρημα. Πάμε τώρα και στον Ζαχαράτο στο ρόλο του, α λα Τζόκερ, Κομπέρ του καμπαρέ! Δεν ξέρω αν είμαι σωστός μ' αυτό που θα πω κι αν δεν είμαι, ζητώ συγγνώμη εκ των προτέρων, αλλά έχω την εντύπωση πως του δόθηκαν τραγούδια που κανονικά στο έργο αποδίδει η πρωταγωνίστρια Σάλι Μπόουλς. Αν, επαναλαμβάνω, δεν έχω λάθος τούτη τη στιγμή, αυτό φανερώνει πως η παράσταση στήθηκε πάνω στην πληθωρική εμπορικότατη περσόνα του. Να το πω αλλιώς και πιο χοντρά, αν δεν ήμασταν στο Παλλάς κι αν δεν υπήρχε ούτε θίασος, ούτε τίποτα, από μόνος του ο Ζαχαράτος θα μπορούσε να μας παίξει το έργο ολόκληρο σαν καθοδηγητής και υποκινητής της δράσης - άσε που θα κόστιζε και φθηνότερα και θα ήταν μεγαλύτερη πρόκληση από καλλιτεχνικής άποψης! Με το που ξεκινάει το δεύτερο μέρος, λόγου χάριν, ο θεατής σχεδόν ξεχνά την ύπαρξη της Τάμτα, καθώς καθυστερεί λίγο να επανεμφανιστεί στη σκηνή και να συνεχιστεί η ιστορία της. Ότι ακριβώς συμβαίνει και με τους υπόλοιπους χαρακτήρες: Οι ιστορίες των ανθρώπων σαν να μπαίνουν στη γωνία, αποτυγχάνοντας να συναντήσουν η μία την άλλη με τρόπο δραματουργικά λειτουργικό. Από ένα σημείο και μετά, η παράσταση μοιάζει με σκορποχώρι επί σκηνής και μόνο ο Ζαχαράτος με το σαρδόνιο χιούμορ του ρόλου του - και ευτυχώς δίχως καλιαρντοσύνες - κρατάει εντός ενός επιθυμητού αντισυμβατικού πλαισίου. Φτάνει όμως αυτό για ακόμη μία ελληνική μεταφορά ενός έργου που άλλαξε τον ρουν του θεατρικού και του κινηματογραφικού μιούζικαλ; Ίσως γι' αυτό και στο τέλος ο ευφυής Ζαχαράτος αφιέρωσε την παράσταση στην πρώτη διδάξασα στη χώρα μας, την Αλίκη Βουγιουκλάκη, κερδίζοντας το συναίσθημα και τελικά το χειροκρότημα του κοινού της αίθουσας. Μαζί, λοιπόν, με τον Κομπέρ Ζαχαράτο, η μόνη που βγαίνει αλώβητη απ' όλο αυτό το θέαμα είναι επίσης η τραγουδοποιός Αφροδίτη Μάνου που υπέγραψε τους ελληνικούς στίχους των τραγουδιών. Ήταν το κατάλληλο πρόσωπο στην κατάλληλη θέση, αν υποτεθεί πως η συγκεκριμένη καλλιτέχνιδα έχει δοκιμαστεί με μεγάλη καλλιτεχνική επιτυχία στα εμπορικά θεάματα - ας θυμηθούμε τη μουσική και τα τραγούδια της για το κινηματογραφικό ''Κλάμα βγήκε απ' τον Παράδεισο'', όπως και τους στίχους της στα τραγούδια του Νίκου Κυπουργού για το επίσης κινηματογραφικό ''Οξυγόνο'', αμφότερα των Ρέππα - Παπαθανασίου. Για τη Μάνου ήταν ένα δύσκολο, δυσκολότατο εγχείρημα, που εντούτοις κατάφερε να κερδίσει σε κομμάτια σαν το θρυλικό ''Money'' που έγινε ''Χρήμα'' και που σε συνδυασμό με τα βίντεο στη γιγαντοοθόνη απέδωσε τον ναζισμό ως ουσιαστική απόρροια του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Και ξαναρωτάω, κλείνοντας: Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει ο Χατζάκης ώστε να αποφύγει να κρίνεται σήμερα ως ο δημιουργός μιας παράστασης χωρίς καμία εκκεντρικότητα και σαγήνη - τα αντίθετα, εν ολίγοις, απ' αυτά που μας λέει το δελτίο Τύπου; Δεν έχω εύκαιρη απάντηση, γράφω απλά για ότι παρακολούθησα με καθαρή ματιά...
Την επίσημη πρεμιέρα του ''Cabaret'' παρακολούθησαν, μεταξύ άλλων, η Μάρω Κοντού, η Κάτια Δανδουλάκη, η Άλκηστη Πρωτοψάλτη, η Ναταλία Γερμανού, ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος, ο Σπύρος Μπιμπίλας, η Κατερίνα Λάσπα, η Νίκη Σερέτη, αλλά και ο πρόεδρος του ΛΑ.Ο.Σ. Γιώργος Καρατζαφέρης. 

Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2018

Το ''Duende'' του Lorca είναι ήδη ένα έργο αναφοράς στη μακρά σταδιοδρομία του Σταμάτη Κραουνάκη!

Στο κέντρο της σκηνής ένα μεγάλο τραπέζι που παραπέμπει στο Μυστικό Δείπνο, όπως τον συνέλαβε κάποιος Αναγεννησιακός ζωγράφος. Ένα πιάνο κι ένα βιολοντσέλο στα αριστερά. Κεριά δεξιά και πέριξ της σκηνής. Ένας παλιός πολυέλαιος να φωτίζει ατμοσφαιρικά. Οι δύο τραγουδιστές κάνουν την εμφάνιση τους, μαυροντυμένοι, σαν καλόγεροι της Καπέλα Σιξτίνα σε ένα κράμα βυζαντινισμού και Καθολικισμού. Δεν είναι απλά δύο τραγουδιστές. Στην ουσία είναι το ακροατήριο του ποιητή, όταν εκείνος έδωσε τη διάλεξη περί duende στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής πριν από 84 χρόνια. Η όλη κατάσταση που ευφυώς έχει στηθεί στο Θέατρο Τέχνης σε προϊδεάζει για το τι θα δεις - ακούσεις. Ευφραίνεσαι, καθώς η ποιητική ατμόσφαιρα δεν πετυχαίνει πάντα, με την είσοδο δηλαδή του κοινού στην αίθουσα. Εδώ δεν υπάρχει αυτό, δεν ψάχνεσαι, δεν μονολογείς ''Άντε να δούμε τι θα δούμε'', δεν πας να παρακολουθήσεις κάτι απροσδιόριστο. Μπαίνεις σ' ένα άλλο κόσμο και κάπου σκέφτεσαι το μετά, την επάνοδο στην καθημερινότητα, το ότι εκεί έξω δεν θα υπάρχει ένας ποιητής να σου αφηγείται και κανένας καλόγερος - μαθητής του δεν θα σου χαρίσει το τραγούδι του. Ο Σταμάτης Κραουνάκης - Federico Garcia Lorca επιβάλλεται με την παρουσία του στο κέντρο της σκηνής. Κάθεται στην Αγία Τράπεζα του duende και ανοίγει τα χαρτιά της διάλεξης του. Τι είναι στ' αλήθεια το duende; Το μεσογειακό ταμπεραμέντο; Εκείνο το ξυράφι που σκίζει σε μικρά κομματάκια τα υγρά μάτια των θεατών; Μην είναι ο Ανδαλουσιανός Σκύλος που αναλήφθηκε στους ουρανούς την πιο κρύα νύχτα στην Αθήνα; Οι τόνοι πέφτουν καθώς ο ποιητής αρχίζει την ομιλία του. Είναι φανερό, μπορεί η παράσταση να διαθέτει ατμόσφαιρα και ακριβό γούστο, όμως εν αρχή ην ο Λόγος κι αυτό το γνωρίζουν καλά όλοι οι συντελεστές. Ακούμε για Ισπανούς καλλιτέχνες χαμένους στα βάθη του χρόνου, εισπράττουμε την ψυχαναλυτική δομή μιας ποιητικής διάλεξης που και χιούμορ διαθέτει (του Lorca ή του Κραουνάκη, θα σας γελάσω), και πολιτισμούς ενώνει με κοινό παρανομαστή το πάθος και τον ερωτικό παροξυσμό. Ένας παροξυσμός που προσφέρεται χαμηλότονα, εγκεφαλικά, καθώς ο ποιητής δεν ομιλεί αυτάρεσκα, αλλά αργά και καθαρά, λες και δεν θέλει καμία κουβέντα να πέσει απλώς στα πατώματα. Είναι τόσο ωραίο το κείμενο αυτό του Lorca, που ο ίδιος δεν πρόλαβε να δει ποτέ δημοσιευμένο! Παγκόσμια κληρονομιά στην απόδοση της, γνωστής σε μένα από τον ποιητή Γιώργο Σαραντάρη, Ολυμπίας Καράγεωργα. Την αναζητούσα χθες την Καράγεωργα, θυμήθηκα πριν κάποια χρόνια - ούτε δεκαετία δεν θά'ναι - που τα πίναμε σε ταβερνείο των Εξαρχείων μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Καλή της ώρα! Μέσω Κραουνάκη, συνειδητοποίησα πως η Καράγεωργα μετέφρασε τον Lorca δίχως ποιητικές φιοριτούρες που, ομολογουμένως, έχουν γίνει και λίγο κλισέ στην περίπτωση του. Δεν χρειάζεται δηλαδή να ακούσεις για φεγγάρια και όμορφες χωριατοπούλες στα ποτάμια. Υπάρχουν όλα αυτά στη σκηνοθεσία, στα επιμέρους θεατρικά στοιχεία και κυρίως στην ερμηνεία του Κραουνάκη που ως θεατράνθρωπος και γνώστης του Lorca, γνωρίζει πόσο ''Έλληνας'' ποιητής έχει γίνει μέσα στα χρόνια. Διότι από τον ''Ματωμένο Γάμο'' στην απόδοση του Νίκου Γκάτσου και αργότερα σ' αυτήν του Σεβαστίκογλου μέχρι τη μετάφραση του από τον Οδυσσέα Ελύτη, ο μεγάλος Ισπανός καλλιτέχνης μπήκε για τα καλά στη ζωή μας με τη μεταξύ μας σχέση να αναζωπυρώνεται συχνά, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο επιτυχημένα. Πιστεύω πως το - κατά Κραουνάκη - ''Duende'' είναι από τις παραστάσεις εκείνες που ανοίγουν μια καινούργια σελίδα στο βιβλίο των λογαριασμών του Lorca με τη χώρα μας. Ένας Lorca, όπως τον δίδαξαν ο Χατζιδάκις και ο Τσιτσάνης - ο τελευταίος ερήμην του μάλλον μέσα από την πίκρα των ηρώων του και το ανθρώπινο ανικανοποίητο, το όνειρο που εδεχομένως ποτέ δεν θα γίνει πραγματικότητα. Έπειτα είναι και τα τραγούδια! Συνθέσεις του Κραουνάκη με την αύρα του κλασικού, τέσσερις στρατηγοί κινάν και παν - για να πεταχτώ στον Brecht τώρα -, παρέες που όρισαν το νεοελληνικό πολιτισμό με έναν φανό θυέλλης και ένα καλό φτηνό κρασί, με την επίγνωση πως η τέχνη γεννιέται μέσα από από καρδιοχτύπια, λόγια, λόγια, συμβουλές, κουβέντες, παρατηρήσεις, αγωνίες, αδιέξοδα, δημιουργικά άγχη και, βασικά, πνεύματα ομοούσια. Άκουσα πολύ προσεκτικά την εργασία του συνθέτη πάνω στον Lorca, αφού κάτι άλλο σημαντικό που κατάφερε είναι να μην υπερσκελίσει η μελωδία και ο στίχος τον δικό του τρέχοντα λόγο. Μα έτσι όπως αφηγείται, είναι σαν να τραγουδάει κι αυτός! Κι ας έχει δίπλα του, γύρω του, δύο εξαίσιες νεανικές ανδρικές φωνές: Του Χρήστου Γεροντίδη και του Κώστα Μπουγιώτη, παιδιά της Σπείρας - Σπείρας του. 
Αυτό που λέω παραπάνω! Δε χρειάζεται ν' ακούς για ερωτοχτυπημένα αγόρια και κορίτσια και αιθέριες ποιητικές υπάρξεις. Έτσι όπως ερμηνεύει χαμηλότονα ο Γεροντίδης γίνεται το λαϊκό παλικάρι που ξεπήδησε από κάποιο Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου. Επιβάλλεται κι αυτός με την παρουσία του χωρίς φωνητικές ακροβασίες και επιδειξιομανία - δεν το χρειάζεται αυτό, άλλωστε, ο στίχος του ποιητή. Κι όταν γίνεται ένα από τα εφτά κορίτσια του ποιητή, διατηρεί τον αντρίκιο τόνο της φωνής του και καλύπτει τη μορφή του με ένα κόκκινο μαντίλι - σκηνοθετικό εύρημα όλο duende κι αυτό!
Ο Μπουγιώτης, πάλι, είναι ο λαϊκός τενόρος. Άλλοτε εκτινάσσει την ασκημένη φωνή του, κατά πώς του ζητήθηκε, και άλλοτε συμπορεύεται φωνητικά με τον καλλιτεχνικό του σύντροφο. Οι δυο τους σαν να συστήνουν ένα τραγούδι διαφορετικό, δικό τους εντελώς, μια φόρμα τραγουδιού για την ακρίβεια, που μπορεί κανείς να αντιληφθεί με όλες τις λεπτομέρειες, μόνο αν έχει ακούσει κάποτε εκείνες τις ανέκδοτες ''Διφωνίες'' του Χατζιδάκι και της Δημητρούκα με τις φωνές του Λιούγκου και του Λέκκα! Αν αυτό το έργο ήταν ''Το Άξιον Εστί'' του Μίκη και του Ελύτη, ο Γεροντίδης θα ήταν ο Μπιθικώτσης και ο Μπουγιώτης ο Δημήτριεφ, για να καταλάβουν και οι λιγότερο μυημένοι μουσικόφιλοι - αναγνώστες του κειμένου μου.
Το διάχυτο χατζιδακικό πνεύμα δε μπόρεσε να το αποφύγει ο Κραουνάκης στα δικά του τραγούδια - και δεν υπήρχε λόγος να το αποφύγει κιόλας, δεν μιλάμε για κάνα σκόπελο, αλλά για αναφορές, αγάπες και βιώματα! Με εντυπωσίασε που σε κάποια τραγούδια έγινε τόσο Ισπανός και τόσο Έλληνας ταυτόχρονα! Εκεί που πήγαινε να ξεπέσει σε ισπανικά φολκλορικά τερτίπια, την εύκολη δηλαδή λύση για κάθε επίδοξο μελοποιό του Lorca, νάσου ξεπρόβαλλε το ταλέντο του, παρουσιάζοντας τελικά τραγούδια, τα οποία - να μου το θυμηθείτε - θα λειτουργήσουν μια μέρα σαν μυστικοί κώδικες επικοινωνίας με μια μέγιστη ποιητική φωνή. Εύχομαι και προσδοκώ να δισκογραφηθεί πάραυτα η συγκεκριμένη εργασία του Κραουνάκη με τον Μπουγιώτη, τον Γεροντίδη και τους μουσικούς τους. Είναι ωραίο που είχαμε την τύχη να τα ακούσουμε πρώτοι σε μία σύμπραξη μουσικής και θεατρικής τέχνης και να εισπράξουμε το παν του ελαχίστου, το μεγαλείο της απλότητας τους. Είναι ωραίο, ακόμη, να διαπιστώνουμε πως κάποτε ο Πειραιώτης ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης (1940 - 1991) μετέφρασε τους στίχους του Lorca, ορμώμενος από το δικό του καβαφικό duende που εδεχομένως να του στέρησε την ίδια τη ζωή του - γι' αυτό και μόνο η εργασία του Αγγελάκη στην αντίστοιχη εργασία του Lorca σηματοδοτεί ισάξια ποιητική αποπερατωμένη πράξη. Βγαίνοντας από το Θέατρο Τέχνης έγινε αυτό με το οποίο ξεκίνησα τούτο το κείμενο: Εισήλθαμε σε μία άχαρη κατάβαση στον Άδη της καθημερινότητας του ο καθένας, χαμογελάσαμε γλυκόπικρα, παραμυθιαστήκαμε με μια μουσική ομιλία που πάντα αποζητούμε και δεν τη βρίσκουμε έτσι πού'χουμε γίνει. 
Η παράσταση ''Duende'', ακόμη κι αν δεν ξεκαθαρίζει τι σημαίνει τελικά η συγκεκριμένη λέξη, διαθέτει ολόκληρη duende, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο ενενηκοστό λεπτό. Μεταδίδει τη μαγεία του Lorca με τέτοια δυναμική και τέτοια αγνότητα, που πηγάζουν από την πληθωρική προσωπικότητα του Κραουνάκη και την αγωνία του να φωτίσει τη δική μας γλώσσα. Το ταλέντο του Κραουνάκη δεν επιδέχεται ετικέτες και δεν τον υποχρέωσε ποτέ να διαλέξει. Ανέκαθεν διευρυνόταν και τώρα είναι αναμφισβήτητο πως του χαρίζει ένα ακόμη άλμα στη μακρά σταδιοδρομία του. Σ' ευχαριστούμε, Σταμάτη Κραουνάκη! Σ' ευχαριστούμε, Χρήστο Γεροντίδη και Κώστα Μπουγιώτη! Το ''Duende'' εγώ κατάλαβα πως σημαίνει Ψυχή κι απ' αυτήν η δουλειά σας έχει ολόκληρα αποθέματα!

Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2018

Να ημερώσουμε τον Αλλότριο μαζί με την Κυρά της Ρω - Φωτεινή Μπαξεβάνη

Η Κυρά της Ρω είναι μία συγκλονιστική παράσταση! Μία παράσταση που δεν είναι δυνατόν να αφήσει ασυγκίνητο τον καθένα θεατή για ξεχωριστούς λόγους: Καθώς η ''ηρωίδα'' αφηγείται τον βίο της, άλλος ταυτίζεται με τη γονεϊκή απώλεια και άλλος με τη συζυγική, άλλος πάλι αναμετριέται με την ιστορία του τόπου του, αλλά και με τα πιο ουσιώδη πατριωτικά συναισθήματα του. Ενώ δηλαδή εύκολα μια τέτοια παράσταση θα μπορούσε φύσει και θέσει να ξεπέσει σε εθνικιστικές κορόνες, είναι τόσο προσεγμένο το κείμενο του συγγραφέα Γιάννη Σκαραγκά με αποτέλεσμα μπροστά στα μάτια μας να παρουσιάζεται η ιστορία μιας γυναίκας, ενός σημαντικού συνανθρώπου μας και όχι μιας γυναίκας - ιδέας, που μπορεί και να υπήρξε η Κυρά της Ρω. Θέλω να πω ότι το θέμα της ελληνικής σημαίας που ανεβοκατέβαζε η συγκεκριμένη γυναίκα σε ένα νησάκι της ακριτικής Ελλάδας για άλλους μπορεί να είναι το πλέον συγκινητικό στοιχείο της ύπαρξης της. Για τον Σκαραγκά, ωστόσο, καθώς και για μένα και για άλλους, υποθέτω, περισσότερο ενδιαφέρον έχει το κείμενο καθ'αυτό, πόσο μάλλον όταν στο μεγαλύτερο μέρος του βασίζεται σε μυθοπλασία και όχι σε ντοκουμέντα. Η Δέσποινα Αχλαδιώτη δεν ήταν Φιλιώ Χαϊδεμένου, που έζησε ως τα 107 της και πρόλαβε σε βαθιά γεράματα να δώσει πολλές συνεντεύξεις. Μία συνέντευξη της υπάρχει μόνο στον Φρέντυ Γερμανό και μερικές μαρτυρίες των κατοίκων του Καστελόριζου που πέρασε το πιο μεγάλο κομμάτι της ζωής της, απέναντι από τη Ρω. Υπό αυτή την έννοια, το βιβλίο που έγραψε γι' αυτήν ο Σκαραγκάς είναι ένας άθλος! Ένα καθ'όλα ποιητικό κείμενο που άλλοτε διαβάζεται - ακούγεται - βλέπεται σαν λαογραφικό εγχειρίδιο, σαν μια καταγραφή της ελληνικής ιστορίας του 20ου αι. επίσης, όπως και σαν μια πολύτιμη συλλογή ανθρώπινων λαϊκών ψυχολογικών αντιδράσεων που σήμερα τείνουν να εκλείψουν, έτσι αψυχολόγητη, σκληρή και βιομηχανοποιημένη που έγινε η εποχή μας. Όταν η Κυρά της Ρω αφηγείται τη ζωή της μεταφέρεσαι στο σπίτι σου στο χωριό και στον τοίχο σου ξαναβλέπεις το παλιό μπατίκ της γιαγιάς σου. Είναι τόσο έντονο και ''ζωντανό'' το κείμενο που προσφέρεται για ένα ταξίδι με χρονομηχανή μαζί με το δάκρυ, το γέλιο, την απώτερη συγκίνηση των επίδοξων ταξιδιωτών. 
Η Φωτεινή Μπαξεβάνη, μαυροντυμένη και επιβλητική, σαρώνει τη σκηνή, πατώντας πάνω στο μινιμαλιστικό εμπνευσμένο ντεκόρ, συνοδεία ενός μόνο τσελίστα, που καθισμένος στο ημίφως, παίζει άλλοτε ήχους θαλασσινούς και άλλοτε σκοπούς της νησιώτικης Ελλάδας. Η Μπαξεβάνη σε ορισμένα σημεία μοιάζει να παραληρεί, μεθυσμένη από τον πόνο που βίωσε ο χαρακτήρας της. Κλαίει για το καταβύθισμα στην προσωπική της μοναξιά - τη δική της ή της ηρωίδας, θα σας γελάσω, καθώς παίζει με τέτοια αφοπλιστική αμεσότητα! Η Μπαξεβάνη επί σκηνής θυμίζει Κλυταιμνήστρα πεταμένη στα σκοτεινά ανάκτορα των Μυκηνών. Κι όταν στο τέλος έρχεται μπροστά - μπροστά, σαν να βλέπει τους θεατές καταπρόσωπο, λέει πως η σημαία της Ελλάδας φτιάχτηκε από κυριακάτικα τραπέζια της χαράς. Ούτε από γαλάζιο, ούτε από Εσταυρωμένους και όλα τα συναφή. Δεν κουρελιάζεται εύκολα η σημαία αυτή, δεν μπορεί δηλαδή να κουρελιαστεί. Και τότε η Φωτεινή Μπαξεβάνη μοιάζει με δέντρο ελιάς ριζωμένο βαθιά στη γη! Το φως σβήνει, η παράσταση τελειώνει κι εγώ βγαίνοντας σαν να άκουσα τη φωνή της εξίσου ανεμοδαρμένης Φλέρυς Νταντωνάκη, να μου λέει: ''Τότε τι τραγούδησα τα βράδια, να ημερώσουμε τον Αλλότριο μαζί με την Κυρά της Ρω''...