Δευτέρα, 27 Νοεμβρίου 2017

Το ''Lines'' είναι η καλύτερη ταινία του Βασίλη Μαζωμένου

Από το Αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού του Έκτορα Λυγίζου μέχρι το Ένας άλλος κόσμος του Χριστόφορου Παπακαλιάτη, οι ταινίες με θέμα την κρίση στην Ελλάδα που έχουν γυριστεί είναι αρκετές, διαγράφοντας μια ξεχωριστή πορεία στο εξωτερικό. Έτσι συμβαίνει και με το Lines (Γραμμές), την τελευταία ταινία του Βασίλη Μαζωμένου, ενός ιδιαίτερου σκηνοθέτη που μοιάζει εδώ και χρόνια, όχι τώρα δηλαδή, να μην τον ενδιαφέρει η λογική της ''αγοράς'', παρά μόνο να εκφράζει κάθε φορά το καλλιτεχνικό του όραμα. Δύσκολος δρόμος, μοναχικός και ενίοτε επώδυνος, αλλά γι' αυτό κιόλας χαρακτήρισα τον Μαζωμένο ''ιδιαίτερο σκηνοθέτη'' με δημιουργίες ιδιοσυγκρασιακές ή εγκεφαλικές ή ποιητικές ή ποιητικίζουσες ή βάλτε όποια ταμπέλα θέλετε. 
Δεν αξιώθηκα να δω το Lines στο Τριανόν που παιζόταν, λόγω των πολλών επαγγελματικών μου υποχρεώσεων την περασμένη εβδομάδα. Είχα την ευκαιρία, όμως, να το δω και να το ξαναδώ στο διαδίκτυο, προσέχοντας κάθε λεπτομέρεια στην αφήγηση, στο πλανάρισμα και στις ερμηνείες του πολυπρόσωπου cast. Ας ξεκινήσω από τη αφήγηση: Η φωνή ενός υπαλλήλου στις Γραμμές Βοηθείας είναι ο συνδετικός κρίκος σε εφτά μικρού μήκους ιστορίες που συνθέτουν το παζλ της ζοφερής, καφκικής σχεδόν, κατάστασης στη σύγχρονη Ελλάδα. Φωνή αποστασιοποιημένη που δεν σκορπίζει τη ζεστασιά στις καρδιές των τσακισμένων ηρώων των ιστοριών, αλλά εντείνει το δράμα τους και ταιριάζει στην εντέλεια με όσα παρακολουθούμε. Ένας άντρας φροντίζει την καρκινοπαθή σύντροφο του στην ταράτσα ενός κτιρίου, αφού έχουν καταντήσει ανέστιοι. Μία γιάπισσα γνωρίζει το πιο σκληρό πρόσωπο των εργοδοτών της, αλλά πληρώνεται στην ουσία με το ίδιο νόμισμα, θύμα κι αυτή ενός βάρβαρου καπιταλιστικού συστήματος. Ένας επιχειρηματίας, που εμπορεύεται αντίγραφα αρχαιοελληνικών αγαλμάτων συνειδητοποιεί απεγνωσμένα πως η κατάσταση που βιώνει στη σημερινή Ελλάδα δεν έχει καμία σχέση με τα ένδοξα αρχαία χρόνια της. Ένας ΜΑΤατζής βιώνει την προσωπική υπαρξιακή του κρίση εν ώρα καθήκοντος, δοκιμάζοντας τις αντοχές του σε μία οριακή κατάσταση. Ένας παππούς δεν λέει παραμύθια στον μικρό εγγονό του, ούτε παίζουν σε μια βουνοπλαγιά της ελληνικής επαρχίας, αντιθέτως μαζεύουν σιδερικά από τους δρόμους εκφράζοντας το θλιβερό παρόν και μέλλον του τόπου. Ένας αγρότης γυρίζει την πλάτη στις κοινοτικές οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ανυπότακτος και δεμένος με τη γη του, στην ουσία μόνος και απελπισμένος. Τέλος, το διάγγελμα του Έλληνα Πρωθυπουργού προς τον ελληνικό λαό δεν είναι τίποτα άλλο από τη συνειδητοποίηση πως όλα έχουν πάρει το δρόμο της καταστροφής χωρίς κανένα έλεος και καμία θεϊκή ευσπλαχνία. 
Στο Lines τίποτα δεν είναι τυχαία τοποθετημένο και ο Μαζωμένος μας λέει στα ίσα, πάντα με τον δικό του τρόπο, πως πρόκειται για ένα έργο - project ζωής. Από τα πρώτα λεπτά πετυχαίνει να δημιουργήσει ατμόσφαιρα και να καθηλώσει τον θεατή σε έναν κόσμο μηδενιστικό, αλλόκοτο ενίοτε, σαν να ''βράζει'' από κάτω ένας μεγάλος σεισμός που θα διαλύσει τα πάντα και για πάντα. Με μια άρτια γεωμετρία των πλάνων και μία εξίσου άρτια καλλιτεχνική διεύθυνση, με τους διαστημικούς ήχους - υπόκωφους κρότους των DNA και μια άρια του Purcell, με μία ηθελημένα ψυχρή φωτογραφία και φυσικά με ορισμένες εξαιρετικές ερμηνείες από τους ηθοποιούς του, ο Μαζωμένος δεν κάνει ένα μονοδιάστατο σχόλιο για την κρίση, σπονδυλωτό έστω, αλλά φτιάχνει ένα ψυχογράφημα των ''ηρώων'' του, των βουτηγμένων στην προσωπική τους Κόλαση. Πόσο αδόκιμη είναι η λέξη ''ήρωες'' για τα πρόσωπα των ιστοριών του! Πόσο ''ήρωες'' να είναι δηλαδή άνθρωποι που καθ'όλη τη διάρκεια της ταινίας αποφαίνονται θύματα των αριθμών, των ομολόγων, των τραπεζών δίχως σπίτι, δουλειά, ασφάλεια, αξιοπρέπεια και συμπόνια; Τα αργά πλάνα με τις κινήσεις του φακού απόλυτα μελετημένες αποκαλύπτουν κάθε φορά ένα στοιχείο των σύντομων σύγχρονων τραγωδιών και συντελούν στην απόλυτη απαισιοδοξία για όσους γνωρίζουν, αλλά και για όσους δεν γνωρίζουν και θα μάθουν, στο εξωτερικό κυρίως. Υπό αυτή την έννοια το Lines, πραγματικά, μοιάζει σαν το πιο έγκυρο αστυνομικό δελτίο ή, για να είμαι ακριβής, το δελτίο αυτοκτονιών που βιώσαμε και βιώνουμε στην Ελλάδα των τελευταίων ετών, απαθείς και ανήμποροι όλοι μας, βουτηγμένοι κι εμείς στους μικρόκοσμους μας.
Υπάρχουν ευρήματα που συνδέουν τις ιστορίες μεταξύ τους: Στην πρώτη ιστορία, λόγου χάριν, ακούμε από την εκφωνήτρια πως επίκειται πρωθυπουργικό διάγγελμα, κάτι που μας πηγαίνει αυτομάτως στην τελευταία ιστορία. Υπάρχει επίσης μια πρόταξη της σεξουαλικής μηχανικής πράξης που εκφράζει απλά και μόνο την εκτόνωση μέσα από τακτικές μάλλον ανορθόδοξες γι' αυτή τη ζωτική ανθρώπινη λειτουργία. Υπάρχει κι ένας διάχυτος σουρεαλισμός που συγχέει τα όρια φαντασίας και πραγματικότητας, μυθοπλασίας και ντοκιμαντέρ, ονείρου και εφιάλτη σε ένα ήρεμο κοκτέιλ λίγο πριν την έκρηξη. Το Lines είναι γροθιά στο στομάχι και ο δημιουργός δεν κάνει ''παραδοξότητα για την παραδοξότητα'', δεν είναι εστέτ, δεν αυτοβαυκαλίζεται. Αντλεί και πάλι έμπνευση από τη ζώσα πραγματικότητα και ανασυνθέτει ένα κλίμα σήψης με μία πρωτόγνωρη αίσθηση που αγγίζει τον μεταφυσικό νατουραλισμό. Το Lines είναι η καλύτερη ταινία του Βασίλη Μαζωμένου που δεν κάνει τον θεατή να περάσει καλά - αυτό είναι το μόνο σίγουρο! Βλέπεται, όμως, όπως διαβάζεται και το Πεθαίνω σαν χώρα του Δημήτρη Δημητριάδη, έργα δηλαδή συγκλονιστικά μιας βίαιης κινηματογραφικής και λογοτεχνικής γραφής αντιστοίχως. Στην Ελλάδα του Καζαντζάκη - καρτούν, όπως έγραψε ο Άκης Καπράνος, της μπαλαφάρας και του pr, όπως λέω εγώ τώρα, ταινίες σαν το Lines τιμούν την εγχώρια κινηματογραφία και δεν υποτιμούν τη νοημοσύνη των θεατών. Διότι κι οι θεατές ενδέχεται να είναι ακριβώς σαν τα πρόσωπα των ιστοριών. Μόνοι και απελπισμένοι. 

Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017

Μια συνέντευξη γνωριμίας με τον διακεκριμένο τραγουδοποιό, βιολιστή και ερμηνευτή Παναγιώτη Λάμπουρα

Δεν πάνε πολλοί μήνες που η Έλλη Πασπαλά με ειδοποίησε να πάμε να δούμε το live ενός καλού μαθητή της σε έναν μικρό χώρο. Ήταν του Παναγιώτη Λάμπουρα, τον οποίο όλως τυχαίως είχαμε ξεχωρίσει μαζί με τη Λένα Πλάτωνος μια μέρα που ακούσαμε από το YouTube τον ''Βράχο'', το κομμάτι του που είχε διακριθεί στους Αγώνες της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών. Εκτιμώ τον Λάμπουρα, αν και στην αρχή είχα ενστάσεις για το όνομα του από καλλιτεχνικής άποψης. ''Αν ήσουν ρεμπέτης, θα ήταν μια χαρά'' του είχα πει κάποτε και του ίδιου, αλλά το πήρα γρήγορα πίσω, καθώς στην ουσία της τέχνης δεν παίζουν και πολύ μεγάλο ρόλο τα ονόματα. Ο Λάμπουρας, άλλωστε, κάνει εδώ και χρόνια τα δικά του: Αυξάνει το κοινό του στα live του, γράφει και παρουσιάζει το υλικό του, συνδυάζοντας μιαν άψογη σκηνική εμφάνιση τραγουδιστή και βιολιστή. Ήμουν σίγουρος πως θα είχε καλό δημόσιο λόγο και πως θα άξιζε μια συζήτηση - συνέντευξη μαζί του. Με καινούργιο τραγούδι στις αποσκευές του, τα ''Μεσάνυχτα'' σε ενορχήστρωση και παραγωγή Γιώργου Ανδρέου, τον συνάντησα λίγες μέρες πριν το live του στον Σταυρό του Νότου Plus από κοινού με τον συνάδελφο του, νέο τραγουδοποιό Ηλία Μαυροσκούφη.
Σε γνωρίσαμε μέσα από τους Αγώνες Τραγουδιού της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών, όπου ένα κομμάτι σου διακρίθηκε. Πες μου ακριβώς, ποια διάκριση πήρες;
Το κομμάτι ήταν σε δικούς μου στίχους, μουσική, ενορχήστρωση και ερμηνεία και απέσπασε εύφημο μνεία για τα δύο τελευταία. Δεν πήρε κάποιο βραβείο, αλλά για μένα η όλη εμπειρία ήταν συγκλονιστική. Το να βρίσκεται ένας νέος καλλιτέχνης στην κεντρική σκηνή της Στέγης με τόσο μεγάλο κοινό από κάτω, είναι κάτι σχεδόν σοκαριστικό. Όταν συμβαίνει, δε μπορείς να το καταλάβεις...Εγώ δεν έχω σχεδόν μνήμη από εκείνη τη βραδιά. Θυμάμαι μόνο τον προβολέα και το να τραγουδάω ενστικτωδώς. 
Τυχαία όμως δεν βρίσκονται όλοι εκεί. Κι εσύ θά'χες κάνει τις σπουδές σου, θά'χες ετοιμαστεί.
Για τους Αγώνες έμαθα τυχαία από μία φίλη, σπουδαία μουσικό, μέλος της Κρατικής Ορχήστρας στη βιόλα. Σπούδαζα στην Ολλανδία τότε, έκανα κλασικές σπουδές στο βιολί. Μου έστειλε, λοιπόν, ένα μήνυμα ότι γίνονται οι τάδε Αγώνες και θέλουν τρία τραγούδια. Της εξήγησα ότι δεν είχα χρόνο, αλλά ούτε καν ένα τρίτο κομμάτι, το οποίο τελικά ήταν ο ''Βράχος'' που διακρίθηκε. Ευτυχώς οι Αγώνες πήραν παράταση μία εβδομάδα.
Κάτι που γίνεται πάντα στις προκηρύξεις.
Ακριβώς. Με βοήθησε πάρα πολύ αυτό σε γραφειοκρατικό επίπεδο. Έπρεπε να πάω στη Χάγη να συμπληρώσω έντυπα κ.λπ. ώστε να έστελνα το κομμάτι. Αυτό ήταν όλο πρακτικά. 
Η ερώτηση μου είχε να κάνει περισσότερο με το μουσικό σου background.
Βρίσκομαι στο χώρο της μουσικής από τότε που με θυμάμαι, δεν ήταν η Στέγη η πρώτη μου φορά. Κατάγομαι από την Κέρκυρα, η μουσική είναι στο αίμα μας, παρόλο που κανένας από τους δικούς μου δεν είχε την παραμικρή σχέση. Στην οικογένεια μου είναι όλοι καλλίφωνοι και έχουν αίσθηση της καλής μουσικής, αλλά μέχρι εκεί. Ο αδερφός μου είχε ξεκινήσει βιολί πολύ παλιά, αλλά το παράτησε, ενώ εγώ συνέχισα.
Και οι σπουδές σου;
Έφυγα από την Κέρκυρα στα 18 μου και ήρθα στην Αθήνα. Πέρασα στο Πανεπιστήμιο του Πειραιά σε άσχετο κλάδο, τον οποίο ευτυχώς τελείωσα, πήρα το πτυχίο δηλαδή, χωρίς όμως να σταματήσω τη μουσική. Όταν πήγα φαντάρος, έχοντας σκάσει κι η κρίση εν τω μεταξύ, εκεί άρχισα να σκέφτομαι ότι ήταν η ώρα να την ''κάνω'' έξω.
Πήρες κάποια υποτροφία;
Όχι. Οι συνθήκες είναι διαφορετικές, εκεί τα δίδακτρα ίσως είναι λιγότερα από ένα Ωδείο. Αν θυμάμαι καλά, ήταν 1500 ευρώ το χρόνο τα δίδακτρα!
Βάλε όμως και τα έξοδα διαμονής και διατροφής.
Σε βοηθάει πολύ το κράτος εκεί. Παίρνεις επίδομα ενοικίου, επίδομα για τα μέσα μεταφοράς, βοηθάει τους φοιτητές το κράτος.
Από καθαρή περιέργεια: Πόσο δηλαδή σου κόστιζε η εκεί ζωή μηνιαίως;
Γύρω στα 700 ευρώ...Είχα το ποδήλατο μου, που μπορεί να το έπαιρνες ακόμα και με 20 ευρώ, ψώνιζα από τα πάμφθηνα σούπερ μάρκετ. Αναγκαστικά συγκατοικούσα με άλλα έξι άτομα, αν και άλλαξα πολλά σπίτια. Στην αρχή έμενα κοντά σε μια φάρμα, σε μία κυρία, και κάθε πρωί έλεγα καλημέρα στις αγελάδες. Μετά έμεινα κοντά σ' έναν άνθρωπο τελείως έξω απ' τη δικιά μου νοοτροπία.
Τι εννοείς ακριβώς;
Ήταν τρομερά βρώμικος και πάρα πολύ περίεργος με τη φασαρία. Μου έστελνε emails να μην κάνω φασαρία τα βράδια, ενώ δεν έκανα τίποτα. Ένα μήνα άντεξα εκεί και δεν έτρωγα μεσ' στο σπίτι, καθώς παίζει να ήταν ο πιο βρώμικος άνθρωπος που έχω γνωρίσει στη ζωή μου. Έμενα μαζί μ' άλλο ένα παιδί, το οποίο δεν έβλεπα ποτέ σχεδόν, αφού ήμουν όλη μέρα στη σχολή. 
Ήταν φθηνή ''λύση'', ας πούμε, το σπίτι του τύπου;
Η μόνη δυσκολία στο εξωτερικό είναι γενικά να βρεις φθηνό σπίτι. Αυτός, πέραν των άλλων, είχε μια λατρεία στη μουσική κι επειδή εγώ είχα φωτογραφία μου με το βιολί, λειτούργησε ως αβαντάζ. Μετά από κει έμεινα με άλλα πέντε άτομα, ήταν σαφώς καλύτερα, αλλά παρόλα αυτά μοιραζόμασταν ένα μπάνιο και μία κουζίνα. Το μεγαλύτερο μάθημα εργονομίας! Έπρεπε να χωρέσεις όλα τα υπάρχοντα σου σε ένα ράφι και να συνηθίσεις ότι ο άλλος θα αφήνει χάλια το νεροχύτη και θα σου λέει και ψέματα (γέλια). Όλο αυτό ήταν μια μεγάλη άσκηση σε σχέση με την Ελλάδα, η μέρα με τη νύχτα. Αν άντεχες εκεί, θα άντεχες σε πολλά άλλα πράγματα, φεύγοντας από τη θαλπωρή και τις ανέσεις και πηγαίνοντας να ζήσεις με άλλα άγνωστα άτομα.
Πόσο καιρό έμεινες έξω;
Κοντά δυο χρόνια. Γύρισα λίγο πριν τη Στέγη, Δεκέμβρη του 2014.
Σε έπιασε καθόλου κατάθλιψη εκεί;
Ναι...Περνούσα φάσεις που σκεφτόμουν τι θα κάνω. Η κατάσταση στην Ελλάδα δεν ήταν καλή. Ευτυχώς μελετούσα πάρα πολλές ώρες και δεν είχα το χρόνο να πολυσκέφτομαι την κατάσταση. Είχαν έρθει μια φορά κι οι γονείς μου και τους άρεσε, αφού η Ουτρέχτη είναι μια πολύ όμορφη και ήσυχη πόλη. Έμεινα και λίγο καιρό στο Ρότερνταμ, τελείως άλλη φάση. Κατάθλιψη με έπιασε, όταν κατάλαβα πόσο τυχεροί είμαστε στην Ελλάδα, με τα ωραία μας στοιχεία μεσ' στην άσχημη νοοτροπία μας. Όταν εκεί ήταν 11 το βράδυ και δεν είχες να πας πουθενά με 0 βαθμούς έξω, πως να μη σε έπιανε κατάθλιψη; Και μένα μ' αρέσει πολύ η νύχτα, όχι να βγαίνω έξω απαραιτήτως, αλλά να κάθομαι και μόνος μου.
Σε καταλαβαίνω. Είχα πάει προ 10ετίας στο Βόλενταμ της Ολλανδίας και έβλεπα αυτά τα σπιτάκια τους τα ωραία σε απόσταση το ένα απ' το άλλο κι έξω ήταν νύχτα απ' τις 5 το απόγευμα και αναρωτιόμουν πως ζουν αυτοί οι άνθρωποι...
Εκεί κατάλαβα, συναναστρεφόμενος πολλές εθνικότητες, πως οι άνθρωποι κουβαλάνε το κλίμα τους. Οι Βόρειοι, οι Σκανδιναβοί κ.λπ., είναι ψυχροί και το συνειδητοποίησα αυτό και στη μουσική τους. Μπορεί να ήταν τεχνικά τέλειοι, αλλά όταν άκουγες να παίζει ένας Ισπανός, ένας Τούρκος κι ένας Έλληνας, δεν θα σου έβγαζαν το ίδιο συναίσθημα με έναν Βόρειο. Είναι φοβερό πως η Τέχνη συνδέεται ακόμα και με το κλίμα των κοινωνιών.
Έκανες φίλους εκεί;
Κυρίως Έλληνες, ναι. Υπήρχαν πάρα πολλοί Έλληνες εκεί. Το πιο περίεργο απ' όλα ήταν που είχαμε ανακαλύψει στην Ουτρέχτη ένα κουτούκι. Έπαιζαν κάτι νεορεμπέτες και ήταν το μοναδικό μαγαζί που καπνίζαμε μέσα.  
Έλληνες οι νεορεμπέτες; Υπάρχει ένα ρεύμα ελληνικού ρεμπέτικου παιγμένο από Ολλανδούς μουσικούς και μπάντες.
Όχι, Έλληνες ήταν και κάθε Πέμπτη γίνονταν βραδιές ελληνικής μουσικής. Χαμός από κόσμο, όχι μόνο από Έλληνες, αλλά και ξένους φοιτητές που τους πηγαίναμε εμείς εκεί.
Μου κάνει εντύπωση που ακόμα δεν έχεις κάνει δίσκο και διοχετεύεις την ενέργεια στα live σου.
Προσπαθώ νά'μαι δημιουργικός, ακόμα και μ' αυτό το project που είχα ξεκινήσει με τους εγκαταλελειμμένους χώρους. Φτιάχνω τα τραγούδια μου, αλλά δεν υποστηρίζονται από κάποια εταιρεία κι αυτό είναι, ειλικρινά, συνειδητή επιλογή. Ενώ σαν άνθρωπος είμαι πολύ ανυπόμονος, στη δουλειά μου πιστεύω ότι πρέπει ν' ακολουθώ διαδικασίες ορισμένες. Τα τελευταία τρία χρόνια κάνω συνέχεια live και πρόσφατα ολοκλήρωσα ένα κομμάτι μου, τα ''Μεσάνυχτα'', σε συνεργασία με τον Γιώργο Ανδρέου. Νιώθω ότι το live είναι ο μόνος δρόμος που πρέπει ν' ακολουθήσει ένας σημερινός καλλιτέχνης. 
Είσαι από τους λίγους στην Ελλάδα, αν όχι ο μοναδικός, που παίζεις βιολί και τραγουδάς ταυτόχρονα. Σε ποιο απ' τα δύο δίνεις μεγαλύτερο βάρος;
Στην καθημερινότητα μου το μυαλό μου απασχολούν και τα δύο, αλλά πάνω στη σκηνή νιώθω πιο πολύ ερμηνευτής. Τραγουδάω και νιώθω το βιολί σαν ένα στολίδι. Δεν θα με έλεγα βιολιστή, ο οποίος τραγουδάει, αλλά από κει και πέρα ας με βλέπει όπως θέλει ο καθένας. 
Έχεις παρακολουθήσει κάποια παλιά ροκ συγκροτήματα, που είχαν βιολί; Οι Flock, οι It' s a beautiful day, οι Cockney Rebel, τέτοια ακούσματα...
Όχι. Το ηλεκτρικό βιολί δεν μ' αρέσει. Πιστεύω ότι, έχοντας εντρυφήσει στο κλασικό βιολί, υπάρχει πρόβλημα με τις μουσικές σκηνές. Μέσω του ήχου, ''παίρνουν'' απ' τη δόνηση και όχι απ' το φυσικό παίξιμο. Ακόμα και καλό μικρόφωνο να υπάρχει, εμένα δε με βολεύει, καθώς χρησιμοποιώ το βιολί σαν κιθάρα και σαν δεύτερη φωνή. 
Εσύ που ξέρεις, πες μου γιατί το βιολί θεωρείται το πιο δύσκολο όργανο στην εκμάθηση του.
Για πολλούς λόγους. Όλα τα όργανα είναι δύσκολα, απλά το βιολί ένα παραπάνω, αφού υπάρχουν μερικές συνισταμένες: Η τοποθέτηση του χεριού σου, ειδικά του δεξιού, για να παραχθεί ο σωστός ήχος. Το δοξάρι είναι η φωνή του οργάνου. Χρειάζονται χρόνια για να μάθεις να τοποθετείς τα χέρια σου, κατάσταση που αλλάζει. Στην κιθάρα υπάρχουν διαστήματα, στο βιολί όμως κανένας δε μπορεί να σου πει ''Εδώ είσαι, εδώ πρέπει να ακουμπάς τα δάχτυλα σου''.
Όποτε φτιάχνεις ένα τραγούδι, έχεις κατά νου το βιολί;
Ποτέ. Το βιολί είναι μια άλλη φωνή. Μπορεί να επηρεαστώ από τα ηχοχρώματα του, αλλά δε θα έλεγα ότι γράφω τραγούδι με βάση το βιολί. Μπορεί μια φράση να είναι μη μουσική, αλλά εμένα να μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρουσα. 
Αυτό δεν το καταλαβαίνω πολύ καλά.
Υπάρχουν λέξεις που μπορεί να είναι άσχημες μουσικά...
Όπως;
Αυτές που έχουν πολλά σύμφωνα. Η λέξη ''Ξεκαθαρίζω'', ας πούμε, είναι μία πάρα πολύ ''αντιμουσική'' λέξη. Θα μπορούσε να υπάρχει σε ποίημα, αλλά με τη μουσική θα υπήρχε πρόβλημα. Πάρε επίσης το ''Σ' αγαπώ'', που έχει μια μουσικότητα από μόνο του. Αυτή η αλληλουχία των λέξεων με γοητεύει, είναι σαν να υπάρχει μουσική πριν τη μουσική.
Πάρε και το τραγούδι ''Τυφλές ελπίδες'' του Πέτρου Δουρδουμπάκη. Οι στίχοι, αν τους διαβάζεις, δε λένε τίποτα ιδιαίτερο, η μουσική του όμως τους κάνει σημαντικούς και υπέροχους. 
Το τραγούδι αυτό είναι όλο μουσικό, συμφωνώ. Μου έρχεται στο νου κι ένα άλλο, τα ''Τραγούδια μου τ' αμερικάνικα'' του Ορφέα Περίδη. Ο τρόπος που έχει ντύσει τις πρώτες φράσεις, ''Όλο μεταφράζω στίχους'' κ.λπ., είναι φοβερός! Είμαι τεράστιος φαν του τραγουδιστή και τραγουδοποιού Περίδη, θέλω να μπορέσω να φτάσω κάποια στιγμή έστω και λίγο από το συναίσθημα που έχει. Η εσωτερικότητα του και η στάση του, τον έχουν τοποθετήσει πολύ ψηλά μέσα μου.
Ο Ορφέας είναι κι ένας ιδιαίτερος άνθρωπος με τις αγοραφοβίες του και τα δικά του...
Δεν έχει υποκριθεί κάτι άλλο, το χρησιμοποίησε αυτό για να κάνει τέχνη. Ο Περίδης είναι ο τροβαδούρος των εσωτερικών διαλόγων μας. Όταν τραγουδάει με την κιθάρα του, τραγουδάει στον εαυτό του.
Δώσε μου ένα χαρακτηρισμό για το ύφος των δικών σου κομματιών.
(σκέφτεται) Έχουν ένα παραδοσιακό και λαϊκό στοιχείο, αλλά σίγουρα δεν θα τα χαρακτήριζα έντεχνα. Δεν εντάσσονται στον ήχο από το '80 - '90 και μετά. Θα έλεγα ότι έχουν κάποια ρίζα.
Ρίζα δεν είναι και τα τραγούδια των προγενέστερων; Ο Μάλαμας, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου...
Σαφώς είναι, αλλά τα δικά μου κομμάτια έχουν και στοιχεία λυρικά, μπελ κάντο. Θα τα χαρακτήριζα σίγουρα, πάντως, μη ερωτικά.
Αντιερωτικά δηλαδή; Την πάτησες! 
'Οχι αντιερωτικά, αλλά θεματικά δεν έχω γράψει ποτέ τίποτα σε σχέση με τον έρωτα. 
Πως κι έτσι;
Θεωρώ ότι η τέχνη συνήθως αντικαθιστά κάτι μαγικό. Τον έρωτα πρέπει να τον βιώνεις, όχι να γράφεις γι' αυτόν.
Δεν γράφεις όταν είσαι ερωτευμένος;
(Με έμφαση) Ούτε καν! Είμαι πάρα πολύ χαρούμενος και προσπαθώ να το ζω, να παίζω.
Κι όταν χωρίζεις;
Όχι, ούτε πάλι. Εκφράζω αλλού τον πόνο μου. Κρατάω το αίσθημα της απώλειας, αλλά δεν διοχετεύω εκεί τους προβληματισμούς μου, άρα τους στίχους μου. Με απασχολούν περισσότερο ο χρόνος και ο φόβος. Επιπλέον, σαν να με ξενίζει όλο αυτό, έχει παραειπωθεί. 
Στην τέχνη όμως δεν δουλεύουμε με συνταγές. 
Δεν ξέρω πως να το εξηγήσω καλύτερα, είναι σαν το μυαλό μου να μου λέει ''Μην πας προς τα κει''...Όσο μεγαλώνω, καταλαβαίνω πως η τέχνη και τα τραγούδια δεν γίνονται όταν γράφονται, αλλά όταν ζυμώνονται στη συνέχεια. Γίνεται κάτι μαγικό και απλά την ώρα που πρέπει να γράψεις, πρέπει νά'σαι και ένας πολύ καλός φορέας. Δεν πρέπει νά'χεις την έπαρση της έμπνευσης της στιγμής, αλλά δεν θα είναι και έρμαιο το έργο σου. Αυτά τα πράγματα δεν τα μαθαίνεις απ' τη μια μέρα στην άλλη και ελπίζω να συνεχίσω να τα μαθαίνω. Μπορεί να λες ''Πω, πω, τι έμπνευση μού ήρθε'' και να μην έχεις τίποτα να πεις! Και, πάλι, μπορεί ένα πράγμα που απλά θα είσαι παρών και θα σου δημιουργεί μια δυνατή συγκίνηση, κάτι πολύ απλό, μια μνήμη από τον πατέρα σου, ξερωγώ, να σου βγάλει κάτι πολύ δυνατό! 
Κάθε άνθρωπος είναι διαφορετικός.
Σίγουρα, αλλά εμένα η τέχνη μέχρι στιγμής μέσα από τον έρωτα ή την ερωτική απώλεια, δεν μου αποδίδει στιχουργικά τουλάχιστον.
Ταυτίζεσαι με ένα τραγούδι που θ' ακούσεις;
Όχι, δεν το έκανα ποτέ. Μπορεί όταν είμαι καλά και χαρούμενος, αλλά με τη λύπη του έρωτα - πάμε εκεί πάλι - δεν θα ταυτιστώ.
Μήπως είσαι απλά φοβιτσιάρης ή φυγόπονος;
Καθόλου! Αντιθέτως είμαι ένας άνθρωπος που ψάχνει και προβλήματα, τα αναζητά, ένας εκ φύσεως υπεραναλυτικός άνθρωπος.
Εσύ πας τώρα στο άλλο άκρο, στον μαζοχισμό.
Δεν τό'χω ξεκαθαρίσει γιατί συμβαίνει. Ότι κι αν γινόταν, σε ότι κι αν έψαχνα, ποτέ δεν επιβράβευα τον εαυτό μου. Έπρεπε να παίρνω το χρόνο μου για να αφουγκράζομαι μία κατάσταση μέχρι να πω ''Πάμε στο επόμενο''. Δεν ξέρω πως σου φαίνονται όλα αυτά που ακούς.
Έχεις ωραίο δημόσιο λόγο, συμπεράσματα δε βγάζω, δεν είναι αυτή η δουλειά μου.
Κοίταξε, η τέχνη μπορεί να έρχεται να καλύψει ένα κομμάτι κάθε φορά, όχι απαραιτήτως θετικό.
Είσαι άνθρωπος μοναχικός;
Μέχρι τώρα υπήρξα άνθρωπος των μακροχρόνιων σχέσεων. Είμαι μοναχικός, αφού πρέπει να λύσεις πρώτα πολλά δικά σου θέματα για να συμβιώνεις με κάποιον άλλο άνθρωπο. Πιστεύω πολύ στη μοναχικότητα, αλλά όχι τη μίζερη, την καταναγκαστική! Πιστεύω ότι πρέπει νά'σαι παρών σε όλες τις καταστάσεις. Αυτό είναι το ζητούμενο, είτε είσαι μόνος σου, είτε με παρέα.
Μα ναι, είσαι, πως να στο πω...
Αντισυστημικός;
Ε, όχι κι αντισυστημικός, στους Αγώνες της Στέγης συμμετείχες...
(γέλια) Προσπαθώ να σε βοηθήσω!
Εννοώ πως είσαι κάπως μονόχνωτος - δεν το λέω υποτιμητικά - στην τέχνη σου. Δεν ανήκεις σε καμία παρέα κι αυτό το εκτιμώ πολύ, δεν σέρνεσαι πίσω από καμία εταιρεία...
Ακόμα κι η συνεργασία μου με τον Ανδρέου έγινε εκτός εταιρείας. Θεωρώ ότι όλο αυτό είναι μονόδρομος. Νιώθω σαν να καλούμαι να κάνω πολλούς ρόλους κάθε φορά, από το βίντεο που θα παίξει μέχρι την ενορχήστρωση και το κάθε όργανο από πίσω. Όταν πλαισιώνεσαι κι απ' άλλα άτομα, γίνεται ένα χάος απ' τις γνώμες και αποπροσανατολίζεσαι. Στις συνεργασίες μου όμως, αν και μοναχικός, ξέρω από πριν τι θέλω. Θα ήθελα οι συνεργάτες μου να έχουν μεγάλη φαντασία και να προσπαθούν να με πείσουν να μην κάνω αυτά που κάνω, να υπάρχει δηλαδή ένα όραμα που να μην αφορά μόνο την τέχνη μου. 
Μήπως θες να πατρονάρεις τους συνεργάτες σου κάπως;
Όχι πάντα, γιατί δεν έχω και τη δύναμη να το κάνω, για σκέψου το κι αυτό! Όταν επιλέγεις έναν άνθρωπο για να δουλέψεις μαζί του, πρέπει νά'σαι έτοιμος ότι ενδεχομένως να σου δώσει κάτι άλλο, το οποίο θα δεχτείς, ακριβώς διότι εσύ το επέλεξες. Στην ουσία επιβραβεύεις την επιλογή και το ένστικτο σου.
Υπήρξαν άνθρωποι που σε προσέγγισαν αμέσως μετά τη διάκριση σου;
(σκέφτεται) Μπορεί να έγινε μέσω μιας επικοινωνίας. Σε ένα live, ας πούμε, να προσέγγισε ο ένας τον άλλον, αλλά γενικά όχι, αν με ρωτάς αυτό. 
Τη συνεργασία με τον Γιώργο Ανδρέου να υποθέσω ότι εσύ θα τη ζήτησες.
Είχα ένα υλικό που ήθελα να το ακούσει ο Ανδρέου. Του το έστειλα, κάναμε μία συνάντηση και το θετικό είναι ότι μου έδωσε το έναυσμα να ξεκινήσουμε. Είναι σημαντικό για τους νεότερους να έχουμε feedback από έναν μεγαλύτερο κι εγώ τον Ανδρέου ανέκαθεν τον θαύμαζα. Τα ''Μεσάνυχτα'' είναι και το πρώτο μου τραγούδι με μια τέτοια παραγωγή, αφού έχω το κόλλημα, άπαξ και γίνεται κάτι ''official'', να γίνεται πολύ καλά! Ο Ανδρέου απ' την άλλη γράφει δύσκολα συνθετικά πράγματα, αλλά τα περνάει με έναν πολύ όμορφο τρόπο.
Συμφωνώ, ο Ανδρέου έχει ταυτότητα, ακούς κάτι δικό του και λες ''Είναι του Ανδρέου''! Για να κάνω όμως λίγο και το δικηγόρο του διαβόλου, μήπως η επιλογή ενός τέτοιου ονόματος ως συνεργασία θα λειτούργησε και ως δικό σου μεγαλύτερο βήμα προς τα έξω;
Όχι, γιατί το κομμάτι ενώ είναι λαϊκότροπο, ενορχηστρώθηκε από τον Ανδρέου με ένα πνευστό και ένα ακορντεόν. Του έδωσε μία άλλη διάσταση που δεν λαϊκίζει, επομένως δεν σκέφτηκα τέτοια πράγματα δημοσιοσχεσίτικα. Αναφέρομαι τώρα στο δημιουργικό κομμάτι, όπως αντιλαμβάνεσαι. Το κομμάτι είναι άλλης εποχής, έχει μια τέτοια αίσθηση, και δεν το λες αμιγώς λαϊκά. Το σκέφτηκε ο Ανδρέου και συμφώνησα πολύ μαζί του. Για να είμαι ειλικρινής, όμως, όλα γίνονται. Τώρα δούλεψα με τον Ανδρέου, μπορεί του χρόνου ή σε λίγα χρόνια να τα κάνω όλα μόνος μου ή με έναν άλλο συνεργάτη. Πιστεύω ότι η πράξη πολλές φορές υπερβαίνει την ίδια την ιδέα κι εδώ ξαναρχόμαστε σ' αυτό που είπες, ότι κινούμαι μόνος μου. Μ' αρέσει να υλοποιώ οτιδήποτε έρθει στο κεφάλι μου! Δε μπορώ να φανταστώ ότι θα είχα μια εταιρεία από πίσω που θα μού'λεγε ''Καλά, τι είναι αυτό τώρα, μπαίνεις και τραγουδάς με το βιολί σου μέσα σε ερείπια;'' Εγώ αυτό όμως αισθάνομαι, τη συνομιλία με το χρόνο! 
Πιο πολύ αισθάνεσαι συνθέτης ή τραγουδιστής;
Συνθέτης σε καμία περίπτωση! Αισθάνομαι τραγουδιστής, ακόμα και όταν παίζω βιολί. Η μετάδοση της μουσικής ισοδυναμεί με τραγούδι. Συνθέτης, επίσης, είναι πολύ βαριά κουβέντα. Εγώ συνθέτη θεωρώ τον Ξαρχάκο, τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι, τον Λοΐζο, τον Μαρκόπουλο - αυτοί είναι συνθέτες! Τώρα να βγω εγώ και να γράψω δέκα τραγούδια, εντάξει, είμαι απλά τραγουδοποιός, αλλά και πάλι...Ο ρόλος του συνθέτη είναι να ενορχηστρώνει, όχι να του έρχεται μια ωραία ιδέα και να την κάνει τραγούδι. Οι άνθρωποι αυτοί που ανέφερα, δώσανε μεγάλο αγώνα για να είναι συνθέτες, αφιερώθηκαν εκεί, δεν κάνανε τίποτα άλλο! Ούτε ποτέ βγήκαν τραγουδιστές, ούτε είπαν ''Κάνω αυτό'' και υπό αυτή την έννοια, κάνοντας κι εγώ πολλά πράγματα, δε θα μου βάλω την ταμπέλα του ''συνθέτη''. 
Τι feedback έχεις απ' τη δημοσιοποίηση του τραγουδιού;
Καλά σχόλια άκουσα. Τα ''Μεσάνυχτα'' πάντα πέρναγαν στον κόσμο και όλοι με ρωτούσαν στα live το πότε θα έβγαινε. Θεωρώ ότι είναι ένα εύκολο, αλλά όχι αβασάνιστο κομμάτι και περνάει εύκολα στο αυτί του άλλου.
Πόσο δύσκολο είναι να βρεις τον προσωπικό σου ήχο;
Σήμερα ειδικά πολύ δύσκολο, αλλά από κάπου πρέπει να ξεκινήσεις για να χαράξεις ένα δρόμο. 
Επί της παρούσης, ένας άλλος δρόμος, ο μόνος ίσως σήμερα, είναι το διαδίκτυο.
Πιστεύω πολύ στη δύναμη του διαδικτύου. Και στην επιμονή! Αυτός είναι ο δρόμος μου στα 30 μου χρόνια. Δεν πιστεύω στις φούσκες, αλλά σε έναν άνθρωπο που εκτίθεται και αναγνωρίζεται η δουλειά του. Έχει πολύ δρόμο πίσω του για να φτάσει ως εκεί. Τίποτα δεν είναι τυχαίο.
Πόσα live κάνεις συνήθως;
Τώρα θέλω να εστιάζω σε ποσοτικά λιγότερα, αλλά ποιοτικότερα live. Κοιτάζω απέναντι μου τώρα το πορτραίτο της Φλέρυς Νταντωνάκη και σκέφτομαι πόσα live να έδωσε αυτή άραγε στη ζωή της;
Άπειρα, από την Αμερική του '60 μέχρι τον Πύργο των Αθηνών του '80.
Σποραδικές εμφανίσεις, όμως.
Ναι, χωρίς να είναι αυτό που λέμε επαγγελματίας ή τραγουδίστρια καριέρας.
Τώρα που το λες αυτό, σκέφτομαι τους παλιότερους τραγουδιστές που τραγουδούσαν κάθε μέρα, που ζούσαν απ' αυτό, που ηχογραφούσαν κάθε μέρα. Εμείς τώρα δε θεωρούμαστε επαγγελματίες.
Μην το λες, η Ζουγανέλλη, ας πούμε, είναι επαγγελματίας, για να μην πάμε στους σκυλάδες με τα σταθμά της εποχής. Μπορεί να μην τραγουδάνε καθημερινά, λόγω συνθηκών, αλλά δεν τους λες ερασιτέχνες ή ανειδίκευτους. Κι εσύ που συμμετέχεις κατά καιρούς σε σχήματα στον Σταυρό του Νότου, επαγγελματίας λέγεσαι.
Δεν ζω όμως απ' αυτό!
Πληρώνεσαι γι' αυτό! 
Καταλαβαίνω πως το εννοείς, αλλά εγώ επαγγελματίες θά'λεγα τον Νταλάρα ή τη Βιτάλη. Πέρα απ' τη φωνή, σημασία έχουν τα τραγούδια που προτείνεις για νά'ρθει να σ' ακούσει ο άλλος. 
Πες μου, λοιπόν, για να κλείνουμε την κουβέντα, τι τραγούδια θα μας προτείνεις εσύ στο live σου!
Καταρχάς παίζουμε την Τετάρτη 29 Νοεμβρίου στον Σταυρό του Νότου μαζί με τον Ηλία Μαυροσκούφη, έναν ταλαντούχο τραγουδοποιό που γνωριστήκαμε στους Αγώνες Στέγης και ετοιμάζαμε εδώ και καιρό κάτι από κοινού. Θεωρώ ότι είμαστε και οι δύο πιστοί σ' αυτό που κάνουμε, δεν έχουμε αλλοιωθεί και ο ήχος μας οδήγησε σε μία κατάσταση λίγο πιο παραδοσιακή και ηλεκτρική ταυτόχρονα. Έχουμε μια υπέροχη μπάντα με εφτά άτομα επί σκηνής και το περιμένουμε πως και πως αυτό το live, ευελπιστώντας να μην είναι και το τελευταίο μας. 
Ο Μαυροσκούφης έχει υλικό δισκογραφημένο;
Έχει, όπως κι εγώ, μέσω της Στέγης και της έκδοσης των τραγουδιών που διακρίθηκαν. Αν το εννοείς μέσω εταιρείας άλλης, όχι.  
Έχετε κοινές μουσικές αναφορές;
Είμαστε εντελώς διαφορετικοί και γι' αυτό θέλαμε να κάνουμε μαζί live. Διαφορετικοί και σαν άνθρωποι, και σαν προσωπικότητες. Ο Ηλίας έχει πιο πολλές ροκ καταβολές, είναι πιο κουλ, πιο χαλαρός συγκριτικά με μένα που είμαι πολύ πιο αγχώδης.

Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

Πήγα στο ''Γοργόνες και Μάγκες''! Ή μήπως στη μπουζουκλερί του Γιάννη Πλούταρχου;

Έφτασα στο θέατρο Μπροντγουέι της Αγίου Μελετίου κατά τις 9 παρά, αφού η παράσταση θα ξεκινούσε στις 9 υποτίθεται. Περίμενα μέχρι τις 9.30 στην ουρά του ταμείου, οπότε και ξεκίνησε η παράσταση. Παρατηρούσα το κοινό εν τω μεταξύ: Νεολαία και γερουσία, λες και άνθρωποι μέσης ηλικίας, σαν και μένα, δεν ανήκουν στο target group του έργου. Παρεμπιπτόντως, στη διπλανή σκηνή με το έργο της Κάτιας Δανδουλάκη βάραγαν μύγες (Κρίμα, γιατί έχω ακούσει πολύ καλά λόγια). Ας μη σχολιάσω πως στο ταμείο δεν υπήρχε μηχάνημα POS για να παίρνουν οι άνθρωποι τα εισιτήρια τους με ηλεκτρονική κάρτα, τη στιγμή που αυτό γίνεται μέχρι και σε συνοικιακά περίπτερα. Τέλος πάντων, ας μπούμε μέσα στο θέατρο τώρα, διότι έχω πολλά να πω! 
Περίμενα να δω καμιά μεγάλη ορχήστρα, όπως διαφημίζεται στις αφίσες, αλλά τελικά διέκρινα τρεις - τέσσερις μουσικούς καταχωνιασμένους στα αριστερά της σκηνής. Ουδέν πρόβλημα, αφού η μουσική και τα τραγούδια αποδόθηκαν σωστά! Στη σκηνή εμφανίστηκε αμέσως το μπαλέτο από κορίτσια κι αγόρια μαζί με τον πρωταγωνιστή Θανάση Ευθυμιάδη και τον Γιώργο Γαλίτη στους ρόλους αντιστοίχως του Φαίδωνα Γεωργίτση και του Χρόνη Εξαρχάκου. Πιστεύω πως ναι μεν ο Ευθυμιάδης είναι ένας καλός ηθοποιός (χορεύει και το πιο ωραίο ζεϊμπέκικο επίσης), όμως είναι ώριμος πια για το ρόλο ενός νεαρού, όπως ήταν ο Γεωργίτσης στο φιλμ. Απ' την άλλη, ο Εξαρχάκος ήταν ο Εξαρχάκος και νομίζω πως παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του Γαλίτη, ενός εξίσου καλού κωμικού ηθοποιού, η σύγκριση ήταν αναπόφευκτη και η πλάστιγγα δεν έγειρε υπέρ του. 
Πιο πετυχημένη θεωρώ την επιλογή των γυναικών: Η Ζέτα Δούκα, ψηλή, εντυπωσιακή, αρχοντική, είχε το attitude της Μαίρης Χρονοπούλου και κατάφερε να μας τη θυμίσει ακόμα και με το παίξιμο της. Το ίδιο και η Μαρία Κορινθίου στο ρόλο της νησιωτοπούλας Μάρθας Καραγιάννη, γνήσια κωμίκα και ένα ολόδροσο κορίτσι - στο σημείο αυτό, παρόλο που δεν την γνωρίζω την κοπέλα, νιώθω την ανάγκη να την υπερασπίσω αναφορικά με τη χυδαία επίθεση που δέχτηκε από τα, ούτως ή άλλως, χυδαία κανάλια και τους εκπροσώπους τους: Ήταν - λέει - άσεμνα ντυμένη στο χορό του τέλους και φαινόταν υπέρ το δέον το πλούσιο στήθος της. Σε μιούζικαλ του Δαλιανίδη παίζει η Κορινθίου, όχι στη ''Φαλακρή τραγουδίστρια'' του Ιονέσκο, τι ήθελαν να φοράει; Σάμπως η Καραγιάννη το '67 που βγήκε η ταινία, ήταν ντυμένη καλόγρια των Ουρσουλίνων; Ξεχνάνε επίσης πως έβγαινε η Καραγιάννη σε μιαν άλλη ταινία του Δαλιανίδη, τους ''Κληρονόμους''; Τι αηδίες είναι αυτές, πόσο πια περισσεύει η υποκρισία στον τόπο αυτό και βάλλονται αδίκως άνθρωποι που απλά κάνουν τη δουλειά τους; 
Πάμε παρακάτω! Συνεπής στο ρόλο του Λάκη Κομνηνού είναι ο Γιώργος Βάλαρης, που υπογράφει τη σκηνοθεσία και τη διασκευή για θέατρο της παλιάς ταινίας. Εκείνος, όμως, που θεωρώ ότι κάνει πραγματικά την περισσότερη δουλειά μεσ' στην παράσταση είναι ο Παναγιώτης Πετράκης ως Βαγγέλης Σειληνός του 2017: Παίζει, χορεύει, τραγουδάει. Ηθοποιός - πολυεργαλείο! Το ότι τραγουδάει εξαιρετικά δεν είναι αμελητέο. Ισοπεδώνει τον άφωνο Γιάννη Πλούταρχο και γι' αυτό και μόνο του αξίζουν συγχαρητήρια! 
Για να μην αναφερθώ σε όλους τους ηθοποιούς - έχω ν' ασχοληθώ με άλλα... - θα πω λίγα λόγια μόνο για τα δύο πρεσβύτερα μέλη του θιάσου: Την Έφη Παπαθεοδώρου και τον Γιάννη Βογιατζή. Η Παπαθεοδώρου, που έγινε πολύ δημοφιλής από το τηλεοπτικό ''Παρά πέντε'' του Καπουτζίδη, υποδύεται την Αρχόντισσα του νησιού, μεταδίδοντας μιαν αγάπη και μια ζεστασιά στο κοινό. Ο ρόλος της ''μεγάλωσε'' συγκριτικά με το φιλμ, κάτι που δικαιολογείται από τη θεατροποίηση του. 
Το απόλυτο respect φυσικά πηγαίνει στον Γιάννη Βογιατζή! Σχεδόν δάκρυσα βλέποντας έναν άνθρωπο 92 ετών να αλωνίζει τη σκηνή απ' άκρη σ' άκρη και να λέει τις ατάκες του σαν ηθοποιός - νεούδι, όλο κέφι και πάθος για τη δουλειά του! Σκεφτόμουν πως ο Βογιατζής έχει παίξει στον ''Θησαυρό του μακαρίτη'' του Τσιφόρου, την πιο αγαπημένη μου παλιά κωμωδία, και χαιρόμουν που τον έβλεπα σε τόσο καλή φυσική και πνευματική κατάσταση. Ο χαρακτήρας που υποδύεται, ο Παναγής ο ταβερνιάρης, φυσικά άλλαξε: Στην ταινία ήταν ο αδερφός της Μάρθας Καραγιάννη, σήμερα είναι ο πατέρας της Μαρίας Κορινθίου - ωραία αλλαγή ειλικρινά! Θα σχολιάσω ωστόσο και πως πρέπει εκεί στο θέατρο να προσέξουν λίγο την εναλλαγή του ντεκόρ. Σε μια φάση λαχταρήσαμε! Ο Βογιατζής άργησε κάπως να τελειώσει την ατάκα του - δεν τον άφηνε και το χειροκρότημα του κοινού - με αποτέλεσμα να προλάβει στο τσακ να φύγει από τη σκηνή και να συγκρουστεί το σώμα του με τον κυλιόμενο τοίχο, ευτυχώς ελαφρά! Καλύτερα θά'ναι να περιμένουν να ακούγονται οι ατάκες όλων των ηθοποιών και μετά να μετακινείται το σκηνικό, διότι υπάρχει κίνδυνος, απ' ότι είδαμε, για τραυματισμούς...
Θα είμαι πολύ αυστηρός με τον Πλούταρχο τώρα! Λυπάμαι, αλλά το 90% του κοινού δεν πηγαίνει για να δει το remake μιας λατρεμένης του παλιάς ταινίας, αλλά για να ξεσαλώσει στον δημοφιλή λαϊκό αοιδό. Βλέποντας τον για πρώτη φορά σε απόσταση αναπνοής, απόρησα γιατί θεωρείται τραγουδιστής και γιατί ούρλιαζε ο κόσμος σαν σε παραλήρημα με την εμφάνιση του. Εντάξει, ρε μάγκες (μια και ήμασταν στο Γοργόνες και Μάγκες), κι εμείς αγαπήσαμε, αλλά δεν κάναμε έτσι...Όταν, επίσης, έχεις πάρει κιλά, φροντίζεις να μη φοράς θεόστενα κοστούμια που τονίζουν αυτήν ακριβώς την εμφανισιακή σου ιδιαιτερότητα - αυτό χωρίς καμία διάθεση χοντροφοβίας και γνωρίζοντας πόσο πολύ όλοι οι καλλιτέχνες του στυλ Πλούταρχου ποντάρουν στην εμφάνιση τους. Τέλος πάντων, το λιγότερο είναι αυτό! Θεωρώ ιεροσυλία να ακούω τα τραγούδια του Πλέσσα που σφράγισε ο μεγάλος Γιάννης Πουλόπουλος να ξεκοιλιάζονται κυριολεκτικά από τον Πλούταρχο - η αισθητική αυτών των δύο απέχει έτη φωτός, δε χωράει αμφιβολία. Κι αν πάλι, λόγω remake, έπρεπε να βγει ένας νεότερος ερμηνευτής, ας έπαιρναν ξερωγώ τον Κώστα Μακεδόνα! Αμ δεν πάει έτσι, γνωστό τοις πάσι! Δείξε μου το κοινό σου να σου πω ποιος είσαι και οι κυριούλες που κάθονταν στις πίσω θέσεις, μόνο ξύλο που δεν μας έριξαν, επειδή δεν χειροκροτήσαμε κατά την ηρωική άφιξη του ινδάλματός τους. Φταίει και ο Πλέσσας, όμως! Αυτή η λογική του ''δίνουμε παντού τα τραγούδια'', λυπάμαι και πάλι, αλλά δεν εξυπηρετούν την τέχνη του όποιου τραγουδιού, ούτε καν το λαϊκό αίσθημα. Εξυπηρετούν την ανάγκη να τα κονομήσουμε και μόνο αυτή...Τό'χει ανάγκη άραγε ο μέγας Πλέσσας αυτό; Επιπλέον, το διαπίστωσα ιδίοις όμμασι, ο Πλούταρχος ΔΕΝ είναι καλός τραγουδιστής, όσο και αν μας τον πέρασαν τα τελευταία χρόνια για το αντίθετο. Είναι το συμπαθές ομορφόπαιδο με τη μέτρια - μετριότατη φωνή που απλώς τα λέει, όχι καλύτερα από έναν ερασιτέχνη πάντως. Χαρακτηρίζω εντελώς απαράδεκτο το ότι η παραγωγή έστησε μια ολόκληρη παράσταση πάνω του! Ήταν σαν να πήγαμε σε συναυλία του Πλούταρχου και στα διαλείμματα της να είδαμε και λίγο Γοργόνες και μάγκες. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, του δόθηκαν και τραγούδια του Πλέσσα που δεν είχαν καμία σχέση με το φιλμ, όπως του Δάκη, της Ρένας Βλαχοπούλου και άλλων τραγουδιστών - ηθοποιών από τις ταινίες του Δαλιανίδη. Η κατάσταση εκτροχιάζεται στο τέλος, που η δράση του έργου τελειώνει και οι θεατές - φαν του αοιδού είναι έτοιμοι να πηδήξουν στη σκηνή και να χορέψουν μαζί του. Το θέατρο μετατρέπεται σε μπουζουκλερί, τόσο, ώστε αν ήταν σωστοί οι συντελεστές της παράστασης θα έπρεπε να αναγράφουν στις ρεκλάμες ''Μετά το τέλος του έργου ακολουθεί συναυλία του Πλούταρχου''. Να το ξέραμε, δηλαδή, να το γλιτώναμε όλο αυτό το μικροαστικό λαμέ γλέντι...Να μην πω και για το φινάλε που ο Πλούταρχος έβγαλε στη σκηνή τον Γιάννη Βογιατζή, παίρνοντας λίγη δόξα και από το δικό του χειροκρότημα; Ντροπή, ρε παιδιά, αν μη τι άλλο για τους υπόλοιπους επαγγελματίες και καλούς ηθοποιούς...
Είμαι τρομερά εξοργισμένος και δεν μπορώ να γράψω κάτι άλλο ειλικρινά! Θα ήταν άδικο ωστόσο να μην εξάρω την παρουσία της Άρτεμης Ματαφιά, μιας εξαιρετικής τραγουδίστριας, που ερμήνευσε το δύσκολο - λόγω α' εκτέλεσης - ''Άνοιξε πέτρα'' της Μαρινέλλας. Δεν τα έδιναν όλα τα τραγούδια σ' αυτήν και τον Πετράκη; Τι καλά που θα ήταν! Είπαμε, όμως, το Μπροντγουέι δεν γεμίζει από θιασώτες του Δαλιανίδη, αλλά από φαν του Πλούταρχου, οπότε οι παραγωγοί τρίβουν τα χέρια τους από ικανοποίηση. Εγώ πάλι παραγωγός δεν είμαι και τη γνώμη μου θα τη γράφω πάντα ελεύθερα! Εν κατακλείδι, η επιτυχία τέτοιων έργων, τύπου ''Μαντάμ Σουσού'' α λα Δήμητρα Παπαδοπούλου και ''Γοργόνες και μάγκες'' α λα Γιάννης Πλούταρχος, φανερώνει την έλλειψη ενός σύγχρονου θεατρικού ρεπερτορίου στη χώρα μας που θα ξεκουράζει και θα διασκεδάζει τον θεατή, διότι - κακά τα ψέματα - απ' αυτό έχει ανάγκη ο πολύς κόσμος και οφείλουμε να το σεβαστούμε. Πλέον θα είμαι πολύ καχύποπτος σε κάθε θεατρικό revival ενός παλιού έργου. Η παράσταση ''Γοργόνες και μάγκες'' είναι ένα και το αυτό με εκείνα τα άθλια κινηματογραφικά remakes του Ηλία του 16ου και των Γαμπρών της Ευτυχίας που επιχειρήθηκαν τα τελευταία χρόνια και έφαγαν κράξιμο. Κρίμα...Εν προκειμένω, θα τρίζουν τα κόκαλα του συχωρεμένου του Δαλιανίδη...
 * Στη selfie photo, με τη Μαρία Κορινθίου που είναι μια καλή κωμική ηθοποιός και μια κούκλα και να σκάσουν όλοι οι κομπλεξικοί και οι κουτσομπόληδες!

Πέμπτη, 23 Νοεμβρίου 2017

''Ο μικρός εγώ'' είναι ένας φόρος τιμής στον Κώστα Ταχτσή με σεβασμό, αλλά και παιγνιώδη διάθεση!

Η παράσταση ''Ο μικρός εγώ'' συνεχίζεται για τρίτη χρονιά (στο θέατρο Άλφα - Ιδέα φέτος), έχοντας αποσπάσει καλές κριτικές. Χθες κατάφερα να τη δω κι εγώ, αφού τελευταία έχω πάρει σβάρνα τα θέατρα σε καθημερινή βάση. Μάλιστα, ήθελα να δω το συγκεκριμένο έργο παρέα με την Πάολα Ρεβενιώτη, η οποία υπήρξε στενή φίλη του Κώστα Ταχτσή από τις αρχές της δεκαετίας του '80 και όλο ιστορίες μου λέει συχνά γι' αυτόν. Θα πω εξ αρχής ότι η παράσταση μου/μας άρεσε! Αυτό δηλαδή φάνηκε από τα δάκρυα που έτρεξαν ασυναίσθητα από τα μάτια μας τη στιγμή του τέλους: Ένα γυναικείο φόρεμα στη μέση μιας άδειας σκηνής και μια φωνή όλο απόγνωση που φώναζε το όνομα του νεκρού συγγραφέα! Το εγχείρημα δεν ήταν εύκολο: Μια συρραφή κειμένων του Ταχτσή από τα ''Ρέστα'' του και όχι μόνο, με σκοπό την αναπαράσταση επί σκηνής του βίου του, από τα παιδικά του χρόνια μέχρι την ενηλικίωση και βασικά τη σχέση του με τη γιαγιά, τη μάνα, αλλά και τον πατέρα του. Κάποιες επαναλήψεις θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί στο κείμενο και η παράσταση να διαρκούσε λίγο λιγότερο, αλλά αυτό το λέω εγώ, ένας μυημένος στο έργο του Ταχτσή θεατής. Για έναν οποιοδήποτε άλλο, η παράσταση λειτουργεί άψογα ως οδηγός της ζωής ενός καλλιτέχνη που ''φλέρταρε με την άβυσσο'', όπως ακούστηκε και κάποια στιγμή μεσ' στο έργο. 
Με ένα ντεκόρ αφαιρετικό (ένα σετ ξύλινων κουτιών που εξυπηρέτησαν τη δράση), με τον συνθέτη Σπύρο Παρασκευάκο να παίζει live στο πιάνο και το ακορντεόν τις όμορφες συνθέσεις του (σε φανερά χατζιδακικό ύφος με μία πρόταξη του λαϊκότροπου στοιχείου, που ''κόλλαγε'' πολύ, αν σκεφτούμε και το κείμενο του Ταχτσή για τον ''Σκληρό Απρίλη του ΄45'' του Χατζιδάκι), κυρίως, δε, με τις ερμηνείες όλων των ηθοποιών (εξαιρετικοί o Γιώργος Μακρής ως μικρός Ταχτσής και η Νατάσσα Σφενδυλάκη ως η πληθωρική και αεικίνητη γιαγιά του), ο ''Μικρός εγώ'' που έστησαν ο σκηνοθέτης Βασίλης Ανδρέου και η ομάδα Αίολος είναι ένα πραγματικό ντοκουμέντο για τον σημαντικό Έλληνα συγγραφέα, δοσμένο ευτυχώς όχι με διάθεση κλειδαρότρυπας, αλλά με σεβασμό και μια παιγνιώδη, στα όρια του χιουμοριστικού, διάθεση. Ήταν κι ένας έξυπνος τρόπος αυτός, αφενός διότι έτσι το ήθελε ο Ταχτσής μέσα από τα κείμενα του, αφετέρου διότι αρκετά δεινοπάθησε ο ίδιος στα 30 χρόνια που πέρασαν ήδη από το θάνατο του από θλιβερούς γραφιάδες του Τύπου και τηλεπαρουσιαστές. Ο ''Μικρός εγώ'' πάνω απ' όλα τιμάει τη μνήμη μιας ανατρεπτικής - απ' όλες τις απόψεις - περίπτωσης στα νεοελληνικά γράμματα και προτείνεται ανεπιφύλακτα! 

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

''Τι ζούμε;'' στο θέατρο Βέμπο: Συρραφή ανέκδοτων, αλλά όχι Επιθεώρηση!

Πήγα στην πρεμιέρα της επιθεώρησης με τίτλο ''Τι ζούμε;'' στο θέατρο Βέμπο χθες βράδυ και νόμιζα ότι θά'ναι καμιά παραστασούλα, αφενός διότι είχα ξεχάσει τις γκράντε παραγωγές που φιλοξενεί συνήθως το Βέμπο, αφετέρου διότι μού είχαν πει κι οι φίλοι μου να πάω να το δω για να στηρίξω νέους καλλιτέχνες. Anyway, το Βέμπο ήταν κατάμεστο σχεδόν και πολλές γνωστές τηλεπερσόνες τίμησαν την πρεμιέρα - μεταξύ αυτών, ο Μάρκος Σεφερλής, ο Τάκης Παπαματθαίου κ.α. Δεν είχα ιδέα ποιος είναι ο δημιουργός της παράστασης, ο Λάμπρος Φισφής, όπως δεν έχω ιδέα γενικώς τι παίζει με τους πάμπολλους stand up comedians που έχουν ξεπεταχτεί τα τελευταία χρόνια. Πάντως απ' το λίγο που έχω δει - και δεν αναφέρομαι στον Φισφή - δεν είναι και το καλύτερο μου με τις κρυάδες που ακούγονται και την εμφανή αγωνία του εκάστοτε stand up comedian να κάνει τη διαφορά απ' το σινάφι του. Το ''Τι ζούμε;'' δε μπορείς να το πεις επιθεώρηση, τουλάχιστον με την παλιά έννοια της κλασικής επιθεώρησης, που εκεί στόχευσαν οι δημιουργοί. Δεν το λες επιθεώρηση, όμως, ούτε και με την έννοια του Δελφινάριου, του Σεφερλή, του συχωρεμένου του Ψάλτη κ.ο.κ. Περισσότερο είναι μια συρραφή από ανέκδοτα, άλλα λιγότερο κι άλλα περισσότερο επιτυχημένα, τα οποία, αν ο Φισφής δεν τα τσίμπησε από πουθενά αλλού, βλέπονται απλώς ευχάριστα. Δε νομίζω πάλι πως ο Φισφής ενδιαφέρεται να κάνει τομή στην κωμωδία ή να αφήσει εποχή, που λένε. Να περάσει καλά ο κόσμος θέλει και αυτό το πετυχαίνει με έναν ανώδυνο μεν τρόπο, καθ'όλα όμως σεβαστό και ευτυχώς καλόγουστο. Στα σκετς που σκαρφίστηκε και παρουσιάζει, δεν θα ακούσεις βωμολοχίες, ομοφοβικά και σεξίστικα κλισέ. Αντιθέτως, μπορείς να εισπράξεις έως και μηνύματα οικολογικά κατά της σφαγής των ζώων κ.λπ., όπως και κατά του νεοπλουτισμού ή του καταναλωτισμού, δοσμένα όλα βέβαια με μιαν αφέλεια εφηβικού τύπου. Σπάνια αίσθηση για κωμική παράσταση, πιστέψτε με! 
Έφυγα δέκα λεπτά πριν τελειώσει η παράσταση, λόγω άλλης υποχρέωσης μου, άρα δεν μπορώ να γνωρίζω αν η πολιτική επικαιρότητα σχολιάστηκε. Με εξαίρεση, λοιπόν, την έναρξη της παράστασης, στην οποία σχολιάστηκαν τα κακώς κείμενα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - και όχι μόνο - με μια παραλλαγή του σαββοπουλικού άσματος Ας κρατήσουν οι χοροί, δεν άκουσα κανένα απολύτως άλλο πολιτικό σατιρικό comment από το θίασο. Μάλιστα, η ύπαρξη ενός κουκουλοφόρου που πυροβολούσε έναν - έναν τους ηθοποιούς (που είχαν τολμήσει να κάνουν πολιτική σάτιρα) στην αρχή, μάλλον υποδήλωνε την ατολμία του δημιουργού μπροστά σ' ένα τέτοιο ενδεχόμενο για τη συνέχεια. Έτσι και έγινε! Ανεκδοτολογικά νουμεράκια με μια χλιδή απ' την άποψη της παραγωγής, στο στόχαστρο των οποίων μπήκαν η μικροαστική μανία με τα ζώδια, η λειτουργία της δικαιοσύνης, η προσκόλληση στο διαδίκτυο, τα ριάλιτι, μέχρι και σάτιρα στην αεροπορική εταιρεία Ryanair που μετονομάστηκε σε Bryanair - ταξίδεψα πρόσφατα με Ryanair που με το ζόρι έφερναν ένα ποτήρι νερό και συμμερίστηκα τη σάτιρα! Αυτά τα ολίγα...Οι ηθοποιοί (Μ. Μαθιουδάκης, Γ. Αγγελόπουλος, Δ. Μακαλιάς, Α. Ούστα, Ζ. Ρούμπος, Γ. Σαρακατσάνης, Ε. Ψυχράμη) ήταν εξαιρετικοί στους σχηματικούς ρόλους τους, ο ίδιος ο Φισφής είχε ευφράδεια στο stand up comedy σόου του, αλλά ως εκεί. Επαναλαμβάνω, το ήξερα, δεν πήγαμε να δούμε Μολιέρο, ούτε καμιά σύγχρονη κωμωδία αξιώσεων και απαιτήσεων. Όσοι πιστοί προσέλθετε. Εμένα δεν είναι πολύ του γούστου μου...

Δευτέρα, 20 Νοεμβρίου 2017

Το ''Μια φωνή κι ένα ψέμα'' των Βασίλη Νικολαΐδη - Γιώργου Ξενία είναι ένα έξοχο δείγμα συγγραφικής και σκηνοθετικής μαεστρίας στο νεοελληνικό θέατρο

Η φωνή είναι του Κυρίου Α' που συνομιλεί στο τηλέφωνο με τον εραστή του για τελευταία φορά. Πιο ώριμος αυτός, πιο νέος ο άλλος, που τον άφησε για να παντρευτεί μια κοπέλα με δυνατότητες επαγγελματικής ανέλιξης. Ο Κύριος Α' δεν μπορεί φανερά να ξεπεράσει το χωρισμό. Κρύβει τους λυγμούς του, επιστρατεύει το χιούμορ του, μα η καρδιά του έχει γίνει χίλια κομμάτια. Η συνομιλία κλείνει με τον Κύριο Α' να φωνάζει Σ' αγαπώ και να κυλιέται στο πάτωμα. Το ψέμα είναι του Κυρίου Β', του νεότερου, που αποφασίζει να μην ξεκινήσει με ανειλικρίνεια τη νέα του ζωή δίπλα στην κοπέλα: Είχα μια σχέση μεγάλη κάποτε... Μα στο τέλος διστάζει. Με μια γυναίκα! της λέει και το έργο τελειώνει. 
Το ''Μια φωνή κι ένα ψέμα'' που παίζεται αυτόν τον καιρό στο black box του Αλκμήνη στα Πετράλωνα είναι ένα έξοχο δείγμα συγγραφικής και σκηνοθετικής ευφυΐας στο θέατρο. Καταρχάς είναι μία παραγγελία του σκηνοθέτη Βασίλη Νικολαΐδη στον συγγραφέα Γιώργο Ξενία για τη δημιουργία ενός έργου που θα συνέδεε τον ''Έμπορο της Βενετίας'' του Σαίξπηρ με την ''Ανθρώπινη Φωνή'' του Ζαν Κοκτώ. Πως έδεσαν όμως αυτά τα δύο έργα αρχικά στο μυαλό του Νικολαΐδη; Στον ''Έμπορο της Βενετίας'' ποτέ δεν αποσαφηνίζει ο Σαίξπηρ αν η σχέση του ώριμου Αντόνιο με τον νεαρότερο Μπασάνιο είναι ξεκάθαρα ερωτική, διότι - υπαινικτικά - είναι σίγουρα! Ο Αντόνιο είναι εκείνος, ο οποίος στηρίζει την επιλογή του Μπασάνιο να παντρευτεί μια πλούσια κληρονόμο, όσο κι αν η όλη κατάσταση τον οδηγεί ψυχολογικά στα τάρταρα. Στην ''Ανθρώπινη Φωνή'', πάλι, ο Κοκτώ θρηνεί τον χωρισμό του από τον νεαρό Ζαν Ντεμπόρ που τον άφησε στην πραγματικότητα για μια κοπέλα συνομήλικη του. Βάζει έτσι ως θεατρική πράξη μία μεγαλύτερη γυναίκα να μιλάει τελευταία φορά στο τηλέφωνο με τον εραστή της, ο οποίος την εγκατέλειψε για να παντρευτεί μιαν άλλη. 
Κι έρχεται τώρα ο Ξενίας κι αναλαμβάνει αυτό το παράτολμο εγχείρημα που εμπνεύστηκε ο Νικολαΐδης, φίλος του από τα παλιά. Το αποτέλεσμα δικαιώνει και τους δύο: Ο Αντόνιο του Σαίξπηρ και μαζί η Γυναίκα του Κοκτώ είναι ο ομοφυλόφιλος Κύριος Α' που πληγώνεται ανεπανόρθωτα από την προδοσία του Κυρίου Β'. Κι αν οι σκηνοθέτες όλα τα προηγούμενα χρόνια (όχι μόνο στην Ελλάδα) αγνοούσαν τεχνηέντως τον σαιξπηρικό έρωτα του Αντόνιο για τον Μπασάνιο, τον Κοκτώ τον είχε ξεμπροστιάσει ο ομοφοβικός κομμουνιστής Πολ Ελυάρ μέσα στην Κομεντί Φρανσέζ στο Παρίσι, στη γενική πρόβα της ''Ανθρώπινης Φωνής'': Αίσχος! Ο Κοκτώ απευθύνεται στον Ντεμπόρ με τα λόγια της ηρωίδας! Μ' αυτά τα λόγια ο Ελυάρ είχε κράξει τον Κοκτώ, χαρίζοντας του όμως ακόμη ένα σκάνδαλο στη μυθιστορηματική ζωή του. Βέβαια, τον Ξενία και τον Νικολαΐδη δεν τους ενδιαφέρει μονοδιάστατα ο τραγικός Κύριος Α', αλλά και εξίσου ο Κύριος Β'. Ο πρώτος συγκεντρώνει στο πρόσωπο του, όπως ήδη είπαμε, έναν ανδρικό χαρακτήρα του Σαίξπηρ και έναν γυναικείο του Κοκτώ. Ο δεύτερος, απ' την άλλη, είναι η ιστορική αλήθεια που κρατιόταν ως εφτασφράγιστο μυστικό εδώ και αιώνες, ειδικά στην περίπτωση του Σαίξπηρ. Προσωπικά βγάζω το καπέλο στον Νικολαΐδη για την όλη σύλληψη της ιδέας και στον Ξενία για την πραγμάτωση της! Αυτό, μάλιστα, είναι πρόταση για καινούργιο θέατρο, φτιαγμένο από δύο δημιουργούς που ζουν κυριολεκτικά μέσα στο θέατρο εδώ και πολλά χρόνια! 
Μια αριστοκρατική α λα Βισκόντι αισθητική διαπερνά την παράσταση καθ' όλη τη διάρκεια της με το σκηνοθετικό εύρημα δύο ξεχωριστών χώρων σε έναν: Την κρεβατοκάμαρα του Κυρίου Α' και το διαμέρισμα του Κυρίου Β' που είναι μαζί με τη σύζυγο του. Το λειτουργικό ντεκόρ του έμπειρου Γιάννη Μετζικώφ, ένα διακριτικό παιχνίδισμα με τους φωτισμούς του Μανώλη Μπράτση και ένα γαλλόφωνο τραγούδι του Kurt Weill που ηχογράφησε με τη φωνή του ο Βασίλης Νικολαΐδης (ο σκηνοθέτης του έργου και ουχί ο συμπαθής τραγουδοποιός των Αγώνων Κέρκυρας του Χατζιδάκι), φτάνουν και περισσεύουν για την σκηνική απόδοση αυτής της 70λεπτης ιεροτελεστίας, μέσα στην οποία επιτείνεται η κραυγή απόγνωσης του Κυρίου Α', περνώντας από την τελευταία συνάντηση του με τον Κύριο Β' στην ύστατη τηλεφωνική συνομιλία τους.
Τεράστιος ο Θανάσης Κουρλαμπάς στο ρόλο του Κυρίου Α'. Η επιλογή του συγκεκριμένου ηθοποιού από τον Νικολαΐδη με παρέπεμψε σε εκείνη την περίφημη δήλωση του Μάνου Χατζιδάκι για τον ερμηνευτή του, Ανδρέα Καρακότα, στα ''Τραγούδια της Αμαρτίας'' σε ποίηση Ντίνου Χριστιανόπουλου: Ήθελα έναν τραγουδιστή που να μην είναι καθόλου ομοφυλόφιλος...Θέλω να πω εν ολίγοις πως η επιλογή τόσο του Κουρλαμπά, όσο και του Κωνσταντίνου Αρνόκουρου, δύο ετεροφυλόφιλων σε ρόλους ομοφυλόφιλων, αυτομάτως κάνει τις ερμηνείες τους να είναι αποτέλεσμα συναισθηματικής φόρτισης και όχι προσωπικής εμπειρίας. Στην τελική αυτό είναι το θέατρο, η αναπαράσταση της ζωής και όχι η ίδια η ζωή κάθε φορά. Ο Κωνσταντίνος Αρνόκουρος υποδύεται τον Κύριο Β', έναν επιπόλαιο και μάλλον φιλόδοξο νέο με ειλικρινή ωστόσο συναισθήματα απέναντι στον Κύριο Α'. Στο ρόλο Εκείνης η Κική Σταυριανίδη που με στωικότητα πάει να βάλει τον Κύριο Β' μπροστά στις ευθύνες του, τις οποίες θα αποφύγει για μία ακόμη, ίσως την τελευταία, φορά. Το ''Μια φωνή κι ένα ψέμα'' των Βασίλη Νικολαΐδη - Γιώργου Ξενία είναι ένα αριστούργημα και αναμφισβήτητα η καλύτερη παράσταση LGBT θεματικής της σαιζόν που διανύουμε!

Σάββατο, 18 Νοεμβρίου 2017

Τα ανομολόγητα πάθη των ανθρώπων στο ''Fool for love'' του Sam Shepard, έξοχα δοσμένο από τον Γιώργο Οικονόμου και την ομάδα του στο θέατρο ΑΛΜΑ

Ο φίλος ηθοποιός Βασίλης Παλαιολόγος με κάλεσε χθες στην πρεμιέρα του έργου που παίζει αυτόν τον καιρό στο θέατρο ΑΛΜΑ, το Fool for love του Αμερικανού Σαμ Σέπαρντ (1943 - 2017). Θα πήγαινα ούτως ή άλλως, καθώς με ενδιαφέρει το σύγχρονο θέατρο - τό'χω ξαναπεί - και εκτιμώ πολύ το έργο του Σέπαρντ. Ανήμερα της επετείου του Πολυτεχνείου, λοιπόν, σε μια Αθήνα βροχερή και με τις πυροσβεστικές να πηγαινοέρχονται στα παρακείμενα Εξάρχεια, έβαλα το λονδρέζικο καρώ σακάκι μου και κατηφόρισα μόνος προς την Ακομινάτου στο Μεταξουργείο. Η παράσταση ξεκίνησε μία ώρα αργότερα, στις 10 δηλαδή το βράδυ, καθώς η σκηνή βρίσκεται στον 5ο όροφο του κτιρίου και δεν μπορούσαμε να ανέβουμε τις σκάλες με τα πόδια. Στον 2ο όροφο, βλέπεις, παιζόταν η παράσταση του Γιώργου Κιμούλη και τα...ποδοβολητά μας θα ήταν ενοχλητικά. Λογικό, το ίδιο θα απαιτούσα κι εγώ! Το ασανσέρ πάλι του θεάτρου μετά βίας χωρούσε τέσσερα άτομα, οπότε περιμέναμε όλοι υπομονετικά τη σειρά μας για να ανεβούμε και να πάρουμε τις θέσεις μας. 
Χθες έξω από το θέατρο ΑΛΜΑ με τον δημοσιογράφο - παρουσιαστή Ανδρέα Ροδίτη και τη σκηνοθέτιδα - ηθοποιό Στέλλα Χριστοδουλοπούλου
Η ώρα πέρασε ευχάριστα, αφού βρήκα έξω από το θέατρο τον φίλτατο Ανδρέα Ροδίτη και τη Γωγώ, τη γυναίκα του, πιάνοντας μια ωραία μεγάλη κουβέντα, η οποία συνεχίστηκε και μετά την παράσταση, όπως θα δούμε παρακάτω. Πάμε όμως στην πραγματικά καλή παράσταση που παρακολούθησα χθες: Ήταν από τις λίγες φορές που μπαίνοντας στο θέατρο το σκηνικό σε κέρδιζε και σε έμπαζε στο κλίμα του έργου, προτού ακόμη αυτό ξεκινήσει! Ένα δωμάτιο μοτέλ με παλιά ταπετσαρία - πατιναρισμένο όλο από τον σκηνογράφο Κώστα Βελινόπουλο και φωτισμένο ατμοσφαιρικά από τον Γιάννη Δρακουλαράκο! Εξαιρετική δουλειά, κανονική μεταφορά στην Αμερική της Δύσης των 80s! Ένα κομμάτι κάντρι ακούστηκε για λίγο, τόσο όσο έπρεπε, προτού οι τρεις από τους τέσσερις χαρακτήρες του έργου κάνουν την εμφάνιση τους: Ο Old man, η May και ο Eddie. Ο πρώτος κάθεται σε μια γωνιά με το καουμπόικο καπέλο του και ένα μπουκάλι ρούμι. Υπάρχει και δεν υπάρχει στην ουσία, έτσι όπως τον σχεδίασε ο Σέπαρντ. Ο Eddie έχει μόλις γυρίσει απ' έξω και η May, τρελή από ζήλια, ξέροντας πως ήταν με μια άλλη γυναίκα, αρχίζει τον καυγά. 
Η πάλη του ζευγαριού κορυφώνεται όταν η May λέει στον Eddie πως θα βγει ραντεβού με έναν άλλο άντρα, που γνώρισε εν τη απουσία του! Ο Old man παρεμβαίνει στη δράση και αποκαλεί τους δύο νέους ''παιδιά μου'', μα ακόμη δεν έχουμε συνειδητοποιήσει τι γίνεται. Ύστερα κι από την επεισοδιακή εμφάνιση του Martin, του δεύτερου άντρα στη ζωή της May, οι τρεις τους οδηγούνται σε ένα κανονικό σφυροκόπημα των νεύρων και ξεκινούν οι αποκαλύψεις, ικανές να σοκάρουν τους θεατές, που κρέμονται κυριολεκτικά απ' τα χείλη τους. Αν γράψω περισσότερες λεπτομέρειες θα φανερώσω το μεγάλο μυστικό τους και δεν θα ήταν σωστό. Μπορώ να πω μόνο πως είναι τέτοιος μάστορας ο Σέπαρντ που τα πάντα εξαλοίφονται μπροστά στη δύναμη της αγάπης και της απεγνωσμένης αναζήτησης της. Ο δε Old man σηκώνεται από τη θέση του και κάνει τον απολογισμό της δικής του ζωής, απόλυτα συνυφασμένης μ' αυτήν του Eddie και της May. Το Fool for love είναι μια σύγχρονη τραγωδία που θα μπορούσε να έχει εμπνευστεί από το αστυνομικό δελτίο ή ακόμη και τα σημερινά άθλια ριάλιτι. Κυρίως εμπνέεται από τα παιχνίδια της ζωής, του απωθημένου ενστίκτου και της μοίρας που γράφεται ερήμην των ανθρώπων. Εδώ βέβαια οι ήρωες είναι έρμαια του πάθους τους. Γνωρίζουν από την πρώτη στιγμή το αλλόκοτο που τους συμβαίνει, αυτό που σπάει όλα τα κοινωνικά στερεότυπα, και αφήνονται να τους συνθλίψει. Ή μήπως όχι; Ο Σέπαρντ αναδεικνύει τη μεταξύ τους αγάπη ως τον πιο άρρηκτο δεσμό τους. Κατορθώνει να περάσει την ιδιόμορφη σχέση του Eddie και της May ως μέρος της φυσιολογίας τους και στο τέλος ο θεατής τους συμπονάει, όπως εξίσου συμπονάει και τον Old man, τον πλέον ανατρεπτικό χαρακτήρα του έργου. Η σκιά του Σοφοκλή βαραίνει το Fool for love, μα ο Σέπαρντ το αποφορτίζει με γενναίες δόσεις χιούμορ, άλλοτε ηθελημένα ''βλαχοαμερικανικού'' και άλλοτε σαρκαστικού. Είναι τέτοια η συμπάθεια για τα τραγικά πρόσωπα του που αυτομάτως αφαιρεί από τον θεατή κάθε διάθεση επικριτική απέναντι τους. Ο Γιώργος Οικονόμου σκηνοθέτησε με μέτρο και σύνεση, αξιοποιώντας πάνω απ' όλα τη χημεία μεταξύ του πρωτογενούς υλικού του, τους τέσσερις δηλαδή ηθοποιούς του: Ο Γιώργος Κέντρος είναι ο Old man, που παίζει με μία λιτότητα και μία φυσικότητα, που μόνο ηθοποιοί - δάσκαλοι έχουν κατακτήσει μέσα στα χρόνια. Δεν είναι ο τύπος που κάθεται στη γωνία και περιμένεις να πει τη μεγάλη ατάκα. Είναι ο καθοδηγητής των τεκταινόμενων, η μεγαλύτερη ''ανάσα'' που χαρίζει ο συγγραφέας στο κοινό του, προτού τον οδηγήσει στον σύντομο συγκλονιστικό μονόλογο του τέλους. Έχει ένα τέτοιο κέφι ο Κέντρος στην ερμηνεία του, που νομίζω πως αν μπορούσε να τον έβλεπε ο Σέπαρντ αυτοπροσώπως θα χαμογελούσε ευτυχισμένος για το ανέβασμα του έργου του στην Ελλάδα! 
Ο Γιωργής Τσαμπουράκης και η Τζένη Θεωνά είναι ο Eddie και η May, νέοι, ωραίοι, παρορμητικοί, παθιασμένοι. Χειρονομούν, αγγίζονται, χτυπιούνται, παλεύουν κανονικά επί σκηνής, αναδεικνύοντας επαρκέστατα τις ενοχές και τα στεγανά μιας ανορθόδοξης αμερικανικής οικογένειας, που σίγουρα απέχει πολύ από το Μικρό σπίτι στο λιβάδι...Ο Βασίλης Παλαιολόγος, τέλος, είναι ο Martin ο κηπουρός, ο ξένος, που βρίσκεται στο κέντρο μιας έκρυθμης πια κατάστασης. Δύσκολος ρόλος, αν και εμφανίζεται στα μισά του έργου, που παραπέμπει σε μπουφόνο και που κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να γίνει καρικατούρα, μένοντας τελικά αποστασιοποιημένος από όσα τραγικά γνωστοποιούνται παρουσία του. Σκόπελοι, τους οποίους ο Παλαιολόγος πέτυχε να ξεπεράσει με έναν αυτοματισμό στην ερμηνεία του και με τα εκφραστικά του μέσα σε εγρήγορση. Νομίζω, χωρίς να είμαι υπερβολικός, πως δεν έχω ξαναδεί τέτοια χημεία απ' όλα τα μέλη ενός σχετικά μικρού θιάσου! Να περάσετε οπωσδήποτε από το ΑΛΜΑ, έργα του Σέπαρντ και τόσο καλά δοσμένα κιόλας δεν ανεβαίνουν συχνά στο ελληνικό θέατρο. Δεν ξέρω μάλιστα αν είναι και το μοναδικό έργο του ροκ Αμερικανού συγγραφέα που παίζεται στην Ευρώπη, λίγους μόλις μήνες μετά το θάνατο του. Εξαιρετικό και το πρόγραμμα που σχεδίασε η Μαριλίλα Κυρτάτα με το συγκινητικό μήνυμα της Patti Smith, στενής φίλης του δημιουργού, με αφορμή τον θάνατο του.
Όπως συνηθίζεται μετά τις πρεμιέρες, θέλαμε να το συζητήσουμε το έργο που είδαμε. Ένα αίσθημα πληρότητας και ικανοποίησης έπιασε ομολογουμένως όλη την παρέα. Μισή ώρα τα λέγαμε έξω από το θέατρο με τους ηθοποιούς, τα δέοντα συγχαρητήρια κ.λπ. Καταλήξαμε στον Κάνδαυλο στο Γκάζι με το ζεύγος Ροδίτη και τον Παλαιολόγο ίσαμε τις τέσσερις το πρωί. Σουβλάκια και λευκό κρασί, ελληνικό θέατρο και τηλεόραση, Σαμ Σέπαρντ, αμερικανική δραματουργία και τα συναφή. Έχω την τύχη να με προσκαλούν τελευταία σε πολλές παραστάσεις, το Fool for love όμως άνετα το ξανάβλεπα και μάλλον θα το κάνω!
Χθες, ξημερώματα στο Γκάζι, με τον Βασίλη Παλαιολόγο και τον Ανδρέα Ροδίτη
* Το Fool for love του Σαμ Σέπαρντ σε σκηνοθεσία Γιώργου Οικονόμου παίζεται κάθε Παρασκευή, Σάββατο & Κυριακή στο θέατρο ΑΛΜΑ (Ακομινάτου 15, Μεταξουργείο). Εισιτήριο: 15 ευρώ 
** Οι φωτογραφίες της παράστασης είναι της Μαριλένας Στεφυλίδου

Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

Δύο ανέκδοτα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη στον καινούργιο δίσκο με τη Μπέττυ Χαρλαύτη

Η ΜΠΕΤΤΥ ΧΑΡΛΑΥΤΗ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ
ΣΥΜΜΕΤΕΧΟΥΝ: ΜΑΡΙΑ ΦΑΡΑΝΤΟΥΡΗ, ZULFU LIVANELI, ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΕΡΡΗΣ
ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΗΧΩΝ ΑΛΗΘΙΝΩΝ
Την ερμηνεύτρια Μπέττυ Χαρλαύτη τη γνωρίζω προσωπικά αρκετά χρόνια, τόσο από τις συναυλίες, όσο και από τη δισκογραφία. Στις μεν συναυλίες την έχω δει αρκετές φορές στο πλάι της Μαρίας Φαραντούρη, στη δε δισκογραφία ανατρέχω σε ένα CD που είχε κάνει με κομμάτια του Μιχάλη Σουγιούλ, αλλά και στη συμμετοχή της στη συλλογή τραγουδιών του ποιητή και στιχουργού Δημήτρη Λέντζου. Σήμερα έχουμε στα χέρια μας τη φωνή της σε δέκα θεοδωρακικά τραγούδια υπό τον τίτλο ''Η Μπέττυ Χαρλαύτη στον κόσμο του Μίκη Θεοδωράκη''. Επίσης γνωρίζω πόσο το συγκεκριμένο project απασχολούσε την ερμηνεύτρια την τελευταία διετία, έχοντας δώσει πολλές συναυλίες με τη Λαϊκή Ορχήστρα που φέρει το όνομα του μεγαλύτερου εν ζωή Έλληνα μουσικοσυνθέτη. Μπορεί και να ήμουν επιφυλακτικός προτού καν ακούσω το CD αυτό για αρκετούς λόγους, τους οποίους θα αναφέρω: Πρώτον, δεν υπάρχει Έλληνας τραγουδιστής - που λέει ο λόγος - που να μην έχει κάνει δίσκο με τραγούδια του Θεοδωράκη, από τον Μπάση και τον Πάριο μέχρι την Καλλιόπη Βέττα και τον Γιάννη Κότσιρα (μιλάω για β' εκτελέσεις πάντα). Δεύτερον, ομολογώ πως δεν μου πολυαρέσει που κάθε τραγούδι προσαρμόζεται στη φωνή του εκάστοτε ερμηνευτή, ενώ θά'πρεπε να συμβαίνει το αντίθετο: Ο ερμηνευτής να πλησιάζει τα τραγούδια και να αναμετριέται μαζί τους. Και τρίτον, στους δίσκους με επανεκτελέσεις προτιμώ τις λιτές, αποψάτες όμως, ενορχηστρώσεις. Για δες τώρα που η Χαρλαύτη κάνει την έκπληξη και μας χαρίζει ένα CD που ναι μεν δεν κομίζει καμία πρωτοτυπία απ' την άποψη του ρεπερτορίου, τι να την κάνεις όμως την πρωτοτυπία αφού εν μέσω των γνωστών επανεκτελέσων (''Το γελαστό παιδί'', '' Άσμα Ασμάτων'', ''Χαθήκανε τόσο νωρίς'' κ.λπ.) ακούμε τα δύο ολοκαίνουργια τραγούδια που της χάρισε με τη σειρά του ο Μίκης Θεοδωράκης: 
Το ''Θέλω να τραγουδήσω (Με το αίμα)'' σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου και τη ''Θάλασσα πλατιά'' σε στίχους του συνθέτη. Το πρώτο είναι ένα λαϊκότροπο τραγούδι με τις αισθαντικές εικόνες που δημιούργησε και πάλι ο Λευτέρης Παπαδόπουλος: Θέλω να γίνω δέντρο να σαλέψω/ μ' όλα μου τα κλαριά μόλις με δεις/ κι αν δε με καταλάβεις να μαζέψω/ κάθε μου ρίζα απ' την καρδιά της γης. Η Χαρλαύτη, αν και λυρική ερμηνεύτρια, μεταδίδει ατόφιο λαϊκό συναίσθημα, κάτι που δεν οφείλεται αποκλειστικά στην ασκημένη φωνή της, αλλά στην ευρύτερη καλλιτεχνική της αντίληψη. 
Η ''Θάλασσα πλατιά'' είναι στην ουσία ένα απόσπασμα από το μπαλέτο ''Ζορμπάς'', στο οποίο ο Θεοδωράκης έβαλε δικούς του στίχους και το έκανε μια αυτόνομη μπαλάντα - η μελωδία ''φωνάζει'' από μακριά, όχι μόνο ότι είναι του Θεοδωράκη, αλλά και ότι αποτελεί μια φωτισμένη στιγμή του. Επιπλέον ο Θεοδωράκης έχει περάσει το 92ο έτος της ηλικίας του και η όποια δισκογραφική του δραστηριότητα περιορίζεται σε επανεκτελέσεις του υλικού του, επομένως τυχερή η Μπέττυ Χαρλαύτη που την εμπιστεύθηκε και της έδωσε δύο ανέκδοτα τραγούδια του! Ωστόσο, στο CD αυτό συναντάμε και άλλες ''καινοτομίες'': Τις συμμετοχές του Τούρκου συνθέτη Zulfi Livaneli, της Μαρίας Φαραντούρη, αλλά και του Γιώργου Περρή, ο οποίος μπαίνει δυναμικά στα μουσικά πράγματα της χώρας του ύστερα κι από τη συμμετοχή του στη χατζιδακική ''Εποχή της Μελισσάνθης'' στην Εθνική Λυρική Σκηνή πρόσφατα. Ο Livaneli αποδίδει ντουέτο με τη Χαρλαύτη τη ''Μαργαρίτα - Μαγιοπούλα'' του Ιάκωβου Καμπανέλλη - η δεύτερη στα ελληνικά και εκείνος στα τουρκικά. Η Φαραντούρη, που δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από το εγχείρημα της συνεργάτιδας της, ερμηνεύει για πολλοστή φορά το αριστούργημα ''Την πόρτα ανοίγω το βράδυ'' σε στίχους του Τάσου Λειβαδίτη. Θα ήταν αχρείαστη η συμμετοχή της, δεδομένων των πολλών ηχογραφήσεων του τραγουδιού με την ερμηνεία της, αν δεν συνέπλεε η φωνή της μ' αυτήν της Χαρλαύτη. Το αποτέλεσμα είναι κάτι αλλιώτικο σίγουρα, αλλά εδώ μεγάλο ρόλο έπαιξε και η ενορχήστρωση του Γιάννη Μπελώνη - θα πούμε παρακάτω για τη δική του δουλειά. Όσο για τον Περρή, η ερμηνεία του στα γαλλικά της ''Όμορφης πόλης'', μπορεί φυσικά να μην έχει καμία σχέση με την άλλη θρυλική της Edith Piaf, προσδίδει όμως στο κομμάτι ένα νεανικό ύφος και του δίνει την ευκαιρία καινούργιων ραδιοφωνικών μεταδόσεων. Μια μικρή έκπληξη δοκιμάζουμε και με το ''Άσμα Ασμάτων'', αφού η Χαρλαύτη το αποδίδει στα ελληνικά και στα εβραϊκά με τους στίχους αντιστοίχως του Καμπανέλλη και της Elinoar Moav Veniadis. Τέλος, εκεί που όλο το υλικό θα μπορούσε απλά να ακούγεται πομπώδες βάσει της μεγάλης κλασικής ορχήστρας που το υπηρετεί (Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ), ο Μπελώνης στις ενορχηστρώσεις και τις διασκευές έβαλε τη δική του πινελιά. Και τι πινελιά! Ζωγράφισε! Πρόσθεσε ηχοχρώματα και αρμονικούς δρόμους (ακούστε προσεχτικά το ''Την πόρτα ανοίγω το βράδυ'', την εισαγωγή του ''Χαθήκανε τόσο νωρίς'' ή ''Το γελαστό παιδί'' που σαν να παίζει - με την έννοια του παιχνιδιού και όχι της εκτέλεσης - η ορχήστρα με τη μελωδία του Θεοδωράκη). Δεν έχω καμία επιφύλαξη για να χαρακτηρίσω το CD ''Η Μπέττυ Χαρλαύτη στον κόσμο του Μίκη Θεοδωράκη'' ως το πιο αξιόλογο δείγμα με επανεκτελέσεις λατρεμένων τραγουδιών του συνθέτη τα τελευταία χρόνια! Κυκλοφορεί από τον ανεξάρτητο Καθρέφτη ήχων αληθινών του Μωυσή Άσερ.
 * Αύριο έχουμε 17 Νοέμβρη, την επέτειο από την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Ας ακούσουμε το ''Γελαστό παιδί'' του Μίκη Θεοδωράκη, του Brendan Behan και του Βασίλη Ρώτα, το ''Γελαστό παιδί'' του 2017 με τη Μπέττυ Χαρλαύτη. 

Κυριακή, 12 Νοεμβρίου 2017

Υπαρξιακή τρέλα, ερωτικός παροξυσμός και εκδικητική μανία στον - κατά Κοραή Δαμάτη - εξαιρετικό ''Εδουάρδο Β΄'' του Μάρλοου

Μπαίνοντας στο θέατρο ''Αθηναϊκή Σκηνή'' παραδίπλα από το μετρό Ακρόπολης, το πρώτο πράγμα που βλέπεις είναι το σκηνικό της παράστασης ''Εδουάρδος ο Β΄'' που έστησε ο σκηνοθέτης Κοραής Δαμάτης. ''Σαν να είμαστε σε αίθουσα παρτούζας στο Βερολίνο'' σχολίασε η Πάολα Ρεβενιώτη που πήγαμε μαζί χθες βράδυ να δούμε την παράσταση. Και είχε δίκιο: Τοίχοι σκεπασμένοι από γυαλιστερά μαύρα υφάσματα βινυλίου και ζωγραφικές ρωμαϊκών χρόνων. Δίκιο όμως, ως φαίνεται, είχε και ο σκηνοθέτης - σκηνογράφος, εφόσον ένα τέτοιο σκηνικό απέδωσε στην εντέλεια τον εκμαυλισμό, τη φιληδονία και το πάθος όλων, μα όλων των χαρακτήρων, για εξουσία! Ο Άγγλος τραγωδός Chrisropher Marlowe, γεννημένος την ίδια χρονιά με τον William Skakespeare (1546), έγραψε το ''Εδουάρδος ο Β΄'' στα τέλη του 16ου αι., καταθέτοντας ένα αρκετά προκλητικό έργο, παραδόξως όχι για τα ήθη της εποχής του, αλλά για τα σημερινά. Εννοώ πως αν σκεφτούμε τι τράβηξε ο Oscar Wilde στη βικτωριανή περίοδο, τρεις αιώνες αργότερα, λόγω της σεξουαλικής ελευθεριότητας του (για να μην πιάσουμε τον λίγο προγενέστερο Γάλλο Marquis de Sade), κατανοούμε πως το θέμα της ομοφυλοφιλίας ή της αμφιφυλοφιλίας στα ελισαβετιανά χρόνια ήταν απλά ζήτημα σεξουαλικής επιλογής χωρίς την παρέμβαση καμίας αυστηρής λογοκρισίας. Έχω την αίσθηση, έτσι, πως τον Marlowe ουδόλως τον απασχολούσε η ομοφυλοφιλία σε ένα κοινωνικά αποδεκτό, να το πούμε, πλαίσιο, αναφορικά πάντα με τον έρωτα του βασιλιά της Αγγλίας, Εδουάρδου του Β' για τον άξεστο ακόλαστο Γκάβεστον. Για την ακρίβεια, μέσα από όλη αυτή την ερωτική υπερβολή, ο δραματουργός στηλίτευσε την απόλυτη έλλειψη αυτοεκτίμησης των ηρώων του μπροστά στο πάθος τους για κυριαρχία και εξουσία. Αν έτσι ήταν ο κόσμος των βασιλιάδων, που έτσι ήταν δηλαδή, όπως τον περιέγραψε ο Marlowe, επρόκειτο για έναν αγώνα ανθρωποφαγίας, δολοπλοκίας, ίντριγκας και εκδικητικότητας, έναν κανονικό προάγγελο του φασισμού που έμελλε να αιματοκυλίσει την ανθρωπότητα πολλούς αιώνες αργότερα, με τον ένα και μοναδικό θεό στο επίκεντρο: Το χρήμα και τις, συμφέρουσες για όλους, οικονομικές λύσεις. 
Θα το πω και θά'μαι ειλικρινής: Περίμενα να βαρεθώ σε μία παράσταση ελισαβετιανού ρεπερτορίου, καθώς τα τελευταία χρόνια με ενδιαφέρει περισσότερο το σύγχρονο θέατρο, ελληνικό και ξένο. Εδώ έγκειται η μαεστρία του έμπειρου σκηνοθέτη Κοραή Δαμάτη! Με μία κινηματογραφική σχεδόν ταχύτητα, στη μιάμισι ώρα που διήρκεσε το έργο, δεν έκανε καμία ''κοιλιά''. Δεν ήταν εύκολο το εγχείρημα εξ αρχής με έναν 15μελή θίασο και με ένα μοναδικό ντεκόρ με δυο - τρία στοιχεία του μόνο να αποκαλύπτονται κατά τη διάρκεια της δράσης. Ακριβώς, όμως, το ότι υπήρχαν 15 ηθοποιοί επί σκηνής σε 15 αντίστοιχους ξεχωριστούς ρόλους, έκανε την παράσταση να μην έχει ''τσιγγουνιά'' και να μη χαρακτηρίζεται από ένδεια παραγωγής σε μία ιδιαίτερα δύσκολη για τις τέχνες περίοδο στη χώρα μας. Συμβαίνει συχνά αυτό και συγχωρείται, να βλέπεις δηλαδή μία παράσταση που πέντε ηθοποιοί ενσαρκώνουν είκοσι χαρακτήρες με ένα αποτέλεσμα άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο επιτυχημένο. Στον - κατά Κοραή Δαμάτη - ''Εδουάρδο τον Β΄'', στη μετάφραση του Σεραφείμ Βελέντζα, αυτός ο σκόπελος ξεπεράστηκε κι έτσι μπορέσαμε να εντρυφήσουμε καλύτερα ως κοινό στις ψυχολογικές αντιδράσεις και τα αχαλίνωτα πάθη όλων των χαρακτήρων. Άλλο ένα θετικότατο στοιχείο ήταν που δεν είδαμε νεωτερισμούς εν είδει σύγχρονης απόδοσης, οι οποίοι συχνά επίσης πέφτουν στο κενό. Από τα εξαιρετικά κοστούμια που κι αυτά τα σχεδίασε ο Δαμάτης, ένας έξυπνος συνδυασμός ελισαβετιανής εποχής και μοντέρνας cyber - punk αισθητικής, μέχρι το λιτό ευρηματικό σκηνικό, κυρίως δε από το πρώτο πεντάλεπτο της παράστασης, η σκηνοθεσία πετυχαίνει να εισάγει τον θεατή στον σκοτεινό κόσμο της βασιλικής αυλής και των τερατοποιημένων εκπροσώπων της. Τα μοναδικά νεωτερίστικα στοιχεία, που εγώ θα τα χαρακτήριζα εμβόλιμο χιούμορ μέσα σε ένα ''βαρύ'' έργο ιστορικού χαρακτήρα, ήταν το σημαιάκι της Γαλλίας και το αεροπλανάκι που κρατούσαν η Βασίλισσα Ελισάβετ και ο μικρός γιος της, ο Εδουάρδος ο Γ΄, προκειμένου να φανερωθεί η φυγή τους σε γαλλικό έδαφος. Βέβαια, ο σκηνοθέτης δούλεψε πολύ με τους ηθοποιούς του και αυτό φάνηκε (το έργο συνεχίζεται για δεύτερη χρονιά στην ''Αθηναϊκή Σκηνή''), χωρίς να γνωρίζω τώρα αν υπήρξαν αντικαταστάσεις, κάτι που επίσης συνηθίζεται στις παραστάσεις με παράταση. 
Ο Μιχάλης Καλαμπόκης στον πρωταγωνιστικό ρόλο παραδίδει ρεσιτάλ ερμηνείας! Δεν ερμηνεύει - λέει απλά τα λόγια του Εδουάρδου του Β΄, αλλά μεταμορφώνεται κυριολεκτικά σε ένα πλάσμα με πολλές και διαφορετικές ψυχικές μεταπτώσεις: Θρασύς και ερωτύλος αρχικά, οργισμένος και εκδικητικός στη συνέχεια, προτού καταλήξει σε έναν αξιοθρήνητο φυλακισμένο και θύμα τελικά μιας προσχεδιασμένης δολοφονίας. Στα 90 λεπτά του έργου, παίζει με το σώμα του και όλα τα φυσικά εκφραστικά του μέσα, σέρνεται στο πάτωμα, αφήνει τη δυνατή φωνή του να βγει ως επιταγή οργής και προδοσίας. Δεν ξέρω αν αυτή την τάση για ισοπέδωση των ηρώων με το να σέρνονται στα πατώματα, την ήθελε ο ίδιος ο Marlowe ή ο Δαμάτης. Λειτούργησε πολύ σε μία προσπάθεια ανάδειξης του αυτοεξευτελισμού τους και των πιο ταπεινών τελικά ενστίκτων τους. Διότι τις ψυχικές μεταπτώσεις του Εδουάρδου του Β΄περνάνε ουσιαστικά και όλα τα πρόσωπα του περίγυρου του, μηδενός εξαιρουμένου, από τον ιντριγκαδόρο Μόρτιμερ και τη δυστυχισμένη Βασίλισσα Ισαβέλλα μέχρι τους δυο υποτελείς θρησκευτικούς ακόλουθους - γλείφτες του, τον Σπένσερ και τον Μπάλντοκ. Υπέροχος ως Μόρτιμερ ο Περικλής Μοσχολιδάκης, ένας έμπειρος ηθοποιός του Εθνικού, με έναν άρτιο χειρισμό της φωνής του και με μιαν άνεση που δύσκολα κατακτιέται σε τέτοιους ειδικά ρόλους. Δίπλα του, θιασώτες των πολεμικών τακτικών και των μηχανορραφιών, ο Κόμης Λάνκαστερ και ο Κόμης Γουόργουικ, που ενσάρκωσαν ο Βασίλης Πουλάκος και ο Γιώργος Μπούγος. 
Η Ιωάννα Αγγελίδη, ο μοναδικός θηλυκός χαρακτήρας του έργου, με εντυπωσίασε με την ηθελημένη αποστασιοποίηση της και μια νωχελικότητα που ερχόταν σε αντίστοιξη με το δράμα της - πιστεύω πως η Βασίλισσα Ισαβέλλα είναι το ίδιο τραγική ως πρόσωπο με τον σύζυγο της, τον Εδουάρδο τον Β΄, αφού όλα τα κάνει με ένα και μοναδικό σκοπό: Την απέλπιδα αναζήτηση της αγάπης μέσα σε μια κοινωνία πολεμοχαρή και εκφυλισμένη. Μία οποιαδήποτε άλλη ηθοποιός πιθανότατα να βρισκόταν σε μόνιμη κατάσταση υπαρξιακής υστερίας, η Αγγελίδη όμως έβγαλε όλη αυτή την υστερία με την ήρεμη δύναμη της! Ταιριαστή επιλογή και ο Φώτης Τσοτουλίδης ως Γκάβεστον, ένα άξεστο λαϊκό τσόλι των ελισαβετιανών χρόνων, που χάνει τη ζωή του στα μισά του έργου, απαλλάσσοντας το παλάτι από την ενοχλητική παρουσία του και οδηγώντας τον Εδουάρδο τον Β΄στο θρήνο και στην τρέλα για εκδίκηση. Κατάφερε να ξεχωρίσει και ο πιτσιρικάς Παύλος Πιέρρος στο ρόλο του πρίγκιπα Εδουάρδου του Γ΄, το πιο αθώο ίσως πρόσωπο της τραγωδίας. Τέτοια φυσικότητα επί σκηνής είναι σπάνια για ηθοποιό που έχει μικρή θητεία στο θέατρο  σαν επαγγελματίας, από το 2011 συγκεκριμένα, όπως μας πληροφορεί το πρόγραμμα της παράστασης. Εξαιρετικοί και οι Στέφανος Οικονόμου - Δημήτρης Νικολόπουλος ως Σπένσερ και Μπάλντοκ αντιστοίχως, με τη στυλιζαρισμένη στάση των ρουφιάνων και την υποκρισία των διεστραμμένων θρησκευτικών εκπροσώπων. Ωραία κίνηση και φωνή, μέρος κι αυτοί του επιτυχημένου κάστινγκ της παράστασης! 
Τον Κόμη Κεντ, τον αδερφό του βασιλιά, έπαιξε ο Αλέξανδρος Παπατριανταφύλλου με μια τραγικότητα που την απαιτούσε ο ρόλος του χωρίς να γίνεται πομπώδης επ' ουδενί λόγω, παρόλο που επρόκειτο για έναν εξίσου σύνθετο χαρακτήρα απ' την άποψη των συναισθημάτων του. Ο Κώστας Πιπερίδης ως Λάιτμπορν, από τις πιο σύντομες παρουσίες μέσα στο έργο, κατάφερε να πλάσει έναν χαρακτήρα όλο κυνισμό και υπουλότητα - έτσι δηλαδή όπως έπαιζε, έτσι όπως εκτέλεσε το φόνο του βασιλιά στη σκηνή, με παρέπεμψε σε σημερινούς...δημοσιογράφους των καναλιών, φερέφωνα της εξουσίας που δηλητηριάζουν τον κοσμάκη με την άθλια προπαγάνδα και τον αποπροσανατολισμό τους. Ακόμη και ο Θάνος Σκόπας ως φρουρός επέδειξε το ερμηνευτικό ταλέντο του σε έναν τρίτο μικρότερο ρόλο, αλλά κομβικό για τις τελευταίες ώρες του Εδουάρδου του Β΄. Εν κατακλείδι: Μία παράσταση που το ιστορικό background της προσφέρεται για ανάλυση και σύγκριση με άλλες στιγμές της ανθρώπινης ιστορίας, ''Γιατί και σήμερα ζούμε σε μια σκληρή αμοραλιστική εποχή'' ή γιατί ''Η διαφθορά απλά αλλάζει πρόσωπα, μετοικεί'', όπως εύστοχα σημειώνουν ο Γιώργος Μπούγος και ο Στέφανος Οικονόμου. Αξίζουν συγχαρητήρια στον Κοραή Δαμάτη και σε όλη την ομάδα του για το άρτιο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Ο ''Εδουάρδος ο Β΄'' παίζεται κάθε Σάββατο και Κυριακή και συστήνεται ανεπιφύλακτα!
 * Χθες στο θέατρο ''Αθηναϊκή Σκηνή'' αμέσως μετά το τέλος της παράστασης, με τον σκηνοθέτη Κοραή Δαμάτη, τον ηθοποιό Στέφανο Οικονόμου και την Πάολα Ρεβενιώτη