Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΚΟΣ ΞΥΔΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΝΙΚΟΣ ΞΥΔΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Μαρτίου 2025

Νίκος Ξυδάκης: «Η μεγαλύτερη πολιτική πράξη που μπορώ να κάνω είναι η βελτίωση του εαυτού μου»

Ο Νίκος Ξυδάκης, ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες, που παραμένει παραγωγικός και δραστήριος, είναι εξαιρετικά φειδωλός στις συνεντεύξεις του. Έχει άποψη γι’ αυτό, την οποία εξέθεσε, μεταξύ άλλων, στην ακόλουθη σπάνια συνομιλία μας. Μία συνομιλία που είχε αφορμή την επικείμενη παρουσίαση του έργου «Μάρθα: Μια ιστορία από το Μεσολόγγι» στην ΕΛΣ σε δική του μουσική και σε λιμπρέτο του Διονύση Καψάλη (Δευτέρα 24/3, θέατρο Ολύμπια). Αφηγητής θα είναι ο Θανάσης Παπαγεωργίου και ερμηνευτές η Ειρήνη Δερέμπεη και ο Τάσος Αποστόλου.

Σας συναντώ λίγες μέρες πριν την παράσταση της «Μάρθας», ενός γυναικείου προσώπου βασισμένου στον Διονύσιο Σολωμό.

Η Μάρθα είναι ένα πρόσωπο που εμφανίζεται στα Ιταλικά Σχεδιάσματα του Σολωμού, επεξεργασμένο από τον Καψάλη που έγραψε το λιμπρέτο. Ήταν μια ανάθεση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής για τον εορτασμό των 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση. Το παράγγειλε ο Κουμεντάκης κι έτσι προχωρήσαμε με τον Καψάλη στη δημιουργία του έργου.  Θα το χαρακτήριζα καταρχάς μία μουσικοποιητική σύνθεση εν είδει αγρυπνίας σαν να συντελείται μέσα σε μία άχνα της νύχτας και μ’ ένα ισχυρό στοιχείο υποβολής. Μέσα απ’ τη Μάρθα βλέπει κανείς και όλο το συγκλονιστικό γεγονός της Εξόδου του Μεσολογγίου όχι τόσο από την επική και ηρωική πλευρά του. Η Μάρθα είναι μια συγκινητική μορφή που νομίζω πως καθρεφτίζεται και στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», αυτή δηλαδή η ταλάντευση του πόθου για την ελευθερία και συγχρόνως η αγάπη για τη ζωή.

Κατά ένα τρόπο μοιάζει να επιστρέφετε στον Σολωμό πολλά χρόνια μετά τις μελοποιήσεις σας.

Από τη δική μου πλευρά είναι σαν ένα μεγάλο τραγούδι αυτό που κάνουμε. Μια ελεύθερη φόρμα που συμπεριλαμβάνει μονωδίες της ίδιας της Μάρθας με λυρικό χαρακτήρα μέσα από τον έμμετρο στίχο του Καψάλη. Υπάρχει το αφηγηματικό στοιχείο ενός ελληνικού ρετσιτατίβο και με ιντερμέδια – αναφορές στη δυτική μουσική. Υπάρχει επίσης μια ορχήστρα, το Polis Ensemble, που δίνει τη δυνατότητα στους μουσικούς να μην αρκεστούν στην παράδοση, αλλά να αξιοποιήσουν τη λόγια παιδεία τους, αφού έχουν μεταγράψει έργα κλασικών Ελλήνων συνθετών, όπως του Καλομοίρη. Αυτή η σύγχρονη προσέγγιση περιλαμβάνει ένα πιάνο με ουρά και ένα βιολοντσέλο για να ακροβατήσει η μουσική ανάμεσα σε δυτικά και ανατολικά στοιχεία.

Πόσο καιρό δουλεύατε το έργο;

Ομολογώ όχι πολύ, παρότι ήταν παραγγελία και, μάλιστα, λέγαμε με τον Καψάλη πώς επιτέλους κάποιος μας κάνει μια ανάθεση μ’ ένα έργο που έχει χρονικά περιθώρια παράδοσης. Τηρήσαμε όλα τα ελληνικά δεδομένα, που είναι ο θεός της τελευταίας στιγμής και ευτυχώς ενώ το αποτέλεσμα φαίνεται μακροχρόνιο τελικά είναι βραχυχρόνιο.

Σας αρέσει να δουλεύετε κατά παραγγελία;

Δουλεύεις χωρίς την πίεση που σου βάζει καμιά φορά ο ίδιος σου ο εαυτός, να έχεις δηλαδή απεριόριστο χρόνο για να φτιάξεις το «αριστούργημα» και δεν αποκλείεται να φτιάξεις μια «πατάτα». Γεννιέται ακόμη κάτι άλλο απ’ ότι θα έκανες μόνος σου, γιατί εμπλέκονται και άλλοι παράγοντες σαν να έγραφες μουσική για κινηματογράφο που είναι ορισμένο το περιεχόμενο. Μπαίνεις σε μία τάξη αρκεί να έχεις κι ένα υπόβαθρο.

Κι εσείς το είχατε με τη μεγάλη πείρα σας στη μουσική για κινηματογράφο και θέατρο.

Πάντα βέβαια με καλούσαν για πράγματα που είχαν σαν δεδομένο το ότι εγώ έγραφα μουσική που παραπέμπει στην παράδοση. Όπου δημιουργούνταν ανάγκες για μουσικές με βυζαντινά ψήγματα, η φαντασία των δημιουργών πήγαινε σε μένα. Λογικό, αφού είχα τέτοια συγγενικά στοιχεία στην «Όλγα Ρόμπαρντς» του Βακαλόπουλου ή στην «Ηλέκτρα» όταν πρωτόγραψα μουσική για αρχαία τραγωδία. Το ίδιο και στις δυο – τρεις δουλειές που έχουμε κάνει με τον Θανάση Παπαγεωργίου.

Πρόσφατα κάνατε και τον «Άσωτο καιρό», τον τελευταίο σας δίσκο για τη φωνή της Βερόνικας Δαβάκη.

Κυκλοφόρησε ψηφιακά, αλλά και σε βινύλιο, έχοντας γραφτεί μέσα στην περίοδο του covid. Κάποια στιγμή άκουσα τη Βερόνικα που μου άρεσε η φωνή της και είπα να ξαναγράψω τραγούδια ετερόκλητα μετά από πολύ καιρό. Τα γράψαμε εντελώς «ζωντανά» στο στούντιο, σαν να μαζεύτηκε μια παρέα και περνούσε δημιουργικά τις βραδιές του εγκλεισμού. Η δισκογραφία είναι πλέον ένα δύσκολο σπορ, αφού με την υπερπληροφόρηση συναντάμε μια φλυαρία και όχι μόνο στη μουσική. Κατά συνέπεια πρέπει να «κυνηγήσει» κανείς άλλες παραμέτρους που δεν έχουν καμία σχέση με τα τραγούδια. Δεν υπάρχουν πια οι εταιρείες ως διαμεσολαβητές με την ίδια την κοινωνία, ενώ αρκείσαι σε μερικά μόνο ραδιόφωνα, της επαρχίας κυρίως, και στις συναυλίες. Καταλαβαίνεις από ποια τραγούδια «περνάνε», πως το πράγμα είναι λίγο στημένο. Δεν το κατέχω καλά για να είμαι πολύ επικριτικός ή για να λέω πως τα πράγματα γίνονται αξιοκρατικά ή τυχαία. Σίγουρα κάπως καναλιζάρονται. Ειδικά εμένα μ’ ενδιαφέρει να καταγράφεται ένα υλικό παρόλο που κι αυτό δεν είναι εύκολο χωρίς ουσιαστική παραγωγή από πίσω. Όλο το βάρος πέφτει πάνω σε μια μονάδα, έναν άνθρωπο που πρέπει να έχει αντοχές. Ακόμη όμως και στα «λυρικά χρόνια» της δισκογραγίας, τα πράγματα σου έδιναν την ίδια τη δύναμη. Το θέμα είναι να μην πειράξει τον πυρήνα σου η όλη εξωτερική συνθήκη, να μη σε τρώει αυτό το νέο είδος στρατηγικής.

Η τωρινή επαφή δεν ενδείκνυται για μια έκρηξη δημιουργικότητας;

Ανέκαθεν πίστευα πως ο χρόνος της τέχνης είναι αργός. Δεν σημαίνει πάντοτε πως όταν βράζει κάτι θα βγάλεις το καλύτερο. Είναι σαν να γράφεις ένα ερωτικό τραγούδι και να σου λένε «Πω, πω, έχεις ερωτευθεί». Και μέσα σε μια τέτοια συνθήκη εσύ μπορεί να έχεις γράψει το χειρότερο σου. Όταν έγραφα το «Ερωτικό» του Λαπαθιώτη με την Αρβανιτάκη, δεν θυμάμαι να υπάρχει κάποια αιτία.

Αν θυμάμαι καλά, επρόκειτο να δοθεί σε άλλη τραγουδίστρια αυτό το κομμάτι;

Υπήρχαν δυο – τρία αδέσποτα τραγούδια μου εκείνη την εποχή χωρίς να έχω τη σκέψη ενός κύκλου τραγουδιών. Στην πρώτη φάση θα τα έλεγε η Χάρις Αλεξίου και είχαμε κάνει κάποιες συναντήσεις. Δεν τα θέλανε, όμως, τα τραγούδια – μιλάω για τους παραγωγούς πιο πολύ. Ήρθαν στο σπίτι, τα άκουσαν και μου είπαν πως ήθελαν τραγούδια «για την πλέμπα». Το σχέδιο ναυάγησε και μετά ήταν να τα πει η Γαλάνη, που έβγαζε όμως άλλον δικό της δίσκο. Επειδή εγώ δεν ήμουν για να δίνω τραγούδια που θα «κάθονται», βρήκα την κατάλληλη φωνή στην Ελευθερία. Μόλις την είχα γνωρίσει και έκανα το «Κοντά στη δόξα μια στιγμή», ένα μάλλον αιρετικό δίσκο, που γράφτηκε σχεδόν παράνομα σ’ ένα αυτοσχέδιο στούντιο. Στο σπίτι του φίλου Κώστα Γουδή γράφαμε, όπου εκεί εμφανίστηκε για πρώτη φορά ο Θοδωρής Γκόνης ως στιχουργός. Ήταν ακόμη μαζί μας ο Παναγιώτης Καλαντζόπουλος και ο Ρος Ντέιλι, ενόσω εγώ ήμουν μες στον ενθουσιασμό, αντιλαμβανόμενος τις δικές μου καταβολές. Ήταν μια παλινδρόμηση μετά από το δίσκο «Πρώτο βράδυ στην Αθήνα» που είχα κάνει. Θα τραγουδούσε ο Παπάζογλου, αλλά μετά άλλαξε γνώμη και ψάχναμε φωνή ανδρική μαζί με τον Πατσιφά. Έτσι καταλήξαμε στον Λιδάκη και τη Γλυκερία με τον Πατσιφά να μου λέει «Παιδί μου, να τα πεις εσύ». Μετά από τρεις μέρες, πέθανε ο Πατσιφάς κι έμεινα μετέωρος για ένα διάστημα. Ευτυχώς οι υπόλοιποι σεβάστηκαν την επιθυμία του, αφού ο Πατσιφάς εξακολουθούσε να λειτουργεί κάπως σαν φάντασμα.

Στη «Μάρθα» χρησιμοποιείτε δύο τραγουδιστές που απέχουν απ’ το λεγόμενο «mainstream», την Ειρήνη Δερέμπεη και τον Τάσο Αποστόλου.

Ο Τάσος είναι λυρικός τραγουδιστής με ευαισθησία απέναντι σε ένα πιο έντεχνο ρεπερτόριο. Η Ειρήνη είναι κατεξοχήν παραδοσιακή τραγουδίστρια. Θα’ναι έκπληξη τώρα λόγω των μονωδιών που της δόθηκαν.  Η ίδια η μουσική μού υπαγόρευσε αυτούς τους ερμηνευτές, όπως μου υπέβαλλε και τα όργανα, γι’ αυτό άλλωστε και δεν θα τραγουδήσω εγώ. Ο ρόλος του ποιητή ανήκει στον Τάσο, όπως ανήκε στον Τάση Χριστογιαννόπουλο κατά το πρώτο ανέβασμα του έργου προς διαδικτυακή χρήση εν μέσω covid. Με αφορμή την επέτειο από την Ελληνική Επανάσταση το έργο τώρα βγαίνει στο φως. Θεωρώ ότι έγινε μια ωραία διανομή αξιοποιώντας και τη σκηνική παρουσία των συντελεστών.

Το «Γρήγορα η ώρα πέρασε» ήταν ένας απ’ τους τελευταίους δίσκους λόγιου τραγουδιού.

Δεν είναι σαφή τα όρια κάποιων όρων που μεταχειριζόμαστε. Μπορεί όντως να υπάρχουν στοιχεία λαϊκότητας και έντεχνου αλλά ένα έργο δεν ιδεολογικοποιείται. Μετά αρχίζει το ένα να αντιτίθεται στο άλλο και στις επιλογές σου. Το έζησα με την «Εκδίκηση της γυφτιάς» που έγινε σαν μια απάντηση στον μεγαλοϊδεατισμό της Μεταπολίτευσης. Αντιμετωπίζω το ελληνικό τραγούδι σαν ένα σώμα ολόκληρο και νομίζω πως παντού έχουν γραφτεί πολύ ωραία τραγούδια. Ο δημιουργός δεν είναι ένα μονοσήμαντο πράγμα κι έχει δικαίωμα στις μεταμορφώσεις, όμοιες με τις μετατροπίες της μουσικής. Ο Μπιθικώτσης, ας πούμε, καταχωρήθηκε στο λαϊκό ρεπερτόριο, ενώ ήταν ευρύτερος ερμηνευτής. Εντάξει, δεν έλεγε γερμανικά λιντ, αλλά τραγουδούσε ποίηση με επάρκεια.

Θα σας δούμε κι εσάς στη σειρά ντοκιμαντέρ με την ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας;

Με κάλεσαν και μένα, αλλά ομολογώ πως δεν πήγα. Δεν εμπιστεύομαι την τηλεόραση. Αν κάνει κανείς ένα εγχείρημα, πρέπει να είναι σοβαρό και να έχει προηγηθεί έρευνα μακροχρόνια. Θεμιτό είναι, βέβαια, δεν λέω να μη γίνει, αλίμονο, απλά η τηλεόραση συνήθως πετσοκόβει. Δεν μου ταιριάζει αυτή η εξουσία της τηλεόρασης.

Γνωρίζω πως δεν είστε άνθρωπος των τυμπανοκρουσιών, αλλά θα ήθελα ένα σχόλιο σας για τα Τέμπη και τις συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας.

Δεν θέλω να διακινδυνεύω πράγματα που ενίοτε χρησιμοποιούνται μικροπολιτικά. Με ρωτάνε αν θα κατέβω στη διαδήλωση και το βρίσκω πολύ προσωπικό θέμα. Δεν αισθάνομαι λόγω επωνυμίας πως είμαι κάνα πρότυπο. Πηγαίνω όπως κάθε πολίτης που δεν το ξέρουμε. Έτσι θέλω να΄μαι χαμένος μες στο πλήθος, κατέβω – δεν κατέβω. Εδώ έχουμε μια ουσιαστική λαϊκή αντίδραση για λόγους πολιτισμού. Δεν θίγεται ένα κομμάτι πολιτικό μόνο, αλλά και πολιτιστικό – πολιτισμικό έχοντας να κάνει η αντίδραση του κόσμου με τόσους θανάτους. Δεν είναι μια απλή διαδήλωση όλο αυτό το τελετουργικό.

Για τη διαβόητη διάλυση της Αριστεράς τι θα λέγατε;

Δεν τη βλέπω και τόσο διαβόητη. Βοά ότι δεν είναι διαβόητη! Μου φαίνεται φυσική συνέπεια, δεδομένης μιας παράδοσης φαγωμάρας μέσα στα προοδευτικά κινήματα, όπως ιδεοληψίες από μια ομάδα εις βάρος της άλλης κλπ. Σέβομαι το τι πρεσβεύει ένας άνθρωπος, ακόμη και μια ομάδα. Προέρχομαι από μία σιωπή και μέσω της μουσικής προσπάθησα να έχω μία παρουσία με ειλικρίνεια και μιας πιο βαθιάς πίστης σε κάτι. Μην ξεχνάμε πως εγώ ερχόμουν και από έναν άλλο κόσμο κι εκείνη την εποχή δεν μου πήγαινε να υιοθετήσω ιδέες, οι οποίες τελικά θα εφαρμόζονταν κατά το λιγότερο δυνατό. Βρέθηκα νωρίς σ’ ένα περιβάλλον πιο επιλεκτικό απέναντι σε στρατεύσεις. Παρέμεναν οι ιδέες και άλλαζαν οι συμπεριφορές. Έβλεπα τον εαυτό μου ανάμεσα σε τροτσκιστές, μαοϊκούς κλπ. σαν μια φοινικιά, κάτι εξωτικό. Κι αυτό κέρδος το θεωρώ για τον εαυτό μου. Η μεγαλύτερη πολιτική πράξη που μπορώ να κάνω είναι η βελτίωση του εαυτού μου.

Τι ρόλο έπαιξε τελικά η σιωπή στη ζωή σας;

Είναι μια παρεξηγημένη έννοια η σιωπή και πολύ ευαίσθητο πράγμα ο δημόσιος λόγος. Συχνά ένας αφασικός λόγος εκφέρεται ως δημόσιος. Είναι σαν να μην ξέρουμε για ποιο πράγμα μιλάμε, αφού για τα πάντα, είτε μιλάς για πολιτική, είτε για τέχνη, είτε για επιστήμη, πρέπει να ξέρεις και την ανάλογη ιστορία τους. Με το να μιλάς επί παντός επιστητού δημιουργείται ένας θόρυβος, παραμορφωτικός των πραγμάτων. Όταν γράφεις ένα τραγούδι νιώθεις σαν να ανοίγει ένα παράθυρο και βλέπεις πιο φωτεινά τα πράγματα. Σκέψου να το συσκοτίζεις διαρκώς χωρίς λόγο. Είχε κάνα δημόσιο λόγο ο Σολωμός, είχε δώσει 300 συνεντεύξεις; Πάντα στα έργα ανατρέχουμε για να παρηγορηθούμε. Είναι σαν να σ’ ενδιαφέρει ο Ευριπίδης που λένε μέχρι σήμερα ότι τον απατούσε η γυναίκα του. Ας τον απατούσε, τι να κάνουμε τώρα; (γέλια)

Μια ρηχή ερώτηση τελευταία: Τι κάνετε κι έχετε τόσο πυκνό μαλλί σαν να είστε 30 χρονών;

Όποτε με έβλεπε ο Γιάννης Μαρκόπουλος μου φώναζε: «Δεν έχεις ούτε μια άσπρη τρίχα». Δεν ζει, βλέπεις, για να του πω ότι έβγαλα άσπρες τρίχες. Ίσως έχει να κάνει με τη μουσική παραδοσιακού ύφους που γράφω, η φύτρα μου δηλαδή μπορεί να συμβολίζει και τη ρίζα μου. 

* Η συνέντευξη με τον Νίκο Ξυδάκη πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του στον Λυκαβηττό και ένα μεγάλο μέρος της δημοσιεύθηκε με το ένθετο Docville της εφημερίδας Documento.

Πέμπτη 10 Οκτωβρίου 2024

Το αγαπημένο τραγούδι της Όλιας Λαζαρίδου είναι ο «Γυάλινος κόσμος» με τον Στέλιο Καζαντζίδη - Μία εκ βαθέων συνέντευξη με την ηθοποιό από το 2018

Ως φοιτητής κινηματογράφου γνώρισα την Όλια Λαζαρίδου μέσα από τη ''Γλυκιά συμμορία'' του Νίκου Νικολαΐδη και την ''Παραγγελιά'' του Παύλου Τάσιου. Συχνή και σημαντική παρουσία στον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο, μέλος μιας ανήσυχης παρέας καλλιτεχνών που περιλάμβανε σκηνοθέτες και ηθοποιούς, ποιητές και μουσικούς, αγρίμια κι αγριμάκια. Η ίδια πιστεύει πως το ελληνικό σινεμά των χρόνων εκείνων ήταν αμήχανο και άχαρο. Κάπου λογικό να το λέει μία ηθοποιός που ταυτόχρονα συνεργαζόταν με την αφρόκρεμα των σκηνοθετών του ελληνικού θεάτρου, από τον Ζιλ Ντασέν και τη Μάγια Λυμπεροπούλου μέχρι τον Λευτέρη Βογιατζή και τον Βασίλη Παπαβασιλείου. Η Όλια Λαζαρίδου διαθέτει την πιο ωραία μελαγχολική φωνή – σαν όνειρο τη θυμάμαι τώρα και στα ”Παραμύθια της Κούκλας” το 1983 στην κρατική τηλεόραση. Το 2011 είχα την τύχη να τη δω στο δικό της ”+Κορίτσι Μπαταρία-”, που παρουσίασε μέσα στον ισόγειο χώρο μιας κολωνακιώτικης πολυκατοικίας. Ποιητική φιγούρα, μάτια πράσινα, γυναίκα ”ανοιχτόχρωμη”, ικανή να σε παρασύρει στο ατομικό της ηλεκτρικό φορτίο. Αναρωτήθηκα, λίγο πριν τη συναντήσω ένα απόγευμα στην πλατεία Μαβίλη, αν θα συνομιλήσω με έναν σνομπ άνθρωπο. Καθόλου δεν είναι σνομπ η Λαζαρίδου! Αν ήταν δηλαδή, δεν θα ανοιγόταν τόσο πολύ στη συνέντευξη που θα διαβάσετε: Διότι δεν μιλήσαμε τελικά μόνο για θέατρο και κινηματογράφο, αλλά και για πολλά άλλα πράγματα, που άπτονται της ευρύτερης φιλοσοφίας της και αντίληψης για τον κόσμο και τους ανθρώπους. 

Χαιρετώ την ηθοποιό με την ωραιότερη φωνή στο ελληνικό θέατρο! Να μην ξεκινήσουμε, λέγοντας πως ο πατέρας σας υπήρξε ραδιοφωνικός εκφωνητής;

Ο πατέρας μου ήταν ιδιωτικός υπάλληλος, αλλά και εκφωνητής. Φίλος του Οικονομίδη επίσης. Εγώ γεννήθηκα στο Κολωνάκι, Πλουτάρχου, και προτιμούσα να λέω ότι ο μπαμπάς μου ακούγεται από το ραδιόφωνο παρά το ότι ήταν υπάλληλος. Μου φαινόταν πιο χάι το άλλο! Είχε πολύ ωραία φωνή ο πατέρας μου!

Θα ήθελα να τη φέρετε τώρα στο μυαλό σας και να μου την περιγράψετε.

Ήταν μια ωραία βαθιά φωνή. Θύμιζε τον Χορν. Ήταν και λίγο θεατρίνος! Ερχόταν να με πάρει από το σχολείο, το Αρσάκειο που πήγαινα τότε, με κάτι κασκέτα και καρό σακάκια. Ήταν σαν τον Κάρι Γκραντ, αυτό το στυλ. Θυμάμαι ότι κατέβαιναν τα κοριτσάκια για να τον δουν με το ανοιχτό αυτοκίνητο του, που ήταν κάτι τότε. 

Μοναχοκόρη είσαστε;

Έχω μία αδερφή ετεροθαλή από το δεύτερο γάμο του πατέρα μου, που δεν έχουμε ζήσει μαζί. Εκ των υστέρων μεταξύ μας τα «φτιάξαμε» μόνες μας και σήμερα είμαστε πολύ καλές φίλες. Πρόκειται για μια κοπέλα ψηλή, ξανθιά, πολύ όμορφη που εργάζεται ως δημοσιογράφος. Η μαμά μου ήταν Αθηναία που μικρή έκανε πολλές δουλειές και μετά άνοιξε μια μπουτίκ ρούχων στη Βαλαωρίτου. Θυμάμαι ότι πήγαινα να τη δω και δίπλα, στη Βουκουρεστίου, ήταν το δισκάδικο της Ρηνιώς Παπανικόλα που δούλευε και ο Αντώνης Καφετζόπουλος. Αγόραζα δίσκους και από τότε γνωρίστηκα με τον Αντώνη. 

Έχετε μεγάλη σχέση με τη μουσική, αν λάβουμε υπ’ όψιν και τις κατά καιρούς συμπράξεις σας με συγκροτήματα.

Στην πραγματικότητα, αν ξαναγεννιόμουν θα ήθελα να είμαι μουσικός. Να γράφω τραγούδια και να βγαίνω να τα τραγουδάω, γιατί θεωρώ ότι είναι η πιο αγνή και η πιο άμεση τέχνη.

Εγώ πάλι θα τη χαρακτήριζα την πιο δύσκολη τέχνη. Μου φαίνεται αδιανόητη η έμπνευση να σκαρώσεις μια μελωδία.

Η μουσική έχει πνευματικότητα, ξέρετε. Δεν είναι σαν το θέατρο που περνάς από διάφορα μονοπάτια μέχρι να αγγίξεις την ύψιστη πνευματικότητα.

Εσείς θα λέγατε ότι την αγγίξατε ποτέ την πνευματικότητα αυτή;

Όχι. Είναι πολύ δύσκολο να το πεις αυτό και νομίζω πως η τέχνη και το θέατρο εκφράζουν τη νοσταλγία του να αγγίξεις την τελειότητα.

Το προσπαθείτε ωστόσο.

Εννοείται. Και ποιος καλλιτέχνης δεν θα τό’θελε; Γενικά όμως πιστεύω πως η τέχνη εκφράζει τη λαχτάρα και τη νοσταλγία γι’ αυτό που δεν μπορείς να ”πιάσεις”. Αυτό το νοσταλγικό τραγούδι, ένα ”blues” είναι ακριβώς η τέχνη.

Τι τραγούδια ακούγατε μικρή;

Σαρλ Αζναβούρ, Ρενάτο Καροζόνε και μετά ως φυσικό ελληνικό επακόλουθο Γιάννη Πάριο κλπ. Δεν μεγάλωσα στο σπίτι, όμως. Ήμουν στο Αρσάκειο και μετά εσωτερική στο κολλέγιο, γιατί είχαν χωρίσει οι γονείς μου. Έβγαινα τα σαββατοκύριακα. 

Κάπου θα τη θέλατε και την απόδραση, δεν είναι σαν το σπίτι σου που ναι μεν στερείσαι πράγματα, αλλά έχεις τη σιγουριά μιας εστίας.

Τα σχολεία αυτά προετοίμαζαν ανθρώπους να αναλάβουν θέσεις – κλειδιά σε πόστα εξουσίας. Είναι ένας πάρα πολύ στενός κόσμος αυτός της εξουσίας και άχρηστος για έναν καλλιτέχνη. Αντίθετα, οι άνθρωποι που συναναστράφηκα μετά ήταν αναζητητές του απόλυτου, των απόλυτων μεγεθών της ζωής από τη σκοτεινή τους πλευρά, βέβαια. Μιλάω για φίλους και την περιοχή των Εξαρχείων που κινήθηκα πολύ. 

Κάνατε και μία δράση για τα παιδιά της κοινότητας ”18 Άνω”, δεν είναι έτσι;

Ναι, αλλά πολύ αργότερα. Εκεί πήγα για τη Μάτσα, που τη θεωρώ σημαντικό πρόσωπο, όπως και γιατί είχα περάσει κοντά από ανθρώπους, οι οποίοι είχαν σχέση με τα ναρκωτικά. Ήξερα το βάσανο των παιδιών, ξέροντας και το βάσανο των φίλων μου. Τό’χα ζήσει έστω απ’ το πλάι και με την Κατερίνα (σ.σ. τη Γώγου) και με την κόρη της, τη Μυρτώ. Ενδιαφέρθηκα από νωρίς να μάθω την άλλη πλευρά της ζωής, εκεί που δεν είχα πάει. Θυμάμαι να παίζουμε στη ”Φιλουμένα Μαρτουράνο” κι όταν τελειώναμε, να τους παρακαλάω να πάμε στα τελευταία σκυλάδικα. Είχα τρομερή περιέργεια να ανακαλύψω πράγματα που δεν ήξερα. 

Σας αποτύπωσε ωραία ο Παύλος Τάσιος στην ”Παραγγελιά” με τα μακριά μαλλιά και με την τσίχλα στο στόμα.

(γελάει) Ακόμα και μέσα απ’ αυτές τις αναζητήσεις μου, καταλάβαινα ότι μιλούσε μέσα μου ο καλλιτέχνης. Ρε παιδί μου, θέλω μια σφαιρική αντίληψη της ζωής για να την κάνω κάτι μετά!

Σε ποια ηλικία όλο αυτό;

Από 23 μέχρι 30 κάτι. Στην εφηβεία αρχίζει και μας μιλάει λίγο ο εαυτός μας, δεν τον έχουμε γνωρίσει όμως. Πιο μετά, στη νεανική ηλικία, αρχίζεις και γνωρίζεις τον κόσμο, το γύρω – γύρω, ή και τον ίδιο σου τον εαυτό σε συνάρτηση με τον κόσμο. Συλλέγεις πληροφορίες. Τον εαυτό σου τον γνωρίζεις όταν είσαι έτοιμος για τη μεγάλη βουτιά κι όχι όταν είσαι ακόμη διπλωμένος από τις εντυπώσεις κι από τις εμπειρίες σου.

Πως ήταν η έφηβη Όλια Λαζαρίδου; Ευαίσθητη, εύθραυστη, σκληρή, αυστηρή;

Ήμουν αγρίμι. Κοιτώντας πίσω τώρα το καταλαβαίνω κι εγώ…Ήμουν ένα πλάσμα πολύ κλεισμένο εσωτερικώς, αρκετά σκληρή με τον εαυτό μου και με τους άλλους. Αγρίμι, όπως το είπα, αλλά με ένα πολύ εύθραυστο περίβλημα. Και, όντως, ήμουν εύθραυστη, κι ίσως γι’ αυτό έκλεισα πολύ, για να με προστατέψω. Αγριμάκι ήμουν. 

Το καταλάβαιναν οι άλλοι γύρω σας;

Οι κοντινοί μου πιστεύω ότι ήξεραν τις ”γωνίες” μου. Με τους γονείς μου είχαμε μια αρκετά απόμακρη σχέση. Δεν ξέρω να σας πω αν είχαν διαβλέψει στοιχεία του χαρακτήρα μου. Επειδή όταν βγήκα απ’ τα σχολεία δεν ήξερα που να πατήσω, ακολούθησα εξ αρχής έναν πολύ ιδιοσυγκρασιακό δικό μου δρόμο. Έμεινα μόνη μου, πήγα στη Γαλλία, μετά νοίκιασα σπίτι…Πατούσα στο δικό μου μονοπάτι κι έφτιαχνα, αυτό γινότανε. 

Με την απόσταση των χρόνων, πιστεύετε πως επειδή ακριβώς προέρχεστε από ένα στέρεο αστικό περιβάλλον, είπατε κάποια στιγμή να αυτονομηθείτε;

Τό’χω σκεφτεί αυτό που λέτε, μην κάνω δηλαδή τον τσάμπα μάγκα. Νόμιζαν μες τα χρόνια πως επειδή ήμουν επιλεκτική, ήμουν και ζάπλουτη. Αυτό δεν ισχύει. Δεν ήμουν και χωρίς τίποτα όμως πίσω μου, υπήρχε η αίσθηση πως ότι και να συμβεί, δεν θα βρεθώ και στο δρόμο. Πιθανώς αυτό να μου έδωσε την ασφάλεια να είμαι αριστοκρατική στην τέχνη μου. Παρ’ όλα αυτά, το στοιχείο του ”πρίγκιπα – αλήτη” υπάρχει μέσα μου. Αυτό μου αρέσει στην πραγματικότητα, είναι στοιχείο του χαρακτήρα μου.  

Και η θητεία στο Τέχνης του Κουν πάλι ολόδική σας απόφαση ήτανε. Πως προέκυψε όμως;

Τι να σας πω, δεν ξέρω…Δεν ήταν κάτι που το έλεγα από μικρή. Το έχω συναντήσει αυτό πολλές φορές στη ζωή μου, να μην σχεδιάζω πράγματα και εκ των υστέρων να βλέπω ότι βγαίνουν μπροστά μου σε έναν καλά προσχεδιασμένο δρόμο. Δεν είναι ότι τα σκέφτομαι εγκεφαλικά, δρω ενστικτωδώς, σχεδόν υπνοβατικά. 

Κάποιοι πιο ειδήμονες λένε πως όταν ένα ταλέντο κοιμάται και ξαφνικά ξυπνάει αυτόματα, εκεί μπορεί να έχουμε έναν σπουδαίο καλλιτέχνη.

Αυτό που έλεγα: Τίποτα δεν προσχεδίαζα. Στου Κουν τότε ήταν ο Λαζάνης, η Ρένη Πιττακή. Ο ίδιος ο Κουν ζούσε ακόμη, αλλά είχε αποσυρθεί, δεν σκηνοθετούσε. Υπήρχε σαν απόηχος. Τον πρώτο χρόνο ήμουν αλλού γι’ αλλού, δεν επικοινωνούσα. Ξαφνικά, στο δεύτερο έτος, κάτι έγινε και ξύπνησα! Δόθηκα, κατάλαβα ότι μού νοηματοδοτήθηκε όλο αυτό το πράγμα. Έγινε μέσα μου το κλικ και μέχρι το τέλος της σχολής, ήμουν εκεί 1.000%.

Να υποθέσω ότι εν τη απουσία του Κουν, το κλίμα θα ήταν χαλαρό στη σχολή.

Καθόλου! Εμένα με κατέτρεχε εκεί το γεγονός ότι πήγα ως πρώην κολεγιόπαιδο. Θυμάμαι μια μέρα που με σχολίασε ο Λαζάνης, του τύπου: ”Αυτό το στυλάκι σου, το επιμελώς ατημέλητο”…Πήγα να πεθάνω, έκοψα το μαλλί κοντό, γουλί σχεδόν, εκεί που είχα μακριά ξανθά μαλλιά σαν νεράιδα. Άρχισα να ντύνομαι χύμα, να φοράω τα ταγαρέ, που ήταν της μόδας, για να χαθώ μες την ομοιομορφία και να μην ξεχωρίζω. Με θυμάμαι ακόμη να δίνω συνεντεύξεις και να μη λέω ότι πήγαινα κολέγιο. Κι η μάνα μου να ωρύεται, να μου λέει ”Δώσαμε τόσα λεφτά για να πηγαίνεις στο κολέγιο κι εσύ ντρέπεσαι να το πεις τώρα;” 

Από ποια ηλικία αρχίσατε να δίνετε συνεντεύξεις;

Ε, εκεί, οι πρώτες μου, με τις πρώτες παραστάσεις που συμμετείχα και με τους πρώτους ρόλους που πήρα.

Στο Θέατρο Τέχνης πρωτοβγήκατε στη σκηνή;

Ναι, στον ”Υπηρέτη δύο αφεντάδων” του Γκολντόνι με τον Αρμένη και μετά στο ”Φιόρο του Λεβάντε” του Ξενόπουλου. 

Σας εξέφραζε το εν λόγω ρεπερτόριο;

Τότε ήμουν εκστασιασμένη, διάβαζα πολύ. Από μικρή διάβαζα. Όσο δε διάβαζα στα μαθήματα, διάβαζα συνέχεια μυθιστορήματα, λογοτεχνία και ποίηση.

Είστε και μία λογοτεχνική φιγούρα, θα έλεγα, αν με καταλαβαίνετε.

(γελάει) Την αγαπώ πολύ τη λογοτεχνία…

Εκεί θα φτιάξατε και τις παρέες σας.

Γενικά δε θα έλεγα ότι οι περισσότεροι κοντινοί φίλοι μου είναι ηθοποιοί. Πάντα ήμουν με το ένα πόδι στον κόσμο του θεάτρου, εκτός σκηνής εννοώ. Με το άλλο ήθελα να ζω πιο ιδιωτικά, να είμαι πιο προφυλαγμένη. Ίσως να είναι φοβία, δεν ξέρω…Πάντως δεν αισθάνομαι ότι ταυτίστηκα ποτέ απόλυτα με το θέατρο και τον κόσμο του. 

Υπήρξαν ποτέ παρεμβατικά τα ΜΜΕ στη διάρκεια της πορείας σας;

Ναι, στην αρχή. Κάποια στιγμή όταν έπαιξα στο ”Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ” ήταν η πρώτη φορά που γινόμουν γνωστή με τον Ζιλ Ντασέν κλπ. Με πήρε μετά ο Ντασέν στο Εθνικό κι έπαιξα σ’ ένα έργο του Μπέρναρντ Σο, το ”Σπίτι του σπαραγμού”. Έγινα πρωταγωνίστρια, μπήκα σε υψηλή κλίμακα μισθοδοσίας και στη φάση που είσαι μικρός και περιζήτητος και σε θέλουν όλοι. Είχα τρομάξει πάρα πολύ! Θυμάμαι ότι καθόμουν κι έτρωγα ένα πιάτο φακές και με παίρνουν τηλέφωνο από το δέκατο περιοδικό για συνέντευξη. Δίνω μια και σπάω το τηλέφωνο! Είχα φρίξει! Δεν μου ταίριαζε όλη αυτή η έκθεση! Αργότερα ήθελε ο Ντασέν να κάνουμε μία εμπορική παράσταση σε ένα θέατρο του κέντρου. Με φώναξε στο σπίτι του να συζητήσουμε κι ενώ θα μπορούσα να είχα γίνει θιασάρχης, του είπα το εξής: ”Κύριε Ντασέν, σας αγαπώ, σας λατρεύω, αλλά θα ήθελα να πάω στη Γαλλία να μάθω περισσότερα για το θέατρο, ν’ ακολουθήσω μια πιο εναλλακτική διαδρομή”. Προς τιμήν του, διότι ήταν σπουδαίος άνθρωπος ο Ντασέν, γύρισε και μου είπε: ”Κοριτσάκι μου, ξέρεις πόσο θα σε ήθελα κοντά μου, αλλά σήκω φύγε καλύτερα”…Και με τη Μελίνα είχαμε πολύ αγαπησιάρικη σχέση, αν και όχι τόσο στενή όσο με τον Ντασέν. Η Μελίνα είχε μεγάλη γενναιοδωρία για τους μικρότερους ως χορτασμένη. 

Στη Γαλλία πόσο μείνατε τελικά;

Ένα χρόνο. Ήταν καλά, είδα πράγματα πολλά. Πήγαινα στη σχολή του Βιτέζ κι έμενα σε μια φίλη μου. Ζούσα ξανά τη ζωή του φοιτητή. Με την επιστροφή μου, ακολούθησα άλλη διαδρομή. Δούλεψα με τη Μάγια Λυμπεροπούλου στο ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, με τον Παπαβασιλείου, τον Βογιατζή, τον Τερζόπουλο…

Προτεραιότητα είχατε το θέατρο, σίγουρα, αλλά ευρέως γνωστή γίνατε από τον κινηματογράφο. Δεν φαντάζομαι να το σνομπάρετε το σινεμά.

Όχι, δεν το σνομπάρω, απλά ήταν η εποχή που γίνονταν πολλές ταινίες. Ήταν μια αρκετά άχαρη περίοδος…

Ξέρετε τι έχω ακούσει για σας να λένε; ”Η Λαζαρίδου ήταν τυχερή, της έκατσαν οι ταινίες τη δεκαετία του ’80”…

Αυτό είναι το θέμα, γι’ αυτό και ήμουν επιλεκτική συν το ότι μου αρέσει η ποιητική πλευρά της ζωής, όπως το είπατε πριν. Το θέατρο είναι ο χώρος που αυτό μπορείς να το βρεις περισσότερο.

Είναι άχαρο το σινεμά και σαν βιομηχανία;

Εξαρτάται. Έχουν γίνει υπέροχες ταινίες που θα έλεγα ”Αχ, πως θά’θελα να παίξω”, ειδικά των τελευταίων χρόνων. Από ξένες μπορώ να σας πω άπειρες. Η εποχή εκείνη ήταν άχαρη γιατί οι σκηνοθέτες μας ήταν χαμένοι μέσα στις εγωκεντρικές και υπαρξιακές τους αναζητήσεις. Με θυμάμαι να λέω ”Ρε παιδιά, δώστε μου ένα ρόλο συγκεκριμένο, μια νοσοκόμα, μια εργάτρια, όχι κάτι χαρακτήρες που περπατάνε και πάνε και πάνε…” (γέλια) 

Θα εξαιρούσατε τον Θόδωρο Αγγελόπουλο απ’ αυτό;

Εντάξει, μιλάω για τους άλλους που δεν ήταν Αγγελόπουλοι. 

Κι εσείς σαν τον Σαββόπουλο, λοιπόν, που έγραψε για τους ”τριγύρω σκηνοθέτες που οδήγησαν μια γενιά στα πιο βαθιά χασμουρητά”…

Κάτι θα είδε για να το πει κι αυτός, κάτι θα ένιωσε…Απ’ την άλλη, όμως, γυρνώντας πίσω τώρα, είχε μόχθο ο ελληνικός κινηματογράφος.

Κι εσείς παίξατε σε οριακές ταινίες: Νικολαΐδης, Τάσιος, Βακαλόπουλος.

Δε νοσταλγώ γενικά, δεν το έχω αυτό. Ότι αγαπώ, το περιέχω ως ζωντανό, οπότε δε μου χρειάζεται να το νοσταλγήσω. Εντάξει, μεγαλώνοντας, κάνω έναν απολογισμό των συνεργατών και φίλων που χάθηκαν κι ένα ”δάγκωμα” που και που το νιώθω…Αλίμονο, άνθρωποι είμαστε, πράγματα όμως που έχω κάνει γενικά δεν τα νοσταλγώ. 

Παράλληλα κάνατε και θέατρο.

Μα τώρα κλείνω σαράντα χρόνια στο θέατρο, ίσως και παραπάνω, αν τα μετρήσεις. Ούτε κι εγώ δεν το πιστεύω!

Ποιες διαφορές επισημαίνατε στην εργασία των θεατρικών με τους κινηματογραφικούς σκηνοθέτες;

Είναι διαφορετικές τέχνες. Το σινεμά είναι laboratory, δουλειά εργαστηρίου. Με κούραζαν τα γυρίσματα, γιατί – η Τζόαν Κρόφορντ τό’χε πει αυτό νομίζω – ”Its all about waiting”, πρέπει δηλαδή να περιμένεις πολύ. Θυμάμαι τις ατέλειωτες ώρες σουρσίματος και να πρέπει να είσαι ακμαίος για τη μία στιγμή του πλάνου. Σίγουρα θα είχα και τις εντάσεις μου, αλλά δε θυμάμαι κάτι συγκεκριμένο, οπότε δε θα ήταν και κάτι σοβαρό…

Στην τηλεόραση παίξατε για βιοπορισμό;

Καταρχάς έμπαινα σε πράγματα που μου έλεγαν κάτι, τα έβρισκα ενδιαφέροντα, αλλά, ναι, και για βιοπορισμό.

Έχετε βραβευτεί και για την τηλεόραση, πάντως.

Ναι, μπράβο, τό’χα ξεχάσει (γέλια) Να πω την αλήθεια, δεν μου λένε κάτι τα βραβεία. Χαίρομαι σε ανθρώπινο επίπεδο και το θεωρώ τιμή μου, που κάποιοι σκέφτηκαν να με βραβεύσουν, αλλά μέσα μου ουσιαστικά υπάρχει ένας πολύ αυστηρός κριτής! Με αυτόν συνομιλώ εγώ και απ’ τη μία αυτός συνομιλεί μαζί μου, απ’ την άλλη όμως με όλους αυτούς, εξωτερικώς, που εγώ θεωρώ δάσκαλους μου. Ανθρώπους, ας πούμε, που μπορεί να μην τους γνώρισα καν. Συνομιλώ με τον Χατζιδάκι κι ας μην τον συνάντησα ποτέ μου. Λέω καμιά φορά: ”Μωρέ, αν ερχόταν ο Χατζιδάκις και τό’βλεπε αυτό, θα του άρεσε;”

Δεν είναι βασανιστικό όλο αυτό;

Βρε Αντώνη, η αλήθεια είναι πως η τέχνη αυτή που κάνουμε έχει πολύ μεγάλα βάθη. Είναι σαν αυτό που ερωτήθηκα στην αρχή: Να οδεύεις προς τα κει που ξέρεις ότι δεν θα φτάσεις μόνο και μόνο για τη νοσταλγία του απόλυτου. Δεν θα γίνεις ο Ντοστογιέφσκι, αλλά η σκέψη ότι υπήρξε και κάπου υπάρχει στο βάθος ο Ντοστογιέφσκι, σε κάνει να συνομιλείς μαζί του. Όταν ήμουν στη Γαλλία και παρακολουθούσα πολλά πράγματα, ένιωθα δέος που ανήκα σε μία τέχνη με τέτοιες εκτάσεις και βάθη. 

Έχετε καταρρεύσει ποτέ από το βάρος της αναζήτησης των πραγμάτων;

Πολλές φορές. Από κει πήρα όλη τη δύναμη που έχω στη ζωή μου. Είχε προηγηθεί κάτι. Είχα βρει ένα τοίχο μπροστά μου για να κάνω το άλμα προς την άλλη μεριά. Τα τελευταία χρόνια νομίζω ότι έχω ηρεμήσει, δεν γίνονται πια πολλοί κλυδωνισμοί…Μπορεί το βαπόρι να πηγαίνει προς την τρικυμία, αλλά ξέρω βαθιά μέσα μου πως θα την ξαναβρεί τη γαλήνη.

Έχει να κάνει με την εμπειρία και την ωρίμανση σας.

Με όλα αυτά. Έχω γειωθεί μες την ελπίδα και αυτό ήθελα να πριμοδοτώ πάντα, την πορεία προς το φως. 

Μου αρέσει που αναγράφετε στο facebook ότι είστε παντρεμένη. Λέτε και το ονοματεπώνυμο του συντρόφου σας. Αλλάζατε συχνά στη ζωή σας ερωτικούς συντρόφους;

Ήμουν ένα παιδί της γενιάς του ’70 και του ’80, τότε που ζούσαμε μια άλλη κατάσταση σε σχέση μ’ αυτό. Μια πιο ελευθεριάζουσα εποχή κι εγώ είχα κάποιες σχέσεις. Επιθυμούσα τη σταθερότητα, αλλά δεν μπορούσα να την διεκδικήσω. Είχα την ανάγκη για μία εστία.

Όπως όλοι οι άνθρωποι.

Δεν ξέρω, δεν μπορώ να μιλήσω εξ ονόματος όλων. Κάθε άνθρωπος είναι δικό του ποίημα, αλλά εγώ σίγουρα την ήθελα και την ίδια στιγμή την κλοτσούσα. Έκανα δηλαδή ότι την περιφρονώ τη σταθερότητα.

Έχετε πονέσει απ’ αυτό;

Εννοείται. Μια γνώση ήταν κι αυτό! Εκ των υστέρων θα έλεγα το εξής: Ο πόνος της ερωτικής απώλειας είναι πολύ συχνά ένας τραυματισμός του Εγώ μας. Δεν είναι σαν τον αμετάκλητο πόνο του θανάτου, μία τελείως διαφορετική συνθήκη. Στο θάνατο συνειδητοποιείς πως ο άλλος παύει να υπάρχει σαν σχήμα και δεν θα τον ξαναδείς, ούτε εσύ, ούτε κανείς άλλος στη ζωή αυτή. Αναγκάστηκα να φαρδύνω για να χωρέσουν μέσα μου όλοι οι άνθρωποι που έχασα και να τους περιέχω. Να σας πω και κάτι άλλο σκληρό; Ανθρώπους, για τους οποίους χτυπιόμουν ερωτικά, σήμερα δεν τους περιέχω καθόλου. Αντίθετα, αυτοί με τους οποίους είχα μια πιο ήπια και λιγότερο ”θεαματική” σχέση, υπάρχουν ακόμη μέσα μου. Το παν είναι να συνειδητοποιήσουν όλοι οι άνθρωποι στην πορεία τους πως η πάλη μονίμως δίνεται με το Εγώ. 

Εσείς δεν φαίνεστε άνθρωπος, πάντως, που παλέψατε με το Εγώ σας.

Μην το λέτε! Στην τέχνη μου μόνο, επειδή την είχα πιο ψηλά από μένα και την αντιμετώπιζα με θρησκευτικότητα, ένιωθα την ανάγκη να την υπηρετήσω. Ακόμα κονταροχτυπιέμαι κι εγώ με βαθύτερα πράγματα, δεν λέω ότι άγιασα ξαφνικά.

Ωστόσο, μια που λέτε ”άγιασα”, θα ήθελα να σχολιάσω ότι δημοσιοποιείτε τις θρησκευτικές πεποιθήσεις σας με μία ποιητική διάσταση, δίχως ίχνος διδακτισμού.

Ακούστε, οτιδήποτε φύγει από την ουσία και γίνει ιδεολόγημα, ξαφνικά ρηχαίνει. Είμαι πολύ προσεχτική και όποτε μιλάω για τέτοια θέματα, αναφέρομαι στη συγκίνηση που εγώ νιώθω μέσα σ’ αυτά, προσπαθώντας ν’ αποφύγω οποιαδήποτε ιδεολογική χροιά. Όταν τα πράγματα ιδεολογικοποιούνται, χωρίζουν τους ανθρώπους, μπαίνουν μέτωπα και οι άνθρωποι δεν είναι για να χωρίζονται. Εδώ λέμε να μπορέσουμε να τους χωρέσουμε όλους μέσα μας, αν είναι δυνατό, μέχρι να πεθάνουμε! Βέβαια αν αισθανθώ ότι ο άλλος προσπαθεί να μου περάσει τη δική του ιδέα ή να μου κάνει προσηλυτισμό, κλείνω με αμπάρες, με κερκόπορτες. 

Πότε νιώσατε να έχετε έντονη θρησκευτική συνείδηση;

Μετά από πολύ μεγάλα τράκα. Όταν βάρεσα κουτουλιά στον τοίχο, που έλεγα πριν, και αναγκάστηκα να κάνω το δικό μου άλμα προς την άλλη μεριά. Αν δεν τό’χα κάνει μπορεί να είχα πέσει στα ναρκωτικά ή σίγουρα να έχανα την πορεία μου προς το φως. Δεν αναζήτησα, υπήρχε κάτι μέσα μου και μου βγήκε.

Να τολμήσω να ρωτήσω αν είχατε μεταφυσική εμπειρία;

Δεν θα ήθελα να κάνουμε μια τέτοια συζήτηση, αλλά θα σας πω ότι όχι, δεν είχα μεταφυσική εμπειρία. Αυτά τα πράγματα έρχονται και σε βρίσκουν μόνα τους, δεν τα βρίσκεις εσύ. Δεν ξέρω πως να το ονομάσω, είναι σαν να ανταποκρίνεται σε κάτι η ψυχή σου. Αυτή τη θεία φωνή ή τη φωνή του Θεού – ονομάστε την, όπως θέλετε – εγώ την ακούω απέναντι στον πόνο. Λέω ”Για να υπάρχει αυτό, δε μπορεί να μην υπάρχει και το άλλο, το Καλό” κι αυτό το λιώσιμο που νιώθω μες την ψυχή μου είναι η απόλυτη επαφή μου με το θεϊκό στοιχείο. Υπάρχει η επιθυμία να ενωθούν τα πάντα και να λουστούν από το φως του Ελέους, σαν να φύγουμε όλοι αγκαλιασμένοι, δεν ξέρω αν με καταλαβαίνετε. 

Πως θα τα άκουγε όλα αυτά, πιστεύετε, η φίλη σας η Κατερίνα Γώγου; 

Η Κατερίνα το εμπεριείχε αυτό το πράγμα, πολύ. Στα τελευταία της κείμενα έγραψε ότι αγαπούσε πολύ τον Χριστό, γιατί τον θεωρούσε τον πρώτο και μεγαλύτερο αναρχικό. Θυμάμαι κι ένα άλλο παιδί, φίλο της κόρης της, που είχε πάει στο Σινά και έλεγε ιστορίες. Αν κάτσεις και καθαρίσεις απ’ τη σκόνη αυτά που κατά καιρούς έχει πει ο Χριστός, λες ότι έχει μιλήσει για το πιο χαμένο στοίχημα της ανθρωπότητας. Όταν έχει πει ”Αγάπα τον διπλανό σου σαν τον εαυτό σου”….

Αρχές δεκαετίας του 1980: Η Όλια Λαζαρίδου γωνία δεξιά με την παρέα της που περιελάμβανε την Κατερίνα Γώγου, τον Γιώργο Κορδέλλα, τον Αντώνη Καφετζόπουλο, τον Κώστα Φέρρη, τη Βίκυ Βανίτα και τη Σωτηρία Λεονάρδου (αρχείο Γ. Κορδέλλα)
Άντε να το καταφέρεις αυτό!

Μα, αυτό σας λέω! Γίνεται όταν όλοι βουλιάζουμε στην κτηνωδία μας μέσα;

Και στο ”Δον Καμίλο”, πάντως, ο συγγραφέας Πατατζής έλεγε πως ο μεγαλύτερος κομμουνιστής ήταν ο Χριστός.

Λέμε αναρχικός, αριστερός κλπ. Έχει πει κανείς άλλος με δυο λόγια αυτό που είπε ο Χριστός για το πιο χαμένο – επαναλαμβάνω – στοίχημα της ανθρωπότητας; Άμα μπορούσε να κερδηθεί αλλιώς, θα ήταν το μεγαλύτερο κέρδος για όλους.

Σε ένα υποθετικό δείπνο με ομοτράπεζο σας τον Ιησού Χριστό, τι θα τον ρωτούσατε άραγε;

(γελάει) Δεν νομίζω…(σοβαρεύει) Δεν νομίζω να τον ρωτούσα τίποτα. Δεν ξέρω…Αυτό μόνο σε σενάριο θα συνέβαινε…Απορρίπτεται η ερώτηση! Άλλη ερώτηση (γέλια) Προστατεύω…Προστατεύομαι…Όχι από σας τώρα…

Εκτός από την υποκριτική, εκφράζεστε και μέσα από το γράψιμο. Έχετε εκδώσει και βιβλία.

Τρία κιόλας! Πέρσι κυκλοφόρησαν τα ”Δύσκολα εύκολα”. Είχε προηγηθεί η ”Προσευχή του Ελαχίστου” στις εκδόσεις ”Υποκείμενο” και πιο πριν ένα άλλο. Κοίτα να δεις, ούτε που το κατάλαβα πως έβγαλα τρία βιβλία με ποιήματα! Γράφω όποτε μού’ρχεται, δεν το κάνω συστηματικά. 

Είστε πλέον επιλεκτική πραγματικά όταν σας προσεγγίσει κάποιος για συνεργασία;

Τελευταία ακολουθώ μια πιο ιδιωτική πορεία με την έννοια ότι προσπαθώ να κάνω πράγματα χειροποίητα, από μόνη μου. Πράγματα που να συγκινούν εμένα προσωπικά και να θέλω να τα μοιραστώ. Κι αυτό τώρα που κάνουμε με τον Νίκο Ξυδάκη κάπως εγώ το προκάλεσα. Πιστεύω πως τα ποιήματα του Σολωμού, όπως τα είχε μελοποιήσει, είναι από τα ωραιότερα τραγούδια του. Η ”Ευρυκόμη”, το ”Προς τον κύριον Γεώργιον Δε Ρώσση” είναι αριστουργήματα. Να σας πω για να καταλάβετε ότι πριν από τρία χρόνια ήμασταν με φίλους και βάζαμε την ”Ευρυκόμη” για ν’ αλλάξει η χρονιά. Με ακολουθούν πολύ αυτά τα τραγούδια του Νίκου και δεν έχουνε γίνει ευρέως γνωστά.

Πως να γίνονταν; Αφού είχαν προηγηθεί η ”Εκδίκηση της γυφτιάς” και ”Τα δήθεν”, ατόφια λαϊκά τραγούδια δηλαδή.

Ακριβώς. Εγώ σκέφτηκα, λοιπόν, έχοντας κάνει τον ”Λάμπρο” του Σολωμού, τη ζωή του Άκη Πάνου. Στο α’ μέρος ο ”Λάμπρος” τελειώνει με το ”Θολωμένο μου μυαλό” του Πάνου που τραγουδάει ο Μιχάλης Νικόπουλος, ενώ υπάρχει και το ”Καράβι” του Τσιτσάνη μέσα. Δεν είναι τυχαίο πως αν διαβάσεις τον ”Λάμπρο”, η ζωή του Άκη Πάνου με όλα τα σκοτεινά και τα περίεργα της, ταιριάζει ανατριχιαστικά. Για το β’ μέρος σκέφτηκα ότι θα ήταν ωραίο να έλεγε ο Νίκος τα τραγούδια του Σολωμού, αλλά όχι με το πιάνο, στην κλασική μορφή τους. Να τα έλεγε σαν να τα ψιθυρίζει, το ένα μετά το άλλο, σαν εσωτερικός μονόλογος. Έτσι το ονομάσαμε ”Με μια αναπνοή” και είδαμε τι έγινε στο ΜΙΕΤ που το παρουσιάσαμε: Από την πρώτη στιγμή που αρχίσαμε μέχρι το τέλος, δεν ακουγόταν κιχ, τίποτα! Και, ξέρετε, εγώ πια έχω εξασκημένο αυτί, μπορώ να καταλάβω αν κάτι κάνει κριτς – κριτς, αν κουνιούνται οι άνθρωποι στα καθίσματα τους. 

Να ο ”πρίγκιπας – αλήτης” που λέγατε. Εμπεριέχετε και τους λαϊκούς περιθωριακούς ανθρώπους, σαν να τους εξωραΐζετε.

Μεγαλώνοντας προσπαθώ να δίνω άλλοθι σε όλους. Καμιά φορά μού είναι δύσκολο να πάρω θέση δημόσια για κάποιο θέμα, αφού σε όλους αναγνωρίζω ελαφρυντικά. Να, γι’ αυτή την ιστορία που έγινε τώρα με τον Ζακ Κωστόπουλο και τον κοσμηματοπώλη: Τό’γραψα στο facebook κιόλας, μέσα μου έλεγα ”Τώρα εγώ ποιος είμαι, ο Ζακ ή ο κοσμηματοπώλης;” Τρόμαξα υπαρξιακά, αναρωτήθηκα αν έχω κι εγώ το τέρας μέσα μου και ξυπνήσει καμιά μέρα! Σ’ αυτή βία του ενός απέναντι στον άλλον, εγώ δεν αισθάνομαι αμέτοχη. 

Δεν είναι τόσο σύνθετα ενίοτε τα πράγματα. Με την ίδια λογική, ας πούμε, κάποιοι λένε ”Αν έμπαινε εμένα στο σπίτι μου ένας να κλέψει” κλπ.

Εγώ λέω πως αν κοιτάξεις μέσα σου σε βάθος, όλο και λιγότερα άλλοθι θα δώσεις στον εαυτό σου. Εγώ αναρωτιόμουν το εξής: Σε έναν πυρηνικό πόλεμο, εκείνος που δεν θα σε πατήσει για να πάρει το τελευταίο μπουκάλι γάλα από το σούπερ μάρκετ, σε ποια κατηγορία ανήκει; Πρέπει να εκπαιδεύουμε συνέχεια τον εαυτό μας κόντρα σε όλη αυτή την αγριάδα που εμπεριέχουμε. 

Ίσως ένας καλλιτέχνης να είναι σε πιο πλεονεκτική θέση επ’ αυτού.

Χρειάζεται προσπάθεια να χωρέσει ο δίπλα σου. Αυτός είναι ο ύψιστος αγώνας. Σ’ αυτό πρέπει να ασκούμαστε. Ακόμα και ο Παπαδιαμάντης έγραψε σε ένα διήγημα του ότι μια κότα μπήκε στο διπλανό κοτέτσι και η άλλη της είπε: ”Ξουτ, ξένη”! Ο αγώνας αυτός πρέπει νά’ναι από καρδιάς, όχι από ιδεολογική τοποθέτηση. Διότι τα ιδεολογικά, άσ’ τα, τα είδα…

Η Όλια Λαζαρίδου με τον Νίκο Ξυδάκη και τους μουσικούς τους
Μια τυχαία έντονη εικόνα στο δρόμο τη σκέφτεστε για μέρες;

Πολύ συχνά. Ακόμα κι όταν βγαίνω βόλτα με το μηχανάκι, ο μισός μου εαυτός λέει: ”Αχ, μην πάω από κει, μην πάρω την καθημερινή μου δόση από δηλητήριο”…Ο άλλος μου μισός, όμως, λέει καλύτερα να πάρω αυτή τη δόση και να συνεχίσω να κοιτάω παρά να τυφλωθώ και να μη βλέπω. Σ’ αυτό το μεταίχμιο είναι η καθημερινότητα μου στους δρόμους της πόλης, όπως και πολλών άλλων, φαντάζομαι. 

Σας αρέσει να βγαίνετε έξω;

Μου αρέσει.

Νύχτα ή μέρα;

Νομίζω πως η φόρα μου είναι τη μέρα περισσότερο. Δεν ξενυχτάω πια, η φυσική μου τάση είναι να κοιμάμαι νωρίς. Μου ταιριάζει, θα έλεγα, το ωράριο των πουλιών.

Τηλεόραση βλέπετε;

Έχω χρόνια να δω…Έχω, αλλά δεν την ανοίγω. Άμα γίνει κάτι τρομερό, θα την ανοίξω να ενημερωθώ, αλλά για πέντε λεπτά. Η ενημέρωση με ενδιαφέρει για να ξέρω μόνο τι συμβαίνει γύρω μου. 

Σας μεταφέρει άγχος ένα αστυνομικό δελτίο;

Βέβαια, ειδικά όπως είναι σήμερα τα δελτία ειδήσεων. Είναι φτιαγμένα για να σε αγχώνουν. Όσο πιο πολλή αδρεναλίνη σε κάνουν να εκκρίνεις, τόσο πιο πετυχημένα θεωρούνται. 

Θέλω να μου πείτε ποιο είναι το αγαπημένο σας ελληνικό τραγούδι.

(σκέφτεται) Ένα που μου έρχεται τώρα είναι ο ”Γυάλινος κόσμος” που έλεγε ο Καζαντζίδης: ”Να σου δώσω μια να σπάσεις, α ρε κόσμε γυάλινε…”, γι’ αυτό το στίχο της Παπαγιαννοπούλου και μόνο! Με καθόρισε αυτό το κομμάτι στην παιδική ηλικία μου.

Μια αγαπημένη σας θεατρική παράσταση;

Όταν έπαιζε η Έλλη Λαμπέτη τα μονόπρακτα, βοηθούσα: Έκανα την πλάτη ή της έλεγα τα λόγια όταν έπαιζε την ”Ανθρώπινη φωνή” του Κοκτώ. Ήταν, επομένως, οι πρώτες μου επαφές από τον κόσμο του θεάτρου και μ’ ένα πλάσμα πολύ μαγικό. Ήταν σα να τράβηξα μια κουρτίνα και να αντίκρισα για πρώτη φορά τη μαγεία αυτού του κόσμου. 

Και μία ταινία;

Του Ταρκόφσκι θα έλεγα, τον έχω πάνω απ’ όλους. Ξανάβλεπα πρόσφατα τον ”Καθρέφτη” του. Ποιητής ήταν αυτός! Και ο Κουροσάβα μ’ αρέσει, τα ”Όνειρα”, ας πούμε. 

Είστε νέα ακόμη. Πως θέλετε να είστε όταν μεγαλώσετε κι άλλο;

Θέλω να είμαι χαρούμενη, με ειρήνη εσωτερική και δημιουργικότητα. Δεν αναφέρω την υγεία, καθώς είναι κάτι που δεν εξαρτάται από μας. Η χαρά, που ανάφερα, προϋποθέτει να είσαι ελαφρύς. Από τι πρώτα απ’ όλα; Απ’ τον εαυτό σου τον ίδιο. Να μη σε μολύνουν οι επιθυμίες και οι φιλοδοξίες. 

* Η συνέντευξη με την Όλια Λαζαρίδου πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 2018 σε καφέ της πλατείας Μαβίλη

** Όλες οι φωτογραφίες της Όλιας Λαζαρίδου αποσπάστηκαν από τον προσωπικό της λογαριασμό στο facebook και από το διαδίκτυο 

Τετάρτη 13 Δεκεμβρίου 2017

Έγινε η παρουσίαση του κύκλου τραγουδιών ''Γυάλινα Γιάννενα'' των Νίκου Ξυδάκη/ Μιχάλη Γκανά

Εδώ και 23 ολόκληρα χρόνια ο Νίκος Ξυδάκης είχε μελοποιήσει έναν κύκλο ποιημάτων του Μιχάλη Γκανά με τίτλο ''Γυάλινα Γιάννενα'' - εγώ δηλαδή σχεδόν μία δεκαετία άκουγα γι' αυτά τα ανέκδοτα τραγούδια του Ξυδάκη. Σήμερα, στο βιβλιοπωλείο του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, στο κέντρο της Αθήνας, έγινε επιτέλους η παρουσίαση του CD από τη ζωντανή ηχογράφηση της παρουσίασης του έργου τον περασμένο Σεπτέμβρη στην αυλή του ΜΙΕΤ. Τραγουδά ο ίδιος ο συνθέτης και ο ποιητής απαγγέλλει. Δυστυχώς δεν πρόλαβα την παρουσίαση, έφτασα όταν είχε τελειώσει, αλλά χάρηκα πολύ που βρέθηκα με όλους τους αγαπημένους και τα είπαμε για λίγη ώρα στο πόδι, που λένε: Από αριστερά, οι συνάδελφοι δημοσιογράφοι Γιώργος Τσάμπρας και Γιώργος Χαρωνίτης, ο γράφων, ο Νίκος Ξυδάκης και ο Μιχάλης Γκανάς. Μαζί με το CD του Νίκου, παρουσιάστηκε και η επίσης καινούργια μουσική εργασία του Βασίλη Ρακόπουλου υπό τον τίτλο ''Κουιντέτο Βασίλη Ρακόπουλου - στην αυλή του ΜΙΕΤ''. Θα έχω, λοιπόν, αρκετά καλά καινούργια πράγματα να ακούσω και να γράψω φυσικά! 

Σάββατο 26 Δεκεμβρίου 2015

ΔΙΣΚΟΙ 2015: ΚΟΡΙΝΑ ΛΕΓΑΚΗ_MOSAIC_(Μικρή Άρκτος)

Δίσκοι με επανεκτελέσεις τραγουδιών είναι συνηθισμένο φαινόμενο, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό. Στο ''Mosaic'' της Κορίνας Λεγάκη (εγώ θα έλεγα και του Γιώργου Ανδρέου στο εξώφυλλο), που μόλις κυκλοφόρησε, η πρωτοτυπία του όλου concept, πέραν της ''καινούργιας'' φωνής και των φρέσκων ενορχηστρώσεων, έγκειται στο ρεπερτόριο καθ'αυτό: Σε δεκατρία τραγούδια που δεν ''αναγνωρίστηκαν'' όσο θα τους έπρεπε (από τα ραδιόφωνα; από το μεγάλο κοινό; θα σας γελάσω...) και που τώρα μας δίνεται η ευκαιρία, είτε να τα θυμηθούμε ξανα, είτε και να τα γνωρίσουμε. Όπως, λόγου χάριν, συμβαίνει με το ''Ένα παιδικό φουστάνι'' σε μουσική Γιώργου Ανδρέου και σε στίχους Οδυσσέα Ιωάννου, ένα - ομολογουμένως - πολύ όμορφο τραγούδι, από τα τελευταία χρόνια, που πρωτοείπε η Ελένη Τσαλιγοπούλου και που εγώ δεν είχα ακούσει - προσέξει, μια κι είχα κόψει παρτίδες με το λεγόμενο...FM έντεχνο. Ωραία ιδέα, επίσης, το ''Ένα παιδικό φουστάνι'' να κλείνει το CD στη σουηδική βερσιόν του, ως ''Barndoms Klanning'', με στίχους του Patrick Bjurstrom. Άλλωστε η ερμηνεύτρια Κορίνα Λεγάκη είναι κατά το ήμισυ Σουηδέζα, άρα τραγουδάει στη δεύτερη μητρική της γλώσσα. Παραδοσιακό Σουηδίας είναι και το εναρκτήριο κομμάτι, το ''Αν ακούς'', που γνωρίσαμε από το άλμπουμ του συγκροτήματος Occassional Dream με ελληνικούς στίχους της Φωτεινής Λαμπρίδη και με τη φωνή του Χρήστου Θηβαίου. Κατά τη γνώμη μου, το ωραιότερο τραγούδι του CD και να με συγχωρούν οι σημαντικοί Έλληνες δημιουργοί που απαρτίζουν το συνθετικό παζλ του. Η Λεγάκη, αλλά και η ενορχήστρωση του Ανδρέου, δίνουν πραγματικά μια δεύτερη ευκαιρία στο τραγούδι αυτό να ανακαλυφθεί, έως και να γίνει ραδιοφωνικό hit! Ιδιαίτερα επιτυχημένες και οι διασκευές στα τραγούδια των Δ. Γαλάνη/ Π. Καρασούλου, Γ. Καζαντζή/ Γ. Τσατσόπουλου, Σ. Κραουνάκη/ Λ. Νικολακοπούλου, Ν. Ξυδάκη/ Θ. Γκόνη και Δ. Μαραμή/ Μ. Γκανά. Το κινηματογραφικό ''Despedida'' της Shakira είναι τραγούδι που η Λεγάκη είχε ηχογραφήσει και στον προηγούμενο δίσκο της πάλι με διασκευές ξένων κυρίως τραγουδιών. Δε θα έλεγα το ίδιο και για το all time classic λαϊκό ''Με τα φώτα νυσταγμένα'' των Χ. Νικολόπουλου/ Μ. Ρασούλη, που αφενός ουδέποτε υπήρξε ''αδικημένο'' τραγούδι και αφετέρου δεν του πάει και τόσο η φόρμα της μπαλάντας ή, έστω, της μπαλανταδόρικης διάθεσης. Η Κορίνα Λεγάκη υπηρετεί όλο το υλικό με κέφι, αγάπη, αλλά και επαγγελματισμό. Η φωνή της είναι ασκημένη και σε κομμάτια σαν το ''Αν ακούς'', την ''Άννα Καρένινα'' και το ''Ένα παιδικό φουστάνι'' σχεδόν...ξεχνάς τους αρχικούς ερμηνευτές, όσο σημαντικοί κι αν είναι. Το ίδιο ανανεωτικός εμφανίζεται και ο Γιώργος Ανδρέου, ο δεύτερος - θα τολμούσα να πω - καλύτερος ενορχηστρωτής στην Ελλάδα μετά τον Σταύρο Ξαρχάκο στο λεγόμενο έντεχνο-λαϊκό τραγούδι. Εκτός βέβαια του υλικού, ο Ανδρέου είχε καλή μαγιά να δουλέψει, δηλαδή μία πλειάδα κορυφαίων μουσικών. Ενδεικτικά παραθέτω τα ονόματα των Βάσως Δημητρίου στις κιθάρες, Μανώλη Καραντίνη στα λαϊκά όργανα, Θύμιου Παπαδόπουλου στα πνευστά, Ζαχαρία Σπυριδάκη στην Κρητική λύρα κ.α. Την έκδοση κοσμούν έργα της εικαστικού Δάφνης Αγγελίδου.

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

εκπομπή-δευτέρας-10.02.14-&-η-βιτάλη-έρχεται-στη-lifo

Στο χθεσινό Προσκλητήριο του Δευτέρου Προγράμματος της Αυτοδιαχειριζόμενης Ελληνικής Ραδιοφωνίας παρουσιάσαμε με τον Νίκο Ξυδάκη τη σουρεαλίστρια Κατερίνα Ηλιοπούλου με την ποιητική συλλογή της, Ο κύριος Ταυ, από τις εκδόσεις μελάνι. Αντίστοιχος νέος συνθέτης της εβδομάδας ήταν ο Αντώνης Παπακωνσταντίνου με τα δύο τραγούδια του που κυκλοφόρησαν στο πρώτο cd - single από την 4η Ακρόαση της Μικρής Άρκτου. Ακούστηκαν ακόμη οι John Tavener, Bill Evans, Lucilla Galeazzi, Maluma, Riuychi Sakamoto κ.α. Όσο για τη μεγάλη συνέντευξη που μου παραχώρησε η Ελένη Βιτάλη, αυτή θα δημοσιευθεί στο φύλλο της LIFO που κυκλοφορεί αύριο, Τετάρτη βράδυ, στη στήλη Αθηναίος της Εβδομάδας. Παρ' όλα αυτά δηλώνω στενοχωρημένος. Ενώ η κορυφαία ερμηνεύτρια μίλησε για πολλές πτυχές της ζωής της, στο παρά πέντε ζήτησε να κάνω αφαιρέσεις και να περιοριστούμε στα του ξεκινήματος της στο τραγούδι και στο τι κάνει αυτόν τον καιρό με τον Σταύρο Ξαρχάκο στην Ιερά Οδό. Δεν πειράζει, η συνέντευξη και πάλι είναι καλή, ολοζώντανη, θα έλεγα. Απλά το πάθημα μού'γινε μάθημα. Δεν πρόκειται ποτέ να παραδώσω ξανά συνέντευξη που μου έδωσε καλλιτέχνης στον ίδιο για να την τσεκάρει. Μετά την απομάκρυνση από το ταμείο, που λένε, ουδέν λάθος αναγνωρίζεται...

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

από-το-ραδιόφωνο-με-τον-ξυδάκη-στον-ιανό-με-τη-γαλάνη

Στο χθεσινό Προσκλητήριο της Δευτέρας πάντα στο Δεύτερο Πρόγραμμα της Αυτοδιαχειριζόμενης Ελληνικής Ραδιοφωνίας διαβάσαμε με τον Νίκο Ξυδάκη ποίηση του Κυριάκου Συφιλτζόγλου και παίξαμε μουσικές των Mozart, Faure, Beatles, Sarah Vaughan, Roy Budd, J. Kriste Master of Disguise, Your Hand In Mine και Ηλία Βαμβακούση. Κρατάμε αμφότεροι εκείνο το συγκινητικό τηλεφώνημα κάποιου Νίκου από τη Ζάκυνθο που ο νέος ισχυρός σεισμός της Κεφαλλονιάς τον κράτησε έξω από το σπίτι του κι εμείς από την Αθήνα κρατούσαμε συντροφιά στον ίδιο και στην παρέα του!
Λίγο μετά παρουσιάστηκε στον Ιανό της Σταδίου η έκδοση σε βιβλίο - cd του Αλλιώς, του καινούργιου άλμπουμ της Δήμητρας Γαλάνη σε στίχους Παρασκευά Καρασούλου. Η πρωτοτυπία της εκδήλωσης ήταν μία ραδιοφωνική εκπομπή που έστησε μπροστά στο κοινό του Ιανού η Μαργαρίτα Μυτιληναίου με καλεσμένους τη Γαλάνη και τον Καρασούλο. Το Πίσω μην κοιτάς, αγαπημένο μου κομμάτι επίσης, ήταν το μοναδικό από το δίσκο που τραγούδησε live η Γαλάνη συνοδεία του συνθέτη Αντώνη Παπακωνσταντίνου στο πιάνο. Την εκδήλωση παρακολούθησαν και η Ελένη Καραΐνδρου, ο Αντώνης Αντύπας, ο Ζαχαρίας Καρούνης κ.α. Θα επανέλθω με αναλυτική κριτική - παρουσίαση της έκδοσης.

Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2014

το-προσκλητήριο-με-νίκο-ξυδάκη-στο-δεύτερο-πρόγραμμα-παίρνει-το-δρόμο-του-σιγά-σιγά

Είναι πολύ ωραίο αυτό που γίνεται κάθε Δευτέρα απόγευμα με τον Νίκο Ξυδάκη στο Δεύτερο Πρόγραμμα. Το κοινό μας ραδιοφωνικό Προσκλητήριο αρχίζει να καθιερώνεται σιγά - σιγά. Αυτό τουλάχιστον φανερώνουν τα μηνύματα από την Αθήνα μέχρι τη Νίσυρο και τα συγχαρητήρια που δεχόμαστε από τον κόσμο. Και δεν είναι μόνο η εκπομπή, την οποία γουστάρουμε on air, αλλά και το όλο στήσιμο της, η προετοιμασία της. Χθες το πρωί ο Νίκος πήρε τους δρόμους και ξεχύθηκε προς αναζήτηση ποιητικών συλλογών νέων ποιητών - όχι βέβαια στην τύχη, αλλά αυτούς που τους ανακαλύπτουμε μαζί στο διαδίκτυο ή μας στέλνονται τα βιβλία τους. Ήδη παρουσιάσαμε τον George Le Nonce και τη Λίλιαν Μπουράνη, ενώ έπεται ο Δημήτρης Αθηνάκης με την ποιητική συλλογή του που έχει και κινηματογραφικό ενδιαφέρον. Όσο για τις μουσικές που παρεμβάλλονται ενδιάμεσα, μέχρι τώρα οδηγούμαστε σ' αυτές από τα ποιήματα και κυμαίνονται από κλασική μουσική μέχρι jazz και blues. Πάντα όμως θα παίζονται και κομμάτια νέων Ελλήνων δημιουργών και θα σχολιάζονται χωρίς καμία κριτική διάθεση - το τονίζουμε αυτό! Μέχρι την επόμενη Δευτέρα, να ακούτε Δεύτερο Πρόγραμμα αποκλειστικά στο www.ertopen.com 
Εμένα θα με ακούσετε πάλι σήμερα, Τρίτη, στις 6 ακριβώς το απόγευμα και για δύο ώρες με μουσικές επιλογές μου και καλεσμένη μου στο στούντιο την ηθοποιό Βάσια Παρασκευοπούλου. 
Καλό ξημέρωμα σε όλους!

Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

κάθε-δευτέρα-στο-δεύτερο-πρόγραμμα-live-bosko-&-νίκος-ξυδάκης

Δεν το περιμέναμε να έχει τόση επιτυχία η πρώτη μας κοινή εκπομπή με τον Νίκο Ξυδάκη στο αυτοδιαχειριζόμενο Δεύτερο Πρόγραμμα. Τελικά η παρουσίαση της ποιητικής συλλογής Ο Εμονίδης του George Le Nonce ήταν η καλύτερη έναρξη! Έδωσε την ευκαιρία στον Ξυδάκη να χαρίσει συγκινητικές απαγγελίες και στους δυο μας να επενδύσουμε αυτές ακριβώς τις απαγγελίες με ωραίες μουσικές, από Ella Fitzgerald και Nico μέχρι Debussy και Χατζιδάκι. Το πιο όμορφο μήνυμα ήρθε από έναν ανώνυμο φίλο ή φίλη από την επαρχία: Είχαμε να απολαύσουμε τέτοιο ραδιόφωνο από τότε που ζούσε εκείνος...Πολύ τον/την ευχαριστούμε!
Εδώ με τον Νίκο Ξυδάκη και τον Γιώργο Μητρόπουλο να μας λέει για τη σαρωτική επιτυχία του νέου Δευτέρου με τις 500.000 κλικ μέσα σε μία εβδομάδα! Ότι πρέπει είναι για να σε εμψυχώνει ο πάντα δραστήριος Μητρόπουλος! Κάθε Δευτέρα, λοιπόν, θα τα λέμε από το www.ertopen.com παρέα με τον Νίκο Ξυδάκη για μία ώρα, από τις 7 έως τις 8! Να είστε συντονισμένοι!

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

δύο-βραβεία-στην-κατερίνα-γώγου-από-το-φεστιβάλ-ελληνικού-ντοκιμαντέρ-χαλκίδας

Καιρό πολύ πάλι είχα να γράψω στο blog τούτο, που τ' αγαπώ και πάντα θα γυρνάω και πάντα θα αιωρείται στη μπλογκόσφαιρα να θυμίζει και σε μένα τον ίδιο πως ήταν η ζωή μου το 2008, το ΄09, το ΄10 και πάει λέγοντας. Το άλλο blog στη διαδικτυακή LIFO, το Προσκλητήριο που ήδη έχει συναντήσει το κοινό του αν και χωρίς δυνατότητα σχολιασμού, μου τρώει αρκετό χρόνο. Το ενημερώνω καθημερινά, ώστε αν υπολογίσεις και την αρθρογραφία μου για το onlytheater.gr και το Ποντίκι, κατανοείς πως δεν περισσεύει καθόλου χρόνος για τα Άσματα και Μιάσματα. Τέλος πάντων, αν επιστρέφω εδώ πρόσκαιρα είναι για να ενημερώσω πως την περασμένη εβδομάδα το ντοκιμαντέρ Κατερίνα Γώγου - Για την αποκατάσταση του μαύρου τιμήθηκε με δύο βραβεία στο Φεστιβάλ Ελληνικού Ντοκιμαντέρ Χαλκίδας. Για την ακρίβεια, το βραβείο ήταν του συνθέτη Κωνσταντίνου Τσιώλη για την καλύτερη μουσική σε ντοκιμαντέρ! Εγώ περιορίστηκα σε τιμητική διάκριση για την ευαισθησία και το σεβασμό, με τα οποία χειρίστηκα το δύσκολο - κατά την επιτροπή - θέμα μου. Από αριστερά ο Κωνσταντίνος, δίπλα του εγώ και δεξιά η παραγωγός Τζίνα Πετροπούλου, λίγη ώρα πριν την απονομή των βραβείων. Τα ξέραμε απ' το μεσημέρι τα νέα, συνεπώς νιώθουμε μια ευτυχίτιδα στην άνωθεν photo, η αλήθεια είναι. Έτσι, για να καταγραφεί η 13η Οκτωβρίου, Κυριακή, ως μία από τις καλύτερες, αν όχι η καλύτερη, του 2013!
Άθλος που κατάφερε ο αντικοινωνικός Κωνσταντίνος να βγάλει και λόγο μόλις παρέλαβε το βραβείο του από τον συνθέτη και μέλος της επιτροπής, Νίκο Ξυδάκη. Το σκεπτικό της βράβευσης του αφορούσε την πρωτοτυπία της μουσικής του και το ταίριασμα αυτής με τις εικόνες της ταινίας. Κι έτσι, ο Κωνσταντίνος ξεπέρασε το τρακ του και ευχαρίστησε εμένα που τον εμπιστεύθηκα, τον οπερατέρ Δημήτρη Θεοδωρόπουλο, τον μοντέρ Κώστα Μακρινό και την παραγωγό Τζίνα Πετροπούλου. Στη photo, πίσω του διακρίνονται ο βετεράνος κιν/φιστής Νίκος Καβουκίδης, πρόεδρος της επιτροπής, και ο Ξυδάκης.
Σμουτς...Στον συνθέτη που μου έγραψε εξαιρετική μουσική, που δικαιωθήκαμε γι' αυτό κιόλας - εγώ για την επιλογή μου στο πρόσωπο του, αυτός για τη δουλειά του - και που όπως έχω ξαναπεί δεν τον αλλάζω σε καμία επόμενη ταινία που θ' αξιωθώ να φτιάξω.  
Εδώ με τον Κωνσταντίνο επιστρέφουμε αργά το βράδυ από τη Χαλκίδα στην Αθήνα, κρατώντας την...κούπα, εν προκειμένω το ασημένιο αγαλματίδιο του! Άντε και στα επόμενα! Χαίρομαι που η ταινία για τη Γώγου ένα χρόνο ακριβώς μετά την πρώτη προβολή της στις Νύχτες Πρεμιέρας, τη διανομή στις αίθουσες, τα ταξίδια στο εξωτερικό και τις πολλές εκδηλώσεις που έγιναν κι ακόμη γίνονται, έκλεισε τον κύκλο της με δύο βραβεία! Τό'χω ξαναπεί, τα βραβεία είναι καλά για ένα και μόνο βασικό λόγο σε περιπτώσεις ταπεινών παραγωγών, σαν τη δικιά μας: Κάνουν όλους τους ανθρώπους που δούλεψαν δίχως αμοιβή να χαίρονται και να νιώθουν κάπου υπερήφανοι, που συμμετείχαν και κατέθεσαν το κέφι και την ψυχή τους. Αυτούς κι εγώ ξαναευχαριστώ πάνω απ' όλους και πέρα από κάθε βραβείο! Προχωράμε, λοιπόν, με το κεφάλι ψηλά!

Πέμπτη 29 Αυγούστου 2013

στην-πρόβα-του-ξυδάκη-και-στο-μοναστηράκι-με-την-αστέρω

Οι πρόβες για τη συναυλία του Νίκου Ξυδάκη στις 14 Σεπτεμβρίου στον Κήπο του Μεγάρου Μουσικής συνεχίζονται. Η Γεωργία Νταγάκη προσπαθεί να αφαιρέσει τις τσαλκάντζες από κομμάτια Σαν το δασάκι από την Εκδίκηση της γυφτιάς
και οι δύο μάεστροι, ο Γιώργος Διαμαντόπουλος στα πλήκτρα - εδώ στο μεταλλόφωνο - και ο Δημήτρης Μπουζάνης στο πιάνο, τρέχουν να προφτάσουν τις καινούργιες ρυθμικές αλλαγές σε τραγούδια που παίζουν εδώ και καιρό στα live του Ξυδάκη. 
Όπως, λόγου χάριν, στο Ραγίζει απόψε η καρδιά, που ο Ηλίας Βαμβακούσης διασκεύασε αρκετά μινιμαλιστικά. Για την ακρίβεια, πουθενά δεν υπάρχει μπαγλαμαδάκι, μόνο κιθάρα, μεταλλόφωνο και το σαξόφωνο του Δημήτρη Χουντή. 
Την επόμενη μέρα, ένας καφές με την Αστέρω εκ Λονδίνου αφιχθείσα, με έφτιαξε. Και φυσικά το σκάψιμο για παλιά καλά βινύλια! Αυτή τη φορά πήρα ένα διπλό Greatest Hits των Steely Dan που δεν είχα τίποτα δικό τους!