Πέμπτη, 30 Σεπτεμβρίου 2010

matt-elliott-αποκλειστική-συνέντευξη-στα-άσματα-και-μιάσματα






Μια και στο plus που κυκλοφόρησε σήμερα δημοσιεύθηκε τελικά μόνο η συνέντευξη του Lolek, μού έμεινε αμανάτι η άλλη, εξίσου ενδιαφέρουσα, με τον Matt Elliott. Καλύτερα κατά μία έννοια, ώστε αυτομάτως να έχουν τα διαδικτυακά Άσματα και Μιάσματα την αποκλειστικότητα μιας κουβέντας με τον Βρετανό τραγουδοποιό.

Ο Matt Elliott και ο Lolek, λοιπόν, από αύριο, 1η Οκτωβρίου και μέχρι τις 7 του μήνα, θα μοιραστούν τη σκηνή του Half Note (ένα τσιγάρο δρόμος απ' το σπίτι μου), παίζοντας τις μελαγχολικές μπαλάντες τους και υπηρετώντας την τέχνη ενός σύγχρονου ρομαντισμού με τους δικούς τους νόμους ποίησης και εσωτερικότητας. Ο bosko ρωτάει και ο Matt Elliott απαντάει ευθύς αμέσως:
Συμμετείχες πρόσφατα στο αθηναϊκό Synch Festival. Ταξιδεύοντας πολύ κυριολεκτικά, λόγω των συναυλιών σου, και μεταφορικά, μέσω της μουσικής σου, πως σου φαίνεται η ελληνική πρωτεύουσα αυτόν τον καιρό;

Νιώθω πολύ σχιζοφρενικά για την Αθήνα. Αγαπώ τους Έλληνες και γενικά μπορεί κανείς να διακρίνει τα αποτελέσματα πολιτικής διαφθοράς δεκαετιών πάνω απ' αυτή την πόλη. Από τη μια υπάρχει η αστυνομοκρατία και η κρατική καταστολή κι απ' την άλλη μου αρέσει η ενέργεια και το ότι οι Έλληνες, σε αντίθεση με τους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς, δεν χάνουν την αισιοδοξία τους και πολεμούν μέχρι τέλους. Η Ελλάδα κατά τη γνώμη μου είναι η χώρα που πρέπει να παρακολουθήσουμε αυτή τη στιγμή.Στις Βρυξέλλες είχε πει κάποιος "οι Έλληνες είναι πιο μπροστά από εμάς" κι αυτό ειν' αλήθεια από πολλές απόψεις. Η Ελλάδα είναι στην πρώτη γραμμή και οι Έλληνες αντιστέκονται μεγαλοπρεπώς έναντι της επίθεσης του ΔΝΤ. Για μένα και για εκατομμύρια άλλους ανθρώπους που δεν έχουμε πειστεί από το παρόν σύστημα, ο ελληνικός λαός είναι η ελπίδα μας. Πάντα μου αρέσει να βρίσκομαι στην Αθήνα και πραγματικά ανυπομονώ να περάσω εκεί ακόμη περισσότερο χρόνο.

Τα τραγούδια σου, ενώ ξεκινούν ως μελαγχολικές μπαλάντες, καταλήγουν πάντα σε μια ηλεκτρονική έκρηξη. Μου θυμίζεις το μυστήριο της ανθρώπινης γέννησης πάνω στον πλανήτη: ήρεμη και γλυκιά στην αρχή, για να παραδοθεί μετά στον απόλυτα βιομηχανικό τρόπο ζωής. Πως σου φαίνεται όλο αυτό;

Υπάρχει μια θεματολογία που διαπερνά τα τραγούδια μου. Για μένα η φόρμα τους βασίζεται σε ότι αρέσει σε μένα τον ίδιο να με ακούω. Τα περισσότερα πράγματα στη φύση αρχίζουν ήρεμα, μετά κορυφώνονται και μετά υποτάσσονται, οπότε υποθέτω πως πρόκειται για μια φυσιολογική εξέλιξη.

Οι στίχοι σου έχουν τη δική τους δυναμική. Εδώ στην Ελλάδα, ξέρεις, υπάρχει ακόμη έντονη ταξική συνείδηση, τόσο που να λέμε και για σένα ότι το Bristol έπαιξε τον δικό του ρόλο σε ότι κάνεις.

Σαν καλλιτέχνης απορροφώ τα πάντα και εμπνέομαι από το κάθε τι. Δεν πρόκειται για συνειδητή απόφαση. Αν σκεφτείς πως ξεκίνησα να γράφω στίχους την πρώτη φορά που βγήκα έξω απ' την Αγγλία, θα ήταν αδύνατο να ξέρω τις επιδράσεις του κάθε γεωγραφικού τόπου πάνω μου. Το Bristol γενικά είναι μια πολύ μουσική πόλη και συχνά βρίσκω κοινά του με άλλους τόπους.

Τελικά το myspace ενώνει μουσικούς παγκοσμίως ή είναι και λίγο μπανάλ πια η άποψη αυτή;

Το myspace στις μέρες μας γίνεται κάτι σαν spam site. Υπάρχουν ενδιαφέροντα πράγματα, αλλά δύσκολα τα βρίσκεις μέσα σε όλα τ' άλλα. Εγώ θεωρώ το myspace χρήσιμο για να μιλήσω απ' ευθείας στους μουσικούς που μου άρεσαν από παλιά και για το πώς με άγγιξε η μουσική τους. Δεν ξέρω τι μας επιφυλάσσει το μέλλον, βρίσκω όμως όλη αυτή την πληθώρα των ιντερνετικών sites κάπως ενοχλητική.

Ο Lolek έχει μελοποιήσει Καβάφη. Στη δική σου μουσική, πάλι, ενυπάρχουν ο Lorca, η Ανδαλουσία και η σλαβική μουσική παράδοση. Πέρα απ' τις προσωπικές σκέψεις-προθέσεις του εκάστοτε δημιουργού, πιστεύεις πως η ποίηση και η λογοτεχνία συντελούν σε ένα πιο γερό οικοδόμημα του τραγουδιού;

Από τότε που άρχισε να με ενδιαφέρει η λογοτεχνία, μου ήταν περισσότερο οικεία η Ρωσική Σχολή. Με την ποίηση καλώς ή κακώς δεν έχω μεγάλη σχέση. Ίσως το ενδιαφέρον μου γι' αυτήν να αυξηθεί αργότερα. Για την ώρα γράφω τραγούδια ανοιχτά στον καθένα, ανεξαρτήτως του background που έχει. Η μουσική είναι κάτι που δεν σχετίζεται με το πόσο έχει διαβάσει ο άλλος ή με το μέγεθος της ακαδημαϊκής παιδείας που έχει δεχτεί. Είναι καθαρά ένας τρόπος επικοινωνίας και μένα με ενδιαφέρει να επικοινωνώ με όλους τους συνανθρώπους μου. Ελπίζω να κατάλαβα την ερώτηση σου...

* θερμές ευχαριστίες στην Αντιγόνη Γιαλουρίδου της Cricos Prod.

Τετάρτη, 29 Σεπτεμβρίου 2010

τρικλοποδιά-στον-κυνόδοντα

Τον Γιώργο Λάνθιμο δεν τον γνωρίζω προσωπικά. Πριν μερικά χρόνια μόνο είχα δει μια μικρού μήκους ταινία του στο φεστιβάλ Δράμας, που δεν μου είχε αρέσει- καθόλου απ' ότι θυμάμαι- και που ωστόσο είχε αποσπάσει τα βραβεία σκηνικών και κοστουμιών. Σήμερα, όμως, μετά τον Κυνόδοντα του, που συγκαταλέγω και στις πιο αγαπημένες μου ταινίες, ο άνθρωπος είναι TOP, αρέσει- δεν αρέσει σε μερικούς. Στην περίπτωση του δυστυχώς ακόμη μια φορά η μιζέρια και η τάση του (Νεο)Έλληνα για εμφύλιους πολέμους χτύπησε κόκκινο! Έφτασαν, λέει, ανώνυμες επιστολές προς τα μέλη της επιτροπής που αποφάσισαν να στείλουν τον Κυνόδοντα στις υποψηφιότητες για το ύψιστο κινηματογραφικό βραβείο διεθνώς, οι οποίες έλεγαν πως η ταινία του ήταν αντιγραφή μιας αντίστοιχης μεξικανικής του 1976. Άκουσον, άκουσον! Ωραία, λοιπόν, τότε θα συμβούλευα τον Λάνθιμο να ασκήσει βέτο στο τελευταίο φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι που βράβευσε την ισπανική ταινία Η κουνουπιέρα, η οποία χαλαρά βασιζόταν στον δικό του Κυνόδοντα. Φοβάμαι ότι κι αυτό να συνέβαινε, όμως, πάλι κάποιος Ελληναράς καλοθελητής, και ζηλόφθονος βεβαίως, θα έβγαινε ως αμφισβητίας! Εκεί φτάσαμε! Εννοείται επίσης πως η ανωνυμία αυτών των επιστολών αυτομάτως τις καθιστά ολότελα κακεντρεχείς και εν μέρει αναξιόπιστες. Αντί να είμαστε ευχαριστημένοι δηλαδή που μία ελληνική ταινία πήγε στις Κάνες, συζητήθηκε όσο καμιά άλλη τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας και βρήκε διεθνή διανομή, καθόμαστε και κουτσομπολεύουμε για το αν είναι πρωτότυπο το σενάριο ή κλεμμένο κλπ. Κάποτε ο κινηματογράφος ήταν πεδίο καλλιτεχνικής έκφρασης. Σήμερα θυμίζει ένα παρανοηκό ματς ποδοσφαίρου, όπου διάφοροι ατάλαντοι ερασιτέχνες μπήκαν κατά λάθος στον αγωνιστικό χώρο και βάζουν τρικλοποδιές σε επαγγελματίες επιτυχημένους.

Τρίτη, 28 Σεπτεμβρίου 2010

κωνσταντίνος-καβάφης-λένα-πλάτωνος-δημήτρης-παπαϊωάννου-τον-δεκέμβριο-στο-παλλάς

Επιτέλους, το νέο που κρατούσαμε σαν επτασφράγιστο μυστικό τους τέσσερις τελευταίους μήνες, μπορεί πλέον να κοινοποιηθεί:

ο Καβάφης της Λένας Πλάτωνος με ερμηνευτή τον Γιάννη Παλαμίδα έγινε οπτικοακουστική παράσταση με video-art που σκηνοθέτησε ο Δημήτρης Παπαϊωάννου και θα κάνει πρεμιέρα στο Παλλάς τον ερχόμενο Δεκέμβριο για περιορισμένο αριθμό παραστάσεων.

Περισσότερες λεπτομέρειες, καθώς και οι ημερομηνίες των παραστάσεων θα δημοσιευθούν σύντομα.

Για την ώρα, δείτε εδώ το εξαιρετικό trailer διά χειρός Δημήτρη Παπαϊωάννου!

Δευτέρα, 27 Σεπτεμβρίου 2010

οι-νύχτες-πρεμιέρας-έλαβαν-τέλος-με-παγωμένα-χώματα-και-ανοιχτά-κορμιά

Οι φετινές Νύχτες Πρεμιέρας έκλεισαν για μένα με την προβολή δύο μεσαίου μήκους ταινιών του στρατευμένου gay σκηνοθέτη Σεμπαστιάν Λιφσίτς. Ήταν καλές, ευτυχώς- ειδικά η δεύτερη-, ώστε να μη στενοχωριέμαι που έχασα στη διπλανή αίθουσα του Δαναού τον Πειρασμό του Αγίου Τόνι από τη Σκανδιναβία. Ας ξεκινήσουμε με το πρώτο φιλμ του Λιφσίτς, τα Παγωμένα χώματα (1999), ωριαίας διάρκειας: Ένας 20χρονος Άραβας, ο Τζεμάλ (επρόκειτο για τον ίδιο ηθοποιό- φετίχ του σκηνοθέτη που εμφανίστηκε με το ίδιο όνομα και στη μεταγενέστερη Άγρια πλευρά του), μεταβαίνει σε επαρχία του Γαλλικού Βορρά προς αναζήτηση καλύτερης μοίρας. Πιάνει δουλειά σε ένα εργοστάσιο και τα φτιάχνει με τη γραμματέα του εργοστασιάρχη. Κάθε βράδυ ο Τζεμάλ παρακολουθεί το σπίτι του εργοστασιάρχη, ο οποίος καυγαδίζει με τη γυναίκα του και βουλιάζει στο αλκοόλ. Όταν οι συνάδελφοι του τον προειδοποιούν ότι θα ξεκινήσουν απεργία στο εργοστάσιο, εκείνος εκφράζει παράξενα συναισθήματα συμπόνοιας για το αφεντικό τους, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να μπουκάρει στο γραφείο του και να τον ενημερώσει. Όχι όμως ως χαφιές, αλλά ως γιος προς τον πατέρα. Γιατί, πολύ απλά, ο Τζεμάλ ήταν ο καρπός της εφήμερης σχέσης του εργοστασιάρχη με την πόρνη μητέρα του, η οποία πια έχει πεθάνει. Ο απάνθρωπος εργοστασιάρχης αρχικά αρνείται τα πάντα, κατόπιν τα δέχεται ως γεγονότα. Δεν δέχεται παρ' όλα αυτά τον Τζεμάλ και σε ένα καυγά τον αποκαλεί Βρωμοάραβα και Πουτάνας γιο! Ο νεαρός Βρωμοάραβας, όμως, σύντομα παίρνει την εκδίκηση του: σε ένα κλαμπ προσεγγίζει τον γιο του εργοστασιάρχη και ετεροθαλή αδερφό του, ο οποίος είναι gay, δίχως να το γνωρίζει ο συντηρητικός πατέρας του/τους. Πηγαίνουν στο σπίτι του, όπου ο Τζεμάλ του υπόσχεται πως θα κάνουν ησυχία. Κοιμούνται μαζί, αλλά το πρωί φροντίζει να ξυπνήσει τον εργοστασιάρχη και να τον παρασύρει μέχρι το δωμάτιο του γιού του. Όταν ο κακός πατέρας τους πιάσει στα πράσα, θα ξυλοκοπήσει τον ένα του γιο, τον επίσημο, και θα σκοτώσει τον άλλον τον ανεπιθύμητο, τον Τζεμάλ. Εν κατακλείδι, κοινωνικό δράμα με εύληπτες τις αριστερές ιδέες του Λιφσίτς απ' τη μια (ο φτωχός Άραβας- μετανάστης που εκδικείται με τον χειρότερο τρόπο τον πλούσιο Γάλλο- καπιταλιστή εργοστασιάρχη), ολότελα ακαδημαϊκά σκηνοθετημένο απ' την άλλη (σα να βλέπαμε κάποιο λίγο πιο τολμηρό επεισόδιο από τον τηλεοπτικό Κόκκινο Κύκλο του Πάνου Κοκκινόπουλου).
Τα Ανοιχτά Κορμιά, όμως, στη συνέχεια, η δεύτερη χθεσινοβραδυνή προβολή του Σεμπαστιάν Λιφσίτς ήταν πραγματικά μια ωραία ταινία. Διάρκειας 47 λεπτών, γυρίστηκε το 1998 και αποτέλεσε το κινηματογραφικό ντεμπούτο, που καθιέρωσε τον 30χρονο τότε Γάλλο σκηνοθέτη σαν έναν νέο αξιόλογο δημιουργό. Κι εκεί που λέγαμε απ' την προηγούμενη προβολή Πάει ο φουκαράς ο Τζεμάλ, τον έφαγε ο φασίστας, νά' σου όρθιος πάλι ο νεαρός Άραβας να τραγουδάει μόνος του α καπέλα μπροστά απ' τον Σηκουάνα. Τώρα έχει άλλο όνομα και ζει με τον άρρωστο πατέρα και την αδερφή του σε υποβαθμισμένο προάστιο του Παρισιού. Ως αυστηρός φαλλοκράτης Άραβας τηρεί τις παραδόσεις και μαλώνει την αδερφή του που πηδήχτηκε με κάποιον Νικολά. Πού νά 'ξεραν όμως κι αυτή κι ο πατέρας ότι ο ίδιος πηδήχτηκε την προηγούμενη με τον φίλο του, ενώ τα ενδιαφέροντα του περιλαμβάνουν καθημερινά ψωνιστήρια σε δημόσιες τουαλέτες και τσοντάδικα, συνευρέσεις με τραβεστί και πουτάνες, αποτυχημένους έρωτες με gay σκηνοθέτες που του τάζουν καριέρα στο σινεμά και χασισώματα με συμμαθητές του στις ντισκοτέκ...Αυτό είναι εν περιλήψει το story των Ανοιχτών Κορμιών του Λιφσίτς, δηλαδή ακόμη ένα κοινωνικό δράμα με υποτυπώδες- κατά τη γνώμη μου- σενάριο. Κι όμως! Εδώ πιστεύω ότι ο σκηνοθέτης μεγαλούργησε και δικαίως ξεχώρισε με την πρώτη ταινία του. Οι λόγοι είναι οι εξής, είπεν ο Μποσκογιαννόπουλος που είδε δεκατρείς ταινίες μέσα σε μια βδομάδα και κοντεύει να λαλήσει: Πρώτον, το εύρημα- δάνειο από τη nouvelle vague που χρησιμοποιήθηκε, αφού η ταινία τελειώνει με τον ήρωα μπροστά στην κάμερα του gay σκηνοθέτη που του την έπεσε, υποσχόμενος ότι θα τον κάνει σταρ. Δεν ξέρουμε δηλαδή αν ότι είδαμε ήταν τα έργα και οι ημέρες του πρωταγωνιστή ή μια πρόβα του ρόλου που του έταξαν ότι θα πάρει. Πανέξυπνο! Δεύτερον, η ζουρναλίστικη αμεσότητα του Λιφσίτς με τον φακό του να πλησιάζει τα ανθρώπινα πρόσωπα γενικώς σα να πρόκειται για ντοκιμαντέρ και όχι μυθοπλασία. Και τρίτον, η προσήλωση και η αγάπη του στους περιθωριακούς αυτής της ζωής, περισσότερο στους οικονομικούς μετανάστες θα έλεγα, με μιαν ολοφάνερη νεορεαλιστική διάθεση. Στα αρνητικά της ταινίας, η έντονη χρήση, στα όρια του κιτς, της αραβικής μουσικής. Πως να το πω, ήταν σα να βλέπαμε πεολειχίες στα πορνοσινεμά υπό τους ήχους του Νίκου Ξυδάκη και του Ross Daly...Πάει; Δεν πάει! Και ο μέγας Φασμπίντερ έβαλε αραβική μουσική στο Ο φόβος τρώει τα σωθικά, που και που όμως έχωνε κάνα κομμάτι των Platters, των Roxy Music κλπ. Σημειωτέον ότι ο ίδιος ο Σεμπαστιάν Λιφσίτς εμφανίζεται στην ερωτική σκηνή με τον ηθοποιό-φετίχ του, όπως είπαμε, στις τουαλέτες. Τέλος, λοιπόν, με τις Νύχτες Πρεμιέρας του 2010, καλό χειμώνα νά 'χουμε, καλή μου ξεκούραση και τα ξαναλέμε του χρόνου νά 'μαστε καλά!

stones-in-exile-ή-άνθρακες-ο-θησαυρός

Κρίμα που έχασα τη βρετανική κωμωδία Four Lions για να μην έχανα το ντοκιμαντέρ του Στίβεν Κάγιακ για τους Rolling Stones και τα 40χρονα της ηχογράφησης του θρυλικού Exile on main street. Οποία απογοήτευσις! Το ότι συμμετείχαν μέσα ο Mick Jagger, ο Keith Richard και οι λοιποί Stones και οι περί αυτών (αν και των περισσότερων οι συνεντεύξεις ήταν ηχογραφημένες και όχι κινηματογραφημένες, δηλαδή τους ακούγαμε και δεν τους βλέπαμε), δυστυχώς δεν ήταν αρκετό για να μην κάνει αυτό το ωριαίο ντοκιμαντέρ σαν επεισόδιο από τους τηλεοπτικούς Μουσικούς του Κόσμου του Λεωνίδα Αντωνόπουλου. Καμία πρωτοτυπία, καμία ιδιαίτερη σκηνοθετική άποψη, καμία ανατροπή, έστω και υποτυπώδης, στην εικόνα- διάολε, ντοκιμαντέρ για τους Rolling Stones σού 'κατσε να φτιάξεις, όχι για τη χελώνα καρέτα-καρέτα! Αν εξαιρεθεί η πληροφορία που δεχτήκαμε ως θεατές, κυρίως το ότι οι Rolling Stones λόγω προβλημάτων με το βρετανικό φορολογικό σύστημα την έκαναν προς γαλλική Ριβιέρα μεριά και ηχογράφησαν έναν απ' τους πιο αμφιλεγόμενους δίσκους τους, η ταινία σώθηκε στο παρά πέντε από τα πιπεράτα ντεσού περί ξέφρενης χρήσης ναρκωτικών- τι άλλο;- και των υπόλοιπων ακατονόμαστων δραστηριοτήτων που έλαβαν χώρα στην πολυτελή παραθαλάσσια έπαυλη. Μια σχεδόν κουραστική παράθεση τακτοποιημένου αρχειακού υλικού, από φωτογραφίες στο μεγαλύτερο μέρος, με μοναδικό φωτεινό ξεχωριστό σημείο τη σημερινή συνάντηση των Mick Jagger- Charlie Watts στο στούντιο, όπου ηχογράφησαν πριν από τέσσερις δεκαετίες. Για να μην τα ρίχνω όλα βέβαια στον σκηνοθέτη, Στίβεν Κάγιακ, γίνεται να κάνεις ντοκιμαντέρ που να βγει της προκοπής και νά 'χεις από πάνω σου το ίδιο το θέμα σου να σε επιβλέπει; Δεν γίνεται! Πόσω μάλλον όταν δεν γυρίζεις ταινία για κάποιον Αργεντίνο rocker, σαν κι αυτό που είδαμε τις προάλλες, αλλά για τον κορυφαίο rock star του πλανήτη και την παρέα του. Που να του πας κόντρα; Θα σου τραβήξει μήνυση και θα σου απαγορεύσει τη χρήση της μουσικής του, πρώτα απ' όλα, οπότε κι εσύ θα λες Έκανα ντοκιμαντέρ για τους Stones, μα δυστυχώς χωρίς τους Stones! Από κει και πέρα, το πόνημα σου είτε θα πωλείται στα πανέρια, είτε θα προβληθεί μια-δυο φορές από το BLUE SKY ή το EXTRA CHANNEL της Αγγλίας και πάει και τελείωσε η ιστορία! Ενώ τώρα, μπήκε ο ίδιος ο Jagger στο παιχνίδι και με τον λογικό ναρκισσισμό σαράντα χρόνων διεθνούς υστερίας για την πάρτη του, το πήρε όλο πάνω του. Έλα όμως που το καρπούζι βγήκε μάπα...

Κυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010

wonderwall-θα-πει-καλωσόρισες-στον-κόσμο-του-LSD

Στο Λονδίνο των late 60s, του LSD και της ψυχεδέλειας, ένας μισότρελος καθηγητής βιολογίας αποκτά εμμονή με την ένοικο του διπλανού του διαμερίσματος, ένα πανέμορφο μοντέλο. Κάθε βράδυ ανοίγουν τρύπες στον τοίχο του, απ' όπου παρακολουθεί τον α λα sex, drugs & rock' n' roll έκλυτο βίο της. Φαντασιώνεται ότι μονομαχεί με τους χίπις φίλους της για να την κατακτήσει σε ονειρικά τοπία με υπερμεγεθυμένα αστεία όπλα, όπως κραγιόνια και τσιγάρα. Κατά τη διάρκεια ενός πάρτι, καταφέρνει να εισχωρήσει από στέγη σε στέγη στο διαμέρισμα της κοπέλας και τελικά να τη σώσει από υπερβολική χρήση ναρκωτικών. Στο μεταξύ, οι επιστημονικοί συνεργάτες του είναι πλέον σίγουροι ότι ο καθηγητής τρελάθηκε από τεράστιες ποσότητες LSD! Το Wonderwall που είδαμε από κόπια 16 χιλιοστών για πρώτη φορά στην Ελλάδα (ευτυχώς σε πολύ καλή κατάσταση) είναι χαρακτηριστικό δείγμα του χιπισμού στην κινηματογραφική τέχνη της εποχής του. Πιο low budget ακόμη κι από το The Trip του Ρότζερ Κόρμαν, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, την ίδια περίοδο, διαθέτει τη δομή μιας σουρεαλιστικής κωμωδίας με μοναδικό σκοπό να προπαγανδίσει το τριπάρισμα από το LSD που τότε έκανε θραύση. Γυρίστηκε το 1968 από τον Τζο Μάσσοτ ή, για την ακρίβεια, από ένα κινηματογραφικό συνεργείο φρικαρισμένων χίπηδων με επικεφαλής τον Μάσσοτ, ο οποίος φιλότιμα έφτιαξε και αφηγήθηκε την ιστορία του. Το Wonderwall ακόμη βλέπεται σήμερα σαν ένα τρομερό ντοκουμέντο για το swinging London και για τα παιδιά με τα μαλλιά-μανιτάρια και τα φανταχτερά πολύχρωμα ρούχα, όπως ακριβώς κάθεται και χαζεύει κανείς τα ψυχεδελικά εξώφυλλα των Beatles, των Pink Floyd και των Procol Harum. Υπάρχουν όμως τρία στοιχεία που αυτομάτως το διαφοροποιούν από μία απλή αντεργκράουντ προπαγάνδα- όπως είπαμε- και που το αναγορεύουν σε αληθινό έργο τέχνης: η παρουσία του σπουδαίου Ιρλανδού μπεκετικού ηθοποιού Τζακ Μακ Γκόουραν στον πρωταγωνιστικό ρόλο, με τις αστείες μούτες και τη νευρωτική συμπεριφορά που μας συνδέει κατ' ευθείαν με το Θέατρο του Παραλόγου. Η συμμετοχή της Τζέιν Μπίρκιν στις μεγάλες ομορφιές της που όποτε δεν περιφέρεται γυμνή, καπνίζει αργιλέδες, παίρνει χάπια ή απλά αιωρείται ως γοργόνα μεσ' στο σαλεμένο μυαλό του καθηγητή. Και, οπωσδήποτε, η αριστουργηματική μουσική του Τζορτζ Χάρρισον των Beatles που πλημμυρίζει την ταινία ως ποτάμι, γεμάτο από τους ήχους του sitar, των tamblas, του πιάνου, της ηλεκτρικής κιθάρας και του theremin. Σα να έβλεπα χτες βράδυ τον μακαρίτη με τους μουσικούς του, στημένους γύρω από τη μουβιόλα, να αυτοσχεδιάζουν πάνω στο γυμνό κορμί της Τζέιν και τα σουρεαλιστικά πλάνα του Μάσσοτ!

* πριν από το Wonderwall προβλήθηκε, επίσης από κόπια 16 χιλιοστών, η ελληνική μικρού μήκους ταινία Τρύπιος κόσμος (1995) του Άγγελου Φραντζή. Δεν την είδα, είχα βγει για τσιγάρο, όταν όμως ξαναμπήκα στην αίθουσα έπεσα πάνω στην ωραία σκηνή με έναν μεθυσμένο τύπο που χόρευε στην ταράτσα το Love will tear us apart των Joy Division. Τρεις θέσεις μπροστά μου καθόταν κι ο Ζορζ Πιλαλί, ο οποίος- μου εξήγησε στην είσοδο του σινεμά- δεν θα μπορούσε να μην έβλεπε μία ταινία με μουσική του Τζορτζ Χάρρισον! Σωστός!

τα-πιο-διεστραμμένα-ένστικτα-κάτω-από-μια-κουνουπιέρα

Η οικογένεια του Μιγκέλ περνάει κρίση. Ο αυτιστικός έφηβος γιος του, Λουίς, έχει ψύχωση με τα ζώα και κάθε τόσο φέρνει στο σπίτι σκυλιά, γάτες και πουλιά. Η γυναίκα του, Αλίσια, συγγραφέας νοσηρών παιδικών διηγημάτων, παίρνει πάντα το μέρος του παιδιού κι εξαγριώνει τον Μιγκέλ. Μοιραία αυτός αρχίζει να ποθεί την Άνα, τη νεαρή και όμορφη υπηρέτρια τους. Αλλά κι η Αλίσια δεν κάθεται με σταυρωμένα χέρια. Νιώθει έλξη για τον καλύτερο φίλο και συμμαθητή του γιού της. Γουστάρει μάλιστα να την ταπεινώνει την ώρα του σεξ. Όταν ο Μιγκέλ θα φύγει από το σπίτι για να συζήσει με την Άνα, η κατάσταση για όλους θα καταντήσει διαστροφική παράνοια: ο Λουίς σταδιακά πέφτει στην πρέζα, η Αλίσια το παρατραβάει το σχοινί με τον πιτσιρικά φίλο του και τα πεθερικά της, οι γονείς του Μιγκέλ, κάνουν μια τραγελαφική απόπειρα αυτοκτονίας. Το παζλ του αλλόκοτου συμπληρώνουν η καλύτερη φίλη της Αλίσια, που συνηθίζει να βασανίζει εν είδει εκπαίδευσης τη μικρή της κόρη, αλλά και ζώα που καθ' όλη τη διάρκεια της ταινίας χάνουν από διάφορα ατυχήματα τη ζωή τους. Στο τέλος, όλα τα πρόσωπα γύρω από το τραπέζι του δείπνου, επιχειρούν την ανοικοδόμηση της χαμένης επικοινωνίας, μα κανείς δεν έχει το θάρρος ν' ανοίξει σ' αυτόν που τους χτυπάει την πόρτα. Η ισπανική ταινία Η κουνουπιέρα του Αγκούστο Βίλα συμμετείχε στο πρόσφατο διεθνές φεστιβάλ κινηματογράφου του Κάρλοβι Βάρι, όπου απέσπασε το μεγαλύτερο βραβείο. Δεν γνωρίζω αν ο Βίλα είχε δει κάπου τον Κυνόδοντα, πάντως η ταινία του έχει πολλά κοινά μ' αυτήν του Λάνθιμου, παρ' όλο που τη βρήκα πολύ πιο...λάιτ. Πρόκειται για ένα κινηματογραφικό δοκίμιο που καυτηριάζει με τρόπο προκλητικό και ανελέητο τις συμβάσεις της οικογένειας, τις συζυγικές και γονικές σχέσεις, το καταπιεσμένο σεξουαλικό ένστικτο, τελικά την ίδια τη ζωή στην εποχή που βρισκόμαστε. Και αν δεν υπήρχαν κάποιες στιγμές κατάμαυρου χιούμορ ο θεατής δεν θα μπορούσε κυριολεκτικά να ανασάνει. Η κουνουπιέρα είναι σκληρή ταινία. Όλοι οι χαρακτήρες της παίζουν με τα πιο ακραία συναισθήματα, έτοιμοι να μεταβληθούν ανά πάσα στιγμή σε ανθρωπόμορφα τέρατα, δίνοντας έναν αέρα φυσιολογικού και νορμάλ στην ανεξήγητα παράδοξη συμπεριφορά τους. Σε ένα μικρό, μα καίριο ρόλο, εμφανίζεται και η Τζέραλντιν Τσάπλιν. Υποδύεται τη γριά μητέρα του Μιγκέλ που δεν μπορεί να μιλήσει, λόγω του αλτσχάιμερ, και που ωστόσο έχει εμφυσήσει τη σκέψη και τον λόγο της μέσα στο σώμα του άνδρα της. Περισσότερο με σόκαρε η εικόνα των δύο ηλικιωμένων αυτών ανθρώπων, παρά οι σκηνές όπου ο σκύλος γλείφει από το πάτωμα το χρησιμοποιημένο προφυλακτικό ή το υπαινικτικό παιχνίδι κτηνοβασίας μεταξύ ενός άλλου σκυλιού και της Αλίσια. Όπως επίσης μού έδωσαν γροθιά στο στομάχι η αργή, αλλά σταθερή μετατροπή του προβληματικού Λουίς σε ανέκφραστο πρεζάκι και η ικεσία σχεδόν του πατέρα Μιγκέλ για να αγγίξει το χέρι της Άνα. Ο Αγκούστο Βίλα χρησιμοποιεί κατά κόρον δύο σύμβολα στην ιστορία του: τα ζώα που σα να κυριαρχούν πάνω στους ανθρώπους, εφόσον η θανάτωση τους τούς οδηγεί σε χαοτικές αποδομήσεις των προσωπικοτήτων τους και το χρήμα, το οποίο παρουσιάζεται σαν τη λύση για τα πάντα, διαμορφώνοντας επίσης ανθρώπινες συμπεριφορές. Μού άρεσε η ταινία αυτή κι έχω την αίσθηση ότι ο Κυνόδοντας του Λάνθιμου τελικά έφτιαξε ολόκληρη σχολή...διεστραμμένων οικογενειών, πάντα υπό το πρίσμα κοινωνικής αλληγορίας. Διαφορετικά, θα μιλάγαμε για ταινίες τρόμου και όχι για κινηματογραφικές παραβολές που αν μη τι άλλο ξεβολεύουν τον θεατή τους και τον φέρνουν αντιμέτωπο με τον πιο ωμό ρεαλισμό μέσω της μη ρεαλιστικής τους αφήγησης. Ας βγούμε τώρα από το Αττικόν με την Κουνουπιέρα του Βίλα κι ας μεταφερθούμε δίπλα στον Απόλλωνα. Γρήγορα μόνο γιατί σε δέκα λεπτά ξεκινάει το τριπαριστό Wonderwall του Τζο Μάσσοτ!

Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2010

πλήρες-post

Η βροχή έξω δυναμώνει κι εγώ την κοιτάζω πίσω απ' το τζάμι με μια κούπα ζεστό καφέ και πολλά τσιγάρα. Βάζω στο cd-player το πρώτο άλμπουμ ενός νέου τραγουδοποιού. Μόλις μου εστάλη. Ωραίο το εξώφυλλο, μακάρι νά 'λεγα το ίδιο και για το περιεχόμενο. Τραγούδια και πάλι τραγούδια, ποιος ξέρει τι θα αφομοιωθεί τελικά απ' όλες αυτές τις κυκλοφορίες. Εν τω μεταξύ, με την όμορφη γατομάνα και τα πέντε μικρά της αποκτήσαμε οικειότητα, πιο νωρίς απ' ότι την περίμενα.
Μια βροχή μας φέρνει πάντα πιο κοντά, ζώα κι ανθρώπους. Τα πιτσιρίκια πάντως για να προφυλαχτούν απ' το δυσάρεστο κατάβρεγμα ανέβηκαν σε σκαλωσιές
ή βρήκαν ζεστασιά μέσα στα...παπούτσια μου. Δεν προλαβαίνω ν' ανοίγω κουτιά με κονσέρβες και γάλα. Τρώνε και πίνουν με λαιμαργία, αφού βρίσκονται πάνω στην ανάπτυξη. Ακούν όμως και τα μπινελίκια τους όταν έρχονται κάθε πρωί πεινασμένα έξω απ' το παράθυρο μου και με ξυπνάνε με τη χορωδία τους.
Το δίφωνο μπορεί να άργησε να κυκλοφορήσει, αλλά είναι η πρώτη φορά στα οκτώ χρόνια της συνεργασίας μας που το βρήκα πραγματικά ανανεωμένο. Πιο ελκυστικό lay out, πιο μοντέρνες γραμματοσειρές, πιο σύγχρονα θέματα στην ύλη του. Έχω την αίσθηση ότι πάει εν μέρει να καλύψει το κενό του ΠΟΠ+ΡΟΚ, που η κυκλοφορία του διακόπηκε πριν μερικούς μήνες. Στο εξώφυλλο, ο Σωκράτης Μάλαμας, εφόσον παραχώρησε μία μεγάλη συνέντευξη- το cover story, που λέμε- στη Φωτεινή Λαμπρίδη. Μεταξύ άλλων, μπορείτε να διαβάσετε ένα ενδιαφέρον άρθρο του Κώστα Αγοραστού για τη Monika ως φαινόμενο, το αφιέρωμα του Ηρακλή Οικονόμου στον Σταύρο Κουγιουμτζή (για να μην ξεχνιόμαστε δηλαδή), το αφιέρωμα επίσης του Μιχάλη Παπαμακάριου στις νέες τάσεις της soul και funk μουσικής, όπως και συνεντεύξεις των Βασιλικής Παπαγεωργίου- Νικηφόρου Μεταξά, του Δημήτρη Μπάση κ.α. Αφήνω εκτός τα νέα φρούτα τύπου Μέλισσες, May Day και Argie, καθ' ότι μού είναι παντελώς άγνωστοι οι καλλιτέχνες και δεν ξέρω τι σόι ντέφι βαράνε. Εγώ πάντως πολύ τη χάρηκα την ύλη που μού 'χε δοθεί, πέραν της καθιερωμένης δισκοκριτικής και εν προκειμένω τις παρουσιάσεις των καινούργιων δίσκων της Laurie Anderson, των Tom Petty & The Heartbreakers και του Παύλου Παυλίδη.
Στα premium-cd για νά 'μαι ειλικρινής δεν πρωτοτυπήσαμε. Μια συλλογή με τραγούδια του Βαγγέλη Κορακάκη, ερμηνευμένα από την απόλυτη φωνή του, τον Γεράσιμο Ανδρεάτο, αλλά και τους Κώστα Μάντζιο, Πόλυ Πάνου, Ελένη Τσαλιγοπούλου κ.α. Ευχαριστώ, αλλά δεν...
Τα ίδια ισχύουν και για τη συλλογή με τα τραγούδια του Παντελή Θαλασσινού. Σωστός ο τίτλος Ό,τι αγαπήσαμε πολύ, αφού δεν έχω δει το track list, υποθέτω όμως πως θά 'χει μέσα τα Σμυρναίικα τραγούδια, το Κράτα για το τέλος κ.α. Σκέφτομαι τι χαμός είχε γίνει ακριβώς μια δεκαετία πίσω, όταν είχε βγει το διπλό live του Θαλασσινού Απ' την Τήλο ως τη Θράκη. Σήμερα, όμως, να το πω όσο πιο ευγενικά γίνεται, προσωπικά δεν με αγγίζει καθόλου όλη αυτή η εντεχνοκλαψομουρμούρα...
Να, όμως, ο πιο σοβαρός λόγος για να προμηθευτεί κανείς το καινούργιο τεύχος του διφώνου αναφορικά με τις προσφορές του! Ένα best του αγαπημένου Serge Gainsbourg που περιλαμβάνει σχεδόν το σύνολο του έργου του από την πρώτη του δημιουργική πενταετία (1958 - 1962). Αυτό, μάλιστα! Ανυπολόγιστης διαχρονικής αξίας καλλιτέχνης, που φρόντιζε πάντα να εξελίσσει τον ήχο του, πειραματιζόμενος κατά καιρούς με τη jazz, την pop, τη reggae, ακόμη και την electronica! Μα, να μην έχω ιδέα...Κοίτα να δεις και κάνα μήνα πριν είχα αγοράσει ένα άλλο, φτηνό ευτυχώς, best του Gainsbourg.
Απ' την άλλη, ο Matt Elliott και ο Lolek μού έδωσαν μια κοινή συνέντευξη που θα δημοσιευθεί στο plus της ερχόμενης Πέμπτης. Αφορμή, βεβαίως, ήταν οι παραστάσεις τους, οι οποίες θα ξεκινήσουν στις 2 Οκτωβρίου στο Half Note και που σίγουρα θά 'χουν το δικό τους ενδιαφέρον. Όπως ενδιαφέρον είχαν κι αυτά που μου είπε ο Elliott. Λίγο- πολύ χαρακτήρισε τους Έλληνες ελπίδα για όλους τους άλλους Ευρωπαίους, αφού μάχονται σθεναρά την επίθεση του ΔΝΤ. Εννοείται πως σε λίγες εβδομάδες θα αναρτήσω στο blog ολόκληρη τη συνέντευξη του τραγουδοποιού από το Bristol και του δικού μας, του Lolek.
Στο ίδιο τεύχος του plus κατά 90% θα δημοσιευθεί και μια συζήτηση που κάναμε χτες βράδυ με τη Λένα Πλάτωνος για την ταινία Ο μικρός Ιησούς της Φλάνδρας του Γκουστ Βαν Ντε Μπέρκε. Να ευχαριστήσω εδώ τον Ορέστη Πλακιά από το Γραφείο Τύπου του φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας, που πρόθυμα μου παραχώρησε ένα dvd με το συγκεκριμένο αριστουργηματικό φιλμ. Όπως το περίμενα, άρεσε πολύ και στη Λένα. Αφού μιλήσαμε για ζητήματα σαν την ύπαρξη ή όχι του θεού, την αποσυμβολοποίηση του ποιητικού κινηματογράφου, τους ανθρώπους με σύνδρομο Down που παρουσιάστηκαν πιο αγνοί κι από τα μικρά παιδιά, σχεδόν εξαϋλωμένοι άγιοι, στο τέλος η συνθέτρια μού εξομολογήθηκε πως άνετα θα έγραφε τραγούδι που θα έλεγε Θυμάμαι, αδερφέ Βαν Ντε Μπέρκε κατά το παλαιότερο της Θυμάμαι, αδερφέ Αντονιόνι.
Προηγουμένως, στο Κανάλι 1 του Πειραιά είχα μια απρόσμενη συνάντηση με τον ηθοποιό Παναγιώτη Μπουγιούρη. Πως περνάνε τα χρόνια! Με τον Παναγιώτη μεγαλώσαμε στην ίδια γειτονιά, στο Κερατσίνι, και πρέπει νά 'χουμε και την ίδια ακριβώς ηλικία. Θυμηθήκαμε την πρώτη μας συνεργασία πριν πολλά χρόνια - το 1993, ΄94 θα ήταν- στη σπουδαστική μικρού μήκους ταινίας μιας συμφοιτήτριας μου. Ο Παναγιώτης σήμερα είναι ένας σταρ, κανονικός ζεν πρεμιέ, που ετοιμάζεται να πρωταγωνιστήσει σε μία κινηματογραφική νέα ταινία με θέμα την εξέγερση του Πολυτεχνείου, στην οποία μάλιστα παίζει σοβαρά το ενδεχόμενο να ξανασυνεργαστούμε. Χρυσό παιδί ο Μπουγιούρης, ταλαντούχος, με ήθος και με φυσική ευγένεια, που του εύχομαι καλή συνέχεια σε ότι κάνει.
Απόψε -και κλείνω το post- θα βρεθώ στο Gagarin στο πρώτο μεγάλο live του φίλου μου, Αλέξανδρου Μίαρη, με τους Electric Litany στην Αθήνα. Μαζί τους θα εμφανιστούν και οι Playground Noise, που μού 'χε αρέσει το dark νιουγουεϊβάδικο cd τους, επομένως θέλω να το ακούσω και επί σκηνής. Αν προλάβω, πάντως, λέω να περάσω κι από τις Νύχτες Πρεμιέρας που την Κυριακή τελειώνει το πρόγραμμα τους.

exit-through-the-gift-shop-ή-ο-θρίαμβος-των-ατάλαντων

Έφτασα στον Δαναό λίγο πριν τα μεσάνυχτα, σκοπεύοντας να δω την ταινία Χασαπο-σέρβικο (αυτήν με τον βιασμό βρέφους) του Σέρβου Σρένταν Σπασόγιεβιτς, αλλά τελικά, όπως συζητιόταν όλες αυτές τις μέρες, κόπηκε από το πρόγραμμα. Στη θέση της προβλήθηκε το αγγλικό ντοκιμαντέρ Exit through the gift shop (ελλ. τίτλος Όπως εξέρχεσθε από το πωλητήριο) του γνωστού άγνωστου και διεθνούς φήμης γκραφιτά Banksy. Με βαρυά καρδιά μπήκα στην αίθουσα, καθώς το γκράφιτι, η λεγόμενη τέχνη του δρόμου, ποτέ δεν με ενδιέφερε. Εκ των υστέρων μπορώ να λέω ότι είδα ένα σπουδαίο ντοκιμαντέρ, καλομονταρισμένο, με ευφυές χιούμορ και κυρίως άποψη. Διότι είναι άποψη να παρουσιάζεις έναν ατάλαντο ερασιτέχνη, τον Γάλλο εμιγκρέ στο Λος Άντζελες Τιερί Γκουτά, ο οποίος με όπλα του το θράσος, την παγαποντιά και τις δημόσιες σχέσεις- έστω και μεταξύ των street artists- κατάφερε όχι μόνο να αγοράζονται οι προχειρότητες του από τα αμερικανάκια (όνομα και πράγμα), αλλά και να φιλοτεχνήσει μέχρι και εξώφυλλο δίσκου της Madonna! Πίσω από την κάμερα βέβαια είναι ο Banksy, ο κορυφαίος γκραφιτάς παγκοσμίως, όπως είπαμε, που κάποια στιγμή τον προσέγγισε ο Τιερί με σκοπό να τον βοηθήσει να γυρίσει το πρώτο street art ντοκιμαντέρ. Το αποτέλεσμα ήταν τόσο απογοητευτικό που ώθησε τον ίδιο τον Banksy να φτιάξει μια νέα ταινία, βασισμένη εξ ολοκλήρου στον ανεκδιήγητο επίδοξο κινηματογραφιστή. Για την ακρίβεια, μια υφέρπουσα τάση ανταγωνισμού τόσο απέναντι στον Banksy, το είδωλο του, όσο και στον συχωρεμένο Andy Warhol, ήταν οι αιτίες που έβαλαν στον Τιερί το σαράκι της street art. Το θέμα είναι ότι τα κατάφερε, κέρδισε την αποδοχή της μάζας και αυτό ακριβώς διαπραγματεύεται ο Banksy στο φιλμ που είδαμε. Και κάτι ακόμη: υπήρξαν στιγμές που το Exit through the gift shop λειτούργησε ως σχόλιο για την εμπορευματοποίηση της τέχνης, περιγράφοντας πως ένα αυθεντικό κίνημα έχασε σιγά- σιγά την αξία του, όταν άρχισε δηλαδή να αφήνει τους δρόμους και να μπαίνει στις επίσημες γκαλερί. Σαν τη νομιμοποίηση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας από τον γέρο τον Καραμανλή, ένα πράγμα...

Παρασκευή, 24 Σεπτεμβρίου 2010

ο-αλέξης-καλοφωλιάς-των-last-drive-σε-τηλεφωνική-σύνδεση-με-το-κανάλι-1-του-πειραιά

Οι Last Drive έχουν τη δική τους μεγάλη ιστορία στην ελληνική rock σκηνή. Είναι ένα συγκρότημα που εκτιμώ πολύ για τη συνέπεια των μουσικών του και τις ανανεωτικές, μέσα στα χρόνια, τάσεις στον ήχο του. Αν το rock ήταν ένα μουσικό κίνημα διαμαρτυρίας κατά κάποιο τρόπο, την όψη του αυτή εκπροσώπησαν και εκπροσωπούν απόλυτα στην Ελλάδα οι Last Drive. Πώς τό 'χε πει κάποτε ο Σαββόπουλος; Το rock γεννήθηκε απ' την επιθυμία ενός εύρωστου λευκού να τραγουδήσει σαν μαύρος καταπιεσμένος σκλάβος... Σημειωτέον ότι το τελευταίο άλμπουμ τους, το Heavy Liquid, κυκλοφόρησε πέρσι από την Inner Ear σε μια φανταστική βινυλιακή έκδοση! Απ' αυτό το άλμπουμ θα ακουστούν κομμάτια στη σημερινή εκπομπή μου, τα οποία είχε την καλωσύνη να μου στείλει σε mp3 ο Alex K.- κατά κόσμον, Αλέξης Καλοφωλιάς- τραγουδιστής και μπασίστας των Last Drive (καλό και άγιο, εν ολίγοις, το format του βινυλίου, αλλά δύσκολα παίζεται πλέον από τα ραδιόφωνα). Με τον Καλοφωλιά θα συνδεθούμε τηλεφωνικά και θα μιλήσουμε για την επικείμενη συμμετοχή της θρυλικής μπάντας στο Φεστιβάλ της εφημερίδας Εποχή, σήμερα και αύριο, 24 και 25 Σεπτεμβρίου, στο Πάρκο Θησείου. Συγκεκριμένα, οι Last Drive θα εμφανιστούν το Σάββατο στις 23.00 το βράδυ στην κεντρική σκηνή, κλείνοντας το διήμερο των εκδηλώσεων.

Όλα αυτά στο δεύτερο ημίωρο της εκπομπής. Στο πρώτο, θα σας παίξω κομμάτια των Matt Elliott, Nick Drake, Γιάννη Αγγελάκα, Παύλου Παυλίδη, Σωκράτη Μάλαμα και άλλων δημιουργών, ενώ θα σας συστήσω κι έναν νέο τραγουδοποιό, τον Γιάννη Παπαχρίστο, με μια πολύ ιδιαίτερη αντίληψη για το τραγούδι ως μορφή τέχνης και επικοινωνίας. Συντονιστείτε στο Κανάλι 1 του Πειραιά (
www.kanaliena.gr) στους 90,4 για μία ώρα, από τις 17.00 έως τις 18.00 το απόγευμα.

Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

ταξίδι-στο-νότο-στην-παιδική-ηλικία-και-στο-απωθημένο-ένστικτο



Το Plein Sud (ελλ. τίτλος Ταξίδι στο Νότο) ήταν η δεύτερη ταινία του Γάλλου Σεμπαστιάν Λιφσίτς που παρακολούθησα πριν από λίγο στο Αττικόν. Ο σκηνοθέτης έπρεπε να επιστρέψει στο Παρίσι- όπως πληροφορηθήκαμε- γι' αυτό κι εκπροσωπήθηκε από τον σεναριογράφο του, Στεφάν Μπουκέ. Μια χαρά τα είπε, λοιπόν, ο Μπουκέ και προσωπικά με βρήκε απόλυτα σύμφωνο και από χθες υποψιασμένο: ότι δηλαδή πάντα ξεκινούν να γράφουν μια πολύ απλοϊκή ιστορία, την οποία εν συνεχεία εμπλουτίζουν με σκηνές από το παρελθόν του εκάστοτε ήρωα τους. Αυτό συνέβη χτες με την τρανσέξουαλ Στεφανί, αυτό είδαμε και σήμερα με τον 27χρονο Σαμ. Ο Σαμ, λοιπόν, ένας φανερά καταθλιπτικός νέος άνθρωπος, οδεύει προς την Ισπανία, διασχίζοντας τον γαλλικό Νότο. Με το αυτοκίνητο του συνταξιδεύουν η Λεά, ένα δροσερό πανέμορφο κορίτσι και ο gay αδερφός της, Ματιέ, ο οποίος είναι ερωτευμένος με τον Σαμ. Στην παρέα προστίθεται και ο Ζερεμί, που δεν αργεί να τα φτιάξει με την ατίθαση Λεά. Η ανακάλυψη ενός περίστροφου στον σάκο του Σαμ θα φανερώσει σταδιακά τον εφιάλτη που τον κατατρέχει: σε ηλικία οχτώ ετών υπήρξε μάρτυρας της αυτοκτονίας του πατέρα του, η μητέρα του κλείστηκε στο ψυχιατρείο ανίκανη να σηκώσει το βάρος, ο ίδιος υιοθετήθηκε από μία πλούσια οικογένεια και πλέον ο μοναδικός σκοπός του πηγαιμού του στην Ισπανία είναι η συνάντηση του μετά από χρόνια με τη μητέρα του, η οποία εν τω μεταξύ βγήκε από το νοσοκομείο και προσπαθεί να ξαναφτιάξει τη ζωή της. Μέχρι να γίνει βέβαια αυτή η συνάντηση στο τελευταίο 10λεπτο, συνδεόμαστε συνεχώς μέσω flash-backs με την τραγική παιδική ηλικία του ήρωα, τη σχέση με τον αδερφό του, τη γιαγιά του κλπ. Μέχρι εδώ καλά! Οι υπόλοιποι χαρακτήρες μοιάζουν τελείως ξεκάρφωτοι από τον βασικό κορμό του story της ταινίας. Πως τους πήρε με τ' αμάξι του; Γιατί συνεχίζουν να συνταξιδεύουν, αφού φανερά δεν τους κάνει και πολύ κέφι; Μήπως γιατί υποβόσκει ο έρωτας του για τον Ματιέ, που τον πολιορκεί ανοιχτά και τελικά ενδίδει παθιασμένα κατά τη διάρκεια ενός beach-party; Μήπως πάλι και τα τέσσερα αυτά πρόσωπα είναι τελείως υποταγμένα στις επιθυμίες των σωμάτων τους, παραδομένα στην καλοκαιρινή καύλα που φέρνουν μαζί τους ο καυτός ήλιος και η ανοιχτή θάλασσα; Γι' αυτό μάλλον και από τη συνάντηση του Σαμ με τη μητέρα του κι ύστερα, οι υπόλοιποι τρεις ήρωες εξαφανίζονται σα να μην υπήρξαν ποτέ στη ζωή του. Κι αυτός πετάει στο νερό το περίστροφο που όλη την ώρα κρατούσε σφιχτά σα να φλέρταρε με τον θάνατο, βγάζει τα ρούχα του και ρίχνει μια λυτρωτική βουτιά. Εσείς πως το βλέπετε το story; Εγώ πάντως βρήκα και πάλι πολλά σεναριακά κενά, μια κάπως επιδερμική αντιμετώπιση του απωθημένου ετεροφυλοφιλικού και ομοφυλοφιλικού ερωτισμού (ας φανώ λίγο...εθνικόφρων τώρα, αλλά ο Παπατάκης αυτό τουλάχιστον θα το έδειχνε καλύτερα) και μια τάση για πλάτειασμα σε κάτι που ειπώνεται μέσα σ' ένα 20λεπτο το πολύ κι από 'κει και πέρα αναπαράγεται. Στα θετικά της ταινίας, η λιτή μινιμαλιστική μουσική επένδυση με κάποιες γνωστές pop μπαλάντες να της προσδίδουν ένα απαραίτητο χρώμα καλοκαιριού σε ορισμένα σημεία και οπωσδήποτε οι ερμηνείες όλων των ηθοποιών, που αν δεν κάνω λάθος είναι άγνωστοι στο ευρύ κοινό.

wild-side-καλύτερα-να-ήταν-μικρού-μήκους

Κι έτσι, αφού ο Γάλλος σκηνοθέτης Σεμπαστιάν Λιφσίτς παρέλαβε το Βραβείο της πόλης των Αθηνών από τα χέρια του Ορέστη Ανδρεαδάκη και μας μίλησε λίγο για τους περιθωριακούς ήρωες των ταινιών του, ξεκίνησε η προβολή της Άγριας πλευράς του. Μία τρανσέξουαλ, η Στεφανί (πρώην Πιέρ) επιστρέφει στη γενέτειρα της, ένα χωριό-φάντασμα, προκειμένου να φροντίσει την ηλικιωμένη ετοιμοθάνατη μητέρα της. Μαζί της έχει και τον δεσμό της, έναν Ρώσο ονόματι Μιχαήλ, με προβλήματα επικοινωνίας λόγω της γλώσσας. Σύντομα, εμφανίζεται και ο Τζεμάλ, ένας νεαρός που ψωνίζεται στις δημόσιες τουαλέτες, για να διαπιστώσουμε πως οι τρεις τους απαρτίζουν το ιδιόμορφο ερωτικό τρίγωνο των απόκληρων. Η Στεφανί ανατρέχει νοερά στα παιδικά της χρόνια, συναντάει τον πρώτο της έρωτα απ' το χωριό και θλίβεται όταν η μάνα της τής εκφράζει την ικανοποίηση της που πέθανε ο πατέρας της πριν δει τον γιό του μεταμορφωμένο σε κορίτσι. Όταν η μάνα πεθαίνει, οι δεσμοί με το παρελθόν κόβονται απότομα και η Στεφανί με τον Μιχαήλ και τον Τζεμάλ κυλιούνται αγκαλιασμένοι στα χορτάρια σαν μια άμορφη μάζα σωμάτων...Ίσως ήταν η προηγούμενη απογευματινή προβολή του ποιητικού Μικρού Ιησού της Φλάνδρας ή και η περασμένη ώρα που με έκαναν να νυστάξω κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης ταινίας. Πιστεύω πως το Wild side του Λιφσίτς θα μπορούσε να είναι μία περιεκτικότατη μικρού μήκους ταινία, τη στιγμή που δεν υπάρχει καμία δραματουργική εξέλιξη, καμία σεναριακή σύγκρουση και οι τρεις ήρωες σέρνουν απλά τον χορό της απελπισίας και της μοναξιάς τους. Τις αναδρομές στην παιδική ηλικία, διανθισμένες με σκηνές από πιάτσες της νύχτας και παντρεμένους τύπους που ψωνίζονται, είναι πράγματα που τά 'χουμε ξαναδεί κατά κόρον σε τέτοιου ύφους ταινίες και μάλιστα καλύτερα από τον Γιάνναρη, τον Δήμα και τον Κούτρα. Απ' την άλλη αναγνωρίζω την πρόθεση του Λιφσίτς για δημιουργία ενός ανθρωποκεντρικού και βιωματικού σινεμά με πρόσωπα στο περιθώριο της κοινωνίας χωρίς κανένα έλεος και κυρίως χωρίς καμία ελπίδα ανατροπής των δραματικών καταστάσεων που ζουν καθημερινά. Γι' αυτό ξαναλέω πως αν η Άγρια πλευρά του διαρκούσε μισή και όχι μιάμισι ώρα πιθανώς να έλαμπε σαν ένα ακατέργαστο κομμάτι χρυσού μέσα στη λάσπη και να μην αναμασούσε όλα τα κλισέ, έστω και αν αυτά τα κλισέ είναι η πραγματικότητα, από τα έργα και τις ημέρες των εκπορνευόμενων τσαλακωμένων ατόμων. Μού άρεσε το πλησίασμα του φακού στα ανθρώπινα πρόσωπα, τα tres gros πλάνα του σκηνοθέτη, σε αντίθεση με τα πολύ γενικά πλάνα των τοπίων, των χώρων δράσης παρελθόντος και παρόντος. Στην δε εναρκτήρια σκηνή με τον Anthony Hagerty των Antony & The Johnsons να παίζει στο πιάνο και να τραγουδάει το For today I am a buoy, έπεσε θερμό χειροκρότημα λες και βλέπαμε στην οθόνη κι εγώ δεν ξέρω ποιον...Παρά το ταλέντο του, ο τύπος έχει γίνει μαϊντανός, δε χωράει αμφιβολία επ' αυτού, όμως περί ορέξεως- που λένε- κολοκυθόπιτα. Το Wild side του Σεμπαστιάν Λιφσίτς συμμετείχε επίσημα στο Φεστιβάλ Βερολίνου του 2004, όπου απέσπασε το βραβείο Teddy. Χτες ήταν η πρώτη φορά που προβλήθηκε στη χώρα μας.

Τετάρτη, 22 Σεπτεμβρίου 2010

για-τον-μικρό-ιησού-της-φλάνδρας-της-ποίησης-και-της-εικαστικής-μαγείας

Δεν είναι η πρώτη φορά που το θεατρικό έργο του Φλαμανδού Φελίξ Τίμμερμανς En waar de sterre bleef stille staan μεταφέρεται στον κινηματογράφο. Το 1953 ο Μπερτ Γιάνσενς είχε καταθέσει τη δική του εκδοχή, η οποία θα χαρακτηριζόταν ταινία για όλη την οικογένεια. Το ακριβώς αντίθετο δηλαδή από αυτό που είδαμε στον Απόλλωνα μερικές ώρες πριν. Νιώθω τυχερός που είδα τον Μικρό Ιησού της Φλάνδρας, την πτυχιακή εργασία του Γκούστ βαν Ντε Μπέργκε με συμμετοχή στο Φεστιβάλ Κανών. Και γίνομαι έξαλλος με το κειμενάκι του προγράμματος που μιλάει για διεστραμμένο αλληγορικό παραμύθι, τον ίδιο τον Σατανά και άλλα ωραία ελκυστικά για τους ασυνείδητους σινεφίλ της μαρίδας. Απορώ που είδαν κάποιοι τους σατανάδες και τις διαστροφές σε ένα εικαστικό κινηματογραφικό ποίημα, γεμάτο από ουμανιστικές αξίες και συμβολισμούς. Το μοναδικό βλάσφημο και αιρετικό στοιχείο στην ταινία είναι η πρόθεση του σκηνοθέτη να βάλει ανθρώπους με σύνδρομο Down στις θέσεις των ηθοποιών του. Και όμως! Ακόμη και για μένα, δηλωμένο άθρησκο, η επίσκεψη των τριών μάγων στον νεογέννητο Ιησού με τον Ιωσήφ και την Παναγία, επίσης με σύνδρομο Down, έβγαλε τέτοια ποιητική μαγεία, πρωτόγνωρη για σύγχρονο κινηματογραφικό έργο. Ο μικρός Ιησούς της Φλάνδρας είναι μια ωδή στον Άνθρωπο, δεν έχει καμία σχέση εν ολίγοις με ταινίες τύπου Freaks. Είναι το άγγιγμα του Μπέργκμαν, του Ταρκόφσκι και του Παρατζάνοφ πάνω σ' έναν καινούργιο σκηνοθέτη που λες και δεν γεννήθηκε σε καμία σάπια Αμερική και σε καμία νευρωτική ευρωπαϊκή μητρόπολη. Όλα τα πλάνα του είναι πίνακες ζωγραφικής, στημένα με εξαιρετική ακρίβεια- η μοναδική έγχρωμη σκηνή μέσα σ' αυτό το 75λεπτο ασπρόμαυρο παραμύθι είναι το ερωτικό αραβικό τραγούδι που ερμηνεύει ο ερμαφρόδιτος τραγουδιστής στη ντισκοτέκ. Για να κινηματογραφήσεις ένα χειμωνιάτικο δάσος με πανέμορφα, γεωμετρικά σχεδόν, πλάνα πρέπει να είσαι ένας αυθεντικός ποιητής ή, αν μη τι άλλο, να έχεις μυηθεί σοβαρά στο βαρυσήμαντο έργο των προαναφερθέντων μεγάλων δημιουργών. Πιστεύω πως ο βαν Ντε Μπέργκε ανήκει και στις δύο περιπτώσεις! Η υπόθεση έχει τη δομή ενός παραμυθιού: σε περίοδο τριών Χριστουγέννων, τρείς ζητιάνοι με σύνδρομο Down χάνονται στο δάσος κρατώντας το αστέρι της Θείας Γέννησης από χαρτί. Δεν ξέρουμε χωροχρονικά πού τοποθετείται η ιστορία και πίσω από τον φακό χαμογελάει πονηρά ο συγγραφέας του Περιμένοντας τον Γκοντό. Βρίσκουν ένα κάρο στη μέση του πουθενά και συγκινούνται όταν διαπιστώνουν πως μία γυναίκα με τη βοήθεια του συντρόφου της, εξίσου φτωχοί όπως κι αυτοί, μόλις γέννησε ένα αγοράκι. Ο πρώτος ζητιάνος πιστεύει πως συνάντησε τον Ιησού και προκαλεί τη χλεύη των άλλων δύο, καθώς και του ιερέα του χωριού. Ο δεύτερος ζητιάνος πουλάει την ψυχή του στο διάβολο, ο οποίος έχει τη μορφή μοιραίας Λατινοαμερικάνας γυναίκας. Καταδικάζεται να χορεύει γύρω της κάθε βράδυ. Και ο τρίτος ζητιάνος, έχοντας διατηρήσει αγνά συναισθήματα για τους δύο φίλους του, σώζεται και καθαγιάζεται, παίρνοντας μέρος σε μία χριστιανική ιδιότυπη τελετή. Επιτέλους, λοιπόν, μία κινηματογραφική παραβολή με αντιήρωες (θέλει κότσια να ταυτιστείς με ανθρώπους-μογγολάκια χωρίς να νιώσεις οίκτο), αργούς ρυθμούς, διαλόγους ουσίας, πινελιές χιούμορ και μουσικές επιλογές που περιλαμβάνουν από κλασικές άριες και αφρικανικές θρησκευτικές τελετουργίες μέχρι πρωτότυπες συνθέσεις για ακορντεόν- στον τομέα αυτό ο βαν Ντε Μπέργκε μού θύμισε απόλυτα τον παγανιστή μουσικόφιλο Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Εν κατακλείδι, μία ταινία χωρίς μαγκιές, γαμήσια, εξυπνακισμούς, βία και εντυπωσιασμούς. Το σινεμά οφείλει να είναι πρωτίστως ποίηση και κατόπιν διασκέδαση, αν υποτεθεί πως σωστή διασκέδαση σημαίνει ψυχαγωγία. Δείτε τον Μικρό Ιησού της Φλάνδρας, όπου κι αν τον πετύχετε. Η σκηνή με τους πολλούς Εσταυρωμένους πάνω στις βάρκες που πλέουν στη θάλασσα διεκδικεί μια θέση ανθολογίας στην ιστορία πλέον του κινηματογράφου!

* στο internet-cafe που την άραξα, δεν είναι δυνατή η ανάρτηση του trailer της ταινίας. Θα το κάνω αργά το βράδυ από το σπίτι μου. Θα ακολουθήσουν η προβολή της γαλλικής ταινίας Άγρια πλευρά του Σεμπαστιάν Λιφσίτς- παρουσία μάλιστα του σκηνοθέτη- και το σχετικό post.

the-runaways-ή-η-πτώση-των-rock-stars



Και μετά την κωμωδιούλα The Trotsky (βλέπε προηγούμενο post), επιβαλλόταν ακόμη μία μουσική βιογραφική ταινία. Άσχετα αν έχω σιχαθεί πια το πήγαινε-έλα από το Αττικόν και τον Απόλλωνα στον Δαναό και το αντίστροφο...Φτάνοντας μάλιστα στο σινεμά της Κηφισίας έπεσα πάνω στον Σύλλα Τζουμέρκα, τον Θάνο Σαμαρά, τον Αργύρη Παπαδημητρόπουλο και τον Θάνο Αναστόπουλο. Δεν θα μπείς να δείς την ταινία μου; με ρώτησε όλο απορία ο Θάνος, εννοώντας βέβαια την ταινία του Σύλλα που συμμετείχε στο πρόσφατο Φεστιβάλ Βενετίας και που παίχτηκε χτες στον Δαναό εν είδει έκπληξης. Κι αφού ήταν έκπληξη, που ήθελες να το ξέρω; απάντησα κι εγώ. Με το δίκιο μου, εφόσον ο παραγωγός του φιλμ μού εξήγησε πως ούτε αναρτήσεις στα facebooks των συντελεστών δεν επιτράπηκαν! Κρίμα, κι ήθελα πραγματικά πολύ να δω την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Σύλλα, ενός σκηνοθέτη που εκτιμώ. Ούτως ή άλλως θα κάνει πρεμιέρα στις αίθουσες ακριβώς σε ένα μήνα από τώρα, ενώ τόσο ο Σύλλας, όσο και ο Θάνος, δεσμεύτηκαν να μου παραχωρήσουν μία ραδιοφωνική συνέντευξη. Πάμε τώρα στις Νύχτες Πρεμιέρας και στην ιστορία των The Runaways! Επρόκειτο για μια καλογυρισμένη μουσική βιογραφία διά χειρός της Φλόρια Ζιγκισμόντι, γνωστής δημιουργού βίντεο-κλιπς πολλών rock αστέρων. Αν και δεν περιείχε τα ευρηματικά σκηνοθετικά τεχνάσματα της ταινίας για τον Ian Dury, μού άρεσε πολύ, αφού πέραν της ιστορικής μουσικής καταγραφής ασχολήθηκε με την αποκαθήλωση των rock stars και με την καταβύθιση τους στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά. The Runaways ονομαζόταν το πρώτο glam-rock συγκρότημα της κιθαρίστριας Joan Jett και της μπασίστριας Lita Ford, άσχετα αν ουσιαστική πρωταγωνίστρια της ιστορίας ήταν η λιγότερο διάσημη Σερί Κέρι, η τραγουδίστρια τους, σε βιβλίο της οποίας βασίστηκε και η ταινία της Ζιγκισμόντι. Καθόλου παράξενο, λοιπόν, που είδαμε και στους τίτλους τέλους τα ονόματα του Kim Fowley, της θρυλικής rock περσόνας- αυθεντικού παραγωγού των The Runaways, ως μουσικός σύμβουλος, όπως και της Joan Jett αυτοπροσώπως ως executive proucer. Με μιαν ιδιαίτερη επιτυχημένη ανάπλαση των mid-70s, τότε που μεσουρανούσαν ο David Bowie, ο Iggy Pop, η Suzi Quatro, αλλά και ο Don McLean (το Starry night του έγινε σχεδόν λάιτ μοτίβ του φιλμ), είδαμε τι συνέβη για μία διετία στη ζωή δύο 15χρονων κοριτσιών που κατέκτησαν το rock στερέωμα με τις ευλογίες του δαιμόνιου κυνικού Kim Fowley, καθώς και με όλα τα συμπαραμαρτούντα: αποξένωση από τη συμβατική οικογενειακή ζωή, θράσος, ξέφρενο σεξ, καταχρήσεις, ανταγωνισμοί, καυγάδες κλπ. Δεν θα μπορούσε να λείπει και το κομμάτι της επιτυχίας που γνώρισαν οι The Runaways με την περιοδεία τους στην Ιαπωνία. Από τις πιο όμορφες σκηνές η σύντομη ερωτική πράξη, ψυχεδελικά κινηματογραφημένη, μεταξύ της Joan και της Σερί υπό τους ήχους του I wanna be your dog των Stooges. Το ομοερωτικό στοιχείο είναι εντονότατο στην ταινία, υπερθεματίζοντας στην βαθειά συναισθηματική σχέση των δύο κοριτσιών καθ' όλη τη διάρκεια της κοινής μουσικής τους πορείας. Και ακριβώς γι' αυτό θεωρώ αριστουργηματικό τον τρόπο, με τον οποίο η Ζιγκισμόντι έκλεισε την ταινία της: Μεταφερόμαστε στο 1982, οι The Runaways είναι παρελθόν και η Joan Jett με τους Blackhearts και το hit I love Rock and Roll (και ποιος δεν τό 'χει χορέψει αυτό το τραγούδι;) έχει πουλήσει παγκοσμίως αμέτρητους δίσκους. Βρίσκεται σε ραδιοφωνικό στούντιο κι ετοιμάζεται να δώσει συνέντευξη. Από τον χώρο εργασίας της ακούει την εκπομπή η Σερί που έχει παρατήσει τη μουσική εδώ και χρόνια. Παίρνει κουράγιο, τηλεφωνεί και συνομιλεί στον αέρα για λίγο με την Joan Jett. Ο αμήχανος διάλογος τους μοιάζει να κλείνει την τεράστια φιλμική παρένθεση που περιελάμβανε όλη την τρέλα της εφηβείας τους και τον άρρηκτο δεσμό τους. Ένα πολύ συγκινητικό φινάλε μιας αληθινής ιστορίας ποτισμένης κανονικά από το τρίπτυχο sex, drugs & rock' n' roll. Η Κρίστεν Στιούαρτ ως Joan Jett και η Ντακότα Φάνινγκ ως Σερί Κέρι, πανέμορφες αμφότερες, δικαιούνται όλα τα Όσκαρ ερμηνείας του κόσμου! Όταν και άμα βγεί στις ελληνικές αίθουσες, μην το χάσετε!

the-trotsky-χαβαλές-σερβιρισμένος-με-ιστορικότητα-πολιτικοποίηση-και-ενοχικά-παρελθόντα




Περίμενα κάτι καλύτερο από το καναδικό The Trotsky του Ζακόμπ Τιερνί και όχι μία κωμωδία τόσο επιπόλαια με το αντικείμενο της. Κατανοώ τα βραβεία Κοινού που απέσπασε σε τρία διαφορετικά διεθνή φεστιβάλ, εφόσον πρόκειται για μία άκρως διασκεδαστική ταινία, όμως θεωρώ ότι το εύρημα του νεαρού, φαν του Τρότσκι στο όριο της ψύχωσης, παρουσιάστηκε τελείως σχηματικά σχεδόν σαν καρικατούρα. Ο εν λόγω νεαρός, λοιπόν, γόνος πλούσιας εβραϊκής οικογένειας, πιστεύει πως είναι η μετεμψύχωση του Λέον Τρότσκι και έχει βάλει απώτερους σκοπούς της ζωής του να εξοριστεί, να παντρευτεί μεγαλύτερη τού γυναίκα, να βρεί τον σύντροφο Λένιν και στο τέλος να δολοφονηθεί σε θερμό μέρος! Έτσι, η επαναστατική του δράση ξεκινάει από την υποκίνηση απεργίας πείνας στο εργοστάσιο του πατέρα του και ολοκληρώνεται με ένα ανεκδιήγητο πραξικόπημα στο καταπιεστικό δημόσιο λύκειο του Μόντρεαλ. Ενδιάμεσα, πολιορκεί την 27χρονη Αλεξάνδρα, μία δεκαετία μεγαλύτερη του, την οποία κερδίζει λίγο πριν το τέλος του φιλμ, ζητάει τη νομική βοήθεια ενός ηλικιωμένου παν/μιακού καθηγητή- πρώην ακτιβιστή των 60s και φροντίζει παράλληλα να δημιουργήσει θόρυβο γύρω απ' τ' όνομα του, καλώντας τα ΜΜΕ να απαθανατίσουν τις απείρου κάλλους δραστηριότητες του. Όταν πια απαλλάσσεται των κατηγοριών του με μόνο όρο να μην φοιτήσει ξανά σε κανένα σχολείο του Μόντρεαλ, απλά αλλάζει πόλη και ανακαλύπτει τον σύντροφο Ουλιάνοφ στο πρόσωπο ενός συνομήλικου υπερσεξουαλικού νεαρού. Καλά όλα αυτά και ωραία, μα αν ξεχάσεις πως παρακολουθείς κωμωδία, είναι ν' απορείς που δεν βρέθηκε κανείς από τον οικογενειακό και φιλικό κύκλο του ήρωα για να τον πάει δεμένο στον ψυχίατρο. Ο σκηνοθέτης Ζακόμπ Τιερνί είναι νέος, 31 ετών, παρ' όλο που δίνει την εντύπωση ενός παλιού πληγωμένου αριστερού, σαν και τον χιουμορίστα ακαδημαϊκό που τρέχει πάντα να ξελασπώσει τον ήρωα από τις περιπέτειες του. Η ταινία του θα χαρακτηριζόταν Χτυποκάρδια στο Μπέβερλι Χιλς στο πιο πολιτικοποιημένο υπό την έννοια μιας κλασικής teenager comedy, με τις αναφορές στις Spice Girls ή και το σεξ χωρίς προφύλαξη να έχουν αντικατασταθεί από το Κόκκινο Βιβλίο του Μάο και τη λέξη Φασίστας ως μομφή για κάθε καθηγητή-δυνάστη. Υπήρχαν στιγμές που η αίθουσα σείστηκε από το γέλιο, όπως αυτή με την καθηγήτρια και τον διευθυντή του σχολείου, που ο νεαρός αποκάλεσε ζεύγος...Τσαουσέσκου ή εκεί που μάθαμε ότι ζήτησε από τους μπάτσους να αυτοεξοριστεί στη...Βενεζουέλα. Έχω την εντύπωση γενικά πως αν το ίδιο θέμα έπεφτε στα χέρια ενός άλλου σκηνοθέτη, ας πούμε σαν τον Βόλφγκανγκ Μπέκερ (Goodbye Lenin), ίσως να είχαμε και μιαν άλλη ταινία, σαφώς ανώτερη. Ωστόσο, η πιο δυνατή σκηνή του The Trotsky είναι ο διάλογος που αναπτύσσεται μεταξύ του υπερασπιστή του νεαρού και της διευθύντριας του συμβουλίου των καθηγητών, επίσης πρώην ακτιβίστριας- ρόλος παιγμένος από μιαν εξαίρετη guest, τη Ζενεβιέβ Μπιζόλντ. Οι δύο εξηντάρηδες βρίσκουν αφορμή ν' αναλογιστούν τα χαμένα ιδανικά της νιότης τους και να δικαιώσουν εν τέλει την παραβατική επαναστατική δράση του πρωταγωνιστή. Ευτυχώς που ο ίδιος, ακολουθώντας πάντα το ακραίο κωμικό σενάριο, δικαίωσε με τα παθήματα του και το επί δύο ώρες γέλιο των θεατών.

* ευχαριστώ την Κατερίνα σ-Μ. για την αθόρυβη σωστή παρατήρηση.

Δευτέρα, 20 Σεπτεμβρίου 2010

για-τη-συγκινητική-βιογραφία-του-punk-πρωτεργάτη-ian-dury



Και μετά το φιάσκο του αργεντίνικου Buen dia dia (βλέπε προηγούμενο post), είπαμε να παραμείνουμε στον Απόλλωνα για να παρακολουθήσουμε την καινούργια ταινία του Στράτου Τζίτζη, αλλά δεν στάθηκε δυνατό. Όχι μόνο δεν υπήρχαν εισιτήρια, αλλά ούτε και η Αγγέλα Δεσποτίδου, μοντέζ του Τζίτζη (και δική μου στο Ζωντανοί στο Κύτταρο-Σκηνές Ροκ) μπόρεσε να μας εξασφαλίσει προσκλήσεις. Έτσι, αφού πέτυχα εκεί και τον Βασιλικό, ανταλλάξαμε δυο λόγια και μετά πήρα την παρέα και μεταφερθήκαμε στον Δαναό της Κηφισίας, όπου θα παιζόταν η βιογραφία του Ian Dury διά χειρός Mat Whitecross. Σημειωτέον, έχοντας φάει την πατάτα για τον Abuelo, δεν θα πήγαινα σε καμία περίπτωση να δω ακόμη ένα ντοκιμαντέρ, έστω για τον Ian Dury, του οποίου ποτέ δεν υπήρξα φαν. Παρ' όλα αυτά τελικά ορθώς έπραξα, αφού είδα μία από τις καλύτερες σύγχρονες βιογραφικές ταινίες. Ευτυχώς που πήραμε αρκετά νωρίτερα τα εισιτήρια, διότι θα την πατάγαμε όπως και με το Howl. Πατείς με πατώ σε γινότανε χτες βράδυ στον Δαναό, από γεροντοπανκιά, μαλλιάδες, alternative τύπους και κλασικούς σινεφίλ. Τους πρώτους θα τους τράβηξε- εννοείται- ο πιασάρικος τίτλος, από το πιο γνωστό hit των Ian Dury & The Blockheads: Sex & drugs & rock' n' roll. Ή, μάλλον τους δεύτερους, αν υποτεθεί πως τα γεροντοπανκιά αγάπησαν τον Βρετανό rocker, ενώ οι μαλλιάδες θα περίμεναν να δουν κάνα Woodstock. Τελικά τι ήταν το φιλμ που έφτιαξε ο διακεκριμένος Whitecross για τον Ian Dury; Μια σωστή βιογραφία, που ασχολήθηκε στο 40% με τα της μουσικής πορείας του και στο υπόλοιπο 60%, στο μεγαλύτερο μέρος δηλαδή, με τα προσωπικά-οικογενειακά του: την γέννηση του γιού του, Baxter Dury, τα δύσκολα χρόνια στο άσυλο ως παιδί σπαστικό λόγω της αναπηρίας του ποδιού του από πολυομυελίτιδα, την πολύ ζεστή σχέση με τον πατέρα του και τον θάνατο του που δεν ξεπέρασε ποτέ, την εξωσυζυγική περιπέτεια του με τη Ντενίζ που έγινε και μέλος της μπάντας του, τις πολύ καλές σχέσεις με τη σύζυγο του ακόμη και μετά τον χωρισμό τους, τους συχνούς καυγάδες του με παραγωγούς-μάνατζερ, τα πολλά ναρκωτικά κλπ. Για την ακρίβεια, η ταινία αρχίζει από το 1970 με τις πρώτες μουσικές απόπειρες του Ian Dury και τελειώνει λίγο πριν τη διάλυση των Blockheads, χωρίς ν' ασχολείται καθόλου με την αρρώστια του, εν προκειμένω τον μεταστατικό καρκίνο που τον έστειλε στο θάνατο το 2000. Δεν γίνεται επίσης καμία αναφορά και στο υποκριτικό ταλέντο του καλλιτέχνη, αφού ο Dury, ως γνωστόν, είχε παίξει σε ταινίες των Πίτερ Γκρίναγουέι, Ρομάν Πολάνσκι κ.α. Όπως είπαμε, όμως, σκοπός του Whitecross ήταν να μας παρουσιάσει έναν ευφυέστατο, χιουμορίστα, ανυπότακτο και καλωσυνάτο κατά βάθος άνθρωπο-καλλιτέχνη και όχι τόσο έναν (ή ακόμη έναν) αντικομφορμιστή εκπρόσωπο της μουσικής βιομηχανίας. Αυτό θα ήταν η εύκολη λύση και ίσως γι' αυτό μού άρεσε τελικά η ταινία του. Φυσικά και δεν έλειψαν οι παραπομπές του σκηνοθέτη, εμμονικά σχεδόν, στο ιστορικό της δημιουργίας των δύο σημαντικότερων συνθέσεων του Ian Dury: στο Sex & drugs & rock' n' roll και στο Spasticus Autisticus. Δεν δίστασε ακόμη και να αποκαθηλώσει κυριολεκτικά το θέμα του, βάζοντας τον παραγωγό ραδιοφώνου να τον αποκαλεί κατάμουτρα punk της νοικοκυράς! Κατάφερε με λίγα λόγια να κάνει μια συγκινητική ταινία που ξεχειλίζει από ανθρωπιά και συναίσθημα, γνωρίζοντας μας μέσα σε ένα δίωρο τον ευαίσθητο καλλιτέχνη, σύζυγο, εραστή και πάνω απ' όλα πατέρα Ian Dury. Συγκλονιστικός στον πρωταγωνιστικό ρόλο ο Άντι Σέρκις, παραδίδοντας κανονικό ρεσιτάλ υποκριτικής. Πολύ καλή και η ανάπλαση της εποχής των δεκαετιών του 1970 και του ΄80. Πιστεύω πως το Sex & drugs & rock 'n 'roll για τον Ian Dury μαζί με το παλαιότερο La vie en rose για την Edith Piaf είναι οι αρτιότερες μουσικές βιογραφίες που γυρίστηκαν τα τελευταία χρόνια.

buen-día-día-καλημέρα-ομοφοβία

Το ντοκιμαντέρ Καλημέρα μέρα (Buen dia dia), από το ομότιτλο τραγούδι του Miguel Abuelo, είναι ένα πορτραίτο του εν λόγω μουσικού, που πρωταγωνίστησε στη rock σκηνή της πατρίδας του, της Αργεντινής, το διάστημα τέλη 1970- αρχές ΄80. Το είδα χτες το απόγευμα στον Απόλλωνα και δεν μπορώ να πω ότι μού άρεσε ιδιαίτερα για πολλούς λόγους. Κατ' αρχάς, ο Abuelo μού ήταν τελείως άγνωστος, αλλά τσίμπησα απ' το προγραμματάκι του φεστιβάλ, που τον παρουσίαζε ως αναρχικό μποέμ τροβαδούρο, αυθεντικό φλανέρ, αντιήρωα της μουσικής σκηνής του Μπουένος Άιρες κλπ. Στην πραγματικότητα, βάσει όσων είδαμε και μάθαμε δηλαδή, επρόκειτο για έναν loser rock performer, ο οποίος πέθανε από AIDS στα 42 του χρόνια και που μπροστά του ο δικός μας Παύλος Σιδηρόπουλος ήταν...Mick Jagger! Στην ταινία που ακολουθήθηκε η γραμμική ντοκιμαντερίστικη αφήγηση, για τον καλλιτέχνη μιλούσαν μουσικοί, οι παλιοί του συνοδοιπόροι απ' τα χίπικα χρόνια στο Παρίσι των 60s, η σύζυγος του- για junkie την έκοψα- και ο μοναχογιός του. Τα σκηνοθετικά ευρήματα των δύο δημιουργών του ντοκιμαντέρ, του Σέρχιο Κονσταντίνο και του Έντ Πίντο, ήταν μια βόλτα στα καφέ του Μπουένος Άιρες, στα στέκια του Abuelo, με τον γιο του, Γκάτο, και η συνάντηση του μ' έναν πουρόκερ- μέλος της μπάντας του μπαμπά που τού θύμιζε τα κατορθώματα τους πίνοντας μπίρες. Κι έτσι, ενώ στα πρώτα λεπτά η κάμερα μας οδήγησε μέχρι και στο μαιευτήριο που γεννήθηκε ο Αργεντίνος rocker εν έτει 1946, όταν φτάσαμε στο έτος 1988, η ταινία έκλεισε με την ξερή γραπτή πληροφορία ότι o Abuelo πέθανε από μια λοίμωξη που του προξένησε ο ιός του AIDS. Κι άρχισαν όλοι οι θεατές μεσ' στην αίθουσα ν' αναρωτιούνται: Τελικά ήταν ή δεν ήταν gay ο Miguel Abuelo; Κατ' αρχάς, να θυμίσω ότι από την επικίνδυνη ασθένεια δεν απειλούνται μόνο οι ομοφυλόφιλοι, αλλά εξίσου και οι ετεροφυλόφιλοι. Δεν κατάλαβα γιατί δηλαδή πρέπει ν' αρρωσταίνουν από AIDS μόνο οι πρώτοι. Αυτό που δεν έπιασε η πλειοψηφία των θεατών μέσα στην αίθουσα ήταν η ομοφοβική αγιοποίηση που επιφύλαξαν στο θέμα τους οι δύο σκηνοθέτες του ντοκιμαντέρ, αφού επί μιάμισι ώρα μας περιέγραφαν τις rock ατασθαλίες του με τις θαυμάστριες του, η ολοφάνερη όμως στροφή του στην ομοφυλοφιλία σε μεγάλη σχετικά ηλικία πέρασε κουκουλωμένη με δυο-τρείς φράσεις του στυλ Είχε αρχίσει ν' αλλάζει εμφάνιση ή Γινόταν πιο προκλητικός. Κι εμείς εν τω μεταξύ βλέπαμε από υλικό αρχείου τον Abuelo καραχιπαριό στα early 70s και Γλυκειά μου Κούτσι απ' το Χαλκούτσι μια δεκαετία μετά...Τι να πω, ίσως οι κύριοι Κονσταντίνο-Πίντο να μην ήθελαν να στενοχωρήσουν τη γυναίκα και τον γιό του Abuelo, που συμμετείχαν στο πόνημα τους. Θα είπαν- διότι γνωρίζω καλά πως γυρίζεται ένα ντοκιμαντέρ- είδαμε και πάθαμε να ψήσουμε τη χήρα την πρεζού και τον γιό το βλαμμένο, μην τους βγάλουμε και gay τον άντρα τους, την κολόνα του σπιτιού τους. Έτσι, όμως, δεν κάνεις ντοκιμαντέρ, αλλά στενόμυαλη αγιογραφία, για να μην πω συντηρητική και επικίνδυνη προπαγάνδα. Στα επιπλέον αρνητικά της ταινίας, η βιντεΐλα στη φωτογραφία της και η κακή κόπια που παρακολουθήσαμε από dvd.

Κυριακή, 19 Σεπτεμβρίου 2010

映画 「しんぼる」 松本人志 監督作品



Πάλι καλά που κατεβαίνει κάθε χρόνο από τη Θεσσαλονίκη στις Νύχτες Πρεμιέρες της Αθήνας ο φίλος και συνάδελφος Γιάννης Γκροσδάνης και με τραβολογάει να πάμε παρέα σε καμιά προβολή. Σαν και χτες βράδυ, που δεν βρήκαμε εισιτήριο- ούτε καν θέσεις για όρθιους- για το Howl των Ρομπ Επστάιν, Τζέφρι Φρίντμαν στον Δαναό κι έτσι καταλήξαμε στο Αττικόν, όπου παιζόταν το Σύμβολο (Shinboru) του Ιάπωνα Χιτόσι Ματσουμότο. Έχουμε και λέμε, λοιπόν: Η ταινία ξεκινάει με το πολύ αργό πλάνο ενός αυτοκινήτου που έρχεται απ' τα βάθη ενός σκονισμένου βραχώδους τοπίου. Το οδηγεί μια προοδευτική καθολική καλόγρια, η οποία ακούει rock μουσική και καπνίζει αρρημανίως. Βρισκόμαστε σε επαρχία του Μεξικού. Φτάνει στο φτωχικό των γονιών της για να παραλάβει τον παλαιστή μασκοφόρο πατέρα της και να τον μεταφέρει στην πόλη όπου θα διεξαχθεί αγώνας πάλης με τη δική του συμμετοχή. Αλλαγή σκηνικού! Ένας Ιάπωνας (ο ίδιος ο σκηνοθέτης) ξυπνάει μέσα σ' ένα πελώριο ολόλευκο δωμάτιο. Από τους τοίχους του δωματίου εμφανίζονται και χάνονται άυλα αρσενικά βρέφη-αγγελούδια. Τα γεννητικά τους όργανα μόνο παραμένουν να ξεπροβάλλουν σαν αμέτρητα...κουμπιά. Κάθε φορά που ο Γιαπωνέζος με τις πολύχρωμες pop πιτζάμες πιέζει κι από ένα πέος, τού εμφανίζονται ένα σωρό άχρηστα αντικείμενα, από ξύλινα μολύβια και πυθάρια μέχρι έναν ιθαγενή ως...τζίνι και σούσι για να τρώει! Ξεκαρδιστική η σκηνή να τον βλέπεις να πατάει δεκάδες πέη-κουμπιά μέχρι να βρεί τη σάλτσα σόγιας κι αφού τελικά καταβροχθίζει το σούσι σκέτο, στο επόμενο κουμπί τού πετάγεται το μπουκάλι με την πολυπόθητη σάλτσα! Εν τω μεταξύ, η σύνδεση με το Μεξικό συνεχίζεται...Παρακολουθούμε τον μικρό γιο του παλαιστή μέσα στην τάξη του σχολείου του να περιμένει να τελειώσει το μάθημα για να παραστεί με τον παππού του στον αγώνα. Πίσω στο λευκό δωμάτιο, ο Γιαπωνέζος δεν αργεί να μετατραπεί σε καρτούν. Βγάζει άναρθρες κραυγές, προσπαθεί να βρεί τρόπο να αποδράσει- από που άραγε; -και χαρίζει αβίαστο γέλιο με τα κατορθώματα του. Απ' τη μια να γίνεται το πιο αστείο θέαμα κι απ' την άλλη να τον λυπάσαι μέχρι δακρύων. Καθώς η ταινία προχωράει, κοντά στο τελευταίο ημίωρο (διαρκεί μιάμισι ώρα) διαπιστώνουμε πως κάθε πάτημα των ανορθόδοξων κουμπιών από τον Γιαπωνέζο ορίζει ανθρώπινες συμπεριφορές και ζωές πάνω στον πλανήτη! Ομολογώ εδώ πως το δέσιμο των σκηνών του Μεξικού με την πρόταξη του στοιχείου του καθολικισμού και της βίαιης πάλης, το περίμενα πιο ουσιώδες και όχι τόσο επιφανειακό και χαβαλετζίδικο. Στο τελευταίο 10λεπτο, πάντως, που ο Γιαπωνέζος καταφέρνει να βγεί απ' το εφιαλτικό λευκό κελλί του, η ταινία παίρνει τη μορφή ενός κυβερνοπάνκ ηλεκτρονικού βίντεο-κλιπ και η ρεαλιστική δράση μετατοπίζεται από το Μεξικό μπλέκοντας θεότρελες παράλληλες καταστάσεις από τη Ρωσία και την Κίνα έως το Χόλιγουντ και τον Λευκό Οίκο του Τζωρτζ Μπούς και του Ομπάμα. Η τελευταία σεκάνς θέλει τον Γιαπωνέζο, με λίγα λόγια έναν Θεό- έρμαιο της μοίρας του, να καταλήγει σε ακόμη ένα δωμάτιο. Μόνο που είναι πιο σκοτεινό και ο ίδιος δε φοράει χρωματιστές, αλλά λευκές πυτζάμες, σα να πρόκειται πια για τρόφιμο ψυχιατρείου. Στον τοίχο ξεπροβάλλουν τώρα όχι πολλά, μα μόνο τα γεννητικά όργανα ενός βρέφους. Κι είναι τεράστια! Τι θα συμβεί άμα πατήσει το νέο κουμπί; Τι αλλαγές θα συμβούν στον κόσμο που βιώνουμε εμείς όλοι; Δεν μαθαίνουμε, γιατί η ταινία τελειώνει...
Το Σύμβολο του Χιτόσι Ματσουμότο βλέπεται ακριβώς σαν ένα όνειρο, όπου οι πιο ακραίοι συνειρμοί παίρνουν σάρκα και οστά και χωράνε περισσότερες από μία εξηγήσεις -αναλύσεις. Η γυναίκα της παρέας το είδε σαν ένα σχόλιο του σκηνοθέτη για τις σύγχρονες φαλλοκρατικές κοινωνίες και τον καταναλωτικό τρόπο ζωής. Προσωπικά, πιστεύω πως ο δημιουργός τίποτα απ' όλα αυτά δεν είχε σκοπό να σχολιάσει, πόσω μάλλον να στηλιτεύσει κιόλας. Σαν γνήσιος σουρεαλιστής θέλησε απλά κι ωραία- τουτέστιν, σύνθετα και ασυνάρτητα- να παίξει με το μυαλό του θεατή. Το Σύμβολο του Χιτόσι Ματσουμότο βλέπεται ακόμη σαν μια θεοπάλαβη κωμωδία με τον ίδιο να αναδεικνύεται σε εκπληκτική κωμική περσόνα. Ο κορμός της απίθανης ιστορίας του, η κινηματογράφηση, το παράλληλο μοντάζ σα να βλέπεις μαζί δύο ταινίες, ολότελα άσχετες μεταξύ τους, κάνουν το δεύτερο μεγάλου μήκους φιλμ του ακόμη ένα δείγμα των ιαπωνικών μεταμοντέρνων κατακτήσεων στον χώρο του σινεμά και της τέχνης γενικότερα. Δύσκολο να παίξει κανείς με το δικό μου μυαλό ξαναείπε με στόμφο η γυναίκα της παρέας. Κάτι όμως οι εξιστορήσεις του θλιμμένου Γκροσδάνη για τα χάλια της Κρατικής Ραδιοφωνίας Θεσσαλονίκης (το παλικάρι έμεινε άνεργο ύστερα από πέντε χρόνια στον 9.58 με μία από τις καλύτερες εκπομπές), κάτι η συνειδητοποίηση τού πόσο γαμημένοι είμαστε όλοι οικονομικά, με ώθησαν να της απαντήσω: Τι το ψάχνεις, καλή μου, δεν είδες τι μας είπε κι ο Ματσουμότο στο τέλος; Όλοι με το τρίτο το μακρύτερο θα μείνουμε...

Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου 2010

ο-νίκος-κούνδουρος-στα-νέα-σαββατοκύριακο

Τέσσερις ταινίες του Νίκου Κούνδουρου προσφέρονται με την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ από σήμερα και για τα επόμενα τρία Σάββατα. Ο δράκος (1956), οι Μικρές Αφροδίτες που ο ίδιος ο Κούνδουρος μετονόμασε ως Το σημάδι της Αφροδίτης (1963) και η Μαγική πόλις (1954) έχουν ξαναδοθεί από τις εφημερίδες, εκτός του ότι δεν έχουν πάψει να προβάλλονται - πολύ αραιά, ομολογουμένως, σχεδόν σπάνια - από τα κρατικά τηλεοπτικά κανάλια. Αυτό που έχει πολλά χρόνια να προβληθεί και που μέχρι πρότινος δεν είχε βγεί στην αγορά του dvd είναι το Μπορντέλο (1977) με τη μουσική του Νίκου Μαμαγκάκη και με την Ελεονώρα Σταθοπούλου, την Αγάπη Μανουρά, τον συχωρεμένο Φάνη Χηνά, αλλά και τη Marina Vlady, μεταξύ του πρωτότυπου cast. Ο Νίκος Κούνδουρος, ο πρώτος που σκούπισε την οθόνη από τα σκουπίδια, σύμφωνα και με τον Δημήτρη Δανίκα, είναι εδώ, υπενθυμίζοντας πως απ' αυτόν ξεκίνησαν όλα.

Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010

light-days-light-people-moving-waves

Κυκλοφόρησε χτες το πρώτο τεύχος του καινούργιου free press της Ελευθεροτυπίας. Λέγεται Plus, απευθύνεται σε ηλικίες 17 - 25 ετών και διευθυντής του είναι ο mhulot, πρώην αρχισυντάκτης της lifo. Στη συντακτική ομάδα του περιοδικού, μεταξύ άλλων, βρίσκονται η Ναταλί Χατζηαντωνίου, η Χρυσούλα Παπαϊωάννου, ο Spyros VJ, ο Μπάμπης Πολυχρονιάδης, η Ιωάννα Κλεφτόγιαννη και ο Γιώργος Καρουζάκης, ενώ στη θέση του αρχισυντάκτη είναι ο Δημήτρης Αναστασόπουλος. Ευχαριστώ τον mhulot που μου έκανε την τιμητική πρόταση να ενταχθώ στο team των μόνιμων συνεργατών του περιοδικού μαζί με τη Λένα Πλάτωνος, ως δισκοκριτικοί ή, σωστότερα, δισκαναλυτές- για να μην ξεχνάμε και τη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας- αλλά και μεμονωμένα, ως δημοσιογράφος ελευθέρας...βοσκής. Έτσι, στο πρώτο τεύχος μπορείτε να διαβάσετε την δισκανάλυση μας στο ντεμπούτο άλμπουμ των Maria & The Photo Frame κι έπεται το άλμπουμ Homeland της Laurie Anderson για την ερχόμενη Πέμπτη. Αυτές τις μέρες, μάλιστα, ο Matt Elliott από το Bristol και ο Lolek από την Κηφισιά θα μου παραχωρήσουν για το Plus την πρώτη κοινή τους συνέντευξη με αφορμή τις εμφανίσεις τους στο Half Note. Εύχομαι καλή επιτυχία στον mhulot για τη νέα αυτή προσπάθεια και το μεγάλο άνοιγμα του στον free Τύπο, όπως και γερό στομάχι κυριολεκτικά (δεν είναι λίγο μέσα σε τέτοια γενικευμένη κρίση να διευθύνεις ένα καινούργιο έντυπο). Πάντως, χτες όλη μέρα γύριζα στην Αθήνα μάτταια να το βρώ, οπότε και αναγκάστηκα να περάσω στις 12 τη νύχτα από τα γραφεία της Ελευθεροτυπίας. Μπαίνω σ' ένα ταξί και λέω του ταρίφα: Πάμε πρώτα από Ελευθεροτυπία και μετά Παγκράτι, στη Δαμάρεως. Με κοιτάει ο άνθρωπος μεσ' στη νύχτα με τα γένεια μου και τα τσουλούφια και εύλογα μού λέει με τη σειρά του: Δεν πιστεύω νά 'σαι τρομοκράτης και να μας νοικοκυρέψεις με καμιά βόμβα βραδυάτικα...

Στις 5 Οκτωβρίου ξεκινάει το 4ο Φεστιβάλ Ελληνικού Ντοκιμαντέρ Χαλκίδας που διευθύνει ο συνάδελφος Σταύρος Ιωάννου. Δεν γνωρίζω ακόμη το συνολικό πρόγραμμα του φετινού φεστιβάλ, ξέρω όμως ότι το πρώτο διήμερο θα είναι αφιερωμένο στον Νίκο Κούνδουρο με προβολή του ντοκιμαντέρ μου Οδύσσειες σωμάτων-Μπαλάντα για τον Νίκο Κούνδουρο και με πρόλογο μάλιστα από τον σκηνοθέτη Θόδωρο Αγγελόπουλο, τον κριτικό τέχνης Μάνο Στεφανίδη και την τραγουδοποιό-ερμηνεύτρια Μαρίζα Κωχ. Θα τιμηθεί ακόμη η μνήμη του μεγάλου Βασίλη Ραφαηλίδη με την προβολή ενός ντοκιμαντέρ που είχε γυρίσει για το Παρασκήνιο ο Γιάννης Σολδάτος, συγγραφέας της βιογραφίας του Κούνδουρου και παραγωγός της δικής μου ταινίας. Αρχές του Οκτώβρη, λοιπόν, θα βρεθώ στη Χαλκίδα με αγαπημένους φίλους και όλη η κατάσταση κατά κάποιο τρόπο θα λειτουργήσει ως προπομπός για τη συμμετοχή του κουνδουρικού ντοκιμαντέρ στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, το οποίο από φέτος θα διεξάγεται κάθε Δεκέμβριο. Θα ενημερώνω από δω για το Φεστιβάλ Ελληνικού Ντοκιμαντέρ και, εννοείται, δεσμεύομαι για ανταπόκριση από τη γενέτειρα του Σκαρίμπα.

Χτες βράδυ το πρόγραμμα είχε Ηρώδειο με τον Μάριο Φραγκούλη στην Εποχή της αγάπης του Μάνου Χατζιδάκι. Επρόκειτο για τη δεύτερη επαναληπτική συναυλία, αφού στην πρώτη, της 11ης Σεπτεμβρίου, έδιωχναν κόσμο και δεν υπήρχαν εισιτήρια και προσκλήσεις ούτε για δείγμα. Ήταν από εκείνες τις συναυλίες που πραγματικά δεν έπεφτε καρφίτσα στο ρωμαϊκό θέατρο. Μού άρεσε η τεχνική φωνητική αρτιότητα του Φραγκούλη, μού άρεσαν οι λιτές όμορφες ενορχηστρώσεις του Λευτέρη Μιχαλόπουλου, χάρηκα που είδα και τις δύο όμορφες Στέλλες, μπροστά την Κυπραίου με την κιθάρα της και πιο πίσω την Γαδέδη με το φλάουτο της. Δεν μου άρεσε όμως ιδιαιτέρως η νέα χατζιδακική ερμηνεύτρια Άννα Λινάρδου, η οποία, ενώ στο cd, είναι εξαιρετική, παραδόξως χτες ακουγόταν σαν καλλίφωνη μεν, λαϊκή δε, τραγουδίστρια. Αυτό όμως που με βρήκε τελείως αντίθετο απ' την άποψη της αισθητικής ήταν η φωνή του ίδιου του Μάνου Χατζιδάκι από την παρλάτα της εισαγωγής του Κεμάλ στους Αντικατοπτρισμούς, που ακούστηκε από τα μεγάφωνα του Ηρωδείου σα να τραγουδούσε ο μακαρίτης ντουέτο με τον Μάριο Φραγκούλη.


Δεν ξέρω, ίσως ήταν που λίγες ώρες πριν εγώ είχα ζήσει ιδιωτικά κάτι πραγματικά συγκλονιστικό, το οποίο δεν θα το άλλαζα με καμιά μεγάλη ορχήστρα, με κανένα Ηρώδειο και με καμιά φεγγαρολουσμένη βραδιά. Ο Ηλίας Λιούγκος να παίζει στην κιθάρα την Τρελή του φεγγαριού του Μάνου Χατζιδάκι και η Λένα Πλάτωνος να τραγουδάει μαζί του, βοηθώντας αυτόν κι εμάς να θυμηθούμε τους στίχους του Νίκου Γκάτσου.




Ή τον Ηλία Λιούγκο, πάλι, να τραγουδάει με τη ζεστή φωνή του το Νανούρισμα, πού 'χε ηχογραφηθεί με τη Φλέρυ Νταντωνάκη. Δίπλα του βρίσκονταν ο Lolek, ο Νίκος Χαλβατζής, η Λένα Πλάτωνος, η Καίτη Μαυρομμάτη, ο Στέργιος, η Αλεξάνδρα, ο Παναγιώτης, η Στέλλα, ο Αιμίλιος, ενώ την αυτοσχεδιαστική κινηματογράφηση είχε αναλάβει η Λιάνα. Απουσία μπήκε στον γείτονα Φοίβο Δεληβοριά, που οι υποχρεώσεις στο στούντιο τον κράτησαν εκτός παρέας. Μια βραδιά που προέκυψε στο παρά πέντε και που θα επαναληφθεί τις αμέσως επόμενες μέρες, εν είδει εγγαινίων του νέου μου διαμερίσματος, παρουσία και πολλών ακόμη καλών φίλων!
kkk
* στις 17.00 το απόγευμα συνδεθείτε με το Κανάλι 1 του Πειραιά (www.kanaliena.gr) στους 90,4 για τη σημερινή εκπομπή χωρίς κάποιον καλεσμένο, αλλά με τις μουσικές επιλογές μου.

Τρίτη, 14 Σεπτεμβρίου 2010

the-love-cats-volume-2

Ε, ψιτ, για πλησίασε...
Σε σένα, την κούκλα, το λέω...
Πλησίασε, μη φοβού Μαριάμ...
Τα πιτσιρίκια πεινάνε...
Κι εσύ ως σωστή μάνα τα θηλάζεις...
Να μεγαλώσουν, να γίνουν καλά παιδιά και άξια παλικάρια...
Με κοιτάς μ' αυτό το κοριτσίστικο βλέμμα και μου ζητάς φαΐ, να κάτσεις όμως να σε χαϊδέψω δεν θέλεις...
Κοίτα εδώ την άλλη την τρικολόρε που γέρασε και που την είχα φέρει μπαλάκι στη χούφτα μου πριν από 13 χρόνια να λέει η μάνα μου ότι απόκτησε και κόρη στα γεράματα και να τρέμουμε οικογενειακώς για τα λίγα χρόνια ακόμη που της απομένουν...Γι' αυτό σου λέω, δωσ' μου το χάδι σου, η ζωή είναι πολύ μικρή για φόβους και εγωισμούς...

R.I.P. CLAUDE CHAMBROL (1930 - 2010)/ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΜΠΕΡΙΔΗΣ (; - 2010)

Ακόμη δύο απώλειες σημαντικών καλλιτεχνών σημαδεύουν την έλευση του φθινοπώρου του 2010. Σε ηλικία 80 ετών έφυγε από τη ζωή ο Γάλλος σκηνοθέτης Claude Chambrol, πρωτεργάτης της nouvelle vague και δημιουργός, μεταξύ άλλων, του Ωραίου Σέργιου (1958), που ήταν και η απαρχή του συγκεκριμένου κινηματογραφικού ρεύματος. Ο Χασάπης (1970) ανήκει στις πολύ αγαπημένες μου ταινίες του. Ο Chambrol είχε περάσει κι αυτός ως κριτικός από τα περίφημα cahiers du cinema, ενώ σύντομα ξεχώρισε για την χιτσκοκική θριλερική υφή των δικών του δημιουργιών. Υπήρξε ιδιαίτερα αναγνωρισμένος, τόσο στη χώρα του, όσο και διεθνώς. Από τους τρεις γάμους του απέκτησε συνολικά τέσσερα παιδιά, ενώ δύο γιοί του διέπρεψαν στη μουσική σύνθεση και στην υποκριτική. Το 1996 είχα την τύχη να παρακολουθήσω διάλεξη του για τον Charlie Chaplin στην πόλη Lodz της Πολωνίας. Πέραν της προσφοράς του στην Έβδομη Τέχνη, θα κρατήσω για πάντα μέσα μου την εικόνα ενός πληθωρικού και ολότελα μεσογειακού, από χαρακτηριολογικής άποψης, ανθρώπου.
Παρ' ότι δεν έγινε γνωστό το έτος γέννησης του, ας πούμε ότι πολύ νωρίς έφυγε και ο Δραμινός ηθοποιός και συγγραφέας Δημήτρης Καμπερίδης. Ανάμεσα στις πολλές κινηματογραφικές ταινίες, όπου εμφανίστηκε μέχρι το τέλος, ας θυμηθούμε τις συμμετοχές του στον οριακό Θίασο και στο Τοπίο στην ομίχλη του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Τον είχα γνωρίσει προσωπικά στο φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους της Δράμας πριν από μερικά χρόνια. Θά 'χω να θυμάμαι έναν ευγενή γλυκύτατο άνθρωπο. Με τον γιο του, μάλιστα, τον Ορέστη Καμπερίδη, ο οποίος ακολούθησε το επάγγελμα του ηχολήπτη, είχαμε συνεργαστεί στο Ταμένο της Μάρσας Μακρή, την ελληνική μικρού μήκους ταινία που έφτασε μέχρι τις Κάνες: σαν βοηθός ηχολήπτη ο Ορέστης, σαν βοηθός σκηνοθέτη εγώ.

Δευτέρα, 13 Σεπτεμβρίου 2010

ο-jim-morrison-οι-doors-το-perre-lachaise-και-το-καλαμπόκι-που-μάλλον-περιείχε-LSD

Παρίσι, 1997, Μάρτιος. Με τον Daniel από τη Γερμανία και τον Seb από το Λουξεμβούργο φτάνουμε στο Perre Lachaise. Φοράμε κι οι τρεις λουλουδάτα πουκάμισα, έχουμε μαλλιά αρκετά μακριά επίσης. Στον ένα ώμο μου κρέμεται ένα τουριστικό ταγάρι που γράφει Acropolis. Τό 'χα βρεί την προηγούμενη στο παρισινό flea market (πέντε φορές σαν το Μοναστηράκι), το θεώρησα αστείο και το αγόρασα μαζί με μια ντάνα βινύλια κι ένα χειροποίητο πλεκτό παλτό τύπου πατατούκα. Είναι απογευματάκι κι οι φίλοι μου που με φιλοξενούν στο διαμέρισμα τους ξέρουν πόσο θέλω να επισκεφτώ τον τάφο του Δημητράκη του Morrison, μια και τη Γιαννούλα τη Joplin την κάψανε και σκορπίσανε την τέφρα της πάνω από τις καλιφορνέζικες ακτές- πολύ μακριά δηλαδή κι άντε να ψάχνεις δεξιά κι αριστερά για κάτι δικό της, έστω έναν κόκκο άμμου. Ο Jim Morrison βρίσκονταν εκεί, όμως, επί ευρωπαϊκού εδάφους και μας περίμενε. Θυμάμαι στα αριστερά της εισόδου του διάσημου νεκροταφείου ένα μικρό ανθοπωλείο που την πόρτα του κάλυπτε εντελώς μια πελώρια αφίσα των τεσσάρων Doors εν ώρα δράσης! Γαμημένοι έμποροι, σχολίασε περιφρονητικά ο Daniel με το 1.90 ύψος και μπουκάραμε στο Α΄ Νεκροταφείο των Παρισίων. Δεν ήταν καθόλου δύσκολο να βρούμε τον τάφο του ποιητή της rock. Παντού στα δέντρα γύρω υπήρχαν ζωγραφισμένα βελάκια σε σχήμα...σύριγγας μαζί με τη φράση To Jim. Κοίταξε εφευρετικότητα και εικαστική άποψη τα πρεζάκια, σκέφτηκα και αφέθηκα με την παρέα μου να μας οδηγήσουν τα ανορθόδοξα αυτά γκράφιτι. Ήταν τέτοια η χαρά μου που θα αντίκριζα την τελευταία κατοικία του Morrison, συγκρίσιμη μόνο μ' αυτήν της συχωρεμένης της γιαγιάς, φανατικής χριστιανής, πού 'χε τραβηχτεί στα Ιεροσόλυμα για να προμηθευτεί τα...σάβανα της. Δυστυχώς, όντας φανατικός ροκάς κι εγώ απ' την πλευρά μου, παρέκαμψα τελείως τους τάφους όλων των υπόλοιπων μεγάλων προσωπικοτήτων που τό 'χαν κόψει στον αιώνιο ύπνο κάτω από τον παριζιάνικο ουρανό. Όταν φτάσαμε στο μνήμα, σχεδόν έτρεμα. Δεν υπήρχε φύλακας, μόλις είχε σχολάσει, μας είπαν εν αναμονή του επόμενου. Ούτε βέβαια η μαρμάρινη κεφαλή του Morrison υπήρχε, αφού είχε κλαπεί ποιος ξέρει πάνω σε τι ψυχεδελικό trip ή άγριο μεθύσι θερμόαιμων οπαδών του. Σταθήκαμε όρθιοι, αμίλητοι, πάνω από το μνημείο. Τα πολλά λουλούδια εμπόδιζαν τη θέαση της ελληνικής επιτύμβιας επιγραφής: ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΔΑΙΜΟΝΑ ΕΑΥΤΟΥ. Έσκυψα, τα παραμέρισα, είδα αυτό που ήθελα, το διάβασα και το εθνικό μου φρόνημα τονώθηκε πρόσκαιρα, δε μπορώ να πω. Αυτά που δεν διάβασα και μάλλον κακώς που δεν βούτηξα κανένα ήταν τα αμέτρητα χαρτιά με ποιήματα και μηνύματα στα αγγλικά, καθώς και πρόχειρα σκίτσα. Μπόρεσα παρ' όλα αυτά να διακρίνω αλλού I love you, Jim και αλλού Long live Jim, σημάδια της λατρείας σ' έναν απέθαντο μύθο της γενιάς των λουλουδιών. Τα λίγα λεπτά που στάθηκα πάνω από τον τάφο του Jim Morrison πέρασε καλειδοσκοπικά από τα μάτια μου όλο το εφηβικό μου rock πάθος. Θυμήθηκα τον Κ. από τη σχολή κιν/φου, ψυχασθενή με ιατρική γνωμάτευση, που λάτρευε τους Doors και γινόταν σωστός βάρβαρος με την εμπορευματοποίηση τους. Για εκείνη τη βιογραφική ταινία του Oliver Stone, λοιπόν, την είχε πληρώσει η Α. η Κερκυραία που σήμερα αν δεν κάνω λάθος εργάζεται στο σινεμά ως μακιγιέζ. Μια μέρα την πιάσαμε να γράφει Jim Morrison και Doors με καρδούλες στο σημειωματάριο της, λες κι ήταν δεκατριών ετών. Κοίταξε τη βλαχάρα, φώναξε δυνατά ο Κ. μεσ' στην αίθουσα, που μας ήρθε απ' την Κέρκυρα χωρίς νά 'χει φάει ένα τριπάκι στη ζωή της και μού θέλει και Doors! Κανείς μας βέβαια δεν ξαφνιάστηκε με τη βίαιη προσβλητική αντίδραση του Κ., αφού γνωρίζαμε την έφεση του, τόσο στους Doors, όσο και στις παντός είδους καταχρήσεις. Μόνο ο Π., άλλος τρελάρας, τού την έλεγε, κατηγορώντας τον ανοιχτά πως όλη του η παιδεία ξεκινάει από τους Doors και καταλήγει στους Eloy! Ήταν η ίδια περίοδος που από τον Morrison, τις πρωτόλειες κινηματογραφικές του απόπειρες και την ποίηση του, φτάσαμε και στον δικό μας Ηράκλειτο. Δεν αργήσαμε να αντιληφθούμε πως το Break on through (to the other side) δεν ήταν απλά ένα χιτάκι προς κατανάλωση και πως οι στίχοι του είχαν τις ρίζες τους στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία. Από τους Doors συμπάθησα και τα ναρκωτικά! Ποτέ δεν με ήλκυαν ως status- να το πούμε- της rock έκφρασης, σεβόμουν και πολύ μάλιστα, όμως, αυτό το mind expansion που είχαν προσφέρει σε αρκετούς καλλιτέχνες των 60s: ποιητές, ζωγράφους, κιν/φιστές, μουσικούς, μεταξύ αυτών και ο Morrison. Έπειτα ήταν κι η ίδια η μουσική των Doors που δεν μπορούσες να την χαρακτηρίσεις pop ή χίπικη, όπως συνέβαινε με άλλους ομότεχνους τους της ίδιας εποχής, από τους Beatles και τους Stones μέχρι τους Love και τους Iron Butterfly. Ένα κράμα από ηλεκτρικά blues, τσιτωμένες καντάτες του Bach, αφρικανικές τελετουργίες, αποψάτη ψυχεδέλεια, μπρεχτικό καμπαρέ και βέβαια με την ποίηση του Morrison στο επίκεντρο. 'Ολα αυτά σκεφτόμουν και δεν είχα πάρει είδηση μία τύπισσα γύρω στα πενήντα, σωστή χιπομάνα, σαν αυτές που πουλάνε χαϊμαλιά στο Μοναστηράκι ακόμη και σήμερα, η οποία είχε πέσει σχεδόν μέσα στον τάφο και κάτι μονολογούσε παραληρητικά. Τριπαρισμένη θά 'ναι! σχολιάσαμε με τους φίλους μου και μας έπιασαν τα γέλια. Η τύπισσα γύρισε, μας κοίταξε έναν προς έναν κι όταν έφτασε σε μένα μού είπε σε έντονο ύφος: Κατά τον δαίμονα εαυτού...Ωραία, τι να κάνω εγώ τώρα; της απάντησα όλο αμηχανία στη γλώσσα μου, παρασυρμένος κι από τα δικά της σωστά ελληνικά. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία η συνέχεια της γνωριμίας μας πάνω από τον τάφο του Morrison, η κυρία ήταν όντως πρώην χίπισσα, Αγγλίδα, που από το ΄70 και μετά μοίραζε τον χρόνο της μεταξύ Λονδίνου, Μυτιλήνης και Κρήτης, εξ ου και τα άπταιστα ελληνικά της. Μένω μόνο στο σουρεάλ του αποχαιρετισμού μας. Πάρε αυτό! μου είπε και ανοίγοντας τον πολύχρωμο ινδικό σάκο της μού έδωσε ένα μεγάλο...καλαμπόκι. Χωρίς να πεί τίποτα άλλο χάθηκε μέσα στο αχανές νεκροταφείο. Μην κάνεις τη μαλακία και το φας, με συμβούλευαν οι φίλοι, αυτή η θεόμουρλη θα τό 'χει ποτίσει με LSD. Είδα και τις δικές σας τις φόλες που σας σερβίρουν, απάντησα σχεδόν θιγμένος από την προσβολή που υπέστη το ψυχεδελικό καλαμπόκι- δώρο μου! Άντε γειά σου, Δημητράκη, που αξιώθηκα νά 'ρθω και στον τάφο σου, μονολόγησα, πήρα τον Daniel και τον Seb και βγήκαμε από το κοιμητήριο. Είχε πιάσει ψύχρα. Φόρεσα γρήγορα ένα φούτερ που είχα στο ταγάρι, κάθισα σε μια γωνιά και καταβρόχθισα μετά μανίας το καλαμπόκι! Το μόνο που θυμάμαι ύστερα ήταν το καροτσάκι του μωρού που κλέψαμε από το μετρό, όση ώρα η Γαλλίδα μαμά μιλούσε σε τηλεφωνικό θάλαμο με το μωρό αγκαλιά, τους ξένους φίλους μου να σέρνονται από τα γέλια, εμένα να τραγουδάω Μάρκο Βαμβακάρη και μια φωνή να μου φωνάζει απ' την απέναντι αποβάθρα Γειά σου, ρε μεγάλε! Τελικά, μάλλον το καλαμπόκι εκείνο, LSD μπορεί να μην περιείχε, κάτι όμως τό 'χε σίγουρα ποτίσει η Αγγλίδα χίπισσα.