Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΟΔΩΡΗΣ ΒΟΥΤΣΙΚΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΟΔΩΡΗΣ ΒΟΥΤΣΙΚΑΚΗΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 8 Ιουλίου 2025

Θοδωρής Βουτσικάκης: «Οφείλεις να περνάνε απ’ την ερμηνεία σου μέχρι και τα ψεγάδια του εαυτού σου»


Κύριε Βουτσικάκη, είμαστε στον Ιούνιο του 2020 και κρατάμε στα χέρια μας την «Όμορφη ζωή», ουσιαστικά τον πρώτο σας μεγάλο δίσκο. 

Να σας πω την αλήθεια, νιώθω ότι είναι ο δεύτερος ύστερα από την «Αισθηματική ηλικία» με τον Δημήτρη Μαραμή, αν και τότε ήμουν μεσ’ στη συστολή της πρώτης παρουσίας. Δεν παύει, όμως, να αποτελεί μία δουλειά, την οποία αισθάνομαι τελείως δική μου, παιδί μου, που λένε. Μέσα κει έλεγα εννιά τραγούδια, ήταν δηλαδή προσωπικός δίσκος.

Έχετε δίκιο, το θυμάμαι σαν πιο μικρό δίσκο εκείνον, ίσως επειδή είχε βγει σε μορφή βιβλίου – CD.

Επομένως αυτή είναι η δεύτερη προσωπική δουλειά μου μετά από πέντε χρόνια, για την ακρίβεια μετά από έξι χρόνια.

Όλα αυτά τα χρόνια, ωστόσο, είχατε σταθερή παρουσία στη δισκογραφία. Θυμίζω ότι η εκτέλεση σας στο «Μια βοσκοπούλα αγάπησα», ντουέτο με τη Γεωργία Βεληβασάκη, αγαπήθηκε πολύ.

Κι εγώ την έχω αγαπήσει πολύ τη διασκευή αυτή που κάναμε με τη Γεωργία και τον Louis Borda. Σκεφτείτε ότι βγήκε και σε βινύλιο και με ψάχνει η Γεωργία να μου το δώσει. Θα συντονιστούμε κάποια στιγμή…Συμμετείχα επίσης στο δίσκο του Χάρη Γκατζόφλια και του Λάζαρου Αντωνιάδη, δύο νέων δημιουργών και φίλων μου από τη Θεσσαλονίκη, τραγούδησα ένα κομμάτι της Μάρθας Μεναχέμ σε ποίηση Τάσου Λειβαδίτη και, βέβαια, είπα κάποια τραγούδια του Χρήστου Λεοντή στο άλμπουμ «Η φλόγα που καίει» σε στίχους Δημήτρη Λέντζου. Με τον Λεοντή ήταν η πιο σημαντική συμμετοχή μου, αλλά και η πιο εκτεταμένη, αφού τραγούδησα έξι κομμάτια. Μεγάλη τιμή να σε καλεί στο δίσκο του ένας τέτοιος μεγάλος συνθέτης!

Η αλήθεια είναι πως ο Λεοντής έμεινε πολύ ευχαριστημένος απ’ τη συνεργασία σας, εξ ου και λέει τα καλύτερα. Το ίδιο και ο Νίκος Ξυδάκης, με τον οποίο συνεργαστήκατε εκτός δισκογραφίας. 

Προς το παρόν δεν έχουμε συνεργαστεί ακόμη δισκογραφικά, ελπίζω να γίνει όμως στο μέλλον. Κάναμε τη συναυλία με το έργο που έγραψε για τη Σπιναλόγκα στο πλαίσιο ένταξης του νησιού στα μνημεία παγκόσμιας κληρονομιάς.

Μιλάμε, λοιπόν, για άριστες περγαμηνές που διαθέτετε ήδη. Είστε ένας ιδιαίτερος τραγουδιστής. Όχι ακριβώς βαρύτονος…

Όχι, δεν είμαι κλασικός τραγουδιστής, παρότι αυτές είναι οι καταβολές μου, έχοντας σπουδάσει κλασικό τραγούδι. Αμέσως μετά ασχολήθηκα με σύγχρονο τραγούδι, οπότε σίγουρα δεν μπορώ να χαρακτηριστώ κλασικός, τενόρος ή βαρύτονος.

Σας τρομάζει λίγο αυτή η κατάταξη;

Δεν με τρομάζει, γιατί την έχω κάνει αυτή τη θητεία – ας την πούμε έτσι. Απλά δεν είναι ακριβές αν κάποιος με χαρακτηρίσει τραγουδιστή όπερας ή κλασικό τραγουδιστή.

Να, όμως, που μέσα στο νέο σας δίσκο υπάρχουν τραγούδια που σας δίνουν την ευκαιρία να μας αποδείξετε αυτή την πτυχή σας: Το «Buongiorno principessa» και το «Αγάπη της καρδιάς μου».

Σύμφωνοι. Ειδικά το «Αγάπη της καρδιάς μου» προέρχεται από μια μουσική του Piovani για το θέατρο, για ένα έργο του Πιραντέλο. Αφού έχω κάνει κι αυτή τη θητεία, όπως σας είπα, την τιμώ γιατί μ’ έχει εφοδιάσει με γνώσεις και εμπειρίες. Είναι ένα στοιχείο της τεχνικής μου, που θέλω να αξιοποιώ, όποτε δίνεται η δυνατότητα. Έτσι το βλέπω, σαν ένα στοιχείο μέσα σ’ ένα μωσαϊκό.

Που σας δίνει ακόμη τη δυνατότητα να κάνετε και μία δισκογραφία στο πιο συμβατικό «έντεχνο» τραγούδι. Θυμάμαι τώρα τη συνεργασία σας με τον Μάριο Φραγκούλη.

Βγάλαμε μαζί το καλοκαίρι του 2017.

Θεωρείτε ότι έχετε καλλιτεχνική συγγένεια με τον Φραγκούλη;

Ναι, υπάρχει ένα κομμάτι μου, αρκετά συγγενές, γιατί και ο Μάριος έχει κλασικές καταβολές. Βέβαια, ο Φραγκούλης έχει αξιοποιήσει αυτή τη δυναμική του πολύ περισσότερο στη μακρά διαδρομή του. Ας πούμε, ερμηνεύει άριες στις συναυλίες του όλα αυτά τα χρόνια, που εγώ τον παρακολουθώ.

Θέλω να σας πω κάτι άλλο τώρα με πάσα ειλικρίνεια. Πριν από μερικά χρόνια, στο ένθετο κυριακάτικης εφημερίδας σας είδαμε εξώφυλλο! Είχατε κάνει μόνο το δίσκο με τον Μαραμή, αν τα λέω σωστά…

Ναι, αλλά είχαμε ήδη γνωριστεί με τη Λίνα Νικολακοπούλου, αφού συνεργαζόμαστε από το 2016. Εγώ ξεκίνησα ουσιαστικά το 2013, τότε που έκλεισε ο κύκλος σπουδών μου με τη Νομική και είπα ότι ήταν η στιγμή ν’ ασχοληθώ με ότι αγαπούσα, με τη μουσική και το τραγούδι και μάλιστα να ζω απ’ αυτό.

Ήθελα να πω ότι είχατε το προνόμιο μιας προώθησης από τον Τύπο απ’ τα πρώτα σας βήματα, ένα προνόμιο που δεν το είχαν άλλοι συνάδελφοί σας με μεγαλύτερο έργο. Είναι εντυπωσιακό, απ’ όπου κι αν το δεις.

(σ.σ. το λέει ορθά – κοφτά) Θεωρώ πως έτυχα γενναιόδωρης αντιμετώπισης από τα πρώτα μου βήματα. Έχω να προσθέσω εδώ, όμως, ότι πέρα απ’ το ταλέντο, που κάποιος δεν μπορεί να το κρίνει για τον εαυτό του, εγώ έχω υπάρξει πάρα πολύ εργατικός μέχρι τώρα κι ελπίζω έτσι να παραμείνω. Δεν εννοώ εργατικός για την επίτευξη ενός στόχου ή ενός ονείρου, αλλά για μία ολόκληρη επιλογή που έκανα για τη ζωή μου. Έμεινα πιστός στην επιθυμία μου και στη λαχτάρα, διότι η λαχτάρα γι’ αυτό που κάνω είναι η πιο σημαντική σπίθα που θ’ ανάψει τη φωτιά.

Είπατε «και μάλιστα να ζω απ’ αυτό». Ζείτε απ’ αυτό, λοιπόν;

Ναι! Από την αρχή!

Αλήθεια, ε; Είστε απ’ τους λίγους που το λένε αυτό.

Αλήθεια, και αισθάνομαι πραγματικά περήφανος που το έχω καταφέρει.

Φαντάζομαι αυτό θα σας βοηθάει να μην κάνετε εκπτώσεις και να ζείτε αξιοπρεπώς.

Ακριβώς. Δεν πιστεύω ότι μπορεί να γίνει κανείς πλούσιος απ’ αυτή τη δουλειά, τουλάχιστον αυτή την εποχή, που εγώ κλήθηκα να κάνω τα πρώτα μου βήματα. Ζω αξιοπρεπώς, όπως το είπατε.

Πόσων ετών είστε;

Είμαι στα 31.

Κι αν ήσασταν 51, είχατε εμφανιστεί δηλαδή στα τέλη του ’90 ή στις αρχές του 2000, τι θα ήταν διαφορετικό για εσάς σήμερα;

Θα σας απαντήσω με ότι έχω ακούσει, γιατί φυσικά δεν την έζησα εκείνη τη φάση. Εμένα η μεγάλη μου καψούρα – να το πω λαϊκά – ήταν η δισκογραφία, ίσως γιατί έτσι μεγάλωσα. Ήταν το σπίτι μου, τα ακούσματα μου, τα βινύλια που άκουγαν οι γονείς μου. Στην εφηβεία άρχισα από μόνος μου να «ξεσκονίζω» τα βινύλια του Ξαρχάκου, του Λεοντή, της Λίνας, του Σταμάτη…Πρωτοψάλτη, Μούσχουρη, Νταλάρας! Όταν κατάλαβα ότι και μένα αυτός ήταν ο δρόμος μου, ήθελα διακαώς να κάνω δισκογραφία. Νιώθω, λοιπόν, πως πριν από 20 χρόνια, η επιθυμία μου αυτή απλά θα ήταν πιο εύκολο να εκπληρωθεί.

Ποσοτικά εννοείτε.

Ποσοτικά, αλλά και χρονικά, πιο νωρίς. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι πέρασαν έξι χρόνια απ’ την πρώτη δουλειά με τον Μαραμή μέχρι τη δεύτερη με τη Νικολακοπούλου και τον Piovani. Μου έγιναν αρκετές προτάσεις όλο αυτό το διάστημα για να τραγουδήσω είτε μεμονωμένα τραγούδια, είτε ολόκληρες δουλειές. Στις προτάσεις αυτές, που με χαρά τις δεχόμουν, είπα «όχι» γιατί έψαχνα να βρω τι εκφράζει εμένα. Πέρασαν έξι χρόνια, εκ των οποίων τα τριάμισι αναλώθηκαν στη δουλειά αυτή, για να πω ότι με την έκδοση της έφτασα πιο κοντά σ’ αυτό που νιώθω.

Σας πιστεύω. Άκουγα κι εγώ το ίδιο διάστημα πολλούς δημιουργούς που σας ήθελαν ως ερμηνευτή τους. «Έπαιζε» πολύ το όνομα σας.

Κι έτσι, δεχόμουν κάποιες πολύ σημαντικές για μένα προτάσεις σε συναυλιακό επίπεδο. Συνεργάστηκα με τον Ξαρχάκο, με τον Λεοντή, με τον Ξυδάκη, που είπαμε. Μπορεί ν’ ακούγεται κάπως το ότι μεσολάβησαν έξι χρόνια απ’ τον πρώτο ως το δεύτερο δίσκο, αλλά στην ουσία έξι χρόνια υπάρχω στο χώρο, από τότε που κατέβηκα απ’ τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα κι ο κόσμος έπρεπε να με μάθει και να με αποδεχτεί, να με αγαπήσει για τον τρόπο που εγώ προσεγγίζω το τραγούδι και τα μουσικά έργα. Ήταν έξι μάχιμα χρόνια.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν σας τό’χα ότι είστε απ’ τη Θεσσαλονίκη.

Δεν έχω το «λάμδα»; (γελάμε)

Απλά δεν μπορώ να σας συνδέσω μουσικά, καλλιτεχνικά, μ’ αυτό που λέμε «σχολή της Θεσσαλονίκης»: Παπάζογλου, Μάλαμας, Ρασούλης κλπ.

Δεν έχετε άδικο, γιατί προς το παρόν είναι εντονότερες οι δυτικές καταβολές μου. Το κατανοώ και συμφωνώ!

Πάμε λίγο πίσω τώρα. Πως ήταν τα χρόνια στη Θεσσαλονίκη, που άρχισε να σας απασχολεί το τραγούδι;

Ήταν απίθανα! Εκεί γεννήθηκα και μεγάλωσα, έχω πολλά πράγματα να θυμάμαι και ν’ αγαπώ απ’ τη ζωή μου στη Θεσσαλονίκη. Ανθρώπους που μου λείπουν πολύ, επίσης! Ξεκίνησε η διαδρομή μου από πολύ νωρίς, από παιδί, λίγο με τη μουσική, λίγο με το πιάνο, λίγο με τις χορωδίες.

Παίζετε και πιάνο; Δεν το γνώριζα.

Ναι, ξεκίνησα με πιάνο όταν ήμουν έξι – εφτά ετών. Έκανα μαθήματα, θεωρητικά, σολφέζ και σύντομα μπήκα σε μία παιδική χορωδία. Άρχισε να με ιντριγκάρει πολύ το θέμα της σκηνικής παρουσίας, έβλεπα ότι κάτι γινότανε. Ήθελα να πατάω στη σκηνή! Με θυμάμαι στο δημοτικό, στις παιδικές παραστάσεις που κάναμε, να χάνω την αίσθηση του χρόνου. Είναι αυτό που μου συμβαίνει μέχρι σήμερα ή, για να μην είμαι υπερβολικός, ένα απ’ τα ελάχιστα πράγματα που κάνω και χάνω την αίσθηση του χρόνου.

Αυτό συμβαίνει με κάθε καλλιτέχνη. Δε μπορείς νά’σαι πάνω στη σκηνή και νά’σαι και αλλού ταυτόχρονα.

Είναι, όμως, κάπως ανεξήγητο, σαν την ερώτηση «Γιατί ακολούθησες αυτό;» με την απλή απάντηση «Γιατί το θέλω». Δεν έχω καταφέρει ακόμη να βάλω σε λέξεις αυτή την αίσθηση πληρότητας.

Να υποθέσω ότι τα επόμενα χρόνια, στην εφηβεία, θα μπλεχτήκατε με νεανικά συγκροτήματα.

Υπήρχε μια φάση στην εφηβεία πολύ ξεχωριστή, γιατί γύρω στα 16 – 17, από αντίδραση ίσως, σταμάτησα ότι δεν είχε να κάνει άμεσα με το σχολείο. Μ’ ενδιέφερε απλά να περνάω καλά την ώρα με τις παρέες μου και τους φίλους μου κι αυτό ξέρω ότι με βοήθησε εκ των υστέρων, διότι μετά από λίγα χρόνια στέρησης της μουσικής, μου βγήκε εντονότερη η ανάγκη να την «ξαναπιάσω». Σταμάτησα οτιδήποτε είχε να κάνει με τη μουσική, ώσπου πέρασα στη Νομική, αρχικά στην Κομοτηνή. Πήρα με υποτροφία μεταγραφή για Θεσσαλονίκη και συναντήθηκα αμέσως με τη Θάλεια Μαυρίδου, τη δασκάλα μου στη φωνητική. Τη θεωρώ ορόσημο αυτή τη σχέση δασκάλας με μαθητή, γιατί είχαμε μεγάλη χημεία και μου φώτισε πολλά καινούργια πράγματα, που δεν είχα τη δυνατότητα να σκεφτώ μέχρι τα 19 μου. Εκεί πια ξεκίνησαν να παίρνονται μέσα μου οι αποφάσεις, ώσπου να εξωτερικευθούν πλήρως.

Και ποιες ήταν οι πρώτες επαγγελματικές σας απόπειρες;

Όσο ακόμη σπούδαζα στη Νομική και ψαχνόμουν με το τι θα κάνω, ήρθαν τα συγκροτηματάκια, που είπατε, με εμφανίσεις σε μουσικές σκηνές της πόλης. Σε εκείνη την ηλικία, είχα την τύχη να γνωρίσω τον Νίκο Παπάζογλου στο «Πλατό», όπως και τον Νίκο Δημητράτο, δηλαδή πολύ σημαντικές φιγούρες του τραγουδιού. Συνέβαλαν κι αυτές οι γνωριμίες στην τελική μου απόφαση για να γίνω κι εγώ επαγγελματίας τραγουδιστής. Όταν το δήλωσα αυτό στο στενό μου περιβάλλον, η πρώτη επαγγελματική κίνηση που έκανα ήταν να κατέβω στην Αθήνα και να γνωρίσω τον Δημήτρη Μαραμή.

Είχατε προσωπική επικοινωνία ίσαμε τότε;

Είχα στα χέρια μου, δώρο μιας φίλης της μαμάς μου στα γενέθλια μου, τον «Σκοτεινό Έρωτα», το δίσκο που’χε κάνει με τον Μάριο Φραγκούλη.

Τι ωραίος δίσκος! Για μένα η καλύτερη δισκογραφική κατάθεση του Μάριου Φραγκούλη!

Απίθανος δίσκος ήταν! Ένα απ’ τα αγαπημένα μου άλμπουμ στη δισκοθήκη μου, που το κατέβαζα για να τ’ ακούσω. Άκουσα αυτή τη δουλειά και είπα «Όπα»! Τον Μάριο τον ήξερα, εντυπωσιάστηκα όμως απ’ τα ποιήματα του Lorca, την μετάφραση του Τριβιζά και βέβαια τις μελωδίες του Μαραμή – έτσι τον γνώρισα τον Δημήτρη! Με τη βοήθεια ενός κοινού φίλου, που του μίλησε για μένα, κανόνισα και κατέβηκα στην Αθήνα για να έβλεπα μία παράσταση του. Αυτό ήταν το πρώτο μου επαγγελματικό βήμα, θα έλεγα.

Και που έγινε με τελείως δική σας πρωτοβουλία.

Ναι, μόνος μου το τόλμησα.

Ο Μαραμής, απ’ την άλλη, είναι ένας συνθέτης πολύ δεκτικός στο να δουλεύει με διαφορετικούς τραγουδιστές. 

Ισχύει. Ευτυχώς εμένα με «κράτησε», δεν μ’ άλλαξε (γέλια). Τον έχουν ερμηνεύσει πολλοί στη δισκογραφία και στις συναυλίες, ο Κωνσταντίνος Κληρονόμος, η Βικτορία Ταγκούλη, η Κορίνα Λεγάκη, πέραν του Μάριου Φραγκούλη φυσικά. Πολύ ωραίος δίσκος του ήταν και οι «Σκηνές από βουβή ταινία»!

Αμέσως ευοδώθηκε η συνεργασία σας; Σας είχε έτοιμα τραγούδια ή έγραψε για τη φωνή σας;

Σχεδόν αμέσως. Η πρώτη μας δουλειά δεν ήταν η «Αισθηματική ηλικία». Του’χα στείλει κάποιες ηχογραφήσεις με τη φωνή μου και τότε παρουσίαζε το άλμπουμ «Ταγκό για τρεις» με την Κορίνα Λεγάκη στη Θεσσαλονίκη. Ήταν στα τέλη του 2012 και μου ζήτησε να πάω κι εγώ να πω μερικά τραγούδια δικά του, απ’ αυτά που μου άρεσαν. Αμέσως μετά από εκείνη τη βραδιά, μου πρότεινε να τραγουδήσω σε συναυλίες του στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης ανάμεσα σε τρεις άλλους ερμηνευτές: Ήμασταν ο Ζαχαρίας Καρούνης, η Κορίνα Λεγάκη, η Εύη Σιαμαντά κι εγώ. Λίγους μήνες μετά, έτσι όπως συνηθίζει ο Δημήτρης πάνω στη φούρια του, μου τηλεφωνεί στα τέλη Ιουνίου: «Σε 20 μέρες θα εμφανιστούμε στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου και θα παρουσιάσουμε αποσπάσματα από ένα νέο έργο που’χω ξεκινήσει να φτιάχνω». Ήταν ο «Ερωτόκριτος»! Από το 2013 ξεκινάει η ιστορία μ’ αυτό το έργο κι εδώ «κολλάει» η προηγούμενη ερώτηση σας για το εξώφυλλο μου στο ένθετο της εφημερίδας. Τέσσερα χρόνια μετά ο «Ερωτόκριτος» του Μαραμή έφτασε να εγκαινιάζει την εναλλακτική σκηνή της ΕΛΣ! Τότε τελικά αρχίσαμε να δίνουμε συναυλίες με αποσπάσματα απ’ το μιούζικαλ «Ερωτόκριτος», καλοκαίρι του ’13. Στο τέλος της χρονιάς, σ’ ένα καφέ της Θεσσαλονίκης που αγαπάμε κι οι δύο, έγινε η πρώτη κουβέντα και για μία δισκογραφική συνεργασία μας. Ένα εξάμηνο αργότερα κυκλοφόρησε η «Αισθηματική Ηλικία»!

Πήρατε αμέσως καλές κριτικές για τις ερμηνείες σας στο συγκεκριμένο άλμπουμ. Δεν σας «έτρωγε» να γνωρίσετε κι άλλους δημιουργούς, να κάνετε κι άλλα ξανοίγματα;

Χωρίς βιασύνη, όμως! Η επιθυμία, βλέπετε, να γνωριστώ μ’ έναν σημαντικό νέο συνθέτη είχε την τελειότερη έκβαση. Και δεν ήταν ότι θα έγραφε ένα – δυο τραγούδια για μένα, αλλά κάναμε συναυλίες στο Μέγαρο, περιοδεύσαμε ένα καλοκαίρι με τον «Ερωτόκριτο», μέχρι να πάω στην πρώτη μου δισκογραφική δουλειά και να τύχει μιας καλής αποδοχής, που θα σήμαινε μία φυσική συνέχεια. Ουσιαστικά τότε ένιωσα ότι άρχισαν να με προλαβαίνουν οι εξελίξεις, οι συστάσεις και οι συνεργασίες. Έμεινα πιστός στον τρόπο που ήθελα να δουλεύω και οι μεγάλες συνεργασίες άρχισαν να μου έρχονται σαν δώρα! Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Λίνα, με την οποία γνωρίστηκα ένα χρόνο μετά, το 2015. Η ταχύτητα των πραγμάτων ήταν τέτοια, που δεν προλάβαινα να την παρακολουθήσω και φρόντιζα απλά να κρατάω καθαρό το αίσθημα μου.

Ο παράγοντας τύχη τι ρόλο παίζει στη ζωή σας;

Θα με έλεγα τυχερό, δεν έχω παράπονο ούτε απ’ τη ζωή, ούτε απ’ την τύχη μου. Αισθάνομαι ότι είμαι τυχερός, ωστόσο δεν μου αρέσει να εναποθέτω τα ζητήματα μου, καλά ή κακά, στον παράγοντα τύχη. Το αν η τύχη με ευνοεί είναι κάτι που το ευχαριστιέμαι.

Στερείστε μεταφυσικής δηλαδή;

Στερούμαι μεταφυσικής επιθυμίας, θα έλεγα. Μου αρέσουν τα πιο γήινα πράγματα, ίσως γιατί αυτά μπορεί να κατανοήσω.

Κατάγεστε από πολυμελή οικογένεια;

Όχι, μια αδερφή έχω μόνο λίγο μεγαλύτερη.

Των καλλιτεχνικών κι αυτή;

Η Όλγα είναι κι αυτή καλλιτεχνάκι, αλλά με τα εικαστικά πιο πολύ. Θεσσαλονίκη ζει, όπως κι οι δικοί μου, αλλά και πολλοί φίλοι μου. Έχω και πολλούς φίλους που ζουν πια στο εξωτερικό.

Και πως ήταν απ’ την άποψη της διαβίωσης τα πρώτα χρόνια στην Αθήνα;

Τα δύο πρώτα χρόνια έμενα περιστασιακά σε μια θεία μου στην Αγία Παρασκευή, στον Δημήτρη που με φιλοξενούσε κάθε φορά που είχαμε να κάνουμε δουλειά, και σε μια παιδική μου φίλη, την Κοραλία. Αυτά ήταν τα τρία πρώτα σπίτια που άλλαξα σαν κατασκηνωτής, αλλά με αγάπη που δεν θα την ξεχάσω. Το ίδιο διάστημα ανεβοκατέβαινα Θεσσαλονίκη – Αθήνα, ακριβώς γιατί δεν είχα τη δυνατότητα να εγκατασταθώ μόνιμα. Ούτε οι γονείς μου διέθεταν αυτό που λέμε περίσσευμα για να μπορώ εγώ να κάνω μια πιο άνετη ζωή εδώ. Βρήκα έναν πρακτικά εφικτό τρόπο να εκπληρώνω τα όνειρα μου μέχρι το ’16 πια, που έπιασα το πρώτο μου σπίτι στα Εξάρχεια, Στουρνάρη και Πατησίων γωνία.

Απ’ το οποίο φύγατε σχετικά πρόσφατα.

Πριν ένα χρόνο, έχοντας ζήσει δυόμισι γεμάτα χρόνια στα Εξάρχεια.

Και τι σας έκανε να αφήσετε την περιοχή αυτή;

Έκλεισε ο κύκλος μου με το σημείο εκείνο. Έζησα όλη την ένταση, το χρώμα και το θόρυβο των Εξαρχείων και θα τη θυμάμαι ως μία καλή εμπειρία. Το ’16, όταν έπιασα το σπίτι, ακόμη ήμουν φαντάρος. Για να μπαίνω στο στρατόπεδο και νά’μαι συνεπής στην ώρα μου, έφευγα απ’ το σπίτι στις 5.30 – 6 παρά τα χαράματα. Εκείνη την ώρα συναντούσα πολλές φυσιογνωμίες ανθρώπων, με τους οποίους σιγά – σιγά αποκτήθηκε μία οικειότητα. Σκάγαμε χαμόγελα του στυλ «Είμαστε εδώ όλοι γείτονες, δεν θα πειράξει κανείς τον άλλον», συνθήκη που μπορώ να πω ότι με οχύρωσε. Μου γνώρισε μία άλλη πλευρά της Αθήνας, που τώρα δεν τη ζω, έχοντας πάει στην άλλη μεριά του κέντρου, στο Παγκράτι – Μετς. Γνώρισα τη ζωή λίγο καλύτερα μαζί με την πόλη, θα έλεγα. Σκεφτείτε ότι η Ανατολική Θεσσαλονίκη, που είχα μεγαλώσει, δεν είχε καμία σχέση με την περιοχή της Ομόνοιας.

Πάντως, όλοι στο Παγκράτι – Μετς έχουν μαζευτεί, γίνεται ένας συνωστισμός.

Ναι, ισχύει. Το έχω παρατηρήσει κι εγώ αυτό.


Πότε και που γίνεται η πρώτη γνωριμία με τη Λίνα Νικολακοπούλου; 

Στη Θεσσαλονίκη. Με κάλεσε μετά στην Αθήνα να τραγουδήσω στο μουσικοποιητικό αφιέρωμα στον Γιώργο Σαραντάρη σε μουσικές της Δάφνης Αλεξανδρή, στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Κατευθείαν, με το που γνωριστήκαμε, μου έριξε και την πρόταση. Εγώ τρελάθηκα, φυσικά, απ’ τη χαρά μου! Ξεκινήσαμε απ’ το 2015 μια παράλληλη διαδρομή με τη Λίνα, η οποία εμπλουτιζόταν όλο και περισσότερο, για να καταλήξουμε σήμερα στην «Όμορφη ζωή» σε μουσικές του Piovani.

Η Νικολακοπούλου είναι ένας άνθρωπος που δένεται με τους συνεργάτες της, αρκεί να υπάρχει χημεία. Ξέρει όλο τον κόσμο, μα δεν θα συνεργαζόταν με τους πάντες.

Μα είναι πολύ ωραίο αυτό που μας συνέβη! Το ίδιο ισχύει και για τον Δημήτρη, που δίνει ευκαιρία στον εκάστοτε συνεργάτη του να βαθύνει η σχέση τους. Μόνο έτσι βγαίνουν στην επιφάνεια πιο ωραία και πιο ουσιαστικά πράγματα.

Κι από πότε αρχίσατε να δουλεύετε το project Piovani;

Ξεκινήσαμε χονδρικά απ’ τα τέλη του ’16 – αρχές του ’17. Συζητώντας με τη Λίνα, η ιδέα ερχόταν κι από άλλες πλευρές. Εκεί καταλαβαίνεις ότι μια ιδέα έχει έδαφος για να υλοποιηθεί και για να δώσει κάτι μεγάλο. Μετά το Κακογιάννης, έχοντας κάνει μόνο δύο συναυλίες, την έπιασα με περισσό θράσος και της ζήτησα να συνυπάρξουμε δισκογραφικά οποτεδήποτε θα το επιθυμούσε. Σε εκείνη την πρώτη κουβέντα, μου απάντησε κατευθείαν: «Θοδωρή μου, θα τό’θελα κι εγώ, απλά πρέπει να κάτσουμε να σκεφτούμε πράγματα και να μην περιοριστούμε στα ελληνικά χωρικά ύδατα. Έχεις μια φωνή κι ένα τρόπο, που μπορείς να πεις κι άλλα πράγματα, οπότε έλα να βρούμε κάτι που μπορεί να ακτινοβολήσει κι έξω»!

Θα μπορούσε να σας είχε προτείνει το project Leonard Cohen, αν υποτεθεί πως η Νικολακοπούλου έχει δουλέψει εκτενώς με τις ελληνικές αποδόσεις των ποιημάτων του Καναδού τραγουδοποιού. 

Βεβαίως, τα «Κίτρινα φώτα» ήταν ένα απ’ τα πολύ αγαπημένα μου τραγούδια. Δεν «έπεσε», πάντως, το όνομα του Cohen. Ο πρώτος που σκεφτήκαμε ήταν ο Piovani, γιατί υπήρχε και στο δικό μου μυαλό – να σας πω μια μικρή αστεία προσωπική ιστορία: Όταν μετακόμιζα στο καινούργιο μου σπίτι, ξέθαψα τα χαρτιά των προγραμμάτων που έστηνα απ’ τα 18 – 19 μου στη Θεσσαλονίκη. Ανακάλυψα μια λίστα τραγουδιών που είχε μέσα δύο κομμάτια του Piovani και αμέσως μετά την «Εποχή της αγάπης» και το «Ανθρώπων έργα» της Λίνας. Το θεώρησα πολύ γλυκό σημάδι που μια δεκαετία μετά αρχίσαμε να δουλεύουμε μαζί με τη Λίνα πάνω στον Piovani.

Θέλω να θυμηθείτε τη μέρα που η Νικολακοπούλου σας ανακοίνωσε ότι θα ερμηνεύσετε Piovani στα ελληνικά.

(σ.σ. χαμογελάει) Τη μέρα που συναντήσαμε μαζί τον Piovani τετ α τετ και δώσαμε τα χέρια. Αυτό έγινε το 2018 στην ΕΡΤ με αφορμή μια φιλανθρωπική συναυλία που θα έδινε ο Piovani στο Μέγαρο Μουσικής. Βρήκαμε μισή ώρα κενό στο πρόγραμμα του για να πάμε με τη Λίνα στο κυλικείο του Ραδιομεγάρου, να τον γνωρίσουμε και να τα συμφωνήσουμε.

Να υποθέσω ότι δεν γνωρίζονταν προσωπικά με τη Νικολακοπούλου.

Προσωπικά δεν είχαν συναντηθεί ποτέ, αλλά η Λίνα γνώριζε φυσικά την εργογραφία του και ο Piovani γνώριζε την ίδια. Ήταν εύκολο να χτιστεί η γέφυρα επικοινωνίας. Άρχισαν να μιλάνε για τον Μάνο Χατζιδάκι, για τη σχέση του με τον Νίκο Γκάτσο, αλλά και τη σχέση του ίδιου με τον Vincenzo Terrano, τον πιο στενό του συνεργάτη. Μέσα σε 30 λεπτά υπήρξε η σπίθα που θ’ άναβε τη φλόγα για το δίσκο που τελικά έγινε.

Έναν δίσκο που είχε κάνει ο Χρήστος Θηβαίος με τραγούδια του Nicola Piovani, τον γνωρίζατε; Ήταν αρκετά χρόνια πριν το δικό σας.

Βέβαια, ήταν με την Ορχήστρα Νυκτών Εγχόρδων της Πάτρας, ζωντανή ηχογράφηση από ένα αφιέρωμα στον Piovani. Ο Θηβαίος τραγούδησε στα ιταλικά, όντας ιταλοτραφής. Εξαιρετικός δίσκος, τον έχω!

Σωστά, δεν είναι όμως το ίδιο πράγμα με την «Όμορφη ζωή».

Όχι, δεν είναι, αφού εδώ η Λίνα κλήθηκε να μεταφέρει τη μουσική του Piovani στο συναίσθημα των Ελλήνων. Κάποια κομμάτια αποδόθηκαν στα ελληνικά, έχοντας ήδη ιταλικούς ή αγγλικούς στίχους. Υπάρχουν και δύο μελωδικά θέματα του συνθέτη, τα οποία για πρώτη φορά έγιναν τραγούδια.

Και αν το γνωρίζετε, ήταν θέματα που βρήκατε από κοινού με τη στιχουργό ή σας τα παραχώρησε ο συνθέτης;

Φυσικά και το γνωρίζω, γιατί ήμουν παρών σε όλη τη διαδικασία. Με τη Λίνα είχαμε «κατεβάσει» γύρω στα 45 άλμπουμ του Piovani, ακούγοντας τα ξανά και ξανά. Όταν πια γνωριστήκαμε και του είπαμε τη σκέψη μας, καταλήξαμε σ’ αυτά τα εννιά τραγούδια όλοι οι συνεργάτες: Πρώτος απ’ όλους ο Piovani, έπειτα η Λίνα που θα αναλάμβανε την απόδοση, εγώ που γοητευόμουν να τραγουδήσω και να βρω τον εαυτό μου μέσα στο υλικό και κοντά μας ο Αντώνης Σουσάμογλου, που κλήθηκε να δώσει την ενορχηστρωτική άποψη του.

Έχουμε 2020 - επαναλαμβάνω - και ο δίσκος σας λέγεται «Όμορφη ζωή». Αναρωτιέμαι μέσα στο μαύρο χάλι, που βιώνουμε, ποια είναι η όμορφη ζωή που μας προτείνουν η Νικολακοπούλου και ο Βουτσικάκης;

Μας πρόλαβε ο ποιητής (γέλια). Συγκεκριμένα, ο στίχος της Λίνας που λέει: «Μα, ίσως δεν πιστεύεις πια κι αν σου λέω η ζωή πως είναι απέραντη ομορφιά. Δες, είμαι δίπλα σου εγώ, το σκοτάδι θα τελειώσει, θα περάσει η συννεφιά». Νομίζω πως αυτό που βιώνουμε είναι αυτό ακριβώς που η Λίνα προφήτευσε στιχουργικά, το ότι ο ένας με τον άλλον είναι η ομορφιά που δεν μπορεί κανείς να μας στερήσει.

Άρα για να πιάσει κανείς το μήνυμα πρέπει ν’ ακούσει το δίσκο ή, έστω, να διαβάσει το ένθετο με τους στίχους.

Δεν είχαμε κατασταλάξει απ’ την αρχή για τον τίτλο του δίσκου. Περιμέναμε να ολοκληρωθούν στιχουργικά τα τραγούδια για να δούμε τι άλλο μπορεί να προκύψει. Μάλιστα, σε σχέση με το μήνυμα που λέτε, υπάρχει και ο στίχος στο τελευταίο τραγούδι, που’ναι επίσης αρκετά συγγενικός. Λέει «Να’μαι κοντά σου, αυτό μονάχα αναζητώ, νά’μαι κοντά σου, πολλά δεν έχω να σου πω, όμως κοντά σου όλα τα δύσκολα περνούν μ’ αυτό το ”γεια σου” κι ενώ μιλάς, η φωνή σου είναι δρόμος, θεός, ιστορία κι ειν’ η καρδιά μου ανοιχτή και ξεχνώ όση είχα αγωνία, νά’μαι κοντά σου, μόνο κοντά σου».

Οφείλω να σας πω ότι μου άρεσε αρκετά και το φωτεινό εξώφυλλο που επιλέξατε. Δεν ζούμε, ξέρετε, στην εποχή του Μόραλη και του Σταθόπουλου και όχι πως δεν υπάρχουν άξιοι εικαστικοί, όμως εδώ ταιριάζει η φιγούρα του τραγουδιστή. Εσείς, που είστε ο τραγουδιστής, θα απαιτούσατε να φαίνεστε στα εξώφυλλα των δίσκων σας;

Όχι. Δεν το θεωρώ απαραίτητο. Η πρώτη μου δουλειά, ας πούμε, που το αίτημα ήταν μεγαλύτερο να μάθει κάποιος ποιος είμαι, καθώς ερχόμουν απ’ το πουθενά, είχε εξώφυλλο τον μικρό Θέμη, τον ανιψιό του Δημήτρη Μαραμή. Εδώ προέκυψε. Έγινε μια φωτογράφηση από την Ευαγγελία Θωμάκου και μια κουβέντα με τη Λίνα, οπότε καταλήξαμε σ’ ένα εξώφυλλο πολύ ταιριαστό με ότι θέλαμε να μεταφέρουμε. Δεν ξέρω τι μπορεί να θέλει ένας άλλος συνάδελφος για τους δίσκους του, εγώ όμως έχω μία αναφορά και είναι αυτή που βλέπετε! Θα έλεγα ότι περνάει το μήνυμα ολόκληρου του άλμπουμ.

Καμιά φορά μπαίνει κι ένα εμπορικό κριτήριο ή, για να το πω αλλιώς, ο κόσμος προτιμάει να βλέπει τους τραγουδιστές στα εξώφυλλα.

Η μία εκδοχή, που την αποδέχομαι απόλυτα, είναι η εμπορική. Η γνωστοποίηση του προσώπου, μια και το ομότιτλο κομμάτι, η «Όμορφη ζωή», ακούστηκε πολύ και ο περισσότερος κόσμος απ’ αυτό με έμαθε. Η άλλη εκδοχή είναι απλά μια φωτογραφία που μεταφέρει την εικόνα του τραγουδιστή στο κοινό και που μπορεί να’ναι πιο αποδοτική αναφορικά με το όραμα της δημιουργικής ομάδας.

Αν σας ρωτούσα γιατί τραγουδάτε;

Γιατί νομίζω πως δεν θα μπορούσα να ζω χωρίς αυτό.

Αυτό θα το έλεγε ο καθένας.

Ενδεχομένως…

Εννοώ πως ξέρετε ότι θα μπορούσατε να ζήσετε και χωρίς αυτό.

Θα ζούσα μία άλλη ζωή, την οποία δε μπορώ να φανταστώ. Για να’ μαι πιο ακριβής, μπορείς όντως να περπατάς ή να τρως χωρίς να τραγουδάς, μιλάμε όμως για μία άλλη ζωή, που ούτε μπορώ, ούτε θέλω να τη φανταστώ.

Είπαμε πολλάκις ότι είστε ένας νέος τραγουδιστής, που ακούγονται τα καλύτερα σχόλια για τη δουλειά του. Το ίδιο που συμβαίνει με τη Μποφίλιου, τον Χαρούλη ή τη Ζουγανέλη, μιαν άλλη σύγχρονη ομάδα του ελληνικού τραγουδιού.

Δεν έτυχε να γνωριστούμε με τα παιδιά αυτά για να κάνουμε παρέα και, άλλωστε, είναι μια γενιά πριν από μένα.

Σωστά. Αναφέρομαι στο ρεπερτόριο. Θεωρείτε ότι έχετε δρόμο ακόμη ώστε να γίνεται ένας ορίτζιναλ λαϊκός καλλιτέχνης; «Λαϊκός» όχι απ’ την άποψη του ήχου.

Καταλαβαίνω πως το λέτε…Απ’ την άποψη της δημοφιλίας.

Ακριβώς. Να σας ξέρει κι η γιαγιά μου, λόγου χάριν. Πως μπορεί να γίνει αυτό;

Δεν θα σας πω ότι δεν μ’ απασχολεί, γιατί θα ήθελα αυτό που κάνω με τον τρόπο μου να μπορεί να φτάσει σε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους χωρίς όμως να αλλοιώνεται αυτό που εγώ θεωρώ καλλιτεχνικό μου αποτύπωμα. Θέλω να έρθει ο κόσμος να με δει, να πάρει το CD από τις συναυλίες μου, ν’ ακούσει μία δική μου εκτέλεση ενός αγαπημένου του τραγουδιού και δεν το κάνω για μένα, αλλά γι’ αυτή τη σχέση με το κοινό που’χει αναπτυχθεί.

Και πως μεταφράζεται γενικότερα η δημοφιλία; Με φήμη, να περπατάς στο δρόμο και να σε χαιρετάνε; Με χρήματα; Με πιο πολλά όχι που μπορείς να πεις πιο άνετα;

Με όλα αυτά που είπατε! Ένας δημοφιλής καλλιτέχνης ενδεχομένως να’χει την ευκολία να κάνει πράγματα που του αρέσουν περισσότερο! Να έχει πιο πολλά χρήματα, γιατί θα κόβει και πιο πολλά εισιτήρια σε μία παράσταση του. Να πουλάει παραπάνω CD! Έτσι εξαργυρώνεται η δημοφιλία, αλλά εμένα αυτό που θα μ’ ενδιέφερε απ’ την πιθανότητα να γίνω ένας δημοφιλής «λαϊκός» καλλιτέχνης, είναι να αποκτήσει διάρκεια στο χρόνο η δουλειά μου.

Το «Όμορφη ζωή» είναι ένας υπέροχος δίσκος ασυζητητί: Έχει ευαίσθητα λυρικά τραγούδια, όμορφες ενορχηστρώσεις, εσάς ερμηνευτή, τον Piovani συνθέτη και τη Νικολακοπούλου στιχουργό. Πως, όμως, ένας σύγχρονος άνθρωπος θα «ψηθεί» ώστε να κάτσει να σας ακούσει;

Πιστεύω, η επιθυμία να μπει σ’ έναν άλλο κόσμο, εν προκειμένω τον δικό μου, μια και μιλάμε μαζί αυτή τη στιγμή. Πέρα απ’ τους φαν ενός καλλιτέχνη, που ακούνε εστιασμένα, υπάρχουν πάρα πολλοί άνθρωποι που μπορεί ν’ ακούσουν ένα τραγούδι και να ταυτιστούν χωρίς να ξέρουν καν το όνομα του Piovani. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα παιδί στο στρατό που κάποια στιγμή μου είπε: «Δεν ξέρω ποιος είναι ο Σταύρος Ξαρχάκος»!

Εκεί λες απλά «Βοήθεια σου»!

Θέλω να πω ότι ο ίδιος άνθρωπος δεν σημαίνει ότι θα μείνει ασυγκίνητος αν ακούσει ένα τραγούδι του Ξαρχάκου.

Είναι διαφορετικά τα μεγέθη, μιλώντας σε βάθος χρόνου. Μάλλον το παιδί αυτό θα’χε ακούσει και δεν θα’ξερε, δε μπορεί δηλαδή να μην έχεις ακούσει ποτέ τη Μοσχολιού σε ένα τραγούδι του Ξαρχάκου.

Σίγουρα, αυτό έχει να κάνει με μία ευρύτερη παιδεία, απλά το αναφέρω σαν ένα κραυγαλέο παράδειγμα, γιατί μπορεί ένας να μην ξέρει τον Βουτσικάκη ή τον Piovani. Θα άφηνα εκτός τη Νικολακοπούλου, γιατί δεν ξέρω τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες ποιοι Έλληνες δεν έχουν ακούσει Λίνα. Μάλλον δεν υπάρχουν, αλλά ας μιλήσουμε για μένα, για το κοινό που τώρα με μαθαίνει. Δεν είναι ανάγκη κάποιος να μ’ ακούσει και να ταυτιστεί και να γίνει μέρος του κοινού μου. Μπορεί να μην τον αφορά αυτό και να βρήκε κάτι, με το οποίο θα συγκινήθηκε απλά.

Ίσως την επόμενη ερώτηση να την απηύθυνα εν είδει συζήτησης στη Λίνα Νικολακοπούλου αν την είχα απέναντι μου: Την παρατηρώ να αγωνίζεται τα τελευταία χρόνια, να βγάζει νέα τραγούδια με διαφορετικούς συνθέτες και ερμηνευτές, παλιότερους και νεότερους, αλλά παραδόξως δεν «πάει» τίποτα, τουλάχιστον με τη φόρα του παρελθόντος. Δεν σημαίνει ότι έχασαν οι καλλιτέχνες την αξία τους, ο κόσμος φαίνεται όμως σαν πλέον να’χει κλείσει τα αυτιά του. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, πραγματικά…

Έχει να κάνει με το μέτρο σύγκρισης του καθενός. Σίγουρα η Λίνα θα ήταν η πιο κατάλληλη για να τοποθετηθεί. Εμένα, όμως, η επιτυχία ήδη του ομότιτλου τραγουδιού – διότι δεν ξέρω αν θ’ ακουστούν και τα άλλα τραγούδια – είναι κάτι που με βρίσκει πρώτη φορά στη ζωή μου. Δεν έχω άλλο μέτρο σύγκρισης, για μένα η «Όμορφη ζωή» είναι ότι πιο εμπορικό και δημοφιλές έχω κάνει. Αλήθεια! Όταν ανοίγω ένα ραδιόφωνο και μ’ ακούω, πιστέψτε με, δεν μπορώ καν να σκεφτώ κάτι πιο εμπορικό απ’ αυτό, αντικειμενικά μιλώντας και πάντα αναφορικά με τη δική μου αισθητική.

Αυτομάτως, λοιπόν, υπηρετώντας ένα τέτοιο ρεπερτόριο με μια συγκεκριμένη αισθητική, γνωρίζετε και τις δυνάμεις σας σε σχέση μ’ ένα πιο περιορισμένο κοινό.

Αν θεωρείται περιορισμένο το ότι μπορεί ένας καλλιτέχνης στα 28- 29 του να πρωταγωνιστήσει σε μία παράσταση sold out στο Ηρώδειο, όπως συνέβη με μένα στον «Ερωτόκριτο», ναι, τότε αγαπώ αυτό το «περιορισμένο κοινό»!

Καλή απάντηση!

Έχουν αλλάξει οι καιροί και με ρωτάνε πολλοί αν έχει νόημα να βγάζεις ένα CD την εποχή που δεν υπάρχει δισκογραφία. Εγώ αυτό που απαντώ, με το φόβο τώρα να επαναλαμβάνομαι, είναι ότι δεν έχω αυτό το μέτρο σύγκρισης. Μπαίνοντας στη δισκογραφία, ήταν ήδη διαλυμένη. Δισκογραφία για μένα είναι να βάζει ένας ερμηνευτής τη φωνή του σε κάποια τραγούδια που αγαπάει. Δε νομίζω ότι αυτό θα χάσει ποτέ την αξία του και επιπλέον ποτέ δεν με καθόρισαν οι πωλήσεις ενός CD εκ των πραγμάτων, άρα γιατί να μ’ απασχολήσει τώρα;

Πάλι με «αν» θα σας ρωτήσω: Αν ζούσατε τις δεκαετίες του ’60 και του ’70, πιθανώς να σας είχαν διαλέξει ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης. Νιώθετε να χάνεται κάπου ένας συνδετικός αρμός με τέτοιους δημιουργούς;

Ο συνδετικός αρμός με τους μεγάλους συνθέτες έχει κλονιστεί απ’ αυτή τη λογική του κατακερματισμού, που επικρατεί. Ή αλλιώς απ’ το «Έλα, μωρέ»…Σου λέει ο άλλος: «Έλα, μωρέ, βγάλε ένα τραγούδι μόνο του τώρα, έχουμε λεφτά για να κάνουμε ολόκληρο δίσκο; Κάνε και λίγο αυτό, κάνε και λίγο τ’ άλλο, μήπως γίνει επιτυχία»…

Δεν ξέρω αν ισχύει τόσο αυτό. Και ο Θεοδωράκης με τον Τάσο Λειβαδίτη 45άρια δισκάκια βγάζανε με τον Μπιθικώτση πριν γίνει ο κύκλος «Πολιτεία» με τα ζεϊμπέκικα.

Ναι, αλλά ήξεραν ότι θα έβγαινε η «Πολιτεία» κι έτσι δεν θα χανόταν η αξία ενός κύκλου τραγουδιών. Μπορεί κάποια στιγμή κι εγώ να κάνω έναν πολυσυλλεκτικό δίσκο, αλλά βλέπω πολλούς συναδέλφους να μην κατανοούν την ομορφιά – έτσι φαίνεται στα δικά μου μάτια – μίας δουλειάς μ’ έναν συνθέτη, μ’ έναν στιχουργό, μ’ έναν ενορχηστρωτή και μ’ έναν ερμηνευτή. Τού να κάτσουν δηλαδή τρεις – τέσσερις συγκεκριμένοι άνθρωποι γύρω από’να τραπέζι και να βρουν το σημείο επαφής. Είναι μια προσωπική σκέψη αυτή χωρίς να παραβλέπω το που βρίσκει ο καθένας τη γαλήνη του.

Ίσως εγώ τα βλέπω πολύ μαύρα…Δείτε, ας πούμε, πάνω στο γραφείο μου που με περιμένουν καμιά τριανταριά νέοι δίσκοι για ακρόαση…Τι θα πουληθεί απ’ όλα αυτά, πως θα φτάσουν στον κόσμο;

Κατανοώ απόλυτα τη δυσκολία των πραγμάτων, γιατί στην ουσία στον ίδιο χώρο ανήκουμε, επειδή όμως στα 31 μου έχω έναν δικό μου δίσκο με τη Νικολακοπούλου και τον Piovani, δεν μπορώ και να είμαι απαισιόδοξος.


Γενικά μιλάω, απλά σας έχω απέναντι μου και συζητώ την κατάσταση με έναν νέο τραγουδιστή.

Καταρχάς κάνουμε μια πολύ ωραία κουβέντα που δεν συνηθίζεται σε συνεντεύξεις. Εσείς απ’ τη μεριά σας έχετε τη δυνατότητα να βλέπετε πολλές απόψεις πέρα απ’ την προσωπική σας γνώμη. Εγώ δεν την έχω αυτή τη δυνατότητα. Αντιμετωπίζω πιο προσωπικά τα πράγματα.

Υπάρχει το τραγούδι της πίστας…

(με διακόπτει) Νόμιζα ότι θ’ άκουγα για το «Πίστα από φώσφορο» που’ναι ένα αγαπημένο μου τραγούδι (γέλια).

Λέω ότι υπάρχουν και τραγουδιστές της πίστας, του υψηλού μεροκάματου, με ανορθόδοξες συνεργασίες. Χτυπάει το τηλέφωνο σας και είναι η Άννα Βίσση που σας θέλει δίπλα της για εμφανίσεις. Τι κάνετε;

Θα απαντούσα: «Τι να κάνω, Άννα μου, εγώ μαζί σου;»

Να λέγατε ένα – δυο Piovani για αρχή και μετά Καρβέλα – γιατί όχι; – μαζί της. 

(σκέφτεται πολύ) Δεν μπορώ να φανταστώ τις συνθήκες, μέσα στις οποίες εγώ θα κάνω αυτό το πράγμα. Τη Βίσση την τιμώ για τη διαδρομή της, αλλά θα έλεγα σ’ αυτή την έμπειρη φτασμένη τραγουδίστρια που λέει σ’ έναν τραγουδιστή που έρχεται από μιαν άλλη διαδρομή…Ή μάλλον όχι που έρχεται, μια και η Βίσση ξεκίνησε απ’ άλλη διαδρομή…Θα τη ρωτούσα, θέλω να πω, πολύ ειλικρινά: «Άννα μου, τι πιστεύεις ότι εγώ θα μπορούσα να κάνω στο πρόγραμμα σου;» Και θα ήταν μία πολύ αληθινή ερώτηση! Αν, σε ένα μεταφυσικό πεδίο τώρα, η απάντηση που μου έδινε, με έπειθε, τότε θα μπορούσα κι εγώ να το σκεφτώ! Τη στιγμή αυτή, πάντως, δεν πιστεύω ότι μπορώ να σκεφτώ μια απάντηση που να με έπειθε.

Εκεί θα προστρέχατε στις συμβουλές των φίλων συνεργατών σας; Θα σας έπιαναν, π.χ., ο Μαραμής ή η Νικολακοπούλου να σας πουν «Τι πας να κάνεις, έχεις τρελαθεί;»

Αν δεν έρχονταν η Λίνα ή ο Δημήτρης να μου πουν τη γνώμη τους ή αν εγώ δεν τους ρωτούσα, θα αναιρούσα όλα όσα έχω περιγράψει για τη σχέση μας. Δεν είναι δυνατόν να συνεργάζομαι για έξι – εφτά χρόνια με κάποιον και να μην πάω να του εκμυστηρευτώ μια σκέψη μου ή να συζητήσω μια πρόταση που μου έγινε.

Όταν σας κάλεσε ο Χρήστος Λεοντής για τον δίσκο του, σε ποιον το ανακοινώσατε για πρώτη φορά;

Νομίζω στην αδερφή μου, στην Όλγα, απ’ το προσωπικό μου περιβάλλον και στη Λίνα, από το επαγγελματικό. Είχα τηλεφωνήσει της Λίνας, θυμάμαι, και της ζήτησα να πάμε να πιούμε το καθιερωμένο μας καφεδάκι που αγαπάμε. Είχα πάει ήδη στο σπίτι του Λεοντή, είχα ακούσει τα τραγούδια που ξεχώρισα και, ούτως ή άλλως, επρόκειτο για ένα δίσκο με διευρυμένη συμμετοχή δική μου.


Η «Όμορφη ζωή» θα χαρακτηριζόταν ερωτικός – αισθαντικός δίσκος στο σύνολο του. Είναι εύκολο πράγμα το ερωτικό τραγούδι; Συμφωνείτε πως πολλά ερωτικά τραγούδια είναι κατά βάθος ανέραστα;

Στο ερωτικό τραγούδι τον πρώτο ρόλο τον έχει ο λόγος, ο στίχος. Πρέπει η βολή που ρίχνεις να είναι δυνατή, ευθεία και να μην έχει στολίδια περιττά. Να είμαστε ο ένας απέναντι απ’ τον άλλο, βλέμμα με βλέμμα, καρδιά με καρδιά. Οτιδήποτε περιττό, εμποδίζει την αμεσότητα, την οποία αμεσότητα ενισχύουν – εννοείται – η μουσική και η ερμηνεία. Μπορεί να’χεις, ας πούμε, ένα αληθινά ερωτικό τραγούδι, αλλά ο τραγουδιστής να νομίζει ότι τραγουδάει κάτι άλλο.

Ποια η διαφορά του «Μυστικέ μου έρωτα» της Στανίση και του Μουσαφίρη απ’ την «Αγάπη της καρδιάς μου» της Νικολακοπούλου και του Βουτσικάκη;

(γελάει πολύ) Υπάρχει διαφορά με το συγκεκριμένο δικό μας τραγούδι, γιατί η «Αγάπη της καρδιάς μου» δεν είναι μυστική πρώτα απ’ όλα. Εάν αναφέρατε όμως το προηγούμενο στη σειρά τραγούδι, που λέει «Μάθε η καρδιά μου πόσο σ’ αγαπάει ποτέ δεν σ’τό’πα», δεν υπάρχει καμία διαφορά σε σχέση με το αίσθημα. Εγώ το μόνο που μπορώ να κάνω για να μη νιώθω αδύναμος σε ότι αφορά τις δυνατότητες μου, είναι να νιώσω 100% αυτό που τραγουδάω. Τίποτα άλλο δεν μπορώ να κάνω. Εάν πας να τραγουδήσεις στρατηγικά, ώστε ένα τραγούδι να γίνει «σουξέ», τό’χεις χάσει απ’ την αρχή.

Αυτό συμβαίνει σε όλα τα είδη τραγουδιού, όχι μόνο στο ερωτικό;

Σε όλα, πιστεύω, όταν θες να έχει τη μεγαλοσύνη μίας στιγμής. Έχει μεγαλείο η αλήθεια της στιγμής, να τα αφήσεις όλα πίσω και νά’σαι ο εαυτός σου, ακόμα και με τα ψεγάδια του. Οφείλεις να περνάνε απ’ την ερμηνεία σου μέχρι και τα ψεγάδια του εαυτού σου.

Τις ραγισματιές στη φωνή εννοείτε;

Ναι. Πρέπει να επιτρέπεις στον εαυτό σου να είναι ευάλωτος. Όταν ηχογραφούσαμε την «Αγάπη της καρδιάς μου» στο στούντιο, στο δεύτερο κουπλέ που λέει «Στον κόσμο τώρα ξέχασα τι θέλω, δεν έχει χρόνο η άνοιξη, ούτε μήνα», η Λίνα σταματάει την ηχογράφηση και μου λέει: «Θοδωρή μου, μπορείς γι’ αυτή τη μία λέξη, την ”άνοιξη”, να μην είσαι τόσο ευάλωτος;» Καμιά φορά δηλαδή κι αυτό απαιτεί μέτρο, αλλά νομίζω πως πρέπει ν’ αφήνουμε τον εαυτό μας να φανερώνει τα τρωτά σημεία του. Μόνο έτσι μπορούμε να’μαστε αληθινοί.

Μου τα λέει όλα αυτά τώρα ένας άρτιος τεχνικά τραγουδιστής. Το τραγούδι, ωστόσο, θέλει ψυχή. Συχνά τεχνικά άρτιοι τραγουδιστές καταθέτουν «κρύες» ακαδημαϊκές ερμηνείες.

Είναι μία παγίδα, στην οποία μπορεί να πέσουν όλοι αυτοί οι τραγουδιστές. Αν έχεις το νου σου στο τραγούδι που έχεις στα χέρια σου, δηλαδή ακούσεις σε βάθος τη μουσική, διαβάσεις τους στίχους, συζητήσεις με τους δημιουργούς, κατανοήσεις πως το δικό τους αίσθημα συνδέεται με τη δική σου ζωή, αφήνεσαι απλά. Αφήνεις τη φωνή σου και την καρδιά σου να σε πάει εκεί που πρέπει να σε πάει τελικά.

Ένας αντικειμενικά καλός τραγουδιστής μπορεί να πει τα πάντα;

Αυτός θα’ναι τραγουδιστής πασπαρτού, όχι καλός! Εγώ, ας πούμε, έχω τραγουδήσει ατόφια λαϊκά τραγούδια, όπως το «Με τι καρδιά» του Σταύρου Ξαρχάκου, αλλά και της Λίνας. Με έναν τρόπο, όμως, που μπορώ να φέρω ένα λαϊκό τραγούδι στα δικά μου μέτρα και να συνεχίσω να νιώθω αληθινός.

Εσείς. Ο ακροατής, όμως, που το εισπράττει;

Θα έπρεπε να ρωτήσετε αυτόν που το εισπράττει, αλλά ένα κριτήριο επιλογής πρέπει να υπάρχει για κάθε ερμηνευτή ώστε να μην καταλήγει πασπαρτού, αυτό που είπα πριν. Δεν υπάρχει σωστό ή λάθος ή καλό – κακό, επειδή όμως είμαι νέος στη δισκογραφία ειδικά, νομίζω πως αυτό θα φανεί για μένα σε βάθος χρόνου, δηλαδή το ρεπερτόριο που θα θελήσω να υπηρετήσω. Εσείς μπορεί να μ’ έχετε ακούσει σε μια συναυλία με τη Φαραντούρη, ένας άλλος με τον Ξαρχάκο, ένας άλλος στον «Ερωτόκριτο» με τον Μαραμή ή στην «Όμορφη ζωή» με τη Λίνα, και ο καθένας να’χει μιαν άλλη άποψη για το τι είναι ο Βουτσικάκης! Το θεωρώ δόκιμο, όντας τραγουδιστής επαγγελματίας λίγων χρόνων. Δεν μπορούν οι άνθρωποι να ξέρουν όλα μου τα βήματα ή τις επιθυμίες μου για το μετά.

Σημαντικό αυτό που μόλις είπατε. Σαν να νιώθετε ότι ακόμη δεν έχετε δώσει το στίγμα σας.

Έχω δώσει κομμάτια σημαντικά, αλλά φυσικά όχι το στίγμα μου ολοκληρωτικά. Κι αν πάλι έχω δώσει στίγμα, πρέπει να περάσουν χρόνια για να αποκτήσει ουσιαστική υπόσταση η ταυτότητα μου στο τραγούδι. Ή στο πατάρι, που λέγανε οι παλιοί, ή στη δισκογραφία, για να μπορέσω να’χω ένα ρεπερτόριο επαρκές ώστε να αντιλαμβάνεται ο άλλος που ανήκω και που θέλω να ανήκω.

Αντιμετωπίζετε σαν ρόλο ένα τραγούδι κάθε φορά; 

Δεν ξέρω αν μπορείς να πεις ένα ερωτικό τραγούδι αν δεν έχεις ερωτευθεί ποτέ στη ζωή σου.

Γίνεται αυτό;

Δεν ξέρω…Μόνο αν έχεις νιώσει αυτή την πάλη, μπορείς να πείσεις σ’ ένα ερωτικό τραγούδι. Βέβαια, δεν είναι ανάγκη να’σαι εκείνη την ώρα ερωτευμένος. Είναι τόσο έντονο σημείο αναφοράς για την ύπαρξη σου, που ανά πάσα στιγμή να το ανακαλέσεις, θα’ναι το ίδιο δυνατό.

Έχετε νιώσει ποτέ ψυχική ταραχή;

Ναι…Η πρώτη εκροή αποτελέσματος από την ταραχή είναι προς τα μέσα συνήθως.

Ναι, ε; Εμένα μου δίνετε την εντύπωση πως είστε ικανός να τα διαλύσετε όλα.

Δεν θα’ναι αυτή η πρώτη αντίδραση! Πρώτα αποσυνθέτω εμένα!

Τίνι τρόπω;

Πρώτα με μένα θα τα βάλω και μετά θα τα διαλύσω όλα (γελάει)

Είδατε που δεν έπεσα έξω;

Ναι, μπορεί να το κάνω, να έχω έκρηξη, αλλά πρώτα εκρήγνυμαι προς τα μέσα!

Κι είναι μαρτυρικό αυτό;

Πονάει…

Τι σας οδηγεί στην έκρηξη συνήθως;

Κάτι που μπορεί να με ταράξει και να με θυμώσει έχει να κάνει με μία αδικία και μάλιστα που να μην αφορά εμένα. Όταν είμαι παρατηρητής ενός συμβάντος με αδικία μπορεί να εκραγώ. Αν το ίδιο αφορά εμένα, θα εκραγώ πάλι, αλλά όχι εκείνη τη στιγμή. Το λέω ως κάτι που αποδεδειγμένα μου’χει συμβεί. Απ’ την άλλη, κάτι που μπορεί να μην το δείξω άμεσα ή και ποτέ, είναι η απογοήτευση από έναν άνθρωπο. Να πληγωθώ, αλλά να το απευθύνω πιο εσωτερικά…

Είναι ικανό να σας πληγώσει και κάτι που θ’ ακούσετε από έναν άνθρωπο στη δουλειά σας ή εκεί δε χωράει τόση εσωτερικότητα;

Δύσκολα…Ή τουλάχιστον τώρα πια νιώθω να’χω οχυρωθεί σε σχέση μ’ αυτό. Όλοι οι επαγγελματικοί χώροι, άλλωστε, έχουνε τα στραβά τους με τον δικό μας αντιστοίχως. Για να πληγωθώ, θα πρέπει ν’ ακούσω κάτι από έναν άνθρωπο που εκτιμώ πάρα πολύ. Διαφορετικά, μπορεί να με προβληματίσει ή να με στενοχωρήσει, γιατί το να με «πληγώσει» είναι ένα πιο βαρύ ρήμα, που συνδέεται με τους πιο σημαντικούς ανθρώπους στη ζωή μου. Δεν θα πληγωθώ δηλαδή απ’ τη δουλειά, ούτε από μία επαγγελματική απόρριψη. Η ζωή σε χορταίνει και με αποδοχή και με απόρριψη.

Έτσι ακριβώς είναι. Θα ρώταγα για το τέλος τι συναυλίες έχετε κλείσει, αλλά θα γελάσει κι ο κάθε πικραμένος.

(γελάει) Παρόλα αυτά, θα γίνουν κάποιες συναυλίες. Είχαμε δρομολογήσει με τη Λίνα παρουσιάσεις της «Όμορφης ζωής» σε όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό, οι οποίες είναι σε pause αυτή τη στιγμή. Δεν ξέρουμε ποιες συναυλίες θα κάνουμε μέσα στο 2020, ποιες μέσα στο ’21 και ποιες δεν θα καταφέρουμε να τις κάνουμε. Είναι πολύ ρευστά τα πράγματα. Προλάβαμε να κάνουμε την πρώτη παρουσίαση στο Μέγαρο με την Κρατική Ορχήστρα και να πάμε στις Βρυξέλλες επίσης, που εκεί δοκιμαστήκαμε σ’ ένα κοινό ανάμικτο με Έλληνες του εξωτερικού, αλλά και πολλούς ξένους. Μας άφησε μεγάλη χαρά εκείνη η συναυλία και μένουμε μ’ αυτό το συναίσθημα αισιοδοξίας. Θα συμμετάσχω ακόμη σ’ ένα αφιέρωμα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής για τα 95 χρόνια του Μίκη Θεοδωράκη, ρεσιτάλ πιάνο – φωνή μεσ’ στο καλοκαίρι, με πιανίστα τον Γιάννη Μπελώνη.

Έχετε εικόνα απ’ το πως κινείται εμπορικά το CD σας;

Έχουμε εικόνα ότι πάει πολύ καλά και μένουμε σ’ αυτό.

Άρα με ανατρέπετε ευχάριστα σε σχέση με ότι λέγαμε πριν για τα CD.

Σας ανατρέπω ευχάριστα, αλλά και πάλι επανέρχομαι στα μέτρα σύγκρισης. Αν περιμένουμε να συγκριθούμε με εποχές που οι δίσκοι πούλαγαν 200.000 αντίτυπα, δεν είμαστε εκεί. Όταν όμως ένας χρυσός δίσκος πλέον γίνεται στα 5.000 αντίτυπα, μπορεί τον Οκτώβρη να σας τηλεφωνήσω και να σας καλέσω στην απονομή του χρυσού δίσκου μας.

Σας το εύχομαι ολόψυχα και σας ευχαριστώ γι’ αυτή τη συνέντευξη.

Ψυχανάλυση τέλος! (γελάμε) Εγώ σας ευχαριστώ πάρα πολύ!

* Η συνέντευξη με τον Θοδωρή Βουτσικάκη πραγματοποιήθηκε στο σπίτι μου τον Ιούνιο του 2020

** Πρώτη δημοσίευση: koutipandoras.gr

*** Οι φωτογραφίες όλες αποσπάστηκαν από το διαδίκτυο

**** Την Παρασκευή 11 Ιουλίου 2025 στον Κήπο του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών θα δοθεί η συναυλία «Το πρώτο μου τριαντάφυλλο» των Λίνας Νικολακοπούλου - Θοδωρή Βουτσικάκη σε σύμπραξη με την εφταμελή ορχήστρα Bronza Banda

Παρασκευή 1 Μαρτίου 2024

Dani Klein (Vaya Con Dios): «Όταν τραγουδώ, εισπράττω τις δονήσεις των ανθρώπων σαν μέσα από μια μαύρη τρύπα»


Η συνέντευξη με την τραγουδίστρια Dani Klein των Vaya Con Dios πραγματοποιήθηκε την Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2024 σ' ένα break από τα γυρίσματα του βίντεο κλιπ του τραγουδιού «Una mujer (Μια γυναίκα)», που ενδύθηκε τους ελληνικούς στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου και αποδόθηκε από την ίδια την Klein ντουέτο με τον Θοδωρή Βουτσικάκη. Το τραγούδι θα κάνει πρεμιέρα στις 8 Μαρτίου, την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας. Σε ότι αφορά τη συνέντευξη, μαζί μου είχα την Ελένη Τζατζιμάκη που θα με βοηθούσε στη μετάφραση της συζήτησης, αν και δεν χρειάστηκε σχεδόν καθόλου η παρέμβαση της (πάντα έχω μαζί μου έναν μεταφραστή στις συνεντεύξεις με ξένους καλλιτέχνες, βασικά για να νιώθω εγώ safe περισσότερο), αλλά και τη φωτογράφο Αγγελική Παπαϊωάννου, η οποία τράβηξε τις φωτογραφίες που αναρτώ τώρα μαζί με τη συνέντευξη. Η Dani Klein, έτσι όπως τη γνώρισα και συζητήσαμε ακριβώς για μία ώρα, δεν έχει καθόλου το attitude μιας τραγουδίστριας - megastar, αν αναλογιστεί κανείς την επιτυχία που έκαναν πριν από τριάντα τόσα χρόνια οι Vaya Con Dios και στις πέντε ηπείρους. Είδα μία γυναίκα που απολαμβάνει τη ζωή της, ήρεμη, κατασταλαγμένη και με πολύ χιούμορ, που γνωρίζει επίσης πως έφτασε αισίως 71 ετών και είναι προετοιμασμένη για το οριστικό πέσιμο της αυλαίας. Δεδομένου του ότι στο διαδίκτυο, ακόμη και στη Wikipedia, ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά για την προσωπική ζωή της, η συνέντευξη αυτή αποκτά πραγματικά μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς μίλησε αλογόκριτα και ελεύθερα, όχι μόνο για το παρελθόν της, αλλά κυρίως για το παρόν και για το μέλλον της μέσα στη λεγόμενη μουσική βιομηχανία. Οι Vaya Con Dios, άλλωστε, μόλις κυκλοφόρησαν ένα εξαιρετικό άλμπουμ σε βινύλιο, σε CD και σ' όλες τις ψηφιακές πλατφόρμες, απ' το οποίο ήδη έχουν ξεχωρίσει τραγούδια, σαν το ομώνυμο, το χορευτικό «Shades of Joy», το ρυθμικό «Maybe» και την α λα tango μπαλάντα «Una mujer». Επειδή κάθε συνέντευξη αποτελεί προσωπική περιουσία του εκάστοτε interviewer, προτίμησα να την αναρτήσω ολόκληρη, χωρίς περικοπές, μεταφέροντας από το κινητό μου τηλέφωνο στο blog μου, τα ΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΙΑΣΜΑΤΑ, αυτούσια τη συζήτηση που κάναμε. Που να το φανταζόμουν, όταν ήμουν 17 ετών και την έβλεπα από το MTV να τραγουδά με τους Vaya Con Dios το «Puerto Rico», το «Louie» και το «What's a woman», πώς θα έφτανα 50 ετών και θα την είχα απέναντι μου, τετ α τετ, να μιλάμε σαν δύο φίλοι ή γνωστοί. Απολαύστε την και αναζητήστε το καινούργιο άλμπουμ της με τους Vaya Con Dios! Αξίζει! Σε μία χρονική περίοδο, ειδικά, που ολόκληρη η βιομηχανία του τραγουδιού έχει αλλάξει παγκοσμίως μαζί με τη διανομή και διακίνηση της μουσικής.

Φωτογραφίες: Αγγελική Παπαϊωάννου 

Πως είναι να συνεργάζεστε δισκογραφικά με ένα νεότερο Έλληνα συνάδελφο σας;

Είμαι ανοιχτή σε νέα πράγματα και το βρίσκω ενδιαφέρον να συνεργάζομαι με κάποιον διαφορετικής γενιάς. Μου αρέσει και η φωνή του, ενώ μου έδωσε και την ευκαιρία να έρθω ξανά στην Ελλάδα, που ανέκαθεν αγαπούσα.

Στην Ελλάδα, όπως και στην Ολλανδία, τη Γαλλία και την Ευρώπη γενικότερα, κάνατε μεγάλη επιτυχία με τους Vaya Con Dios. Πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν ως ένα βελγικό γκρουπ να μπείτε και στα charts της Αμερικής, στην άλλη μεριά του Ατλαντικού;

Δεν μπήκαμε ποτέ στα αμερικανικά charts, αν και πουλήσαμε πολλούς δίσκους και εκεί. Μπήκαμε στα charts του Καναδά, όμως, όπως και της Νότιας Αφρικής, της Ρωσίας και άλλων χωρών. Είχαμε πάει στην Αμερική, καθώς το ήθελε ο μάνατζερ, ύστερα από ραντεβού μ’ ένα μεγάλο στέλεχος δισκογραφικής. Αυτό που ήθελαν οι Αμερικανοί ήταν να αλλάξουν τα πάντα: Τις ενορχηστρώσεις, τους στίχους, ακόμη και κάποιες μελωδίες. Ποτέ τελικά δεν συνέβη να μπούμε στα charts τους, γιατί εγώ είμαι αυτή που είμαι και δεν ήθελα να γίνω κάποια άλλη.

Το όνομα Ferre Grignard σας λέει κάτι;

Φυσικά. Ήταν ένας από τους πρώτους Βέλγους χίπις τροβαδούρους με τραγούδια διαμαρτυρίας, που δεν ζει πια. Μου άρεσε πολύ η φωνή του και δύο τραγούδια του ήταν μεγάλες επιτυχίες στο Βέλγιο.

Το ένα ήταν το «Ring, ring (I’ ve got to sing)».

Ακριβώς. Το άλλο ήταν το «Drunken Sailor» (σ.σ. το τραγουδάει). Μα, εσείς δεν είστε χίπης, της γενιάς μου. Πως τον ξέρετε τον Ferre Grignard τόσο νέος που είστε;

Ας πούμε ότι έχω μελετήσει πολύ εκείνη την περίοδο. Ισχύει το ότι από τα 17 σας πασχίζατε να μπείτε στο τραγούδι επαγγελματικά, αλλά αυτό συνέβη στα 34 σας με τους Vaya Con Dios;

Δεν ήταν τόσο το να έμπαινα στη μουσική βιομηχανία, όσο το ότι μου άρεσε να τραγουδώ. Άρχισα να τραγουδώ στο δρόμο όταν ήμουν 17 ετών. Ζούσαμε με το αγόρι μου τότε, που έπαιζε κιθάρα, βγάζαμε λεφτά, ξέρετε, ήμασταν χίπηδες. Μέχρι σήμερα νιώθω χίπισσα.

Καλό αυτό, πόσο μάλλον όταν ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά για την ιδιωτική σας ζωή.

Ω, θα θέλαμε ένα μήνα για να σας αφηγηθώ την προσωπική μου ζωή. Να σας τα πω άμα σκοπεύετε να γράψετε βιβλίο ολόκληρο (γέλια).

Άρα η αγάπη για τη μουσική σας έδινε το κίνητρο να μην τα παρατήσετε μέχρι την κορυφή;

Η κορυφή ήταν κάτι που δεν το φανταζόμουν, σαν κάτι να με πίεζε προς τα κει και που δεν ήξερα τι ακριβώς ήταν. Ήξερα απλά πως έπρεπε να πάω όπου με πήγαινε η ζωή λίγο μετά τα 30 μου. Μέχρι τότε είχα κάνει ότι δουλειά μπορείτε να φανταστείτε: ρεσεψιονίστ, υπάλληλος δικηγορικού γραφείου, καθαρίστρια, οτιδήποτε μπορούσα να βρω για να ζήσω. Ταυτόχρονα τραγουδούσα τα Σαββατοκύριακα με μια φλαμανδική μπάντα δίχως κάποιο συμβόλαιο και κάναμε συναυλίες στο Βέλγιο και την Ολλανδία. Η μητέρα μου, όταν έφτασα 30 κάτι, μου έλεγε πως δεν μπορώ να ζω έτσι, πως έχω ένα μικρό γιο και πως έπρεπε να βρω μια κανονική δουλειά. Δεν ένιωθα καλά, μεγάλωνα και ήμουν απελπισμένη, καθώς είχα το άγχος του παιδιού μου και των ενοικίων που έτρεχαν. Τότε ήταν φίλη μου μια Βελγίδα τραγουδίστρια πολύ διάσημη στη Γαλλία, που της τηλεφώνησα και τη ρώτησα τι θα κάνω με τη ζωή μου, αν έπρεπε να αφήσω το τραγούδι. Μου είπε να κάνω τα δικά μου πράγματα, αφού ανέκαθεν δούλευα με άλλους. «Μην τολμήσεις και σταματήσεις το τραγούδι, δεν θα σου ξαναμιλήσω ποτέ» ήταν τα λόγια της. Μου έδωσε μεγάλο κουράγιο και το αστείο είναι πως λίγες εβδομάδες μετά απ’ αυτή τη συζήτηση μας, μία άλλη φίλη που είχε ανοίξει ένα μαγαζί με τρέντι ρούχα, με ζήτησε να τραγουδήσω για τα εγκαίνια. Θα γινόταν ένα κοκτέιλ πάρτι  που θα έπαιζαν ο Ντερκ και ο Γουίλι, τα υπόλοιπα μέλη των μελλοντικών Vaya Con Dios. «Γιατί δεν έρχεσαι να πεις ένα τραγούδι μαζί τους;» με παρότρυνε κι έτσι έγινε. Θυμάμαι ότι προβάραμε στα γρήγορα δύο κομμάτια στην κουζίνα της φίλης και αμέσως μετά τραγούδησα μπροστά σε κόσμο. «Είναι πολύ καλή, έχει βγάλει δίσκο;» ρωτούσε το κοινό, άρα τα πάντα ξεκίνησαν από μία πλάκα, μια αστεία συγκυρία. Αποφασίσαμε με τα παιδιά να ξαναβρεθούμε και να κάνουμε πρόβα και το πρώτο τραγούδι που φτιάξαμε ήταν το «Just a friend of mine». Απ’ αυτό ξεκίνησαν δηλαδή όλα.

Ανατρέχετε συχνά στο παρελθόν; Αντλείτε δύναμη έτσι;

Ακούστε, το 2019 έκανα ένα μεγάλο μακρύ ταξίδι στην Αμερική. Ζούσα για ενάμισι – δυο χρόνια στο Λονγκ Μπιτς της Καλιφόρνια. Η σκέψη μου ήταν να πάω στην Αριζόνα, στο Κολοράντο, να δω το Γκραν Κάνιον, πανέμορφα μέρη. Ήθελα να πετάω συνεχώς και να γυρίζω ξανά στο Λονγκ Μπιτς που ζούσα. Ήθελα το σπίτι μου χωρίς να νιώθω τίποτα νοσταλγικό, αφού ταξίδευα ξανά στην έρημο ή και στο Λας Βέγκας, που το μισούσα, αλλά έπρεπε να πάρω από κει το αεροπλάνο. Κάποια στιγμή κάθισα και κοίταζα το σπίτι μου και είπα μέσα μου: «Μη στέκεσαι σε τέτοια πράγματα. Το σπίτι αυτό είναι ήδη παρελθόν για σένα, αφού θες να ταξιδεύεις μονίμως. Τα μέρη που θα πας θα’ναι καινούργια, θα μυρίζουν αλλιώς, θα έχουν διαφορετική θέα, θα’ ναι κάτι καινούργιο για σένα». Εκεί, σε ώριμη ηλικία, αποφάσισα ότι δεν μ’ ενδιαφέρει το παρελθόν σαν έννοια.

Όταν βλέπετε τον εαυτό σας στα παλιά βίντεο από το YouTube, πως νιώθετε; Μελαγχολία; Πονάει η μνήμη;

Καθόλου, εγώ γελάω με τα μαλλιά που είχα τότε (γελάει δυνατά). Δεν ξέρω αν πονάει η μνήμη, εξαρτάται από τις μνήμες δηλαδή. Σαφώς και πολλές μνήμες μπορεί να είναι οδυνηρές, αλλά εγώ αυτές τις έχω βγάλει από μέσα μου και έπαψα να είμαι ενοχική. Θέλει δουλειά αυτό, όμως, αλλιώς δηλητηριάζεσαι. Θέλεις ψυχανάλυση για να αντιληφθείς γιατί έκανες κάποια πράγματα παλιά που τώρα ανήκουν στο παρελθόν και δεν έχουν πια καμία σημασία.

Από που πρωτακούσατε τσιγγάνικη μουσική; Ήταν βασικό συστατικό της μουσικής των Vaya Con Dios.

Ο πατέρας μου αγαπούσε πολύ τη μουσική και είχε μεγάλη δισκοθήκη. Στο σπίτι πρωτάκουσα, λοιπόν, τσιγγάνικα τραγούδια την ίδια στιγμή που άκουγα και πολύ rhythm’ n’ blues, Ότις Ρέντινγκ, Αρίθα Φράνκλιν, σόουλ μουσική. Ως νέα με συνάρπαζε η ποπ μουσική, ο Τζίμι Χέντριξ κ.α., επομένως δεν ήταν μόνο η τσιγγάνικη μουσική που επηρέασε τους Vaya Con Dios, αλλά πολλά και διαφορετικά ακούσματα.

Σας έχω ένα δέος, ξέρετε, καθώς είμαι 50 ετών και στα 16 μου αγάπησα την ξένη μουσική μέσα από τα τραγούδια σας. Μπορείτε να μπείτε στη θέση μου αυτή τη στιγμή;

Το καταλαβαίνω απόλυτα με την ίδια λογική που εμένα μεγάλες επιρροές μου ήταν ο Μπομπ Ντίλαν και ο Λέοναρντ Κοέν. Ποτέ δεν συνάντησα κανέναν τους. Το ίδιο και τον Λεό Φερέ, όπως και τους Rolling Stones ή τους Beatles. Κι αν εσείς συναντάτε εμένα τώρα και νιώθετε δέος, εγώ δεν τους γνώρισα ποτέ αυτούς από κοντά για να ένιωθα κάτι παρόμοιο.

Όπως μου τα λέτε, αν δηλαδή μπαίνατε στη δισκογραφία το 1970 και όχι το 1988, θα μπορούσε να είχε γίνει μ’ ένα ψυχεδελικό ροκ συγκρότημα.

Ποτέ δεν ένιωσα ότι έπρεπε να μπω στη μουσική βιομηχανία, ακολουθώντας ένα συγκεκριμένο είδος. Το τραγούδι ήταν ένας τρόπος έκφρασης για μένα και μόνο αυτό ήθελα. Το αγόρι μου έπαιζε κιθάρα στο δρόμο, όπως σας είπα, εγώ τραγουδούσα μαζί του και το μόνο που μας ένοιαζε ήταν να βγάλουμε κάνα φράγκο για να φάμε κάπου μια μακαρονάδα και να τη βγάλουμε. Καταλαβαίνετε ότι ήμουν πολύ μακριά απ’ αυτό που ορίζουμε ως μουσική βιομηχανία.

Πάντως, πριν τους Vaya Con Dios, περάσατε από άλλα σχήματα, ηλεκτρονικής, μπλουζ, μέχρι και χαρντ ροκ μουσικής. Θυμίζω τους Steelover, «θυγατρική» μπάντα των Scorpions. Θέλατε να διευρύνετε τους μουσικούς σας ορίζοντες;

Όχι, ήθελα να τραγουδώ οπουδήποτε ήταν πιθανό να τραγουδήσω. Μπορεί να μου άρεσαν οι Metallica ή οι Motorhead, αλλά ποτέ δεν θα άκουγα στο σπίτι μου χαρντ ροκ και ποτέ δεν σκέφτηκα να γίνω τραγουδίστρια χαρντ ροκ μπάντας. Αυτό που συνέβη με τους Steelover ήταν να γράφουν δίσκο σ΄ ένα στούντιο στις Βρυξέλλες. Μόλις τον τελείωσαν, καυγάδισαν με την τραγουδίστρια τους, η οποία τους είπε «Άντε και γαμηθείτε», τα μάζεψε κι έφυγε. Εγώ πάλι ήξερα τον ιδιοκτήτη του στούντιο, που μου τηλεφώνησε: «Ντάνι, δεν έρχεσαι να τραγουδήσεις μαζί τους μπας και τελειώσουν το δίσκο και υπογράψουν επιτέλους με τη δισκογραφική;» Έτσι τραγούδησα μαζί τους.

Η αλήθεια είναι πως από το 1991 και μετά οι Vaya Con Dios έγιναν «one woman band», το πήρατε δηλαδή όλο πάνω σας. Δεν θα θέλατε, φαντάζομαι, να διαλυθεί ένα άκρως επιτυχημένο γκρουπ.

Οι Vaya Con Dios ξεκίνησαν ως τρίο: Εγώ, ο κιθαρίστας Γουίλι Λάμπρεγκτ και ο μπασίστας Ντερκ Σουφς. Ο Γουίλι, που είχα σχέση μαζί του, εγκατέλειψε νωρίς το συγκρότημα. Τα είχα φτιάξει και με τον Ντερκ κι αυτό δεν ήταν εύκολο για τον Γουίλι. Έφυγε και έπαιζε με μια άλλη ροκ μπάντα. Συνεχίσαμε με τον Ντερκ κι ένα νέο κιθαρίστα, τον Ζαν Μισέλ Γκιλέν. Όταν άρχισαν να έρχονται τα πολλά λεφτά, ο Ντερκ έπεσε πολύ άσχημα στα ναρκωτικά. Αναγκαστήκαμε να του πούμε να αποχωρήσει γιατί ήταν αδύνατο να δουλέψουμε μαζί του. Θυμάμαι να μας έχουν καλέσει σε μια τηλεοπτική εκπομπή, όπου εκεί αναγκάζεσαι να περιμένεις. Ο Ντερκ έπινε συνέχεια και όταν έφτασε η στιγμή να πούμε το τραγούδι μας, είχε ξαπλώσει στο πάτωμα γιατί ήταν μεθυσμένος και δεν μπορούσε να ξυπνήσει. Το ότι αναγκαστήκαμε να του ζητήσουμε λήξη της συνεργασίας μας, με γέμισε με φοβερό στρες και άρχισαν να πέφτουν τα μαλλιά μου. Υπήρχαν και συμβόλαια, η εταιρεία μας όμως στράφηκε σε μένα κι έτσι έγινα εγώ οι Vaya Con Dios.

Τον θυμάστε ακόμη καμιά φορά τον Ντερκ Σουφς; Πέθανε νεότατος.

Ήταν 29 ετών και πήγε από υπερβολική δόση. Ήμασταν όλοι όμως μέσα στο μότο «Ζήσε έντονα – πέθανε νέος» που κρατούσε καλά ακόμη από τις δεκαετίες του 1960 και του ’70 μέχρι και του ‘80. Κι εγώ έπινα ναρκωτικά, αλλά δεν έφτασα ποτέ στο σημείο να σουτάρω. Η εγγονή μου σήμερα, ας πούμε, συζητάει για κάποιον με τους συμμαθητές της σε φάση «Α, αυτός καπνίζει τσιγαριλίκια» (γέλια). Η δική μου γενιά, όμως, βάζω και μένα μέσα, από χίπηδες που πίναμε παραισθησιογόνα και τσιγαριλίκια, γίναμε πάνκηδες και το πράγμα χόντρυνε. Σνιφάραμε κόκα, τρώγαμε μανιτάρια, πολλοί έπεσαν στην πρέζα. Ξέρετε τι συνέβη με τους Vaya Con Dios στις αρχές ακόμη και άρχισα να χάνω τα μαλλιά μου; Για χρόνια τραγουδούσα και τίποτα δεν γινόταν. Ξαφνικά όλοι άρχισαν να με θέλουν παντού, έπρεπε να δίνω είκοσι συνεντεύξεις τη μέρα κι αυτό δεν αντεχόταν συνέχεια, πιστέψτε με. Ο Ντερκ, το τότε αγόρι μου, ήταν συνέχεια μαστουρωμένος και έσβηνε τσιγάρα στα χέρια του. Έπαθα αλωπεκίαση από τη στενοχώρια και δεν γινόταν να συνεχίσω. Είπα ότι εγκαταλείπω τη μουσική βιομηχανία το 1996, έχοντας κάνει διεθνή επιτυχία με το συγκρότημα.

Προείχε επομένως η φυσική και πνευματική σας υγεία.

Ακριβώς, έτσι ένιωσα ότι έπρεπε να κάνω. Όταν είσαι πολύ επιτυχημένος, ταξιδεύεις συνεχώς απ’ το ένα μέρος στο άλλο και δεν κοιμάσαι ποτέ στο κρεβάτι σου. Στην αρχή έλεγα «Είναι υπέροχο όλο αυτό, ότι ακριβώς ονειρευόμουν: Να είμαι ικανή να παίρνω το αεροπλάνο, όπως οι άλλοι άνθρωποι έπαιρναν το λεωφορείο. Να κοιμάμαι σε ξενοδοχεία σε όλο τον κόσμο, αλλά μια μέρα είπα μέσα μου «Πόσο θα ήθελα να κοιμηθώ απόψε στο κρεβατάκι μου και να μην ξαναταξιδέψω για τον επόμενο μήνα πουθενά». Αυτό με οδήγησε να σταματήσω από τους Vaya Con Dios.

Το τραγούδι πηγάζει από το λαιμό σας ή ανεβαίνει από το στήθος, από την καρδιά δηλαδή, στο λαιμό;

Ξεκάθαρα από την ψυχή! Δεν είναι θέμα τεχνικής ή εκπαίδευσης. Μια φορά μόνο έκανα μαθήματα φωνητικής που με έβαλαν να κάνω αυτές τις γελοίες ασκήσεις. «Έχεις το τραγούδι στη μύτη» μου έλεγε η δασκάλα, «αλλά θα στο κατεβάσω στο λαιμό» και μ’ έβαζε να τραγουδάω οπερατικά. «Άντε γεια, δεν είναι για μένα αυτά» είπα και την κοπάνησα (γέλια). Αποφάσισα να φύγω άρον – άρον από τα μαθήματα καθώς δεν ήθελα ποτέ να γίνω τέτοια τραγουδίστρια.

Πως είναι το σπίτι σας σήμερα; Με γεμάτους τοίχους από χρυσούς και πλατινένιους δίσκους;

Όχι, τους έχω όλους στο γκαράζ. Τους έχω πακετάρει και τους έβαλα στο υπόγειο και ποτέ δεν τους κοιτάω. Αν έρθετε σπίτι μου, δεν θα καταλάβετε ότι είμαι τραγουδίστρια. Αυτό θα νομίζει ο κόσμος, αλλά στην τελικά δεν ήταν και από χρυσό οι χρυσοί δίσκοι για να μην τους έβαζα στο γκαράζ (γέλια).

Η επαφή με το κοινό στις συναυλίες σας ισοδυναμούσε με ερωτική πράξη;

Θα σας απογοητεύσω, αλλά όταν τραγουδώ δεν βλέπω τους ανθρώπους. Είναι σαν μια μαύρη τρύπα, νιώθω την ενέργεια τους, αλλά δεν τους βλέπω.

Το ίδιο γίνεται και στο θέατρο. Ένας ηθοποιός στη σκηνή ποτέ δεν βλέπει το κοινό.

Ακριβώς το ίδιο είναι! Τραγουδώ γι’ αυτούς, εκφράζοντας όμως όλα όσα εγώ νιώθω. Ας κάνουν ότι θέλουν εκείνοι τη συγκεκριμένη στιγμή που εγώ θα τραγουδώ γι’ αυτούς και που δεν γίνεται να τους ξέρω όλους, τόσοι πολλοί που έρχονται στις συναυλίες μας. Ας πούμε ότι τραγουδούσα και εισέπραττα τις δονήσεις μέσα από μια μαύρη τρύπα.

Το ολοκαίνουργιο «Shades of Joy» είναι ένα χορευτικό αισιόδοξο τραγούδι. Σαν να το έχει ανάγκη ο κόσμος μέσα στη χειρότερη περίοδο που διανύουμε.

Σίγουρα και γι’ αυτό ακριβώς που λέτε τραγουδώ στο «Maybe», ένα άλλο κομμάτι του νέου άλμπουμ. Ένιωσα ότι ήταν η δική μου ευθύνη για όλα όσα περνάει ο κόσμος αυτή τη στιγμή με έναν Τρίτο Παγκόσμιο Πόλεμο να έρχεται. Αυτό σκέφτομαι, το ότι όλοι ψηφίζουμε χωρίς ουσιαστικά να αλλάζει τίποτα. Τι μας μένει πέρα από το να διαμαρτυρόμαστε ή να γράφουμε μελαγχολικά τραγούδια; Να είμαστε καλοί με τους άλλους δίπλα μας, να δείχνουμε αλληλεγγύη, να βρίσκουμε τρόπους να βοηθάμε. Ήθελα λοιπόν το «Shades of Joy» να βγει ένα νέο χαρούμενο τραγούδι, αλλά δεν είχα τους αντίστοιχους στίχους. Ζήτησα να μου τους δώσει ο Μπάι Καμάρα τζούνιορ από τη Σιέρα Λεόνε, που γράφει στίχους και τραγουδάει επίσης. Του έβαλα τη μελωδία, τον ρώτησα τι να κάνω με τους στίχους κι εκείνος αποφάσισε να «μιλήσει» σαν να ήμουν εγώ. Γνωριζόμαστε πολύ καλά, είμαστε φίλοι στενοί και πάντα μου άρεσε η γραφή του.

Πιστεύετε ότι υπήρχαν στοιχεία πολιτικοποίησης στα τραγούδια των Vaya Con Dios;

Αμιγώς τέτοια στοιχεία δεν υπήρχαν, αλλά με τον τρόπο που ζούσαμε, που μιλούσαμε και που δρούσαμε, ήμασταν πολιτικά όντα. Θεωρώ ότι είναι λάθος να κολλάμε σε πολιτικές ιδεολογίες του παρελθόντος. Θα δήλωνα σοσιαλίστρια υπό την έννοια του ότι θα ήθελα όλοι να δικαιούνται ίσες ευκαιρίες. Δεν πιστεύω ότι ο ένας είναι σημαντικότερος από τον άλλον. Είδα, όμως, τους σοσιαλιστές για χρόνια στο Βέλγιο να λειτουργούν καταστροφικά για την κοινωνία. Πλέον δεν δηλώνω σοσιαλίστρια και θα ευχόμουν να μπορούσα, αλλά στην πράξη αποδείχτηκε ότι οι σοσιαλιστές, όπως και οι κομμουνιστές, όταν έρχονται στην εξουσία, κάνουν τα αντίθετα απ’ αυτά που υπόσχονταν. Δεν θέλω πλέον να ανήκω σε κανέναν ιδεολογικό χώρο, θέλω οι άνθρωποι να είναι ειλικρινείς με τους εαυτούς τους και να είναι καλοί με τους άλλους. Έχεις τη χώρα σου, έχεις την πόλη σου, έχεις τα σύνορα σου – υποτίθεται – αλλά τι κάνεις άμα σου επιτεθεί ένας Πούτιν; Που θα μεταφερθείς στα ξαφνικά; Αν και ποτέ δεν υπήρξα μέλος κανενός κόμματος, σαφώς και ψήφιζα μια ζωή Αριστερά, καθώς αυτή ανταποκρινόταν ολοκληρωτικά στις ιδέες μου. Σας το είπα, πάντα ήθελα ίσες ευκαιρίες για όλους. Άλλος μπορεί να είναι ταλαντούχος σε κάτι, άλλος πιο έξυπνος και άλλος λιγότερο ικανός, αλλά όλοι είμαστε ανθρώπινα πλάσματα.

Θυμάστε μια πολύ ευτυχισμένη στιγμή από τα παιδικά σας χρόνια;

Ναι, όταν παίζαμε με μια φίλη μου στο πατρικό της τις καλλιτέχνιδες. Εγώ έκανα την τραγουδίστρια κι εκείνη με τη μητέρα της, που δεν είχε δουλειά και μας παρακολουθούσε, έκαναν το κοινό. Ήταν υπέροχα χρόνια.

Η πανδημία έπαιξε ένα ρόλο στο να ανακτήσετε τις καλλιτεχνικές σας δυνάμεις.

Έχω το σπίτι μου στις Βρυξέλλες, αλλά έχω κι ένα σπίτι στην Ισπανία. Πέρναγα πολύ καιρό στην Ανδαλουσία κοντά στη Σεβίλλη. Και ήμουν καλά με τα σκυλιά μου, τις κότες μου, τις ντομάτες μου.

Παραμένετε χίπισσα.

Ναι, ακριβώς (γέλια). Έβγαινα έξω με καλούς φίλους εκεί, η ζωή πέρναγε απλά και καλά. Κάποια στιγμή γύρισα στις Βρυξέλλες για δουλειές μου, αλλά με την πανδημία σταμάτησαν οι πτήσεις. Κοντά μου ζει ο Τιερί, που παίζει κιθάρα στο νέο άλμπουμ των Vaya Con Dios. Καταπληκτικός μουσικός που τα είχαμε πριν πολλά χρόνια. Μου τηλεφώνησε μια μέρα: «Είμαι μόνος, είσαι μόνη, δεν έρχεσαι από το στούντιο με τον μπασίστα τον Φρανσουά να γράψουμε νέο υλικό; Αφού δεν βλέπουμε άλλο κόσμο, ας βλεπόμαστε οι τρεις μας». Έτσι για πλάκα το ξαναρχίσαμε, για να έχουμε κάτι να κάνουμε. Μας δόθηκε η ευκαιρία να ξαναβρεθούμε και να βγάλουμε τελικά ένα νέο δίσκο.

Πως αντιμετωπίζετε το χρόνο που έχει περάσει και που περνάει;

Είμαι πια 71 ετών και τα έχω καλά με το χρόνο. Ακούω κάθε μέρα για φίλους που πεθαίνουν και που είναι με καρκίνο στο νοσοκομείο. Είναι πολύ δύσκολο να μη σκέφτεσαι το θάνατο και πως μια μέρα τα πάντα θα τελειώσουν. Αυτό βάζει άλλες προτεραιότητες στη ζωή σου και η κύρια είναι να χαίρεσαι όσες στιγμές μένουν.  Ξέρεις πως δεν έχεις πολύ χρόνο κι αν έχεις, δεν ξέρεις σε τι κατάσταση θα είσαι.

Παρότι η φωνή σας διατηρείται σε εντυπωσιακά επίπεδα, σε δέκα χρόνια που θα είστε 81 ετών, ενδεχομένως να μη μπορείτε να τραγουδήσετε. Έχετε σκεφτεί που θα διοχετεύσετε τη δημιουργικότητα σας;

Δεν θα χρειάζεται να κάνω τίποτα. Έχω τα τρία σκυλιά μου που τους μιλάω και μου μιλάνε. Έχω ένα μεγάλο κήπο, έχω καλούς φίλους, έτσι θα απολαμβάνω τη ζωή μου. Δεν χρειάζεται να αγχώνομαι από τώρα και γι’ αυτό, κάτι δηλαδή που είναι η φυσική ροή.

Το παιχνίδι διανομής της μουσικής έχει αλλάξει πρωτίστως για megastars, όπως εσείς. Νιώθετε εξοικειωμένη με τις ψηφιακές πλατφόρμες;

Είμαι και δεν θα γινόταν αλλιώς, θα ένιωθα κυριολεκτικά σαν τη μύγα μες το γάλα και το λέω μεταφορικά. Είναι πολύ εύκολο πια να κάνεις μουσική κι αυτό μόνο καλό κάνει στους νέους ανθρώπους που δεν χρειάζεται να χτυπάνε τις πόρτες των δισκογραφικών. Απ’ την άλλη, όμως, ο καθένας μπορεί να γίνει μουσικός, συνθέτης, πως θα ξεχωρίσει όμως; Μεγάλο πρόβλημα αυτό.

Κάνετε ακόμη όνειρα;

Όχι, δεν κάνω όνειρα. Χαίρομαι να ζω την κάθε μέρα μου και να παίρνω τα πράγματα όπως έρχονται.

Δεν είναι το όνειρο στη φύση του καλλιτέχνη;

Το όνειρο είναι στη φύση κάθε ανθρώπου. Ο καθένας έχει όνειρα, προοπτικές και ελπίδες για κάτι καλύτερο. Μπορεί να’ναι υλιστικό ή πνευματικό, ο καθένας όμως ονειρεύεται κάτι που δεν έχει.

Λέω αμέσως μετά τη συνέντευξη μας, να ακούσω στο σπίτι μου το νέο σας άλμπουμ και να ανοίξω ένα μπουκάλι ρετσίνα.

Λατρεύω τη ρετσίνα!

Το ξέρω, δεν το είπα τυχαία.

(γέλια) Δεν πίνω πια, δεν κάνει να πίνω γιατί έχω το συκώτι μου και το στομάχι μου, αλλά θα σας πω ένα ανέκδοτο: Πολλά χρόνια πριν υπήρχε εδώ ένα κυριλέ εστιατόριο με Κρητικά εδέσματα. Οι φίλοι μου με πήγαν σ’ αυτό το φανταστικό και ακριβό ελληνικό εστιατόριο, παρόλο που δεν προτιμώ τα ακριβά εστιατόρια, αφού δεν πιστεύω ότι θα φας καλά εκεί. «Τι θα πιείτε;» με ρώτησε ο σερβιτόρος κι όταν είπα «ρετσίνα», μου είπε πως δεν τη σερβίρουν και πως δεν μου ταιριάζει. «Δεν με νοιάζει» απάντησα, «εγώ θέλω ρετσίνα. Είναι δυνατόν σε ελληνικό εστιατόριο να μη σερβίρετε ρετσίνα;» Δεν είχαν το κρασί του φτωχού, κατάλαβες; Είπα πως δεν θα ξαναπήγαινα σ’ αυτό το εστιατόριο και δεν ξαναπήγα.

Με ρωτάει να της γράψω κάπου το όνομα μου για να μου γράψει με τη σειρά της αφιέρωση πάνω στο βινύλιο. Απογοητεύεται λίγο που το όνομα είναι Αντώνης, χριστιανικό, και όχι Άδωνις, αρχαιοελληνικό. Σχολιάζει εντυπωσιασμένη που τη ρώτησα στην αρχή για τον Ferre Grignard. «Δεν πίστευα πως θα με ρωτούσε ποτέ κανείς γι’ αυτόν, όχι μόνο από την Ελλάδα, αλλά και απ’ όλο τον κόσμο. Και χωρίς να υπήρξατε χίπης». Χαιρετιόμαστε με γέλια και χαρές.

 
Κάπου εκεί, προστέθηκαν στην παρέα μας η Λίνα Νικολακοπούλου και ο Θοδωρής Βουτσικάκης και κάναμε μια κουβέντα οι τρεις μας. 
Μιλάει η Λίνα Νικολακοπούλου:

Μου άρεσαν πολύ οι στίχοι του «Una mujer (Μια γυναίκα)», γιατί είχαν μία αμεσότητα και η γλώσσα επέτρεπε να χρησιμοποιήσω άνετα την ελληνική. Είχα την ιδέα ο Θοδωρής να τραγουδήσει στο τρίτο πρόσωπο. Η Ντάνι μιλάει ως μία γυναίκα, οπότε όταν μου λύθηκε το «σεναριακό», κατάλαβα πως ο ακροατής μπαίνει σε μια συνεχή ροή από τα ισπανικά στα ελληνικά. Ήθελα να υπάρχει μία αδιάσπαστη αφήγηση για το τι είναι μία γυναίκα. Στο ρεφρέν ακούγεται το εξής: «Ένα ποτάμι τρέχει και δεν γυρίζει», εγώ όμως έβαλα το ότι ο χρόνος είναι ένα ποτάμι που τρέχει, δηλαδή έκανα μικρές προσαρμογές πάντα πάνω στο πνεύμα του πρωτογενούς λόγου. Πάντως, ενώ με τον Πιοβάνι τελειώναμε τα κομμάτια και τα στέλναμε, τώρα έχουμε τη χαρά να είναι εδώ η Ντάνι και να το ζούμε μαζί όλο αυτό. Έπειτα, από τα 23 μου, από πολύ νωρίς, δούλευα ξένα τραγούδια στην ελληνική τους απόδοση. Δεν ήταν εύκολο, αλλά εμένα η ξένη γλώσσα που είχα ευχέρεια ήταν τα ιταλικά, ανήκα σε μία γενιά με την κουλτούρα του διεθνούς ρεπερτορίου. Εκμεταλλευόμουν τις μελωδίες κι έλεγα πως αφού με συγκινεί η μουσική, αποκλείεται εγώ να μη βρω λόγο στα ελληνικά να αποδώσω τα αισθήματα τους. Το «Una mujer», που διαθέτει μεσογειακή φλόγα, το άκουσα δεκάδες φορές πριν κάτσω να γράψω και ευτυχώς είμαι μακριά απ’ αυτό που λέγανε παλιά, «πλένει το ρούχο για κορμί και το κορμί για ρούχο». Είμαστε ευγνώμονες στην Panik, που μετά το δύσκολο εγχείρημα με τον Πιοβάνι, κατάλαβε πως η χροιά της φωνής του Θοδωρή είναι συμβατή με τη δυτική μουσική. Ένα θέλημα εσωτερικό του δικαιώνεται με τη συνέπεια και την αισθητική του. 

Μιλάει ο Θοδωρής Βουτσικάκης:

Όταν τηλεφώνησα της Λίνας, είχα μια μικρή αγωνία γιατί είχα ακούσει μερικά τραγούδια απ’ τον ακυκλοφόρητο ακόμη δίσκο των Vaya Con Dios. Ήθελα ν’ ακούσω ότι το συγκεκριμένο τραγούδι, το «Una mujer» μπορούσε να γίνει στα ελληνικά, αφού εκεί ένιωθα να χτυπά η καρδιά μου. Όταν η Λίνα μου έδωσε τους στίχους, κατευθείαν συνδέθηκαν με τη μητέρα μου, την οποία έχασα πρόσφατα.  Η χαρά της συγκίνησης ήρθε και έδεσε μ’ αυτό το οριακό συμβάν στη ζωή κάθε ανθρώπου και γι’ αυτό νομίζω πως θα το αφιερώσουμε στη μνήμη της. Ακόμη έχω στα αυτιά μου τη φωνή του μπαμπά μου, βραχνή από το τσιγάρο, να τραγουδά «Άι για-για-για, Πουέρτο Ρίκο», οπότε είναι βιωματική ανάμνηση συν το ότι δεν υπήρχε σκηνή στη Θεσσαλονίκη, όταν ξεκινούσα, που να μην παίζονταν τα κομμάτια των Vaya Con Dios. Δεν νιώθω λοιπόν ηλικιακό χάσμα με τη Ντάνι, αφού είχα από νωρίς στη ζωή μου το τραγούδι της. Σ’ αυτή τη φάση νιώθω πως με τη Λίνα και τις παραστάσεις μας στο Θέατρο Τέχνης, προσδιόρισα επακριβώς τη σχέση μου με το κοινό. Για την ώρα, χαίρομαι που αξιώθηκα να ζήσω κάτι που να μη θεωρείται απίθανο. 

* Απαγορεύεται η αναπαραγωγή των φωτογραφιών (copyright: Αγγελική Παπαϊωάννου) και ολόκληρης ή μέρους της συνέντευξης από άλλα διαδικτυακά sites/ έντυπα.