Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ BOSKO. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΑ BOSKO. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

Το Παν του Ελαχίστου (μια ιστορία μου από το 2021)


Στο μετρό.

Διαδρομή Μοναστηράκι - Εθνική Άμυνα.

Στο βαγόνι που είναι άδειο έρχεται και κάθεται στο απέναντι μου κάθισμα μια νέα γυναίκα.

Φοράμε κι οι δύο μάσκες.

Δεν κρατάει τσάντα, αλλά μία βαλίτσα σε έντονο χρώμα.

Υποθέτω πως πηγαίνει στο αεροδρόμιο, αλλά έκανα λάθος τελικά.

Αμέσως βγάζει ένα παχύ τετράδιο, σαν ημερολόγιο, κι αρχίζει να γράφει.

Σταματά λίγο, σκέφτεται και ύστερα γράφει μετά μανίας.

Μου κάνουν εντύπωση τα ωραία της γράμματα.

Συλλογίζομαι πως είναι τυχερή, αφού μπορεί να γεμίζει ακόμα σελίδες ολόκληρες με το χέρι.

Εγώ, που κάποτε είχα τον ωραιότερο γραφικό χαρακτήρα και γέμιζα τετράδια με κείμενα και σημειώσεις, σήμερα βαριέμαι να γράψω με το χέρι πάνω από πέντε λέξεις.

Το δοκίμασα μερικές φορές και σε λίγα λεπτά τα ωραία μου γράμματα γίνονταν ορνιθοσκαλίσματα, χειρότερα κι από συνταγή γιατρού.

Δεν μπορούσα να μην πιάσω την κουβέντα μ' αυτή τη γυναίκα. Και τότε ακολούθησε ο εξής πραγματικός διάλογος:

- Μπορώ να ρωτήσω τι γράφετε;

- Τη ζωή μου.

- Πλάκα μου κάνετε;

- Όχι, γράφω τη ζωή μου.

- Τόσο ενδιαφέρον έχει η ζωή σας για να γεμίζετε βιβλίο;

- Έχετε δοκιμάσει να γίνετε υπεραναλυτικός ακόμη και με το πιο απλό πράγμα;

- Δηλαδή;

- Σηκώνομαι το πρωί και λέω να φτιάξω φασολάκια.

Πέντε σελίδες θα μου πάρει μόνο να γράψω τη σύλληψη της πράξης του μαγειρέματος μέχρι την εκτέλεση του.

- Αν σας ζητούσα να μου διαβάσετε ένα κομμάτι;

- Ντρέπομαι...

- Μόνοι μας είμαστε.

- Θα σας διαβάσω τι γράφω τώρα...

Μου διαβάζει την περιγραφή, του πως έφυγε από μία δουλειά, μπήκε στο μετρό που το είδε άδειο εκτός από λίγους που φόραγαν μάσκα.

Δεν «πιάνω» ιδιαίτερη λογοτεχνική ευχέρεια, αλλά με εντυπωσιάζει η ακραία παρατηρητικότητα της.

Θέλω να'μαι ευγενής και συνεχίζω την κουβέντα:

- Μα είναι τόσο ωραίο!

-Έχω πολλά τέτοια...Που κατεβαίνετε;

Εγώ Μαρούσι.

- Εγώ σε λίγες στάσεις ακόμα.

- Γυρίζετε σπίτι σας;

-Όχι, πάω σε μία γιορτή.

Εσείς;

- Σπίτι μου.

- Θα το γράψετε κι αυτό;

-Ναι, αν και τα βράδια είναι μαρτυρικά.

Το ένα, αντίγραφο του άλλου.

Συχνά, λίγες λέξεις αλλάζω μόνο.

- Βγάλτε τη μάσκα να σας δω λίγο.

- Όχι, θα μας δουν οι κάμερες...

- Σιγά το πράγμα, μόνοι μας είμαστε, τό'παμε.

Κατεβάζει τη μάσκα της και βλέπω ένα γλυκό πρόσωπο μιας γυναίκας στην ηλικία μου.

Χαμογελάει και την ξαναφοράει γρήγορα σαν να διέπραξε παράνομη πράξη.

Καθώς το μετρό έφτασε στον προορισμό μου, τη χαιρέτισα με ένα νεύμα.

Έγραφε ακόμα, πιθανώς ότι γράφω εγώ εδώ αυτή τη στιγμή.

Λίγες ώρες μετά, στο σπίτι της Λένας Πλάτωνος, η Ντόρα Μπακοπούλου έπαιζε στο πιάνο το «Bridge over troubled water» των Simon & Garfunkel.

Μέσα μου, το αφιέρωσα στην άγνωστη γυναίκα του μετρό που μου θύμισε τι εστί Παν του Ελαχίστου.


Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025

Στα ίχνη της Marianne Faithfull στο Λονδίνο του 2025

Κάλεσα ταξί με uber που θα με μετέφερε από το προάστιο Hackney στο κέντρο του Λονδίνου και συγκεκριμένα στο BFI Cafe που είχαμε ραντεβού με τον Andrew Batt, τον άνθρωπο πίσω από τις πρόσφατες αριστουργηματικές επανεκδόσεις σε βινύλιο όλων των άλμπουμ της Marianne Faithfull. Η επικοινωνία μας με τον Andrew είχε ξεκινήσει πριν από ενάμισι χρόνο, ενόσω η αγαπημένη καλλιτέχνιδα βρισκόταν στη ζωή. Μιλούσαμε στο instagram της, που ακόμη το χειρίζεται ο ίδιος, έχοντας δει τις αναρτήσεις που κάνω κατά καιρούς γι' αυτήν. Δεν θα πω εδώ τι ιστορίες άκουσα από τον λαλίστατο Andrew για την πορεία και την προσωπικότητα της Faithfull - οι δυο τους άλλωστε συνδέονταν με μεγάλη φιλία την τελευταία 25ετία. Αυτό που μπορώ να πω μόνο είναι ότι πλέον γνωρίζω πράγματα για τη Marianne Faithfull, που δεν θα τα έβρισκα πουθενά για να τα διαβάσω στο διαδίκτυο. 

Με τον Andrew Batt στο Λονδίνο, Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025
Την προηγούμενη μέρα, Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου, πήραμε με τη Χαρούλα το αυτοκίνητο και κάναμε μια ωραία εκδρομή μέχρι το Μπερκσάιαρ (προφέρεται Μπέρκσιρ). Κλασική βρετανική επαρχία, πανέμορφη, μόλις μία ώρα και κάτι έξω από το Λονδίνο. Ερημιά, ελάχιστοι άνθρωποι και απέραντα λιβάδια με αγελάδες και άλογα να βόσκουν ελεύθερα. Βέβαια δεν τραβηχτήκαμε τυχαία ως εκεί μια βροχερή μέρα στο Λονδίνο, όπως βροχερές είναι όλες οι μέρες στο Ηνωμένο Βασίλειο τέτοιο καιρό. Επισκεφτήκαμε το εκκλησάκι της St. Mary, την τελευταία κατοικία της Faithfull. Ήταν το μέρος που είχε μεγαλώσει η μητέρα της και ήταν επιθυμία της να ταφεί δίπλα της. Δυσκολευτήκαμε να βρούμε το ταφικό μνημείο μέσα στους άλλους σκόρπιους τάφους. Για την ακρίβεια δεν υπήρχε καν τάφος, έστω κι αν τον ερχόμενο Φεβρουάριο συμπληρώνεται ένας χρόνος από την ταφή της. Δύο ταμπελίτες μόνο με το πλήρες όνομα της και τις ημερομηνίες γεννήσεως και θανάτου, καρφωμένες στο έδαφος, πάνω από ένα μικρό σωρό από χώμα, πέτρες και χορτάρια. Συγκινήθηκα πραγματικά! Αυτή που έζησε τα πάντα στο κόκκινο, που γνώρισε την πιο ευτυχισμένη, μα και την πιο θλιβερή όψη της ζωής, κειτόταν κάτω από το χώμα ενός μικρού αγγλικού χωριού, απ' όπου στην εφηβεία της έπαιρνε καθημερινά τη συγκοινωνία για να κάνει τις σπουδές της στο Λονδίνο των early sixties. Πιο πολύ συγκινήθηκα όταν ο Andrew Batt με ενημέρωσε πως το τραγούδι που έβαλα στο story μου στο instagram, το «The Gypsy Faerie Queen», ήταν εκείνο που ακούστηκε στην κηδεία της Faithfull στο ίδιο μέρος που βρεθήκαμε. 

Και κάτι ακόμη, όπως το έμαθα από τον Andrew που μου το χάρισε και σε μία νέα κόπια βινυλίου: Το άλμπουμ «A secret life», προϊόν της σύμπραξης της Marianne Faithfull με τον κινηματογραφικό συνθέτη Angelo Bandalamenti, μόνο στην Ελλάδα είχε κυκλοφορήσει και σε βινύλιο στον καιρό του, το 1995. Μάλιστα το πορτραίτο της Faithfull που χρησιμοποιήθηκε στο εξώφυλλο ήταν από τη φωτογράφηση της για το «Vogue» το ίδιο διάστημα. 

Σάββατο 2 Αυγούστου 2025

Στη μνήμη μιας παλιάς φωτογραφίας ΙΙΙ


Ήταν Δευτέρα 23 Νοεμβρίου του 2009. Η Ορχήστρα των Χρωμάτων, το δημιούργημα του Μάνου Χατζιδάκι, είχε γίνει 20 ετών και θα το γιόρταζε με μια συναυλία στο Παλλάς. Θα ακούγονταν έργα του Βιβάλντι, του Μπαχ, του Μότσαρτ και του Μπραμς με σολίστ στο πιάνο τη Ντόρα Μπακοπούλου. Νομίζω πως από τότε οι σχέσεις του Γιώργου Χατζιδάκι με την Ορχήστρα δεν ήταν καλές με αποτέλεσμα να μην εκπροσωπηθεί στη συναυλία η πλευρά Χατζιδάκι. Εκεί ήταν όμως ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος και ο πρώην υπουργός πολιτισμού και συνθέτης Θάνος Μικρούτσικος, όπως και οι Χάνομαι Γιατί Ρεμβάζω, η Έλλη Πασπαλά και ο Σπύρος Σακκάς, άνθρωποι δηλαδή που σίγουρα θα είχαν βρεθεί και στην αντίστοιχη συναυλία παρουσίασης της Ορχήστρας των Χρωμάτων υπό τη διεύθυνση του Μάνου Χατζιδάκι το μακρινό 1989. Ο Νίκος Κούνδουρος μου είχε τηλεφωνήσει από το απόγευμα: «Πάμε παρέα στο Παλλάς απόψε;» Θα πήγαινα ούτως ή άλλως αφού είχα καταφέρει να εξασφαλίσω πρόσκληση από τη Μπακοπούλου, η οποία - αν θυμάμαι καλά - είχε άγχος για τη συγκεκριμένη επετειακή συναυλία. Με τον Κούνδουρο ωστόσο ήταν άλλη εμπειρία το να πήγαινες κάπου μαζί του και μετά να συζητούσατε. Είχε μεγάλη πλάκα ο Νίκος! Τον παρατηρούσα πως τους αγαπούσε όλους από τη χατζιδακική οικογένεια, αλλά και πώς κι εκείνοι τον αγαπούσαν το ίδιο. Πριν απ' αυτή τη φωτογραφία, είχε έρθει κοντά μας και ο Θάνος Μικρούτσικος. Τους απαθανάτισα μαζί και τους δύο, πιθανότατα μία απ' τις ελάχιστες φωτογραφίες, αν όχι η μοναδική, που συνυπήρξαν Κούνδουρος και Μικρούτσικος. Αυτή, πάντως, η φωτογραφία - πορτραίτο, που τον τράβηξα, άρεσε πολύ του Κούνδουρου. Και θυμάμαι τα λόγια του την άλλη μέρα στην τηλεφωνική ανασκόπηση της βραδιάς (λες και δεν μας είχε φτάσει η χθεσινοβραδινή κουβέντα): «Άλλος που θα δει τη φωτογραφία, θα πει ότι μάλλον βαριέμαι. Εσύ, όμως, που την τράβηξες, ξέρεις ότι μου έλειπε ο Μάνος χθες. Και αυτό ακριβώς το συναίσθημα έπιασες»...  

Κυριακή 15 Ιουνίου 2025

Η αποθέωση της Λένας Πλάτωνος στο Θέατρο Κήπου της Θεσσαλονίκης

Μια αγκαλιά από πανκ κορίτσια στη Λένα
Και το Θέατρο Κήπου της Θεσσαλονίκης φώναξε «Λευτεριά στην Παλαιστίνη»
Σαβίνα Γιαννάτου - Γιάννης Παλαμίδας περιμένοντας τη σειρά τους να τραγουδήσουν
Η Λένα με νεαρή θαυμάστρια της 
Λένα Πλάτωνος - Μπόσκο (με τα γυαλιά της Λένας)
Η Λένα Πλάτωνος με ακόμη έναν θαυμαστή της 
Κατάμεστο το Θέατρο Κήπου της Θεσσαλονίκης. Η προπώληση έσκισε (700 εισιτήρια) συν πολλοί ακόμη στην είσοδο του θεάτρου
Ο ψυχίατρος Σταύρος Μπουφίδης μαζί με την ερμηνεύτρια Βούλα Σαββίδη στη συναυλία της Πλάτωνος που την καταχάρηκαν, όπως μας είπαν 
Σαβίνα Γιαννάτου - Stergios T. - Γιάννης Παλαμίδας, soundcheck 

Η Λένα με τον Ματθαίο, μεγάλο θαυμαστή της, που ήρθε από τα Τρίκαλα ειδικά για τη συναυλία. Από κάτω, το ασταμάτητο χειροκρότημα του κόσμου στο Θέατρο Κήπου της Θεσσαλονίκης 
Μπόσκο - Λένα στο καμαρίνι του Θεάτρου Κήπου της Θεσσαλονίκης 
Σαβίνα Γιαννάτου - Χριστίνα Βουλγαράκη - Γιάννης Παλαμίδας
Η Λένα Πλάτωνος με τους δύο τραγουδιστές της από το 1981 μέχρι σήμερα, το 2025, ανελλιπώς. Τον Γιάννη Παλαμίδα και τη Σαβίνα Γιαννάτου. Θεσσαλονίκη, Σάββατο 14 Ιουνίου. 
Κι ένα σέλφι βιντεάκι από τη στιγμή του «Σαμποτάζ». Φωνητικά και γέλια με τη Λένα ενόσω στη σκηνή τραγουδούσαν η Σαβίνα και ο Γιάννης. 



Τετάρτη 11 Ιουνίου 2025

Δεύτερο προφίλ στο facebook = Διαδικασία - σπάσιμο νεύρων

Aκριβώς δέκα μέρες χωρίς facebook, αποκλεισμένος από το προφίλ μου που διατηρούσα σχεδόν 15 χρόνια, είπα να ανοίξω νέο λογαριασμό. Επειδή όμως δεν ήθελα να αποσυνδεθώ από τον παλιό (αυτόν που περιμένω να μου επαναφέρουν), διότι δεν θυμάμαι τους κωδικούς, κατέβασα τον browser Firefox και από κει έφτιαξα νέο email. Πραγματικά, άνοιξα τη σελίδα του facebook και δεν με πέταξε στον παλιό μπλοκαρισμένο λογαριασμό, αλλά μου έδωσε τη δυνατότητα (πάντα μέσω του νέου browser) να φτιάξω καινούργιο προφίλ. Έκανα ένα - δύο βήματα ώσπου μου ζήτησε να τραβήξω ένα βίντεο σέλφι και να το στείλω. Ήταν έτοιμο σχεδόν το νέο προφίλ. Έλα όμως που δεν έχω κάμερα στην οθόνη του υπολογιστή μου...Αφήνω τον υπολογιστή και λέω θα μπω από το κινητό μου. Διαγράφω τις εφαρμογές facebook και messenger και τις ξανακατεβάζω από το google. Βάζω τα νέα στοιχεία, email νέο με password νέο, κι εκεί που λέω μια χαρά θα μπαίνω στο καινούργιο προφίλ από το κινητό μου, η google που είναι συνδεδεμένη με τα πάντα στα κινητά τηλέφωνα, βρίσκει το παλιό προφίλ και με ξαναπετάει εκτός. Τα νεύρα μου κρόσσια στο μεταξύ! Η μόνη λύση είναι να βρω άλλον υπολογιστή με κάμερα, να φτιάξω νέο μαίηλ πάλι και να προσπαθήσω να μπω ξανά από κει στο facebook. Αν ολοκληρώσω τη διαδικασία του βίντεο σέλφι, που δεν μπορώ να κάνω από τον δικό μου υπολογιστή, θα έχω καινούργιο προφίλ σε χρόνο dt. Θα έχω καταγράψει κωδικούς κλπ. και μετά θα μπορώ να μπαίνω κανονικά από τον δικό μου υπολογιστή. Όχι όμως και πάλι από το κινητό μου. Αν δηλαδή θελήσω να έχω το νέο μου προφίλ στο κινητό μου θα πρέπει πριν να έχω αποσυνδέσει πλήρως τη συσκευή από τη google, η οποία αναγνωρίζει το παλιό μπλοκαρισμένο προφίλ. Τι ταλαιπωρία! 

Όποιος έχει κάποια σχετική εμπειρία ή μπορεί να με συμβουλέψει πως διάολο θα κάνω νέο προφίλ χωρίς να «συγκρούομαι» με το παλιό, θα το εκτιμούσα δεόντως. 

Ευχαριστώ. 

Σάββατο 31 Μαΐου 2025

Η λογοκρισία στα social media είναι γεγονός!

Μιλούσα τις προάλλες με τον βοηθό μου σε κινηματογράφο - θέατρο, ο οποίος μένει μόνιμα στις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια, αλλά πρόκειται να έρθει στην Ελλάδα στις 20 Ιουνίου και, μάλιστα, κανονίζουμε να πάμε κάπου παρέα ένα τριήμερο. Χθες που ξαναμιλήσαμε, με ενημέρωσε πως υπάρχει σοβαρή περίπτωση να μη μπορέσει να έρθει, καθώς η κυβέρνηση των ΗΠΑ σταματάει τη χορήγηση φοιτητικής βίζας σε όλους τους αλλοδαπούς, πράγμα που σημαίνει πως μετά θα είναι δύσκολο να επιστρέψει στη Λουιζιάνα. Μου είπε και κάτι άλλο: Τους ανακοίνωσαν πως τα social media τους ελέγχονται διεξοδικά, αφού πριν λίγο καιρό - προφανώς με την ανάληψη της εξουσίας από τον Τραμπ - τους είχε ζητηθεί να καταθέσουν εγγράφως οποιονδήποτε λογαριασμό διατηρούν σε facebook, instagram και Χ (twitter). Ολοκληρωτισμός με τη βούλα, μόνο που δεν είναι και τόσο μακριά, καθόλου θα έλεγα, απ' όσα συμβαίνουν και σε εμάς εδώ. 

Χθες βράδυ το facebook απενεργοποίησε τον λογαριασμό μου για λόγους...κυβερνοασφάλειας. Προφανώς ενόχλησαν κάποιους οι αναρτήσεις μου στήριξης στον Παλαιστινιακό αγώνα εναντίον της φασιστικής κυβέρνησης του Νετανιάχου, ενδεχομένως και οι σχολιασμοί μου για το θέμα που προέκυψε με την τραγουδίστρια Γλυκερία. Και τα δύο αυτά θέματα, όπως και νά'χει το πράγμα, σχετίζονται με το Ισραήλ. Τυχαίο; 

Έκανα την ένσταση μου, μου ζήτησαν επικαιροποίηση των στοιχείων μου, μία σέλφι φωτογραφία μου και τον αριθμό του κινητού μου, ενώ με ενημέρωσαν πως θα πρέπει να περιμένω λίγα 24ωρα μήπως και ενεργοποιηθεί ξανά ο λογαριασμός μου. Αν διαπιστώσουν, λέει, πως δεν είμαι καλό παιδί, θα διαγράψουν οριστικά τον λογαριασμό μου. Μιλάμε για μεγάλη ζημιά σε επικοινωνιακό επίπεδο. Με την οριστική διαγραφή του facebook μου, αφενός κινδυνεύει να χαθεί ένα μεγάλο μέρος του αρχείου μου, της δουλειάς μου δηλαδή, αφετέρου δύσκολα θα ξαναμαζευτούν οι 30.000 followers που έχω/ είχα. Το μόνο παρήγορο στοιχείο στην όλη φάση είναι πως και σε άλλους που δεν κάθονταν καλά παιδιά συνέβη το ίδιο και οι λογαριασμοί τους ενεργοποιήθηκαν πάλι μετά από λίγες μέρες. Με μένα δεν ξέρω τι θα γίνει, καθώς είχα δεχτεί και στο παρελθόν αποκλεισμούς από το facebook.  

Είμαι πολύ θυμωμένος με τα εβραιοσιωνιστικά ναζίδια, είναι - δεν είναι αυτοί πίσω από τα μπαναρίσματα. Τους τά'χω μαζεμένα άλλωστε και δεν είμαι ο μόνος για τη σφαγή στη Γάζα. Να απειλούμαστε από ένα κράτος, του οποίου ο πρόεδρος διώκεται ήδη για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Η τρομοκρατία τους, με το σαπόρτ φυσικά της κυβέρνησης Μητσοτάκη, που ευελπιστούμε να ξεκουμπιστεί στις επόμενες εκλογές, δεν θα περάσει! Είναι σιχαμένοι φασίστες, αιμοδιψείς δολοφόνοι και καταχωρούνται ήδη στην ιστορία ως οι υπεύθυνοι της πρώτης γενοκτονίας του 21ου αι. 

Μέχρι να δω τι θα γίνει με το facebook μου, θα είμαι εδώ και θα γράφω. Αυτό είναι το πρώτο ιντερνετικό σπίτι μου, βλέπεις, από το 2007, αισίως 18 χρόνια, κι εγώ κρατάω τα κλειδιά του χωρίς κανέναν σκατοφασίστα πάνω απ' το κεφάλι μου.

FREE PALESTINE 

Τρίτη 18 Μαρτίου 2025

η_μάνα_μου_σε_κιβώτιο

Πέρασα πρώτα από τα γραφεία του κοιμητηρίου του Σχιστού για να παραλάβω το πιστοποιητικό απολύμανσης των οστών. Ύστερα πήγα από το άλλο το γραφείο, το μακάβριο, του τύπου που ξέθαψε τη μάνα μου και ανάλαβε να καθαρίσει τον σκελετό της. Αγχώθηκα σαν είδα τον προσωπικό του χώρο να'ναι γεμάτος από κρανία και ανθρώπινα σκόρπια κόκαλα. «Είσαι σίγουρος ότι θα μου δώσεις τη μανούλα μου και όχι τον μπαρμπα - Μήτσο;» τον ρώτησα με μια γερή δόση μπλακ χιούμορ, διότι - όσο και να το κάνεις - κούφια κόκαλα είναι, πως μπορώ να ξέρω αν ανήκουν όντως στη μάνα μου ή σε κάποιον άλλον άνθρωπο; Κόκαλα κίτρινα, γερασμένα, σαν παλαιοντολογικά ευρήματα, αφού τα περισσότερα ανήκαν σε ανθρώπους άνω των 80 ετών. Πόσο ν' αντέξει πια ένας σκελετός που στηρίζει ένα ανθρώπινο σώμα για έναν αιώνα σχεδόν; Ο νεκροθάφτης συμμερίστηκε την αγωνία μου και με φώναξε: «Έλα να δεις το σπασμένο ισχίο της»...Δεν ήθελα, δεν πλησίασα καν όσο φόρτωνε τη σορό σ' ένα μεταλλικό κιβώτιο. Υπό μάλης πήρα το κιβώτιο και μπήκα στο αμάξι του αδερφού μου. Ευτυχώς, αν και αρκετά πιο ευαίσθητος από μένα εκείνος, το καλαμπούρισε. «Δεν είναι τίποτα» μου είπε, «το κέλυφος παραλάβαμε». Με ανέβασε στην Αθήνα, έφτασα στο σπίτι μου, έκλεισα το κιβώτιο σ' ένα δωμάτιο να μην το πλησιάσουν οι γάτες και τώρα σκέφτομαι πως η μάνα μου, τριάμισι χρόνια μετά το θάνατο της, επέστρεψε πάλι στο σπίτι μας έστω σαν γενετικό υλικό. Θυμάμαι και μια αστεία ιστορία που μου'χε πει ο Νίκος Κούνδουρος: Όταν ο Μάνος Χατζιδάκις ξέθαψε τη λατρεμένη του μάνα, ζήτησε του Νίκου να τοποθετηθούν τα οστά της στον οικογενειακό τάφο των Κούνδουρων για να την έχει δίπλα του κατά ένα τρόπο. Κι έτσι, μπροστά πήγαινε ο Κούνδουρος, ξοπίσω ο νεκροθάφτης με τη σορό σε κιβώτιο και πιο πίσω ο Χατζιδάκις με χαβανέζικο πουκάμισο και με βλέμμα απλανές, σοκαρισμένος μάλλον μ' όλο αυτό που γινόταν. Η κυρία Ντίνα βρίσκεται μέσα στο κουτί αυτό. Τα οστά της δηλαδή, αυτά που στήριξαν για 89 σχεδόν χρόνια ένα σώμα, απ' το οποίο ήρθα κι εγώ στον κόσμο. Είναι ευλογημένα τα κόκαλα της μανούλας μου και δεν ήθελα να πεταχτούν μέσα σ' ένα μαύρο πηγάδι. Την Πέμπτη θα αποτεφρωθούν στη Ριτσώνα και σε λίγες εβδομάδες από τώρα, η τέφρα της, ότι απόμεινε απ' αυτήν, θα σκορπιστεί στην παραλία και σ' ένα παραθαλάσσιο εκκλησάκι του Βόλου. Εκεί που μέχρι λίγο πριν πεθάνει, μας παρακάλαγε: «Πηγαίντε με βρε μια τελευταία φορά να δω τον Βόλο, την πατρίδα μου». Δεν θα τον δεις απλά, μάνα μου, αλλά εκεί θα ανήκεις εις τον αιώνα των αιώνων που λένε. Κι έτσι, θα'ναι ήσυχα τα παιδιά σου που εκπλήρωσαν κατά ένα τρόπο μια επιθυμία σου. Καλή αντάμωση... 
 

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2024

Του οδοντιάτρου, του υδραυλικού, του θεατρόφιλου και του αποτεφρωτή οστών

Ο πόνος απ' την πρόσφατη εξαγωγή δοντιού με ξύπνησε απ' τις 7. Ανά πέντε ώρες, εδώ και τρεις μέρες, παίρνω αλγκοφρέν και ντεπόν. Φοβάμαι πως ένα διπλανό δόντι που δεν το βλέπω και πολύ καλά, πάει για εξαγωγή κι αυτό, άρα θα χρειαστώ προσθήκη καινούργιου αν δε θέλω να μοιάζω με τον...Γεωργίου που έλεγε τ' αθλητικά. Και δεν είναι ότι θες μόνο ένα σκασμό λεφτά για να φτιάξεις τα δόντια σου, είναι κι όλη αυτή η κακιά φάση που λες να πας να τα βγάλεις όλα να βάλεις ένα μασελάκι να τελειώνεις μια και καλή. Σαν τη μασέλα της γιαγιάς μου που την έβαζε σε ποτηράκι με νερό τα βράδια και που όταν ήμασταν μικροί νομίσαμε ότι θα ζωντάνευε και θα έβγαινε απ' το ποτήρι για να μας...δαγκώσει. Δεν μου έφτανε ο πονόδοντος, μου χάλασε και το καζανάκι και ρίχνω νερά με τους κουβάδες λες και ζω σε κάνα πλυσταριό. Φώναξα υδραυλικό, που μου σύστησε η Αγγελούση. «Δεν θα τ' αλλάξεις», μου είπε ο καλός ο άνθρωπος, «θα έρθω εγώ να του κάνω εγχείρηση».

Αύριο, Τετάρτη, θα πάμε όλο το team από το «Ταγκαλάκι» να δούμε την παράσταση της Κάτιας Δανδουλάκη. Μας τίμησε αυτή η σπουδαία γυναίκα στο δικό μας έργο και δεν μπορούμε να μην πάμε και στη δική της νέα παράσταση που, όπως διαβάζω, αρέσει και πάει πολύ καλά. Αυτές τις μέρες θα κλείσουμε και το δικό μας θέατρο για το νέο έργο που ετοιμάζουμε σαν ομάδα. Αργήσαμε κι επειδή αυτή τη φορά αναζητάμε μεγάλο χώρο, περνάμε δυσκολία, η οποία όμως θα ξεπεραστεί και σύντομα - φαντάζομαι - θα ανακοινώσουμε την καινούργια θεατροποίηση συνέντευξης μου με πρωταγωνίστρια μία δημοφιλή καλλιτέχνιδα. Και πάλι το Τεχνότροπον-Artway στην παραγωγή, ενώ θα σκηνοθετήσει ο Φλέουρας, υπογράφοντας και την πρώτη του σκηνοθεσία. Εγώ μια απ' τα ίδια, υπογράφω το κείμενο και θα κάνω τον εαυτό μου, τον interviewer δηλαδή. Είπαμε, μια καλή ομάδα δεν τη διασπάς για κανένα λόγο, κυρίως όταν περνάνε όλοι όμορφα και παρεΐστικα.

Αυτές τις μέρες, πριν φύγει το '24, έχω και την εκταφή της μητέρας μου. Παραδόξως δεν με φρικάρει το γεγονός. Θέλω να τελειώνουμε με τα νεκροταφεία και τα πήγαινε - έλα στο Σκιστό, που για μένα ήταν πολύ λίγα ομολογουμένως. Ο αδερφός μου μού τηλεφώνησε τις προάλλες: «Ήρθα να πιω ένα καφέ στη μαμά»...«Άντε, πες της θα της τηλεφωνήσω» του απάντησα και ψιλογελάσαμε. Καλά αισθάνομαι, διότι της τό'λεγα της μακαρίτισσας σαν με ρωτούσε αν θα της ανάβουμε το καντήλι. «Μπα, δύσκολο να τραβιέμαι κατά κει, από μένα μην το περιμένεις»...κι εκείνη απαντούσε: «Τουλάχιστον να μου κρατάς θέση όποτε θα πηγαίνεις ν' ακούς τον Νταλάρα»! Τέλος πάντων, τα οστά της μανούλας μου θα αποτεφρωθούν στη Ριτσώνα και μετά θα κάνω ένα ταξίδι στον Βόλο όπου και θα πετάξω την τέφρα της στο παραλιακό εκκλησάκι που της άρεσε να πηγαίνει. Και μόνο τότε θα την αισθανθώ ελεύθερη πια από τα μνημόσυνα των ζωντανών και τις τελευταίες κατοικίες των νεκρών. Ακόμη έχουμε μέρες γι' αυτό...

Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2024

Από μένα είναι...YES!

Το μίνι μάρκετ «Yes!» της Πατησίων με συνδέει κατευθείαν με τη Θεσσαλονίκη και με ένα πολύ ευχάριστο πήγαινε - έλα τους πρώτους μήνες του 2022. Όποτε θέλω να πάρω μια γεύση από την αγαπημένη μου πόλη δε βαριέμαι να τραβηχτώ κατά κει για ν' αγοράσω καφέ, τσιγάρα και κάτι φακελάκια με τσάι καρπούζι. Καταρχάς έχουν τον καφέ πολύ φθηνότερο χωρίς να χάνει σε ποιότητα, μια και δεν το'χω καθόλου με τους καφέδες του ενός ευρώ αφού μετά με βαράνε στο στομάχι. Έπειτα στο συγκεκριμένο παράρτημα στην Αθήνα δουλεύουν ως επί το πλείστον νέα παιδιά ηθοποιοί, όπως και αγόρια και κορίτσια από την Αφρική. Μπορείς έτσι ν' ανταλλάξεις και δυο-τρεις ενδιαφέρουσες κουβέντες ώσπου να σου φτιάξουν τον καφέ σου. Στη Θεσσαλονίκη παντού βρίσκεις «Yes!», στην Αθήνα πάλι όχι. Τέλος, μπορείς να προμηθευτείς τα πάντα από κει σε τιμές από λογικές έως χαμηλές. Από μένα είναι...YES!


Τρίτη 16 Ιουλίου 2024

Γωγώ Θεοδώρου: «Ένα λουλούδι να με κάνεις, μπορείς;»

Στο Β' Νεκροταφείο της Αθήνας μόλις αποχαιρετήσαμε τη λαϊκή τραγουδίστρια Γωγώ Θεοδώρου. Ο μοναχογιός της, Αλέξανδρος, που διάβασε όσα έγραψα για τη μητέρα του στο facebook και στο documentonews.gr, μου ζήτησε εκ μέρους της οικογένειας να παραστώ στην κηδεία. Θα το έκανα ούτως ή άλλως. Έφτασα λίγο μετά τις 9.30 το πρωί με τρία λευκά τριαντάφυλλα: Ένα από μένα, ένα από τον Σταμάτη Κραουνάκη κι ακόμη ένα από τη Μαρίνα Βλαχάκη. Η κυρία Γωγώ - δεν μπορώ να την αποκαλέσω σκέτο «Γωγώ» - κοιμόταν γαλήνια με τα μαύρα κορακί μαλλιά της, όπως γαλήνια κοιμούνται όλοι οι νεκροί. Μια αγκαλιά έκανα του Αλέξανδρου, ο οποίος κανόνιζε τα πάντα για την αγαπημένη του μητέρα. Μου θύμισε εμένα σε μια τέτοια στιγμή πριν από ακριβώς τρία χρόνια. Μου έκανε εντύπωση το ότι δεν είδα πολλούς ανθρώπους συνομήλικους της νεκρής. Αντιθέτως, είδα πολλά παιδιά στην τρίτη δεκαετία της ζωής τους, ομορφόπαιδα, με τα τατουάζ τους, οι παρέες του Αλέξανδρου, που η κυρία Γωγώ αγαπούσε σαν δικά της παιδιά. «Θέλω να ξέρεις» μου είπε ο Αλέξανδρος, «πως αυτή η γυναίκα με μεγάλωσε ολομόναχη. Τη λάτρευα και με λάτρευε. Κι αν δεν μέναμε μαζί, ήμουν εκεί πέντε μέρες τη βδομάδα». Τα τελευταία χρόνια η κυρία Γωγώ έπασχε από πάρκινσον, το οποίο χειροτέρευε δραματικά. Ένας καρκίνος και στα δύο πνευμόνια της ανακαλύφτηκε μόλις πριν μερικές εβδομάδες, που την είχαν καταβάλλει τα κινητικά της προβλήματα. Κανείς δεν ήρθε από την ένωση των Ελλήνων τραγουδιστών, παρόλο που είχαν ειδοποιήσει ότι θα παραστεί κάποιος. «Δεν βαριέσαι...» σχολίασε ο γιος της. Χωρίς να γίνει καν χριστιανική τελετή, περάσαμε στον καφέ. Αυτό κι αν με εντυπωσίασε! «Δεν θα τη ''διαβάσει'' παπάς;» ρώτησα τον Αλέξανδρο για να εισπράξω την εξής απάντηση: «Όχι. Τα είχαμε κανονίσει όλα πριν ''φύγει''. Δεν τα ήθελε αυτά. ''Να με κάνεις ένα λουλούδι, μπορείς;'' ήταν τα τελευταία λόγια της μάνας μου. Ταιριάζαμε σ' αυτά, τα βρίσκαμε πάντα μεταξύ μας». Αναρχικό στοιχείο η κυρία Γωγώ, την αγάπησα ακόμη πιο πολύ έστω και εν τη απουσία της πια. «Ήταν βαθιά ουμανίστρια και δημοκρατική» μου εξήγησε ο Αλέξανδρος. «Την ενοχλούσε πάντα η κοινωνική αδικία. Ίσως γιατί από νέα αντιμετώπισε τα προβλήματα της ζωής και τα ''είδε'' όλα. Όλοι αυτοί εδώ είναι οι φίλοι μου. Τους πιο πολλούς τους είχε γνωρίσει. Αγαπούσε όσο δεν φαντάζεσαι τη νεολαία». Όση ώρα λέγαμε όλα αυτά με τον Αλέξανδρο, η σορός της κυρίας Γωγώς αναχώρησε για τη Ριτσώνα και το αποτεφρωτήριο. Λίγο πριν αποχωρήσω κι εγώ, άκουσα τον γιο της να μου λέει ότι τον συγκίνησαν πολύ τα λόγια του Κραουνάκη. «Χαμογέλασα με το ''μαλλί - κράνος'' που σου σχολίασε ο Κραουνάκης, γιατί και μένα έτσι με κούρευε μικρό, ''κράνος''. Κι αυτό το ''Μπρεχτική ερμηνεύτρια'' του Κραουνάκη πάλι, πόσο θα της άρεσε της ίδιας! Αντώνη, να μιλάμε, να μη χαθούμε». Μια τελευταία αγκαλιά στον Αλέξανδρο που μοιράστηκε λίγες μνήμες μαζί μου από το πιο ιερό του πρόσωπο. Του εύχομαι καλή δύναμη, διότι ξέρω πως στις κηδείες οφείλεις να στέκεσαι γερός και δυνατός μέχρι να μείνεις μόνος και να πενθήσεις τον άνθρωπο σου. Όσο για την κυρία Γωγώ, αυτή την ώρα πιάνει το δικό της διαμέρισμα στον Κάτω Κόσμο. Απόψε το βράδυ θα έχουν ζεϊμπέκικα και γλέντια, λέει. Την περιμένουν ο Ζαμπέτας, η Ρίτα, ο Άκης Πάνου και όλα τα καλόπαιδα που όρισαν λαϊκό πολιτισμό σ' αυτόν τον τόπο. 

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2024

«για ένα ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ ΑΔΕΙΑΝΟ για μιαν ΕΛΕΝΗ»


Χθες πίσω από το Τζάνειο Νοσοκομείο του Πειραιά. Ένα σπίτι - ερείπιο, γκρεμισμένο ποιος ξέρει από πότε. Μέσα σε μια μάντρα από λαμαρίνες. Πρόχειρη κατασκευή. Ένα μηχανάκι παλιακό παρατημένο κι αυτό μέσα στη μάντρα. Κάτι άλλο τράβηξε, όμως, την προσοχή μου. Δεν μπορώ ακόμη να καταλάβω αν είναι εντοιχισμένη ντουλάπα ή παράθυρο. Αυτό που σίγουρα φαίνεται καλά είναι ένα κρεμασμένο ή πολλά κρεμασμένα πουκάμισα. Βρώμικα, λερωμένα από την πατίνα του χρόνου. Μπορεί να ήταν αντρικές πουκαμίσες. Ποιος να τις φορούσε; Κάποιος σαν από πορτραίτο παλιάς ασπρόμαυρης φωτογραφίας που βρίσκεις καμιά φορά στους κάδους σκουπιδιών. Θα τις είχε για «καλές». Θα γυρνούσε απ' τη δουλειά κατάκοπος ενδεχομένως από το εργοστάσιο του Παπαστράτου ή από τα μπισκότα Παπαδοπούλου. Θα έλεγε στη γυναίκα του: «Μου σιδέρωσες το πουκάμισο;» Κι ύστερα θα το φόραγε και θα την έπαιρνε για ούζα στο Χατζηκυριάκειο. Ή για κάποιο σινεμαδάκι που θα έπαιζε το «Εξπρές του μεσονυκτίου» ή το «Ένα τανκ στο κρεβάτι μου». Μπορεί πάλι να ήταν γυναικείες νυχτικιές. Από τότε που οι άνθρωποι, γυναίκες κι άντρες, έβγαζαν τα ρούχα τους και φορούσαν πιτζάμες και νυχτικιές για να κοιμηθούν. Πιθανώς να έκαναν και τον σταυρό τους μηχανικά ή να έλεγαν και καμιά προσευχή πριν κλείσουν τα μάτια τους στο μαξιλάρι τους. Σίγουρα πάντως είναι ρούχα που έχουν πάρα πολύ καιρό, χρόνια ή και δεκαετίες, να ακουμπήσουν πάνω σε ανθρώπινο δέρμα. Δεν περίμενα ποτέ ο στίχος του Γιώργου Σεφέρη να οπτικοποιηθεί μπροστά μου σε μια συνοικία του Πειραιά απ' όπου πέρασα εντελώς τυχαία: «Πως τόσος πόνος, τόση ζωή πήγαν στην άβυσσο/ για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη». 

Τετάρτη 27 Μαρτίου 2024

ΔΕΜΑ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Ένα απλό t-shirt που περιέχει τη μορφή του Άλμπερτ Αϊνστάιν.

Ένα υπέροχο κόκκινο βινύλιο που κλείνει το πνεύμα της Έμιλι Ντίκινσον.

Ένα σαπούνι τριαντάφυλλο από τη βουλγάρικη Κοιλάδα των Ρόδων.

Ένα βιβλίο με εξομολογήσεις ανθρώπων σπάνιων.

Οι ποιητές του Μεσοπολέμου και ένα πιάνο. 

Κάτι που δεν απευθύνεται σε άνθρωπο. 

«Σ' ευχαριστώ, είναι πολύ συγκινητικό» είπε ο μελλοντικός παραλήπτης που δεν ξέρει τι θα πει στέλνω γράμμα ή δέμα μες την επέλαση της ψηφιακής τεχνολογίας.

«Για μένα το κάνω, όχι για σένα» απάντησε ο αποστολέας που πάντα θα ψάχνει μια σύνδεση με το παρελθόν της προσωπικής του πορείας στον κόσμο. 

Όλα για μας τα κάνουμε. Όλα. 

Κι όποιος πιστεύει το αντίθετο, γελιέται. 

Δεν έχει σημασία η ανταπόκριση, η ανταπόδοση, το χέρι που θ' ανοιχτεί ή θα αποτραβηχτεί.

Σημασία έχει η πρόθεση, το ξεκούνημα των αισθήσεων και των σωμάτων, η όλη διαδικασία.

Μακάρι να συνέβαινε συχνότερα. 

Σάββατο 16 Μαρτίου 2024

Ένα ανέκδοτο κείμενο του Ντίνου Χριστιανόπουλου για τις διασκευές στα ρεμπέτικα από τον Μάνο Χατζιδάκι


Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΔΡΑΣΗ με ημερομηνία 11 Ιουλίου του 1960. Στη στήλη «Ελεύθερο Βήμα» ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος είχε γράψει τη γνώμη του για τις περίφημες διασκευές στα ρεμπέτικα από τον συνθέτη Μάνο Χατζιδάκι. Ο τίτλος έλεγε «Μάνος Χατζηδάκις - Ο ''συμπαθής'' νοθευτής του ρεμπέτικου τραγουδιού» και από κάτω υπήρχε ο υπότιτλος με μεγάλα γράμματα: «''Ρεμπετοποίησε'' το ελαφρό τραγούδι και ''ελαφροποίησε'' το ρεμπέτικο». Το κείμενο δεν υπήρχε στο διαδίκτυο και αναρτάται τώρα για πρώτη φορά. Κρατώ αυτούσια την ορθογραφία της πρώτης δημοσίευσης από το 1960. 

Η νέα επιτυχία του Μάνου Χατζηδάκη στο διαγωνισμό ελαφρού τραγουδιού του Ε.Ι.Ρ. και οι δηλώσεις του στον «Ταχυδρόμο» της περασμένης εβδομάδος πως «δεν υπάρχει πια λαϊκό τραγούδι», τον έφεραν και πάλι στο προσκήνιο του ενδιαφέροντος. Όλοι συζητούν γι' αυτόν και τα τραγούδια του και θέλουν να μάθουν ως πιο σημείο όλα αυτά είναι τέχνη ή απάτη. Ας δούμε λοιπόν από πιο κοντά τον άνθρωπο και το έργο του. Τον γνωρίσαμε στην Αθήνα πριν δέκα χρόνια. Ήταν χοντρός κι είχε μεγάλο τουπέ. Είχε δώσει τότε μια διάλεξη για το ρεμπέτικο και βαυκαλίζονταν πώς πρώτος αυτός είχε ανακαλύψει το λαϊκό τραγούδι. Εφ' ω και δε μιλιούνταν απ' το πολύ ύφος.

Φυσικά, δε χρειαζόταν καμιά «ανακάλυψη», μια και το ρεμπέτικο δεν είχε πάψει ποτέ να τραγουδιέται απ' το λαό. Ο Χατζηδάκις όμως ήταν ο πρώτος που επισήμανε την αξία του και έδωσε το σύνθημα για την «αξιοποίηση» του. Έτσι, στάθηκε ο πρώτος που άνοιξε το δρόμο στη διαφθορά του λαϊκού τραγουδιού. Αμέσως μετά, η μόδα, οι λαϊκές ταβέρνες, η επιθεώρηση και οι κινηματογραφικές αισθηματολογίες το εκμεταλλεύθηκαν κατά κόρο, μέχρι που το μπαστάρδεψαν σε επικίνδυνο βαθμό. Από τότε, η ανέλιξη του Χατζηδάκη υπήρξε ραγδαία. Έγραψε κάμποσες ντουζίνες τραγούδια, δεν έλειψε από κανένα έργο της σκηνής και της οθόνης, έγινε το αμφάν γκατέ της ραδιοφωνίας μας, σχετίστηκε με διεθνείς κοσμικότητες της καλλιτεχνίας και τώρα τά'χει όλα: λεφτά, δόξα, συνεντεύξεις. Δεν ξέρει και τι άλλο να επιθυμήση εκτός από το να τον «ερμηνεύση» η περίφημη Δαλιδά. 

Όμως, ας δούμε από πιο κοντά τα πράγματα. Άξιζε αλήθεια τόσος θόρυβος και τόση φήμη; Τα τραγούδια του είναι πράγματι ωραία και πρωτότυπα; Οι συνθέσεις του τιμούν πράγματι τη σύγχρονη μουσική; Ο Μάνος Χατζηδάκις ξεκίνησε από θαυμαστής του ρεμπέτικου. Ήταν αρκετά έξυπνος για να καταλάβη πως η ζωντανή παράδοση δε ζούσε πια στα δημοτικά τραγούδια αλλά στην καταφρονεμένη μουσική του λιμανιού και της ταβέρνας. Το αποτέλεσμα ήταν να γοητευτή και επηρεαστή αφάνταστα από το ρεμπέτικο. Ταυτόχρονα, η φιλοδοξία του υπήρξε να ντεμπουτάρη ως συνθέτης συμφωνικής μουσικής. Και, πράγματι, το πρώτο του έργο είναι ένα μικρό συμφωνικό κομμάτι για κάποια αχιβάδα γεμάτο συμπιλήματα ρεμπέτικων μοτίβων, που αν και γενικά άρεσε, δεν μπόρεσε εντούτοις να καθιερώση τον Χατζηδάκι ως σοβαρό συμφωνικό συνθέτη.

Τότε το γύρισε στο χορόδραμα κι έγραψε τις «έξη λαϊκές ζωγραφιές» που χάλασαν κόσμο. Το αποτέλεσμα ήταν να αναλάβη αμέσως τη μουσική διεύθυνση του Χοροδράματος της Ραλλούς Μάνου. Αλλά τι ήταν αυτές οι έξη λαϊκές ζωγραφιές για τις οποίες τόσο κόπτεται ο Χατζηδάκις; Απλούστατα: Έξη αυτούσια τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη, τα οποία με πολλή τέχνη, ο Μάνος Χατζηδάκις μετέφερε στο πιάνο. Γνωρίζοντας πόσο τραχύ όργανο είναι το μπουζούκι για τα αυτιά των καλλιεργημένων δεσποινίδων του καλού κόσμου, χρησιμοποίησε τη γλυκερή υγρότητα του πιάνου για να τα αποδόση, μετατρέποντας τα ωραιότατα αυτά τραγούδια σ' ένα σύνολο μουσικού γλυκασμού. Αφ' ενός λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι «έκλεψε» τον Τσιτσάνη και αφ' ετέρου ότι παραποίησε τη σκληρή υφή του ρεμπέτικου σε γλυκερή. Ύστερα απ' αυτές τις επιτυχίες ο Χατζηδάκις το έριξε στο ελαφρό τραγούδι.

Μάλιστα, μπορούμε να πούμε πώς όσο πάχαινε, τόσο «ελάφραινε». Τα τραγούδια του αυτά που όλα σχεδόν είναι συμπαθητικά και γοητευτικά, μπορούμε να τα χωρίσουμε σε τρεις κατηγορίες: 1) Τις απομιμήσεις ρεμπέτικων. 2) Τα λαϊκο - ελαφρά με επίδοση ρεμπέτικου και 3) Τα λαϊκο - ελαφρά με κάποια τάση γαλλικού μοντερνισμού. Στην 1η κατηγορία μπορούμε να εντάξουμε τραγούδια της «Στέλλας». Δίνουν την εντύπωση πως γράφτηκαν από μαθητή του Τσιτσάνη, πως είναι πηγαία και αυθεντικά ρεμπέτικα και πως κατά βάθος παραμένουν πριμιτίφ. Πέρα από το γεγονός ότι είναι ωραία, πρέπει να σημειώσουμε ότι είναι απομιμήσεις: Ο συνθέτης του ρεμπέτικου τραγουδιού βγαίνει κατ' ευθείαν μέσα από την καρδιά του λαού. Ο συνθέτης τύπου Χατζηδάκι απλώς «ανακαλύπτει» και τρυγάει. Γι' αυτό και δε μπόρεσε ή δε θέλησε να συνεχίση αυτή τη γραμμή, διότι η έλλειψη πηγαιότητος οδηγεί στην εξάντληση.

Στην δεύτερη κατηγορία ανήκουν τα τραγούδια της σειράς «Γαρύφαλλο στ' αυτί». Αυτά είναι πιο προσωπικά δημιουργήματα, με λαϊκό χαρακτήρα και αφομοιωμένες τις επιδράσεις. Θυμίζουν την καταγωγή τους, αλλά είναι γνήσια. Δεν έχουν νοθεία, ούτε παραποίηση. Δεν ερωτοτροπούν ακόμη πολύ με το ελαφρό τραγούδι, παρόλο που όλο και πιο πολύ προς αυτά τείνουν. Κατά τη γνώμη μας, αυτά τα τραγούδια του έχουν καθιερώσει στην κοινή συνείδηση και σ' αυτά θα'πρεπε να στηρίζεται πιο πολύ. Αλλά ο λαϊκός χαρακτήρας ενός τραγουδιού δε μπορεί να βασίζεται μέσα στη λαϊκή καταγωγή του συνθέτη του. Από τη στιγμή που ο Χατζηδάκις έγινε πολύ κοσμικός, απαρνήθηκε την καταγωγή του, σχεδόν «μπούχτισε» την Ελλάδα και «λαχτάρησε» λίγο Γαλλία. 

Έτσι, η τρίτη περίοδος, η πρόσφατη, θα μπορούσε να ονομασθή «περίοδος Ντασσέν». Τώρα γράφει τραγούδια με έντονες λαϊκές αναμνήσεις, αλλά και με μια υφή που θυμίζει κατευθείαν γαλλικό τραγούδι. Ο φορμαλισμός του αντιμάχεται τη λαϊκή καρδιά και προχωρεί σε αισθητικές αναζητήσεις που όσο κι αν αρέσουν παραμένουν πάντα υπό συζήτησιν. Τέτοια τραγούδια είναι το «ένα - δύο και τρία και τέσσερα παιδιά» και τα όμοια του. Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία ότι ο Χατζηδάκις θα καταχτήση και το Παρίσι. 

(...) Αλλά, κύριε Χατζηδάκι, αφήστε αυτό το αυτάρεσκο ύφος των απόψεών σας και μη βαυκαλίζεστε με αυταπάτες: όσο κι αν σας αγαπά το ραδιόφωνο και η εύκολη προσέγγιση σας αποτελεί δήθεν δύσκολο γούστο της καλλιτεχνικής σας ζωής. Κάψατε πια την επαφή με την Ελλάδα και το λαό της, οι απόπειρες σας κατάντησαν αισθητικές και τίποτε άλλο. Όταν όμως τα δανεισμένα βερνίκια αποχρωματιστούν από μόδες και επικαιρότητες, τότε θα μοιάζετε ότι έχετε και τόσο ύφος που βγήκε με ρεμπέτικες πατερίτσες. 

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ 

* Αντίτυπο του φύλλου της εφημερίδας ΔΡΑΣΗ με το κείμενο του Ντίνου Χριστιανόπουλου περί - κατά Μάνο Χατζιδάκι - ρεμπέτικου, φυλάσσεται στο αρχείο του δημοσιογράφου και συγγραφέα Νίκου Γκροσδάνη. Το ανακάλυψα το πρωί της Πέμπτης 14 Μαρτίου 2024 σε ένα πέρασμα μου από το σπίτι του για τις ανάγκες μίας συνέντευξης που μου παραχώρησε. 

Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2023

Οδοιπορικό στη Μονεμβασιά (3 - 5 Νοεμβρίου 2023)

Η αναχώρηση έγινε από το Σύνταγμα στις 2 το μεσημέρι. Ήμασταν οι συνάδελφοi Κυριακή Μπεϊόγλου, ο Γιάννης Πανταζόπουλος από τη LIFO, ο Βασίλης Νάτσιος από το Cosmopoliti, η Αριέττα Πούλιου από το travel.gr κι εγώ από το Documento και το OLAFAQ. Μαζί μας ήταν ακόμη η Σόφη Μουτάφη και η Ευαγγελία Πέττα, τα δύο κορίτσια που δουλεύουν όλο το χρόνο για το Malvasia Festival, τον σκοπό δηλαδή του ταξιδιού μας. Με οδηγό τον Δημήτρη, που είναι επιστήμονας τροφίμων, μπήκαμε στο βαν και ύστερα από αρκετές ώρες - πάνω από τέσσερις για την ακρίβεια - φτάσαμε στη Μονεμβασιά.  

Με την Κυριακή Μπεϊόγλου λίγο πριν την αναχώρηση μας
Πρώτη στάση, λίγο μετά τους Μολάους και πριν φτάσουμε στη Μονεμβασιά, κάναμε στο οινοποιείο του Γιώργου και της Έλλης Τσιμπίδη. Οι άνθρωποι μας κέρασαν από τις μοναδικές ποικιλίες κρασιών τους μαζί με τα δέοντα εδέσματα (ελιές, προσούτο, σύγκλινο και γραβιέρα), ενώ μας ξενάγησαν στο χώρο του οινοποιείου με τα βαρέλια και τα αναρίθμητα μπουκάλια προς ωρίμανση. 



Ο Τσιμπίδης είναι μεγάλη ιστορία στο πεδίο της εγχώριας οινοποιείας. Αυτοδημιούργητος άνθρωπος που μπορεί σήμερα τα κρασιά του και ειδικά ο λιαστός οίνος με την ονομασία «Malvasia» να πωλούνται και στις πέντε ηπείρους, ο ίδιος όμως δεν ξέχασε τη λαϊκή καταγωγή του και την ιστορία του τόπου του. 
Ο γλυκόπιοτος λιαστός οίνος «Malvasia», ίσως το ωραιότερο κρασί που έχω πιεί ποτέ
Θα ήθελα κάποια στιγμή να του πάρω μία συνέντευξη, όπως ήδη το κανονίσαμε, παρόλο που δεν θεωρεί πως είναι η κατάλληλη στιγμή. Γεγονός είναι, όμως, πως μαζί με την σύζυγο του και μητέρα των τριών κοριτσιών τους, την Έλλη, αποτελούν ένα αχτύπητο και επιτυχημένο επιχειρηματικό δίδυμο. Τους βλέπετε στην παρακάτω φωτογραφία:
Κουρασμένοι καθώς ήμασταν, πήγαμε απ' το ξενοδοχείο μας, το οποίο ήταν πέντε λεπτά με τα πόδια απ' την περίφημη καστρούπολη της Μονεμβασιάς. Η ιδιοκτήτρια ήταν από την Τασμανία, ευγενική και κατατοπιστική, που άκουσε τα παράπονα των περισσοτέρων για την αδυναμία σύνδεσης με το internet. Με τον Νάτσιο του Cosmopoliti μας έβαλαν σε διπλανά δωμάτια, ο Βασίλης όμως άλλαξε δωμάτιο την επόμενη μέρα, καθώς δεν υπήρχε internet, όπως είπαμε, ενώ και στο μπάνιο του για να χωρέσεις έπρεπε να είσαι...στρουμφάκι. Εγώ πάλι παρέμεινα εκεί. Δε βαριέσαι, δυο βράδια θα μέναμε ούτως ή άλλως. Ετοιμαστήκαμε και ανηφορίσαμε για το κάστρο, όπου μας είχαν τραπέζι. Και τι τραπέζι! Γ@μησε τα, πάει η κέτο διατροφή μου...
Λάτρεψα τις γάτες της Μονεμβασιάς, που μου θύμισαν την Κωνσταντινούπολη, εκεί που τα αγαπημένα μου ζώα κυκλοφορούσαν ήσυχα και χαδιάρικα ανάμεσα στους θαμώνες των καφέ και των εστιατορίων. Γάτες καλοαναθρεμμένες και στειρωμένες, τρισευτυχισμένες θα λέγαμε εκεί που ζουν, μια και στην καστρούπολη δεν κυκλοφορούν αυτοκίνητα και άρα δεν κινδυνεύουν από ατυχήματα. Γυρίσαμε στο ξενοδοχείο εξοντωμένοι από κούραση. 
Σηκώθηκα πολύ πρωί, όπως συνηθίζω τα τελευταία χρόνια με τη δουλειά. Δοκίμασα το μάλλον αδιάφορο πρωινό του ξενοδοχείου και βγήκα έξω για τα τσιγάρα με τον καφέ μου. Δεν γινόταν να κάτσεις έξω. Είχε τέτοιο αέρα που σ' έπαιρνε και σε σήκωνε. Η θάλασσα λυσσομανούσε και οι αέρηδες σφύριζαν ενοχλητικά. 

Την έκανα ωστόσο μια βόλτα λίγα μέτρα παραπέρα απ' το ξενοδοχείο και συγκεκριμένα στη μικρή γέφυρα που ενώνει την πόλη με το κάστρο και που γίνεσαι μούσκεμα όταν την περπατάς με δυνατό αέρα και κύμα. Όπως είχε εκείνη τη μέρα...Μεταφερθήκαμε στην κινηματογραφική λέσχη της περιοχής, ένα παλιό σχολείο που με πρωτοβουλία των περίοικων, μετατράπηκε σε αίθουσα ψυχαγωγίας. Εκεί έγινε η συνέντευξη Τύπου, απ' την οποία, ενώ ακούστηκαν πολλά και ενδιαφέροντα απ' όλους τους ομιλητές, εμάς μας ενδιέφερε η αποτίμηση του πρώτου Malvasia Festival, έτσι όπως την περιέγραψαν η Σόφη, η Ευαγγελία και ο Σωτήρης, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του. Γι' αυτό δεν θα γράψω εδώ, αλλά στο σχετικό άρθρο μου στο Documento της επόμενης Κυριακής. Ύστερα από ένα δίωρο περίπου, αναχωρήσαμε για τον Γέρακα, το νοτιότερο φιόρδ της Ευρώπης και μάλλον ένα απ' τα ομορφότερα μέρη της Ελλάδας. 
Κ. Μπεϊόγλου - Bosko - Β. Νάτσιος - Γ. Πανταζόπουλος - Α. Πούλιου

Ότι και να πω, θα'ναι λίγο για την ομορφιά του τοπίου. Εκεί που η θάλασσα σταματάει ακριβώς στα πόδια σου και αρχίζει η στεριά. Ευτυχώς ο αέρας είχε κόψει κι έτσι απολαύσαμε το περπάτημα και τη θέα ενώ βγάλαμε πολλές αναμνηστικές φωτογραφίες. 

Ακολούθησε γεύμα (τι άλλο;) σε μια απ' τις πιο φημισμένες ψαροταβέρνες της χώρας, απ' ότι έμαθα. Με σεφ την κυρία Ελένη, δοκιμάσαμε τοπικές πίτες με σπανάκι και απίστευτες συνταγές ψαρικών με γαρίδες, καβούρια, σουπιές και χταπόδι με καραμελωμένη φάβα. Και οι σαλάτες όμως δεν πήγαιναν πίσω. Οπτική πανδαισία. Πάρτε μια γεύση...





Τα είπαμε και ωραία μεταξύ μας με τους συναδέλφους, διότι καλά είναι τα διάφορα μέρη και τα τραπεζώματα, το παν είναι όμως η καλή παρέα. Εδώ είμαστε με τον Πανταζόπουλο και τον Νάτσιο:

Μετά τον Γέρακα, ζαλισμένοι απ' τα κρασιά και μπουχτισμένοι απ' το φαΐ μέχρι σκασμού σχεδόν, επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο για ξεκούραση. Αργότερα θα πηγαίναμε για ποτά σ' ένα ωραίο μπαρ μέσα στο κάστρο της Μονεμβασιάς. Υποτίθεται δεν θα τρώγαμε για βράδυ! Αμ δε...



Πράγματι, κάτσαμε σ' ένα πανέμορφο μπαρ ρέστοραν σε μια αυλή με θέα στη θάλασσα από ψηλά. «Θα φάτε κάτι...τσιμπητό» είπε ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού κι εμείς λέγαμε ότι θα μας φέρει καναπεδάκια, μεζεδάκια κλπ. Αντ' αυτού άρχισαν πάλι να έρχονται πιατέλες με σουβλάκια, μπιφτέκια και σαλάτες. Άντε πάλι φαΐ εκεί που ακόμη δεν είχαμε χωνέψει το μεσημεριανό! Στην παρέα ήταν οι πάντες: Οι διοργανωτές του φεστιβάλ, ο αντιδήμαρχος Μονεμβασιάς, το ζεύγος Τσιμπίδη και, φυσικά, η δημοσιογραφική παρέα μας. Οι γάτες μια απ' τα ίδια: Ανέβαιναν στα καθίσματα ανάμεσα μας και απολάμβαναν τα χάδια μας. Μια - δυο απ' αυτές που βλέπετε στις φωτογραφίες, αν δεν είχα τα δύο δικά μου γατιά να με περιμένουν στην Αθήνα, θα τις είχα...απαγάγει. Τέλος πάντων, φάγαμε, ήπιαμε, συζητήσαμε, τσουγκρίσαμε ποτήρια και λίγο μετά τη μία τη νύχτα αποφασίσαμε να γυρίσουμε στο ξενοδοχείο. Ξεράθηκα κανονικά, δεν άντεξα με τους ρυθμούς της ημέρας που είχε περάσει μόλις. 


Το επόμενο πρωί, λίγο πριν αναχωρήσουμε για Αθήνα, ευτυχώς που συνεννοηθήκαμε με τον Πανταζόπουλο να ανέβουμε παρέα για μια τελευταία βόλτα στο κάστρο. Θέλαμε να επισκεφτούμε το σπίτι του ποιητή Γιάννη Ρίτσου, το οποίο - απ' ότι είχαμε ακούσει την προηγούμενη στη συνέντευξη Τύπου - πουλήθηκε από την κόρη του, Έρη, στον δήμο Μονεμβασιάς για 750.000 ευρώ προκειμένου να γίνει μουσείο και τόπος επίσκεψης των ξένων. Πραγματικά ασήμαντο ποσό συγκριτικά μ' ένα άλλο παρακείμενο σπίτι εντός του κάστρου, ιδιοκτησίας ενός Ιταλού, που επίσης πουλήθηκε σε ιδιώτη για ενάμισι εκατομμύριο ευρώ, δηλαδή τα διπλά λεφτά. Κατά τη γνώμη μου, ήταν σοφή η κίνηση αυτή της μοναχοκόρης και κληρονόμου του ποιητή. Το σπίτι ήδη ετοιμάζεται να γίνει μουσείο και εννοείται πως θα συντηρείται από τον δήμο ως πολιτιστική κληρονομιά. Μπήκαμε και μέσα, βγάλαμε ένα σωρό φωτογραφίες, αλλά ούτε γι' αυτό θα γράψω εδώ. Δείτε μόνο μία φωτογραφία: Το κρεβάτι του Γιάννη Ρίτσου, έτσι όπως το άφησε η κόρη του να υπάρχει για πάντα μέσα στο σπίτι - μουσείο. 
Αμέσως μετά πήγαμε με τον Πανταζόπουλο για καφέ στο «Βόλαξ», αν το γράφω σωστά. Φαρμακείο ο καφές...Δύο καφέδες έκαναν εννιάμισι ευρώ! Δε βαριέσαι. Εδώ ο καφές στο πρώην Zonars κοστίζει σχεδόν έξι ευρώ και δεν βλέπεις και τη θέα που είχαμε εμείς. Εκεί μας συνάντησαν η Ευαγγελία και η Σόφη, οι υπεύθυνες επικοινωνίας - και όχι μόνο - του Malvasia Festival. Αποφασίσαμε όλοι μαζί να κάνουμε έναν μεγάλο περίπατο μέσα στο κάστρο και να φτάσουμε μέχρι τον φάρο του. 


Έχω την αίσθηση πως κάθισα στο ομορφότερο καφέ του κόσμου! 







Ήμουν ο μόνος που πρώτη φορά επισκεπτόμουν το κάστρο της Μονεμβασιάς. Τα μεν κορίτσια δουλεύουν εκεί και πηγαινοέρχονται τακτικά από την Αθήνα,ο δε Πανταζόπουλος γνωρίζει καλά επίσης το μέρος, αφού έχει πάει πολλές φορές. Έμαθα πως εκεί αγοράζεις τις πέτρες στην ουσία, αφού μόνο μ' αυτές είσαι υποχρεωμένος να χτίσεις σπίτι, άπαξ βέβαια και σου περισσεύουν εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ για να το κάνεις! Είδαμε και περπατήσαμε γραφικά σοκάκια, ερείπια χριστιανικών εκκλησιών, πολεμίστρες με τις μπάλες των κανονιών άθικτες, μικρομάγαζα τουριστικά, πανέμορφα στέκια για φαγητό και καφέ, ενώ στον απομακρυσμένο φάρο τραβήξαμε και μερικά χιουμοριστικά βιντεάκια σε στυλ...Happy Traveller. 
Σ. μουτάφη - Ε. Πέττα - Bosko - Γ. Πανταζόπουλος
Λίγο μετά τις 11 το πρωί μπήκαμε ξανά στο βαν και με οδηγό πάντα τον Δημήτρη κινήσαμε για την Αθήνα, στην οποία φτάσαμε πέντε ώρες αργότερα. Για ότι ακούσαμε, μάθαμε και για ότι θα γράψουμε, που να αφορά το σκοπό του συγκεκριμένου ταξιδιού, θα τα διαβάσετε σύντομα από το Documento, τη LIFO, το Cosmopoliti και το travel.gr - εδώ εγώ απλά έκανα ένα tour στο περασμένο τριήμερο στην Μονεμβασιά που λάτρεψα και που σίγουρα θα επισκεφτώ ξανά με την πρώτη ευκαιρία.