Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΡΙΚΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΡΡΙΚΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2025

Νόρα Βαλσάμη: «Τα δάκρυα μας είναι η λύτρωση μας...» (μια μελαγχολική συνέντευξη της ηθοποιού από το 2021)

 

Αν ζούσε στη Γαλλία και όχι στην Ελλάδα των sixties, θα ήταν πρωταγωνίστρια της nouvelle vague. Υπήρξε ένα από τα ομορφότερα κορίτσια του ελληνικού κινηματογράφου, των «αθώων και γλυκών ταινιών του Φίνου», όπως λέει και η ίδια. Υπήρξε, ακόμη, μία καλή ηθοποιός, που αυτό της το ταλέντο αναδείχτηκε παραδόξως μέσω της τηλεόρασης. Ποιος δε θυμάται τη γλυκιά και δυναμική Δάφνη στην, κατά Διαγόρα Χρονόπουλο, «Αστροφεγγιά» του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου; Σύζυγος της και πατέρας του παιδιού τους, ο σκηνοθέτης Ερρίκος Ανδρέου, με τον οποίο επίσης δούλεψε πολύ σε κινηματογράφο και τηλεόραση. Τα τελευταία χρόνια ζουν οικογενειακώς στη Σύρο. Νιώθει ξεκομμένη από το καλλιτεχνικό κύκλωμα και επιθυμεί να ξανάρθει στην Αθήνα, όπως και να ξαναβγεί στο θέατρο με ένα έργο αντάξιο της μεγάλης πορείας της. Αυτή δεν είναι η συνέντευξη μιας «δυστυχισμένης ξεχασμένης ηθοποιού», όπως ενδεχομένως αρέσκονται να πλασάρουν όλα τα κουτσομπολίστικα sites. Είναι η αφήγηση μίας σκεπτόμενης ευαίσθητης γυναίκας που άφησε το δικό της στίγμα στον κόσμο του θεάματος, που πλέον αντιμετωπίζει προβλήματα με την υγεία της και που, βασικά, μπορεί ακόμη να κάνει όνειρα. Στη συνομιλία μας θυμάται τον ερχομό από την Αίγυπτο στην Ελλάδα, την είσοδο της στον χώρο της τέχνης και, φυσικά, τη μοναδική σχέση της με τη συνάδελφό της, Αλίκη Βουγιουκλάκη.


Κυρία Βαλσάμη, σε τι φάση σας πετυχαίνω;

Η υγεία μου είναι μέτρια. Δεν φοβάμαι τον κορονοϊό, γιατί έχω έξι μήνες να βγω έξω. Δεν μπορώ, όμως, ακόμη να περπατήσω.

Και πως περνάει ο χρόνος στη Σύρο;

Τηλεόραση, σταυρόλεξο, δουλειές του σπιτιού με τον Ερρίκο που με βοηθάει. Λίγο βέβαια, γιατί έχει δικές του δουλειές αυτός.

Ξέρετε, όταν είπα δημόσια ότι θα μου δώσετε συνέντευξη, υπήρξε μεγάλο ενδιαφέρον απ’ τους Αιγυπτιώτες.

Μ’ αγαπάνε! Εκεί γεννήθηκα εγώ, στη χώρα του Νείλου λέω πάντα, στο Κάιρο. Μέναμε στην Ηλιούπολη, από τις σημαντικότερες πόλεις της αρχαίας Αιγύπτου, κι εκεί πήγαινα σχολείο. Δεν ήμασταν μεγάλη οικογένεια, ο αδερφός μου, ο μπαμπάς κι η μαμά. Στην Αθήνα ήρθαμε στις αρχές του ’60 όταν ήμουν έφηβη.

Είχατε βλέψεις για το θέατρο;

Καμία σχέση, καμία! Το μόνο που θυμάμαι ως κοριτσάκι είναι να φοράω κάτι πιτζάμες μπροστά σ’ έναν καθρέφτη με ντουλάπα που είχαμε κι έπαιζα και χοροπηδούσα. Έκανα τους πρώτους μου αυτοσχεδιασμούς, αλλά σαν παιχνίδι περισσότερο. Αν θέλετε να μιλήσουμε για καριέρα, αυτή ξεκίνησε όταν έπαιξα δίπλα στη Συνοδινού, που με είχε πάει η δασκάλα μου, η μεγάλη χορογράφος Αγάπη Ευαγγελίδου. Με είχε βοηθήσει πολύ η Μαίρη Χρονοπούλου στα πρώτα μου βήματα, που ήταν στον ίδιο θίασο. Η Ευαγγελίδου πήρε εμένα και την κόρη της και μας έβαλε στις «Εκκλησιάζουσες». Κάναμε ένα ντουέτο. Στην ομάδα μετείχε ο συνθέτης Γιάννης Μαρκόπουλος, απ’ ότι θυμάμαι, μαζί και με πολλούς άλλους.

Καλή είσοδος, λοιπόν, σ’ αυτό που λέμε καριέρα.

Πολύ απλή και πολύ γρήγορη είσοδος. Το πιο ενδιαφέρον ήταν στον κινηματογράφο, όμως, που έκανα ένα δοκιμαστικό και μπήκε εμβόλιμο στην ταινία «Τζένη – Τζένη». Έλεγα ένα τραγούδι, αν θυμάστε, ντουμπλαρισμένη από την Καίτη Χωματά. Από εκείνο το δοκιμαστικό, ο Φίνος μ’ έβαλε κατευθείαν να υπογράψω συμβόλαιο.

Ίσως δεν υπήρχε η προοπτική καριέρας ακόμη, αλλά αυτή για τον κόσμο του θεάματος.

Εγώ νομίζω πως η καριέρα στρώθηκε νωρίς. Όσο για τον κόσμο του θεάματος, δεν είχε καμία σχέση μ’ αυτά που ακούω σήμερα και τρελαίνομαι. Τώρα το τι γίνεται, δεν το ξέρω, γιατί δεν έχω και επαφή με κανέναν. Μόνο με τη Μαιρούλα τη Χρονοπούλου μιλάω δυο – τρεις φορές τη βδομάδα.

Η οποία Χρονοπούλου υποστηρίζει ότι κανείς τότε δεν παρενοχλούσε σεξουαλικά στη δουλειά.

Κανείς, κανείς, έχω να το λέω αυτό! Ποτέ, μα ποτέ, δεν είχαμε τέτοια θέματα. Πήγαινα στη σχολή Θεοδοσιάδη, απ’ τις καλύτερες σχολές του καιρού εκείνου, με δασκάλους τον Αλέξανδρο Κροντηρά, τον Τζόγια, την Αγάπη Ευαγγελίδου. Όλοι αυτοί, μαζί με τα παιδιά στη σχολή, ήταν τύπος και υπογραμμός απέναντι μου. Πώς να πω κάτι άλλο σήμερα;

Οι ταινίες έρχονταν η μία μετά την άλλη;

Ακριβώς έτσι, αφότου έκανα συμβόλαιο με τον Φίνο. Το πρώτο μου συμβόλαιο ήταν για εφτά – οχτώ χρόνια. Οι πρώτες μου ταινίες ήταν η «Στεφανία» δίπλα στη Ζωή Λάσκαρη και οι «Κυρίες της αυλής» με τον Ντίνο Ηλιόπουλο.

Τις θεωρείτε σημαντικές αυτές τις ταινίες;

Ειδικά αυτές τις δύο, ναι. Θα έβαζα και τις «Βάσεις και η Βασούλα», από τις τελευταίες, αν όχι η τελευταία ταινία του Φίνου. Οι ταινίες αυτές είχαν κάτι δικό τους συγκριτικά με τις άλλες του συρμού, αν και τότε τις κορόιδευαν. Παίρνανε κακές κριτικές απ’ τους κουλτουριάρηδες. Θεωρούσαν κακό που κάναμε ταινίες που τις έβλεπε πολύς κόσμος.

Κράτησε χρόνια αυτός ο διαχωρισμός εμπορικού και ποιοτικού;

Εγώ χαμπάρι δεν έπαιρνα τότε. Μετά, όταν μεγάλωσα, τον κατάλαβα τον διαχωρισμό. Δεν θύμωσα, βέβαια, ούτε απογοητεύτηκα. Δεν μου έκανε καθόλου εντύπωση, ίσως γιατί ο άντρας μου τότε ήταν στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Μιλάω για αρκετά αργότερα, αφού είχα ήδη γεννήσει το παιδί μου.

Κι έτσι είχατε μία επαφή με τον Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο.

Κάτι άκουγα και καταλάβαινα απ’ τα τηλέφωνα που μιλούσε ο Ερρίκος. Δεν μ’ ενδιέφερε, όμως, δεν ήμουν για να κάτσω ν’ ακούσω τίποτα. Το διάστημα εκείνο ο Ερρίκος γύριζε πολλές ταινίες, τον «Διχασμό», την «Αναζήτηση», την «Επιστροφή», που ήταν ωραίες, πραγματικός κινηματογράφος.

Για να θρέφεται η μνήμη σήμερα.

Τρέχει η μνήμη στα καλά. Σ’ αυτά που αγάπησα. Θυμάμαι τις ταινίες του ’60 και λέω «Μα τα έκανα εγώ όλα αυτά;» Ξυπνούσα στις 5.30 το πρωί για να πηγαίνω στο γύρισμα, εφτά με τρεις. Μου έστελνε μετά η Τζέλλα, η αγαπημένη γυναίκα του Φίνου, τον αδερφό της και μ’ έπαιρνε με το αυτοκίνητο. Έμενα στον Άι – Γιάννη τότε κι είχαν βάλει αυτοκίνητο να με πηγαίνει στο πλατό. Όλα αυτά με το που υπέγραψα το συμβόλαιο, απ’ την πρώτη μέρα. Είχαμε κι έναν φοβερό διευθυντή παραγωγής, τον Μάρκο Ζέρβα, που «έτρεχε» τα γυρίσματα των ταινιών.

Τα βρίσκατε εύκολα στις σχέσεις με τους άλλους;

Με όλους, όπως είπα πριν, είχα πολύ καλές σχέσεις. Ο χαρακτήρας μου ήταν έτσι. Η Αλίκη Βουγιουκλάκη ήταν άλλο καπέλο, θα την έβγαζα απ’ τις υπόλοιπες ανθρώπινες και επαγγελματικές σχέσεις μου. Για δέκα χρόνια ακριβώς κοιμόμασταν στο σπίτι της στο χωριό. Φεύγαμε Κυριακή βράδυ κατευθείαν μετά το θέατρο, οι δυο μας, μες τα χιόνια. Η χαρά της ήταν να ειδοποιεί τη Νότα να ανάψει το τζάκι και να φεύγουμε οι δυο μας για ξεκούραση. Την άλλη μέρα έρχονταν και μας έβρισκαν ο Ερρίκος και ο Κώστας Σπυρόπουλος.

Ας πάμε στο «Η θεία μου η χίπισσα» με τη Βλαχοπούλου.

(γελάει) Μεγάλη πλάκα είχε η ταινία και αυτή ήταν πολύ καλή γυναίκα. Όταν τη συνάντησα κάποτε, στις αρχές του ’80, το πρώτο πράγμα που μου είπε, ήταν: «Έβγαλες καλό παιδί;» Της απάντησα: «Πολύ καλό παιδί»…Ήταν πέντε ετών ο γιος μου τότε. Μια γλύκα σκέτη ήταν η Βλαχοπούλου κι αν ακούγονται διάφορα για το χαρακτήρα της, μαζί μου, δεν ξέρω, αλλά ήταν κι αυτή πολύ καλή. Ακόμα κι η Ζωή η Λάσκαρη με λάτρευε. Τα τελευταία δέκα χρόνια, μετά το θάνατο της Αλίκης, είχαμε γίνει κολλητές με τη Ζωή.

Σας λείπουν οι φίλες σας;

Πάρα πολύ! Έχω αρρωστήσει. Αισθάνομαι ότι δεν έχω κανέναν πια.

Είναι που ζείτε απομονωμένη στη Σύρο.

Δεν γινόταν αλλιώς. Είχα οικονομικά προβλήματα μ’ ένα σπίτι στη Μύκονο που έπρεπε να το δώσω μετά από 22 χρόνια. Έπρεπε να φύγω για να μην το πάρει η τράπεζα. Και πως να ερχόμουν τώρα στην Αθήνα; Με τους πόνους που έχω δεν μπορώ να δουλέψω. Ίσως άμα γίνω καλά κι έχω λεφτά να μπω σε ένα καλό νοσοκομείο.

Εννοείτε ένα κέντρο αποκατάστασης.

Νοσοκομείο χρειάζομαι αυτή τη στιγμή. Ίσως χρειαστώ χειρουργείο στη μέση μου, τι να πω, δεν ξέρω…

Δεν είστε και πολύ μεγάλη, η αλήθεια είναι.

Είναι απ’ την κούραση του θεάτρου, πιστεύω. Θυμάμαι το τελευταίο έργο που παίξαμε με τον Κούρκουλο στο θέατρο Κάπα – το ανοίξαμε και το κλείσαμε το θέατρο αυτό. Ανοίξαμε με Μπρεχτ σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, αυτόν το σπουδαίο σκηνοθέτη! Ερχόταν κάθε Κυριακή με τη σύντροφο του, τη Βιβέτα Τσιούνη, και πηγαίναμε να φάμε ψάρι. Τον θυμάμαι να διαβάζει πάντα την εφημερίδα του. Έμαθα ότι πέθανε πρόσφατα η Βιβέτα, το χρυσό μου…Η Χρονοπούλου ήταν μαζί μου στο ίδιο καμαρίνι. Απ’ τη χαρά μου πήγαινα να καπνίσω ένα τσιγάρο και να πιούμε ελληνικό καφέ. Έτσι έμαθα το τσιγάρο σε μεγάλη ηλικία.

Δεν πίνατε ελληνικό καφέ;

Όχι, εκεί τον έμαθα κι αυτόν, με τη Χρονοπούλου. Αυτή ήταν η χαρά μου μόλις έμπαινα στο καμαρίνι και μέναμε οι δυο μας. Καφές και τσιγάρο.

Οι μικρές χαρές.

Μα και τώρα που σας μιλάω καπνίζω.

«Κι ας μην πάρουμε ρε αδερφέ και σήμερα προφύλαξη για την υγεία μας». Κατερίνα Γώγου.

Ε, άι στο διάολο πια! Άμα είναι κάτι να γίνει, θα γίνει. Δεν θέλω να σκέφτομαι άσχημα πράγματα. Στον ύπνο μου ας έρθει ότι είναι να’ρθει.

Ας ευθυμήσουμε λέω εγώ. Εσείς ανοίξατε ποτέ τα παράθυρα να διαμαρτυρηθείτε για το Βιετνάμ, που έλεγε κι η Βλαχοπούλου στη «Θεία μου τη χίπισσα»;

(γελάει) Όταν γινόταν η ταινία, χαμπάρι δεν έπαιρνα απ’ αυτά τα πράγματα. Μετά, όμως, στα επεισόδια του Πολυτεχνείου, βρήκαμε καταφύγιο με τον Ερρίκο στο σπίτι του Κλέαρχου Κονιτσιώτη. Κοιμηθήκαμε εκεί, παρόλο που μας έλεγαν να φύγουμε, γιατί ήμασταν υπό παρακολούθηση. Το σπίτι του Κονιτσιώτη ήταν δίπλα ακριβώς αριστερά από το Πολυτεχνείο. Ακούγαμε τις σφαίρες να πέφτουν κι εγώ φώναζα. «Πως κάνεις έτσι;» μου είπε ο Κλέαρχος…«Είσαι καλά;» του κάνω, «πάνω στο κεφάλι μας πέφτουν οι σφαίρες». Ήταν τα άσχημα μέσα στα καλά, που τα θυμάμαι κι αυτά ως ωραία, αν και τα καλύτερα μου χρόνια ήταν δίπλα στην Αλίκη και τη Ζωή.

Οι άνθρωποι μετράνε, κυρία Βαλσάμη, μέσα σε έναν ωκεανό εμπειριών.

Θέλω να μιλάω για την Αλίκη και, να με συμπαθάτε, αλλά δεν πολυμιλάω τελευταία με κόσμο. Με την Αλίκη παίξαμε στη «Λυσιστράτη» στην Επίδαυρο, εκεί γνωριστήκαμε. Από τότε εμένα μόνο έπαιρνε στο καμαρίνι της.

Σας θυμάμαι τώρα σαν όνειρο στην κηδεία της Βουγιουκλάκη. Είχατε βγει σχεδόν τρομοκρατημένη στην κάμερα κι είχατε πει πως θα πετάξετε τα φάρμακα και τα καλλυντικά, τα οποία παίρνατε κι εσείς.

Χαζομάρες ήταν αυτές της στιγμής. Λέγανε πως η Αλίκη έβγαλε τον καρκίνο από τα χημικά. Μπούρδες! Εγώ ήμουν πάντα δίπλα της, στο εξωτερικό, στην Κύπρο. Τη σχολίαζαν που έκανε λίφτινγκ. «Τι λίφτινγκ, βρε κτήνη;» Εγώ δεν την έβλεπα στο λαιμό της, στα χέρια της; Έφυγε νέα, αλλά δεν ήθελε η καημένη να φύγει. Ερχόταν το Πάσχα, το τελευταίο που περάσαμε μαζί, και μου λέει μια Τρίτη «Άντε να πάμε στο χωριό να κάτσουμε». Ο αδερφός της είχε βάλει να ψήνεται το αρνί απ’ το πρωί κι εκείνη το έτρωγε με τα χέρια πάντα. Την τελευταία φορά δεν άγγιξε ούτε μία μπουκιά. Ήταν κατακίτρινη και πήγαμε πάνω στο δωμάτιο της, όπου έβαλε λίγο ρουζ. Την πρόσεξα, έτσι που ήταν, αλλά δεν φανταστήκαμε το κακό που θα την έβρισκε.

Τι μουσική ακούγατε τη δεκαετία του ’60;

Εμπεριέχω τη μουσική πάλι μέσω των ανθρώπων. Όταν, συγκεκριμένα, πηγαίναμε στα κλαμπ και χορεύαμε με τον Ερρίκο και, αργότερα, με την Αλίκη και τον Βλάσση Μπονάτσο. Ήμουν του αγκαλιαστού μπλουζ και λιγότερο του ροκ, αν και άκουγα από Σινάτρα μέχρι Πρίσλεϊ. Αυτοί οι παλιοί ήταν οι αγαπημένοι μου. Είμαι της παλιάς σχολής.

Ποια πόλη του κόσμου αγαπήσατε στη ζωή σας;

Θα έλεγα το Λονδίνο, αφού ζήσαμε για τρεις μήνες εκεί με τον Ερρίκο. Άλλαξε λίγο τη ζωή μου το Λονδίνο. Πήγα κι είδα το «Hair» και τα άλλα μιούζικαλ και γύρισα άλλη Νόρα στην Ελλάδα! Απέκτησα μιαν άλλη αίσθηση για τη χώρα μου, τη λίγο επαρχιώτικη. Η Αθήνα μου φαινόταν αίσχος. Ακριβώς η ίδια αίσθηση που είχα όταν φτάσαμε με το καράβι από την Αίγυπτο στην Ελλάδα κι έκλαιγα. Καθώς πλησίαζε το καράβι στον Πειραιά, έλεγα «Πώς είναι έτσι εδώ πέρα που θα ζήσουμε;» και δωσ’ του κλάμα και κακό…Δικαιολογημένα, αφού είχα χάσει τις συμμαθήτριες μου όλες. Μη νομίζετε, ωστόσο, είναι ευχάριστες οι μνήμες, γιατί δεν κουβαλάω καμία πληγή από τα παιδικά μου χρόνια. Είχα ευτυχισμένη ζωή, που συνεχίστηκε με την καριέρα μου στην Ελλάδα.

Μια ζωή στρωμένη, θα λέγαμε.

Ακριβώς, σαν να έγιναν όλα μόνα τους. Ήρθαν στη σχολή και με πήραν μια μέρα οι βοηθοί του Ντίνου Δημόπουλου. Με είχαν δει στη γενική δοκιμή με μια μαύρη φόρμα και ωραία βαμμένη. «Να την πάτε στον Φίνο» τους είχε πει ο Γιάννης Μαρκόπουλος. Μου έδωσαν το τηλέφωνο του Ζέρβα, τον οποίο πήγα και βρήκα με το λεωφορείο. Ήμουν μικρή και δεν οδηγούσα.

Είναι εφήμερη η νεότητα;

Μάλλον ναι, γιατί δεν τη σκέφτομαι πολύ. Μ’ απασχολούν περισσότερο τα τελευταία χρόνια που έζησα άσχημα. Πήγαινα στο νοσοκομείο, που ήταν η Αλίκη, και παίζαμε μπιρίμπα. Εκείνη ήταν με τον ορό. Έκανα ένα σήριαλ με τη Μίρκα Παπακωνσταντίνου τότε και με περίμενε να πάω από κει μετά το γύρισμα. Ήμουν με το μακιγιάζ και μου έλεγε η Αλίκη: «Τα ματάκια σου είναι τόσο όμορφα, γαλανά»… Πώς μ’ αγάπαγε αυτή η κοπέλα, είναι φοβερό…

Όπως μου τα λέτε, σαν να αποτιμάτε τη ζωή σας προ και μετά Βουγιουκλάκη.

Ισχύει. Η ζωή μου είναι παιδικά χρόνια, καριέρα και Αλίκη, όπως σας το λέω. Την τελευταία εικόνα της Αλίκης δεν θα την ξεχάσω ποτέ για όσο ζω! Μπήκα στο θάλαμο και την είδα κατάμαυρη με το ένα της μάτι ανοιχτό να κοιτάει στο κενό. Καμία αντίδραση, δεν γύρισε καν να με δει. Ύστερα από δυο μέρες πέθανε…Γύρισα σπίτι κι ήπια ένα ποτήρι γάλα για να καπνίσω ένα τσιγάρο και να μπορέσω να κοιμηθώ. Με είδε ο Ερρίκος και κατάλαβε τι είχαν δει τα μάτια μου. Δεν μου είπε κουβέντα ο άντρας μου.

Μετά το θάνατο της Βουγιουκλάκη, σας πήρε η κάτω βόλτα κι εσάς;

Ναι, πολύ. Πάρα πολύ, όμως! Ακόμη δεν το’χω ξεπεράσει, ειλικρινά. Σκληρό χτύπημα ήταν κι αυτό της Λάσκαρη. Ούτε αυτό το’χω ξεπεράσει. Με τη Ζωή μέναμε μαζί στη Μύκονο…Τέλος πάντων, μη μου τα θυμίζετε άλλο αυτά.


Πείτε μου για τον Ερρίκο Ανδρέου, τον σύντροφο της ζωής σας.

Γνωριστήκαμε απ’ τον Φίνο, όταν σκηνοθέτησε με άλλο όνομα τα «Δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι». Δεν του άρεσε το σενάριο και τότε έκανε το «Εκείνος κι εκείνη» με την Καρέζη. Αυτός κι αν ήτανε κουλτουριάρης! Διεύρυνε τις γνώσεις μου για τον κινηματογράφο, σαν να μορφώθηκα απ’ τον Ερρίκο.

Το περίμενα να μου το πείτε αυτό.

Γύριζε και καλές εμπορικές ταινίες, όμως. Και σήμερα υποτίθεται ότι έχουμε ποιοτικό λαϊκό κινηματογράφο, αν και δεν ξέρω τι κάνουνε. Εγώ δεν βλέπω τέτοια πράγματα, βάλε μου καμιά ευχάριστη ταινιούλα να δω.

Τις δικές σας ταινίες τις βλέπετε;

Μπα…Μόνο αν πετύχω καμιά καλή, σαν αυτή με τον Βέγγο που κάναμε.

Λέτε το «Ένας ξένοιαστος παλαβιάρης». Συγκινητική ταινία ήταν.

Την είχα αγαπήσει πολύ αυτή την ταινία, όπως αγάπησα και τον Βέγγο, έναν εξαιρετικό και ευγενή συνάδελφο. Θα το ξαναπώ, όλοι μ’ αγαπούσαν, γιατί με έβλεπαν που δεν είχα ζήλιες κι ανταγωνισμούς. Δεν ήμουν κακιά ή πονηρή.

Υπήρξατε ένα πολύ όμορφο κορίτσι. Σας βοήθησε αυτό στην καριέρα σας;

Το’χα καταλάβει απ’ όταν με έβαφε ο μακιγιέρ ο Κελεσίδης και μου έλεγε «Δεν θες εσύ πολύ μακιγιάζ». Δεν ήθελε καν να μου βάλει πρόσθετες βλεφαρίδες. Το εισέπραττα ότι ήμουν ωραίο κορίτσι. Μου το έδειχναν και ο Φίνος με τη Τζέλλα που με φόρτωναν δώρα κάθε Χριστούγεννα. Κανονικό χρυσάφι μού έστελναν, αν και σ’ όλους το ίδιο θα έκαναν, φαντάζομαι τώρα.

Ο Ερρίκος Ανδρέου γύριζε τα μεγαλύτερα φεστιβάλ κινηματογράφου. Τον ακολουθούσατε;

Βεβαίως. Είχα πάει μαζί του στις Κάνες και είχα δει κάνα δυο ταινίες του Αγγελόπουλου, που δεν μ’ αρέσανε. Τώρα εγώ μικρό κορίτσι μ’ αυτές τις γλυκές αθώες ταινίες του Φίνου, τι να μ’ άρεσε στον Αγγελόπουλο; Παρόλα αυτά, ο «Θίασος» μου είχε αρέσει, κάποιες ολόκληρες σκηνές μού έχουν χαραχθεί.

Μελετούσατε πολύ τους ρόλους σας;

Πάρα πολύ, ειδικά όταν κάναμε την «Αστροφεγγιά» με τον Διαγόρα Χρονόπουλο. Έρχονταν φίλοι στο σπίτι, ο Αρζόγλου με την Κρούσκα, πριν χωρίσουν, και παίζαμε επιτραπέζια. Τους άφηνα εγώ, κλειδωνόμουν στο δωμάτιο και μελετούσα με τις ώρες. Διάβαζα για να είμαι έτοιμη, μη μου έλεγε κανείς ότι δεν ήμουν καλά προετοιμασμένη.

Ήταν πολύ ωραίο, πάντως, που είχατε την εκτίμηση του ίδιου του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου λίγο πριν φύγει απ’ τη ζωή.

Ώστε ξέρετε αυτό που είχε γράψει για μένα; «Δεν περίμενα ποτέ ότι αυτό το τόσο γλυκό πλάσμα θα έπαιζε έτσι τη Δάφνη». Κανείς δεν το ξέρει, κάπου έχω φυλαγμένο το κείμενο του. Υποδύθηκα τη Δάφνη σκληρή και τρυφερή παράλληλα, είχα δυο – τρεις μεταπτώσεις στο πλαίσιο του ρόλου. Μετά τους «Μυστικούς αρραβώνες», η «Αστροφεγγιά» ήταν το καλύτερο σήριαλ που έκανα. Θυμάμαι ότι δεν ήθελα να το κάνω. Καθόμουν με τον γιο μου στον «Μαγεμένο αυλό», που έτρωγε κι ο Χατζιδάκις, και τρώγαμε ένα σνίτσελ με το παιδί μου. Ήρθε ένας κύριος με μια βαλίτσα. Ήταν ο Στεφανάκης που μου είπε ότι ετοιμάζουν ένα νέο σήριαλ και με θέλουν. «Α, δεν μπορώ» του κάνω, «μόλις τέλειωσα τους ”Μυστικούς αρραβώνες”». Επέμενε! «Δεν υπάρχει περίπτωση, δεν θα γυριστεί αν δεν είστε εσείς» κι έτσι με έπεισε. Και με τον Διαγόρα είχαμε καλή χημεία, σκηνοθέτησε μετά και το «Άντε γεια σου», το τελευταίο έργο που κάναμε με τον Κούρκουλο και τον γιο του, οι τρεις μας.

Μεσουρανήσατε στην τηλεόραση για ένα μεγάλο διάστημα.

Έκανα πολύ μεγάλες επιτυχίες στην τηλεόραση. «Η εξαφάνιση του Τζον Αυλακιώτη», «Μυστικοί αρραβώνες», η «Αναδυομένη», πολλά, πολλά, που τα έχω ξεχάσει σήμερα. Τα πιο πολλά ήταν ωραία σκηνοθετημένα από τον Ερρίκο. Ήταν η περίοδος που γύριζα από ένα σήριαλ κάθε χρόνο, το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο.

Πως τα προλαβαίνατε όλα ούσα μητέρα κιόλας;

Είχα τη μαμά μου και κράταγε το παιδί τα πρωινά που δούλευα. Σκεφτείτε ότι ήμουν και στο Εθνικό για έξι χρόνια συνολικά. Εκεί έπαιξα πολύ σύγχρονο και κλασικό ρεπερτόριο. Οι τέχνες και η ποίηση, ξέρετε, ακόμη κι αυτή η συνομιλία που κάνουμε τώρα, ίσως εξορκίζουν την απουσία στις ζωές μας. Την απώλεια. Με κάνετε να μιλάω για την Αλίκη και τη Ζωή, που εγώ το ήθελα βέβαια, και με πιάνουν τα κλάματα.

Είστε ευσυγκίνητος άνθρωπος;

Όσο δεν φαντάζεστε. Σε σημείο δακρύων. Σε όλα μου ήμουν πολύ ευαίσθητη.

Δεν είναι λίγο βασανιστικό αυτό;

Είναι, αλλά είναι και μία απελευθέρωση. Ξεσπάς κάπως. Τα βγάζεις από μέσα σου, είναι μέρος των δακρύων σου. Τα δάκρυα μας είναι η λύτρωση μας.

Πιστεύετε ότι έχετε αποτιμηθεί σωστά απ’ τους άλλους ως ηθοποιός;

Αυτό που με ρωτάτε ίσως ήρθε μετά την ερμηνεία μου στον «Ματωμένο Γάμο» του Λόρκα. Έπαιζα τη νύφη και η Ελένη Χατζηαργύρη έκανε τη μάνα. Αποτιμήθηκα πολύ ευνοϊκά από την κριτική ως ηθοποιός. Το ίδιο έγινε και με τη «Δόνια Ροζίτα» που κάναμε με τον Αλέξη Σολομό στο θέατρο, αλλά και στην τηλεόραση με διαφορετική μουσική. Αρχική μουσική είχε γράψει ο Χατζιδάκις, τον οποίο δεν έτυχε να συναντήσω ποτέ. Μετά έγραψε τη μουσική ένας άλλος συνθέτης.

Τον Βασίλη Τενίδη λέτε, που υπήρξε στενός συνεργάτης του Χατζιδάκι.

Αυτός, μπράβο! Εκπληκτικός μουσικός, που τον χρησιμοποιούσε ο Σολομός στο θέατρο.

Τι αξίζει περισσότερο απ’ τη ζωή;

Η ίδια η ζωή. Αξίζει να ζεις, αλλά να’σαι και καλά.

Να βλέπετε τον ήλιο παρά τους πόνους σας.

Δεν θέλω καθόλου να βλέπω τον ήλιο! Κάθομαι μέσα και κλείνομαι. Έχω κατάθλιψη, όπως καταλαβαίνετε.

Αυτό, όντως, είναι ένα δείγμα κατάθλιψης.

Το είχα πάντα αυτό, αλλά τώρα τελευταία πιο έντονα. Να μη με βλέπει ήλιος και να κλείνομαι.

Κι οι καταθλίψεις για τους ανθρώπους είναι.

Είναι…Καλά που έχω και το τηλέφωνο και μπορώ να μιλάω με κάποιον, όπως μαζί σας αυτή τη στιγμή.

Καμιά φορά αρκεί η επίγνωση ενός προβλήματος, δε χρειάζεται καν η λύση του.

Τα προβλήματα είναι καλό να τα αντιμετωπίζεις και να τα λύνεις στην ώρα τους. Εκτός αν σε εμποδίζουν άλλοι λόγοι, όπως εμένα αυτοί της υγείας μου.

Μου άρεσε η γνώμη ενός ψυχίατρου κάποτε: Βάζεις τα προβλήματα αμφιθεατρικά και τα λύνεις με σειρά προτεραιότητας.

Μπορεί να μην έχεις πια τόσα πολλά προβλήματα, αλλά μόνο ένα ή δύο που να’ναι πολύ μεγάλα όμως. Εκεί δεν βάζεις καμία προτεραιότητα, απλά παλεύεις.

Μόνος ή με συμμάχους;

Δεν έχει να κάνει. Η ζωή εξελίσσεται μέσα από τον πόνο, εγώ αυτό έχω καταλάβει.

Θα θέλατε να ξαναβγείτε στο θέατρο;

Μόνο αν βρισκόταν ένας «Ματωμένος Γάμος» ξανά μανά. Εννοώ ένα παρεμφερές μεγάλο έργο, όχι μια ανοησία απλά για να βγω να ξαναπαίξω.

Μπορεί να εννοείτε τους μονολόγους;

Καθόλου δεν τους εκτιμώ τους μονολόγους. Ποιος τους βλέπει;

Μην το λέτε, ανέβηκαν μονόλογοι την τελευταία δεκαετία που έγραψαν ιστορία.

Ποιοι είναι αυτοί;

Η ζωή της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, ας πούμε.

Το άκουσα αυτό, πρέπει να ήταν καλό. Εγώ μια ζωή ήμουν τού μαζί με άλλους ηθοποιούς ώστε να με προστατεύουν.

Από ποιο πράγμα να σας προστατεύουν;

Απ’ την ανασφάλεια μου. Θέλω να έχω ανθρώπους δίπλα μου.

Ανέκαθεν;

Ανέκαθεν. Ήθελα και θέλω κοντά μου τους ανθρώπους που μ’ αγαπάνε. Απ’ τον μακιγιέρ τον Κελεσίδη μέχρι τους βοηθούς που είχα. Μου άρεσε η συντροφικότητα. Κι αν όλοι μ’ αγαπούσαν, αυτούς ήθελα κι εγώ δίπλα μου.

Γινόταν να έχετε δίπλα σας όλο το σινάφι;

Ναι, γιατί ήξερα ποιοι ήταν, όπως κι αυτοί ήξεραν ποια ήμουν εγώ.

Κανένα μυστήριο δηλαδή.

Τα μυστήρια από’να σημείο και μετά παύουν να είναι μυστήρια.

Ποια περίοδο της ζωής σας θυμάστε ως πιο δυσάρεστη;

Φεύγοντας απ’ την Αίγυπτο! Τα μαζέψαμε όλα, μας πήρε ο μπαμπάς και φύγαμε. Ήταν η χειρότερη περίοδος της ζωής μου, πραγματικά.

Θα περίμενα να μου μιλήσετε για το δυστοπικό τοπίο που ζούμε τώρα.

Δεν βγαίνω έξω, δεν κυκλοφορώ και δεν έχω άποψη τι γίνεται στον έξω κόσμο. Ακούγεται κάπως, αλλά είναι η αλήθεια. Γνωρίζω ότι η κατάσταση είναι άγρια. Τι λέτε, θα πεθάνουμε όλοι;

Όχι, δεν θα πεθάνουμε, παρότι τα κρούσματα ξανανεβαίνουν.

Ε, θα πεθάνουμε δηλαδή! (γέλια)

Γελάτε συχνά;

Παραδόξως, ναι, γελάω πολύ. Όπως γέλαγα πολύ και με τον Κούρκουλο, θυμάμαι. Κατουριόμουν απ’ τα γέλια επί σκηνής και μετά αλλάζαμε μέσα, με τη Μελίτα, καλτσόν. Είχαμε μια περίεργη σκηνή που με έσερνε στο πάτωμα, καθώς τάχα μου είχα μείνει έγκυος από έναν φαντάρο φίλο του. Αυτός μ’ έσερνε όλο νεύρα κι εγώ μια πονούσα, μια κατουριόμουν απ’ τα γέλια.

Αναρωτιέμαι αν μπορεί μια ερμηνεία να ισοδυναμεί με πολιτική πράξη.

Η ίδια η τέχνη της υποκριτικής είναι πολιτική πράξη. Θα έλεγα ναι! Το έβλεπα σε μένα και στον τρόπο που στεκόμουν στο θέατρο. Η έλλειψη πολιτικής χαρακτηρίζει μόνο τους άχρηστους και όσους δεν έχουν ιδέα τι τους γίνεται.

Αυστηρή είστε, αλλά δεν θα διαφωνήσω.

Βασικά εμένα πρέπει να αποκατασταθεί η υγεία μου. Αυτό είναι το πρώτο απ’ όλα. Έπειτα να φύγω απ’ τη Σύρο, που έχει πολλή υγρασία. Έχουν μαυρίσει οι κουρτίνες μου απ’ την υγρασία. Έχω ένα σπίτι στη Ραφήνα, αλλά φοβάμαι μη μου το πάρουν. Πως να φύγω, λοιπόν, από δω;

Έχετε και το παιδί σας κοντά σας, τον Ερρίκο τζούνιορ.

Μόνο του είναι κι αυτό εδώ, δεν έχει ούτε ένα φίλο. Ούτε εγώ έχω. Είμαστε ολομόναχοι. Τρεις μοναχοί ψηλά πάνω σ’ ένα βουνό. Πάνε μία στο τόσο στην πόλη ο Ερρίκος, ο μικρός ή ο μεγάλος, και φέρνουν τροφοδοσία με το αυτοκίνητο. Ξέρετε πως νιώθω; Εγκλωβισμένη, σαν να είμαι σε μια φυλακή.

Ότι χειρότερο είναι αυτό σε σχέση με την επιβαρυμένη υγεία σας.

Το ξέρω, αλλά και το σπίτι μου στη Ραφήνα το παράτησα μισοτελειωμένο. Είπα «Αν είναι να μου το πάρουν, τι να κάθομαι να φτιάχνω;»

Μπορώ να ρωτήσω τι περιμένετε από δω και πέρα;

Καταρχάς να γίνω καλά. Να μπορέσω να επιστρέψω στη Ραφήνα αν δεν μου πάρουν το σπίτι. Κι ας είναι μικρό, μόλις 50 τετραγωνικά. Μεγαλώσαμε, αγάπη μου…

Δεν σας πήραν και τα χρόνια, σας το’πα και πριν.

Δεν είμαι και μικρή πια. Μπορώ να πάρω ένα λεωφορείο να πάω κάπου, όπως έκανα παλιά; Δεν μπορώ! Αντώνη, ότι θέλεις και όποτε θέλεις, να με παίρνεις τηλέφωνο.

Σας το υπόσχομαι και όταν περάσει η πανδημία, θα έρθω να σας δω από κοντά.

Μακάρι, Παναγία μου! Σ’ αγαπώ, Αντώνη μου, όπως αγαπώ και όλο τον κόσμο και θέλω να’ναι καλά.

Η Νόρα Βαλσάμη δεξιά με τις φίλες και συναδέλφισσές της, Ζωή Λάσκαρη και Αλίκη Βουγιουκλάκη

* Πρώτη δημοσίευση: Documento (ένα μεγάλο μέρος). Ολόκληρη η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο βιβλίο «Οι_10» (εκδόσεις Άπαρσις, 2021)

** Η συνέντευξη με τη Νόρα Βαλσάμη πραγματοποιήθηκε τηλεφωνικά τον Φεβρουάριο του 2021

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2024

Η τελευταία συνέντευξη του σκηνοθέτη Ερρίκου Ανδρέου (1938 - 2023)

Ήταν μία από τις σπάνιες συνεντεύξεις και η τελευταία του σκηνοθέτη Ερρίκου Ανδρέου, που έφυγε από τη ζωή τον Ιανουάριο του 2023,  στη διάρκεια της οποίας τον ρώτησα για τα παιδικά του χρόνια στη Νότια Αφρική, τις σπουδές του στο περίφημο Centro Sperimentale της Ρώμης, τις προσπάθειες του να ενταχθεί στο εγχώριο κινηματογραφικό στερέωμα με ένα θρίλερ, τον «Εφιάλτη», αλλά και με μία άκρως εμπορική εθνοπατριωτική ταινία στη συνέχεια, τον «Παπαφλέσσα», καθώς και για την οικονομική κρίση που δεν γινόταν να μη χτυπήσει τον ίδιο και την οικογένεια του, σαν και τους άλλους Έλληνες. Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε στα τέλη του 2019 στο σαλόνι του ξενοδοχείου του στην Αθήνα. Μάλιστα, επειδή το barservice είχε κλείσει, τον άφησα για λίγη ώρα ώσπου να πεταχτώ μέχρι την πλατεία Εξαρχείων και να γυρίσω με ένα ζεστό τσάι. Δεν το ήπιε όλο το τσάι του ο Ανδρέου. Δεν τον άφησε η κουβέντα μας που πήγαινε απ’ τό’να θέμα στο άλλο, σαν ένα πινγκ πονγκ μεταξύ μας, το οποίο – έχω την αίσθηση – απολαύσαμε αμφότεροι.

Σας συναντώ σε ένα σύντομο πέρασμα σας από την Αθήνα. Σκέφτομαι πως ήσασταν απ’ τους λίγους Έλληνες σκηνοθέτες που σπούδασαν στο εξωτερικό σε εποχές δύσκολες.

Ναι, στο Centro Sperimentale di Cinematografia της Ρώμης. Δεν ξέρω τι γίνεται σήμερα με τις σχολές, πάντως τότε ήταν φυτώριο κινηματογραφιστών διεθνώς. Εκεί έρχονταν όλοι οι μεγάλοι σκηνοθέτες του ιταλικού νεορεαλισμού και έδιναν που και που διαλέξεις. Θυμάμαι τον Αλεσάντρο Μπλαζέτι και τον Λουκίνο Βισκόντι. Τους γνώρισα!

Είστε γεννημένος εδώ ή στο εξωτερικό, κύριε Ανδρέου;

Στην Ελλάδα γεννήθηκα, πιο κάτω από δω που είμαστε τώρα, στην οδό Μπουμπουλίνας. Έβλεπα μέσα στην Κατοχή να περνάνε κάτω απ’ το σπίτι μας κάρα που πέταγαν ανθρώπους απάνω και ρώταγα τον πατέρα μου: «Μπαμπά, τι κάνουν αυτοί;»…Μου έλεγε: «Άρρωστοι είναι και τους πάνε στο νοσοκομείο»…Η μάνα μου ήταν τέσσερα αδέρφια και ο πατέρας μου κανόνισε μαζί τους να φύγουμε και να πάμε στο Γιοχάνεσμπουργκ. Είχαν προηγηθεί εκείνοι και δούλευαν στη Νότια Αφρική ως πολιτικοί μηχανικοί, έφτιαχναν ρεζερβουάρ, πολυκατοικίες και τέτοια πράγματα. Μας έλεγαν: «Ελάτε εδώ, τι κάνετε εκεί; Είναι Παράδεισος, έχουμε ησυχία και ωραίο καιρό». Και φύγαμε κι εμείς. Μετά λύπης κυρίως των γονιών μου. Με θυμάμαι να μαζεύω τα παιχνίδια μου και τα πράγματα μου.

Μοναχογιός;

Είχα την αδερφή μου, που την πήραμε μαζί μας κι αυτή. Ήταν μεγαλύτερη μου. Πέρσι πέθανε. Πρέπει να πω ότι το ταξίδι μας ήταν περιπετειώδες. Περάσαμε όλη τη Μέση Ανατολή για να βγούμε σ’ ένα λιμάνι, απ’ όπου θα αναχωρούσαμε για Αίγυπτο. Φτάσαμε στο Κάιρο και για μια βδομάδα περιμέναμε να περάσει το καράβι με τ’ όνομα «Σελάντια». Όταν, τέλος πάντων, ανεβήκαμε στο καράβι κάναμε κάθε πρωί ασκήσεις με σωσίβια.

Γιατί αυτό;

Όλη η θαλάσσια περιοχή της Ανατολικής Αφρικής ήταν γεμάτη από υποβρύχια Γιαπωνέζων που βομβάρδιζαν τακτικά τα διερχόμενα πλοία. Ότι βρέξει ας κατεβάσει…Κινδύνευε η ζωή μας κανονικότατα, αλλά εγώ βέβαια ήμουν πανευτυχής (γέλια)

Άρα στο Γιοχάνεσμπουργκ εκδηλώσατε τα καλλιτεχνικά σας ενδιαφέροντα.

Βέβαια. Είχα εκδηλώσει ενδιαφέρον για το θέατρο πρωτίστως, όταν ο πατέρας μου με πρωτοπήγε εδώ στη Λυρική Σκηνή. Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς αυτό, πριν ή μετά τη φυγή μας, αλλά έχω την εικόνα του πατέρα μου που παρακολουθούσε τον ενθουσιασμό μου. Έπαιζαν οι ηθοποιοί ένα έργο του Βέρντι, το «Ριγκολέτο» νομίζω, όπου εγώ κοίταζα τα παρασκήνια και όχι τη σκηνή. Του έλεγα: «Κοίτα, μπαμπά, αυτός έχει ένα σχοινί που το τραβάει και κλείνει η αυλαία» κλπ. κι εκείνος τά’χασε, παρότι ήθελε να με σπρώξει προς τη μουσική.

Υπό μία έννοια απομυθοποιούσατε αυτά που βλέπατε από μικρή ηλικία.

Όχι, αντίθετα τα έβλεπα ως κάτι μαγικό. Το πώς γύριζαν τα σκηνικά και άλλαζαν οι σκηνές, όλα αυτά.

Υπήρχε έντονη καλλιτεχνική δραστηριότητα στο Γιοχάνεσμπουργκ της δεκαετίας του 1940;

Υπήρχαν κινηματογράφοι – παλάτια! Αίθουσες δύο και τριών χιλιάδων θέσεων, τεράστιες! Πολύ περιποιημένες και ωραίες, επίσης. Έπαιζαν ότι καινούργιο έβγαινε, κυρίως αγγλόφωνες ταινίες, αν κι υπήρχαν και κάποια σινεμά που έπαιζαν ταινίες σε άλλες γλώσσες. Να πω, ωστόσο, ότι δεν ήταν εκεί η πρώτη μου επαφή με τον κινηματογράφο. Στα γενέθλια μου, κάποτε, μου χάρισαν μια καμερούλα «Bolex» κι έκανα λήψεις εδώ κι εκεί. Έπαιρνα φιλμάκι τεσσάρων λεπτών και το έβλεπα σαν παιχνίδι. Κάπως έτσι μπήκε το μικρόβιο. Αργότερα έπαιρνα τους συμμαθητές μου και τους έδινα σεναριάκια του τύπου «Ο κύριος Τζορτζ», όπου ο Τζορτζ ήταν ένας συμμαθητής κι οι άλλοι όλοι τον δουλεύανε και τον πειράζανε. Α, «The amateur photographer» λεγόταν, γιατί είχε μανία να φωτογραφίζει. Τους έβαζε όλους στη σειρά να τους «τραβήξει», έπιανε και περίεργες γωνίες γιατί ήταν και λίγο ψώνιο αυτός ο Τζορτζ. Στο τέλος, έπεσε και τσακίστηκε από κάπου κι εκεί τελείωνε η ταινία, που διαρκούσε τρία λεπτά όλα κι όλα (γέλια)

Κωμωδία δηλαδή ήταν η πρώτη σας ερασιτεχνική ταινία, με γκαγκ.

Ναι, αλλά έκανα και ένα άλλο φιλμάκι μυστηρίου, θριλεράκι, «Mission Impossible» τό’χα ονομάσει! Δεν θυμάμαι τώρα λεπτομέρειες, αλλά ήταν ένας που τον παρακολουθούσε κάποιος κι από πίσω είχα βάλει να παίζει η 5η του Μπετόβεν. Βάζαμε μετά τον ήχο, φορετό, γιατί δεν ήταν σύγχρονος με την εικόνα. Τώρα που το θυμάμαι πάλι, νομίζω πως είχε μια υποτυπώδη δράση με κατασκόπους και σε κάποια φάση έβαλα τον ήρωα να φιληθεί με την πρωταγωνίστρια. Ντρεπόντουσαν, μαθητές ήταν κι αυτοί, «No, no» μου έλεγε η κοπέλα, «Its important» της απαντούσα εγώ, αλλά στο τέλος το βγάλαμε το φιλί κι ησυχάσαμε. Είχα γίνει, λοιπόν, ο σκηνοθέτης του σχολείου (γέλια)

Οι δικοί σας εντάχθηκαν ομαλά στην ξένη κοινωνία του Γιοχάνεσμπουργκ;

Καθόλου! Ήταν πολύ δεμένοι με την Ελλάδα κι έβρισκαν όλο ελαττώματα στον εκεί τρόπο ζωής. «Δεν προλαβαίνεις να πας κάπου» λέγανε, «πας σ’ ένα γκισέ να πληρώσεις κάτι και σε λίγο σχηματίζεται ουρά από πίσω σου». Τους έβλεπαν σε κοπάδια εκεί τους ανθρώπους, αλλά, εντάξει, μετά βοήθησε και το γεγονός πως είχαν και τους θείους μου.

Εσείς είχατε, όμως, καλά παιδικά χρόνια.

Ναι, είναι αλήθεια αυτό. Σχολείο πήγα στους Marist Brothers, το περίφημο σχολικό συγκρότημα εγνωσμένου κύρους. Είχα καλούς δασκάλους. Πήγα στη «Great One», τη «standard» τάξη, κατευθείαν σε αγγλόφωνο τμήμα κι έτσι τα αγγλικά έγιναν η δεύτερη γλώσσα μου.

Το «είχατε» με τις ξένες γλώσσες;

Από κει ξεκίνησε αυτό που με ρωτάτε. Μετά, πριν πάω στο Centro Sperimentale, ενώ δεν ήξερα ιταλικά, έκανα εντατικά για δυο – τρεις εβδομάδες και κατάφερα να διαβάσω μερικά βιβλία. «How to speak the italian» κλπ., τέτοιες πρακτικές διάβαζα για να μάθω (γέλια)

Κατευθείαν από το Γιοχάνεσμπουργκ βρεθήκατε στη Ρώμη για κινηματογραφικές σπουδές;

Όχι, έμεινα αρκετά χρόνια στο Γιοχάνεσμπουργκ. Έκανα αρκετές τάξεις, τελείωσα το αγγλικό Γυμνάσιο, ώσπου κάποια στιγμή οι γονείς μου δεν θέλανε να μείνουν άλλο εκεί. Οι θείοι μου τους έλεγαν: «Και που θα πάτε; Ακόμη έχει τα χάλια της η Ελλάδα», παρόλο που’χε τελειώσει ο πόλεμος. Επέστρεψαν τελικά οι δικοί μου στην Αθήνα το ’48 – ’49 μεσ’ στον Εμφύλιο. Στο μεταξύ, εγώ έκανα κάποια μαθήματα ελληνικών, γιατί πηγαίνοντας σε σχολείο αγγλικό, έπρεπε να μάθω να διαβάζω και να γράφω στη γλώσσα μου, εκτός απ’ το να τη μιλάω. Ερχόταν μια δασκάλα απ’ την ελληνική κοινότητα και μού’κανε μαθήματα.

Αν γυρίσατε στην Αθήνα στα τέλη του 1940, συμπεραίνουμε πως ζήσατε στη Νότια Αφρική ούτε δέκα χρόνια. 

Ακριβώς. Δεν ήρθαμε όμως όλοι μαζί πίσω. Πρώτα ήρθαν οι γονείς μου το ’48 για να προλειάνουν το έδαφος. Εγώ λίγα χρόνια μετά που μπήκα στο πανεπιστήμιο, παίρνοντας το «Bachelor of Arts», είχα μελετήσει πολύ την αγγλική λογοτεχνία, τον Σαίξπηρ, τον Ντίκενς. Έλεγα του πατέρα μου ότι ήθελα ν’ ακολουθήσω το δρόμο του θεάτρου και μου απαντούσε: «Πάρε πρώτα το ”Bachelor of Arts” και το ξανασυζητάμε». Δεν του άρεσε η ιδέα ούτε να φύγω, ούτε να ασχοληθώ με το θέατρο, που δεν το θεωρούσε κερδοφόρο επάγγελμα. Μετά ήθελε να με κάνει επιστήμονα κατά κάποιο τρόπο. Πριν έρθουν στην Αθήνα οριστικά οι γονείς μου, πέρασαν από Ιταλία για να συναντήσουν κάποιους γνωστούς τους. Αυτοί τους μίλησαν για μια «φημισμένη σχολή κινηματογράφου, το Centro Sperimentale», όπου αμέσως ο πατέρας μου με ειδοποιεί: «Σου βρήκαμε σχολή σκηνοθεσίας»! Σεβάστηκε την επιθυμία μου! Εμένα ήταν η καλύτερη μου! Λίγες εβδομάδες πριν τελειώσει η φοιτητική χρονιά, πήρα το αεροπλάνο και πήγα από το Γιοχάνεσμπουργκ στη Ρώμη με μία στάση, όμως, στην Αθήνα. Έπρεπε να δω τον πατέρα μου, που με πήρε κι ανεβήκαμε μαζί στην Ακρόπολη για να την έβλεπα. Από κει έφυγα κατευθείαν για Ρώμη, εφόσον θα ξεκινούσε άμεσα η περίοδος φοίτησης. Η φοίτηση κράτησε δύο χρόνια στην Ιταλία, μιλάμε για το ’54 – ’55.

Στα 15 σας δηλαδή;

Στα 17 μου, είμαι το 1938 γεννημένος.

Σωστά. Δικό μου λάθος, νόμιζα πως είστε του 1940.

Όχι, του ’38 είμαι. Είχα μάθει, λοιπόν, λίγα ιταλικά και καταλάβαινα τι μου λέγανε, χωρίς να μπορώ να εκφραστώ κανονικά. Εκεί είδα και γνώρισα τα πάντα! Μέρα παρά μέρα βλέπαμε στην αίθουσα προβολών όλες τις νεορεαλιστικές ταινίες του Ντε Σίκα. Στη μεγάλη κινηματογραφική λέσχη που υπήρχε, είδαμε από Μελιές και Λυμιέρ μέχρι τα γερμανικά εξπρεσιονίστικα και τη ρωσική πρωτοπορία με Αϊζενστάιν και Πουντόβκιν.


Γυρίσατε εκεί κάποια φοιτητική ταινία;

Ναι, στο τέλος έπρεπε να γυρίσουμε κάποια ταινιούλα, αν κι εγώ δεν ανήκα επισήμως στη σχολή αυτή, η οποία ήταν «εθνικής κινηματογραφίας», δηλαδή μόνο για Ιταλούς υπήκοους. Υπήρχαν βέβαια κι άλλοι ξένοι, Άγγλοι, Γιαπωνέζοι, χωρίς καμία διαφορά, στις ίδιες τάξεις μπαίναμε όλοι, απλώς δεν παίρναμε επίσημη πιστοποίηση, ούτε μας επιχορηγούσαν για να κάνουμε ταινία. Παραγωγές δικές μας κάναμε κι εγώ έκανα μια 20λεπτη ταινία σε φιλμ 35mm. Είχα πάρει, στο μεταξύ, και μια κάμερα μεγαλύτερη και καλύτερη. Βρήκα δυο – τρεις τύπους εκεί και μια κοπελίτσα και έκανα μόνος μου την ταινία μου. Ήταν ένα love story περιμένοντας το τραμ με ένα αγόρι που’ναι ντροπαλό και διστάζει να πλησιάσει το κορίτσι. Τελικά τον πλησιάζει το κορίτσι. Τη γύρισα έξω ακριβώς απ’ τη σχολή  που πηγαινοερχόμασταν στο κέντρο της Ρώμης με τα τραμ. Έκανα και επίσκεψη, επίσης, στην Τσινετσιτά που η πόρτα της ήταν διαγώνια φάτσα απέναντι απ’ το Centro Sperimentale. Χωρίς να είναι στο πρόγραμμα μου, πήγαινα συχνά στην Τσινετσιτά.

Γινόταν και μ’ άλλους, όποιος ήθελε δηλαδή έμπαινε στην Τσινετσιτά;

Όχι, απλά εγώ παρακάλαγα και μ’ άφηναν. «Άντε, πέρνα» μου λέγανε. Γύριζαν τότε το «Πόλεμος και Ειρήνη» με την Όντρεϊ Χέπμπορν και τον Χένρι Φόντα. Ένα μεγάλο πλατό ήταν ένα απέραντο χιονισμένο δάσος, υπερπαραγωγή! Ήταν μια σκηνή που κάτι έλεγε ο Φόντα στη Χέπμπορν. Όντας παρών στο γύρισμα, με έπιασε ο σκηνοθέτης, καλοδιάθετος. «Im a student» του εξήγησα και μου έδωσε συμβουλές, που ακόμα τις θυμάμαι: «Follow your dreams» μου είχε πει, κάτι τέτοιο θυμάμαι, μια ωραία ευχή. Δώσαμε εξετάσεις και ύστερα ήρθε η περίοδος που οι Αμερικανοί για οικονομικούς λόγους, έριχναν τα λεφτά για παραγωγές τους στην Ιταλία. Ετοίμαζαν τα σκηνικά της «Κλεοπάτρας» με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ! Εκεί να έβλεπες σκηνικά!

Ωραίο είναι που τα ζήσατε όλα αυτά.

Ναι, μου άρεσε πολύ, δε βαριόμουν να πετάγομαι συνέχεια απ’ την Τσινετσιτά.

Διαβάζατε πολύ τότε;

Διάβαζα πολύ, ναι. Και ταυτόχρονα έβλεπα πολύ σινεμά. Δίπλα στο διαμερισματάκι, που’χα νοικιασμένο, ήταν ένας μεγάλος δρόμος με τρία – τέσσερα σινεμά. Εκεί πρωτόδα Χίτσκοκ, εποχής «Vertigo». Το «Ψυχώ» βγήκε λίγο πιο μετά.

Τι σας άρεσε στον Χίτσκοκ;

Μου άρεσε το παιχνίδι του με τους φακούς, με τους φωτισμούς.

Ο δικός μου δάσκαλος, ο Δήμος Θέος, είχε πει κάποτε πως ο Χίτσκοκ άμα δεν γινόταν σκηνοθέτης θα γινόταν δολοφόνος.

(γελάει) Τον Θέο τον είχα γνωρίσει τότε που’χα κάνει πρόεδρος του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου. Θυμάμαι τις ταινίες του. Δεν συμφωνώ, ο Χίτσκοκ είχε πολύ χιούμορ και σεξουαλικά απωθημένα πολλά.

Μα ο ίδιος είχε δηλώσει σε συνέντευξη του πως η σεναριογράφος και γυναίκα του, Άλμα Ρέβιλ, τον «έσωσε» απ’ το να γινόταν ομοφυλόφιλος.

Φαινόταν αυτό απ’ το πως ταλαιπωρούσε τις πανέμορφες πρωταγωνίστριες του. Ειδικά την Τίπι Χέντρεν στα «Πουλιά», της είχε ρίξει αληθινά πουλιά και μόνο που δεν τη φάγανε! Έβγαζε ένα μισογυνισμό, επειδή ίσως ήξερε πως δεν θα μπορούσε ποτέ να τις έχει αυτές τις γυναίκες. Πάρτε για παράδειγμα άλλη ταινία του, που έπαιζε η Γκρέις Κέλι, το είδωλο της εποχής. Της φέρθηκε άσχημα σαν σκηνοθέτης! Ωστόσο, μου άρεσαν οι ταινίες του και ειδικά το «Vertigo», που έπαιζε πολύ με τα σύμβολα, με τον σουρεαλισμό, αλλά και με έναν τρομερό αισθησιασμό και ερωτισμό.

Στον δικό σας «Εφιάλτη», που σήμερα έχει πάρει cult διαστάσεις, σεξουαλικά απωθημένα φαίνεται νά’χει η Μαργκό, η ηρωίδα σας. Μοιάζει στερημένη ερωτικά.

Ναι, ισχύει. Θέλω να πω στο σημείο αυτό ότι ο «Εφιάλτης» δεν είναι ακριβώς φιλμ νουάρ, όπως το χαρακτηρίζουν.

Εγώ πάντα λέω ότι είναι η πρώτη ελληνική ταινία τρόμου.

Ούτε τρόμου θα την έλεγες με την έννοια ότι δεν έχει κάτι για να τρομάξεις, όπως τον Δράκουλα να βγαίνει απ’ το φέρετρο (γέλια). Εγώ ήθελα μια καθημερινή ιστορία που να μην πει ο άλλος «Έλα, μωρέ, υπερβολές τώρα» μέχρι να υπάρξει η έκπληξη του τέλους. Και μέχρι το τέλος, ν’ αναρωτιέται ο θεατής: «Μήπως ο δολοφόνος είναι ο αδερφός της; Μην είναι η μάνα της;»

Μιλήστε μου για την επιλογή της Βούλας Χαριλάου στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Δεν έκανα casting. Είχα δει στο θέατρο την Αντιγόνη Βαλάκου στο «Γλυκό πουλί της νιότης». Μου άρεσε σαν ένα ευαίσθητο εύθραυστο κορίτσι.

Θα της πήγαινε, όντως, να έκανε μία σχιζοφρενή δολοφόνο.

Ναι, αλλά όταν την πλησίασα τη Βαλάκου, μου είπε: «Το διάβασα το σενάριο, κύριε Ανδρέου, το βρήκα ενδιαφέρον, αλλά πώς να σας το πω, είστε πολύ νέος, δεν έχετε εμπειρία κι εγώ έχω μια φοβία με τους σκηνοθέτες. Αφήστε με να το σκεφτώ»…Και τελικά δεν έγινε. Μια μέρα είμαι στην Ομόνοια και βλέπω μια ταινία που έπαιζε η Βούλα. «Α, για δες μια φάτσα» σκέφτηκα, «που δεν είναι ούτε όμορφη, ούτε άσχημη»!

Ζει η Βούλα Χαριλάου σήμερα.

(με έκπληξη χαράς) Ζει; Ποτέ δεν την ξανάδα, ούτε την άκουσα, ούτε τίποτα!

Απλά έχει αποσυρθεί και δεν θέλει να δίνει συνεντεύξεις. Το επιχείρησα, γι’ αυτό σας το λέω…

Θα ήθελα πολύ να της μεταφέρετε τους χαιρετισμούς μου! Είχαμε περάσει ωραία τότε, δέσαμε και μάλιστα είχαμε και μια σύντομη ερωτική σχέση. Είχαμε έρθει πολύ κοντά. Βοήθησε πολύ και στον τρόπο που επικοινωνούσα με τους άλλους. Όταν την είχα πλησιάσει για τον «Εφιάλτη», μου είπε: «Μα έχω πάρει προκαταβολή 5.000 δραχμές για τη συμμετοχή μου στον τάδε θίασο». Τη ρωτάω «Δεν μπορείς να φύγεις;»…«Όχι, αφενός με ιντριγκάρει ο ρόλος της Μαργκό, αφετέρου τα’χω ξοδέψει τα λεφτά της προκαταβολής για την άλλη δουλειά»…Πάω στην τράπεζα και λέω του πατέρα μου: «Χρειάζομαι πέντε χιλιάρικα για ν’αποδεσμεύσω την πρωταγωνίστρια μου». Μου τα έδωσε. Τα έδωσα της Βούλας και της είπα να τους τα γυρίσει μαζί με ένα «Ευχαριστώ πολύ, αλλά συγγνώμη, μου βγήκε ολόκληρη ταινία να γίνει πάνω μου». Επίσης, για να τη δελεάσω κιόλας, της έδωσα και μια προκαταβολή δύο – τριών χιλιάδων.

Στην ουσία ανεξάρτητη παραγωγή ήταν ο «Εφιάλτης».

Φυσικά. Στην αρχή είχα γυρίσει το σενάριο από κάποιους παραγωγούς κραταιούς. Είχα κάνει κι ένα πέρασμα από τη ΦΙΝΟΣ που βρισκόταν στη Στουρνάρα. «Βρε παιδάκι μου, δεν περνάνε αυτά εδώ, θρίλερ και τέτοια» μου είπαν. «Εμείς θέλουμε φουστανέλες, μελοδράματα με ”καημένες” κι εγκαταλειμμένες»…«Μα, αυτό είναι κάτι άλλο» επέμενα εγώ και στο τέλος έφυγα. Απελπίστηκα, αλλά αισθανόμουν τυχερός που είχα δουλέψει σε ξένες παραγωγές στην Ελλάδα ως βοηθός σκηνοθέτης Έλληνας! Ήμουν α’ βοηθός στα «Κανόνια του Ναβαρόνε»! Έμεινα για έξι μήνες στη Ρόδο. Ο Καρλ Φόρμαν, ο παραγωγός, είχε αρχικά προσλάβει για σκηνοθέτη τον πολύ καλό Αλεξάντερ ΜακΚέντρικ. Μ’ αυτόν ξεκινήσαμε τα εξωτερικά γυρίσματα κάπου στην Πάρνηθα, αλλά όταν είδαμε τα πλάνα στην αίθουσα προβολής, στη Ρόδο, δεν του άρεσαν του Φόρμαν. Κι έτσι τον έτζασε τον ΜακΚέντρικ και πήρε τον άλλο σκηνοθέτη! Στα γυρίσματα ήμασταν δύο Έλληνες βοηθοί σκηνοθέτη. Εγώ πήγαινα με το δεύτερο συνεργείο, ακούγοντας πάντα οδηγίες, ενώ στο πρώτο συνεργείο ήταν ο άλλος βοηθός, ο Σπύρος Σπυρομήλιος.

Είχε καμία σχέση με τον Πύρρο Σπυρομήλιο του ΕΙΡ, για τον οποίο ο Χατζιδάκις με τον Γκάτσο έγραψαν το «Κουρασμένο παλικάρι»;

Δεν το γνωρίζω…Μπορεί να ήταν γιος του, ναι…Έχω χρόνια ν’ ακούσω και γι’ αυτόν. Τον θυμάμαι με το πρώτο συνεργείο και μένα σε από κάτω χώρο δράσης, με το δεύτερο συνεργείο, να μ’ έχουν ένα γουόκι τόκι στα χέρια! Μία άλλη ταινία που είχα δουλέψει και που τη θεωρώ στήριγμα για τα μετέπειτα, τα δικά μου, ήταν οι «300 της Σπάρτης» του Ρούντι- όπως τον λέγαμε- Ματέ και σε μουσική του Χατζιδάκι. Αυτή η ταινία έγινε το ’62 – ’63, παραγωγή της FOX. Εγώ μόλις είχα τελειώσει τον «Εφιάλτη» και συνέχισα να δουλεύω σε ξένες μεγάλες παραγωγές. Μου έλεγε ο Ματέ: «Λοιπόν, τώρα θα εμφανιστούν γύρω στους 500 είλωτες και θα βγουν μπροστά τους τα άρματα που θα τους ρίχνουν ακόντια. Έπειτα, θα σκάσουν μύτη οι Σπαρτιάτες που θα’ναι πίσω απ’ την κάμερα», μιλάμε για χίλια άτομα κι εγώ ένιωθα άνετος που τα άκουγα όλα αυτά. Ο Χατζιδάκις δεν είχε περάσει καθόλου απ’ τα γυρίσματα, αλλά τον συνάντησα μία φορά αργότερα φευγαλέα. Δεν έτυχε ν’ ανήκω στο περιβάλλον του και, εννοείται, τον εκτιμούσα πάρα πολύ. Όλα αυτά ήταν διάλειμμα ώσπου να γεμίσω τις δικές μου μπαταρίες.

Ο «Εφιάλτης» στηριζόταν σε κάποιο ξένο λογοτεχνικό έργο, π.χ., ή γράφτηκε κατευθείαν από εσάς;

Όχι, δικό μου σενάριο ήταν. Σκέφτηκα το story και το έγραψα αμέσως.

Το θέμα του διχασμού προσωπικότητας υπήρχε όμως και στο «Ψυχώ» της προηγούμενης χρονιάς.

Το «Ψυχώ» ήταν λίγο τραβηγμένο, διαπραγματευόταν το θέμα ενός τύπου έξω από τη ζωή. Είχε και νεκροκεφαλές μέσα, στη σκηνή του τέλους – εντάξει, ωραίο ήτανε, αλλά εγώ ήθελα να κάνω κάτι, που να κυριαρχεί ένα μυστήριο, αλλά μέσα από ανθρώπινες καταστάσεις.

Και το πάντρεμα με τον συνθέτη Μίμη Πλέσσα πως προέκυψε; Έγραψε υπέροχη jazz μουσική στον «Εφιάλτη».

Είχα διευθυντή φωτογραφίας τον Αριστείδη Καρύδη, που μου μίλησε για ένα καλό νέο συνθέτη, τον Πλέσσα. Του εξήγησα πως θα ήθελα μια μοντέρνα μουσική και μας έφερε σε επαφή. Αμέσως δέσαμε με τον Μίμη! Μου πρότεινε να βασιστεί η μουσική της ταινίας σε jazz μοτίβα με το φόβο κάποιοι να παραξενευτούν, αφού δεν συνηθιζόταν ακόμη στον ελληνικό κινηματογράφο. «Προχώρα» του είπα και βγήκε αυτό που βγήκε! Θέλω όμως να αναφερθώ και στους άλλους ηθοποιούς της ταινίας, που τους είχα διαλέξει έναν – έναν: Τον Σταύρο Ξενίδη, τη Ντέπυ Μαρτίνη, τον άλλο τον χοντρό που ήταν και καλό παιδί, τον Ζανίνο λέω (γέλια)

Λύστε μου μια απορία που την έχουν και πολλοί άλλοι: Τι ακριβώς συμβαίνει μέσα σ’ εκείνο το φωτογραφείο του Ζανίνο; Ναρκωτικά, πορνεία, ομοφυλοφιλία, ομαδικό σεξ; Αφήνετε υπόνοιες…

Και ναρκωτικά, και ομοφυλοφιλία ενδεχομένως, και τα πάντα, ότι ήθελε να φανταστεί ο καθένας! Κυρίως εμπόριο γυναικών, που κυκλοφορούσαν φωτογραφίες τους τότε. Ήθελα να δείξω ότι υπήρχε διαστροφή κι από κει και πέρα, ο καθένας ότι ήθελε, φανταζόταν…

Ιδιαίτερα τρομαχτικό ήταν και το σατανικό γέλιο της Κίας Μπόζου!

Η Κία, ναι! Έπαιζε με τη φωνή της στην ουσία, αλλά και στις σκηνές των φόνων. Της είχαμε βάψει με φούμο όλο το πρόσωπο και ο Ντίντης ο Καρύδης πρόσεχε πολύ το φωτισμό της, να μη φανεί καθόλου ποια είναι. Έριχνε το φως από πίσω για να μη φωτίζεται μπροστά. Θυμηθείτε και τα κυνηγητά στην Πλάκα, που την κυνηγούσε ο δικηγόρος! Υπήρχε και ο Νικολαΐδης, εξαίρετος, που έπαιζε τον θείο της Μαρτίνη. Βρήκα κι εκείνο το μπαλέτο που έβαζαν οι μαύροι μια λευκή, ξανθιά, στο καζάνι να τη βράσουν να τη φάνε (γέλια)

Είχε κάνει επιτυχία ο «Εφιάλτης» στον καιρό του;

Όχι, είχε πάει πολύ αδύνατα…Πέρναγε ο κόσμος, έβλεπε τις φωτογραφίες στα ταμπλό του κινηματογράφου απ’ έξω, αλλά δεν πολυμπαίναν μέσα. Έκανε κάποια εισιτήρια, αλλά τίποτα ιδιαίτερο. Αργότερα άρχισε να γίνεται δημοφιλές έργο.


Εσάς πιο σινεμά σας ενδιέφερε τότε; Αυτό του Κούνδουρου και του Κακογιάννη ή το εμπορικό του Φίνου;

Το εμπορικό δεν με τραβούσε. Εγώ ήθελα να κάνω τον «Εφιάλτη» κι έλεγα πως θα βρεθούν άνθρωποι να τους αρέσει. Μετά έκανα την «Επιστροφή» με την Έλλη Φωτίου, δράμα, που ο Αντώνης Σαμαράκης είχε κάνει διασκευή της παλιάς «Γέφυρας της αμαρτίας». Ήταν η πρώτη πρόταση που είχα δεχτεί από τον Κονιτσιώτη για να κάνω ταινία. «Άσε αυτά τα περίεργα κι έλα δω τώρα να κάνουμε ένα ωραίο love story» μου έλεγε ο Κλέαρχος, που με εκτιμούσε. Μου άρεσαν οι ταινίες του Κούνδουρου και του Κακογιάννη, απλά δεν είχα ζήσει εδώ για να’χω εμποτιστεί μ’ αυτές τις καταστάσεις και να επηρεαστώ πολιτικά ή κοινωνικά. Σιγά – σιγά, στο δρόμο τα μάθαινα αυτά. Ε, μετά με βρήκε ο Τζέιμς Πάρις.

Ήταν η επόμενη ερώτηση μου αυτή! Θεωρείτε ότι σας βοήθησε πολύ στην καριέρα σας;

Με άφησε ελεύθερο. Εν λευκώ! «Έλα δω, Ανδρέου, πάμε Μυτιλήνη, δες τα τοπία και κάνε ότι νομίζεις»! Πήγαμε πράγματι στη Μυτιλήνη – μιλάω για το ’63 και το ’64, πριν τη δικτατορία. Ο Τζέιμς Πάρις ήταν ήδη εδώ και δούλευε, είχα κάνει την «Αντιγόνη» με τον Γιώργο Τζαβέλλα. Αγαπούσε την Ελλάδα και είχε έρθει απ’ την Αμερική με λεφτά για να επενδύσει στον ελληνικό κινηματογράφο και να τον αναδείξει. Το καλό του ήταν πως δεν ενοχλούσε τους δημιουργούς, έλεγε «Α, έχεις ωραίο σενάριο, προχώρα»!

Ο Τζέιμς Πάρις ωστόσο κατηγορείται μέχρι σήμερα για τη φιλοχουντική στάση του.

Αυτός ήθελε να’χει μέσα στρατό τζάμπα. Πιο πολύ συνέβη αυτό, καθώς πήγαινε και τους έλεγε «Θέλω ένα λόχο» ή «ένα τάγμα για τη Μάχη της Κρήτης», που’χε κάνει με τον Ντίμη Δαδήρα. Τα είχε καλά με το καθεστώς χωρίς να εκφραζόταν πολιτικά, αλλά πρακτικά. Μας έλεγε με νόημα, «Ωραία, τώρα θα μας δώσουν κι από κει στρατό να μπορέσουμε να γυρίσουμε τις σκηνές». Έτσι είδαμε τον Πρέκα να γυρνάει απάνω στα βουνά και όλα τα άλλα.

Σας έδωσε την ευκαιρία να κάνετε και τον «Παπαφλέσσα», μια απ’ τις πιο εμπορικές ελληνικές ταινίες.

Ο «Παπαφλέσσας» έγινε το 1971 για τα 150 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση του ’21, πλησίαζε η Επέτειος.

Όπως σήμερα καλή ώρα με τα 200 χρόνια, που ποιος ξέρει τι θα δούμε…

Πριν απ’ τον «Παπαφλέσσα», το ’70, είχα κάνει μια ταινία σε παραγωγή δική μου, την «Ανταρσία των δέκα» που διαδραματιζόταν σ’ ένα καράβι μ’ έναν κακομούτσουνο καπετάνιο που ταλαιπωρούσε το πλήρωμα. Μ’ αυτή την ταινία είχα πάρει το βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και την επόμενη χρονιά έρχεται η Νόρα, που δούλευε στον Φίνο, και μου λέει το εξής: «Ο Φίνος μου είπε ”Πες του Ανδρέου ν’ αναλάβει τον Παπαφλέσσα”»! «Τι δουλειά έχω εγώ με τον ”Παπαφλέσσα”;» ήταν η πρώτη μου αντίδραση. Επέμεναν, ενώ ο Πάρις ήθελε τον Δαδήρα για σκηνοθέτη, αλλά ο Φίνος απεφάνθη πως «ο Ανδρέου σίγουρα θα το φέρει εις πέρας»! Έτσι έγινε ο «Παπαφλέσσας» ως συμπαραγωγή της Φίνος, του Τζέιμς Πάρις και του πρώιμου τότε Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, που λεγόταν κάπως αλλιώς. Ακριβή παραγωγή, η ακριβότερη της εποχής εκείνης, αλλά τώρα έχει ξεπεραστεί. Μου βγήκε πολύ στρωτά το γύρισμα, είχα κάνει ένα σχέδιο και έβγαλα ακριβώς το πρόγραμμα. Λίγο φιλμ παραπάνω τραβήξαμε μόνο γιατί είχαμε πολλές αυτοσχέδιες σκηνές μαχών κλπ. Είχα αμολήσει δύο ξεχωριστές κάμερες, θυμάμαι.

Δεν ξέρω αν τα λέω σωστά, αλλά υπάρχει ένας αστικός θρύλος για το ρολόι που ξεχάστηκε στο χέρι ενός τσολιά κομπάρσου σε σκηνή μάχης.

Δεν θυμάμαι, να πω την αλήθεια. Μπορεί, όμως! Μέσα σε τόσο κόσμο…Υποτίθεται, όμως, πως όλοι, μόλις τους έντυναν, περνούσαν απ’ τον έλεγχο του φροντιστή ή του σκηνογράφου. Η ταινία έκοψε πολλά εισιτήρια και υμνήθηκε από τη χούντα, αλλά σήμερα πιο πολύ βλέπεται σαν πατριωτική ταινία και, πραγματικά, υπήρχε μιαν αγνότητα γι’ αυτό το ίνδαλμα της Ελληνικής Επανάστασης του ’21. Ο Παπαμιχαήλ ήταν καλός στο ρόλο του και δεν είχαμε κανένα πρόβλημα. Άλλωστε εγώ έχω ωραία επικοινωνία με τους ηθοποιούς μου και ποτέ προβλήματα. Δεν βοηθάει, ξέρετε, ο αυταρχισμός, αντίθετα το χιούμορ είναι σωτήριο ειδικά με τις γυναίκες ηθοποιούς.

Τη Νόρα Βαλσάμη τη γνωρίσατε το 1967;

Ακριβώς, το ’67, σε μία ταινία που δεν την υπόγραψα εγώ. Λεγόταν «Τα δυο πόδια σ’ ένα παπούτσι», που θεωρούσα ότι ήταν κάπως φτηνή. Έλεγα «Εντάξει, μη βάλω τ’ όνομα μου και σε κάτι ασήμαντο», έχοντας κάνει και τον «Διχασμό», που ήταν πραγματικά ωραία ταινία. Έκανα και με τη Τζένη Καρέζη μια λίγο φευγάτη ταινία, για την οποία πήγαμε στην Κρήτη και κάτσαμε μαζί με τον Γιάννη Μαρκόπουλο, τον συνθέτη. Είχε βγει μια καλή ιστορία, όχι απόλυτα επιτυχημένη, αλλά είχε τις καλές στιγμές της. Η Νόρα μόλις ξεκινούσε, κοριτσάκι, και μας είχε συστήσει ο Φίνος στο φουαγέ των στούντιο: «Η δεσποινίς Βαλσάμη, ο κύριος Ανδρέου»…Ήταν η περίοδος που λίγο μετά έφυγα για την Αμερική κι έκανα άλλες δύο ταινίες με τον Τζέιμς Πάρις. Η μία ήταν η «Ληστεία», σε σενάριο του Τζιώτη, με τον Στέφανο Στρατηγό και μια Αγγλίδα, μια ξένη κοπέλα.

OK. Αναφέρεστε σε ταινίες που εδώ έφτασαν στην κατηγορία των σοφτ – πορνό.

Δεν θα τις έλεγες σοφτ – πορνό τόσο, όσο απλά ερωτικές. Εδώ το έβγαλαν ως «Κατηγορώ το κορμί μου»! Πήγαινα και τους έλεγα «Τι τίτλος ειν’ αυτός, ρε παιδιά; Τι θα πει ”Κατηγορώ το κορμί μου”;» (γέλια) Δεν με απασχόλησαν ποτέ αυτές οι ταινίες, για να σας είμαι ειλικρινής. Στην Αμερική κάθισα κάνα πεντάμηνο περίπου. Μου άρεσε πολύ η Νέα Υόρκη! Γύρισα πίσω τίγκα στους δίσκους! Είχα φέρει το «Sgnt. Peppers…» των Beatles και κάτι ψυχεδελικές αφίσες που’χα βρει στο Γκρίνουιτς Βίλατζ. Τις μάζεψα και τις έβαλα μετά στους τοίχους στο διαμέρισμα μου στο Παγκράτι. Ήταν πολύ ωραία εποχή! Την άκουγε πολύ κι η Νόρα τότε αυτή τη μουσική.

Γι’ αυτό έκανε και την κόρη της Βλαχοπούλου στη «Θεία μου τη χίπισσα».

(γελάει) Ναι, είχε μεγάλη πλάκα αυτή η ταινία. Έβγαινε η Νόρα με κάτι κρόσσια!

Ασκούσατε κριτική, ως ζευγάρι, ο ένας στις ταινίες του άλλου;

Συζητούσαμε, αλλά δεν ανακατευόμασταν, εκτός απ’ τις ταινίες που γυρίζαμε μαζί. Της έλεγα τι μ’ άρεσε, τι δεν μ’ άρεσε κλπ. Κι αυτή, το ίδιο.

Απασχολούσε τα ΜΜΕ της εποχής η κοινή ζωή σας;

Ναι, λίγο: «Η δεσποινίς Βαλσάμη και ο κύριος Ανδρέου βρέθηκαν στο ”Νουβέλ Βαγκ” στην Πλάκα» (γέλια) «Εθεάθησαν« έγραφαν για την ακρίβεια! Λίγο αστεία ακούγονται για τα σημερινά δεδομένα. Με τη Νόρα δέσαμε πολύ, ήμασταν ερωτευμένοι και με πολλούς τσακωμούς, που είναι μεσ’ στη ζωή. Έχουμε, ξέρετε, πολύ διαφορετικές ιδέες για πολλά πράγματα.

Πείτε μου ένα παράδειγμα.

Όχι τόσο πολιτικά. Εμένα, ας πούμε, μ’ αρέσει η τάξη. Η Νόρα γεμίζει τραπέζια με διάφορα κουτάκια, ότι βρίσκει. «Ρε, πουλάκι μου» της έλεγα, «θέλω ν’ ακουμπήσω ένα ποτήρι και δεν έχει χώρο» (γέλια). Η ζωή μας άλλαξε όταν γίναμε γονείς. Ο Ερρίκος μας γεννήθηκε το 1975. Τον αφήσαμε σχετικά ελεύθερο, δεν υπήρχαν απαγορεύσεις. Ίσως το παρακάναμε, γιατί τώρα έχει και τα δικά του και με τα δίκια του. Ασχολείται με τις μουσικές του και φτιάχνει μοντέρνα ηλεκτρονικά πράγματα. Στέλνει τις ηχογραφήσεις του στην Αμερική, όπου έχει κάνει και ψιλο-ονοματάκι μάλιστα. Το ψευδώνυμο του είναι «Eric Electric», «New song by Eric Electric» γράφουν τα εξώφυλλα σε κάθε νέα δουλειά του. Τώρα βγήκε ήδη το δεύτερο άλμπουμ του που υπάρχει στο i-tune και το YouTube. Τα ακούω κι εγώ, έχω επαφή με το διαδίκτυο, αλλά δεν είναι του ύφους μου.

Ο Ερρίκος Ανδρέου & η Νόρα Βαλσάμη το 1967

Πολύ χαίρομαι μ’ αυτά που ακούω. Είχατε ποτέ ανταγωνιστική σχέση πατέρας – γιος;

Έχουμε, λίγο όμως. Όχι σοβαρά πράγματα, αλλά του στυλ «Σου’πα να βάλεις βενζίνη» και «Μη μου κάνεις εμένα μαθήματα», τέτοια, ασήμαντα.

Κάνατε και αρκετό θέατρο, κύριε Ανδρέου. Σας άρεσε τόσο, όσο και το σινεμά;

Θα μ’ άρεσε να’χα κάνει πιο πολύ θέατρο, αλλά δεν ήμουν άνετος με το χώρο του θεάτρου, δεν είχα εμπειρία, άρα και υπόσταση στο χώρο αυτό. Πιο καλά δούλεψα στον κινηματογράφο, αλλά και στην τηλεόραση.

Ναι, θυμάμαι σαν όνειρο τα έργα του Ξενόπουλου με τη Βαλσάμη που μεταφέρατε στην τηλεόραση.

Ήταν οι «Μυστικοί αρραβώνες», η Κλέλια, όπως έλεγαν τη Νόρα, τα δυο αδέρφια που τσακωνόντουσαν, όλα αυτά…

Το σινεμά του Αγγελόπουλου το παρακολουθούσατε;

Δεν μου πήγαινε, αλλά του’χα μεγάλη εκτίμηση. Ήμασταν γνωστοί και φίλοι απ’ το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Είχαμε πάει και μαζί στις Κάνες, όταν ήμουν πρόεδρος του ΕΚΚ κι εκείνος είχε κάνει το «Μετέωρο βήμα του πελαργού». Είναι ένα στυλ δικό του, το σέβεσαι. Ο Βούλγαρης, ας πούμε, έχει κάνει δυο – τρία καλά, αλλά ίσως εμένα να μη μου πηγαίνει. Δεν είδα δηλαδή κάτι δικό του που να μ’ εντυπωσιάσει, ενώ ο Αγγελόπουλος ήταν πιο πολύ αυτό που λέμε «Into the point». Ο δε Χρυσός Φοίνικας που έφερε το ’98 στην Ελλάδα ήταν, πιστεύω, μια σημαντική διάκριση για τη χώρα.

Εσάς σας ενδιέφερε περισσότερο το φεστιβαλικό κοινό ή τα εισιτήρια;

Δεν πολυασχολιόμουν με το κοινό. Μ’ άρεσε ν’ ακούω ότι άρεσε μία ταινία μου, αλλά ως εκεί. Δεν μπήκα ποτέ στη λογική του «Α, ο Δαλιανίδης έκοψε 300.000 εισιτήρια», όπου απαντούσα «Με γεια του, με χαρά του».

Είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο ο Δαλιανίδης στο ελληνικό σινεμά;

Πώς δεν είναι! Προσέφερε ένα άλλο είδος, ψυχαγωγικό. Δεν είναι ανάγκη να λύνουμε όλα τα προβλήματα της ανθρωπότητας (γέλια). Μερικοί λένε «Ήρθαμε εδώ για να γίνουμε σκηνοθέτες και να επιβάλλουμε την τάξη στο ανθρώπινο γένος». Κουραστικός βαθυστόχαστος στόχος, γιατί άμα δεν εξελίσσεται και κάποια δράση…Υπάρχει μια σεναριακή αρχή, που μάλλον δεν την ξέρουν, και που δεν έχει να κάνει μ’ έναν ταλαιπωρημένο που περπατάει και περπατάει κι όλο περπατάει…

Εγώ σας «κόβω» μέχρι στιγμής σαν ένα σκηνοθέτη συνειδητοποιημένο που δεν σας πολυενδιέφερε τι έκαναν οι άλλοι γύρω σας.

Ναι, εγώ ήθελα και να περνάω καλά στη ζωή μου, χωρίς να εννοώ πλουσιοπάροχα. Μια ωραία παρέα νά’χουμε, να γλεντάμε. Δεν υπήρξα ποτέ άνθρωπος των καταχρήσεων, δεν μπήκα σ’ αυτό, παρότι έβλεπα πράγματα γύρω μου. Τις θεωρώ αδυναμία χαρακτήρα τις καταχρήσεις, γι’ αυτό και το τσιγάρο μαχαίρι τό’κοψα. Είχα και λόγο, βέβαια, αφού έκανα δύο καρδιακά επεισόδια πριν 20 χρόνια. Το μίσησα το τσιγάρο έκτοτε!

Θέλω να πάμε τώρα στην τελευταία σας ταινία όχι πολλά χρόνια πίσω.

Πάνε σχεδόν δέκα χρόνια τώρα. Κουράστηκα, γιατί δεν ήμουν και πολύ ευχαριστημένος.

Όντας μιας άλλης γενιάς, αναφέρεστε στις συνθήκες παραγωγής;

Καταρχάς δεν υπήρχε επαγγελματίας παραγωγός. Ήταν ένας λάτρης του σινεμά, ο Καντύλης, που είχε κάνει τον «Αστραπόγιαννο» σε συμπαραγωγή με τον Φίνο. Έκανε ένα βιβλίο με την ιστορία της ζωής του που αποφάσισε μετά να το κάνει ταινία. Προσπάθησα με κάποιον συνεργάτη να σουλουπώσω το σενάριο, αλλά δεν…Γύρω στο τρίμηνο και με διακοπές μας πήρε η όλη διαδικασία προεργασίας των γυρισμάτων. Δεν έπαιζαν και πολύ γνωστοί ηθοποιοί μέσα.

Δεν έχετε όρεξη ούτε να μιλήσετε γι’ αυτή την ταινία, παρατηρώ.

Όχι, δεν έχω.

Γιατί την κάνατε;

Είχα ανάγκη από χρήματα. Ήταν καλοπληρωμένη παραγωγή και για μας ήταν μια κακή οικονομική περίοδος. Είπα: «Εντάξει, αυτός θέλει να κάνει τη ζωή του ταινία κι εγώ θα κάνω ότι μπορώ καλύτερο». Υπάρχουν, λοιπόν, καλές στιγμές, αλλά σαν σύνολο δεν είναι κάτι ιδιαίτερο.

Πόσο σας χτύπησε η οικονομική κρίση;

Πολύ, γιατί είχα ξανοιχτεί με δύο δάνεια. Δύσκολες καταστάσεις…Προστασία των τραπεζών βλέπουμε μόνο και όχι των ανθρώπων. Άσχημο συναίσθημα, γιατί λες «Δούλευα μια ζωή ολόκληρη κι έφτασα να μη μπορώ να κάνω το ένα και τ’ άλλο, το σχετικά απλό;» Μου υπενθυμίζει πως ο καλλιτέχνης στην Ελλάδα είναι σαν να μην υπάρχει, αφού το κράτος δεν τον ξεχωρίζει καθόλου, ακόμη κι αν έχει προσφέρει. Υπάρχουν μουσικοί, σκηνοθέτες, ζωγράφοι που κάνανε θαυμάσια δουλειά και βλέπεις έναν υπουργίσκο που πέθανε να τον τιμούν με τρομπέτες και μπάντες. Τι ειν’ όλη αυτή η μαφία; Μια πίκρα σε πιάνει…

Συναναστραφήκατε πολιτικούς στη ζωή σας;

Όχι, δεν είχαμε ποτέ σχέσεις. Κοινωνικά, αν συναντιόμασταν σε κάποιο κέντρο, «Α, τι κάνετε, πως είστε;», τίποτα παραπάνω όμως, όχι νά’χουμε κοινή ζωή.

Πως και έχετε αποσυρθεί στη Σύρο τα τελευταία χρόνια;

Είπαμε να κάνουμε μια καινούργια αρχή, ν’ αλλάξουμε περιβάλλον. Είχαμε περιοριστεί στο σπίτι στη Ραφήνα και θέλαμε ν’ ανοίξουν οι ορίζοντες μας. Τώρα μένουμε σ’ ένα σπίτι στο βουνό απάνω με θέα τη θάλασσα.

Σας ηρεμεί η θάλασσα;

Είναι μοναξιά, αλλά το ζυγίζουμε. Άλλα δέκα σπίτια μόνο υπάρχουν κοντά μας.

Το σκέφτεστε να γυρίσετε στην Αθήνα;

Δεν ξέρω. Μπορεί να βαρεθούμε τον πολύ καθαρό αέρα και να γυρίσουμε. Έχει βολευτεί κι ο γιος μας που έχει το στούντιο του εκεί και μπορεί να παίζει δυνατά τα όργανα, χωρίς να ενοχλεί κανέναν.

Να τολμήσω να ρωτήσω πως είναι η υγεία της κας Βαλσάμη; Έχουν γραφτεί τέρατα, να σας πω την αλήθεια.

Μα, ρε γαμώτο, πάνε και γράφουν τέρατα, πραγματικά. Μπορεί να λέει σ’ έναν φίλο ή σε μια φίλη της κάτι δικό της, προσωπικό, όχι δημόσια ή σε δημοσιογράφο, κι αυτοί κάνουν την τρίχα – τριχιά. «Πεθαίνει» κλπ., κάτι τίτλους, που η Νόρα τους βλέπει και γελάει. «Θες να τους πάρω τηλέφωνο;» τη ρωτάω, «Όχι, άσ’τους» μου κάνει, «τι να τους πάρεις τηλέφωνο;» Τώρα θα τους μάθουμε; Καμιά φορά μπορεί να τα γράφουν και συμπαθητικά, αλλά με μια τέτοια υπερβολή που νομίζει ο άλλος πως είναι ετοιμοθάνατη η γυναίκα…

Θεωρείστε ότι σας ρώτησα από προσωπικό ενδιαφέρον περισσότερο.

Η Νόρα είναι σκληρό καρύδι, παρά το εύθραυστο που έβγαζε. Έχει και τις εμμονές της και δεν κωλώνει με τα χειρουργεία άμα χρειάζονται. Πρόσφατα έβγαλε τη χολή της και δεν μασάει.

Διατηρείτε μεταξύ σας χιούμορ;

Όχι τόσο τώρα τελευταία, γιατί δεν έχουμε κατασταλάξει ώστε να αισθανθούμε ότι είμαστε εκεί μόνιμα.

Σας διακατέχει μια τάση φυγής;

Ενδεχομένως. Δεν έρχομαι πολύ συχνά πια στην Αθήνα, εκτός αν είναι κάτι για καμιά δουλειά, όπως τώρα που με πετύχατε.

Σας χαροποίησε το βραβείο που πήρατε από το Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου; Δηλώσατε ευχαριστίες για την αναγνώριση της δουλειάς σας.

Αυτό είπα, ναι; Εντάξει, ωραίο ήτανε, μια αναγνώριση, αλλά δεν ήταν και το Όσκαρ (έχουμε σκάσει στα γέλια) Τον αγαπώ πολύ τον Νίνο Μικελίδη, τον ξέρω πολλά χρόνια και είναι φίλος μου.

Έχετε χιούμορ τελικά, κύριε Ανδρέου. Πολύ σας ευχαριστώ.

Αυτή δεν ήταν συνέντευξη, αλλά η ιστορία της ζωής μου. Εγώ σας ευχαριστώ πολύ!

* Πρώτη δημοσίευση: koutipandoras.gr

** Ευχαριστώ τον κριτικό κινηματογράφου Νίνο Φενέκ - Μικελίδη που μου είχε κανονίσει τη συνέντευξη με τον Ερρίκο Ανδρέου (Νοέμβριος 2019) 

*** Στη μνήμη του Ερρίκου Ανδρέου (1938 - 2023)