Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΙΒΛΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 6 Απριλίου 2024

Κυκλοφόρησαν τα «Ποιήματα και Τραγούδια» του Θωμά Κοροβίνη

Φωτογραφία: Αφροδίτη Μιχαηλίδη
Ο Θωμάς Κοροβίνης, ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους συγγραφείς, που εδράζεται στη Θεσσαλονίκη, δεν έχασε ποτέ την επαφή του με το λαϊκό στοιχείο, όχι μόνο λόγω επαγγελματικής…διαστροφής, αλλά κυρίως επειδή αυτό επιτάσσει η παιδεία του και η προσωπικότητα του, αφήνοντας έτσι και μια σοβαρή παρακαταθήκη στο έντεχνο λαϊκό τραγούδι: Σαν στιχοπλόκος πρώτα απ’ όλα, συνεργαζόμενος με πολλούς συνθέτες και ερμηνευτές, αλλά και όντας  ο ίδιος τραγουδοποιός. Ήταν επιβεβλημένη μία έκδοση από την «Άγρα», τον εκδοτικό οίκο που μας τροφοδοτεί με τα κατά καιρούς πονήματα του, στην οποία θα περιέχονταν τα ποιητικά και στιχουργικά του άπαντα. Πρέπει να πούμε εδώ πως ο Κοροβίνης είναι απ’ τους λίγους συγγραφείς που κοσμούν με τη γραφή τους τη χοάνη του facebook. Πολλά δηλαδή από τα ποιήματα του που διαβάζουμε στο βιβλίο, τριάντα στο σύνολο τους, τα είχαμε πρωτοδιαβάσει στον προσωπικό του λογαριασμό στο facebook, όπως το γραμμένο για τον Ζακ Κωστόπουλο «Πόσες φορές σε ξαναείδα», που είχε κάνει μεγάλη αίσθηση. Διότι, αυτό που αναδεικνύεται από την ποίηση του Κοροβίνη, είναι ακόμη ένα συστατικό της προσωπικότητας του: Η αγάπη του τόσο για τους επιφανείς εκπροσώπους της πνευματικής ζωής σε διεθνές επίπεδο, όσο και για τους αποσυνάγωγους αυτού του κόσμου κι αυτής της κοινωνίας. Στα ποιήματα του Κοροβίνη θα συναντήσουμε τον Πιέρ Πάολο Παζολίνι και τον Μανώλη Αναγνωστάκη, τον Νίκο – Αλέξη Ασλάνογλου και τον Γιώργο Ιωάννου, αλλά και τον Βαγγέλη Γιακουμάκη, την Ελένη Τοπαλούδη ή και έναν μαύρο παρία στις όχθες του Μισισιπή. Συνδετικός αρμός όλου αυτού του ελκυστικού τυραννισμένου «θιάσου» παραμένει η βαθιά αριστερή του σκέψη και ο ουμανισμός του. Και κάπως έτσι εξηγείται γιατί ο Κοροβίνης είναι και ένας πολύ αγαπητός άνθρωπος σε όποιον έχει την τύχη να τον συναναστρέφεται στη Θεσσαλονίκη, στην Αθήνα, στην Κωνσταντινούπολη ή στο Πήλιο. Στην ενότητα «μελοποιημένα ποιήματα» περιέχονται τα 35 στιχουργήματα που μελοποιήθηκαν από τον ίδιο στους τρεις προσωπικούς δίσκους του: «Από έβενο κι αχάτη» (1992), «Τακίμια» (1998) και «Το κελί» (2008) με βασικό ερμηνευτή πάλι τον ίδιο. Θα ξεχώριζα από τον πρώτο του δίσκο το, αφιερωμένο στη Φλέρυ Νταντωνάκη, «Φλέρυ», όπως και το μεταφρασμένο από τα τουρκικά «Yeter (Αρκετά πια, φτάνει)». Και πάλι ο Κοροβίνης φτιάχνει τραγούδια – πορτραίτα, είτε μέσω αφιερώσεων σε ανθρώπους που μπορεί να γνώρισε, μπορεί και όχι («Από την Πάτρα στην Αθήνα» για την Πόλυ Πάνου, «Ο χρόνος είναι σταυρωτής» για τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, «Για τη φωνή σου» για τη Λιζέτα Καλημέρη, «Γιλμάζ Γκιουνέι» κ.α.), θεωρώ όμως πως με κομμάτια σαν «Της ζωής τα κουρέλια» και «Το κελί» έφτασε στο απόγειο της, προορισμένης για τραγούδι, στιχουργικής ιδιότητας του.  Το ίδιο ενδιαφέρον έχει και η επόμενη ενότητα του βιβλίου, «Στίχοι – συνεργασίες με άλλους συνθέτες», δεκατέσσερα τραγούδια με τα λόγια του να ενδύονται μελωδίες συνθετών σαν τον Γιώργο Καζαντζή, τον Δημήτρη Κοντογιάννη, τον Χρήστο Τσιαμούλη, τον Ανδρέα Κατσιγιάννη, τον Γιώργη Χριστοδούλου κ.α. Βλέποντας «αρχειοθετημένο» όλο αυτό το μέχρι πρότινος «αδέσποτο» υλικό, συνειδητοποιείς πως τον Κοροβίνη έχουν ερμηνεύσει οι μεγαλύτερες φωνές της Θεσσαλονίκης και όχι μόνο, από τον Νίκο Παπάζογλου και τη Βούλα Σαββίδη μέχρι την Ελένη Βιτάλη και τον Παντελή Θεοχαρίδη. Η τελευταία ενότητα ονομάζεται «Μη μελοποιημένα ποιήματα για τραγούδια» και καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος της έκδοσης μαζί με τις υποκατηγορίες «Θαλασσινά τραγούδια» και «Κύκλος Αγίου Όρους». Εδώ πάλι πρόκειται για έναν θησαυρό καλοπλεγμένων λέξεων – σκέτη πρόκληση για κάθε συνθέτη που αναζητά στίχους αξιώσεων. Διαβάζεις, λόγου χάριν, το ποίημα «Άγριο ρόδο της ερήμου» και το «ακούς» μελοποιημένο ήδη από έναν Σωκράτη Μάλαμα ή έναν Βαγγέλη Κορακάκη. Ομοίως και την, εμπνευσμένη από τον Παπαδιαμάντη, «Ακριβούλα» που φαίνεται ν’ αναζητά τη μελωδία και τη ζεστή ερμηνεία ενός Ορφέα Περίδη. Και, φυσικά, ο Κοροβίνης κι εδώ δεν απαρνείται ούτε για μια στιγμή τα Ιερά πρόσωπα που τον συντρόφευσαν και τον συντροφεύουν μέσα από ποιήματα σαν το «Γιώργος Κούδας» (για τον θρυλικό ποδοσφαιριστή), «Ένα ζεϊμπέκικο για τον Στέλιο» (Καζαντζίδη), «Με κομμένα φτερά» (για την Κατερίνα Γώγου), «Το δάκρυ» (μνήμη Τάσου Μπαντή) και το «Παλιός Βαρδάρης» (για τον Ντίνο Χριστιανόπουλο, που αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και άλλων στιχουργημάτων του). Ωστόσο, η κατηγορία «Κύκλος Αγίου Όρους» είναι από μόνη της ένα σχεδόν παράδοξο σύνολο ποιημάτων για τραγούδια. Ο Κοροβίνης μ’ αυτά τα δώδεκα στιχουργήματα συνεχίζει (ερήμην του ίσως) στο δρόμο του πιο τολμηρού εκκλησιαστικού μέλους, έτσι όπως αυτό μας κληροδοτήθηκε μέσα από το «Τροπάριο της Κασσιανής». Στο «Σκίρτημα σου», π.χ., ο στιχουργός αναφέρεται στους πειρασμούς και τα μαρτύρια του Αγίου Αντωνίου που πέρασε για μια ανικανοποίητη αγάπη, εκεί που στον «Θάνατο» φαίνεται να διαγράφει με μια μονοκοντυλιά την πίστη και την ελπίδα στη μεταθανάτια ζωή. Διότι η ίδια η ζωή τελικά είναι αυτή που πρωταγωνιστεί στη σκέψη του Κοροβίνη, έτσι όπως αποτυπώνεται στα γραπτά του. Ζωή μέσα από τον έρωτα, την αγάπη, τη συντροφικότητα, μακριά από κάθε κακό και άδικο που ο κόσμος αυτός κουβαλάει στην κοιλιά του.

 «Το βιβλίο «Ποιήματα και Τραγούδια» του Θωμά Κοροβίνη κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα.

Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2017

Ο Απόστολος Γιαννιτσάκης, ένας επίδοξος Έλληνας Τόλκιν, μιλάει για την ταύτιση επιστημονικής φαντασίας, παραμυθιού, πραγματικότητας και ανθρωπιστικών αξιών

Το έργο του αποτελείται από εφτά βιβλία. Σε μορφή e-book έχει κυκλοφορήσει μόνο το πρώτο μέχρι σήμερα. Έχει βραβευτεί σε ημερίδα του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με τίτλο ‘’Σύγχρονο Μυθιστόρημα Φαντασίας’’. Εν συνεχεία βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Βιβλίου στο Κηποθέατρο Αλκαζάρ. Τέλος, διακρίθηκε απ’ το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου μέσα στα πιο επιτυχημένα e-book της χρονιάς.Ο Απόστολος Γιαννιτσάκης είναι ένας νέος συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας ή, σωστότερα, σύγχρονων παραμυθιών, που μπορεί να είναι και βαθιά ανθρωπιστικά - κατά τα λεγόμενα του - πάντα κάτω από το πέπλο του παραμυθιού. Ο ίδιος δίνει τις απαντήσεις στις ερωτήσεις μου για την ιδιότυπη τέχνη που ασκεί και που προσπαθεί να την επικοινωνήσει με το κοινό του.
Ζεις κάπου έξω από την Αθήνα. Θα ήταν πιο εύκολα τα πράγματα, λες, αν ήσουν πολιτογραφημένος Αθηναίος σε σχέση με τη δουλειά σου και την προώθηση της; 
Πιστεύω πως τα πράγματα θα ήταν το ίδιο δύσκολα ή εύκολα ακόμα κι αν ζούσα στην Αθήνα. Πολύ απλά γιατί οι ευκαιρίες δεν χαρίζονται, αλλά κερδίζονται. Την ίδια μάχη πιστεύω θα έδινα, τις ίδιες στιγμές απομόνωσης θα κατέγραφα και τις ίδιες αγωνίες ακόμα κι αν ήμουν πολιτογραφημένος Αθηναίος.
Τι είναι αυτό που διαφοροποιεί έναν συγγραφέα ιστοριών επιστημονικής φαντασίας από έναν άλλο που απλά καταγράφει σκέψεις και προβληματισμούς ''επίγειους''; 
Νομίζω τον διαφοροποιεί το ότι δεν οριοθετείται απ’ την επίγεια πραγματικότητα. Ένας συγγραφέας ιστοριών φαντασίας παραφράζει συχνά τα βιώματα του και τα κεντά φτιάχνοντας παραμύθια ή χρησιμοποιεί αυτούσια τα βιώματα του. Μασκαρεύει τα πρόσωπα της ζωής του και φτιάχνει ήρωες που εξελίσσουν τον μύθο ή ο μύθος εξελίσσεται απ’ τους ήρωες του. Ένας συγγραφέας ιστοριών φαντασίας επίσης μπορεί να φτιάξει έναν ολοκαίνουργιο κόσμο, ''αντέχοντας'' τον μαζί με τον υπάρχοντα – που πολλές φορές ξεπερνά κάθε φαντασία.  
Από τη μέχρι τώρα εμπειρία σου, θεωρείς πως αυτό που κάνεις, σνομπάρεται λίγο στη χώρα μας ως παραλογοτεχνικό και όχι αμιγώς λογοτεχνικό είδος; 
Σαφώς. Πάντα το μυθιστόρημα φαντασίας δεχόταν τέτοιου είδους κριτικές. Είναι αρκετοί εκείνοι που μπερδεύουν το φαντασιακό με το μη πραγματικό. Ενώ αποδεδειγμένα η πραγματικότητα, πολλές φορές, ξεπερνά και το πιο ευφάνταστο μυθιστόρημα και με τον πιο άσχημο τρόπο. Είμαι της άποψης πως η ζωή αντιγράφει την τέχνη, κι αυτό είναι ίσως λίγο βαρύ για τους επικριτές του μυθιστορήματος φαντασίας. Ένα βιβλίο φαντασίας μπορεί να είναι βαθιά ανθρωπιστικό, αλλά περνώντας τα μηνύματα του υποδόρια, κάτω απ’ το πέπλο του παραμυθιού. 
Παρότι έχει βραβευτεί η δουλειά σου, τα πράγματα με τους εκδοτικούς οίκους δεν είναι εύκολα, είτε στην Αθήνα, είτε στην επαρχία. Ποια λύση θα μπορούσε να υπάρξει; Θα ήθελα μια - δυο προτάσεις σου ως καλλιτέχνης - υπό έκδοσιν συγγραφέας. 
Νομίζω πως αυτό που έχει γίνει με την αυτοέκδοση ως e-book βοηθάει πολύ τους νέους συγγραφείς. Το Διαδίκτυο έχει μεγάλη δύναμη και επιρροή και βοηθά στο να μη χάνονται τόσο εύκολα αξιόλογοι καλλιτέχνες. Από εκεί και πέρα πρέπει να τους δίνεται κι ένα βήμα να παρουσιάσουν το έργο τους, να μιλήσουν για το όραμα τους και να ''ταπεινωθούν'' εν ανάγκη ανάμεσα στα έργα άλλων τόσων νέων συγγραφέων. Εννοώ να γίνονται περισσότερες ημερίδες για το βιβλίο και τη σύγχρονη λογοτεχνία, το σύγχρονο μυθιστόρημα. Να γίνονται περισσότεροι διαγωνισμοί στους οποίους οι συγγραφείς θα κάνουν μια παρουσίαση του έργου τους και να ακολουθεί βράβευση ύστερα από ψηφοφορία κριτών και κοινού. 
Πες μου πως φαντάζεσαι την ιδανική ζωή σε σχέση με το έργο σου.
Για μένα η ιδανική ζωή θα ήταν να κάνω αυτό που αγαπώ, να το αγαπά ο κόσμος και να το ζω αυτό στον απόλυτο βαθμό. Γιατί πολλές φορές η ευτυχία δεν είναι εύκολα διαχειρίσιμη. Κι όταν σταματήσει η έμπνευση μου, όταν ολοκληρώσω αυτό που έχω στο μυαλό μου, γιατί κάνω αυτό το πράγμα απ’ τα 13 μου, γράφω ένα έργο-επταλογία , μια κοσμογονία ολόκληρη, τότε θα ασχοληθώ με κάτι άλλο, που δεν θα ‘χει σχέση με τη συγγραφή.
Ποιες είναι οι βασικές επιρροές σου από το λογοτεχνικό αυτό είδος παγκοσμίως; 
Το έργο μου ξεκίνησα να το γράφω Νοέμβριο του 2001. Ήμουν περίπου 13 χρονών. Έως τότε δεν γνώριζα τον Τόλκιν. Τον έμαθα κινηματογραφικά λίγους μήνες αργότερα. Με δέος παρακολούθησα το πώς είχε φτιάξει έναν ολόκληρο κόσμο, σε εποχές σκληρές. Μεταξύ των δυο παγκοσμίων πολέμων και κατά τη διάρκεια τους. Τον εκτίμησα και τον έκανα πυξίδα μου όταν διάβασα και τα βιβλία του και είδα πόση φαντασία συμπυκνωμένη υπήρχε σε κάθε παράγραφο του, σε εποχή που δεν υπήρχαν καν τα κινηματογραφικά μέσα να αποτυπώσουν το μήκος και το πλάτος τέτοιων φαντασιακών οραμάτων. Η δική μου γενιά δέχτηκε και δέχεται συνεχώς ερεθίσματα από τη δύναμη των οπτικών μέσων που δίνει υπόσταση στο φαντασιακό όραμα του κάθε συγγραφέα. Θέλω να πω δεν ξεκινάμε από το μηδέν. Έχουν μπει γερά θεμέλια απ’ τον Τόλκιν για το πώς φτιάχνεται μια κοσμογονία με τόση προσοχή, με γερά θεμέλια και δομές, σχεδόν με ευλάβεια. Ακόμα και η Ρόουλινγκ έβαλε τέλος στα μυθιστορήματα φαντασίας που ήθελαν τους ήρωες να είναι εξελεγκτικά όργανα του εκάστοτε μύθου. Η Ρόουλινγκ έφτιαξε έναν όμορφο μύθο και κόσμο, αλλά που η αξία του μετριόταν στη σημαντικότητα των προσωπικοτήτων του κάθε ήρωα.
Πες μου έναν άνθρωπο που θα του αφιέρωνες την πρώτη τυπωμένη έκδοση του βιβλίου σου.
Ο παππούς μου. Σε εκείνον θα αφιέρωνα την πρώτη έκδοση του βιβλίου μου. Τον έχασα πρόσφατα. Είναι κάτι που μ' έχει σημαδέψει βαθιά. Ο παππούς μου και η γιαγιά μου είναι οι δυο άνθρωποι που με στήριξαν περισσότερο απ’ όλους σ’ αυτό που αγαπούσα από μικρό παιδί και δεν μου καλλιέργησαν ποτέ την αμφιβολία αν αυτό που κάνω είναι ανώφελο, λάθος ή ανούσιο. Με πίστευε ο παππούς μου. Πολύ!  
Ισχύει ψυχαναλυτικά ότι ο κόσμος του φανταστικού, του παραμυθιού, είναι ο τόπος απόδρασης ενός συγγραφέα από την τρέχουσα ζωή του; 
Είναι τόπος απόδρασης αρχικά. Εν συνεχεία όμως είναι ένας τόπος που τον διαμορφώνεις με καταστάσεις και βιώματα της τρέχουσας ζωής σου, μόνο που τις παραλλάσεις για να μπορείς να τις αντέξεις. Πιστεύω πως κατά βάθος κανένας συγγραφέας δεν μπορεί να ξεφύγει απόλυτα απ’ αυτά που βιώνει, από αυτά που έχει ζήσει και ‘χουν γράψει μέσα του. Οι συνθήκες διαβίωσης μας διαμορφώνουν, ακόμα και τον τρόπο γραφής μας.
Αν σε ρωτούσα, κλείνοντας, κατά πόσο νιώθεις συγγραφέας και τι κόστος προϋποθέτει αυτό;
Θέλω να πω πως δεν αισθάνομαι ακόμα συγγραφέας. Κάνω αυτό που αγαπώ, έχω φτιάξει έναν κόσμο κι έχω βάλει μέσα όσα με πλήγωσαν, όσα με συγκίνησαν, όσα με έκαναν ευτυχισμένο, όσα με θύμωσαν, όσα με συγκλόνισαν. Πολλές φορές αυτός ο κόσμος είναι η κρυψώνα μου. Άλλες φορές είναι ένα μέρος που απεχθάνομαι να πλησιάσω. Ο κόσμος αυτός είμαι εγώ. Γιατί είναι κάτι που έχτισα με αγάπη, με προσωπική μου επιμονή και υπομονή, και με κανενός άλλου παρότρυνση ή καθοδήγηση να το κάνω. Κι αυτό λέω πάντα στον εαυτό μου και σε όσους αγαπώ. Να μη παύει ποτέ κανείς να κάνει αυτό που αγαπά, με όποιο κόστος.