Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

R.I.P. George A. Romero (1940 - 2017)


Είναι μια μεγάλη απώλεια για τον κινηματογράφο και, βέβαια, για τους αναρίθμητους φαν του ανά τον κόσμο. Έφυγε από τη ζωή στα 77 του ο αιρετικός George A. Romero, χτυπημένος από τον καρκίνο κι αυτός. Διαβάζω στη wikipedia πως πέθανε ήρεμα στον ύπνο του, ακούγοντας το αγαπημένο του soundtrack, περιστοιχισμένος από τους δικούς του ανθρώπους. Ωραία έξοδος, αν και ο εν λόγω ήταν ακόμα δημιουργικός και θα μπορούσε να ζήσει άλλα δέκα χρονάκια...Σε καλλιτεχνικό επίπεδο, η αλήθεια είναι πως ο Romero τό'χε εξαντλήσει το θέμα του: Από το ρηξικέλευθο ασπρόμαυρο low budget ''Night of the living dead'' του 1968 και το ελαφρώς σατιρικό ''Dawn of the dead'' μια δεκαετία μετά, τα ζόμπι αποτέλεσαν το project του βίου του - ένα project που το τράβηξε από τα μαλλιά παραδόξως όχι για να ικανοποιήσει τη διανομή ή τα στούντιο, αλλά για να αφήσει ως παρακαταθήκη τη δική του Αποκάλυψη για τις κοινωνίες των ανθρώπων που εν έτει 2017 δεν απέχουν και πολύ από τα εσχατολογικά σεναριακά του σχεδιάσματα του τρόμου, της φρίκης, της κτηνωδίας και της απόλυτης απελπισίας. Ο Ρομέρο κατάφερε να κατακτήσει την αποδοχή της κριτικής και της διανόησης δίνοντας ξεκάθαρη πολιτική χροιά στα μέχρι πρότινος ευτελή φιλμ τρόμου. Ερήμην του ενδεχομένως, αλλά δεν έχει και μεγάλη σημασία αυτό: Το ''Night of the living dead'' χαρακτηρίστηκε σχόλιο ενός νεαρού αντικομφορμιστή κινηματογραφιστή και της παρέας του για την αμερικανική σφαγή στο Βιετνάμ και το αντιρατσιστικό κίνημα (διόλου τυχαίο που ο πρωταγωνιστής, ο ''καλός'' μαύρος, έπεφτε νεκρός από τις σφαίρες της κρατικής καταστολής). Το σχετικά άγνωστο ''Season of the Witch'' του 1972 αντιμετωπίστηκε ως ένα έργο στο μεταίχμιο ταινίας τρόμου, πορνογραφήματος και φεμινιστικού μανιφέστου. Ένα χρόνο μετά, το ''Crazies'' που έφτασε στη χώρα μας ως ''Καραντίνα, ο ουρανός έβρεξε θάνατο'', παρουσίαζε τη μιλιταριστική κυβέρνηση πιο βίαιη και απάνθρωπη από τους μολυσμένους από έναν φονικό ιό κάτοικους μιας κωμόπολης. Το ''Martin'', πάλι, του ΄78 παραμένει η πιο αλλόκοτη ever βαμπιρική ταινία, ακόμη ένα σχόλιο του δημιουργού - είπαν κάποιοι - για τη χρήση της ηρωίνης με τις σύριγγες που αποδεκάτιζε τη νεολαία αδιακρίτως. Με το ''Creepshow'' του '82, ο Romero ανανέωσε τις λεγόμενες σπονδυλωτές ταινίες τρόμου, δίνοντας στον Stephen King το πόστο του σεναρίστα για πρώτη φορά. Μετά απ' την επιτυχία του ''Creepshow'', οι οθόνες γέμισαν με μικρές ευφάνταστες ιστορίες τρόμου (Amazing Stories, Tales from the darkside κ.λπ.) Το ''Monkey Shines'' του '88 - τι ταινία κι αυτή! Η ιστορία μιας μαϊμούς, της Ella, που αναπτύσσει μια αρρωστημένη ζήλια για τον ιδιοκτήτη της, έναν παράλυτο νεαρό, βγάζοντας από τη μέση όλους εκείνους που πιστεύει με τον μικρό εγκέφαλο της πως τον κατατρέχουν...Από κει και πέρα, ο Romero έπεσε σε μία επανάληψη της μυθολογίας των ζόμπι μέχρι το τελευταίο ''Survival of the dead'' του 2009, αλλά και τα remakes των προηγούμενων αντίστοιχων ταινιών της σειράς αυτής. Αν κάτι μοναδικό διέθετε ως σκηνοθέτης ή μάλλον ως auteur είναι αυτό που λέω πιο πάνω και που ο ίδιος άκουγε μειδιώντας όλα τα προηγούμενα χρόνια: Την πολιτική, ''αριστερή'' ή ''αναρχική'' υπαινικτική διάσταση των ταινιών του μέσα από θέματα που άπτονταν της μεταφυσικής, του παραλόγου και κυρίως της φρίκης. Συνεργάστηκε με τον Ιταλό Dario Argento, τον μαιτρ των ειδικών εφέ Tom Savini, στον οποίο μάλιστα επέτρεψε να κάνει το remake του ''Night of the livig dead'' το 1990, τον συγγραφέα Stephen King, αλλά και ηθοποιούς σαν τους Leslie Nielsen, Adrienne Barbeau ή τον John Amplas, δική του ανακάλυψη στο ''Martin''. Ο ίδιος μάλιστα εμφανίστηκε ως ηθοποιός σε ένα ρολάκι σε μια άλλη θρυλική ταινία τρόμου των 90s, το ''Silence of the lambs''. Εννοείται επίσης πως ο Romero άνοιξε το δρόμο και στον σύγχρονο του, David Kronenberg, με εκείνες τις μοναδικές πολιτικές ταινίες ομαδικού τρόμου, το ''Shivers'' του '74 και το ''Rabid'' του '76. Ο George A. Romero έχει περάσει ήδη στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου ως ένας σκηνοθέτης εφάμιλλος του Hitchcock, ένας δημιουργός ταινιών τρόμου που αφαίρεσε το trash περίβλημα τους, αποδεικνύοντας πως η ποίηση και η αλληγορία υπάρχουν παντού: Ακόμα και σε ένα ανοιγμένο σώμα με χυμένα εντόσθια. Αρκεί βέβαια οι ''καλοί'' να αποφαίνονται πιο ''κακοί'' κι απ' τους ''κακούς'' με τη χορηγία πάντα του Λευκού Οίκου και των πιο σκοτεινών οπλικών συστημάτων. 

Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017

Η Μαρίζα Κωχ εις μνήμην Γιάννη Καλατζή

...Με τον Γιάννη Καλατζή βρεθήκαμε πρώτη φορά στο στούντιο όταν γράφαμε τις ''Θαλασσογραφίες'' του Μάνου Λοΐζου. Θυμάμαι πόσο πολύ τον εμπιστευόταν ο Λοΐζος, όλο ενθουσιασμό είχε, όχι μόνο για τη φωνή του, αλλά και για ότι απέπνεε συνολικά ως τραγουδιστής. Είχαμε καταλάβει όλοι πως εκείνη ακριβώς την περίοδο ο Καλατζής ήταν ο βασικότερος ερμηνευτής του. Τραγουδούσε με ένα σιωπηλό ύφος, κάτι που είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς που δεν ήταν παρών στις ηχογραφήσεις, διότι άλλο πράγμα είναι το τραγούδι όπως φτάνει στον κόσμο και άλλο τη στιγμή που δημιουργείται, είτε μεταξύ μιας παρέας φίλων, είτε στο στούντιο. Ακολουθήσαμε διαφορετικούς δρόμους μέσα στα χρόνια, αλλά τις λίγες φορές που ξαναβρεθήκαμε στην Columbia, στη Ριζούπολη, η χαρά μας ήταν μεγάλη. Σήμερα, που άκουσα πως έφυγε από τη ζωή, μου ήρθε στο νου η ίδια εικόνα: Εμείς όλοι, νέα παιδιά, να ακολουθούμε τις οδηγίες του Μάνου για το πως ήθελε το τραγούδι του στο δίσκο αυτό που θεωρείται πλέον κλασικός. Ότι μας συγκινεί, νομίζω πως τελικά δεν πεθαίνει ποτέ...Όσο για εκείνη την ιστορική φωτογραφία που υπάρχει και που τραβήχτηκε το 1970 στο Πέραμα, με τον Λοΐζο, τον Καλατζή, τον Νταλάρα, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο και έναν βαρκάρη, ήμουν ο μοναδικός συντελεστής του δίσκου που έλειπε. Χαριτολογώντας με τον Λοΐζο, σχολιάζαμε πως θα λέμε ότι την ώρα που τραβήχτηκε, εγώ ήμουν κάπου αλλού και τραγουδούσα! Καλό ταξίδι, Γιάννη Καλατζή. Το πέρασμα σου από το ελληνικό τραγούδι ήταν και είναι σημαντικότατο!...

Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017

Η Ρένα Κουμιώτη για τον Γιάννη Καλατζή που πέθανε χθες σε ηλικία 74 ετών

Ο Γιάννης Καλατζής με τον Πέτρο Φυσσούν και τη Ρένα Κουμιώτη
...Τον Γιάννη Καλατζή τον είχα συναντήσει πρώτη φορά στην Πλάκα σε ένα πρόγραμμα τους με τον λαϊκό συνθέτη Γιώργο Μητσάκη. Μιλάμε για τα τέλη της δεκαετίας του 1960, προτού ακόμη γίνω επαγγελματίας τραγουδίστρια. Θυμάμαι ότι τραγουδούσα μαζί του τα τραγούδια που έλεγε, γεγονός που ώθησε τον Μητσάκη να σκύψει να δει από που ερχόταν η φωνή αυτή και μένα να αποτραβηχτώ από συστολή. Λίγα χρόνια μετά θα ήμασταν φίλοι με τον Καλατζή και θα ερχόταν συχνά στο σπίτι μου στην οδό Αιγαίου με τον Μάνο Λοΐζο, τον Λευτέρη Παπαδόπουλο κ.α. 
Δουλέψαμε για δύο χειμερινές σαιζόν μαζί στη Φαντασία των Μενιδιάτηδων και λίγο αργότερα στα Δειλινά για τέσσερις συνεχόμενες σαιζόν. Όταν έφυγα στον Καναδά και πηγαινοερχόμουν, ξανασυναντηθήκαμε για μία εκδήλωση στο Χίλτον. Κάποια στιγμή στα Δειλινά θέλησε να με κάνει να βάλω τα γέλια όσο τραγουδούσαμε, κάτι που δεν μου άρεσε. Ενώ του το ''κράτησα'', μπήκα δηλαδή στο μαγαζί την επόμενη και δεν τον χαιρέτισα, ήρθε και μ' έπιασε εκείνος: Έλα, βρε Ρενάκι, μου είπε, που παρεξηγιέσαι με το παραμικρό...Είχε χιούμορ και ευγένεια ταυτόχρονα. Ο Καλατζής παρόλο που ήταν αυτό που λέμε ''σουξεδάκιας'', έκανε δηλαδή επιτυχίες τα τραγούδια που του δίνονταν, ο ίδιος δεν είχε εξοικείωση με το κοινό του, με τον κόσμο. Ήταν ένα δειλό συνεσταλμένο παιδί μονίμως με το χαμόγελο. 
Τα τελευταία χρόνια είχαμε χαθεί. Πριν μερικούς μήνες μόνο βρήκα τον γιο του και ζήτησα την επικοινωνία μαζί του. Μιλήσαμε. Λέγαμε να βγούμε έξω, να πιούμε ένα ποτάκι, να θυμηθούμε τα παλιά. Δεν έγινε ποτέ αυτό. Ούτε βρεθήκαμε, ούτε ξανασήκωσε το τηλέφωνο. Ο Γιάννης είχε μια θαυμάσια γυναίκα που έφυγε απ' τη ζωή πριν μερικά χρόνια. Έκτοτε κλείστηκε ακόμη πιο πολύ στον εαυτό του...Θα κρατάω πάντα μέσα μου τα ομορφότερα συναισθήματα. Καλό ταξίδι, αγαπημένε μου...
* Από τηλεφωνική συνομιλία με την ερμηνεύτρια Ρένα Κουμιώτη απόγευμα Πέμπτης 13 Ιουλίου 2017
** Δύο τραγούδια - μεγάλες στιγμές του Γιάννη Καλατζή:
Το ''Παραμυθάκι μου'' των Μάνου Λοΐζου - Λευτέρη Παπαδόπουλου που συμπεριλήφθηκε στο soundtrack της θρυλικής αμερικανικής ταινίας τρόμου ''The Exorcist'' (1973)
Η ''Κυρα - Γιώργαινα'' (1970) των Γιώργου Κατσαρού - Πυθαγόρα, τραγούδι που έμελλε να γνωρίσει και τη γαλλόφωνη pop εκδοχή του με τον Γάλλο σούπερ σταρ της εποχής, Michel Polnareff

Πέμπτη, 13 Ιουλίου 2017

Χρήστος Λεοντής: ''Αριστερά είναι να θέλω να περνάω εγώ καλά, αλλά να περνάει καλά και ο γείτονας μου''

Κύριε Λεοντή, καταρχάς σας ευχαριστώ που δεχτήκατε να κάνουμε αυτή τη συζήτηση λίγο πριν αναχωρήσετε για την Επίδαυρο...
Ναι, ετοιμάζομαι να φύγω για Επίδαυρο, εφόσον αυτή την Παρασκευή παίζουμε στο μικρό αρχαίο θεατράκι. Δεν είναι τυχαίος ο τίτλος που έχω δώσει σ' αυτή την παράσταση: Φλόγα που καίει με υπότιτλο Της ξενιτιάς, της Μνήμης, του Έρωτα και της Φωτιάς. Όπως καταλαβαίνετε, ο τίτλος αυτός περιλαμβάνει τα πάντα, όλη τη μουσική μου δραστηριότητα με αφορμή τη Φλόγα που καίει, την τελευταία μου δισκογραφική εργασία. Θα υπάρχουν τραγούδια από την Καταχνιά μέχρι κάνα δυο από κάθε μου περίοδο. 
Είναι η πρώτη φορά που παίζετε στη Μικρή Επίδαυρο;
Κοιτάξτε, η συναυλία δεν είναι ενταγμένη στο Φεστιβάλ Αθηνών.Δεν με έχει καλέσει ποτέ το Μέγαρο Μουσικής, ούτε το Φεστιβάλ Αθηνών. Στο Ηρώδειο μία φορά μόνο, το 2005, έκανα τον Αριστοφάνη που αποτυπώθηκε και στη δισκογραφία. Τα θέατρα ήταν γεμάτα απ' όλες τις μεριές. Βέβαια, είναι άλλα τα συστήματα...Άλλες νοοτροπίες, άλλοι οι τρόποι που εξελίσσονται τα πράγματα στη χώρα μας.
Θεωρείτε ότι κινηθήκατε εκτός συστήματος όλα αυτά τα χρόνια;
Δε μπορώ να συμβιβαστώ. Λέω το αυτονόητο, είμαι ένας μουσικός τόσα χρόνια, που το κοινό τον τίμησε με το παραπάνω, όπως και το θέατρο και η δισκογραφία. Ποτέ δεν με έχουν καλέσει, λοιπόν, γιατί μπαίνουν μπροστά οι μάνατζερ των εταιρειών. Υπάρχουν άμεσα οικονομικά συμφέροντα μεταξύ τους, έχουν τις παρέες τους, εγώ ειμ' έξω απ' αυτά. Ούτε ποτέ θα χτύπαγα πόρτες, Ξέρετε, νά'ρθω να παίξω; Όλοι ξέρουν τι δουλειά κάνω, όποτε το θελήσουν, ας με φωνάξουν...
Τα ίδια όμως γίνονται και στη δισκογραφία που την αναφέρατε.
Η δισκογραφία αυτής της μορφής δεν με ενδιαφέρει καθόλου, μα καθόλου! Με τον φίλο μου τον Θανάση Συλιβό προσπαθούμε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο να βρούμε πως θα ηχογραφήσουμε κάποια πράγματα με τη βοήθεια, βέβαια, συνεργατών. Με αιματηρές οικονομίες κάνουμε ένα CD και το διακινεί ο Μετρονόμος στο μέτρο που μπορεί, αυτό είναι όλο! Έτσι αισθάνομαι την ελευθερία μου, αισθάνομαι την αξιοπρέπεια μου, να μη βγαίνει η δουλειά μου στο πανέρι όπως κάνουν οι εταιρείες με τα δισκάκια των ανθρώπων στα περίπτερα. 
Απ' την άλλη, όμως, εσείς είστε κι ένας καλλιτέχνης που ζήσατε τη χρυσή περίοδο της ελληνικής δισκογραφίας προ και μετά Μεταπολίτευσης.
Τα έργα μου βγήκαν από την Columbia, σε μία περίοδο που η MINOS εμιμείτο την Columbia ως προς το ρεπερτόριο της. Ο Λαμπρόπουλος ήταν εμπνευσμένος δισκάς και καλλιεργημένο άτομο. 
Πόσο εύκολη ήταν η είσοδος στη δισκογραφία;
Άλλες οι συνθήκες τότε και άλλες σήμερα. Τότε σε επέλεγαν οι δισκάδες, όπως έγινε στη δική μου περίπτωση. Φυσικά και δεν ήταν εύκολο, αλλά όπου μυριζόντουσαν κάτι, έρχονταν οι ίδιοι. Εγώ με τον Μάνο Λοΐζο διευθύναμε στο θέατρο Παρκ για πρώτη φορά την επιθεώρηση Μαγική Πόλη, που είχαν κάνει ο Θεοδωράκης με τον Χατζιδάκι. Διευθύναμε εναλλάξ, τον έναν συνθέτη τη μία εβδομάδα ο ένας, τον άλλον την επόμενη εβδομάδα ο άλλος. Εκεί μας δόθηκε η ευκαιρία να παίξουμε ως ινερμέτζο δύο τραγούδια μας ο καθένας. Από κει με πρόλαβε αρχικά ο Μάτσας κι έκανα τέσσερα πρώτα τραγούδια στη MINOS σε ένα δίσκο extended play, που λέμε. Αμέσως μετά ο Βίρβος μού'δωσε την Καταχνιά, τον πρώτο μου δίσκο!
Ήταν επηρεασμένη η Καταχνιά από Το Άξιον Εστί του Θεοδωράκη σαν κλίμα;
Όχι, δεν θα το έλεγα, αφού δεν είναι τυχαίο ότι κυκλοφόρησαν με μία μέρα διαφορά. Μεγάλη Τετάρτη του '64 το ένα, Μεγάλη Πέμπτη το άλλο, κάπως έτσι. Η Καταχνιά προσέγγιζε τις λαϊκές φόρμες συγκριτικά με Το Άξιον Εστί που ήταν πιο λόγιο έργο και είχε άλλη ροή, άλλη αρχιτεκτονική. Έγινε προσιτό πρώτα από τους διανοούμενους και μετά απλώθηκε κι αλλού. Η Καταχνιά, αντίθετα, αγαπήθηκε πολύ από τους παλιούς αντάρτες, τους Μακρονησιώτες, οι οποίοι μέχρι σήμερα το θεωρούν δικό τους έργο, αφού τους περιέχει. 
Ήταν και η φωνή του Καζαντζίδη. Πως ήταν η συνεργασία σας;
Άψογη! Σαν μαθητούδι ήταν παρόλο που εγώ τότε ήμουν 23 ετών. Άφραγκος κιόλας, με έβγαζαν έξω με τη Μαρινέλλα και με κερνούσαν. Σας αρέσει έτσι, σας αρέσει αλλιώς, πείτε μου πως το θέλετε μου έλεγε! Το ακριβώς αντίθετο δηλαδή από κάποιους σημερινούς τραγουδιστές που νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα. 
Που να οφείλεται αυτό; 
Σε μία άλλη κουλτούρα πού'χει δημιουργηθεί. Ο σεβασμός προς τον συνθέτη ήτανε μεγάλος. Σήμερα έχουνε βγει οι τραγουδοποιοί, παίζουν λίγη κιθαρούλα, μπορεί να γράψουν και μια ωραία μελωδία και νομίζουν ότι μπορούν να τα κάνουν όλα. 
Και στίχο και μουσική και φωνή...
Ακριβώς! Βλέπεις εδώ και χρόνια να λένε ''η μουσική του τάδε γκρουπ''. Εγώ δεν ξέρω τι θα πει ''γκρουπ''. Ένας είναι ο δημιουργός που γράφει κάθε φορά. Δε μπορεί να είναι μια παρέα και να λένε ''ντο-φα-ντο''όλοι μαζί. 
Οι Beatles, όμως, δεν άφησαν μαζί υπέροχα τραγούδια;
Ένας τά'κανε όλα και σ' αυτούς!
Λέω για το ντουέτο Lennon/ McCartney...
Ένας έγραφε κάθε φορά, πότε ο ένας, πότε ο άλλος! Η ιδέα γεννιέται από έναν, από μία μονάδα, όπου μετά μπορούν να συμβάλλουν κι οι άλλοι. Κι εγώ με τον Μάνο Λοΐζο, που ήμασταν αδέρφια, παίζαμε ο ένας στον άλλο τα τραγούδια μας: Πως τ' ακούς εδώ, για δες εκεί μία αρμονία...Ο καθένας λέει τη γνώμη του και την ασπάζεσαι ή δεν την ασπάζεσαι. 
Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος με τον συνθέτη Χρήστο Λεοντή, εποχή Καπνισμένο τσουκάλι
Αναρωτιέμαι πως βλέπατε τότε με τον Λοΐζο τον Θεοδωράκη και τον Χατζιδάκι. Δεν είχατε και τεράστια ηλικιακή διαφορά. 
Με πολύ μεγάλο σεβασμό. Τους είχαμε πρότυπα και δασκάλους, γιατί βλέπαμε να χαράζουν ένα δρόμο, μας οδηγούσαν στο να θέλουμε κι εμείς να γράψουμε ένα τραγούδι που κάτι να λέει, ρε παιδάκι μου. Να έχει ένα νόημα πέρα απ' την τρέχουσα νοοτροπία του ''σ'αγαπώ'' και ''μ'αγαπάς''. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι το τραγούδι έχει κι έναν ψυχαγωγικό - εκπαιδευτικό χαρακτήρα και γι'αυτό ίσως υπηρέτησα τόσο πολύ το θέατρο. Δεν πρέπει να έχει σώνει και καλά χορευτικές φόρμες το τραγούδι. Ακόμα και στο χορό, βέβαια, μπορείς να πεις πράγματα βουβά κιόλας. Δεν ξέρω αν είδατε στην τηλεόραση πριν λίγο καιρό κάτι που με συγκλόνισε: Στα Ανώγεια πέθανε ένας, ο οποίος στα νιάτα του ήταν δεινός χορευτής. Μαζεύτηκε όλο το χωριό στο θέατρο ''Νίκος Ξυλούρης'', ένα μεγάλο χιλιάρι θέατρο που υπάρχει εκεί πέρα. Στη μέση είχαν το φέρετρο και όλοι άρχισαν να χορεύουν χωρίς μουσική! Ήταν κάτι συνταρακτικό ν' ακούς μόνο τον ήχο από τα βήματα των ανθρώπων! Βλέπεις καταρχάς τους πολλούς τρόπους έκφρασης που υπάρχουν. Σε ένα κοινωνικό σύνολο απευθυνόμαστε πάντα, δε μπορώ εγώ δηλαδή να μιλάω για τα προσωπικά μου, που μπορεί να μην ενδιαφέρουν κανέναν...
Αυτό το είδαμε να γίνεται κατά κόρον από το '90 και μετά με τους τραγουδοποιούς και τον προσωπικό τους μικρόκοσμο.
Δεν θα μείνει και τίποτα...
Τίποτα, λέτε;
Τίποτα...Δεν αφορούν κάτι τέτοια τον κόσμο. Θα ξεχώριζα τον Σωκράτη Μάλαμα. Αυτό το παιδί κάτι έχει, τα λέει και τα κάνει ωραία και με τη μουσική του και με το λόγο του. Το ίδιο και ο Ορφέας Περίδης, που είναι κι ένας πολύ καλός ερμηνευτής. Πέρα, λοιπόν, από το εφήμερο του τραγουδιού, του ''να περάσουμε καλά'', τα περισσότερα σημερινά τραγούδια τα ξεχνάς την ίδια στιγμή. Όπου και να πας, λες ''ωραία ήτανε'', μέχρι εκεί, δε μένει τίποτα στην ψυχή. Το τραγούδι έχει ξεπέσει σε μια εύκολη απόλαυση χωρίς να αισθάνεσαι αυτόν τον κόμπο που περνάει απ' το λαιμό σου. 
Ξαναπάω στα πρώτα σας βήματα και ερωτώ: Γενναιοδωρία είχατε εισπράξει περισσότερο από τον Χατζιδάκι ή από τον Θεοδωράκη;
Πρακτικά από τον Μίκη, καθώς μου είχε δώσει την πρώτη μου δουλειά. Του είχαν πει να γράψει τη μουσική για ένα θεατρικό έργο του τότε ΣΕΗ, τη ''Λιούτζα'' του στιχουργού και συγγραφέα Ηλία Λυμπερόπουλου, που ήταν ένα αγροτικό - ερωτικό δράμα, παράφραση του ''Ματωμένου Γάμου'' του Lorca. Το έργο έπρεπε να έχει 13 τραγούδια και ο Μίκης δεν προλάβαινε, γιατί ήταν απασχολημένος με τις ''Φοίνισσες'', νομίζω, στο Εθνικό Θέατρο. Πρότεινε, λοιπόν, εμένα, όπως και στον Λοΐζο έκανε το ίδιο με το ''Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα'' στο ΚΘΒΕ. Από την άλλη, ενώ στο ''Παρκ'' με πήρε ο Μίκης κι εγώ του πρότεινα να πάρουμε και τον Μάνο, εκείνος που μας παρουσίασε στο θέατρο ήταν ο Χατζιδάκις. Τον θυμάμαι που έλεγε του Μίκη με το ''ρο'' του: Εγώ θα τα παγουσιάσω τα παιδιά! Υπάρχει μάλιστα και μια φωτογραφία στο διαδίκτυο από το ''Παρκ'', την ώρα που μας παρουσιάζει ο Χατζιδάκις. Στα επόμενα χρόνια μεγαλύτερη επικοινωνία είχαμε με τον Μίκη, αλλά επειδή κι οι δυο τους εργάζονταν πολύ, όπως κι εγώ, επειδή επίσης μέναμε σε μακρινές αποστάσεις, δεν ήταν γενικά εύκολο να βρισκόμαστε. Με εκείνον που κάναμε στενή παρέα, που βρισκόμασταν κάθε μέρα και ήταν ο φίλος μου, ήταν ο Μάνος Λοΐζος. 
Είχατε και μεγάλη αλληλεγγύη με τον Λοΐζο.
Υπήρχε μια ιδεολογική συγγένεια και δεν εννοώ κομματική, γιατί δεν ήμασταν μέλη κανενός κόμματος. Ξεκινήσαμε από τον Σύλλογο Φίλων Ελληνικής Μουσικής, έναν υποτυπώδη χώρο, μια ομάδα που παρίστανε τη χορωδία και κάποια πρόσωπα που είχαν σημαντική εξέλιξη στην τέχνη, εκτός από μένα και τον Λοΐζο: Ήταν ο Μάνος Ελευθερίου, ο Φώντας Λάδης, ο Σαββόπουλος, η Φαραντούρη κ.α. Υπήρχε έντονη η διάθεση απ' όλους μας ν' αλλάξουμε τα πράγματα στο τραγούδι. Οραματιζόμασταν με ποιον τρόπο έκφρασης θα το κάναμε, κάτι που μας έδωσε ο ΣΦΕΜ, οργανώνοντας την πρώτη μας συναυλία.
Παρόλα αυτά, εσείς είχατε καλοχωνεμένο μέσα σας και το λαϊκό τραγούδι ή το ρεμπέτικο, αν θέλετε.
Καμία σχέση. 
Μα πως; Η Καταχνιά τι είναι;
Λαϊκό έργο μπορεί νά'ναι η Καταχνιά, αλλά λαϊκό έργο είναι και η Φλαμουριά του Σούμπερτ. Δεν ρεμπετοφέρνω, δεν πίνω απ' αυτήν την πηγή, καθώς οι κύριες επιρροές μου ήταν δύο: Το βυζαντινό μέλος, επειδή από μικρός ήμουν ψάλτης, και το Κρητικό τραγούδι, το ριζίτικο. Με έχουν καθορίσει πολλά ακούσματα της Κρήτης, από τους χορευτικούς σκοπούς της μέχρι τραγούδια του γάμου και της τάβλας. Φυσικά, εν συνεχεία, με απορρόφησαν οι κλασικές σπουδές μου, άρα είμαι ένα μείγμα μουσικού, χρησιμοποίησα το ένα είδος για να συμπληρώσω το άλλο. 
Πόσο πιστέψατε ότι η αρχή γι' αυτή την αλλαγή στο ελληνικό τραγούδι είχε συντελεστεί με τον Επιτάφιο του Ρίτσου και του Θεοδωράκη;
Μα βέβαια, τουλάχιστον σε μένα αυτό έπαιξε καθοριστικό ρόλο εκείνη την περίοδο. Φαντάζομαι και στον Λοΐζο το ίδιο. Ήταν σαν ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα, που λέει κι ο Ρίτσος στο Καπνισμένο τσουκάλι. Εμένα ο Επιτάφιος με απελευθέρωσε στο εξής: Στο Ωδείο που πηγαίναμε, το τραγούδι θεωρούνταν ευτελές είδος. Υπήρχε αυτό το ωδειακό σύνδρομο, που λέω εγώ. Μόλις άκουσα λοιπόν τον Επιτάφιο, συνειδητοποίησα πως αυτά τα υπέροχα τραγούδια σε απλές φόρμες ήταν γραμμένα από έναν σπουδαγμένο συνθέτη. Το τραγούδι επομένως ήταν αυστηρή δουλειά του συνθέτη ώστε να γίνεται σωστά.
Να όμως που εξ ολοκλήρου σας κέρδισε το θέατρο και όχι η δισκογραφία.
Έχετε δίκιο, το θέατρο με κέρδισε περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο. Μου άνοιξε τους ορίζοντες. Ο βασικός λόγος είναι μάλλον ότι έκανα καλά τη δουλειά μου απ' την αρχή, γι' αυτό άρχισαν και με φώναζαν. Έτσι αυτό μου εξασφάλιζε μια κινητικότητα, όπως και τα λίγα χρήματα για την επιβίωση. Υπήρχε όμως μια μαγεία στο χώρο αυτό, καταλάβαινες πόσο ουσιαστικό ήταν να ''παίρνεις'' από ανθρώπους! Είχα την ευτυχία και την τύχη να συνεργαστώ με ότι καλύτερο υπήρχε στο ελληνικό θέατρο. Κατέθετε ο καθένας το ταλέντο του στο τραπέζι και από μία κουβέντα γεννιόταν μία παράσταση. Δεν είναι μικρό πράγμα να κουβεντιάζεις στο ίδιο τραπέζι με τον Τσαρούχη, τον Κουν, τον Καμπανέλλη, τον Διονύση Φωτόπουλο, τον Μήτσο Ευθυμιάδη! Γεμίζει και ''ανοίγει'' το μυαλό σου πάρα πολύ, κατανοείς τι σημαίνει τέχνη μέσα από μία ομαδική δουλειά, όπως είναι το θέατρο. Εκεί μέσα υπήρχε ένας συναγωνισμός και όχι ανταγωνισμός, πού'χει γίνει και της μόδας η λέξη! 
Πόσο απαιτητικός ήταν ο Κουν από τον μουσικοσυνθέτη του;
Τυραννικός ήτανε! Ο ίδιος δε μπορούσε να σε βοηθήσει σε τίποτα, να σου πει ''ντο'' ή ''ρε'', φάλτσος ήτανε. Δεν το κατείχε. Η ικανότητα του, όμως, να βγάζει από τον συνεργάτη του το μάξιμουμ ήταν απίστευτη! Εγώ τη μουσική την έγραφα στο θέατρο. Έσβηνα, το πέταγα, έγραφα κάτι, πήγαινα και το δοκίμαζα επί τόπου, έβλεπα πως αντιδρούσε ο ηθοποιός, αν τον βοηθά ή όχι, και προχώραγα στο επόμενο θέμα. Αυτό το ψάξιμο ήταν κάτι που έβγαινε μέσα από μια τέτοια συνεργασία, κάτι που δεν τό'χουν οι σημερινοί σκηνοθέτες. 
Σας θυμάμαι πριν αρκετά χρόνια να μου λέτε πως δεν σας αρέσει η μουσική για τον κινηματογράφο, να δίνεις δηλαδή πέντε λεπτά μουσική και να κρατιέται το ένα ή τα δύο λεπτά...
Ναι, ναι. Δεν αγάπησα ποτέ τον κινηματογράφο, αυτή τη νοοτροπία του ''κόψε - ράψε''. Μία μόνο ταινία που έκανα το '66, Με τη λάμψη στα μάτια λεγόταν, του Γλυκοφρύδη, είχε πάρει το βραβείο μουσικής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Είχαμε μαλώσει σχεδόν με τον Γλυκοφρύδη για το φινάλε, που κρατούσε έξι - εφτά λεπτά. Εκείνος ήθελε νά'βαζα μια μελωδία, ένα τραγούδι ξέρω γω, αλλά εγώ επέμενα και τελικά έβαλα ένα ισοκράτημα. Τίποτα άλλο! Αν σας τύχει να την ξαναδείτε, παρατηρήστε πόσο λειτουργεί αυτή η αγωνία, αυτό το τρέμολο από πίσω. Οποιαδήποτε άλλη μελωδία θα το αποδυνάμωνε. Για μένα δεν ήταν τόσο σημαντικό το βραβείο, όσο η επιτροπή που με βράβευσε: Ο Χατζιδάκις, ο Τσαρούχης, η Λαμπέτη, ο Ι. Ν. Θεοδωρακόπουλος ο φιλόσοφος και ο Απόστολος Μαγκανάρης, ένας δημοσιογράφος. Χαίρομαι ακόμα που με βράβευσαν αυτοί οι άνθρωποι. 
Να πούμε στο σημείο αυτό ότι δουλέψατε και με την αφρόκρεμα των τραγουδιστών στη δισκογραφία, όπως και στο θέατρο: Από τον Ξυλούρη και τον Μητσιά μέχρι την Τσανακλίδου στα πρώτα της βήματα.
Ο Ξυλούρης από μόνος του είχε ενδιαφερθεί. Έπαιζα το Καπνισμένο τσουκάλι σε μία μπουάτ που την έκλεισε η αστυνομία μετά από 20 μέρες. Εκεί γινόταν πανικός! Οι ακροατές μας ήταν 18, 19, το πολύ 20 ετών. Άμα βλέπαμε κανέναν 25άρη, λέγαμε Αμάν, ΕΣΑτζής θα είναι αυτός! Παρακάτω στη Λήδρα είχαν στήσει μεγάλη κατάσταση και ο Γιάννης (σ.σ. ο Μαρκόπουλος) με τον Ξυλούρη στο Πότε θα κάνει ξαστεριά. Τα πράγματα κυκλοφορούσαν από στόμα σε στόμα κι ένα βράδυ ήρθε ο Ξυλούρης, άκουσε το Καπνισμένο τσουκάλι και μου λέει Αυτά θέλω να τα πω εγώ! Αυτός διάλεξε δηλαδή το συγκεκριμένο έργο. Ε, όλα τα άλλα ήταν και λίγο συγκυρίες, να πούμε. Την Τσανακλίδου, λόγου χάριν, εγώ την έφερα από πάνω, από το ΚΘΒΕ. Απλούστατα επειδή η κοπέλα έψαχνε για δουλειά κι εγώ δεν είχα μπουάτ, βρήκε τον Μαρκόπουλο και μπήκε στο σχήμα του. Ωραία τραγούδια κάναμε και με την Τάνια τώρα που τα θυμάμαι!
Συζητούσαμε πρόσφατα για σας με τον παραγωγό Κώστα Κωτούλα. Μου έλεγε πως οι Πυγολαμπίδες βγήκαν από μια μικρή εταιρεία και σκεφτόμουν πόσο είχαν αλλάξει τα πράγματα δισκογραφικά μέσα σε μία 20ετία.
Ο Κώστας, επειδή είναι φίλος, αγαπητό άτομο και καλός σ' αυτό που έκανε, μου τηλεφώνησε: Ξέρεις την αγάπη που σού'χω, θέλω να κάνουμε μαζί τραγούδια. Είχε βρει χρηματοδότη με μια εταιρεία που λεγόταν ''Ανατολή''. Δεν με ενδιέφερε ποτέ τι ταμπέλα έχει πάνω το τραγούδι, όπως δεν ενδιαφέρει ποτέ και έναν ακροατή η ταμπέλα ενός δίσκου που παίρνει. Τα υπόλοιπα είναι όροι εμπορίου, πως θα κινηθεί δηλαδή ένας δίσκος κ.λπ. Εγώ κοίταγα τη δουλειά μου, τη μουσική μου. Τον ρώτησα ποιους τραγουδιστές έχει η εταιρεία αυτή κι ο Κώστας μου απάντησε: Θα βρούμε όποιον θέλουμε. Οι εταιρείες πλέον δίνουν εύκολα τους τραγουδιστές τους. Αυτά εσύ τα ξέρεις, του είπα, εγώ δεν ασχολούμαι πλέον. Έτσι, φωνάξαμε τον Μανώλη Μητσιά που ανήκε σε άλλη εταιρεία. Του είπαμε να πάρει άδεια, λέει Αύριο θα μου την έχουν έτοιμη κιόλας. Δεν το έκανε όμως, πέρασε ο καιρός, μέχρι που φτάσαμε στη μέρα που έπρεπε ο δίσκος να φύγει για το εργοστάσιο, ήταν όλα έτοιμα. Με καλεί ο Κωτούλας στο στούντιο, Έλα, ήρθε η άδεια σήμερα! Πάω από κει και διαβάζω ένα χαρτί που έλεγε: Παραχωρούμε τον Μανώλη Μητσιά με τους εξής όρους! Διαβάζω τον πρώτο όρο: Η εταιρεία δύναται να ανατυπώσει το δίσκο όποτε και οπουδήποτε θελήσει κ.λπ. Δεν διάβασα καν το δεύτερο όρο! Σκίζω το χαρτί και λέω του Μητσιά: Μανώλη μου, πάρ'το πίσω αυτό το χαρτί που μού'φερες! Τηλεφωνώ μετά κατευθείαν του Μπαγιώκη: Μπαγιώκη, έλα όπως είσαι να τραγουδήσεις στο στούντιο! Ε, τι νά'κανα, βρήκαν άνθρωπο τώρα να του βάλουν όρους (γέλια) 
Ωστόσο, ο Μητσιάς έχει πει τα καλύτερα τραγούδια σας.
Μα γι' αυτό σας είπα και την ιστορία αυτή. Έτσι είναι. Και το Ελάφι στη Σταδίου, ότι λέει ο Μπαγιώκης στις Πυγολαμπίδες, ήτανε για τον Μανώλη, ακόμα και εκείνο το κομμάτι που τελικά είπα εγώ στο δίσκο. Εξαιρείται το ομότιτλο, οι Πυγολαμπίδες, που το τραγούδησε η Νένα Βενετσάνου. 
Και μ' αυτήν έχετε συνεργαστεί πολύ από ένα διάστημα και μετά.
Βέβαια. Με τη Νένα γνωριστήκαμε λίγο μετά τη χούντα. Κοριτσάκι ήταν, είχε έρθει από τη Γαλλία και με βρήκε με την κιθάρα της σ' αυτά τα γαλλικά τραγούδια που είχε φτιάξει. Ερωτεύσιμο κορίτσι ήταν. Κάναμε μαζί την πρώτη της συναυλία κάπου στο Βύρωνα, γύρω στο 1975-76, όπου εκεί τραγούδησε το Γιατί να γίνω μάνα, αν θυμάμαι καλά. 
Τελικά, κύριε Λεοντή, μόνο ως ευτύχημα θα χαρακτηριζόταν η σύμπλευση σας με τον Θανάση Συλιβό και τον ανεξάρτητο Μετρονόμο του.
Εγώ τον έβαλα στην παραγωγή δίσκων. Θέλω τώρα να τον βάλω και σε κάτι άλλο: Έκδοση σε νότες, χαρτιά. Τα δικά μου τραγούδια, ας πούμε, δεν υπάρχουν σε νότες, παραμένουν ανέκδοτα. Αφού κάνει βιβλία, ας κάνει και παρτιτούρες να υπάρχουν. Εξάλλου, ως γνωστόν, οι συμπαραγωγές γίνονται εκ των ενόντων, δεν έχει φράγκο κι αυτός ο φουκαράς και αγωνίζεται μόνος με το μεράκι του. Έχει ξεψυλλιαστεί και ο στιχουργός μας, ο Δημήτρης Λέντζος, που είχε ένα μαγαζί και έβγαζε χρήματα και τώρα δεν τό'χει ούτε αυτό...Σκοπεύουμε τώρα να κάνουμε ένα κύκλο τραγουδιών με τον Πάνο Μπούσαλη και ψάχνουμε πως θα καλυφτεί η παραγωγή. Πάλι καλά που έχω τη δυνατότητα να τα γράφουμε όλα εδώ στο στουντιάκι μου. Είχα κι ένα παιδί που ήξερε καλά τα προγράμματα στον κομπιούτερ και με βοηθούσε.
Θέλετε να πείτε πως δεν κάνατε χρήση φυσικών οργάνων;
Όχι, οι μουσικοί ήρθαν κι έπαιξαν και πάντα έρχονται. Έχω καλή σχέση μαζί τους, μπορώ να τους πω να έρθουν να παίξουν τζάμπα και μετά, όποτε μπορώ κι εγώ, τους βοηθώ. Καθαρές κουβέντες δηλαδή: Έλα να παίξεις δωρεάν. Δεν έχω κανένα παράπονο, είναι μουσικοί πρώτης επιλογής και δοτικοί. Τους ευχαριστώ! Έχω πολλούς στίχους για τη νέα δουλειά, ακόμη δεν έχω κατασταλάξει. Ας τελειώσει αυτή η παράσταση τώρα και θα ξεκινήσουμε σιγά - σιγά να δούμε τι θα κάνουμε. 
Τον ξέρω πολλά χρόνια τον Μπούσαλη, είναι εξαιρετικός καλλιτέχνης.
Είναι πολύ καλό παιδί και πολύ καλός τραγουδιστής. Έχει ωριμάσει, γιατί παλιότερα ήταν λιγάκι γλυκερός και του το είχα επισημάνει. 
Θα ήθελα να σας παρακολουθήσω να διδάσκετε έναν τραγουδιστή. Τι αποζητάτε από τον εκάστοτε ερμηνευτή σας;
Συνταγή δεν υπάρχει. Το πρώτο που με ενδιαφέρει είναι να δω με την πρώτη, αν μου μεταφέρει και μένα κάποια συγκίνηση. Αν προσθέτει το δικό του λιθαράκι στο τραγούδι, να μην αισθάνομαι δηλαδή την άπωση. Να καταλαβαίνει τι τραγουδάει επίσης. Το τραγούδι, ο λόγος, είναι ελευθερία και συνήθως λέω σε ένα νέο τραγουδιστή: Θέλω να το πεις όπως ο θείος μου
Πως το έλεγε, για να καταλάβω κι εγώ, ο θείος σας;
Στο χωριό στην Κρήτη δεν υπήρχε ούτε ρεύμα,ούτε αυτοκίνητα. Τίποτα. Όλες οι μετακινήσεις με τον γάιδαρο γίνονταν. Έβαζε ο θείος μου μια κουρελού κατάχαμα πάνω από τις πυρωμένες από τον ήλιο του απογεύματος πέτρες. Εγώ ήμουν πέντε - έξι χρονών. Ξαπλώναμε με δισεκατομμύρια αστέρια από πάνω μας και μού'λεγε ιστορίες για τον Ιορδάνη τον ποταμό, μου τραγουδούσε με μια βραχνή ακατέργαστη φωνή τον Ερωτόκριτο, ολόκληρο, από την αρχή ως το τέλος! 
Κατάλαβα, σαν τον Ψαραντώνη ένα πράγμα.
Μού'λεγε Που μείναμε, παιδί μου; Του έλεγα και συνέχιζε. Εκείνος ο τρόπος έκφρασης του ναΐφ ανθρώπου με σημάδεψε σε όλη τη ζωή μου. Με είχε συγκλονίσει. Και δεν είχε τίποτα!
Είχε, όμως, απόλυτη επίγνωση του ότι έβγαινε απ' τα χείλη του.
Βέβαια! Ήταν μια ομορφιά ο ίδιος! Αν δεν αγαπήσει ο εκάστοτε τραγουδιστής αυτό που του δίνεται να τραγουδήσει, δεν παίζει κανένα ρόλο αν έχει καλή ή καθόλου φωνή. 
Ως παρατήρηση έχω να κάνω πως ενώ δουλέψατε πολύ για το θέατρο, οι ερμηνευτές σας δεν έπασχαν από υπέρμετρη θεατρικότητα, από υπερβολή.
Κάποια στιγμή το πέτυχα αυτό δουλεύοντας με τη Λυδία και την Τάνια, όπως και με τον Πέτρο Δαμουλή, επίσης ηθοποιό. Έχεις και τον Κούτρα, είναι εξαίρετος ερμηνευτής, αλλά του Δαμουλή λάμπει το μάτι του! 
Οι ηθοποιοί τελικά είναι οι καλύτεροι τραγουδιστές;
Το καλύτεροι δεν το καταλαβαίνω, θα προτιμούσα σίγουρα το εκφραστικότεροι. Θυμάμαι τη Μελίνα Μερκούρη που ήθελε πολύ να πει τραγούδια μου και μου έλεγε: Ρε συ, κάνεις πολύ μεγάλες φράσεις και εγώ δεν τα μπορώ αυτά (γέλια). 
Με τη Μαρία Φαραντούρη πως και δεν συνεργαστήκατε;
Πήγε με τον Μίκη αυτή, φύγανε περιοδείες, μετά πέρασε ο καιρός, έκανε ο καθένας τα δικά του. 
Σας έτυχε να δουλέψετε με τραγουδιστή που ήταν ''αλλού γι' αλλού'';
Πολλές φορές.
Κι εκεί τι κάνατε;
Το πολύ - πολύ τον άφηνα να το πει μια φορά το τραγούδι για να μην τον προσβάλλω, δεν θα ήθελα να τον απομακρύνω χωρίς ευγένεια. Του έλεγα Εντάξει, τό'πες μία, αυτό μπορούσες, αυτό έδωσες...
Η Φλέρυ Νταντωνάκη με τον Χρήστο Λεοντή το 1975 στο ''Πολύτροπον''
Πάμε τώρα στη Φλέρυ Νταντωνάκη. Η συνεργασία σας αγγίζει τον αστικό μύθο πλέον.
Υπάρχει ένα τραγούδι μου με τη Φλέρυ που μου αποκαλύφθηκε εκ των υστέρων, το Τέτοιος τρανός θαλασσοπόρος του Ντάριο Φο!
Το γνωρίζω, σε δική μου εκπομπή πρωτακούστηκε, από το αρχείο του σκηνοθέτη Βασίλη Κεσίσογλου.
Ακριβώς, ακριβώς! Το 1974, λοιπόν, ο Χατζιδάκις είχε κάνει στην Πλάκα το Πολύτροπον. Ήταν ιδιοκτησίας του Βαγγέλη Σκούρτη, αδερφού του Γιώργου, του θεατρικού συγγραφέα. Την επόμενη χρονιά, το '75, με φώναξε εμένα ο Σκούρτης να στήσω πρόγραμμα με τα τραγούδια μου. Θά'ναι και η Φλέρυ, μου λέει. Ευτύχημα θεώρησα τη συνεργασία αυτή κι εκεί, στις πρόβες, την άκουσα να τραγουδάει το Νανούρισμα του Lorca, που'χε πει στη δισκογραφία η Τσανακλίδου. Ήταν μια σκέτη ευφυΐα η Φλέρυ στο τραγούδισμα της! Λέγαμε, λοιπόν, πως θα στήσουμε το πρόγραμμα, αλλά ύστερα από δυο - τρεις μέρες μάλωσε με τον Σκούρτη και σηκώθηκε κι έφυγε. Έμαθα πως απαίτησε να βγει με ένα νυφικό που θά'χε ουρά πέντε μέτρα και κάτι κεριά και μού'λεγε ο Σκούρτης Που να τρέχουμε τώρα να της βρούμε νυφικό πέντε μέτρα; (γέλια) Είχαμε θαυμάσια σχέση με τη Φλέρυ. Μάλιστα την πείραζα. Εκείνη μού'κανε βουδιστικές υποκλίσεις, τα χέρια σε στάση προσευχής, και της έλεγα Άσε τις μαλακίες τώρα και πάμε να τραγουδήσεις, προσπαθούσα να την κάνω πιο γήινη. Δεν αντιδρούσε, μου χαμογελούσε απλά. Εκείνη έτσι ήταν όμως η καημένη, τα πίστευε αυτά τα πράγματα, ήταν η ιδεολογία της στη συγκεκριμένη φάση τουλάχιστον. 
Παραμένετε αριστερός, κύριε Λεοντή;
Ξέρω κι εγώ τι είμαι πια; Πρώτα απ' όλα τι θα πει Αριστερά; Ο τρόπος ζωής και ο τρόπος συμπεριφοράς σου καθορίζουν την ιδεολογία σου. 
Εννοείτε πως δεν είναι μια σχηματοποιημένη έννοια.
Όχι, ξέρω τον στόχο μου: Θέλω όπως περνάω εγώ καλά, να περνάει καλά και ο γείτονας μου. Πάντα σκεφτόμουν το ''εμείς'', ποτέ δεν σκέφτηκα το ''εγώ''. Αν είναι να περνάει καλά ο διπλανός μου με το να στερηθώ εγώ κάτι, είμαι έτοιμος να το στερηθώ, αρκεί να έχουμε μεταξύ μας αλληλεγγύη, αδερφοσύνη, καλοσύνη, αξιοπρέπεια - αυτές είναι οι αξίες και οι αρετές, όλα τα άλλα τα θεωρώ παραφερνάλια.
Είστε αισιόδοξος για το μέλλον της χώρας; Το βλέπετε δυσοίωνο ή απλά η ιστορία επαναλαμβάνεται;
Ακριβώς αυτό. Από ένα αίσθημα αυτοσυντήρησης, ο άνθρωπος θέλει να αισθάνεται ελεύθερος απ' όλα τα δεσμά. Έτσι και τώρα θα βρει τη δύναμη να αποτινάξει κι αυτά τα δεσμά όσο συντομότερα όμως συλλάβει την αιτία που τον έχουν φέρει σ' αυτή την κατάσταση. Όσο αργεί, τόσο θα καθυστερεί και η απελευθέρωση του. Νομίζω πως τα κόμματα, έτσι όπως συντηρούν ένα σύστημα, και ειδικά το Κομμουνιστικό, θα πρέπει να προσαρμοστούν και να προσαρμόσουν τις ανάγκες τους στις ανάγκες της κοινωνίας και του κόσμου όλου. Οφείλουν την κοινή πορεία και σύμπλευση με τον κόσμο.
Είναι γνωστό πως παραμένετε ψηφοφόρος του ΚΚΕ, αλλά με μία κριτική διάθεση επίσης.
Ναι, είμαι ψηφοφόρος του ΚΚΕ και πολλές φορές διαφωνώ σε πάρα πολλά πράγματα. Φυσικά δεν είναι ανάγκη να κάτσω να βγάλω ντουντούκα, αλλά θεωρώ υγιές να ασκώ κατά καιρούς την κριτική μου. Για παράδειγμα, έκανα μία πρόταση που αφορούσε την ΚΝΕ. Τους είπα: Έχετε την ωραιότερη νεολαία, γιατί δε φτιάχνετε μια χορωδία νέων με 30, 40, 50 και 60 παιδιά που να σπάει κόκαλα και να τραγουδάει από Μπαχ μέχρι αντάρτικα, που σας αρέσουν; Γιατί δηλαδή, δεν ήταν καλή πρόταση αυτή;
Φαντάζομαι τι σκάλωμα θα έφαγαν οι Κνίτες εδώ μέσα με τις ξυλογραφίες του Πάμπλο Νερούντα και του Ρίτσου και τις αφίσες από συναυλίες με τον Ξυλούρη και τον Μεράντζα!
Ε, δεν ξέρω, την πρόταση την κατέκριναν, γιατί αργεί να γίνει μάλλον. Πριν από ενάμισι χρόνο την κατέθεσα. Ήρθαν εδώ τα παιδιά, οι νεολαίοι, τα είπαμε μια χαρά. Εγώ είδα ότι μία τέτοια απλή πρόταση θα προσέφερε στο σύνολο των ανθρώπων, γιατί κομμουνισμός δεν είναι να λες μόνο ότι στηρίζεις τον πολιτισμό. Στην πράξη να σε δω! 
Ο Χρήστος Λεοντής με τον Κάρολο Κουν
Ανήκατε στους πολιτικούς συνθέτες εκείνους που θεωρούσαν το ροκ αμερικανόφερτη υποκουλτούρα;
Κοιτάξτε, αυτή τη στιγμή υπάρχει ένας αφελληνισμός των νέων παιδιών.
Τώρα μιλάτε σαν συνθέτης της πατριωτικής Αριστεράς;
Μιλάω σαν ένας συνθέτης που βλέπει τον αφελληνισμό των νέων όχι μόνο στη μουσική, αλλά στα πάντα, ακόμη και στην έκφραση τους. Με τις λέξεις που χρησιμοποιούν, η ελληνική γλώσσα φθίνει, πάει στην άκρια σιγά -  σιγά. Η πλουσιότερη γλώσσα και μητέρα όλων των άλλων γλωσσών, πάει να αντικατασταθεί από τη γλώσσα του εμπορίου. Μιλάμε για τη γλώσσα του λόγου, της φιλοσοφίας, της ποιητικής έκφρασης...Το βλέπω στα τραγούδια των νέων! Τα ραδιόφωνα παίζουν συνέχεια αμερικανικά τραγούδια, για όνομα του Θεού δηλαδή (σ.σ. υψώνει τη φωνή του). Και τα αμερικανικά σκουπίδια κυρίως! Τι θα ακούσει και με τι θα χορέψει ο νέος άνθρωπος; Μ' αυτό το συνεχές ντούπου - ντούπου; Ούτε ξέρω τι λένε αυτά τα τραγούδια, αλλά κάποια σε ραπ ύφος οδηγούν συνήθως στην παραίτηση, στο ''εγώ'', σε τέτοιες καταστάσεις. Βλέπεις τους Έλληνες δημιουργούς και κάνουν τα στραβά μάτια. Τι θα τραγουδάνε οι νέοι σε δέκα χρόνια από τώρα; Βλέπεις, ας πούμε, τη συναυλία που θα κάνει ο Σαββόπουλος στο Καλλιμάρμαρο και αγνοεί τελείως το τραγούδι της γενιάς του!
Μήπως όμως απλά ο κόσμος προχωράει, έστω και σε λάθος δρόμο; Πάντως προχωράει. Ο δε Σαββόπουλος έχει αποδείξει ότι είναι χαμαιλέοντας εδώ και μισό αιώνα.
Γιατί δε βάζει Μαρκόπουλο μέσα; Γιατί δε βάζει Θεοδωράκη, ένα έστω; Βεβαίως βάζει τους παλιότερους μέσα, τον Αττίκ, τον Γιαννίδη, καλά κάνει, αλλά μην κάνεις όμως και μια τρύπα στη μέση! Δεν ξέρω, αυτό πιστεύω εγώ, εκτός κι αν πέφτω έξω, αν έχω πληροφορηθεί λάθος. Είναι σαν να κάνεις ένα άλμα προς τα πίσω και στη μέση να αφήνεις μια τρύπα!
Κάνατε παρέα με τον Σαββόπουλο, υπήρξατε φίλοι;
Όχι, τον συμπαθώ και - φαντάζομαι - με συμπαθεί κι αυτός, αλλά δεν έχουμε καμία ιδεολογική συγγένεια. Δεν κολλήσαμε ποτέ ιδιαίτερα, δεν ταιριάξαμε. Μάλιστα, τους Αχαρνής που είχε κάνει, εγώ τον πρότεινα στον Κουν. Είχα να κάνω ένα άλλο έργο τότε και είπα του Κουν Δοκίμασε με τον Σαββόπουλο. Δεν έχει κάνει ποτέ θέατρο, αλλά μπορεί να προκύψει κάτι ενδιαφέρον! Μου τηλεφωνούσε ανήσυχος ο Κουν στις δύο τη νύχτα: Βρε Χρήστο, εγώ θέλω να κάνω θέατρο, αυτός θέλει να κάνει τα δικά του! Ο Αριστοφάνης δεν είναι πρόσχημα σε μένα! Εγώ πάλι τού'λεγα Κάνε λίγη υπομονή μέχρι να βρείτε τη χρυσή τομή. Πάνω στη βδομάδα δεν τα βρήκαν και του είπε ο Κουν του Σαββόπουλου Άντε γεια σου...Την επόμενη χρονιά είχα προτείνει τον Θάνο Μικρούτσικο για τη μουσική στην Ειρήνη. Εγώ πάλι δε μπορούσα, ήμουν κλεισμένος για κάτι άλλο, οπότε του λέω του Θάνου Θα σε πάρουν τηλέφωνο αύριο από το Τέχνης, η μετάφραση θά'ναι του Βάρναλη, πάρ'το βιβλίο για νά'σαι ενήμερος. Δεν τον κάλεσαν τελικά στο τηλέφωνο και ποτέ δεν έμαθα το λόγο, πάντως εγώ τον είχα προτείνει για τη δουλειά. 
1963, ο Μίκης Θεοδωράκης με τον Χρήστο Λεοντή
Πιστεύετε πως η οικογενειακή γαλήνη συμβαδίζει με την καλλιτεχνική ισορροπία;
Νομίζω ναι, διότι μικρός που ήμουν, η παιδική ηλικία ήταν μόνο στέρηση, μόνο! Δεν είχαμε τίποτα! Και τα είχαμε όλα! Με θυμάμαι να παίζω με ένα σπιρτόκουτο. Κάποιος το είχε πετάξει κι εγώ το πήρα και το έκανα παιχνιδάκι. Στο σχολείο τη βγάζαμε με συσσίτια, είχαμε και τραχώματα στα μάτια που μας έβαζαν μια κίτρινη αλοιφή κι έβλεπες εκατό παιδιά να πηγαίνουν σαν τους αόμματους. Ξέρετε όμως τι συνέβαινε; Ήμασταν όλοι ίσοι! Να, λοιπόν, το παράδειγμα της ισότητας. Η ευτυχία δε βρίσκεται στα χρήματα, αλλά στο μοίρασμα των πάντων με τους πάντες. Να η Αριστερά που με ρωτάγατε πριν: Το μοίρασμα όλων των πραγμάτων με όλους τους ανθρώπους. Όλο αυτό μου έφερε ψυχική ισορροπία, δεν αισθάνομαι κόμπλεξ και ποτέ δε ζήλεψα κανέναν. Ο Βάρναλης, ξέρετε, όταν τον ρωτούσαν Ποια γυναίκα σ' αρέσει;, έλεγε Τ' αλλουνού (γέλια). Έτσι κι εγώ, άμα με ρωτήσουν ποια τραγούδια μ' αρέσουν, λέω Τ' αλλουνού! Αγαπάω τα όμορφα τραγούδια κι ας μην τά'χω κάνει εγώ. Είναι κέρδη αυτά από μία στερημένη παιδική ηλικία, όταν πηγαίναμε κώλο - κώλο στον τοίχο για να μη φαίνονται τα μπαλώματα στα παντελόνια, που σήμερα θεωρούνται μόδα. 
Έχετε δυο κόρες και τρία εγγόνια. Παππούς δηλαδή.
Το ωραιότερο πράγμα! Δεν μετριέται με τίποτα η απεραντοσύνη της αγάπης των παιδιών.
Υπήρξατε καλός, που λένε, πατέρας;
Ποτέ μου δεν άσκησα εξουσία απάνω στα παιδιά μου. Άφηνα τα κορίτσια μου να κάνουν ότι θέλανε, βλέπανε κι αυτά όμως τι γονείς είχαν! Είναι κάτι μάνες με το τσιγάρο όλη την ώρα στο στόμα και λένε στην κόρη τους Μην καπνίζεις! Ε, πως Μην καπνίζεις, αφού κι εσύ τι κάνεις απ' το πρωί ως το βράδυ; Τα παιδιά έχουν προσλαμβάνουσες απ' τους γονείς τους και σαν άνθρωποι και σαν πολίτες και σαν επαγγελματίες, στα πάντα. 
Προσέχετε την υγεία σας;
Δεν κάνω τίποτα το ιδιαίτερο. Δεν είμαι υποχόνδριος με θέματα υγείας, απλώς επειδή τώρα είμαι 77 ετών, οποιοσδήποτε μεγαλώνει μαζεύει ζάχαρο, πίεση, ουρικά, τα γνωστά. Ευτυχώς είναι γιατρός ο γαμπρός μου και τον συμβουλεύομαι σε διάφορα θέματα. 
Σε εκατό χρόνια από τώρα που δεν θα υπάρχει κανένας μας, πιστεύετε πως θα ζει το τραγούδι σας, θα ανακαλύπτεται;
Νομίζω πως θα υπάρχουν και τότε τα τραγούδια, αν όχι όλα, πάντως πολλά. Σημασία έχει να υπάρχουν τα μέσα ώστε να μπορέσουν οι άνθρωποι να τα ακούσουν, να πάρουν την πληροφορία. Πως έφτασαν σε εμάς, λόγου χάριν, τα τραγούδια του Σούμπερτ; Με την ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνογνωσίας. Έτσι θα φτάσουν στις επόμενες γενιές και τα δικά μας τραγούδια.
Σε εκατό χρόνια από τώρα, βέβαια, μπορεί να μην υπάρχει και ο πλανήτης ολόκληρος, αν γίνουμε κινδυνολόγοι κι εμείς λίγο.
Κοιτάξτε, μέλλον κατά τη γνώμη μου δεν υπάρχει. Ούτε παρελθόν! Ένα παρόν υπάρχει μόνο ανά πάσα στιγμή. Το παρόν είναι που μετράει. Μέλλον ότι και να ορίσεις, θα είναι κάτι άλλο, την πάτησες. Το παρελθόν πάλι δε μπορείς να τό'χεις ζήσει, άρα φτάνει αλλιώς σε σένα. Παρόν είναι μια μέρα, μία ώρα, ένα δευτερόλεπτο. Ο χρόνος στη ζωή μας είναι κάτι ανυπολόγιστο, ανύπαρκτο σχεδόν. Δε λέω αν υπάρχει ή δεν υπάρχει. Απλά λέω δεν ξέρω...
Αγνωστικιστής είστε και στα θρησκευτικά σας πιστεύω;
Δεν ξέρω αν υπάρχει ή δεν υπάρχει Θεός, άρα ο καθένας είναι ελεύθερος να βγάλει τα συμπεράσματα του.
Από έναν καλλιτέχνη περιμένεις να σου πει ότι Θεός μπορεί νά'ναι κι αυτό το δέντρο στον κήπο σας, τα τζιτζίκια που μας έχουν πάρει τα αυτιά, αν και συζητάμε σε εσωτερικό χώρο...
Οτιδήποτε μπορεί να είναι! Θεός πάντως είναι κατασκεύασμα του ανθρώπου απ' την ανάγκη του να εξηγήσει την ίδια του την ύπαρξη. Δεν ξέρει δηλαδή τι του συμβαίνει και λόγω της ανημπόριας της δικής του, εναποθέτει τις ελπίδες του σε μία άλλη δύναμη. Ο Θεός είναι, λοιπόν, μια λέξη που βρέθηκε για να συμπεριλάβει ως έννοια κάτι πολύ σύνθετο και πολυδιάστατο. 
Ωστόσο, κάνατε θρησκευτικό γάμο κι εσείς, βαφτίσατε τα παιδιά σας, να υποθέσω, όπως και στο σπίτι σας είδα αρκετά εικονίσματα.
Μα ναι, εγώ δεν έχω κανένα πρόβλημα. Απ' τη στιγμή που δεν είμαι σίγουρος, τηρώ κάποιες παραδόσεις, δεν πάω κόντρα στη λαϊκή έκφραση, αν θέλετε. Βλέπω, ας πούμε, δεσποτάδες φασισταριά και βλέπω και ανθρώπους αφοσιωμένους. Μπορώ σαν πολίτης να αποδοκιμάσω, να πω Κοίτα την κατάντια αυτών των θρησκευτικών ηγετών, που πήραν μια θρησκεία αγάπης και την έκαναν κήρυγμα μίσους, αλλά τη δική μου γνώμη δε θα την εκφράσω ούτε αρνητικά, ούτε θετικά, για καμία παράδοση, θρησκευτική ή μη! Δεν θά'χε ιδιαίτερη σημασία αν παντρευόμουν σε εκκλησία ή εδώ στο δρόμο. Απ' την άλλη μεριά, η συγκεκριμένη πίστη έχει διατηρήσει μια ατμόσφαιρα που είναι αρκετά ενδιαφέρουσα και έχει προσφέρει πολλά και στον πολιτισμό. Υπάρχουν τα αρνητικά στοιχεία, οι καταστροφές των αρχαίων ναών κ.λπ., υπάρχουν όμως και τα θετικά! Ποια; Δημιούργησε μια τεράστια και σημαντική σχολή ζωγραφικής, μας κληροδότησε υμνωδίες και υπέροχα ποιητικά κείμενα, έναν εξαιρετικό αρχιτεκτονικό ρυθμό, μια τεχνοτροπία. 
Κατανοώ το ''πακέτο'' όλο που περιγράφετε. Το ίδιο δε συμβαίνει και με το θέατρο;
Ακριβώς! Εγώ αυτό που δε μπορώ στο σύγχρονο αρχαίο θέατρο είναι δύο πράγματα: Τα κοστούμια αφενός και τη χρήση της μουσικής αφετέρου. Βάζουν δηλαδή ένα τζιν στο Χορό και νομίζουν ότι κάνουν μοντέρνο θέατρο. Είναι το ίδιο με το να μπω σε μια εκκλησία που δεν έχει τίποτα μέσα εκτός από έναν παπά που φοράει τζιν. Άμα αφαιρέσεις την ατμόσφαιρα, αυτό το άμα τη εμφανίσει, που λένε, χάνεται και η όλη πράξη, το τελετουργικό. Τι να κάνουμε, η καθημερινότητα ήταν ο χιτώνας, γιατί να φοράνε τζιν οι ηθοποιοί; Δεν το καταλαβαίνω! Ότι μπορεί να σε υποβάλλει, το κρατάς μαζί φυσικά με τον λόγο.
Εν αρχή ην ο λόγος ειδικά στο θέατρο κι εσείς, κύριε Λεοντή, είχατε εναντιωθεί στον Γιαν Φαμπρ στο Φεστιβάλ Αθηνών πέρσι.
Ένας από τους λόγους της εναντίωσης μου είχε να κάνει με το ότι το αρχαίο θέατρο βασίζεται στο λόγο κι αυτοί όλοι τό'χουνε κάνει θέαμα. Προβολείς από δω, προβολείς από κει, ξεβράκωτοι από δω, ξεβράκωτες από κει, που πήγε ο λόγος; Μεσημέρι παίζονταν οι παραστάσεις στον αρχαίο κόσμο, τι πράγματα είναι αυτά τώρα; Να πιάνει ο άλλος το πουλί του και να κάνει τον Οιδίποδα; Ε δε γίνεται! Έχω εξοργιστεί, γιατί καλύπτουν τη σκηνοθετική τους ένδεια με ένα πράγμα περίεργο στο μάτι! Το θέατρο θα πρέπει να αναζητήσει την ουσία του στην αξία του λόγου και των ανθρώπινων αιτημάτων, όχι στο φαίνεσθαι. 
Τελευταία ερώτηση: Τι περιμένετε να σας φέρει η ζωή;
Την ανηφόρα της με τις ομορφιές της και τις ασχήμιες της. Τους αγώνες της, τον αγώνα της. Να μην εγκαταλείψω τον αγώνα για κατάκτηση της εσωτερικής ελευθερίας μου. Την υπέρτατη ελευθερία να αισθάνεται κανείς ελεύθερος ακριβώς μέχρι να κλείσει τα μάτια του.
Ο Χρήστος Λεοντής και ο γράφων την Τρίτη 11 Ιουλίου 2017 στο σπίτι του συνθέτη στην Παιανία
* Η συναυλία του Χρήστου Λεοντή πραγματοποιείται την Παρασκευή 14 Ιουλίου στο αρχαίο θέατρο της Μικρής Επιδαύρου. Τραγουδούν: Πάνος Μπούσαλης - Θοδωρής Βουτσικάκης - Ιωάννα Φόρτη - Αλέξανδρος Τσιωνάς

Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

Στο κοιμητήριο της Παιανίας ο Μάνος Χατζιδάκις και η Φλέρυ Νταντωνάκη δίνουν συναυλίες ενίοτε

Έφτασα μεσημέρι στο νεκροταφείο της Παιανίας. Ο ήλιος σε χτύπαγε κατακέφαλα - αύριο θα χτυπήσει πάλι 41 λένε οι ειδικοί. Η νεοκόρισσα με περίμενε στην είσοδο ντυμένη με τζιν και καστόρια μποτάκια, σαν ροκού άλλων εποχών, μόνη της μεσ' στην απόλυτη ερημιά. ''Περάστε'' μου είπε χαμογελαστή, ''η συναυλία θα ξεκινήσει σε λίγο''. Προτού χαθώ ανάμεσα στα μνήματα και τους διαδρόμους του κοιμητηρίου, έριξα μια ματιά στο απέναντι βουνό. Ένα εκκλησάκι φαινόταν μικροσκοπικό, χαμένο κι αυτό μέσα στα δέντρα. ''Εδώ κηδεύτηκε'' άρχισε να μου λέει η νεοκόρισσα, ''καθώς του άρεσε η γαλήνη του τοπίου και η απομόνωση. Τριάντα άτομα ήταν όλοι κι όλοι εκείνοι που τον χαιρέτισαν, ο Κούνδουρος, ο Ντασέν, ο Λαζάνης, ο Λεοντής, ο γιος του φυσικά, φίλοι του από το θεατρικό και όχι τόσο από το μουσικό σινάφι''...Το ήξερα αυτό! Ελάχιστοι, αν όχι κανένας από τους τραγουδιστές του βρέθηκαν εκεί. Λέγεται πως ήταν σοκαρισμένοι τόσο ώστε δεν άντεξαν να πάνε για να του πουν αντίο. Στον καλό του φίλο, τον Λεφεντάριο, οφείλει την τελευταία του κατοικία. Κάθε Κυριακή τα τελευταία χρόνια τον επισκεπτόταν στην Παιανία και ζήλευε την ηρεμία του, εκείνο το ''εκτός σχεδίου πόλεως'' σπίτι του. Κι έτσι, άφησε ύστατη επιθυμία να κηδευτεί εκεί μαζί με τα αγαπημένα του πρόσωπα που επρόκειτο να τον ακολουθήσουν. 
Πίσω του κατοικούν πλέον η αγαπημένη του αδερφή, Μιράντα, και δίπλα της, κολλητά, η αγαπημένη του ερμηνεύτρια, η Φλέρυ Νταντωνάκη. Για φαντάσου καμιά μέρα που θα βασιλεύει η ανία, γιατί όπως και να το κάνεις η μοναξιά δεν παλεύεται, να απλώνει το χέρι του και να γαργαλάει τα πόδια της Φλέρυς, να αρχίζουν να γελάνε σαν παιδιά και η Μιράντα να φωνάζει να βγάλουν τον σκασμό...Το λέω στη νεοκόρισσα και γελάει. ''Ισχύει'' με κατατοπίζει σχετικώς, ''αυτοί οι δύο δεν αφήνουν σε ησυχία τους άλλους. Ο τωρινός διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος του Κάτω Κόσμου έδωσε την άδεια να γίνει μια συναυλία μπας και ησυχάσουν λίγο''...
''Καημένη Φλέρυ'' είπα μέσα μου σαν ξανάδα εκείνο το φρικτό λάθος στην αναγραφή του ονόματος της απάνω στην ταφόπλακα. Άμα είσαι γκαντέμης στη ζωή, θα είσαι και στο θάνατο...Ποιος ανόητος την έγραψε Αταντωνάκη; Την πρώτη φορά που το είδα, παρατήρησα πως κάποιος εχέφρων είχε προσπαθήσει να το διορθώσει. Συνέχισα το έργο του. Θυμωμένος άρπαξα ένα παλιοσίδερο που βρέθηκε μπροστά μου και χάραξα με δύναμη τη γραμμή από τη γωνία κάτω δεξιά του Α προς τα πάνω, ώστε να γίνει Ν και η τάξη να αποκατασταθεί. Δε βαριέσαι. Υπάρχουν και χειρότερα. Η Φλέρυ τουλάχιστον έχει δίπλα της τον μέντορα της. Στο Α' Νεκροταφείο η Κατερίνα Γώγου παραμένει ανέστια, εφόσον κοιμάται σε ξένο τάφο, ξένη μεταξύ ξένων, άγνωστη μεταξύ αγνώστων... Τελειώσαμε με τους νεκρούς, σειρά έχουν οι ζωντανοί. Παραδίπλα είδα ανθρώπους όλων των ηλικιών να κάθονται παραταγμένοι σε πλαστικές καρέκλες. Πλησίασα διακριτικά και άρχισα να ρωτάω με καθαρά δημοσιογραφικό ενδιαφέρον. ''Με λένε Μαρία'' μου είπε μία γυναίκα μαυροντυμένη, υπέργηρη. ''Πέθανα 92 ετών το 1994. Ησυχία, πολλή ησυχία, τρελαίνομαι''. Ένας νεαρός πάλι με δερμάτινα ρούχα και ένα κράνος στο χέρι αφηγήθηκε εν συντομία τη δική του ιστορία: ''Σκοτώθηκα με τη μηχανή μου το 1998, ετών 25. Δεν αντέχω να ακούω τη μάνα μου να τραγουδάει από πάνω μου κάθε μέρα: Θα στύψουμε ένα σύννεφο, θα σφάξουμε ένα αηδόνι...'' Ένα άλλο κορίτσι, που το έλεγαν Ελένη, μου είπε πως πέθανε από λευχαιμία το 2000 και πως δύσκολα θα εξασφάλιζα θέση για τη μεσημεριανή συναυλία τους. ''Κοίτα που δεν τελείωσες με τους νεκρούς'' με πληροφόρησε όλο νόημα. Είχε δίκιο μάλλον. Βρήκα έναν ίσκιο και τραβήχτηκα παράμερα να δω και να ακούσω τι επρόκειτο να γίνει! 
Από μακριά, κάπου πολύ μακριά, λες και τους ήχους τους γεννούσε ο αέρας και τους κουβαλούσε μαζί του, άκουσα μία θεϊκή φωνή να τραγουδάει Όμορφη πού'ναι η Κρήτη, όμορφη, έι και νά'μουν αητός...Για σκέψου, η Παιανία είχε γίνει Κρήτη και το μικρό βουνό της ο τεράστιος Ψηλορείτης. Βγήκα απ' τη σκιά μου για να κλέψω λίγες ματιές στη μικρή σκηνή που είχε στηθεί. Είδα εκείνον πλάτη με ιδρωμένο γαλάζιο πουκάμισο να διευθύνει μανιασμένα εκείνη με το τιρκουάζ φόρεμα της. Μητέρα κι αδερφή δωσ' μου μια ελπίδα, δωσ' μου μιαν ευχή...Για ποιον άραγε; Για τους εαυτούς τους ή για τους άλλους, τους συνένοικούς τους, που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα τους; Εκείνη τη στιγμή θα ήθελα να είχα μια κάμερα αόρατη για να κινηθώ ανάμεσα στα νεκρικά πρόσωπα, να καταγράψω τις σπάνιες εκφράσεις τους ενόσω τα τραγούδια διαδέχονταν το ένα το άλλο. Τι μανία κι αυτή να θέλω να καταγράψω τα πάντα! Η ζωή δεν αναπαρίσταται ποτέ. Ο θάνατος όμως; Πόσο τυχερός αισθάνομαι που την 11η Ιουλίου του 2017, μόλις μία εβδομάδα πριν τη συμπλήρωση 19 χρόνων από το φευγιό της Φλέρυς Νταντωνάκη, εγώ την απόλαυσα σε μία μοναδική συναυλία υπό τη διεύθυνση του Μάνου Χατζιδάκι, παρουσία λίγων και εκλεκτών, πολύ εκλεκτών όμως! ''Να το κάνετε συχνά αυτό'' σύστησα στη νεοκόρισσα τη στιγμή που έκλεινε πίσω μου τη βαριά πύλη του νεκροταφείου. 

* Ευχαριστώ τον συνθέτη Χρήστο Λεοντή. Είναι η δεύτερη φορά που επισκεπτόμαστε παρέα μέσα σε μία δεκαπενταετία την τελευταία κατοικία του Μάνου Χατζιδάκι και της Φλέρυς Νταντωνάκη στην Παιανία.

Δευτέρα, 10 Ιουλίου 2017

Review από το αφιέρωμα στον Μανώλη Ρασούλη στο Ηρώδειο 09.07.2017

Τρεις ώρες διήρκεσε η συναυλία - αφιέρωμα στον Μανώλη Ρασούλη στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Καλή διάρκεια δηλαδή, χορταστική που λένε, για ένα πρόγραμμα, που τo μεγαλύτερο μέρος του αποτελείτο από κοσμαγάπητα λαϊκά τραγούδια και τσιφτετέλια τέτοιας ''εμβέλειας'', ώστε αν ήταν δυνατό, ο κόσμος θα σηκωνόταν από τα καθίσματα του και θα χόρευε! Τώρα που το σκέφτομαι, στον Ρασούλη βασικά, αλλά και στους συνθέτες που τον μελοποίησαν, χρωστάμε την απενοχοποίηση της χαράς στο νεότερο λαϊκό τραγούδι, όπως και τη σπάνια ένωση του δρόμου του τσιφτετελιού με στίχους βαθύτερους ή και με στίχους έξω από τα ''επίγεια''. Τό'χε άλλωστε το χάρισμα αυτό ο στιχοπλόκος Ρασούλης!
Το Ηρώδειο ήταν γεμάτο, κάτι που μεταφράζεται σε εισιτήρια, άρα η συναυλία απ' την άποψη της εμπορικότητας ήταν άκρως επιτυχημένη. Άνθρωποι της γενιάς του Ρασούλη, αλλά και αρκετοί νεότεροι, προσήλθαν σαν σε λαϊκό προσκύνημα - μα ήταν λαϊκό προσκύνημα! - για να αποτίσουν το δικό τους φόρο τιμής σε έναν πολυσχιδή δημιουργό που άφησε το δικό του ισχυρό στίγμα στο ελληνικό τραγούδι από τη Μεταπολίτευση και μετά. Πόσο κόλλαγε η Ζυράνα Ζατέλη σε ένα ρασούλειο αφιέρωμα! Την παρακολουθούσα να εισέρχεται στο Ηρώδειο και να αναζητά τη θέση της, γυναίκα - αερικό μέσα σε πολίτες ανυποψίαστους, πλάσμα συγγενές με ότι πρέσβευε ο Ρασούλης, ακριβές μονάδες κι οι δυο τους για τον πολιτισμό μιας χώρας και του κόσμου ολόκληρου.
Ας αφήσω όμως κατά μέρος το εμπορικό κομμάτι της συναυλίας ή την παρουσία ξεχωριστών προσωπικοτήτων κι ας πάω ευθύς στο καλλιτεχνικό μέρος. 
Θεωρώ ευτύχημα την επιλογή του Θωμά Κοροβίνη να διαβάσει κείμενα του Ρασούλη από την αυτοβιογραφία του, αλλά και ένα δικό του, γραμμένο από ψυχής για τον εκλιπόντα, απ' αυτά τα ωραία κείμενα, τα συγκινησιακά φορτισμένα και με λέξεις - στολίδια, που γράφει ο Κοροβίνης. Άνετος ο Θωμάς χωρίς κανένα στόμφο μας γνώρισε για τα καλά τον Ρασούλη και έσπασε το καθεστώς των ''ακίνητων'' εισηγητών - ομιλητών, κινούμενος απ' άκρη σ' άκρη της σκηνής. Όταν μάλιστα σε κάποια στιγμή του β' μέρους της συναυλίας, ένα μικρόφωνο ξεχάστηκε ανοιχτό (ή απλά ο Κοροβίνης ξεχάστηκε), το γέλιο ήταν δεδομένο. Για να είμαι ακριβής δηλαδή, αν ο Ρασούλης ήταν εκεί με κάποιο μαγικό τρόπο, θα γελούσαν έως και τα λευκά του γένια μ' αυτό το αντικομφορμιστικό ατόπημα του φίλου και συνοδοιπόρου του! Ήταν μια από τις πιο αληθινές στιγμές της βραδιάς, αν λάβουμε σοβαρά υπ' όψιν τον αναρχικό τρόπο σκέψης του δημιουργού, για τον οποίο γινόταν το αφιέρωμα. Τα υπόλοιπα είναι καθωσπρεπισμοί και σοβαροφάνειες, που δεν έχουν ούτως ή άλλως θέση στο ρασούλειο σύμπαν. Μη μένουμε όμως σ' αυτό. Ο Κοροβίνης, επαναλαμβάνω, λειτούργησε κανονικά σαν ένας μύστης σε αρχαίο ναό που ανέλαβε με ευλάβεια να μυήσει το κοινό στο άβατο του ανθρώπου και καλλιτέχνη Μανώλη Ρασούλη. Καθώς τον παρακολουθούσα να διαβάζει τα κείμενα του, σκεφτόμουν την περίφημη ρήση του Μάνου Χατζιδάκι: Ο κόσμος νομίζει πως με ξέρει...Στην πραγματικότητα κανείς δεν με ξέρει! Τέλος πάντων, αν κάποιοι αποχώρησαν από το Ηρώδειο, παίρνοντας μαζί τους και δυο - τρία πράγματα, απ' αυτά τα υπέροχα που ακούστηκαν για τον δημιουργό, πέραν των τραγουδιών του, κι αυτό κέρδος είναι και μεγάλο μάλιστα!
Πάμε τώρα στους ερμηνευτές: Η συναυλία άνοιξε με τον Μάνο Πυροβολάκη. Εξαιρετικός! Η διακριτική χρήση της κρητικής λύρας και η δυνατή φωνή του έδωσαν με τη μία το πρωταρχικό στοιχείο της ρασούλειας ύπαρξης: Την καταγωγή του από την Κρήτη ως σημείο εκκίνησης της περιπλάνησης του στον κόσμο, από τη Θεσσαλονίκη μέχρι την Αίγυπτο και από την Αθήνα μέχρι το Ισραήλ. Εν συνεχεία, δίπλα στον Πυροβολάκη πήραν τη θέση τους η Ναταλία Ρασούλη, ο Κωνσταντίνος Στεφανής και η Αγγελική Τουμπανάκη, ερμηνεύοντας το ''Νά'μαστε πάλι εδώ, Αντρέα'', εκείνη την τραγουδάρα - προϊόν της σύμπραξης του Ρασούλη με τον Ανδρέα Μικρούτσικο από το μακρινό 1985. Όλοι γνωρίζουμε πως η μοναχοκόρη του Ρασούλη, η Ναταλία, τραγουδάει και έχει κάνει σοβαρές μουσικές σπουδές κι έτσι δεν με εξέπληξε το ότι εντυπωσιάστηκα πραγματικά από τις δυνατότητες της, αυτές μιας ασκημένης σοπράνο τραγουδίστριας. Αξιοπρεπέστατος και ο Στεφανής, ένα από τα τελευταία ''παιδιά'' του Ρασούλη, προτού ενώσει τη ζωή του μ' αυτήν της κόρης του και φτιάξουν τη δική τους οικογένεια! Η παράδοση στη μουσική, αν μη τι άλλο, συνεχίζεται και ο ίδιος ο Ρασούλης χαμογελά ευτυχισμένος κάπου από το υπερπέραν.
Δεν θα πω το ίδιο ωστόσο και για την Αγγελική Τουμπανάκη. Οι διασκευές της στα τραγούδια του Ρασούλη μού φάνηκαν σαν χιψτεριές που δεν είχαν καμία θέση στο όλο κλίμα της βραδιάς. Προσοχή: Δεν λέω η φωνή της, η οποία είναι εντελώς ιδιαίτερη και από μόνη της αποτελεί πρόταση. Αναφέρομαι πιο πολύ σε κομμάτια που κυριολεκτικά σκότωσε, σαν τις ''Νταλίκες'' - μέχρι φυσικά να ''μπει'' η καθαρόαιμη λαϊκή ερμηνεύτρια Σοφία Παπάζογλου - κυρίως όμως το ''Γύφτισσα τον εβύζαξε'' του Μάνου Λοΐζου, που ενώ το έπιασε όπως του έπρεπε και σχεδόν ξέχασα τη θρυλική ερμηνεία της Αλεξίου (κάτι που εκτίμησε δεόντως και σύσσωμο το κοινό της), εν συνεχεία το έκανε λάτιν με κάτι ''τιπιντίμ - ταπαντάμ'', που προσωπικά μου έφεραν αμηχανία μεγάλη, λες κι είχαμε τη Μούσχουρη στο ''Κονσέρτο για μια φωνή'' του Saint Preux...Ίσως η Τουμπανάκη ως άποψη έστεκε σε ένα αφιέρωμα στον Ρασούλη σε κάποια μουσική σκηνή, όχι όμως για κάτι τόσο ''μεγάλο'', όπως ήταν το Ηρώδειο. Και για να το πω αλλιώς, θες την Τουμπανάκη με τις λούπες της και τα φωνητικά της, καλά κάνεις, φτιάξε όμως ένα αφιέρωμα ανάλογο απ' την αρχή ίσαμε το τέλος, φτάσ'το στα άκρα, πρόσθεσε κι άλλους νέους καλλιτέχνες τέτοιου ύφους και πειραματισμών. Διαφορετικά, όπως και συνέβη κατά την ταπεινή μου γνώμη, η παρουσία της δίπλα στην Ελένη Βιτάλη, στη Σοφία Παπάζογλου ή στον Θοδωρή Κοτονιά, έμοιασε σαν τη μύγα μες το γάλα, σαν ηχητική παραφωνία. Δεν κατάλαβα, η Τουμπανάκη ήταν η ''αντεργκράουντ'', να την πω έτσι, πρόταση στο σύνολο του αφιερώματος; Μα ''αντεργκράουντ'' ήταν και είναι από μόνος του ο Μανώλης Ρασούλης, δεν χρειάζεται πια να ξεφεύγουμε τόσο από κάποιες ''παραδόσεις'' εν είδει πρωτοπορίας κ.λπ. Εμένα αυτή είναι η γνώμη μου και δεν έχω κανένα πρόβλημα μη χαρακτηριστώ οπισθοδρομικός ή συντηρητικός...
Ο Θοδωρής Κοτονιάς, απ' την άλλη, αποτέλεσε την πιο επιτυχημένη διανομή στο cast των νεότερων ερμηνευτών. Μεγάλος καλλιτέχνης είναι αυτός, ιδιαίτερος τραγουδιστής και τραγουδοποιός. Κι αν οι δρόμοι μας χώρισαν κάποτε, όπως γίνεται με όλους τους ανθρώπους, με τον Κοτονιά μας συνδέουν πολλά ωραία να ενθυμούμαστε όποτε βρισκόμαστε: Αυτός και το προ 10ετίας συγκρότημα του, τα Μακρινά Ξαδέρφια, ήταν η backing band στο ντοκιμαντέρ μου για το Κύτταρο και την ελληνική ροκ σκηνή των 70s. Με τον Κοτονιά, επίσης, έχουμε συνυπογράψει το μοναδικό τραγούδι που υπάρχει στη δισκογραφία με δικούς μου στίχους: Το ''Σαν παλιό βινύλιο'', με αφορμή το ντοκιμαντέρ για το Κύτταρο, που ερμήνευσε η Λήδα. Ας προσπαθήσω παρόλα αυτά να είμαι αντικειμενικός τώρα, λέγοντας πως τα τραγούδια του Νίκου Παπάζογλου με τους στίχους του Ρασούλη ταιριάζουν πάρα πολύ στη φωνή του. Γνωρίζοντας ακόμη πως ο Κοτονιάς έχει καλοχωνεμένα μέσα του ακούσματα σαν των Wishbone Ash, των Sweet Smoke και των Ten Years After μαζί με Θ. Παπακωνσταντίνου, Σ. Μάλαμα και, κυρίως, Ν. Παπάζογλου, συνειδητοποίησα πόσο πατούσε φωνητικά και ερμηνευτικά στις αντίστοιχες ερμηνείες του Παπάζη. Το ίδιο δεν είπα μόνο εγώ, αλλά ακούστηκε και στα πηγαδάκια αμέσως μετά το τέλος της συναυλίας. Ευτυχώς πάντως που η συναυλία έγινε στην καρδιά του καλοκαιριού, διότι αν γινόταν άνοιξη, δεν θα ήταν παράξενο να τα μάζευε και νά'φευγε τρομαγμένος από τα πλήθη στις κερκίδες του Ηρωδείου! Τέτοιος ιδιοσυγκρασιακός καλλιτέχνης είναι αυτός! 
Θα είμαι αυστηρός με τον Μπάμπη Στόκα, όμως! Εδώ σηκώνει συζήτηση το πράγμα! Καταρχάς τι δουλειά είχε ο Στόκας σε ένα αφιέρωμα στον Ρασούλη, τη στιγμή που έλαμψαν δια της απουσίας τους ο Καρελάς, ο Θεοχαρίδης, ο Σαρρής και ο Κοντογιάννης; Δεν θα πω η Αλλαγιάννη, ο Ξυδάκης, ο Περίδης και η Αλεξίου, διότι γνωρίζω από διοργανώσεις συναυλιών τη δυσκολία τού να μαζευτούν οι διάφοροι guests. Ερωτώ, λοιπόν, ο Στόκας επιλέχθηκε με καλλιτεχνικό ή εμπορικό κριτήριο; Για το πρώτο έχω τις επιφυλάξεις μου. Μπορεί να θεωρείται από πολλούς μεγάλος ερμηνευτής (για μένα όχι), χθες ωστόσο άκουσα έναν βραχνοκόκορα να ισοπεδώνει κυριολεκτικά και με ανόρεκτη διάθεση τα πλέον δημοφιλή τραγούδια του Ρασούλη, όπως το ''Στη ρωγμή του χρόνου'', το οποίο αδημονούσα να ακούσω με τη φωνή του Κοτονιά. Μπορεί ο άνθρωπος να είχε κρυώσει, να είχε κλείσει ο λαιμός του κοινώς, οπότε εκεί πάω πάσο, αν κι εγώ άμα ήμουν στη θέση του δε θα έβγαινα να τραγουδήσω μπροστά σε τόσο κόσμο. Για το δεύτερο, τώρα, εκεί κι αν έχω επιφυλάξεις! Ο Στόκας, όχι φυσικά με τους Πυξ Λαξ, οι οποίοι στην τελική έχουν γράψει τη δική τους ιστορία, αλλά με το φλερτ του με τα ριάλιτι και το πιο κενό mainstream του καιρού μας, έχει κόψει δεσμούς με την αισθητική και το πνεύμα του Ρασούλη. Κι αν ακόμη χρόνια πριν είχε κυκλοφορήσει διπλό live CD, στο οποίο έμπλεκε τον Άσιμο με τον Μουσαφίρη και τον Μίκη Θεοδωράκη με τον Βοσκόπουλο, εμένα αυτό δε μου λέει τίποτα ή μάλλον μου λέει πολλά: Τη λογική του ''ο καλός ο μύλος όλα τα αλέθει'', ''Πάρε νά'χεις'' κ.λπ., πράγματα δηλαδή που ιδεολογικώς με βρίσκουν αντίθετο. Μπορεί να λέω και άστοχα πράγματα, αν υποτεθεί πως το κοινό σχεδόν τον αποθέωσε με το που εμφανίστηκε στη σκηνή, επομένως το τι κάθομαι και γράφω εγώ τώρα δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Πάμε παρακάτω!
Είναι δυνατόν δηλαδή να πλασάρεται ως το ''μεγάλο όνομα'' της συναυλίας ο Στόκας και η καρδιά σου να ευφραίνεται με την ερμηνεία του Πέτρου Βαγιόπουλου, ενός συνθέτη και όχι τραγουδιστή; Κι όμως ο Βαγιόπουλος με συγκίνησε πολύ, ανήκοντας στους δημιουργούς εκείνους που καταφέρνουν να χρωματίζουν με την ακατέργαστη φωνή τους τα δικά τους τραγούδια! Βαθιά υπόκλιση στην Ελένη Βιτάλη που τον παρουσίασε στο κοινό με τα πιο θερμά λόγια, προτού ενώσουν μαζί και με τους άλλους ερμηνευτές τις φωνές τους στο εμβληματικό τραγούδι ''Πότε Βούδας, πότε Κούδας'', που μας κληροδότησαν από κοινού ο Ρασούλης και ο Βαγιόπουλος! 
Η Σοφία Παπάζογλου εξακολουθεί να είναι η πιο σημαντική νεότερη λαϊκή ερμηνεύτρια ως άμεσος συνδετικός αρμός με φωνές σαν της Πόλυς Πάνου και της Καίτης Γκρέυ. Κάθε φορά που τη βλέπω και την ακούω live νομίζω ότι επαναλαμβάνομαι στα κείμενα μου, η αλήθεια είναι όμως πως η Παπάζογλου, η οποία διαθέτει και μία ανθηρή προσωπική δισκογραφία, θα άξιζε μεγαλύτερης προβολής και επικοινωνίας της τέχνης της! Ας είναι! Θεωρώ τη συμμετοχή της στο αφιέρωμα στον Ρασούλη ιδιαίτερα τιμητική, όχι μόνο για την ίδια, αλλά και για το αφιέρωμα καθαυτό. 
Η Βιτάλη πάλι αν κι έχει τραγουδήσει ελάχιστα τραγούδια του Ρασούλη σε α' εκτέλεση, αποτέλεσε, όπως ήταν αναμενόμενο, το κλου της βραδιάς! Σε μεγάλη ερμηνευτική φόρμα απέδωσε τα πιο καθαρόαιμα λαϊκά κομμάτια από τη συνεργασία του Ρασούλη με τον Χρήστο Νικολόπουλο. Γνωρίζοντας πόσο αγαπά τη μπαλάντα ''Νιώσε με'', περίμενα να την ακούσω με τη δική της φωνή και όχι με του Μπάμπη Στόκα, μας αποζημίωσε ωστόσο γενικά με την όλη παρουσία της στο αφιέρωμα, την εξωστρεφή της διάθεση 
και μερικά συγκινητικά ντουέτα της με τη Ναταλία Ρασούλη στα τραγούδια πάντα του Μανώλη! Μεγάλη στιγμή η απόδοση της Βιτάλη στο ''Όλα σε θυμίζουν'' του Λοΐζου με την ερμηνεύτρια να κοιτάζει ψηλά στον ουρανό και να επικαλείται το όνομα του στιχουργού. 
Η συναυλία έλαβε τέλος λίγο μετά τα μεσάνυχτα με όλο το καλλιτεχνικό επιτελείο επί σκηνής στο ''Αχ Ελλάδα σ' αγαπώ'', τραγούδι - σήμα κατατεθέν πια του Ρασούλη και της Βάσως Αλλαγιάννη για μια ολόκληρη χώρα που δοκιμάζεται, μα δεν το βάζει κάτω. Αυτό ήταν και το βαθύτερο νόημα, πιστεύω, ενός αφιερώματος στον Μανώλη Ρασούλη, η πίστη σε δημιουργούς που δεν ξεχνιούνται και ούτε πρόκειται να ξεχαστούν, η δική μας στάση απέναντι σε ανθρώπους που χάρισαν απλόχερα στην κοινωνία την τέχνη τους και την ευρύτερη φιλοσοφία τους για το θαύμα της ζωής. Τέσσερις λέξεις μόνο: Αχ Μανώλη σ' αγαπώ! Από κει και πέρα, τα αφιερώματα γίνονται και εναπόκεινται στην κρίση του κοινού. Σημασία έχει όμως ότι γίνονται!
* οι φωτογραφίες του post είναι από την πρόβα τζενεράλε της συναυλίας

Κυριακή, 9 Ιουλίου 2017

Είναι οι Σπύρος Παρασκευάκος - Γιάννης Βασιλόπουλος - Δήμητρα Σελεμίδου οι αντίστοιχοι διάδοχοι των Θέμη Καραμουρατίδη - Γεράσιμου Ευαγγελάτου - Νατάσσας Μποφίλιου;

Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τη Μικρή Άρκτο ένας δίσκος - προϊόν σύμπραξης τριών νέων δημιουργών: Του 18χρονου στιχουργού Γιάννη Βασιλόπουλου, του 30χρονου συνθέτη Σπύρου Παρασκευάκου και της 20χρονης ερμηνεύτριας Δήμητρας Σελεμίδου. Άκουσα ένα κομμάτι τους live στο Athens Pride, το περίφημο ''Μαμά, μπαμπά'' (θα πούμε παρακάτω γι' αυτό) και αμέσως μετά βγήκε η Νατάσσα Μποφίλιου να κάνει τσεκ ήχου για το δικό της πρόγραμμα. Όντας σε απόσταση από τη σκηνή, η πρώτη αίσθηση ήταν πως η Μποφίλιου είχε μόλις παρουσιάσει το ολοκαίνουργιο τραγούδι της. Επρόκειτο δηλαδή για ένα κομμάτι απόλυτα ταιριαστό με το ρεπερτόριο της. Λίγες μέρες μετά στον Ιανό της Σταδίου, όπου έγινε η άκρως επιτυχημένη παρουσίαση του άλμπουμ ''Τρίτη έξοδος'', η Μποφίλιου ήταν εκεί και μίλησε με θερμά λόγια για τους τρεις συντελεστές, αναφερόμενη στη ''δεύτερη τριάδα του ελληνικού έντεχνου τραγουδιού που βγήκε μία δεκαετία μετά τη δική τους'' (ή κάπως έτσι τα είπε τέλος πάντων). Επειδή έχω τις ενστάσεις μου γι' αυτό, θεωρώντας πως η εργασία των Παρασκευάκου - Βασιλόπουλου - Σελεμίδου είναι διαφορετική απ' αυτή των Καραμουρατίδη - Ευαγγελάτου - Μποφίλιου, λέω να γίνω αμέσως σαφής: 
(Ο στιχουργός Γιάννης Βασιλόπουλος)
Άκουσα πολλές φορές και με μεγάλη προσοχή το δίσκο των παιδιών. Μία επιδερμική ακρόαση ενδεχομένως να μην τον διαχωρίζει ιδιαίτερα κυρίως από τους αντίστοιχους πρώτους δίσκους της Μποφίλιου. Υπάρχουν κι εδώ οι πιασάρικες μελαγχολικές και εύηχες μελωδίες, οι στίχοι που δεν τα πάνε καλά με την αίσθηση του χιούμορ και ασχολούνται με την ευαίσθητη νεανική ψυχοσύνθεση και μια εξαιρετική κοριτσίστικη φωνή - ερμηνεία. Είπαμε, όλο αυτό το ''πακέτο'' με μία επιδερμική προσέγγιση. Και ας ξεκινήσω από τους στίχους του Βασιλόπουλου: Ο Βασιλόπουλος που σε λίγο καιρό γίνεται μόλις 19 ετών έχει δώσει ήδη δείγματα καλής γραφής, όχι μόνο ως στιχουργός, αλλά και ως blogger και συγγραφέας. Οι στίχοι του είναι στρογγυλεμένοι, νοηματικά εύστοχοι, δίχως ποιητικίζουσες φιοριτούρες και μεταφέρουν όλη την ευαισθησία ενός προβληματισμένου, σοφού σχεδόν για τα λίγα του χρόνια, νέου ανθρώπου. Η μοναξιά, η έλλειψη επικοινωνίας, η ευτυχισμένη κατάκτηση - και όχι η απέλπιδα αναζήτηση - της αγάπης, ακόμη και το gay outting είναι τα στοιχεία που συναντά κανείς στα εδώ στιχουργήματα του. Στο τραγούδι της Μποφίλιου, λόγου χάριν, με τίτλο ''Δεμένη'', ο Ευαγγελάτος λέει: ''Και μέρα με τη μέρα αντί για μένανε, τη μάνα μου αντικρίζω στον καθρέφτη''. Ο Βασιλόπουλος, στον αντίποδα, λέει το εξής στο τραγούδι ''Μαμά, μπαμπά'': ''Το βλέμμα σας το κράτησα, αλλού όμως κοιτάζω, μαμά, μπαμπά, λυπάμαι, δεν σας μοιάζω''. Διαφορές μεταξύ του Βασιλόπουλου και με άλλους προκατόχους του, θα επισήμαινα σε πολλά ακόμη τραγούδια, ενδεικτικά μιας ευρύτερης αντίληψης του καθενός στιχουργού περί έρωτος: Στο τραγούδι ''Απόψε πουθενά'', π.χ., η Νικολακοπούλου λέει ''Στους δρόμους όπου περπατώ, πρέπει το χέρι σου ν' αφήνω'', εκεί που ο Βασιλόπουλος στο ''Ο βασιλιάς Απρίλης'' υποστηρίζει με τη γραφή του το εντελώς αντίθετο: ''Όλα ως εδώ ήταν ο δρόμος προς το χέρι σου και στο κρατάω τρυφερά βράδυ - πρωί''. Άλλες γενιές, άλλα βιώματα, άλλος τρόπος σκέψης. Κατ' επέκταση, το ''Μαμά, μπαμπά'' είναι ένα συγκλονιστικό τραγούδι για κάθε ''διαφορετικό'' παιδί που ασφυκτιά μέσα στη ζώσα πραγματικότητα, τολμηρό, μα και κατασταλαγμένο ως στιχουργικό εγχείρημα: ''Ακόμα περιμένεις, μαμά, σε βλέπω, ελπίζεις την πόρτα να χτυπήσει κάποια άλλη μου εκδοχή/ Σε έφτασα στο ύψος, μπαμπά, να μ' αντικρίζεις, πιο πίσω απ' την αγάπη κυβερνά η ενοχή''.
(Ο συνθέτης Σπύρος Παρασκευάκος)
Ας πάμε τώρα στον συνθέτη Σπύρο Παρασκευάκο. Ταλαντούχος άνθρωπος και δείγμα του ταλέντου του είχαμε εισπράξει από τον προηγούμενο δίσκο του για τη φωνή του Ζαχαρία Καρούνη. Τα εδώ κομμάτια του έχω την αίσθηση πως, από αρμονικής άποψης, ακολουθούν κατά πόδας αυτά του Καραμουρατίδη. Ουδέν πρόβλημα: Νέος συνθέτης είναι, από τους ''επιτυχημένους'' συναδέλφους της γενιάς του δέχεται επιρροές. Ευχή μου θα ήταν, βέβαια, να μη μπει ποτέ στη λογική τραγουδιών - φασόν για τον Α ή τον Β μεγαλοτραγουδιστή, όταν φυσικά του ζητηθεί κάτι τέτοιο. Εκτός από το ταλέντο, εξίσου σημαντική είναι και η διαχείριση του, άρα ο δρόμος είναι πλέον ανοιχτός και οι επιλογές δικές του. Μοναδική εξαίρεση από την άποψη που μόλις διατύπωσα είναι ίσως το τραγούδι ''Ο μόνος και η μόνη'' με την ταιριαστή συμμετοχή του Φοίβου Δεληβοριά και το ηλεκτρικό ροκίζον ρεφρέν. Ίσως και η έλλειψη λαϊκότροπων στοιχείων - δεν θ' ακούσετε κανένα χασάπικο, ζεϊμπέκικο κ.λπ. - πράγμα που εμένα προσωπικά μου άρεσε στην ''Τρίτη έξοδο''.
(Η ερμηνεύτρια Δήμητρα Σελεμίδου)
Άφησα τελευταία τη Δήμητρα Σελεμίδου. Πόσο άδικος θα ήταν κανείς αν ισχυριζόταν ότι η κοπέλα αυτή δεν είναι καλή τραγουδίστρια! Άρτια τεχνικά, γεμάτη συναίσθημα - πόσο μάλλον όταν εδώ τραγουδάει για πράγματα που πονάνε ανθρώπους της ''σειράς'' της - αλλά και, ευτυχώς, δίχως την τάση να ερμηνεύει με ηδυπάθεια υπέρμετρη τα φωνητικώς εκτινασσόμενα ρεφρέν των τραγουδιών της παρέας. Για όλους αυτούς τους λόγους, χαρακτηρίζω σημαντική την ''Τρίτη έξοδο'' και θα πρόσθετα πως είναι η πρώτη φορά που επιχειρείται μία άτυπη διάσπαση της παντοκρατορίας της Νατάσσας Μποφίλιου στο λεγόμενο νεο-έντεχνο ελληνικό τραγούδι. Αυτό πάλι φανερώνει πως, κακά τα ψέματα, φτιάχτηκε ήδη μία σχολή ακριβώς ''νεο-έντεχνου τραγουδιού'', με κινητήρια δύναμη τη Μποφίλιου, με την οποία επίσης μπορείς να συμφωνείς ή να διαφωνείς, δεν θα ήταν σωστό και ακριβοδίκαιο όμως να την παρακάμψεις. Πόσο μάλλον όταν η ''Τρίτη έξοδος'' δεν προέκυψε από κάποιο meeting δισκογραφικής, προκειμένου να βγει κάτι στα πρότυπα του ''τι γουστάρει ο κόσμος τον τελευταίο καιρό'' (μην πάμε μακριά, δεν είναι πολλά χρόνια που οι δισκογραφικές έβαζαν τους τραγουδοποιούς του καταλόγου τους να φτιάξουν κομμάτια σαν το ''Θάλασσα μου σκοτεινή'' του Πορτοκάλογλου), αλλά από τη χημεία, τα βιώματα και την κοινή αισθητική τριών νέων καλλιτεχνών. Τους αξίζει ότι καλύτερο στο ξεκίνημα τους!