Ο Λάκης (με τα Ψηλά
Ρεβέρ) Παπαδόπουλος ίσως είναι ο πιο ακομπλεξάριστος Ελληνας τραγουδοποιός,
αφού αφενός έχουν πει τραγούδια του ο Μητσιάς, η Αρλέτα και ο Πάριος, αφετέρου
ο Πανταζής, η Αντζελα και ο Ρουβάς. Υπάρχει στη μουσική από το 1965, δηλαδή
πάνω από εξήντα χρόνια, έχοντας το προνόμιο να ταυτιστεί με το ροκ εν ρολ
κυρίως μέσα από τις προσωπικές του δουλειές. Ανθρωπος με χιούμορ, «χύμα»
φαινομενικά, μα κατά βάθος πολύ επαγγελματίας. Στην ακόλουθη σπάνια
συνέντευξή του τοποθετείται για όλους και για όλα, ενώ εξακολουθεί να παραμένει
παραγωγικός και δραστήριος. Απόδειξη είναι ότι, εκτός των τραγουδιών που
γράφει ο ίδιος, πρόσφατα συμμετείχε ως ερμηνευτής στους τελευταίους προσωπικούς
δίσκους του Γιώργου Καζαντζή και του Γιώργου Δημητριάδη.
Η Αθήνα για μένα είναι ένα γέρικο σκαρί που το έχω ζήσει απ’
όλες τις πλευρές. Ας πάμε σε κάτι ημιδιαλυμένο, είπα, που πάει να γίνει κι αυτό
σκαρί, αλλά το προσπαθεί ακόμη. Όλες οι ελπίδες έχουν φορτωθεί στην πρωτεύουσα
με τη Θεσσαλονίκη να θεωρείται επίνειο της Αθήνας κι είναι ντροπή.
Και δεν νιώθετε κάπως ξεκομμένος εκεί απ’ τη μουσική
τρέχουσα επικαιρότητα;
Η μουσική είναι μέσα στη ζωή μου και σαν ακροατής και όποτε
θέλω να γράψω. Αποφάσισα να ζήσω λίγο και για τον Λάκη σαν ζωτική ανάγκη.
Συμμετείχα στο δίσκο του Γιώργου Καζαντζή απάνω. Γνωριστήκαμε και είπα γιατί
όχι;
Έχει γραφτεί πως ο Λάκης Παπαδόπουλος είναι σημαντικός, αλλά
σαν να μην έχει επίγνωση της σημαντικότητας του. Τι λέτε εσείς γι’ αυτό;
Επίγνωση έχω περισσότερο απ’ όσο έχουν όλοι αυτοί που το
λένε αυτό. Συνειδητά είμαι έτσι και ξέρω καλά ποιος είμαι. Και τι επίγνωση να
έχω; Δύο μέτρα γη είμαστε. Αυτό τον σκατόκοσμο τον γνώρισα και τον ζω ακόμα,
πες μου τι ακούς να σου πω ποιος είσαι. Κρατάω μια θέση ερασιτέχνη
επαγγελματία, γιατί ποτέ δεν θέλω να είμαι πρώτος, μα ούτε και τελευταίος. Θέλω
να υφίσταμαι, όπως το πέτυχα εδώ και πενήντα χρόνια.
Ανέκαθεν το θέλατε αυτό;
Αυτό ήθελα. Έχω πάντα την ψυχοσύνθεση ενός παιδιού 15 χρονών
και οφείλω να σου πω ότι πέρασα ωραία στη ζωή μου μέχρι στα 20 μου να φύγω από
το απαίσιο Ελληνορώσων με τις κλίκες του. Υπήρχαν παλιόπαιδα που αν είχες ένα
ελάττωμα σε έκαναν να νιώθεις άσχημα…Τέλος πάντων, τη χειρότερη περίοδο της
ζωής μου περνάω τους τελευταίους έξι μήνες. Έκανα μια φτηνή κρουαζιέρα με τη
γυναίκα μου και κόλλησα γρίπη Α. Δεν το πρόσεξα. Έμεινα πέντε μέρες στο Ορλάντο
και μου το γύρισε σε πνευμονία. Γυρίζοντας στην Αθήνα πήγα με τις σαγιονάρες σ’
ένα κοντινό νοσοκομείο. Ήταν εννιά η ώρα και κατά τις πέντε με άφησαν να φύγω,
λέγοντας μου πως πρέπει να νοσηλευθώ. Έβηχα σαν λύκος, δεν υπήρχε αυτό.
Επιπλέον είχα πρόβλημα με τη βαλβίδα στην καρδιά και ήθελα να το φτιάξω. Όλο το
άφηνα και το άφηνα, αλλά την έφτιαξα τη βαλβίδα και τελείωσε κι αυτό. Όλα αυτά
με καταπόνησαν, αφού μπαινόβγαινα στα νοσοκομεία για ένα δίμηνο. Έτσι μετά το
Ελληνορώσων αυτή ήταν η χειρότερη περίοδος της ζωής μου. Να σου πω και κάτι; Δεν με νοιάζει και να σβήσει ο
διακόπτης! Έχω περάσει ωραία και δεν έχω βλάψει κανέναν.
Γιατί τόση απογοήτευση;
Δεν υπάρχει απογοήτευση, όχι. Εννοώ πως και να συμβεί κάτι,
είναι όλοι καλυμμένοι από μένα. Και ένα ευρώ να αφήσεις στους άλλους πρέπει να
ξέρουν να το διαχειριστούν. Το εύχομαι. Ήμουν και εντελώς αμελής με την υγεία
μου. Το ελάττωμα – προτέρημα μου είναι ότι ποτέ δεν κάπνιζα, ούτε έπινα. Στα 14
ήμασταν τρεις φίλοι – αυτοί ήταν στα 16. Λέει ο ένας «Πάρε ένα τσιγαράκι»,
άρχισε ο βήχας. Είχαμε γίνει άντρες,
κατάλαβες; «Δεν καπνίζω, είμαι αδερφή» τους κάνω και αυτοί μέσα στη
σοβαροφάνεια τους δεν με ρώτησαν τίποτα. Έμειναν εκεί. Με τους ίδιους
μετά πηγαίναμε στα μπουρδέλα, όπου με αναγνώριζαν, «Ωωω, γεια σας, κύριε Λάκη»
κλπ. (γέλια)
Ήσασταν από καλλιτεχνική οικογένεια;
Ο πατέρας μου ήταν δικηγόρος, δημοσιογράφος και ψάλτης επί
πολλά χρόνια σε δύο εκκλησίες στον Λυκαβηττό. Πέθανε στα 89 του και η μάνα μου
στα 94 της πριν από δέκα χρόνια.
Καλό κύτταρο, λοιπόν.
Χτύπα ξύλο! Βλέπω κορμιά να πέφτουν που είναι δέκα χρόνια
μικρότεροι μου. Δεν θέλω να
ξανασχοληθώ…Γράφω κάτι στο facebook μου και μαθαίνω, ας πούμε, ότι έφυγε ο ένας
απ’ τους δύο Seals & Crofts (σ.σ. αναφέρεται στον Ντας Κρόφτς που απεβίωσε
στις 25 Μαρτίου 2026). Την περασμένη εβδομάδα πέθανε και ο Τζίνο Πάολι, αυτός ο
ασχημούλης που τα είχε με τη Στεφανία Σαντρέλι. Βλέπω ομότεχνους να φεύγουν…
Κάτι γράφω. Η FM Records μέσα σ’ ένα χρόνο κυκλοφόρησε
σχεδόν εκατό κομμάτια μου, διασκευές, οργανικά και τραγούδια. Με πας τώρα πίσω,
στα 14 μου, όταν εγώ έκανα μπάνιο και κάποιος φίλος των γονιών μου είχε αφήσει
πάνω στη βάρκα ένα ξύλινο πράγμα, μία κιθάρα. Το έπιασα και έπαιξα τραγούδι
κατευθείαν. Ήταν το κομμάτι «My dog Mozart» που αργότερα το κάναμε δίσκο με τον
Γιώργο Καρατζαφέρη.
Εποχής Dragons λέτε.
Ακριβώς, το έγραψα στα 14 και το δισκογράφησα στα 16 μου.
Υπόγραψε πάνω ο Καρατζαφέρης γιατί έπρεπε να του κάνουμε μια χάρη κι αυτουνού.
Ήταν καλός ως μάνατζερ ο Καρατζαφέρης;
Ένα γελαστό παιδί ήταν που με θαύμαζε. Αργότερα, που είχαν
βγει οι Aphrodite’ s Child, μου έλεγε «Αποστόλη, να πάμε κι εμείς στο Παρίσι»,
κάτι που εγώ δεν ήθελα ως φλωράκι απ’ τη μάνα μου και τον πατέρα μου. Τους Dragons, πάντως, τους είχε στηρίξει πολύ.
Κάνετε παρέα με τον Καρατζαφέρη, μιλάτε σήμερα;
Όχι, που και που μιλάμε. Του έστειλα κι ένα μήνυμα στο
θάνατο του Σπύρου, του αδερφού του. Είναι κι ένα χρόνο μεγαλύτερος μου ο
Γιώργος, του 1947. Κάποτε τον πέτυχα στο αεροπλάνο. Πηγαίναμε εκδρομή με το ΚΚΕ
στην έδρα του Ευρωκοινοβουλίου στο Στρασβούργο. «Γιώργο, Λάκη», αγκαλιές μες
στο αεροπλάνο, τα χάσανε οι άνθρωποι του ΚΚΕ που με έβλεπαν με τον Καρατζαφέρη.
Δεν έχω τέτοια θέματα, είμαι Έλληνας πολίτης. Παραδέχομαι για τον εαυτό μου πως
έχω το θάρρος της γνώμης μου και δεν ντρέπομαι.
Πολιτικοποιημένος, όμως, δεν υπήρξατε ποτέ.
Ποτέ. Δεν έχω κατέβει ποτέ σε απεργία. Μου έλεγε ένας
Κύπριος ταξιτζής, που είχε την περιουσία του, πως δεν έχουν κάνει ούτε μία
απεργία στην Κύπρο. Η απεργία είναι ένας τρόπος να χάνονται λεφτά του Έλληνα.
Και πως θα διαμαρτυρηθεί όμως ο Έλληνας;
Ωραία, ανέβα στο πεζοδρόμιο, μην κλείνεις τους δρόμους γι’
αυτούς που θέλουν να δουλέψουν! Λέω εγώ τώρα… Υπάρχει ένας χώρος για τέτοιες
εκδηλώσεις. Επί χούντας, θυμάμαι, λόγω κομμουνιστών συγγενών και επειδή είχαμε
πάει για καμάκι με κάτι φίλους, μας είδαν οι παρακρατικοί και με φωτογράφησαν,
με έστειλαν δεκανέα στα σύνορα. Στο Ρούπελ, όπου έχασα την ακοή μου 50% από τα
πυροβόλα, κάτι που διατηρείται δυστυχώς μέχρι σήμερα. Έχω ακόμη ένα τρομερό
σύριγμα στα αυτιά μου, που το ακούω από τη χούντα μέχρι σήμερα. Ποτέ δεν πήγα
να ζητήσω σύνταξη και τώρα πρώτη φορά σε σένα το λέω. Σήμερα εκτιμώ τους
ανθρώπους που αποφεύγουν τον πόλεμο, τους πασιφιστές.
Ήσασταν στη συναυλία των Rolling Stones το 1967;
Και στις δύο ήμουν, και το ’67 και όταν ξανάρθαν στα nineties.
Το ’67, πάντως, τραγούδησε σαπόρτ ο Δάκης, που δεν τους ήξερε καθόλου μάλλον
τους Stones.
Σε μένα είχε πει ο Δάκης πως έβλεπε σαν «βρωμοχίπηδες» τους Stones.
Είδες; Αυτό ακριβώς. Θυμάμαι κάποιον να μπαίνει με μια
τεράστια ανθοδέσμη με κόκκινα γαρίφαλα. Χύμηξαν μερικοί, τον έριξαν κάτω και
του την πήραν, ενόσω ο Μικ Τζάγκερ από πάνω είχε αρχίσει ένα τραγούδι. Του το
έκοψαν κι αυτός φώναζε «Εεε, εεε»! Τέσσερα τραγούδια είπαν μόνο και μόλις
τελείωσαν το set τους έφυγαν. Μετά μάθαμε ότι τα κάνανε όλα λίμπα στο Χίλτον,
οι άνθρωποι έβρισκαν καφέδες χυμένους στους τοίχους. Ένας πλούσιος φιλότεχνος
από το Κολωνάκι πλήρωσε τα σπασμένα. Δεν ήταν καμιά ιδιαίτερη εμπειρία η
συναυλία αυτή. Για μένα ο Μπράιαν Τζόουνς ήταν ο θεϊκός καλλιτέχνης από τους Stones!
Μήπως τον έπνιξαν κιόλας; Για
θυμήσου τι φλάουτο έπαιζε στο «Ruby Tuesday»! Αυτό άκουσα να παίζουν λάιβ το
΄67 και τον θαύμασα κανονικότατα! Τον εξαφάνισαν, εξαφανίστηκε, δεν ξέρω…Πριν
είκοσι χρόνια οι Rolling Stones ανακοίνωσαν ότι βγάζουν καινούργιο υλικό.
Ξεκίνησαν περιοδεία στην Αμερική, αλλά στην τρίτη συναυλία αποσύρθηκαν, δεν
πήγαινε κόσμος. Μα ο κόσμος ήθελε ν’ ακούσει το «Satisfaction», το «Jumpin’ Jack
Flash» κλπ.
Πόσο κράτησαν οι Dragons συνολικά;
Περίπου δύο χρόνια. Είχαν γίνει ανακατατάξεις. Είχε έρθει
άλλος ντράμερ κι είχα μείνει εγώ με τον μπασίστα. Τότε άκουγα Who και Kinks και
έγραφα τέτοια κομμάτια. Το «The forest of my place» γεννήθηκε όταν άκουσα το «My generation» των Who. Το λογόκρινε
η χούντα και του βάλαμε άλλο στίχο. Το τραγουδούσα εγώ μαζί με το «The first gun»,
το πρώτο μας κομμάτι σε μουσική του
Στράτου Αγγελάκη, ενός ανθρώπου που μετά μπήκε αεροσυνοδός στην Ολυμπιακή και
σήμερα είναι καλά. Φιλαράκι από τότε.
Πως βλέπατε εκείνη την περίοδο με τα ελληνικά ποπ – ροκ
γκρουπ;
Δεν μου άρεσαν οι ελληνικοί στίχοι τους. Μου άρεσαν οι Juniors,
που είχαν άδικο τέλος. Ποτέ δεν ένιωσα συγγενής με κανέναν. Μόνο όταν γύρισα
από τα κρουαζιερόπλοια το 1973 και σκεφτόμουν τι θα κάνω, ο αδερφός μου με
έφερε σε επαφή με την ποίηση και τους ποιητές, Έλληνες και ξένους.
![]() |
| Το συγκρότημα Dragons με τον έφηβο Λάκη Παπαδόπουλο στις τάξεις τους |
Οι Αγάπανθος ήταν κάτι άλλο κυρίως μέσω της σχέσης που είχα
με τον Θοδωρή Τρύφωνα. Ήταν ένα χίπικο φολκ γκρουπ. Εγώ τον θαύμαζα τον
Τρύφωνα, αυτός δεν με θαύμαζε όμως. Είχε και μια φίλη, τη Χαρά Αργυροπούλου,
που τραγούδησε στον πρώτο μου δίσκο. Και ο Θοδωρής έπαιξε μπάσο σε κάποια
τραγούδια από εκείνον το δίσκο.
Η Αργυροπούλου, πάντως, τραγουδούσε α λα Τζάνις Τζόπλιν.
Ναι, όλο κάτι τέτοια τραγουδούσε. Παίζαμε στην Αιδηψό και
μέναμε σ’ ένα υπόγειο. Εκείνη έλεγε συνέχεια ένα τραγούδι της Τζόπλιν, το
πήγαινε προς τα κει. Με τον Τρύφωνα κάναμε και μερικά τραγουδάκια μαζί με ξένο
στίχο, πάρα πολύ ωραία! Τα δύο αργότερα τα έδωσα στην Αρλέτα με ελληνικό στίχο.
Το ένα ήταν το «Τσάι γιασεμιού».
Το 1982 βγαίνει στη Warner ο πρώτος σας σόλο δίσκος.
Εκεί ήταν κι ένα εξαιρετικό παιδί που πέθανε νέος, ο Βάσος
Τσιμιδόπουλος, ένας καλλονός. Όταν έδωσα στον Βασίλη Παπακωνσταντίνου τον
«Κουρσάρο», το υπερασπίστηκα γιατί δεν το ήθελαν στο δίσκο του. Εκεί, όμως, που
δεν το θέλανε, το βάλανε πρώτο στην πρώτη πλευρά. Πρώτα βγήκε ο «Κουρσάρος» και
μετά ο πρώτος μου δίσκος. Μετά την επιτυχία, μου είπαν στη Warner «Έχουμε ένα
μπάτζετ, φέρε μας ότι θέλεις». Στα μισά τραγούδια, το μπάτζετ τελείωσε, οπότε εκεί
βοήθησε πολύ ο Τσιμιδόπουλος, που μετά βρέθηκε εκτός Warner.
Πριν, όμως, δεν είχατε δώσει τραγούδι σας στη Γλυκερία; Καλά
τα λέω;
Σωστά, λεγόταν «Στον σταθμό Λαρίσης». Είχα δώσει και στον
Λάκη Τζορντανέλι. Πάντα έδινα, προσπαθούσα να μπω στο κύκλωμα κι εγώ. Μην
ξεχνάμε και τους Αγώνες Κέρκυρας του Μάνου Χατζιδάκι με το «Και θα χαθώ» που
είπε η Ισιδώρα Σιδέρη σε στίχους Κυριάκου Ντούμου. Είχαμε πάει οικογενειακώς
στην Κέρκυρα, με τη γυναίκα μου και τον αδερφό μου, αφού ο Χατζιδάκις ήταν
λαρτζ και μας είχε πει «Να φέρετε όποιον θέλετε». Θυμάμαι τον Χατζιδάκι στην
πρόβα που άκουσε την Ισιδώρα και ήρθε και μου είπε εντυπωσιασμένος: «Τι είναι
αυτή;» κι εγώ του απάντησα: «Σ’ αρέσει; Πάρ’ την»! Στον ενικό μιλούσαμε, αφού
τον έβλεπα από την ΕΡΤ που δούλευα ως ραδιοφωνικός παραγωγός. Τις λίγες φορές
που βρισκόμασταν, με αντιμετώπιζε ισότιμα ως καλλιτέχνη. Το ίδιο και ο Ξαρχάκος
κάποτε που με είδε σ’ ένα μαγαζί και σηκώθηκε και μου έδωσε το χέρι του. Το
εκτίμησα πάρα πολύ! Στου Χατζιδάκι την παρέα δεν ανήκα ποτέ, δεν είχαμε
σχέσεις, έτυχε απλά να διευθύνει τραγούδι μου στην Κέρκυρα. Εκείνοι οι Αγώνες
ήταν ό,τι καλύτερο για νέους καλλιτέχνες. Όλα τα παιδιά αυτά μάζεψαν τραγούδια
καλά και τα παρουσίασαν. Ακόμη ακούω τα τραγούδια και ευφραίνομαι, αλλά η
κοιμισμένη Ελλάδα ποτέ δεν έδωσε τη σημασία που άξιζε σ’ αυτό το διπλό δίσκο.
Με τον Παύλο Μάτεσι, που τον μελοποιήσατε, πως μπλέξατε;
Μέσω του αδερφού μου που δούλευε ηχολήπτης στην ΕΡΤ. Εκτός
από τον Μάτεσι, κάναμε και τραγούδια με τον Χρονά, σαν το «Ιωάννα και Μαριέτα».
Σου είπα πριν ότι επειδή είχε τελειώσει το μπάτζετ, στο τραγούδι αυτό έπαιξα
εγώ διπλή ντραμς και μπάσο. Τον Μάτεσι δεν τον ήξερα σαν συγγραφέα, ούτε είχα
διαβάσει κάτι δικό του. Γίναμε φίλοι και θυμάμαι πως δεν του πολυάρεσε η
ερμηνεία του Παπακωνσταντίνου στον «Κουρσάρο». Ούτε και μένα, όμως, η
ενορχήστρωση. Προτιμούσαμε με τον Μάτεσι το ερωτικό «Θα φύγεις μονάχη», που δεν
είχε τεράστια εμβέλεια. Τα λέγαμε από το τηλέφωνο με τον Μάτεσι και σχολιάζαμε.
Τελικά πέσαμε έξω και οι δύο, αφού ο «Κουρσάρος» σάρωσε. Η ΜΙΝΟΣ τότε «άλλαζε
τα ρούχα» ενός τραγουδιστή, σαν τον Παπακωνσταντίνου, που έφευγε από το
αντιστασιακό τραγούδι και έβγαινε ως ροκάς. Το προφίλ του αυτό έφτασε στο
απόγειο του μετά από μια εκπομπή των τριών «Ρεπόρτερς», που έβλεπε όλη η
Ελλάδα, για ένα ατύχημα που είχε συμβεί στην παραλιακή της Βουλιαγμένης. Έριξαν
τον «Κουρσάρο» ως υπόκρουση και έγινε χαμός!
Ούτε καν το είχα προσέξει, πρώτη φορά το ακούω. «Ντίνο» λέει, σοβαρά; Την ίδια περίοδο
όλοι αναρωτιόντουσαν «Ρε Λάκη, πως δεν μπλέχτηκες εσύ με ναρκωτικά;» Είχαν
πεθάνει πολλοί, τους έβλεπα να φεύγουν. Θέλω να πω ότι καλλιεργήθηκαν διάφοροι
αστικοί μύθοι, σαν αυτό με τον «Ντίνο» που υπάρχει μες στον «Κουρσάρο», απ’ ότι
μου λες κι εσύ τώρα.
Ωστόσο ο πρώτος σας δίσκος το ’82 με τη «Φάλτσα Μενεξεδιά»
κι αυτόν τον ροκαμπίλι ήχο, ήταν ένα καλό δείγμα ελληνικού αντεργκράουντ.
Το είχα βασίσει στον ήχο της κιθάρας. Είπα να φτιάξω κάτι
ημίτεχνο που θα το τραγουδούσα εγώ με τη φωνή που έχω, αλλιώς δεν θα είχα να
ζήσω. Άνθρωποι σαν και σένα την έχουν Ευαγγέλιο τη «Φάλτσα Μενεξεδιά». Έγινα
και σουρεαλιστής ποιητής ξαφνικά με το τραγούδι αυτό, αλλά μετά βαρέθηκα και
είπα καλύτερα να παίρνω στίχους άλλων.
Που να φανταζόσασταν ότι στα χρόνια θα έλεγαν τραγούδια σας
οι πάντες, από τον Μητσιά μέχρι τον Ρουβά.
Ο Πασχάλης, ο Πάριος, η Διαμάντη, ο άλλος Πασχάλης, ο
Τερζής, στους πάντες έδωσα όντως. Στη Γαλάνη, πάντως, δεν θα έδινα.
Αυτό πως σας ήρθε τώρα;
Είμαι άνθρωπος που μπορώ να μπω σε μία συζήτηση και να τα
κάνω όλα λίμπα. Μία φορά πήγα σε συνέλευση των τραγουδιστών και τσακώθηκα με τη
Γαλάνη. Και σκέψου πως ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είχε στήσει πάνω μου
ολόκληρη τηλεοπτική εκπομπή. Από τότε γίναμε οι καλύτεροι φίλοι, ενώ και μ’
αυτόν είχαμε τσακωθεί πολύ άγρια κιόλας.
Για τα σωματειακά πάλι;
Όχι, με είχε ρωτήσει ποια τραγουδίστρια ξεχωρίζω και του
απάντησα «η Σοφία Βέμπο». «Και η Δημητρούλα, η Χαρούλα και η Ελευθερία δεν σου
αρέσουν;» Απάντησα «Καλές είναι,
αλλά δεν μου αρέσουν, προτιμώ τη Βέμπο». Ε, ποια απ’ αυτές θα έλεγε μετά
δικά μου τραγούδια; Είχα πάει απ’ το
σπίτι του Λευτέρη Παπαδόπουλου πριν από είκοσι χρόνια. Μαζί μου είχα και
τον γιο μου, τον Άγγελο, που ήταν εφτά χρονών. Είχε όλο ακριβά πράγματα μες στο
σπίτι και ο μικρός με μια κίνηση του έριξε κάτι κάτω. «Ωχ», πετάχτηκε ο
Παπαδόπουλος, «τι μου το’φερες εδώ το παιδί;» Είπα στο παιδί να βάλει στη θέση τους τα πράγματα, αλλά μετά πρόσεξε κάτι
καραμέλες σ’ ένα βάζο. «Βάλε δυο – τρεις στην τσέπη σου, αγόρι μου» του
είπα και σαν είδα τον Λευτέρη να φοβάται, ξανάπα του μικρού: «Και τώρα πέταξε
το κάτω, σπάσ’ το»! Μετά που πήγε τουαλέτα, δεν άνοιγε η πόρτα και του φώναξα:
«Κατούρα απ’ έξω, αγόρι μου». Η πλάκα για μένα αρχίζει εκεί που τελειώνει η
λογική, αλλιώς είναι αναμενόμενη. Μου έδωσε ο Λευτέρης στίχους, πήρα τον γιο
μου και γυρίσαμε σπίτι μας στα Μελίσσια. Κατευθείαν, με τη μία, μελοποίησα τους
στίχους και έβγαλα δέκα καινούργια τραγούδια. Τηλεφώνησα του Λευτέρη, του το
είπα και μου απάντησε «Μπράβο, καλό είναι αυτό». Του έπαιξα τα τρία, του
άρεσαν, αλλά του είπα να ξαναμιλήσουμε αργότερα γιατί ήθελα να έβλεπα τον
Παναθηναϊκό που είχε ματς. Στο διάλειμμα του αγώνα, με παίρνει και μου λέει:
«Ρε κωλόπαιδο, μου πήρε χρόνια να γράψω στίχους. Κι εσύ τώρα μου τους παίζεις έτσι, κωλοροκά;»
Αρχίσαμε να βριζόμαστε σοβαρότατα και, μάλιστα, είπα μετά στη γυναίκα μου πως
διαγράφω το τηλέφωνο του και δεν πρόκειται να ξαναμιλήσω μαζί του. Κάποια
στιγμή μετά από ένα χρόνο μου τηλεφώνησε ένας παραγωγός της ΜΙΝΟΣ: «Άντε πάλι,
έκανες την επιτυχία με τον Νταλάρα». Ήταν ένα απ’ αυτά τα κομμάτια με τον
Λευτέρη Παπαδόπουλο, που το πήρε η γυναίκα μου και το πήγε στην εταιρεία. Δεν
το θυμόμουν ότι ήταν δικοί του οι στίχοι. Τηλεφώνησα του Ντούμου, της
Κριεζή και δεν ήταν δικό τους το τραγούδι. «Ωχ, αμάν, του ακατονόμαστου θα
είναι» είπα. Μετά απ’ αυτό ξαναμιλήσαμε με τον Λευτέρη και γίναμε καλοί φίλοι,
πολύ καλοί όμως!
| Με τον Λάκη Παπαδόπουλο το 2015 κατά την πρώτη μας συνέντευξη για τη LIFO |
Δεν το έψαχνα σε βάθος. Στην τελική δεν θέλω να μαθαίνω τη
ζωή του καθενός. Με νοιάζει μόνο το έργο τους και τι αυτό έχει προσφέρει. Όταν
άρχισα να κάνω προσωπικούς δίσκους στη ΜΙΝΟΣ, το παρατσούκλι «Λάκης με τα Ψηλά
Ρεβέρ» είχε ήδη καθιερωθεί. Έχοντας βγει κι απ’ τη χούντα κιόλας, δεν θέλαμε με
τον Τσιμιδόπουλο να βγω με το επίθετο Παπαδόπουλος. Λάκη με φώναζε η μάνα μου,
οπότε πρότεινα εγώ το «Λάκης με τα Ψηλά Ρεβέρ» και αυτός απάντησε «Α, ωραίο»!
Θα ήθελα να ρωτήσω για εκείνη τη φοβερή ψυχεδελομπλούζ
μελοποίηση σας στο «Ουρλιαχτό» του Γκίνζμπεργκ με τη Χαρά Αργυροπούλου.
Αυτήν είχα μαζί μου τότε, αλλά κάποια στιγμή τη ρώτησα γιατί
με έβριζε στους παραγωγούς. Με έλεγε «υπάλληλο» και με σνόμπαρε, επειδή δούλευα
στην ΕΡΤ. Τη «Φάλτσα Μενεξεδιά» δεν ήθελε να την πει, γιατί ήταν σε δικούς μου
στίχους, ήθελε μόνο Μάτεσι και Γκίνζμπεργκ, κατάλαβες; Μου εξήγησε πως με έβλεπε σαν αντίπαλο του
γκόμενου της, του Θοδωρή Τρύφωνα από τους Αγάπανθος. Εκείνη τη μέρα ένα
φιλικό μου ζευγάρι που ήταν παρόντες μου είπαν πως δεν με είχαν ξανακούσει να
βρίζω τόσο πολύ άλλον άνθρωπο! Την τσάκισα, τη διέλυσα! Μία μέρα που έπαιζα στο
γήπεδο του Άρη μαζί με τους Φατμέ, όταν ανέβηκα στο stage, έρχεται αυτή και μου
λέει «Θα τραγουδήσω κι εγώ». Της το
αρνήθηκα σε φάση «τώρα μας θυμήθηκες;» Όταν είδα πως επέμενε, φώναξα εκεί τους
υπεύθυνους και τους είπα να τη μαζέψουν, αλλιώς δεν θα έβγαινα εγώ. Τη
μάζεψαν τελικά.
Ναι, αλλά εγώ ένιωσα ότι έτρωγα ακόμη ένα bullying στη ζωή
μου! Για το σημάδι του Αγίου Συμεών που
έχω στο πρόσωπο μου, ένα κωλόπαιδο μου έχωσε μπουνιά όταν ήμουν δέκα χρονών.
Από τότε έπαθα ζημιά με το ιγμόριο μου, σοβαρή ζημιά. Όλοι αυτοί ήταν άγριοι κι
αν τους δεις σήμερα έγιναν κάτι καθηγητάκια με ενάμισι μέτρο ύψος…Δεν παίζει
ρόλο το ύψος, αλλά στα δέκα μου μού φαίνονταν θηριώδεις. Δύσκολα πράγματα.
Ακούω να λένε για bullying…Εγώ να δεις τι bullying έχω φάει λόγω
διαφορετικότητας. Σήμερα πλέον αν δε μου ζητήσει συγγνώμη κάποιος, θα τον
σκίσω, αν μου πει όμως, μετά πάει το ξέχασα.
Δεν μπορούμε να μην πούμε για τη συνεργασία με την Αρλέτα.
Η Αρλέτα ήταν έξυπνη, κυνηγός ταλέντων. Είχε έρθει σαν
επισκέπτρια στους Αγώνες Κέρκυρας και ο Χατζιδάκις την έβαλε να κάτσει κοντά
του. Άκουσε τα δύο κομμάτια μου και τα ξεχώρισε. Αλλάξαμε τηλέφωνα και λίγο
μετά βρεθήκαμε στην Αθήνα. Ήθελε αρχικά να πει δύο τραγούδια μου, το ένα
ντουέτο με τον Διονύση Θεοδόση που πέθανε νέος. «Ευχαρίστως, Αρλέτα μου» της
απάντησα χωρίς να υπάρχει σκέψη για ολόκληρο δίσκο. Μου μίλησε για μια
στιχουργό φίλη της, που ήθελε να συμμετάσχει, τη Μαριανίνα Κριεζή. Αν θυμάμαι καλά,
της έδωσα τη μελωδία της «Σερενάτας» κι εκεί πάνω έβαλε λόγια. Κάναμε τελικά
δύο δίσκους. Τρίτο δεν ήθελα και γι’ αυτό μου κράτησε απόσταση η Αρλέτα.
Προτιμήσαμε με την Κριεζή να γράψουμε για τη Ζορμπαλά ένα δίσκο που αγαπώ πολύ
ακόμα. Δεν τον στήριξε η Ζορμπαλά, όμως, όπως δεν στήριξε και ο Μητσιάς έναν
ωραίο πρωτότυπο δίσκο που κάναμε. Σκέψου ότι στην συνέντευξη Τύπου του δικού
μας δίσκου, ο Μητσιάς ανακοίνωσε πως σε δύο μήνες θα κυκλοφορήσει ο νέος δίσκος
του με τον Μίκη Θεοδωράκη.
Με την Αρλέτα πάντως κρατήσατε επαφές.
Κρατήσαμε γιατί ήμασταν και οι δύο αντιδραστικοί σε όλα.
Αγαπιόμασταν, ήταν πιο κοντά σε μένα, αφού κι εκείνη ήταν τιμωρημένη από τη
ζωή. Ξέρεις τι bullying είχε φάει κι αυτή; Άνοιγε το στόμα
της κι εκεί που αναρωτιόσουν τι μαλακίες θα βγάλει, άκουγες της φωνής της το
ηχείο και πάθαινες πλάκα. Με δύο τραγουδίστριες μου έχει συμβεί αυτό: Με την
Αρλέτα και με τη Σαβίνα Γιαννάτου. Εγώ την πρωτόβγαλα τη Σαβίνα, αφού ήμασταν
στο συγκρότημα DNA του Ηρακλή Τριανταφυλλίδη μαζί με τη Λένα Πλάτωνος και την αδερφή της
Σαβίνας, τη Σοφία Γιαννάτου. Η Σαβίνα ήταν ένα κοριτσάκι
τρυποκάρυδο που έκανε στενή παρέα με τον φλαουτίστα Πέτρο Πρωτόπαπα. Μια μέρα
την έβαλα να την ακούσει ο ηχολήπτης Γιάννης Συγλέτος. Του ζήτησα να τη γράψει
σ’ ένα τραγούδι του Χατζιδάκι και έβγαλε αγγέλους! Είχε πει και το «Έτσι απλά
σ’ αγαπώ» που τελικά ηχογράφησε η Γλυκερία. Ήταν υποψήφιο για την Eurovision το
τραγούδι τη χρονιά που η Βίσση είχε πάει με το «Ωτοστόπ». Η Σαβίνα το είπε,
αλλά δεν ήθελε να πάει στην Eurovision. Ίσως κι αυτή να με θεωρούσε λίγο
παρακατιανό, δεν ξέρω. Δεν της άρεσε η ποπ, γι’ αυτό και ασχολήθηκε με άλλο
είδος μουσικής μετά.
![]() |
| Λάκης Παπαδόπουλος - Αρλέτα |
Τα λεφτά ήρθαν όταν δούλευα σε πολλές συναυλίες. Ήμουν το
αφεντικό, πληρώνονταν καλά οι μουσικοί και πληρωνόμουν εξίσου καλά κι εγώ. Την
εποχή του «Αχ Μαρία» πληρωνόμουν καλά, ενώ δεν παίρναμε ότι μας αναλογούσε από
τους δίσκους.
Μα είναι δυνατόν να μην εξαργυρώσατε την επιτυχία του
«Κουρσάρου»;
Μα όταν εγώ παίρνω μία δραχμή και ο άλλος παίρνει 200.000
για να το πει κάθε βράδυ, τι δουλειά έχει το ένα με τ’ άλλο; Καμία σχέση ο
πνευματικός δημιουργός με τον εκτελεστή. Έτσι, πλούσιος δεν έγινα, αλλά με τα
λεφτά που έβγαλα, αγόρασα τα σπίτια που έχω σήμερα συν δύο οικόπεδα. Μια χαρά.
Πως βλέπετε το πέρασμα στην ψηφιακή εποχή με τις πλατφόρμες;
Κοίταξε, αυτό είναι κακό για μένα συν το ΑΙ που κυριαρχεί
πλέον. Ωστόσο μου αρέσει, δεν μπορώ να πω. Ακούω τα τραγούδια που αγαπώ εγώ και
τα ακούνε και πολύ λίγοι. Ακούω Μαριάννα Χατζοπούλου ακόμη που την είχε ρίξει η
ίδια η εταιρεία της λόγω τυφλότητας. Άντε κάν’τα αυτά στον Ρέι Τσαρλς ή στον
Στίβι Γουόντερ, γι’ αυτό λέμε ότι είμαστε ακόμη πολύ πίσω. Και φυλακή ήμουν,
ένα τηλέφωνο θα ήθελα μόνο να βλέπω YouTube και να ακούω Spotify.
Θα λέγατε ότι υπήρξατε ένας ακομπλεξάριστος άνθρωπος;
Αν σκεφτείς ότι είπα τραγούδι ντουέτο με τον Λευτέρη
Πανταζή, όπως και η Άντζελα Δημητρίου είπε το «Διαζύγιο», ναι, υπήρξα. Πολλοί
με ζηλεύουν γι’ αυτό και δυστυχώς με πιάνει συχνά το κεφάλι μου απ’ την πολλή
αρνητική ενέργεια.
Αυτή την περίοδο γράφετε κάτι;
Πως δεν γράφω! Συνέχεια! (σ.σ. ψάχνει στο κινητό του και μου
βάζει να ακούσω ένα ολοκαίνουργιο οργανικό κομμάτι του που θυμίζει μπόσα νόβα
από τα sixties). Πέρσι το έγραψα σ’ ένα στούντιο στη Θεσσαλονίκη. Με ξυπνάνε τα
οργανικά, όπως και κάποια τραγούδια που έγραψα πάλι πρόσφατα για ένα θεατρικό
έργο. Ένα απ’ αυτά θα πει ο Φοίβος Δεληβοριάς.
Τι περιμένετε από δω και πέρα;
Να μη γίνει κάνας γενικευμένος πόλεμος με τους τρελούς εκεί,
τους εμπαθείς πλακατζήδες που αντιμετωπίζουν με γέλιο τα ανθρώπινα σώματα που
πέφτουν. Τον Τραμπ τον σιχαίνομαι, είναι τελείως τρελός. Το ότι ζω, πάντως,
είναι καλή περίοδος και σίγουρα όχι χειρότερη από την Κατοχή που δεν την έζησα.
Χειρότερα θα ήταν αν ζούσα στην Περσία τώρα ή το Τελ Αβίβ. Καλοπερασάκιας ήμουν
και είμαι σε ότι αφορά την ακεραιότητα της ζωής μου, περνώντας ένα απαίσιο
διάστημα με τον κορονοϊό. Και να φοβόμαστε τώρα εδώ που μιλάμε να σκάσει μία
βόμβα και να μας αφανίσει. Μήπως τελικά οι Έλληνες είμαστε πάρα πολύ
καλομαθημένοι και δεν έχουμε ζήσει αποδεκατισμούς οικογενειών ή την ξεφτίλα να
παρακαλάμε για την επιβίωση μας;
* Η συνέντευξη με τον Λάκη Παπαδόπουλο πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του στα Μελίσσια τον Μάρτιο του 2026
** Πρώτη δημοσίευση: Documento (Ένα μεγάλο μέρος της συνέντευξης)
*** Τα δύο πρώτα πορτραίτα του Λάκη Παπαδόπουλου είναι του Κωνσταντίνου Πάλλα






Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου