Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

Ο τραγουδοποιός Κρέων Κανακάρης σε α' πρόσωπο

Η καταγωγή μου είναι από την Ανατολική Θράκη, πρόσφυγες οι παππούδες στη Δράμα και μετά στις Σέρρες. Κρέοντα έλεγαν τον παππού μου, τα έδιναν τέτοια ονόματα στα μέρη του, οπότε και μένα μου έδωσαν το όνομα του. Εγώ γεννήθηκα στις Σέρρες και εκεί μεγάλωσα. Στην Αθήνα ήρθα το 2020 και ως δάσκαλος, αλλά και για να ασχοληθώ με τη μουσική. Είμαι 34 ετών.

Πρότυπα μου δεν ήταν αυτοί που θα μπορούσες να σκεφτείς, Μάλαμας, Παπακωνσταντίνου κλπ. Για μένα όλα ξεκίνησαν με τον Μπομπ Ντίλαν. Άκουγα τότε τον Αλκίνοο Ιωαννίδη - πριν από είκοσι χρόνια μιλάω - και πρόσεξα που έκανε συνεχείς αναφορές στον Σαββόπουλο. Τον Σαββόπουλο μέχρι τότε τον ήξερα από τις σχολικές γιορτές με τη «Συννεφούλα», το «Σαν τον Καραγκιόζη» και το «Ας κρατήσουν οι χοροί». Είναι φοβερό το ότι αυτά έχουν μείνει στην κοινή συνείδηση για τον Σαββόπουλο και όχι ο «Μπάλος». 

Δεν ήξερα καθόλου μουσική και ούτε ξέρω, δεν μπορώ δηλαδή να διαβάσω παρτιτούρες. Ίσως οφείλεται στο ότι είχα ως εκκίνηση μου τα τραγούδια και όχι τη μουσική. Αγάπησα τα τραγούδια και σχεδόν ανεπίγνωστα, χωρίς να το καταλάβω, άρχισα να γράφω τα πρώτα δικά μου. Γέμισα είκοσι πέντε τετράδια με στίχους στα αγγλικά, διότι μόλις «γνώρισα» τον Ντίλαν μετά «πήγα» στον Νιλ Γιάνγκ, τον Λέοναρντ Κοέν, τη Τζόνι Μίτσελ Ένιωθα έλξη για τα 60s - 70s, εκεί ήταν το θέμα για μένα. Εννοείται πως αγαπώ μουσικές απ' όλα τα είδη και όλες τις χρονικές περιόδους, συνειδητοποίησα όμως πως η μουσική που μ' αρέσει έχει κάτι από τα 60s - 70s χωρίς να είναι «αντιγραφή - επικόλληση». 

Είχα εξ αρχής ένα σοβαρό θέμα: Δεν ήξερα να παίζω κανένα όργανο. Είχα ένα πραγματάκι, μια παιδική κιθαρίτσα, που χρησίμευε μόνο για το ρυθμό. «Αφού έφτασες εδώ, μάθε και μια κιθάρα» είπα στον εαυτό μου και στο χωριό υπήρχε ένας φίλος που μάθαινε τα βασικά ακόρντα για να παίζει τραγούδια. Του ζήτησα να μου δείξει και μένα κι έτσι τον καιρό των πανελληνίων εξετάσεων, στα διαλείμματα των διαβασμάτων, μου έδειχνε ακόρντα. Θέλω να πω ότι δεν ξεκίνησε η μουσική για μένα από μεμονωμένες συγχορδίες, νότες και παρτιτούρες, αλλά από τα τραγούδια. Καμία σχέση δηλαδή με άλλους σπουδαγμένους μουσικούς.

Το συγκρότημα Το Παράλληλο Πάρτι δημιουργήθηκε στα τέλη του 2011. Δεν ήμουν ακόμη σίγουρος αν θα ακολουθούσα τη μουσική, πολύ δε περισσότερο αν θα έβγαζα δίσκους. Ήρθαν απλά οι φίλοι και μου είπαν «Δεν κάνουμε μια μπάντα;», ε και την κάναμε! Ήμουν ο τραγουδιστής και έπαιζα και κιθάρα. Το ρεπερτόριο μας ήταν βασικά ξένο και ελληνικό ροκ, αν και ο καθένας έφερνε τα δικά του, άλλος τα πιο παράξενα, άλλος τα ελληνικά, άλλος τα 60s - 70s κι έτσι τα βρίσκαμε μεταξύ μας. Από ελληνικό ροκ είχα ακούσει ελάχιστο Παύλο Σιδηρόπουλο, μια και πάντα περιστρεφόμουν γύρω από το ξένο ροκ. Υπ' όψιν, μετά τους τραγουδοποιούς που προανάφερα, άρχισα να ασχολούμαι με τις μπάντες, σαν τους Pink Floyd και πάνω απ' όλους τους Beatles, που για μένα είναι η ρίζα του Κακού (γέλια). Ακολούθησαν οι Zombies, οι Yardbirds από 60s και μετά, ως νέος κι εγώ της εποχής μου, έπεσα στα 90s, Radiohead, Smiths κ.α. 

Στα αμιγώς ελληνικά τραγούδια μου, ο Σαββόπουλος είναι η βάση και όλα αυτά τα καταλαβαίνω μέσω του Σαββόπουλου. Επηρεάστηκα και από τους δικούς μας τραγουδοποιούς των 80s, βέβαια. Συγγενείς μου θεωρώ καλλιτεχνικά την Sophie Lies και τον Σταύρο Τσαντέ, που είχε βγάλει έναν εκπληκτικό δίσκο, τις «Παιδικές συνήθειες του πατέρα μου». Είμαι πιο κοντά σ' αυτούς που προσπαθούν να ορίσουν ξανά την τραγουδοποιία στο σήμερα. 

Ο δίσκος «Λίβελοι, καντάδες, ζωγραφιές και συναξάρια» είναι σε δικούς μου στίχους και μουσική, εκτός από ένα τραγούδι που μοιραστήκαμε στιχουργικά με την Παυλίνα Μάρβιν από δικό της βιβλίο. Ως πρώτη ατομική μου έκδοση, είχα κυκλοφορήσει οχτώ πολύ μικρά τραγούδια, ένα μίνι άλμπουμ συνολικής διάρκειας εννέα λεπτών με τίτλο «Πικαρέσκο» το 2020. Τον Ιανουάριο του 2026 κυκλοφόρησαν οι «Λίβελοι...», αλλά μόνο ψηφιακά. Τον Μάρτη του ίδιου χρόνου, πριν από μερικούς μήνες, κυκλοφόρησε κανονικά ο δίσκος μας με την Νάντη Χατζηγεωργίου που τυπώθηκε πιο γρήγορα σε βινύλιο. Έτσι, πρώτα βγήκε το βινύλιο του «Πότε κλείνουν οι στοές» και μετά οι «Λίβελοι» που προηγούνταν. Καλά πάμε από πωλήσεις, αλλά να ξεκαθαρίσουμε πως το δικό μας «τιράζ» δεν έχει καμία σχέση μ' αυτό των μεγάλων εταιρειών. Για τις «Στοές» τυπώσαμε μόνο διακόσια βινύλια και για τους «Λίβελους» μόνο εκατό, εκ των οποίων κυκλοφορούν στην αγορά οι εβδομήντα. Είναι κάπως συλλεκτικά χειροποίητα βινύλια, όπως καταλαβαίνεις, που τα φτιάξαμε μαζί με τον φίλο μου Κωστή Στεργίου. Δουλέψαμε πολύ τις ενορχηστρώσεις και ο Στεργίου είναι δίπλα μου στα πάντα. 

Ξεκινήσαμε τα λάιβ από μικρούς χώρους, παίζαμε στην Καλλιθέα, πρώτα μόνος μου, μετά με τον Κωστή και σιγά - σιγά φτιάξαμε μια μπάντα. Συγκεντρώθηκαν γύρω μας μουσικοί, που ήθελαν να στηρίξουν το εγχείρημα των «Λίβελων». Δημιουργήθηκε μία ωραία παρέα, μία συντροφικότητα μ' όλη αυτή τη φάση. Πρόσφατα δώσαμε στο Baumstrasse το πρώτο μεγάλο μας λάιβ που πήγε μάλλον καλά, όπως μου λένε. Να πω πώς όταν βρίσκομαι στη σκηνή, είμαι και δεν είμαι εκεί πέρα. Είμαι πάντως πιο πολύ εξοικειωμένος με τις μικρές μουσικές σκηνές, όπως το «Μακάρι» των Εξαρχείων, που τ' αγαπώ πάρα πολύ. Στις μεγάλες σκηνές που πρέπει να φτιάξουμε ήχο, κάτι δηλαδή πολύ διαμεσολαβημένο, δυσκολεύομαι ή ίσως ξεσυνήθισα, αφού και με το Παράλληλο Πάρτι φτιάχναμε πάντα ήχο λόγω του ροκ ρεπερτορίου. 

Το μεγαλύτερο σχολείο ήταν για μένα ο δρόμος. Έπαιζα στο δρόμο της Θεσσαλονίκης, όπου έζησα για μία δεκαετία. Ίσως γι' αυτό το λόγο ο τρόπος μου στις ερμηνείες είναι αρκετά φωναχτός. Στα μέρη που στεκόμουν, περνούσε κόσμος, περνούσαν αυτοκίνητα, κόρναραν κι εγώ που δεν είχα ενισχυτή έπρεπε κάπως ν' ακούγομαι. Πήγαινα λίγο χύμα στο κύμα...Τα τραγούδια μου γράφονταν σιγά - σιγά. Στους «Λίβελους» ενέταξα ένα κομμάτι από την περίοδο των Παράλληλο Πάρτι. Λέγεται «Το πρώτο παιδί που γεννήθηκε στο φεγγάρι» και ο τρόπος που ηχογραφήθηκε τώρα είναι τελείως διαφορετικός από την πρώτη εκτέλεση. Υπάρχουν λίγα αθηναϊκά τραγούδια, αφού τα περισσότερα γράφτηκαν στη Θεσσαλονίκη. Υπάρχει, ας πούμε, μία μπαλάντα «Του Γιώργη Ζάρκου», για μία πολύ ιδιαίτερη φιγούρα του Μεσοπολέμου, που μαθαίνω ότι επίκειται και η έκδοση της βιογραφίας του. Ο Ζάρκος ήταν συγγραφέας που τον αδίκησε ένα έντυπο, με το οποίο συνεργαζόταν. Αντί να το αφήσει να περάσει στο ντούκου, αυτός το έκανε θέμα και γι' αυτό ακριβώς ο εκδοτικός οίκος έβαλε λυτούς και δεμένους για να τον στείλουν στο ψυχιατρείο. Ήταν ένα θέμα με φοβερές πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις αυτό το συμβάν, ενώ από τον Δημήτρη Υφαντή έχει γραφτεί κι ένα σχετικό βιβλίο στις εκδόσεις Άγρα. Ο Υφαντής πάλι θα βγάλει τη βιογραφία του Ζάρκου, ο οποίος ναι μεν πήρε εξιτήριο από το ψυχιατρείο, αλλά έκανε και εξορία ως αντιστασιακός. Πέθανε τον Απρίλιο του 1967 μόλις δύο εβδομάδες πριν επιβληθεί η χούντα. Το τραγούδι «Του Γιώργη Ζάρκου» μού προέκυψε δεκάλεπτη μπαλάντα. 

Δεν ξέρω αν κάποιος γνωστός ή καταξιωμένος δημιουργός έχει ενδιαφερθεί για τη δουλειά μου. Ίσως εγώ έχω μια φούρια να πλησιάσω τους αγαπημένους μου τραγουδοποιούς, αν και με μερικούς γνωριζόμαστε κιόλας: Αγαπώ πάρα πολύ τον Βασίλη Νικολαΐδη και βρισκόμαστε σε ανοιχτή συνομιλία εντός και εκτός τραγουδιού, θα έλεγα. Έχει ακούσει τραγούδια μου και σε μερικά με έχει βοηθήσει κιόλας, δίνοντας μου συμβουλές. Είναι πολύ σημαντικό να δούμε τι έχει συμβεί μέχρι τώρα, να μην ερχόμαστε και να προσπαθούμε να επιβάλλουμε την τέχνη μας σε κενό, λες και δεν έχει προηγηθεί τίποτα. Δεν το λέω με ένα τρόπο κλειστό, αλλά αν δεν προσέξουμε τι έχει γίνει πριν από μας, πως θα δούμε τι θα κάνουμε κι εμείς τώρα; Αυτό μας ξεκολλάει από κακές συνήθειες, είτε ως γραφιάδες, είτε ως μουσικοί κλπ. Μία κακή συνήθεια είναι για μένα να γράφεις μόνο αυτόματα, λες κι αυτό που νιώθεις είναι το σημαντικότερο πράγμα στον κόσμο. Από ένα σημείο και μετά πρέπει να βλέπεις το ίδιο σου το βίωμα με μεγαλύτερη ταπεινότητα. 

Δεν ξέρω αν είμαι φιλόδοξος, δεν μπορώ να το πω! Δεν φανταζόμουν ότι θα είχα ποτέ συγκρότημα, το Παράλληλο Πάρτι, όπως αντίστοιχα δεν φανταζόμουν μέχρι το 2020 τουλάχιστον ότι θα έβγαζα ποτέ δίσκο. Υπήρχε δηλαδή το υλικό χωρίς να σκεφτόμουν μία δισκογραφική έκδοση του. Όταν άρχισαν οι άλλοι να μου βάζουν την ιδέα, ήρθε και με βρήκε η Νάντη, η οποία είναι φίλη μου καλή. Μου έβαλε τη δικιά της ιδέα, «Μήπως να φτιάξουμε και κάτι διαφορετικό;» Άκουσε τα τραγούδια μου, ήρθε στα πρώτα λάιβ μου στις αρχές της μετά Covid εποχής και αποφασίσαμε να φτιάξουμε έναν κοινό δίσκο. Μόνο που η Νάντη ήταν πιο κοντά στα λαϊκά, που προσωπικά δεν είχα καμία ιδιαίτερη σχέση. Τα λαϊκά εγώ τα άκουγα από μία ταβέρνα στο χωριό μας αφού αυτά έπαιζε. Υπήρχε ο σπόρος, αλλά δεν ήταν η μουσική που εγώ θα έβαζα ν' ακούσω. Όσο ήμουν στη Θεσσαλονίκη, δεν μπορούσα καν να ακούσω ρεμπέτικα, ούτε μπορούσε και κανένας να μου εμφυσήσει την αγάπη για το ρεμπέτικο. Είχα διαβάσει μόνο κάτι του Θωμά Κοροβίνη, εκτός από τις νουβέλες του, τις οποίες δανειζόμουν απ' τη δημοτική βιβλιοθήκη επειδή ήμουν άφραγκος. Αναφέρομαι στο φοβερό βιβλίο του για τους Ασίκηδες, που για μένα ήταν σταθμός. Τον αγαπώ τον Κοροβίνη, τον έχω συναντήσει δυο - τρεις φορές κι έχουμε και μ' αυτόν ανοιχτή επικοινωνία. Σέβομαι επίσης και την ιδιότητα του σαν τραγουδοποιού. Όταν όμως ήρθα στην Αθήνα, λίγο η μοναξιά, λίγο ο Covid, άρχισα να ψάχνομαι με τα λαϊκά τραγούδια. Άρχισα και να μεταφράζω στα ελληνικά ξένους τροβαδούρους, Γάλλους, Γερμανούς, Νοτιοαμερικανούς κλπ., ποιητές σαν τον Φρανσουά Βιγιόν, αλλά και τους τροβαδούρους του Μεσαίωνα, μελετώντας πάντα το τραγουδο-ποιητικό φαινόμενο. Έφτασα πιο κοντά έτσι στους μη λόγιους τραγουδοποιούς και στον κιθαριστή Γιώργο Κατσαρό, που διέπρεψε στην Αμερική των αρχών του 20ου αιώνα. Με συγκίνησε, καθώς τον τρόπο του τον εξέλαβα ως τροβαδούρικο, προτού με συγκινήσει ο Μπάτης από την Τετράδα του Πειραιά περισσότερο από τον Βαμβακάρη, τον Παγιουμτζή και τους άλλους μεγάλους. Μου άρεσε το θεατράλε στοιχείο του Μπάτη και που μιλούσε για πράγματα ασυνήθιστα εντός του λαϊκού τραγουδιού, για την καθημερινότητα π.χ. αλλά μ' ένα πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Αυτό ακριβώς έψαχνα στο ρεμπέτικο, το «περίεργο», αυτό που δεν είχε περάσει από το «γυάλισμα» της δεκαετίας του 1950, αυτό δηλαδή που έμεινε πίσω. Έτσι ανακάλυψα τις γυναίκες, τη Γεωργακοπούλου, την Εσκενάζυ, τη Χασκήλ, τη Ρίτα Αμπατζή, βρήκα τραγούδια με τίτλο «Εγώ είμαι η μπολσεβίκα», τρομερά πράγματα (γέλια). 

Δεν πιστεύω ότι διάγω βίο μποέμ. Εφόσον σταμάτησα να παίζω στο δρόμο, αν και δεν έχω φτιάξει οικογένεια, ίσως φλερτάρω με το μποέμ. Είναι που το να παίζεις στο δρόμο αποτελεί από μόνο του ένα τρόπο ζωής σε μια πόλη, σαν τη Θεσσαλονίκη, που ακόμη αγαπώ, αλλά και που δεν μπορώ καθόλου να συγκρίνω με τον αθηναϊκό τρόπο ζωής. Για την ώρα θα πρέπει να επαναπροσδιοριστούν κάποια πράγματα στη Θεσσαλονίκη. 

* Ο Κρέων Κανακάρης μόλις κυκλοφόρησε από την ετικέτα «Δίσκοι Δισκέξ» σε περιορισμένο αριθμό βινυλίων και σ' όλες τις ψηφιακές πλατφόρμες το άλμπουμ «Λίβελοι, καντάδες, ζωγραφιές και συναξάρια». 

** Η συνέντευξη με τον Κρέοντα Κανακάρη πραγματοποιήθηκε το μεσημέρι της Κυριακής 1/11 σε καφέ της πλατείας Βικτωρίας.    

*** Αν ζούσε ο Μάνος Χατζιδάκις και ο Κανακάρης τού πήγαινε τα τραγούδια του, σίγουρα θα τον είχε συμπεριλάβει στην οικογένεια του Σείριου...

Δεν υπάρχουν σχόλια: