Τετάρτη, 21 Νοεμβρίου 2007

ΣΑΒΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ:ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΩΜΑΤΙΩΝ Ή Η ΑΡΠΑΓΗ ΤΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ

Αγαπάω Σαβίνα! Και σαν άνθρωπο και σαν καλλιτέχνιδα!Μπορώ να σας διαβεβαιώσω πως πρόκειται για ένα από τα χιουμοριστικά (κι ας μην της φαίνεται καθόλου!) και ακομπλεξάριστα πρόσωπα που κοσμούν με την τέχνη τους την ελληνική δισκογραφία! Γνωριστήκαμε πριν από μια 5ετία σε μια συναυλία για τα δικαιώματα των γυναικών του Αφγανιστάν κι έκτοτε μου κάνει την τιμή, όποτε βγάζει δίσκο, να δίνει σε μένα την πρώτη συνέντευξη! Η εικόνα που μου' χει μείνει είναι η Σαβίνα κι εγώ μέσα στο "Μπρίκι" της πλατείας Μαβίλη, στη γειτονιά της, καταχωνιασμένοι όσο πιο μέσα γινότανε και με δάκρυα στα μάτια. Μιλάμε, πολύ κλάμα...Όχι, δε λέγαμε τίποτα, ούτε είχαμε συγκινηθεί από κάτι...Απλά, μόλις είχε σκάσει άλλο ένα δακρυγόνο έξω ακριβώς απ' το μαγαζί!Η αμερικανική πρεσβεία, βλέπετε, είναι δίπλα κι εκείνη τη μέρα γινόταν άλλο ένα συλλαλητήριο για τους βομβαρδισμούς στη Σερβία... Τα πολλά λόγια είναι φτώχια, λοιπόν! Παραθέτω την κριτική που δημοσίευσα στο τρέχον τεύχος του Διφώνου για το άλμπουμ της με τίτλο Μουσική Δωματίων...


ΣΑΒΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ
ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΩΜΑΤΙΩΝ

LYRA
Στο εξώφυλλο, μια παλιά γραφομηχανή «Adler» έχει μετατραπεί σε ακορντεόν στα χέρια του ηθοποιού Δημήτρη Ήμελλου, λες και η Σαβίνα Γιαννάτου έκλεψε πλάνο από το νοσηρό Γυμνό Γεύμα του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ. Η ιδέα γι’ αυτό το νέο δίσκο, τα περισσότερα κομμάτια του οποίου υπογράφουν συνθετικά η Γιαννάτου με τον Μιχάλη Σιγανίδη, έχει τις ρίζες της στην ομότιτλη εκπομπή του Τρίτου Προγράμματος και σ’ έναν πλανόδιο βιολιστή, που η δημιουργός «συνέλαβε» στην Πλάκα να τραγουδάει το Κάποιο δειλινό του Γιώργου Μουζάκη. Το παλιό αυτό τραγούδι έγινε light – motive σε ένα αβανγκαρντίστικο αναρχικό κολάζ με τη συμμετοχή του Μάνου Χατζιδάκι (η προσευχή Κύριε σε ποίηση Βασίλη Ροζακέα, που γνωρίσαμε από τον ίδιο στο cd – ντοκουμέντο 2000 Μ.Χ., εδώ παρουσιάζεται με τη συμβολή του Ηρακλή Βαβάτσικα στο ακορντεόν), του Γιάννη Αγγελάκα και του Νίκου Βελιώτη (διασκευή του Σ’ ένα ανοιξιάτικο λιβάδι από τις Ανάσες των λύκων τους) και του ποιητικού λόγου της Παλαιάς Διαθήκης, του Ομάρ Καγιάμ, του Χόρχε Λουίς Μπόρχες, του Τάσου Λειβαδίτη, του Τάκη Σινόπουλου και του Γιώργη Παυλόπουλου. Μια από τις πιο ιδιαίτερες εργασίες της τρέχουσας δισκογραφίας, καθαρά απευθυνόμενη σε ένα μυημένο και απαιτητικό κοινό, που αντιμετωπίζει τη μουσική ως τέχνη ταυτόσημη με τις λογοτεχνικές καταβολές, την υποκριτική, τον αυτοσχεδιασμό, το πείραμα και το πείραγμα. Σε ένα διάλειμμα από τη συνεργασία της με τους Primavera en Salonico κι ενώ στο προτελευταίο Sumiglia από την ECM οι φωνητικοί αυτοσχεδιασμοί είχαν περιοριστεί, η Γιαννάτου έχει την απόλυτη ελευθερία σήμερα να χρησιμοποιεί την ιδιαίτερη φωνή της ως μέσο κατακερματισμού της φόρμας του τραγουδιού, ακόμη και του λόγου: συγκλονιστική η σταδιακή κορύφωση στη λεκτική ερμηνεία του ποιήματος του Παυλόπουλου Το παιδί και οι ληστές, οι λέξεις κυριολεκτικά λιώνουν σαν ένα κομμάτι βούτυρο στα χείλη της συνθέτριας και ερμηνεύτριας. Οι ήχοι από το κοντραμπάσο του Σιγανίδη σε πρώτο επίπεδο και οι φωνητικοί ελιγμοί της Γιαννάτου σε δεύτερο, συνιστούν ένα κανονικό θέατρο του παραλόγου, μια καταβύθιση στα άδυτα της ανθρώπινης ψυχής και ένα υπερρεαλιστικό trip, όμοιο μ’ αυτό που συναντάμε στη γλωσσοκεντρική ποίηση του Νάνου Βαλαωρίτη και της ομάδας της Νέας Συντέλειας, στα κομμάτια Οι παραλογισμοί της Ιωάννας και Ο χώρος και τα πράγματα του Σινόπουλου. Ο δίσκος κρίνεται στο σύνολο του αυτοδύναμο μουσικοποιητικό έργο, εκφράζοντας απόλυτα τους δημιουργούς του, αλλά και επιθυμώντας υποδόρια μια ρήξη με το δισκογραφικό κατεστημένο της ευκολίας, της ρηχής αισθηματολογίας και της απλοϊκότητας – το δεύτερο, έστω κι αν δεν αποτελεί πρωταρχικό σκοπό, οπωσδήποτε είναι μια ανατρεπτική πράξη. Υπάρχουν κι οι άλλοι, οι οπαδοί του «έντεχνου», που ακούν το τραγούδι με το συναίσθημα και όχι με τον εγκέφαλο, αποσπώντας απ’ αυτό ιδανικές εικόνες και επιθυμίες, αυτοί που σίγουρα θα μπερδευτούν από ένα τέτοιο έργο, το οποίο αντιμετωπίζει το τραγούδι περισσότερο ως μέσο ψυχανάλυσης. Και ξέρετε πόσοι κυκλοφορούν ανάμεσα μας με δισεπίλυτα ψυχολογικά προβλήματα δίχως να το γνωρίζουν; Σκέτη τραγωδία…Η Σαβίνα Γιαννάτου, πάντως, συνεχίζει να υπερασπίζεται την καλλιτεχνική έκφραση και ελευθερία και μόνο γι’ αυτό της αξίζουν θερμά συγχαρητήρια.

Κι εδώ αποσπάσματα από τη συνέντευξη που η Σαβίνα Γιαννάτου μου παραχώρησε στις 4 Νοεμβρίου του τρέχοντος έτους για το ραδιοφωνικό σταθμό Στο Κόκκινο 105,5. Εικόνες μέσα από το στούντιο με ηχολήπτη τον Νίκο Μπετσιμέα:
Υπογράφεις συνθέσεις μέσα στη Μουσική δωματίων μετά από αρκετό καιρό, σα να κάνεις διάλειμμα από τους ethnic δίσκους με τους Primavera. Να υποθέσουμε ότι κρατάς κι άλλα κομμάτια φυλαγμένα;
Φυλαγμένα, όχι, ελάχιστα πράγματα. Και δεν είναι θέμα χρόνου.Όταν ήμουν πιο μικρή καθόμουν κι έφτιαχνα τραγούδια με την κιθάρα μου.Περνούσε πολύς χρόνος έτσι.Τώρα δεν το κάνω πια, δεν ξέρω γιατί, ίσως επειδή έχω την αυταπάτη ότι όλα αυτά τα πράγματα δεν έχουν τη δέουσα αξία.Δε θεωρώ ότι είμαι συνθέτρια, γράφω μουσική μόνο όταν πιστεύω ότι προκύπτει για κάτι που πρόκειται να γίνει.
Όπως το θέατρο, λόγου χάριν; Τα τελευταία χρόνια συνεργάζεσαι στενά με τον Σωτήρη Χατζάκη...
Ακριβώς.Και παλαιότερα με την Ασπασία Κράλλη και άλλους, δίχως αυτή να είναι η πραγματική μου δουλειά. Εννοώ ότι το παν είναι το πως προσδιορίζεις τον εαυτό σου. Εμένα, ας πούμε,μου αρέσει πολύ να ζωγραφίζω.Τον τελευταίο καιρό δυστυχώς το έχω αφήσει αυτό.
Μήπως τελικά είναι θέμα χρόνου; Ταξιδεύεις πολύ συχνά στο εξωτερικό, εκδίδεις δίσκους, συμμετέχεις τακτικά σε δίσκους άλλων, πού καιρός για ζωγραφική;
Δεν πιστεύω ότι είναι θέμα χρόνου, επιμένω. Έχει να κάνει καθαρά με το πώς τοποθετείται απέναντι σε ότι πάει να κάνει ο καθένας και τις ενδεχόμενες ανασφάλειες του.
Έξω ο καιρός είναι βροχερός, ό, τι πρέπει για μια εκπομπή με τη Σαβίνα Γιαννάτου. Τι λες εσύ;
Δεν ξέρω πως πρέπει να το πάρω αυτό (γέλια)
Στη Μουσική δωματίων και ειδικά στο κομμάτι Το παιδί και οι ληστές σε ποίηση Γιώργη Παυλόπουλου αποδομείς κυριολεκτικά τη γλώσσα. Τουλάχιστον έτσι το εξέλαβα προσωπικά...
Εμένα μου άρεσε η επαναληπτικότητα του ποιήματος αυτού, σαν ένα παραμύθι που δεν τελειώνει ποτέ! Δηλαδή, το παιδί που κοιμάται και οι ληστές βρίσκονται κάτω απ' το κρεβάτι του κι αυτό φοβάται και τρέχει σε μια αγκαλιά, της μητέρας του, ίσως.Κι αυτή του λέει "ήταν δυο ληστές" και ξανά πάλι και ξανά...Το παιδί τρέχει, θέλει να σταματήσει να φοβάται κι αυτή το τρομάζει απ' την αρχή...Έτσι κι εγώ έφτασα στην κορύφωση του τέλους του κομματιού, όπου πια δεν ακούς τις λέξεις.
Όλο το υλικό του δίσκου αυτού, προέκυψε από σαφείς αυτοσχεδιαστικές τάσεις;
Έτσι έγιναν τα περισσότερα κομμάτια, από αυτοσχεδιασμούς, τους οποίους μετά κόψαμε και ράψαμε στον κομπιούτερ. Σύνθεση δηλαδή που προκύπτει μέσα από κάτι που το έχεις αυτοσχεδιάσει πρώτα. Αυτό μου συνέβη πρόσφατα.Εννοώ πως τα κομμάτια μου στο δίσκο Ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος ήταν τραγούδια κανονικά, χωρίς πάλι αυτό που λέμε "κουπλέ- ρεφρέν". Μου αρέσει γενικά το σπάσιμο της φόρμας.
Αυτό σχετίζεται με τη μουσική που άκουγες από παλιά;
Άκουγα τις μπαλάντες του Leonard Cohen και της Joan Baez που ήταν κανονικά τραγούδια κι αυτά. Άκουγα όμως και τους Pink Floyd που ήταν πιο ανοιχτοί απ' άποψη μουσικής φόρμας. Τι ήθελες ν' ακούω στα 15 μου; Δεν κατάλαβα! (γέλια)
Η συνεργασία σου με τον Νίκο Βελιώτη ήταν αυτή που σε ώθησε στο "πείραγμα" του κομματιού τους με τον Γιάννη Αγγελάκα από τις Ανάσες των λύκων;
Ο Βελιώτης το ξαναέπαιξε ακριβώς όπως στις Ανάσες των λύκων, απλώς εγώ τραγούδησα από πάνω.Είχε πλάκα γιατί μίλαγα με τον Αγγελάκα και μου λέει "μα, Σαβίνα, εγώ δεν είχα καταλάβει ότι η μελωδία ήταν έτσι"! Πολύ διαφορετικές οι φωνές μας!Αυτός το λέει τόσο ψηλά κι εγώ τόσο χαμηλά. Για να πω την αλήθεια, θα προτιμούσα να το τραγουδούσα όπως ο Αγγελάκας, αλλά δε γινόταν με τίποτα!
Θυμάμαι τότε που' χε βγει ο δίσκος αυτός, τον είχες θεωρήσει ό,τι καλύτερο...
Απ' όσα και ό,τι είχα ακούσει μέχρι τότε, ναι, Οι Ανάσες των λύκων ήταν πράγματι ένας πολύ καλός δίσκος!
Πάντως, είναι παραξενιά του νέου σου δίσκου, που ένα παλιό τραγούδι του Γιώργου Μουζάκη σου έδωσε τη μαγιά- θα έλεγε κανείς- για να τον φτιάξεις...
Το τραγούδι αυτό υπάρχει δυο φορές μέσα στη Μουσική δωματίων, ολόκληρο και διαφορετικά ενορχηστρωμένο. Πρέπει να πω ότι από μόνο του δε θα το είχα προσέξει.Εντάξει, μπορεί να ειν' ωραία τα παλιά τραγούδια, αλλά για κάποιο λόγο δε μπορώ να συνδεθώ μαζί τους. Δεν ανήκω εκεί. Αυτό, λοιπόν, το Κάποιο δειλινό, το τραγουδούσε στην Πλάκα ένας πλανόδιος μουσικός και το έπαιζε με το βιολί του τελείως παράτονα και παράφωνα! Τελείως άλλ' αντ' άλλων, δηλαδή ένα ατονάλ πράγμα. Πολύ ενδιαφέρον, αν υπολογίσεις ειδικά ότι ένας ηλικιωμένος άνθρωπος μ' αυτή την παράξενη φωνή απέδιδε ένα παλιό τραγούδι που άρεσε πολύ εκείνου! Οι στίχοι, έτσι όπως μόνο αυτός τους τραγουδούσε, με εξιτάρισαν! Θέλησα να πάω να τον ξαναβρώ με σκοπό να ηχογραφήσω τη φωνή του κι από κάτω να φτιάξω ορχήστρα, τίποτα με τη δική μου φωνή. Αργοπόρησα, πήγα ξανά δυο- τρεις φορές, δεν έτυχε να πέσω πάνω του, ενώ με πιάσανε κι οι ανασφάλειες του στυλ "τι νόημα έχει να φυλακίζεις τη στιγμή" κλπ. Έτσι πέρασαν δέκα ολόκληρα χρόνια. Με το που μπήκα στο στούντιο για τη Μουσική δωματίων, το πρώτο πράγμα που έκανα ήτανε αυτό!
Σε ευχαριστεί το γεγονός πως ο δίσκος έχει αποσπάσει πολύ θετικές κριτικές κι έχει εκτιμηθεί από ανθρώπους που σχετίζονται με τη λογοτεχνία;
Είναι πολύ λογικό αυτό, αφού περιέχει κατά κόρον απαγγελίες και ποιήματα. Το χάρηκα που άρεσε, αν και θα χαρακτηριζόταν δύσκολος δίσκος ως άκουσμα. Εξαρτάται πολύ απ' το πόσο κανείς ακούει τον λόγο. Άρεσε ακόμη και σ' ένα φίλο Ιταλό, που δεν καταλάβαινε τίποτα, οπότε κι εγώ είπα "εντάξει, άρα λειτουργεί"!
κλπ. κλπ.


Ξημερώνει Τετάρτη 21 Νοεμβρίου, έξω δε βρέχει αυτή τη φορά κι αν σας πείσαμε, η Σαβίνα Γιαννάτου και η αφεντιά μου, προμηθευτείτε τη Μουσική δωματίων της. Τα ξαναλέμε...

Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2007

...O DAMO SUZUKI, Ο ΛΟΡΕΝΣ ΦΕΡΛΙΝΓΚΕΤΤΙ, Ο ΑΡΚΑΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΤΗΓΑΝΙΑ ΜΠΑΜΙΕΣ...


Σήμερα το πρωί έλαβα ένα mail από τον Damo Suzuki που μου έλεγε πόσο καλά πέρασε στο πέρασμα του από την Ελλάδα, για την εμφάνιση του στο "Κύτταρο" με τη Σαβίνα Γιαννάτου και τους Stationary Machinery και για όλους τους καλλιτέχνες που πρόλαβε να γνωρίσει. Ο φίλτατος Ιάπωνας βοκαλίστας και performer τις μέρες αυτές βρίσκεται στο Λονδίνο, ολοκληρώνοντας τη μίνι περιοδεία του κατά μήκος της βρετανικής επικράτειας. Η αλήθεια είναι πως τόσο εγώ, όσο και το συνεργείο μου (ο Δημήτρης Θεοδωρόπουλος στη διεύθυνση φωτογραφίας, η Μιράντα Θεοδωρίδου στα κοστούμια, η Εύη Ζαφειροπούλου στο μακιγιάζ, ο Φάνης Καραγιώργος στον ήχο και ο Έκτορας Λυγίζος στο...γούρι), τον ταλαιπωρήσαμε λιγάκι. Κι ενώ αρχικώς φοβόμουν μήπως νιώσει κουρασμένος και ανασφαλής για το live που θα' ρχόταν σε μερικές ώρες, ο Suzuki όχι απλά έβγαλε εις πέρας το γύρισμα, αλλά ενσωματώθηκε 100% σ' όλο αυτό το παρανοηκό γαϊτανάκι που αποπειραθήκαμε να στήσουμε από το τίποτα σχεδόν, με προεξάρχοντες τον γλωσσοκεντριστή ποιητή Αντρέα Παγουλάτο, την ηθοποιό Ρόζα Προδρόμου, τον ντράμερ Θανάση Αρχανιώτη και βέβαια τη Σαβίνα, η οποία αρκέστηκε στο να μας επιτρέψει να κιν/φήσουμε την πρόβα τους. Θυμάμαι που τον υποδέχτηκα Σάββατο μεσημέρι στο "Ελευθέριος Βενιζέλος", άρτι αφιχθέντα από το λατρεμένο μου Άμστερνταμ. Ένας άνθρωπος 57 ετών με μακριά ξασμένα γκρίζα μαλλιά, κοντός και σε εξαιρετικά καλή φυσική κατάσταση. Το ήξερα ότι οι Ιάπωνες και οι Ασιάτες γενικότερα έχουν το χάρισμα του Ντόριαν Γκρέι, όπως επίσης ήξερα ότι πίνουν και του σκασμού, δίχως κανένα...παρατράγουδο. Ο Suzuki, ειδικά στα διαλείμματα του live του στο "Κύτταρο", μου το επιβεβαίωσε το τελευταίο. Μου φαινόταν αδιανόητο να μοιράζομαι το ταξί με τον ίδιο καλλιτέχνη που τα βινύλια του αποτελούσαν κανονική εφηβική μαστούρα! Λάτρεψα τους Can κι αργότερα ολόκληρο το kraut- rock κίνημα, απ' την πηγή του οποίου σήμερα πίνουν ακόμη όλοι οι ηλεκτρονικοί παραγωγοί διεθνώς. Συχνά ανατρέχω στο θρυλικό "Ege Bamyasi" με το hit "Vitamin C" ή το "Tago- Mago" (αυτό με το εξώφυλλο όπου ένα απροσδιόριστο ον...ξερνάει τον εγκέφαλο του!), στο οποίο οι ατονάλ ψυχεδελικές φόρμες του γερμανικού γκρουπ μπλέκονται με τα σπαρακτικά φωνητικά- ουρλιαχτά του Suzuki. "Για σένα θα έγραψε ο Άλεν Γκίνσμπεργκ το Ουρλιαχτό" του είπα κατά τη διαδρομή προς το ξενοδοχείο του για να λάβω την αποστομωτική απάντηση "αυτά τα λένε οι δημοσιογράφοι! Ούτε τον Γκίνσμπεργκ γνώρισα ποτέ, ούτε τον Κέρουακ, ούτε είχα σχέση με την ποίηση. Ένας χίπης του δρόμου ήμουν που γύριζα τον κόσμο, μου έκατσαν οι Can και δουλέψαμε σε τρεις δίσκους"! Παρ' όλα αυτά, ο Suzuki αρνήθηκε στο φιλμάκι που κάναμε να πει το παραμικρό για τη θητεία του στους Can. Με μια λεκτική μονοκοντυλιά διέγραψε σύσσωμο το kraut-rock ρεύμα και το παρελθόν του, προτιμώντας να μιλήσει για το τι κάνει σήμερα. Αναμενόμενη αντίδραση! Την είχα ζήσει και πριν δυο χρόνια όταν μάζευα τους μουσικούς που θα εμφανίζονταν και στο "Ζωντανοί στο Κύτταρο- Σκηνές ροκ"...Πάντως, η πολιτική χροιά που έδωσε στο λόγο του (του πρότεινα να μιλήσει σε αγγλικά, γερμανικά και γιαπωνέζικα με τη συμβολή της Μαίρης Λιούγκου στην επί τόπου μετάφραση), έδωσε ταυτόχρονα και το προφίλ ενός rocker καλλιτέχνη, πιστού στις αξίες του και αρνητή ένταξης στο οποιοδήποτε σύστημα: δήλωσε κατ' ευθείαν αναρχικός, τα έχωσε στην Panx Americana και υπερασπίστηκε τον αυτοσχεδιασμό ως μέσο έκφρασης στην τέχνη.Δήλωσε ακόμη "αθεϊστής" κι εγώ τον σκέφτηκα εκεί, γύρω στο ΄74-΄75, όταν δηλαδή παράτησε πρόσκαιρα τη μουσική για να γίνει μάρτυρας του Ιεχωβά...Ευτυχώς δεν τον πήγα νοερά σε κείνη την περίοδο."Θα' φαγε τη φρίκη του και θα συνήλθε ο άνθρωπος" ήταν η δεύτερη σκέψη που πάγωσε την πρώτη. Θα πρέπει, λοιπόν, στο εν λόγω γύρισμα μέσα στο "Κύτταρο" ο Suzuki να εντυπωσιάστηκε από το λόγο και το σκηνικό ανάστημα του Αντρέα Παγουλάτου. Η Μιράντα έντυσε τον ποιητή με μαύρο κοστούμι και καπέλο δεκαετίας ΄50, επιχειρώντας μια ενδυματολογική σύνδεση με τους beatniks. Ο ίδιος, προσωπικός φίλος του Λόρενς Φερλινγκέττι, διάβασε ποιήματα του, πότε ως μπάρμαν του "Κύτταρου" και πότε ως άνθρωπος της γκαρνταρόμπας!
Το ποίημα που έγραψε για τον Suzuki με αφορμή τη συγκεκριμένη συνεύρεση τους στην ταινία αξίζει, νομίζω, να παρατεθεί κάποια στιγμή αυτούσιο εδώ πέρα! Το όλο σουρεάλ σκηνικό (κι επιτρέψτε μου να πιστεύω ότι η λέξη "σουρεάλ" έχει πραγματικό νόημα εν προκειμένω) κορυφώθηκε με ένα τηγάνι...κινέζικης κοπής γεμάτο μπάμιες, το οποίο ο Παγουλάτος με τον Suzuki επιδείκνυαν εν μέσω απαγγελιών και βοκαλισμών, προβαίνοντας σε άλλη μια σύνδεση με το προαναφερθέν άλμπουμ "Ege Bamyasi" και το εξώφυλλο με τις μπάμιες στην κονσέρβα. Απορώ έτσι γιατί ο Γερμανός φίλος μου κιν/φιστής Daniel Klein, όταν τον φιλοξένησα λίγα χρόνια πριν, απόρησε βλέποντας σερβιρισμένες μπάμιες.Τόσο, που ζήτησε να τις δει ωμές με σκοπό να τις περιεργαστεί! Αφήνοντας κατά μέρος τη σχέση των Γερμανών με τις μπάμιες, ας ξαναπάμε στο "Κύτταρο" και συγκεκριμένα στην ώρα που ο Suzuki ανέβηκε στη σκηνή. Δίπλα του, πεσμένη στο πάτωμα, ντυμένη με βραδινό ένδυμα και ξυπόλυτη, η Ρόζα Προδρόμου κατάφερε κατά την ταπεινή μου άποψη να βγάλει όλο αυτό το σύγχρονο υπαρξιακό αδιέξοδο που ξεκινά σε ελαφριά μορφή από τη μοναξιά και τη θλίψη και καταλήγει στο απόλυτο τέλμα της σχιζοφρένειας. Δεν ήταν τυχαία η επιλογή του Αρκά! Την έβαλα να διαβάζει από μέσα
της Αρκά, τις ιστορίες του "Έλα στο καμαρίνι μου", οδηγούμενη σταδιακά σ' έναν κανονικό θρήνο συνοδευόμενη από τα ανατριχιαστικά φωνητικά του Suzuki και τους αυτοσχεδιασμούς στα τύμπανα του Αρχανιώτη. Νομίζω πώς η Ρόζα κι ο Θανάσης ήταν οι πρωταγωνιστές της σκηνής αυτής και πώς ο Suzuki δέχτηκε εν αγνοία του να τους συνοδεύσει ή, καλύτερα θέλω να πιστεύω, γούσταρε τρελά την όλη κατάσταση. Κι ας εστίαζε σ' αυτόν η κάμερα αλλάζοντας φακούς με γρήγορους ρυθμούς, περνώντας από tres gros του ιδρωμένου προσώπου του σε γενικά της παλλόμενης φιγούρας του, λες και μπροστά μας είχαμε τον Joe Cocker στο "With a little help from my friends" από το Γούντστοκ! Το γύρισμα τέλειωσε στις 20.30 το βράδυ, λίγη ώρα δηλαδή προτού έρθουν στο χώρο η Σαβίνα Γιαννάτου με τον Τηλέμαχο Μούσα και τον Δημήτρη Καμαρωτό για το check ήχου. Τράβηξα λίγο ακόμη από την πρόβα τους με τα εντυπωσιακά και ανορθόδοξα μουσικά όργανα των Stationary Machinery, όπως και τα εξίσου ανορθόδοξα φωνητικά της Σαβίνας εξ ημισείας με τον Suzuki. Δε νομίζω πώς ταίριαξαν απόλυτα οι δυο τους. Ο μεν Suzuki γυρνάει όλο τον κόσμο και συμπράττει απροβάριστος πάντα με μουσικούς, οι οποίοι ξέρουν καλά ότι πρέπει να συχνωτιστούν μαζί του. Η δε Σαβίνα ασχολείται με τον αυτοσχεδιασμό κάτω από ένα πιο ακαδημαϊκό πρίσμα, προσπαθώντας και καταφέρνοντας τις περισσότερες φορές να αποφύγει την επανάληψη σ' αυτό που κάνει. Αφήστε που ο πιο πολύς κόσμος νόμιζε εκείνο το βράδυ ότι η ερμηνεύτρια θα πει Χατζιδάκι...Κυρίως όμως σε μένα είχε μετρήσει το γεγονός ό,τι πήρα αυτό που πραγματικά ήθελα από τον Ιάπωνα καλλιτέχνη σε άλλο ένα σύντομο πέρασμα του απ' τη χώρα μας και μετά από το πολυαναμενόμενο γύρισμα οι μπαταρίες μου μοιραία είχαν αδειάσει. Οδηγώντας τον Damo Suzuki προς το αεροδρόμιο τις πρώτες πρωινές ώρες, τον ευχαρίστησα θερμά κι αγκαλιαστήκαμε. Την ίδια στιγμή μου είπε: "από σήμερα θ' αρχίσω κι εγώ να διαβάζω ποίηση"..."Ποτέ δεν ειν' αργά, dear Damo" απάντησα και τότε είπαμε το οριστικό αντίο.
Σήμερα είναι απόγευμα Κυριακής 18 Νοεμβρίου, έξω η βροχή συνεχίζεται πιο άγρια από χθες και πρέπει ευθύς αμέσως να συγκεντρώσω τα cd μου για το ραδιόφωνο...

...ΤΟ ΤΑΞΙΔΟΣΚΟΠΙΟ ΤΗΣ ΚΡΙΣΤΗΣ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΤΑΘΗ ΚΑΛΥΒΙΩΤΗ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΑΡΑΞΕ ΣΤΗ ΜΙΚΡΗ ΠΑΤΡΙΔΑ...


Όταν έχεις γυρίσει όλο τον κόσμο, από τη Γερμανία και το Ισραήλ μέχρι τον Καναδά και τη Βραζιλία, έχεις παίξει τη μουσική που γουστάρεις συναντώντας ευρεία αποδοχή και αποσπώντας εξαιρετικές κριτικές, θα πρέπει να' ναι σκέτη πίκρα να μη βρίσκεις ούτε καν δισκογραφική εταιρεία στη χώρα που σε γέννησε, που σου ανήκει και της ανήκεις. Γι' αυτό και η κυκλοφορία του περιβόητου "Ταξιδοσκόπιου" της Κρίστης Στασινοπούλου και του Στάθη Καλυβιώτη από την Protasis του Νίκου Οικονόμου, μια μικρή ανεξάρτητη εταιρεία δηλαδή ή για να το πούμε αλλιώς ένα απ' τα τελευταία απόρθητα κάστρα, μόνο ως θετική κίνηση για τα μουσικά μας δρώμενα θα χαρακτηριζόταν. Η Κρίστη εμφανίζεται στον "Τιπούκειτο" της οδού Βαλτετσίου μαζί με τον συνθέτη Σταύρο Παπασταύρου τέλη του 1970- αρχές των 80s. Η συνεύρεση της εκεί με τη Φλέρυ Νταντωνάκη, θα την καθορίσει σε όλη την μετέπειτα καριέρα της. Το 1981 συμμετέχει στους Πρώτες Αγώνες Κέρκυρας του Μάνου Χατζιδάκι κι εγώ ακόμη χαζεύω μια παλιά βιντεοκασέτα από την τηλεοπτική μετάδοση εκείνης της συναυλίας, στην οποία ένα πανέμορφο μελαχροινό κορίτσι τραγουδά τη "Νυχτωδία" του Μιχάλη Τερζή και της Σαπφούς στην απόδοση του Άκου Δασκαλόπουλου. Η πορεία και παρουσία της στο χώρο αλλάζει τα αμέσως επόμενα χρόνια: πειραματισμοί με την pop, Eurovision, τα μαλλιά κομμένα κοντά, αγορίστικα. Περάσματα από το punk και το rock, συναυλίες στο Ροντέο της οδού Χέιδεν με το μακαρίτη τον Παύλο Σιδηρόπουλο, συνεργασίες με τον Καλαντζόπουλο και τη Ρεμπούτσικα. Το 1998 σε απόλυτη σύμπλευση με τον μουσικό Στάθη Καλυβιώτη κυκλοφορούν το cd "Υφαντόκοσμος", ένα πρωτόγνωρο κράμα electronica, ψυχεδέλειας και ethnic αναζητήσεων. Φειδωλή η δισκογραφία τους έκτοτε με επόμενη έκδοση τα "Ηχοτρόπια" από την ίδια εταιρεία, τη Lyra και τα "Μυστικά των βράχων" από την Hitch-Hyke Records, εταιρεία με σαφείς αντεργκράουντ προσανατολισμούς. Τι έγινε και το "Ταξιδοσκόπιο" άργησε τόσο να κυκλοφορήσει; Χωρίς να έχουν σταματήσει καθόλου τα ταξίδια και τις περιοδείες και στις πέντε ηπείρους, μοιράζοντας ταυτόχρονα τη ζωή τους μεταξύ Ελλάδας και Ινδίας, το ζευγάρι των νεοχίπηδων (κανονικά, όμως!) μουσικών μάλλον δεν είχε χρόνο να το ψάξει δισκογραφικά το πράγμα. Ή, πιο σωστά, αδυνατούσε να μπει στη λογική του "χτυπήματος της πόρτας" του κάθε εκπροσώπου της Α ή Β δισκογραφικής...Και πολύ καλά έκανε!Είπαμε, οι κριτικές που δημοσιεύονται διεθνώς για την Κρίστη, τον Στάθη και το σχήμα τους την τελευταία 5ετία μιλούν για την "Bjork της Μεσογείου" και για μιαν "άτυπη συνάντηση των Jefferson Airplane με την ηπειρώτικη ελληνική παραδοσιακή μουσική"! Τους είπαν"folktronic, folkadelic", στολίζοντας τους με ένα σωρό ακόμη εύηχους πρωτότυπους χαρακτηρισμούς! Το "Ταξιδοσκόπιο" λοιπόν που κυκλοφόρησε μόλις πριν μια εβδομάδα, όπως υποδηλώνει κι ο τίτλος του, δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένα ημερολόγιο των ταξιδιών των καλλιτεχνών. Από τη θέαση του παγκόσμιου μαρκαρισμένου χάρτη στο εξώφυλλο μέχρι τις όμορφες φωτογραφίες τοπίων και ανθρώπων που κοσμούν την καλόγουστη έκδοση, σού' ρχεται απλώς να γεμίσεις ένα σακίδιο, να το φορτώσεις στην πλάτη, να μπεις σ' ένα αεροπλάνο κι όπου γης και πατρίς! Οι στίχοι της Κρίστης δε γράφτηκαν για να γίνουν τραγούδια, δεν υποκύπτουν σε ανάλογες συνταγές του είδους ή άλλα κλισέ, μοιάζουν να είναι σελίδες ενός ημερολόγιου ανοιχτού και προσβάσιμου απ' όλους. Ούτε διέπονται από μυστικότητες και αλληγορική διάθεση, θυμίζουν μόνο τα λεγόμενα κάποιου τυχερού που γύρισε όλο τον πλανήτη και λαχταρά να βρει ακροατήριο για τις εικόνες του! Μ' αυτό τον τρόπο, το "Trans Europe Van" αναχωρεί σε ηλεκτρονικούς γρήγορους ρυθμούς, περνώντας αστραπιαία από χειμερινά γερμανικά τοπία- ο χρόνος παγώνει σα να βλέπεις στοπ καρέ από τον βωβό "Νοσφεράτου" του Murnau. Η γκάιντα του Γιώργου Μακρή μας ειδοποιεί πως φτάνουμε Σκωτία ενδεχομένως. Λάθος αίσθηση, η αγγλοσαξονική κουλτούρα φαίνεται πως δεν έχει θέση στο δίσκο αυτό! Η φωταγωγημένη Γιάφα του Τελ- Αβίβ με τα κρουστά του Σόλη Μπαρκή και του Βασίλη Διβόλη σε συνδυασμό με τα δαιμονισμένα πνευστά του Reiner Witzel και τα electronics του Στάθη, είναι η δεύτερη στάση. Θα έπρεπε να έχω υπολογίσει και τη λύρα του Δημήτρη Χιώτη! Η πιο αιματοβαμμένη γωνιά του κόσμου, όπως εύστοχα σημειώνει η δημιουργός, απεικονίζεται ηχητικά μ' ένα jazzy ξέφρενο παζλ, το οποίο παραχωρεί τη θέση του στην πιο ανάλαφρη ως διάθεση και εντέλει ως άκουσμα, "Barcelona-Cantabria".Μια μικρή γεύση από τα διεθνή τζαμαρίσματα των μουσικών παίρνουμε με το κομμάτι "Wyndham Hotel", εκεί δηλαδή απ' όπου η Κρίστη παρατηρεί, καταγράφει και αναπαριστά ως δική της τέχνη πλέον την πραγματικότητα. Κατόρθωμα που καταφέρνει να μας κάνει κοινωνούς αυτού του διεθνιστικού μουσικού πάρε- δώσε, ανέκαθεν πίστευα ότι μια συγκεκριμένη στιγμή που ζούμε δε δύναται με τίποτα και για κανένα λόγο να αναπαραχθεί ουσιωδώς. Μπορεί να έπονται τα γοητευτικά περάσματα από το πολύπαθο Ερεβάν, την εξωτική Βραζιλία και την Ίνδία, παραδομένη στο πανάρχαιο θρησκευτικό ποικίλο τελετουργικό της, τα παιδιά όμως δε σνομπάρουν και την Ελλάδα. Την επισκέπτονται πρώτα ως διονυσιακοί εραστές της Σίκινου που ύμνησε και ο Ελύτης κι έπειτα ως γνήσιοι Θρακιώτες, δικαιώνοντας το στίχο του Νικολάου Εγγονόπουλου:Εδώ είναι Μπαλκάνια, δεν είναι παίξε- γέλασε! Το ταξιδοσκόπιο της Κρίστης και του Στάθη τελειώνει στην Αθήνα με ένα πολύ δυσάρεστο τρόπο, ο οποίος παρ' όλα αυτά γεννά τρία συγκινητικά τραγούδια. Η Θάλεια Ιακωβίδου, η φίλη τους, ο άνθρωπος τους στην κυριολεξία, η δραστήρια αυτή γυναίκα που αφοσιώθηκε στην προώθηση της διεθνούς καριέρας τους, έχασε τη ζωή της πριν λίγα χρόνια χτυπημένη αναπάντεχα απ' τον καρκίνο. Την είχα συναντήσει ένα βράδυ στο Αλάβαστρον σε κάποιο λάιβ των παιδιών κι ακόμη θυμάμαι μια σπάνια ευγένεια που τη διέκρινε. Το "Ταξιδοσκόπιο" της Κρίστης Στασινοπούλου και του Στάθη Καλυβιώτη αφιερώνεται στη μνήμη της. Το ίδιο κι αυτό εδώ το κείμενο.
Ξημερώνει Κυριακή 18 Νοέμβρη, έξω συνεχίζει να λυσσομανά η βροχή κι είναι απ' τις ελάχιστες φορές που ένα δίσκο θέλω να τον μοιραστώ με πολύ κόσμο...

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2007

...Ο ΟΜΗΡΙΚΟΣ ΑΡΓΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΑΙΝΙΑ ΜΕ 14 ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ 14 INSTRUMENTAL.Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΗΤΑ ΥΠΟΓΡΑΦΕΙ ΤΟ ΣΑΟΥΝΤΡΑΚ...



Πρόσφατοι δίσκοι στα υπ' όψιν! Θα'χουμε άλλωστε να λέμε πολλά από δω και να ανατρέχουμε συχνά στην τρέχουσα δισκογραφία, όταν η ίδια δεν παραδίδεται αμαχητί στην ανοησία του τηλεοπτικού παζαριού...Λίγο καιρό μετά από το χρυσοποίκιλτο "2" του (για την ομώνυμη παράσταση του Παπαϊωάννου) και αφού φλέρταρε με τη Legend του Ομίλου Γιαννίκου, ο Κωνσταντίνος Βήτα επισημοποιεί κανονικά τη σχέση του με τη Lyra, εκδίδοντας εκεί το καινούργιο του άλμπουμ. Για όσους δε γνωρίζουν, η ιστορική Lyra του αείμνηστου Πατσιφά, του ανθρώπου που ανήκε στη γενιά των διανοούμενων της δεκαετίας του ΄30, εδώ και λίγους μήνες ενσωματώθηκε κι αυτή στους Modern Times, δηλαδή τον προαναφερόμενο Όμιλο Γιαννίκου.Ουδέν πρόβλημα! Την αρχική γενική δυσαρέσκεια έσπευσαν να διασκεδάσουν οι ίδιοι οι καλλιτέχνες της εν λόγω εταιρείας- οι περισσότεροι μιλούν για δώρα που τους κάνει ο Γιαννίκος, όταν αναφέρονται στις επανεκδόσεις παλιών δίσκων (ξέρετε, όταν μια ωραία πρωϊα ανοίγεις την τηλεόραση, ακούς "Άσπρα καράβια τα όνειρα μας" και μοιραία κοιτάς το ημερολόγιο είτε στον τοίχο του δωματίου σου, είτε στο κινητό σου)...Το νέο λοιπόν άλμπουμ του Κ. Βήτα ονομάζεται "Άργος".Στο εξώφυλλο, ο ίδιος ο καλλιτέχνης πλάτη, εις διπλούν και τριπλούν, κινείται σ' ένα ψυχρό μυστηριακό τοπίο, που παρ' όλη την ασπράδα του, μοιάζει να χρειάζεται τη λάμψη, το φως απ' τη συσκευή που κρατάει στο χέρι-ενδεχομένως του κινητού τηλεφώνου του. Παρακάμπτοντας τις αναπόφευκτες αισθητικές διαφορές, η φωτογραφία αυτή του Κ. Βήτα μου θύμισε το παλιό αγαπημένο οπισθόφυλλο από το βινύλιο του "Trilogy"(1972) των Emerson, Lake & Palmer. Ο σκύλος που μια ζωή περίμενε τον Οδυσσέα, ο πιστός Άργος του, κάνει τη διακριτική του εμφάνιση μόνο στο οπισθόφυλλο και σε μερικές ακόμη φωτογραφίες μέσα στο ένθετο του cd. Η γλυκύτατη μορφή ενός γαϊδαράκου, μιας ημίγυμνης γκόμενας που καπνίζει ενδεχομένως πριν ή μετά το σεξ και του σκύλου με φόντο ένα χιονισμένο γιαπί (απίστευτο το πώς η τεχνολογία μπορεί πλέον να κάνει ένα το Μενίδι με την Αλάσκα!) κυριαρχούν στο υπόλοιπο εικαστικό μέρος της έκδοσης. Μαζί τους οι στίχοι των τραγουδιών του πρώτου cd, χτυπημένοι στον κομπιούτερ, απόλυτα συμβατοί με το ηλεκτρονικό σύμπαν του δημιουργού. Στο δεύτερο cd, instrumental, οι αρχαιοπρεπείς τίτλοι των κομματιών είναι φαινομενικά ακατανόητοι, ακόμη περισσότερο όταν απουσιάζουν τα σημεία στίξης: "κυδνος", "βουζα", "φαενζα", "αλπος", "αντιμολπος" κλπ. Ας περάσουμε στην ουσία όμως. Κι αυτή έγκειται στο γεγονός πως ο Κ. Βήτα επιχειρεί μια σύνδεση με παλιότερες πιο βατές ηχητικά δουλειές του, σαν την "Άγρια χλόη", όπου βασικό όργανο δεν ήταν οι συνθετητές και τα samples, αλλά η ακουστική κιθάρα. Τι θα πει "βατές" όμως; Όρος ανιστόρητος για την εποχή μας εάν σκεφτούμε πόσοι δημιουργοί που η σχέση τους με την electronica ήταν ίδια μ' αυτή ενός ελέφαντα μ' ένα μαντολίνο(!), κατασπάραξαν κανονικά το όλο κίνημα που ξεκίνησαν κάποτε οι Στέρεο Νόβα.Έτσι, η εισαγωγική "Ανεπάρκεια" είναι μια πανέμορφη μπαλάντα, την οποία πολύ θα ζήλευαν οι "έντεχνοι" μας τραγουδοποιοί και συνθέτες, αυτοί που το γλέντησαν καθ' όλη τη δεκαετία του 1990! Σε καμία περίπτωση μην περιμένετε ν' ακούσετε νωθρές μπαλάντες. Από το δεύτερο κιόλας track, το οργανικό "χ ουφ", ο Κ. Βήτα κλείνει το μάτι στους Γερμανούς Kraftwerk και στη γένεση της electro-pop σκηνής, εκεί γύρω στα τέλη των 70s- αρχές 80s. Το ακόλουθο "Όλο αυτό που ποτέ", έντονα ρυθμικό, αποδεικνύει πόσο τελικά μπορεί ο έρωτας ν' αποδοθεί και με ωραίο τρόπο στιχουργικά, δέσμιος μιας απόλυτα θεμιτής συμπαραδήλωσης. Εξαιρετικά συγκινητικό και το "Ποτέ ποτέ ποτέ δε θα γίνω φίλος σου", ένα ιδιαίτερο "τραγούδι αγάπης", απ' ότι μας συστήνει σε δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης ή καλύτερα ακρόασης ο συνθέτης. Η ιδιότυπη ποιητική του, όμως, φτάνει στο απόγειο της τόσο με τη "Νύχτα" που απαγγέλλεται σχεδόν, όσο και με την πιο οργισμένη "Σφαίρα" προς το τέλος του cd, αλλά και τον "Βοσκό" που θα μπορούσε να' χει βγει μέσα από τα "Λεπιδόπτερα" της Λένας Πλάτωνος. Στο track 14 που κλείνει τον πρώτο δίσκο, βάλ'τε όποιον τίτλο θέλετε. "Μέχρι ν' αγαπήσω εμένα, δεν αγάπησα κανένα" θα ήταν ο καταλληλότερος, αν απομονώσουμε λίγες φράσεις μόνο απ' το συγκεκριμένο τραγούδι. Το δεύτερο οργανικό cd ανοίγει με τη "φαενζα", ένα αριστουργηματικό θέμα με τη μινιμαλιστική επανάληψη του μοτίβου από το τσέλο να γεννά εικόνες "βιομηχανικού ρεαλισμού", αν πρέπει κάποτε να ξεφύγουμε και στη μουσική απ' το ανέραστο και πολυφορεμένο πια μοντέλο του "σοσιαλιστικού ρεαλισμού".Κι εκεί που τα αμέσως επόμενα δύο κομμάτια θα χαρακτηρίζονταν απλώς ως ηλεκτρονικές ατμόσφαιρες, σκάει το κομμάτι "καανθος" με την α λα Ry Cooder χρήση της κιθάρας, μεταφέροντας στην καθ'ημάς πραγματικότητα το "Παρίσι- Τέξας" του Βέντερς ως "Αθήνα- Θεσσαλονίκη", λόγου χάριν...Θα μπορούσε! Το σύντομο "χαον" εν συνεχεία είναι ακόμη ένα slow διάλειμμα μέσα στο γενικό υποτονικό κλίμα του cd.Θεωρώ άλλη μια σπουδαία στιγμή τη σύνθεση "διποδια", με την οποία και πάλι οι, κάποτε πρωτοπόροι, Kraftwerk άφησαν τα χνάρια τους στη σύγχρονη ελληνική δισκογραφία μέσω του Κ. Βήτα.Πως κλείνει το δεύτερο αυτό cd και κατά συνέπεια ολόκληρο το καινούργιο άλμπουμ του; Με έναν γλυκό νευρόπονο, ένα ολότελα αφαιρετικό κομμάτι που λέγεται "σερεστος", σα να σε τρυπάνε με αποστειρωμένη βελόνα κι αντί να πονάς, να χαμογελάς! Σκέτη αστική παράνοια, για να δανειστώ και πάλι στίχους του Κ. Βήτα. Προηγουμένως όμως έχουμε ακούσει το συντομότατο "βουζα" (διαρκεί μόλις 1΄,22΄΄), ένα πραγματικό freak out όπως το δίδαξαν οι Amon Duul II και, βέβαια, την "Βια" που, απ' την άποψη των pop προθέσεων του δημιουργού, ξαναβάζει πρόσκαιρα τα πράγματα στη ρυθμική, στην πιο ντανσάδικη σειρά τους. Το "Άργος" του Κωνσταντίνου Βήτα σαφώς και δεν απευθύνεται σ' αυτούς που τη βρίσκουν με μπουζούκια, δε χαϊδεύει τ' αυτιά κανενός, ούτε ακόμη κι εκείνων που βολτάρουν στα μάλλον αποξηραμένα τοπία του καλού, του λεγόμενου "ποιοτικού" τραγουδιού.Αυτό δε σημαίνει πως στερείται επικοινωνιακής δύναμης. Παραδοθείται απλά στο λυρισμό των στίχων του, στις άρτια δομημένες μελωδίες, στον άναρχο διαστημικό του διάκοσμο, με την ίδια ακριβώς συγκίνηση που θα δοκιμάζατε αν βλέπατε το "Sweetmovie" του Μακαβέγιεφ για πρώτη φορά. Στο τέλος θα έχετε συλλάβει το μεγαλείο της προσωπικής μοναξιάς του καθενός κι αυτό δεν είναι καθόλου αμελητέο.
Σήμερα είναι Σάββατο 17 Νοεμβρίου, αναίμακτη επέτειος Πολυτεχνείου και βρέχει με έναν αέρα που σε καλεί σφυρίζοντας να βγεις έξω κι ας γίνεις μουσκίδι...