Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

Στο ''Cabaret'' του Χατζάκη, του Ζαχαράτου & της Τάμτα χωρίς ερωτισμό και με βαθιά χασμουρητά

Δεν ξέρω πως αλλιώς θα μπορούσε ο έμπειρος Σωτήρης Χατζάκης να σκηνοθετήσει το ''Cabaret'', ένα θρυλικό υπερθέαμα εν είδει μιούζικαλ, πάντως η αίσθηση που αποκομίζει κανείς μετά το τέλος της παράστασης είναι πως βγήκε απ' άλλο...ανέκδοτο, που λένε. Περίμενα να δω κάτι καλύτερο, το ομολογώ, μια και ο μόνος λόγος που θα με έκανε να κάτσω για ένα δίωρο και να υποστώ την όλη γκλαμουριά θα ήταν η σκηνοθεσία του. Φαίνεται, όμως, πως κάτι δεν έγινε καλά - εξ αρχής ή στην πορεία, δε γνωρίζω - κι έτσι φτάσαμε στο σημείο να δούμε ένα φλύαρο ''Cabaret'' χωρίς ίχνος ερωτισμού και, δυστυχώς, χωρίς καμία εμβάθυνση στους χαρακτήρες του. Διότι, για να ανατρέξω λίγο στην ιστορία του εν λόγω μιούζικαλ, στο επίκεντρο ναι μεν βρίσκεται το μάλλον αποτυχημένο ειδύλλιο του Αμερικανού συγγραφέα με την Αγγλίδα καμπαρετζού, όπως κι αυτό της φροϋλάιν Σνάιντερ με τον Εβραίο Χερ Σουλτζ, στο background όμως βράζει το πολιτικό σκηνικό της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης καθώς οι Ναζί καταλαμβάνουν την εξουσία. Στην παράσταση του Χατζάκη όλα είναι επιδερμικά και διεκπεραιωτικά. Σαν ένα σόου του Τάκη Ζαχαράτου, του πραγματικού πρωταγωνιστή της παράστασης, πασπαλισμένο με φαντεζί σκηνικά, κοστούμια και προβλέψιμες χορογραφίες, αλλά χωρίς καθόλου αναπτυγμένη την έννοια του ρυθμού και με αδικαιολόγητα χάσματα - τόσα πολλά ώστε ειδικά στο πρώτο μέρος τα χασμουρητά είναι αναπόφευκτα. Διόλου τυχαίο που σχεδόν καθ' όλη τη διάρκεια της παράστασης το κοινό ήταν...intercooler, με μόνη εξαίρεση το χειροκρότημα στο φινάλε, όπου και πάλι ούτε η αίθουσα σείστηκε, ούτε ανθρώπους είδα να χειροκροτούν όρθιοι από τον ενθουσιασμό τους, όπως δηλαδή είθισται σε άλλες αντίστοιχες παραστάσεις. Έτσι, από τη μία η Τάμτα που επιλέχθηκε για το ρόλο της Σάλι Μπόουλς, είναι απλά συμπαθής, καλλίφωνη και ανεκτή ως ηθοποιός, σίγουρα όμως ''λίγη'' για να μπορέσει να υποστηρίξει έναν τέτοιο ρόλο. Το ίδιο θα έλεγα και για τον συμπρωταγωνιστή της, τον Ευθύμη Ζησάκη στο ρόλο του συγγραφέα Κλιφ Μπράντσο, που κινείται στα όρια του άχρωμου, άγευστου και άοσμου. Αντιθέτως, το ζεύγος των Κατερίνας Διδασκάλου - Τάσου Νούσια ως φροϋλάιν Σνάιντερ και Χερ Σουλτζ αντιστοίχως, είναι αυτό που σώζει από υποκριτικής άποψης το όλο φιλόδοξο εγχείρημα. Πάμε τώρα και στον Ζαχαράτο στο ρόλο του, α λα Τζόκερ, Κομπέρ του καμπαρέ! Δεν ξέρω αν είμαι σωστός μ' αυτό που θα πω κι αν δεν είμαι, ζητώ συγγνώμη εκ των προτέρων, αλλά έχω την εντύπωση πως του δόθηκαν τραγούδια που κανονικά στο έργο αποδίδει η πρωταγωνίστρια Σάλι Μπόουλς. Αν, επαναλαμβάνω, δεν έχω λάθος τούτη τη στιγμή, αυτό φανερώνει πως η παράσταση στήθηκε πάνω στην πληθωρική εμπορικότατη περσόνα του. Να το πω αλλιώς και πιο χοντρά, αν δεν ήμασταν στο Παλλάς κι αν δεν υπήρχε ούτε θίασος, ούτε τίποτα, από μόνος του ο Ζαχαράτος θα μπορούσε να μας παίξει το έργο ολόκληρο σαν καθοδηγητής και υποκινητής της δράσης - άσε που θα κόστιζε και φθηνότερα και θα ήταν μεγαλύτερη πρόκληση από καλλιτεχνικής άποψης! Με το που ξεκινάει το δεύτερο μέρος, λόγου χάριν, ο θεατής σχεδόν ξεχνά την ύπαρξη της Τάμτα, καθώς καθυστερεί λίγο να επανεμφανιστεί στη σκηνή και να συνεχιστεί η ιστορία της. Ότι ακριβώς συμβαίνει και με τους υπόλοιπους χαρακτήρες: Οι ιστορίες των ανθρώπων σαν να μπαίνουν στη γωνία, αποτυγχάνοντας να συναντήσουν η μία την άλλη με τρόπο δραματουργικά λειτουργικό. Από ένα σημείο και μετά, η παράσταση μοιάζει με σκορποχώρι επί σκηνής και μόνο ο Ζαχαράτος με το σαρδόνιο χιούμορ του ρόλου του - και ευτυχώς δίχως καλιαρντοσύνες - κρατάει εντός ενός επιθυμητού αντισυμβατικού πλαισίου. Φτάνει όμως αυτό για ακόμη μία ελληνική μεταφορά ενός έργου που άλλαξε τον ρουν του θεατρικού και του κινηματογραφικού μιούζικαλ; Ίσως γι' αυτό και στο τέλος ο ευφυής Ζαχαράτος αφιέρωσε την παράσταση στην πρώτη διδάξασα στη χώρα μας, την Αλίκη Βουγιουκλάκη, κερδίζοντας το συναίσθημα και τελικά το χειροκρότημα του κοινού της αίθουσας. Μαζί, λοιπόν, με τον Κομπέρ Ζαχαράτο, η μόνη που βγαίνει αλώβητη απ' όλο αυτό το θέαμα είναι επίσης η τραγουδοποιός Αφροδίτη Μάνου που υπέγραψε τους ελληνικούς στίχους των τραγουδιών. Ήταν το κατάλληλο πρόσωπο στην κατάλληλη θέση, αν υποτεθεί πως η συγκεκριμένη καλλιτέχνιδα έχει δοκιμαστεί με μεγάλη καλλιτεχνική επιτυχία στα εμπορικά θεάματα - ας θυμηθούμε τη μουσική και τα τραγούδια της για το κινηματογραφικό ''Κλάμα βγήκε απ' τον Παράδεισο'', όπως και τους στίχους της στα τραγούδια του Νίκου Κυπουργού για το επίσης κινηματογραφικό ''Οξυγόνο'', αμφότερα των Ρέππα - Παπαθανασίου. Για τη Μάνου ήταν ένα δύσκολο, δυσκολότατο εγχείρημα, που εντούτοις κατάφερε να κερδίσει σε κομμάτια σαν το θρυλικό ''Money'' που έγινε ''Χρήμα'' και που σε συνδυασμό με τα βίντεο στη γιγαντοοθόνη απέδωσε τον ναζισμό ως ουσιαστική απόρροια του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Και ξαναρωτάω, κλείνοντας: Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει ο Χατζάκης ώστε να αποφύγει να κρίνεται σήμερα ως ο δημιουργός μιας παράστασης χωρίς καμία εκκεντρικότητα και σαγήνη - τα αντίθετα, εν ολίγοις, απ' αυτά που μας λέει το δελτίο Τύπου; Δεν έχω εύκαιρη απάντηση, γράφω απλά για ότι παρακολούθησα με καθαρή ματιά...
Την επίσημη πρεμιέρα του ''Cabaret'' παρακολούθησαν, μεταξύ άλλων, η Μάρω Κοντού, η Κάτια Δανδουλάκη, η Άλκηστη Πρωτοψάλτη, η Ναταλία Γερμανού, ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος, ο Σπύρος Μπιμπίλας, η Κατερίνα Λάσπα, η Νίκη Σερέτη, αλλά και ο πρόεδρος του ΛΑ.Ο.Σ. Γιώργος Καρατζαφέρης. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: