Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2025

R.I.P. ΣΥΛΒΑ ΑΚΡΙΤΑ (1928 - 2025)


Χριστούγεννα του 2022, τέτοιες μέρες, στην οικία της Έλενας Ακρίτα και του Γιώργου Κυρίτση. Το επιεόρτιο δείπνο γεμάτο φίλους. Η Σύλβα Ακρίτα πρώτη και καλύτερη, κανονικό μοίρασμα φωτός, χιούμορ και αισιοδοξίας μέσα στην περιρρέουσα ασκήμια της εποχής. Θα μας λείψει πολύ. Είναι πλέον ένα ιστορικό πρόσωπο της νεότερης Ελλάδας και για όλους όσοι είχαμε την τύχη να τη γνωρίσουμε και να τη συναναστραφούμε, άλλος περισσότερο και άλλος λιγότερο, θα μείνει πραγματικά αξέχαστη. Στο Φως, αγαπημένη Σύλβα, που αγαπήθηκες πολύ απ' τους ανθρώπους. Τα ειλικρινή μου συλλυπητήρια στην Έλενα, τον Γιώργο και τον Παύλο. Και ευχαριστίες στον Σταμάτη Κραουνάκη που με το ipad του διέσωσε αυτές τις λίγες στιγμές από εκείνο το τραπέζι. 

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2025

Η Φένια Παπαδόδημα παρουσιάζει το «Άστρον Πεσμένον» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (18 και 19 Δεκεμβρίου 2025)

 

Ζωή ενδιαφέρουσα, μοιρασμένη σε μουσική, θέατρο, κινηματογράφο, ποίηση, φιλοσοφία, συντροφικότητα. Ζωή ένθεη, επίσης, εξ αποκαλύψεως κιόλας, όπως μου είχε εξομολογηθεί το 2018 στην πρώτη μας συνέντευξη, αποσπάσματα της οποίας διαβάζετε στην παρούσα ανάρτηση. Αφορμή για την αναδημοσίευση της ενδιαφέρουσας συζήτησης με τη Φένια Παπαδόδημα (λόγω έλλειψης χρόνου ήταν αδύνατο να βρεθούμε για μια καινούργια συνέντευξη, αλλά δεν χανόμαστε και επιφυλάσσομαι για το μέλλον), είναι η λάιβ παρουσίαση του άλμπουμ της με τίτλο «Άστρον πεσμένον» την Πέμπτη 18 και την Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου στη Μουσική Βιβλιοθήκη του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Καλή επιτυχία στη Φένια και τον Γιώργο (τους εκτιμώ ιδιαιτέρως), όπως και σε όλο το επιτελείο των μουσικών τους. 

Με όλα αυτά που κάνεις, τα πιο ψαγμένα ή, αν θες, τα πιο πειραματικά, δεν νιώθεις κάπως σαν μοναχικός και ξέγνοιαστος καβαλάρης;

Ποτέ δεν το σκέφτηκα έτσι, ούτε στόχευα σε μια ελιτίστικη προσέγγιση του «ειδικού» κοινού ‒ καθόλου, και ούτε πρόκειται! Απλώς είναι διαφορετικές οι επιρροές που με συγκινούν, μαζί με τα διαφορετικά ακούσματα, τα ερεθίσματα, τα βιώματα και την παιδεία που έχω. «Διαφορετικά» εννοώ σε σχέση με τον μέσο όρο. Τυχαίνει, όμως, να αντιμετωπίζω όλους τους ανθρώπους σαν παιδιά και να μη μου αρέσουν οι κατηγοριοποιήσεις. Θέλω να απευθύνομαι στον οποιοδήποτε, ακόμα και στον πλέον άσχετο μ' αυτό που κάνω.

Πιστεύεις ότι υπάρχει κοινό για τα πάντα;

Πιστεύω σε ένα κοινό ανθρώπων που ξεφεύγουν απ' αυτό το «να βγούμε για να ξεσκάσουμε» ή «για να εκτονωθούμε» και που θέλουν να βάλουν ερωτήματα στον εαυτό τους, να ελέγξουν τα όριά τους, να ακούσουν καινούργια πράγματα, να εκπλαγούν, στην τελική. Το βλέπω το κοινό αυτό και στο θέατρο και στη μουσική, αν και σίγουρα είναι μικρό. Είμαστε εδώ για να το κάνουμε μεγαλύτερο!

Γι' αυτό πασχίζουμε όλοι.

Φυσικά, γι' αυτό! Δεν μπορώ να είμαι σε πάρτι μεταμφιεσμένων με το να κάνω τη λαϊκή τραγουδίστρια. Είναι κάτι που θαυμάζω και σέβομαι τους λαϊκούς τραγουδιστές με τις μεγάλες φωνές, απλώς δεν μπορώ να το κάνω εγώ, όπως δεν μπορώ να είμαι δρομέας ή αθλήτρια.

Σίγουρα είσαι μια πολυσχιδής καλλιτέχνις. Θυμάμαι τώρα πως η πρώτη φορά που άκουσα το όνομά σου ήταν στις αρχές του '90, σε μια σουρεαλιστική μικρού μήκους ταινία. Γιατί τον άφησες τον κινηματογράφο;

Έχω κάνει πέντε μικρού μήκους ταινίες και τώρα ετοιμάζω ένα ντοκιμαντέρ και, επιτέλους, μια μεγάλου μήκους. Εγώ πίστευα πως η δουλειά μου θα έχει ξεχαστεί, αλλά συναντώ κι άλλους κινηματογραφιστές που τη θυμούνται. Πρόσφατα πήγα στην προβολή της ταινίας του Αθανίτη, ο οποίος μου τα 'ψαλε: «Γιατί σταμάτησες εσύ;». Οι άνθρωποι που κάνουν ταινίες ή γενικά αγαπούν την τέχνη θυμούνται! Συλλογική μνήμη δεν είναι η τέχνη άλλωστε; Δεν υπάρχει ταινία ΣΟΥ ή ποίημα ΜΟΥ, η τέχνη είναι ένας κοινός τόπος όπου συναντιόμαστε.

Μένω στον κινηματογράφο, ενθυμούμενος κάποια ασπρόμαυρα φιλμάκια του Γιώργου Κορδέλλα από τα '80s. Είσαι κι εσύ μέσα σ' αυτά, μικρό κορίτσι, μαζί με την Κατερίνα Γώγου και την κόρη της, τη Μυρτώ.

Ήμουν 15 ετών τότε. Άκουγα ροκ μουσική και μου άρεσε να πηγαίνω στην πλατεία Εξαρχείων, η οποία καμία σχέση δεν είχε με τη σημερινή. Είχα μαλλί κοντό σαν αγοράκι, που αν μάκραινε μισό πόντο, το θεωρούσα εξωφρενικά μακρύ και το ξανάκοβα. Έρχεται μια μέρα στην πλατεία ο Κορδέλλας, μου προσφέρει λουλούδια και μου ζητάει να παίξω στην ταινία «Fragile» του Πάνου Καρκανεβάτου. Ήταν μια περίοδος που διάβαζα ποίηση, φιλοσοφία, άκουγα πολύ περίεργα πράγματα. Ήμουν αυτό που λένε «φεύγα» και, μάλιστα, χωρίς να παίρνω ουσίες. Ευτυχώς, δηλαδή, γιατί αυτό θα με είχε καταστρέψει. Είπα «ναι» στον Κορδέλλα, μην έχοντας ιδέα από σινεμά. Θυμάμαι ότι είχαμε γύρισμα στις 7 το πρωί και ξεχνιόμουν, με αποτέλεσμα να χτυπάει ο Κορδέλλας τα κουδούνια στο σπίτι μου. «Έχουμε όρντινο» είπε ένα πρωί στον πατέρα μου, που του άνοιξε. «Τι έχετε;» τον ρωτάει. «Τι είναι όρντινο;» (γέλια) Έτσι αρχίσαμε να κάνουμε παρέα όλοι μαζί και είχε μεγάλη πλάκα, πέραν μιας παθογένειας που υπήρχε σίγουρα. Ήταν ο Τάσιος και ο Κιμούλης νεότατος, πριν ακόμα κάνουν το «Νοκ άουτ». Έζησα εκ των έσω το όνειρό τους γι' αυτή την ταινία. Πήγαινα στο περίφημο σπίτι της Γώγου στην 3η Σεπτεμβρίου, όπου γνώρισα τον Παύλο Σιδηρόπουλο και άλλα, μυθικά σήμερα, πρόσωπα. Δεν ξέρω πώς να το περιγράψω, αλλά ξαφνικά ξέφυγα απ' τον κλοιό της οικογένειας και της κανονικότητας και βρέθηκα με άτομα ενός περιβάλλοντος εξωπραγματικού. Ωστόσο, αυτό που με συνέδεε με τα συγκεκριμένα άτομα ήταν η τέχνη!

Πώς θυμάσαι τη Μυρτώ Τάσιου;

Ήταν μικρούλα τότε. Δεν είχε εισέλθει στη μαύρη περίοδο, κατά την οποία εγώ είχα απομακρυνθεί. Άλλωστε, η φάση που περιέγραψα πριν, άντε να κράτησε μερικούς μήνες μόνο. Ξέκοψα, γιατί, από ένα σημείο και μετά, δεν μπορούσα να συντονιστώ με τις ουσίες και το αλκοόλ. Εγώ τότε μελετούσα κλασικό πιάνο, ήθελα καθαρό το μυαλό μου, δεν μπορούσα να μπω πολύ μέσα σε όλα όσα έκαναν. Με ενοχλούσε το νοσηρό στοιχείο μαζί τον βαυκαλισμό που υπήρχε! Γινόταν κακή μανιέρα και ενστικτωδώς, ως παιδάκι κι εγώ, βαρέθηκα. Για τον θάνατο της Μυρτώς στενοχωρήθηκα όσο δεν φαντάζεσαι... Το ίδιο και για την Κατερίνα, που το έμαθα από κοινούς φίλους. Δεν θα ξεχάσω την τελευταία φορά που τη συνάντησα: ήταν πάλι στο σπίτι της 3ης Σεπτεμβρίου, έγραφε και άκουγε κλασική μουσική πάρα πολύ δυνατά! Χτυπούσα για ώρα την πόρτα! Δεν είχε μπει ακόμα στην απόλυτη decadence φάση με τη Μυρτώ και όσα τράβηξαν. Η παθογένειά τους ήταν έντονη και οφειλόταν αποκλειστικά στις ουσίες. Επειδή είχα κι έναν κολλητό που πέθανε νεότατος από την πρέζα ‒μιλάω για τον σπουδαίο ζωγράφο Φαίδωνα Αναστασιάδη‒, κατάλαβα πόσο επικίνδυνη είναι η φάση αυτή.

Ενδεχομένως η επαφή σου τότε με φευγάτα άτομα να σε ωθεί σήμερα στα φευγάτα που κάνεις.

Είναι σωστή η παρατήρησή σου. Απρόοπτες σχέσεις και χωρίς κανένα κουτάκι γύρω τους. Τελικά, ήταν μια άσκηση για μένα, να μη με φάει το μαύρο σκοτάδι ή να μη φύγω σε περίεργες συνθήκες και πριν την ώρα μου. Είχα και έχω τη δική μου ευαισθησία και το δικό μου νευρικό σύστημα. Έπειτα, βοηθήθηκα να είμαι ο εαυτός μου με έναν τρόπο που δεν ήξερα και έπρεπε να τον επινοήσω. Απέκτησα μοιραία έναν τσαμπουκά και μια δύναμη να τολμήσω, να πω και να κάνω ό,τι μου 'ρθει!

Στήριγμά σου είναι, όμως, εδώ και χρόνια, ο μουσικός Γιώργος Παλαμιώτης, που έχει συνεργαστεί στη σκηνή και στη δισκογραφία με καλλιτέχνες πρωτοκλασάτους. Πόσο σημαντικό είναι το μοίρασμα με έναν σύντροφο στη ζωή και στην τέχνη;

Πολύ περισσότερο απ' ό,τι μπορώ εγώ να αντιληφθώ! Παντρευτήκαμε το 2010, αλλά είμαστε μαζί από το 2001 περίπου. Δεν ήταν καθόλου εύκολο, ειδικά τα πρώτα χρόνια. Ήμασταν ασυμβίβαστοι ως καλλιτέχνες και ως νεότεροι ‒ όχι ότι τώρα δεν είμαστε, απλώς ξέρουμε πλέον να το διαπραγματευόμαστε καλύτερα. Πέραν της ερωτικής σχέσης, ταιριάξαμε πολύ εξαρχής, έχοντας κάτι διαφορετικό: η αντίληψη που έχει για τον ρυθμό, το groove και τη ροή του χρόνου είναι πολύ διαφορετική απ' τη δική μου, αλλά και πολύ συμπληρωματική. Εξελιχθήκαμε μέσα από τη σχέση μας που κρατάει ακόμα κι έχει περάσει σε ένα άλλο επίπεδο πια!

Ο Χριστός ήταν ιστορικό πρόσωπο ή ο Θεάνθρωπος;

Παραδέχομαι την ύπαρξή του ως Θεανθρώπου. Είμαι βαθύτατα χριστιανή!

Από πρώτο χέρι, που λένε;

Εξ αποκαλύψεως! Προέρχομαι από οικογένεια γιατρών, κομμουνιστών και άθεων κι έτσι δεν περίμενα να μου παρουσιαστεί ο Ιησούς Χριστός, και μάλιστα σε μια πολύ ιδιαίτερη περίοδο της ζωής μου. Έπαθα φοβερό σοκ, ευρισκόμενη στο Παρίσι κιόλας. Είναι σαν να συναντάω εσένα και να ξέρω ότι είσαι ο Αντώνης, για τέτοιο πράγμα μιλάω! Δεν μου ξανασυνέβη έκτοτε...

Δεν είναι για χόρταση τα θαύματα.

Ναι, αλλά ξέρεις ποιο ήταν το παράδοξο; Ένιωσα μια απέραντη ευτυχία και απελευθέρωση από τα πάντα! Από τη στιγμή που υπάρχει Αυτός, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα! Για τουλάχιστον δύο εβδομάδες ένιωθα αυτό που λένε «φώτιση» και είχα ένα μόνιμο χαμόγελο. Δεν μπορούσα να το αγνοήσω, όρισα τη ζωή μου πριν και μετά απ' αυτό το γεγονός! Κατάλαβα πως το βασικό δεν είναι τι θα κάνεις με τον εαυτό σου ή τη ζωή σου, αλλά τι θα γίνει άμα φύγεις απ' τον κόσμο αυτό. Η πρώτη βασική άσκηση είναι η Μνήμη Θανάτου, όπως λένε οι ασκητές. Όταν, έστω για ένα κλάσμα δευτερολέπτου, ανοίγει μια χαραμάδα και μπαίνει το φως, το πλάσμα το θυμάται και ξέρει να συγκρίνει το Καλό με το Κακό.

* Φωτογραφίες Φένιας Παπαδόδημα: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
** Πρώτη δημοσίευση: LIFO.gr (Μάρτιος 2018)

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2025

Στα ίχνη της Marianne Faithfull στο Λονδίνο του 2025

Κάλεσα ταξί με uber που θα με μετέφερε από το προάστιο Hackney στο κέντρο του Λονδίνου και συγκεκριμένα στο BFI Cafe που είχαμε ραντεβού με τον Andrew Batt, τον άνθρωπο πίσω από τις πρόσφατες αριστουργηματικές επανεκδόσεις σε βινύλιο όλων των άλμπουμ της Marianne Faithfull. Η επικοινωνία μας με τον Andrew είχε ξεκινήσει πριν από ενάμισι χρόνο, ενόσω η αγαπημένη καλλιτέχνιδα βρισκόταν στη ζωή. Μιλούσαμε στο instagram της, που ακόμη το χειρίζεται ο ίδιος, έχοντας δει τις αναρτήσεις που κάνω κατά καιρούς γι' αυτήν. Δεν θα πω εδώ τι ιστορίες άκουσα από τον λαλίστατο Andrew για την πορεία και την προσωπικότητα της Faithfull - οι δυο τους άλλωστε συνδέονταν με μεγάλη φιλία την τελευταία 25ετία. Αυτό που μπορώ να πω μόνο είναι ότι πλέον γνωρίζω πράγματα για τη Marianne Faithfull, που δεν θα τα έβρισκα πουθενά για να τα διαβάσω στο διαδίκτυο. 

Με τον Andrew Batt στο Λονδίνο, Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2025
Την προηγούμενη μέρα, Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου, πήραμε με τη Χαρούλα το αυτοκίνητο και κάναμε μια ωραία εκδρομή μέχρι το Μπερκσάιαρ (προφέρεται Μπέρκσιρ). Κλασική βρετανική επαρχία, πανέμορφη, μόλις μία ώρα και κάτι έξω από το Λονδίνο. Ερημιά, ελάχιστοι άνθρωποι και απέραντα λιβάδια με αγελάδες και άλογα να βόσκουν ελεύθερα. Βέβαια δεν τραβηχτήκαμε τυχαία ως εκεί μια βροχερή μέρα στο Λονδίνο, όπως βροχερές είναι όλες οι μέρες στο Ηνωμένο Βασίλειο τέτοιο καιρό. Επισκεφτήκαμε το εκκλησάκι της St. Mary, την τελευταία κατοικία της Faithfull. Ήταν το μέρος που είχε μεγαλώσει η μητέρα της και ήταν επιθυμία της να ταφεί δίπλα της. Δυσκολευτήκαμε να βρούμε το ταφικό μνημείο μέσα στους άλλους σκόρπιους τάφους. Για την ακρίβεια δεν υπήρχε καν τάφος, έστω κι αν τον ερχόμενο Φεβρουάριο συμπληρώνεται ένας χρόνος από την ταφή της. Δύο ταμπελίτες μόνο με το πλήρες όνομα της και τις ημερομηνίες γεννήσεως και θανάτου, καρφωμένες στο έδαφος, πάνω από ένα μικρό σωρό από χώμα, πέτρες και χορτάρια. Συγκινήθηκα πραγματικά! Αυτή που έζησε τα πάντα στο κόκκινο, που γνώρισε την πιο ευτυχισμένη, μα και την πιο θλιβερή όψη της ζωής, κειτόταν κάτω από το χώμα ενός μικρού αγγλικού χωριού, απ' όπου στην εφηβεία της έπαιρνε καθημερινά τη συγκοινωνία για να κάνει τις σπουδές της στο Λονδίνο των early sixties. Πιο πολύ συγκινήθηκα όταν ο Andrew Batt με ενημέρωσε πως το τραγούδι που έβαλα στο story μου στο instagram, το «The Gypsy Faerie Queen», ήταν εκείνο που ακούστηκε στην κηδεία της Faithfull στο ίδιο μέρος που βρεθήκαμε. 

Και κάτι ακόμη, όπως το έμαθα από τον Andrew που μου το χάρισε και σε μία νέα κόπια βινυλίου: Το άλμπουμ «A secret life», προϊόν της σύμπραξης της Marianne Faithfull με τον κινηματογραφικό συνθέτη Angelo Bandalamenti, μόνο στην Ελλάδα είχε κυκλοφορήσει και σε βινύλιο στον καιρό του, το 1995. Μάλιστα το πορτραίτο της Faithfull που χρησιμοποιήθηκε στο εξώφυλλο ήταν από τη φωτογράφηση της για το «Vogue» το ίδιο διάστημα. 

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2025

Όταν η Αφροδίτη Μάνου τραγουδούσε με τον Μίκη Θεοδωράκη την ημέρα των γεγονότων του Πολυτεχνείου

 

Από τα τέλη του 1972 και σε ηλικία δεκαεννιάμισι ετών η Αφροδίτη Μάνου είχε βγει στο εξωτερικό ως ερμηνεύτρια του Μίκη Θεοδωράκη. Εκείνη, η Μαρία Φαραντούρη και ο Πέτρος Πανδής με μια επταμελή λαϊκή ορχήστρα, αποτελούμενη από Έλληνες μουσικούς, φυσικά υπό τη διεύθυνση του Θεοδωράκη. Μέσα σε ένα διάστημα δέκα μηνών είχαν δώσει συνολικά 156 συναυλίες, μια δραστηριότητα δηλαδή εξαντλητική για κάθε καλλιτέχνη «on the road». Μάλιστα, στο περιθώριο των συναυλιών, η Μάνου είχε την τύχη να παραστεί τον Σεπτέμβριο του 1973, στη Νέα Υόρκη, σε ιδιωτική προβολή της ταινίας «Serpico» του Sidney Lumet με τη μουσική του Μίκη, παρουσία του Al Pacino.

Δύο μήνες αργότερα, στα μέσα του Νοέμβρη, το συγκρότημα ταξίδεψε στο Τορόντο του Καναδά για ένα τριήμερο συναυλιών. Την παραμονή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου στην Ελλάδα, εκεί δεν είχαν συναυλία. Η Μάνου θυμάται να κάθονται όλοι μαζί στο ξενοδοχείο, συνομιλώντας με Έλληνες επισκέπτες, φίλους και δημοσιογραφικούς παράγοντες. Υπήρχε μια ανησυχία διάχυτη για το τι γινόταν στην Αθήνα, που κορυφωνόταν με ειδήσεις για τους πρώτους νεκρούς. «Αγωνιούσα πολύ για την αδερφή μου» λέει η Μάνου, ενθυμούμενη την αείμνηστη Μαρία Δημητριάδη. «Είχε φτάσει στα αυτιά μου η φήμη ότι τη σκότωσαν»…Λεπτομέρεια: Ενώ η Δημητριάδη ήταν η πρώτη που είχε τραγουδήσει στο εξωτερικό με τον Μίκη Θεοδωράκη την περίοδο της χούντας, το ΄73 βρισκόταν στην Αθήνα και μαζί με τον Θάνο Μικρούτσικο τραγουδούσαν μες το Πολυτεχνείο καθημερινά για τους καταληψίες φοιτητές. Όταν κάποια στιγμή βγήκαν έξω με τα άλλα παιδιά, έφαγαν το ξύλο της χρονιάς τους με αποτέλεσμα να κρύβονται από δω κι από κει για κάμποσες εβδομάδες.

Την επόμενη, 17 του Νοέμβρη, θα δινόταν συναυλία στο Τορόντο, την οποία θα άνοιγε ο Πέτρος Πανδής και αμέσως μετά η Μάνου θα τραγουδούσε τον «Επιτάφιο» σε ποίηση Γιάννη Ρίτσου. Με το που ανοίγει το στόμα της και λέει «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες», η Μάνου αρχίζει να δέχεται τόνους κόκκινων γαρίφαλων από τον κόσμο, κυρίως φοιτητές της ελληνικής ομογένειας. Ήταν τέτοιο το…ωστικό κύμα από τα λουλούδια που την έσπρωξε κυριολεκτικά προς τα πίσω! «Επρόκειτο για κάτι το συγκλονιστικό και ανεπανάληπτο» την παρακολουθώ σήμερα να λέει με συγκίνηση. Στο μεταξύ τα νέα για την εισβολή των τανκς στο Πολυτεχνείο είχαν φτάσει. Οι πληροφορίες ήταν πια επιβεβαιωμένες μαζί με την είδηση ότι η Δημητριάδη δεν είχε πάθει τίποτα. Παρόλα αυτά, μόνο ένα τηλεφώνημα στη μάνα της στην Αθήνα κατάφερε να ηρεμήσει τη Μάνου σχετικά με την τύχη της αδερφής της. 

Την άλλη μέρα ο Μίκης Θεοδωράκης έκανε την εξής προφητική δήλωση στους ξένους ανταποκριτές: «Στην Αθήνα χύθηκε αίμα και όταν χύνεται αίμα οι δικτάτορες γλιστράνε και σύντομα θα πέσουν»! Ένα κανονικό κίνημα συμπαράστασης προς τον δοκιμαζόμενο ελληνικό λαό άρχισε να διαμορφώνεται από την άλλη άκρη του κόσμου!

«Ήταν μια θυελλώδης επεισοδιακή χρονιά» λέει η Μάνου, «αφού είχαν συμβεί πολλά γεγονότα παγκοσμίως με αποκορύφωμα στη δική μας περίπτωση την ετοιμασία του πραξικοπήματος και της εισβολής στην Κύπρο τους αμέσως επόμενους μήνες». Κορυφαία στιγμή της ήταν για την ίδια όμως εκείνη η συναυλία στον Καναδά με όλη την τρομερή αγωνία, το λυτρωτικό τραγούδι του Θεοδωράκη και το ξέσπασμα του κόσμου. Έτσι έζησε την 17η Νοεμβρίου του 1973 η Αφροδίτη Μάνου και δεν πρόκειται να την ξεχάσει ποτέ στη ζωή της! 

* Πρώτη δημοσίευση: koutipandoras.gr (16.11.2018)

Η ιστορία των «Τραγουδιών του Αγώνα», του πιο επαναστατικού κύκλου τραγουδιών του Μίκη Θεοδωράκη


Ο δίσκος «Τα τραγούδια του Αγώνα» είναι ο πλέον «επαναστατικός» του Μίκη Θεοδωράκη, περισσότερο ίσως κι από κάποια μεμονωμένα τραγούδια του, σαν το «Γελαστό παιδί» από τον κύκλο «Ένας Όμηρος» ή το «Σφαγείο» από τα «Τραγούδια του Ανδρέα». Κατά τη γνώμη μου, η ορμητικότητα και ο παλμός των «Τραγουδιών του Αγώνα» εξηγείται αν αναλογιστεί κανείς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκαν: Ναι μεν τα μισά δημιουργήθηκαν στο Λονδίνο του 1971, σε συνθήκες ελευθερίας, τα άλλα μισά όμως – συμπεριλαμβανομένης της «Αρκαδίας IV»  γράφτηκαν κατά το διάστημα κατ’ οίκον περιορισμού και εγκλεισμού του συνθέτη στο Βραχάτι (1968), στη Ζάτουνα (1969) και στο στρατόπεδο Ωρωπού (1970).

Πολλά απ’ αυτά τα τραγούδια θεωρούνται ενδεχομένως παρωχημένα σήμερα, κατάλληλα μόνο για τους ετήσιους εορτασμούς του Πολυτεχνείου, κάθε 17 Νοέμβρη. Αναφέρομαι στο «Πάλης ξεκίνημα (Οι πρώτοι νεκροί)», στο «(Κι εσύ λαέ βασανισμένε) Μην ξεχνάς τον Ωρωπό» – ή και «Μην ξεχνάς τον φασισμό» στις συναυλιακές εκδοχές του τραγουδιού τουλάχιστον – και στο «Διότι δεν συνεμορφώθην». Και τα τρία ηχογραφήθηκαν με την ανεπανάληπτη ψυχωμένη ερμηνεία του Θεοδωράκη σε στίχους του Αλέκου Παναγούλη το πρώτο και του ίδιου του συνθέτη στα άλλα δύο. Υπάρχουν κι άλλα τρία «Τραγούδια του Αγώνα» που έγραψαν πραγματική ιστορία: «Ο λεβέντης (Σαν τον αϊτό φτερούγαγε στη στράτα)» σε στίχους του Νότη Περγιάλη με τη φωνή της 19χρονης τότε Μαρίας Δημητριάδη. «Η αυλή (Σφυρίζει στην ταράτσα η ζωστήρα)» σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου με τις φωνές της Μαρίας Φαραντούρη και του Θεοδωράκη και, φυσικά, το «Ποιος τη ζωή μου» με τη Φαραντούρη. Ειδικά το «Ποιος τη ζωή μου» με τους στίχους του Ελευθερίου είναι το μοναδικό που κατάφερε να ξεπεράσει τον σκόπελο ενός συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου και να αποκτήσει διαχρονικότητα, εφόσον ακούγεται μέχρι τις μέρες μας. Μάλιστα, το διασκεύασαν και οι αδερφοί Κατσιμίχα στο άλμπουμ τους, «Τρύπιες σημαίες», το 2000.

Εκτός του Θεοδωράκη, της Φαραντούρη και της Δημητριάδη, στα «Τραγούδια του Αγώνα» συμμετείχε κι ένας άλλος ερμηνευτής, φοιτητής ιατρικής εκείνη την εποχή στο Λονδίνο. Επρόκειτο για τον Λάκη Καραλή, που την ίδια χρονιά, με παρακίνηση του Θεοδωράκη και με την κιθάρα της συμφοιτήτριας του, Αλέκας Παπαρήγα, θα κυκλοφορούσε το θρυλικό «Supermarket» του, ένα άλμπουμ που καυτηρίαζε τη διάσπαση του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος.

Σε όλα τα κομμάτια που ηχογραφήθηκαν σε λονδρέζικα home studios πιάνο έπαιζε ο Θεοδωράκης, κιθάρα ο Καραλής και μπουζούκι ο Ανδρέας Μιχαλάκης, στενός συνεργάτης του συνθέτη τα χρόνια της αυτοεξορίας του στο εξωτερικό. Συμμετείχαν όμως και τρεις ξεχωριστοί ξένοι μουσικοί: Η Αγγλίδα Rose Simpson στο μπάσο και την κιθάρα που μόλις είχε αποχωρήσει από το ψυχεδελοφόλκ συγκρότημα των Incredible String Band (είχε εμφανιστεί και στο φεστιβάλ του Woodstock μαζί τους τον Αύγουστο του 1969).

Ο Andy Preston στην κιθάρα και τα keyboards, νεαρότατος τότε, που τα ίχνη του ξαναβρίσκουμε στις αρχές των 90s με τη συμμετοχή του σε βρετανικές rock μπάντες. Ο Carl Arnold, επίσης, που συνεργάστηκε πιο στενά με τον Έλληνα συνθέτη, εφόσον έπαιξε κιθάρα και στην πρώτη ηχογράφηση του κύκλου «Τα Λαϊκά» σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου στο Παρίσι του 1970.

Άφησα για το τέλος τα τρία τραγούδια τις «Αρκαδίας IV» που αποτελούσαν μελοποιήσεις του Θεοδωράκη στα επαναστατικά ποιήματα «Ωδαί» του Ανδρέα Κάλβου, εξ ου και ολοκλήρωσαν την ενότητα των «Τραγουδιών του Αγώνα»: Τα «Ηφαίστεια», το «Εις Σάμον» και το «Αι ευχαί». Κι αν στην πρώτη επίσημη έκδοση του δίσκου τον Σεπτέμβριο του 1974 αναγραφόταν πως «με τα τραγούδια του Κάλβου ο Μ. Θεοδωράκης συνεχίζει το δρόμο που σταθερά άνοιξε η μεγάλη ελληνική ποίηση κτήμα όλων των Ελλήνων», έχω την αίσθηση πως σαν επιλογή και μόνο φανέρωναν από τότε το όραμα του συνθέτη για μια Πατριωτική Αριστερά (την απόλυτη διαστρέβλωση αυτού του, καθ’ όλα σεβαστού, οράματος θα τη βλέπαμε πολλές δεκαετίες μετά, στο συλλαλητήριο για τη Μακεδονία, αλλά δεν είναι επί της παρούσης ένας περαιτέρω σχολιασμός). Το θέμα είναι πως η Μαρία Φαραντούρη στο τραγούδι «Εις Σάμον (Όσοι το χάλκαιον χέρι βαρύ του φόβου αισθάνονται)» κατέθεσε μία συγκλονιστική ερμηνεία για όλα τα επόμενα χρόνια, που την έχρισε διεθνή ερμηνεύτρια τραγουδιών διαμαρτυρίας, εφάμιλλη της σύγχρονης της, Αμερικανίδας Joan Baez, ή της Mersedes Sosa από την Αργεντινή.

Τα «Τραγούδια του Αγώνα» έγιναν για όλους τους Έλληνες αντιστασιακούς και αυτοεξόριστους στο Λονδίνο την περίοδο της επταετίας, σήμα κατατεθέν της θυσίας των αγωνιστών συμπατριωτών τους. Κυκλοφόρησαν κυριολεκτικά από σπίτι σε σπίτι που ζούσαν Έλληνες αντιστασιακοί (Γιώργος Γραμματικάκης, Στέφανος Ληναίος, Αντώνης Μπριλλάκης κ.α.) Η έκδοση τους, απαγορευμένη φυσικά στην Ελλάδα, έγινε ταυτόχρονα σε Αγγλία, Γερμανία και Γαλλία. Εδώ κυκλοφόρησαν τον Σεπτέμβριο του 1974 από τη MINOS με διαφορετικό φυσικά εξώφυλλο, αυτό με την περίφημη μακέτα της Ξανθίππης Μίχα – Μπανιά.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός πως αμέσως μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, τον Νοέμβριο του ’73, στη Γαλλία τυπώθηκε μία παράνομη εκδοχή του έργου με τον πιασάρικο τίτλο «November 1973 The Greek Rebellion» και με την ακόμα πιο πιασάρικη αναγραφή στο εξώφυλλο, στα αγγλικά: «These are the voices of students who were murdered (Αυτές είναι οι φωνές των φοιτητών που δολοφονήθηκαν)» κλπ.

Τον Μάιο του 2017, σε συνέντευξη που μου παραχώρησε ο Μίκης Θεοδωράκης, τον είχα ρωτήσει γι’ αυτόν το δίσκο. Η απάντηση του ήταν η εξής: «Ξέρετε πόσα έργα μου έχουν επανεκδοθεί στο εξωτερικό χωρίς να το γνωρίζω εγώ και οι εκάστοτε εκδότες μου; Τα ”Τραγούδια του Αγώνα” ήταν ήδη γνωστά στο εξωτερικό, άρα κάποιοι επιτήδειοι σκέφτηκαν να τα τυπώσουν με άλλο εξώφυλλο και τίτλο, εκμεταλλευόμενοι τα γεγονότα του Πολυτεχνείου. Πάλι καλά αφού άφησαν και τα ονόματα των δημιουργών. Ας είναι, τότε προείχε ο αγώνας και ελάχιστα μας ενδιέφεραν τα εκδοτικά μας δικαιώματα».

Για την ιστορία να πούμε, τέλος, ότι ο εν λόγω δίσκος του Μίκη Θεοδωράκη δεν είχε σταματήσει να επανεκδίδεται σε βινύλιο και σε CD μέχρι πρόσφατα με διαφορετικά πάλι εξώφυλλα: Από την Polydor το 1996 και από την FM Records το 2005 στο πλαίσιο συγκεντρωτικών επανεκδόσεων της θεοδωρακικής εργογραφίας.

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2025

Frank Zappa - Νίκος Παπάζογλου: 1 - 1

Το «Chunga' s revenge» βγήκε το 1970 και ήταν το εντέκατο κατά σειρά άλμπουμ στην δισκογραφία του Frank Zappa (1940 - 1993) στην πιο δημιουργική φάση του, εφόσον τόσο εκείνη τη χρονιά, όσο και την προηγούμενη, το 1969, είχε εκδώσει συνολικά έξι δίσκους με μουσική και τραγούδια του. Ήταν τέτοια η απήχηση που είχε το συγκεκριμένο άλμπουμ ακόμη και στην Ελλάδα, εν μέσω χούντας, που οι πιο ψαγμένοι Έλληνες μουσικοί του ροκ, σαν τον Δημήτρη Πουλικάκο (και τον Διονύση Σαββόπουλο, όπως θα δούμε παρακάτω), επηρεάστηκαν ξεκάθαρα από τον δημιουργό του. Έτσι, στην ηχογράφηση του άλμπουμ «Ζωντανοί στο Κύτταρο (Η ποπ στην Αθήνα)» από το 1971, ακούμε τον «Ανεπρόκοπο» του Πουλικάκου με τους Εξαδάχτυλος, δηλαδή το ηλεκτρικό blues «Road Ladies» από το «Chunga' s revenge» του Zappa μεταφρασμένο στα ελληνικά από τον Θείο Νώντα και τον Τάσο Φαληρέα. Έχω την αίσθηση πως ακόμη ένα κομμάτι από το άλμπουμ του Zappa, το «The Nancy & Mary Music», ενέπνευσε και τον Παύλο Σιδηρόπουλο για να κάνει τα περίεργα φωνητικά του στην ηχογράφηση του τραγουδιού «Ο γερο - Μαθιός» (ως Δάμων & Φιντίας) επίσης στο «Ζωντανοί στο Κύτταρο» το 1971. 


Αρκετά χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε ένας άλλος δίσκος που μπορεί να μην είχε καμία σχέση με ροκ και ηλεκτρικό ήχο, σίγουρα όμως άλλαξε το τοπίο του λαϊκού τραγουδιού στην Ελλάδα. Αναφέρομαι στην «Εκδίκηση της γυφτιάς» των Νίκου Ξυδάκη - Μανώλη Ρασούλη από το 1978 με βασικό ερμηνευτή τον Νίκο Παπάζογλου, γνωστό στους ροκ κύκλους της Θεσσαλονίκης. «Chunga' s revenge» ονομαζόταν το άλμπουμ του Frank Zappa, «Η εκδίκηση της γυφτιάς» βαφτίστηκε το άλμπουμ με τον Παπάζογλου: Η λέξη «Chunga» δεν μεταφράζεται ακριβώς ως «Γυφτιά» στα ελληνικά, αλλά στο πλαίσιο της ισπανικής αργκό επιδέχεται πολλές ερμηνείες με ορισμένες απ' αυτές να σημαίνουν o «κακός», ο «χάλιας» κλπ. Στο ένα εξώφυλλο ακόμη εικονιζόταν ο Frank Zappa σε μία στιγμή έντασης, από κάποιο live προφανώς, ενώ στο άλλο ο ερμηνευτής Νίκος Παπάζογλου σε μία μάλλον χαλαρή στιγμή. Και φτάνω τώρα στον Διονύση Σαββόπουλο, ο οποίος υπήρξε παραγωγός του δίσκου των Ξυδάκη - Ρασούλη. Ο ίδιος μου είχε πει το 2005, στα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ «Ζωντανοί στο Κύτταρο - Σκηνές Ροκ», πώς ακριβώς την ίδια περίοδο με τον Πουλικάκο και τον Σιδηρόπουλο, δηλαδή το 1970 - 71, άκουγε πολύ τον Frank Zappa ταυτόχρονα με τον Bob Dylan και τους άλλους τροβαδούρους. Το «Chunga' s revenge» ήταν αγαπημένος δίσκος του, επομένως θέλησε ούτε μία δεκαετία μετά να κλείσει το μάτι στο έργο αυτό μέσω ενός άλλου έργου με τη δική του σφραγίδα. Ένα πραγματικά πολύ ωραίο κλικ του ματιού του Σαββόπουλου στον Zappa, ένα από τα μουσικά του ινδάλματα όταν διένυε την ροκ περίοδο του.  

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2025

Μελίνα Ασλανίδου: «Δεν είμαι ο άνθρωπος των τραγουδιών για να περάσουμε καλά, που μετά ξεχνιούνται»

Η Μελίνα Ασλανίδου είναι μοναδική περίπτωση καθαρόαιμης λαϊκής τραγουδίστριας που ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη και «κατέκτησε» όλη την Ελλάδα επανεκτελώντας ένα παλιό τραγούδι της Πόλυς Πάνου. Τα τελευταία χρόνια η συμμετοχή της στο ριάλιτι «The voice» της έδωσε μια τρομερή αναγνωρισιμότητα, απ’ την οποία εκείνη κρατάει την επαφή των νέων παιδιών με την ιστορία του εγχώριου λαϊκού τραγουδιού. Ισως γιατί ανέκαθεν, όπως υποστηρίζει, την ένοιαζε η ουσία των πραγμάτων και όχι το περιτύλιγμα. Τη συναντήσαμε στο Green Park λίγες εβδομάδες πριν από την πρεμιέρα του νέου κύκλου παραστάσεών της.

Σας συναντώ μία βροχερή μέρα. Σας αρέσει να τραγουδάτε κάτω από τη βροχή;

Πολύ! Οι πιο μαγικές στιγμές ήταν, γιατί βλέπεις ότι η μουσική δεν σκιάζεται από τίποτα, αφού ο άλλος δεν θα αφήσει την αλήθεια της για να προφυλαχτεί από το νερό. Θα βραχεί και θα περάσει και τέλεια! Αγαπώ ιδιαίτερα γι’ αυτό τις καλοκαιρινές συναυλίες που γίνεσαι ένα με τη φύση.

Αυτό προϋποθέτει μία απελευθέρωση. Είστε μία απελευθερωμένη τραγουδίστρια;

Τώρα πια, ναι. Όσο μεγαλώνει ένας άνθρωπος, έχει επίγνωση. Μπορεί βέβαια ένας άλλος να’ναι από το σπίτι του απελευθερωμένος, παίζουν ρόλο οι πεποιθήσεις που έχει φορτώσει το «σύστημα» του. Όσο πας στην αληθινή σου ουσία, πετάς τα βαρίδια που κουβαλάς από εφτά χρονών και πορεύεσαι απελευθερωμένος. Εγώ, ας πούμε, γεννήθηκα στη Γερμανία μέσα σ’ ένα φυσιολογικό μεσοσαστικό περιβάλλον των Ελλήνων της διασποράς. Οι μετανάστες ανέκαθεν περνούσαν πιο δύσκολα, αφού έπρεπε να ενσωματωθούν σε μία καινούργια πόλη με έναν διαφορετικό λαό. Η μητέρα μου αρχικά ήταν στη Σουηδία και μετά στη Γερμανία με τον πατέρα μου, οπότε είχαν μία κοσμοπολίτικη αντίληψη οι δικοί μου.

Σε ποια ηλικία ήρθατε στην Ελλάδα;

Δυόμισι ετών. Εγκατασταθήκαμε στην Παραλίμνη Γιαννιτσών και στα 16 μου άρχισα να πηγαινοέρχομαι στη Θεσσαλονίκη, που ακόμη τη θεωρώ πόλη – μάνα μου. Κάθε φορά που πηγαίνω, ζωντανεύουν οι μαγικές στιγμές που πέρασα εκεί όλα τα επόμενα χρόνια. Σαν να βλέπω μπροστά μου τον Νίκο Παπάζογλου σε κάθε γωνιά και θυμάμαι πράγματα που μου είχε πει. Γνώρισα τον Ρασούλη, τον Λουδοβίκο των Ανωγείων, τον Μάλαμα, την Κανά και την Καλημέρη.

Να πάμε πολλά χρόνια πίσω, στο 2001, όταν ξεκίνησαν όλα με τους Απέναντι.

Ήταν φρέσκια η προσέγγιση που κάναμε στο «Τι σού’κανα και πίνεις» που σφράγισε η Πόλυ Πάνου. Είχε βγει σε CD – single μαζί και μ’ άλλα σπουδαία τραγούδια του Άκη Πάνου. Ήταν πολύ «Θεσσαλονίκη» εκείνη η δουλειά. Δουλεύαμε για χρόνια στον «Μύλο» με τον Χρήστο Μητρέντζη και θέλαμε να μπολιάσουμε αυτό το ρεπερτόριο με τον δικό μας Θεσσαλονικιώτικο ήχο. Η ενορχήστρωση είχε γίνει ομαδικά, ένα σπάνιο κλίμα για τα σημερινά δεδομένα. Ήμασταν μια ομάδα σαν οικογένεια σχεδόν.

Μήπως το ομαδικό στοιχείο είναι βασικό συστατικό της νεότητας;

Μπορεί. Νομίζω ότι αυτό είναι κάτι που το κουβαλάς και θες να το μοιραστείς και με τους επόμενους νεότερους συνεργάτες σου. Ο Νταλάρας, π.χ., κάνει πολύωρες πρόβες με λεπτομέρειες. Άμα φύγει το ένα «τσίκι», μπορεί να γίνει και Τρίτος Παγκόσμιος (γέλια). Κι όμως, αυτή η τελειομανία στη μουσική έχει ουσία. Θέλουμε να’ναι ένα αποτέλεσμα, που να μην είναι τέλειο, αλλά ψυχωμένο.

Γιατί να μην είναι τέλειο;

Εγώ τέλεια δεν είμαι και δεν ήθελα ποτέ να είμαι, αλλά είμαι όσο πιο αληθινή γίνεται. Αυτό ζητάω και από τους μουσικούς μου. Όλα αυτά σημαίνουν πως αφού έχω μελετήσει τεχνικά το τραγούδι, γίνεται κομμάτι από την ψυχή μου.

Η αλήθεια είναι πως όλοι οι συνάδελφοί σας σάς περιβάλλουν με αγάπη. «Το καλύτερο παιδί» έχω ακούσει να λένε. Πόση προσπάθεια θέλει για να’σαι το «καλύτερο παιδί»;

Το βρίσκω βαθιά συγκινητικό, αλλά ντρέπομαι και κοκκινίζω. Μου το λένε πολλοί φίλοι – συνάδελφοί σε σημείο που με τρολάρουν. Ο «θείος» (σ.σ. ο Γιώργος Νταλάρας) είναι αυστηρός μαζί μου, κάτι που αγαπώ πάρα πολύ σ’ αυτόν. Ωραίο είναι να’σαι το «καλύτερο παιδί», το δίνω σαν εύσημο στον εαυτό μου του τύπου «Είσαι αυτό που είσαι, είναι η αλήθεια σου».

Η ερμηνεία συμβαδίζει με την προσωπικότητα του εκάστοτε καλλιτέχνη;

Πολύ. Η ερμηνεία έχει να κάνει με το πως εσύ αντιλαμβάνεσαι τα πράγματα. Ένα τραγούδι θα το πω με άλλο τρόπο σε σχέση με έναν συνάδελφο που θα’χει άλλα βιώματα. Που ταυτιζόμαστε όλοι, όμως; Στην αλήθεια!

Αναρωτιέμαι αν με το τραγούδι αποσκοπούσατε στη βελτίωση της τέχνης σας ή πρωτίστως του εαυτού σας.

Ωραία ερώτηση! Την τέχνη μου, θα έλεγα. Έχει πρωταρχικό ρόλο η μελωδία ή ο στίχος που θα τραγουδήσω, αφού αυτό ίσως έμαθα από τη μαθητεία μου στον Μητρέντζη. Όχι ότι δεν έχει σημασία η ανθρώπινη υπόσταση, το τι είδους άνθρωπος είσαι. Και, κυρίως, αν είσαι άνθρωπος, αφού το τραγούδι θυμίζει την ανθρώπινη ανάγκη για πόνο, ελευθερία, χαρά, όλα τα συναισθήματα. Σαν ένας ρόλος στο θέατρο, σαν να αποδίδεις μονόπρακτα τρίλεπτα κάθε φορά.

Μιλήστε μου λίγο για τις μουσικές σπουδές σας.

Έκανα φωνητική, ενώ όταν ήμουν μικρή μάθαινα βυζαντική μουσική χωρίς να τελειώσω τις σπουδές μου. Ήμουν σε χορωδίες και ακόμη μ’ ενδιαφέρει η βυζαντινή μουσική. Είχα την υποστήριξη των δικών μου, αφού στο χωριό είχε έρθει ένας ιερέας, που έπαιξε σπουδαίο ρόλο στη μουσική διαπαιδαγώγηση όλων των παιδιών. Στην Παραλίμνη Γιαννιτσών, ξέρετε, έχουν μουσική κουλτούρα οι άνθρωποι. Όταν ήρθα πια στην Αθήνα, έκανα φωνητική με την εξαιρετική Σοφία Νοητή, στην οποία χρωστώ την «τοποθέτηση» μου και το «διάφραγμα» μου. Το έψαξα πολύ είναι η αλήθεια.

Μου κάνει εντύπωση, πάντως, γιατί η βυζαντινή μουσική φαίνεται λίγο μακριά απ’ το δικό σας τραγουδιστικό πρότυπο.

Είναι ένα πιο ασκητικό είδος τέχνης και γι’ αυτό δεν της αφιερώθηκα. Είναι όμως ένα κομμάτι δικό μου, που δεν το παραβλέπω. Το πιστεύω και για τη δισκογραφία, δεν είναι όλα τα πράγματα για τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά και για τη «σωτηρία της ψυχής που’ναι πολύ μεγάλο πράγμα». Θα μπορούσα να κάνω ένα δίσκο με βυζαντινούς ύμνους και αυτή τη στιγμή, στο πλαίσιο της παράλληλης δισκογραφίας, κάνω έναν δίσκο στα ποντιακά. Ο Κώστας Αυγέρης μου γράφει καινούργια ποντιακά τραγούδια και ήδη έχω τραγουδήσει το πρώτο που έχει λίγο κινηματογραφική δομή.

Αν και ξέρετε ότι απευθύνεστε σε ένα πιο ειδικό κοινό.

Δεν με απασχολεί, γιατί τον δίσκο θα τον αφιερώσω σ’ έναν άνθρωπο που πάντα θα αγαπώ, τον Γιώργο Ποζίδη, ο οποίος ήταν σαν πατέρας μου. Σιγά – σιγά φτιάχνεται ο δίσκος χωρίς να είναι η κύρια δισκογραφική μου δραστηριότητα. Μ’ αρέσει να έχω ανοιχτή τη βεντάλια μου, να δοκιμάζω πράγματα.

Δηλώνετε λαϊκή τραγουδίστρια;

Μα είμαι λαϊκή τραγουδίστρια και το θεωρώ τεράστια τιμή για μένα. Μέσα απ’ αυτή τη «σχολή» ξεγλίστρησα κι εγώ. Βέβαια τα πράγματα στη ζωή μας αλλάζουν κι εγώ ζω ήδη τη μετάλλαξη του λαϊκού τραγουδιού. Δεν είμαι ο άνθρωπος των τραγουδιών που γίνονται για να περάσουμε καλά και μετά ξεχνιούνται. Τα παλιά λαϊκά τραγούδια δεν γίνεται να ξαναβγούν όπως έγιναν τότε. Άλλο το να γράφουν όλοι μαζί στο στούντιο και άλλο σήμερα σήμερα που το μηχάνημα μπορεί να σου «ισιώσει» τη φωνή.

Τα στεγανά έχουν καταρριφθεί. Τον αείμνηστο Βασίλη Καρρά, ας πούμε, κανείς δεν θα τον αναγόρευε σε «θεό» όταν ξεκινούσε.

Θυμάμαι όταν πήγα στη Θεσσαλονίκη να δω τον Πασχάλη Τερζή και ο Καρράς ήταν το Νο 1 όνομα. Γυρίσαμε όλοι να δούμε από που βγαίνει αυτή η φωνή του Πασχάλη, αφού μας θύμισε τις παλιές φωνές που εμείς ξέραμε και μελετούσαμε. Όταν ξεκίνησε το «The Voice», έρχονταν γονείς και με ευχαριστούσαν γιατί μέσω εμού τα παιδιά τους ανακάλυπταν καλλιτέχνες που δεν θα τους μάθαιναν διαφορετικά. Μπορεί εγώ να είμαι στο τώρα, αλλά όλοι είμαστε κρίκοι σε μια αλυσίδα που μας ενώνει.

Πώς ήταν, λοιπόν, για ένα κορίτσι που ήρθε από επαρχία στην Αθήνα και έκανε επιτυχία, να μεταμορφώνεται σε μία τηλεοπτική περσόνα;

Ήταν μια πολύ ωραία στιγμή για μένα. Άκουγα τα τραγούδια, ήμουν μέσα στην τέχνη μου και ήταν πιο βαθύ αυτό που έπρεπε να γίνει. Μέσα απ’ το «στρας» της τηλεόρασης, ήθελα και πάλι να πηγαίνω στην ουσία. Προσαρμόστηκα στις συνθήκες και τους αγχώδεις ρυθμούς της τηλεόρασης, καθώς είμαι φύσει ευπροσάρμοστο άτομο.

Ναι, αλλά γίνατε μέρος ενός life style συστήματος, δεν ήσασταν πια το λαϊκό κορίτσι από τη βόρεια Ελλάδα.

Θέλει σίγουρα μια διαχείριση. Όσα λάθη έγιναν, που έγιναν, ήταν μέρος του μαθήματός μου. Μέχρι τότε, ας πούμε, δεν είχα ποτέ απασχολήσει για την προσωπική μου ζωή και δεν θεωρούσα ότι ήταν σημαντικό για κανέναν. Δεν κοίταγα να φυλαχτώ από κάτι, οπότε με πιάσανε εξαπίνης.  Εκεί έφαγα την πρώτη μου σφαλιάρα και μετά κατάλαβα πόσο γίνεσαι εύκολα κομμάτι όλου αυτού. Όταν γίνει συνειδητό πια, παίρνεις τις αποφάσεις σου και αν θες κάτι να κρύψεις, το κρύβεις. Δηλαδή τίποτα από κανέναν δεν κρύβεις, απλώς το κρατάς για σένα.

Εσείς μπορείτε να δίνετε την ουσία, οι άλλοι κρατάνε όμως το περιτύλιγμα.

Το καταλαβαίνω και το έχω δει, αλλά τώρα πια έχω κι εγώ τις άμυνες μου. Τώρα γνωρίζω, δεν είναι το ίδιο.

Σας βοήθησε και σ’ ένα ξεσκαρτάρισμα ανθρώπων που ήταν δίπλα σας;

Ουου! Μεγάλο! Και γίνεται συνέχεια αυτό το ξεσκαρτάρισμα στη ζωή κάθε ανθρώπου. Σημαίνει εξέλιξη κιόλας, εφόσον τέλειοι δεν είμαστε και προσπαθούμε να δώσουμε ότι καλύτερο μπορούμε.

Υπάρχει κατάλληλη ηλικία για την «αποψίλωση» των σχέσεων μας;

Γίνεται από μόνο του, παύεις να μιλάς την ίδια γλώσσα με έναν άνθρωπο, που έχετε ζήσει υπέροχες μαγικές στιγμές. Πάντα θα υπάρχει, βέβαια, αγάπη και εκτίμηση, αλλά ο καθένας παίρνει το δρόμο του γιατί έτσι είναι η ζωή. Ούτε μπήκα ποτέ στη φάση του ανταγωνισμού ακόμη και να το αισθανόμουν. Η αλήθεια της τέχνης μου ήταν ανέκαθεν πιο σημαντική. Δόξα τω θεώ, είμαι χαμηλών τόνων άνθρωπος, που θα δω την ταινία μου, θα διαβάσω το βιβλίο μου, θα κάνω τις βόλτες μου με την παρέα μου, απλά ανθρώπινα πράγματα. Κάποτε, όταν ήθελα να ζήσω το όνειρο μου, ίσως ήμουν πιο πολύ των εντάσεων. Παραδόξως, ενώ παλιά δεν είχα το άγχος για το κυνήγι της επιτυχίας, τώρα θέλω να το κάνω! Πριν όχι, γιατί ήμουν ένα ρομαντικό ευαίσθητο πλάσμα από τη βόρεια Ελλάδα (γέλια).

Μα την έχετε ήδη γευτεί την επιτυχία.

Πάντα ήθελα να λέω τραγούδια, που θα τα τραγουδάει ο κόσμος. Αν με ρωτήσεις τι θέλω, είναι να συντονίζομαι με τον κόσμο. Μεγάλη ευλογία.

Υπάρχει και η φιλοδοξία, που είναι επίσης θεμιτή σε νέους καλλιτέχνες.

Αυτό είναι που θέλω ν’ αποκτήσω. Όταν ξεκίνησα με τον Νταλάρα στον «Ζυγό», είχαν έρθει η Μαρινέλλα και ο Μπιθικώτσης. Μεγάλες στιγμές! Δεν περίμενα ποτέ ότι θα τραγουδούσα μαζί με τα είδωλα μου, σαν τη Γαλάνη και την Αρβανιτάκη. Η Μαρινέλλα, λοιπόν, είχε πει το εξής ως επισήμανση της συστολής μου: «Μικρή, όταν τραγουδάς δεν θα κοιτάς τα πόδια σου, αλλά τον κόσμο». Εγώ, όμως, ντρεπόμουν, έλεγα «Παναγία μου, τραγουδάω δίπλα στον Νταλάρα». Κοιτούσα κάτω, άσε έλεγα να γίνουν όλα καλά και το μόνο που ήθελα ήταν να τραγουδήσω σωστά. Στην πορεία, αυτό δεν το πέταξα νωρίς από πάνω μου και μάλλον η τηλεόραση με βοήθησε. Κάθε φορά που ανέβαινα στη σκηνή ήταν ιερό πράγμα και όποτε ερχόταν τηλεόραση, καθόμουν λίγο πιο πίσω, να μη φανώ και πολύ. Αυτοπεποίθηση είχα πάντα, όπως και σιγουριά για το ποια τραγούδια θα έλεγα.

Λέτε να είχατε συσσωρευμένο θυμό μέσα σας;

Όχι, ξέρετε γιατί; Είμαι συνειδητοποιημένη, λέω «Τι δεν έκανα, τι θέλω ν’ αφήσω πίσω, τι θέλω να θυμούνται από μένα οι άνθρωποι που μ’ αγαπούν και μ’ ακολουθούν;» Είναι μία πράξη ελευθερίας.

Η δισκογραφία είναι αυτή που μένει από έναν τραγουδιστή;

Τι ωραία ερώτηση! Έρχονται παιδιά και τους υπογράφω δίσκους μου, αλλά αυτό τείνει να εξαφανιστεί. Όλοι πια ακούνε από το Spotify. Όλοι βλέπουμε ότι η δισκογραφία μένει, στον χώρο μας τουλάχιστον. Στο τέλος της ημέρας λέμε ποιος έχει τραγουδήσει την άμμο της θάλασσας δισκογραφικά. Έχω λαχτάρα να ολοκληρώσω πολλά projects για μένα.

Νιώθετε τυχερός άνθρωπος;

Πολύ! Άμα τα λέγαμε όλα αυτά όταν ήμουν μικρή, θα πίστευα ότι κοροϊδευόμαστε. Πιστεύω ότι εμείς είμαστε οι δημιουργοί της ζωής μας και τίποτα άλλο δεν ευθύνεται.

Θα το λέγατε κι αν δεν είχε επιτυχία η δουλειά σας;

Θα το έλεγα ούτως ή άλλως. Και η ζωή μου δεν έχει ροδοπέταλα, να ξέρετε, αλλά νιώθω ευγνωμοσύνη για όλες τις στιγμές, ακόμη κι αυτές του πόνου και της αδικίας. Έχασα τον αδερφό μου σε μικρή ηλικία, βίωσα απώλειες, όλα σε ξεροψήνουν μ’ ένα τρόπο.

Στουντιακά είστε ακατάπαυστη. Τι ετοιμάζετε;

Θεωρώ τον δίσκο που κάναμε με τον Ηλία Μακρίδη και τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, μία ευλογία. Βγήκε τον περασμένο Ιούνιο ψηφιακά σε στίχους του μεγάλου ποιητή της καρδιάς μας, που τους είχε για 17 χρόνια στο συρτάρι. Αντίστοιχα τους είχε και ο Ηλίας στο συρτάρι του. Έκανε μία αναπροσαρμογή της δουλειάς στο σήμερα και μπήκαμε και γράψαμε. Κι αν δεν ήμουν εξ αρχής στο project, ήμουν απ’ τις πρώτες τραγουδίστριες που είχε σκεφτεί ο Ηλίας. Εννοείται πως κάναμε ακρόαση μαζί με τον Λευτέρη – στιγμές που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Ο «Πρόεδρος» άκουγε προσεχτικά τα τραγούδια ένα – ένα, καθώς μερικά έγιναν πιο σημερινά και δεν μπορούσε να τα αντιληφθεί. Το μυαλό του πήγαινε σε ζεϊμπέκικο – χασάπικο, όπως παλιά. Εδώ, που ήμασταν πιο μοντέρνοι, δυσκολεύτηκε αλλά αμέσως την αγκάλιασε τη δουλειά, αφού ακόμη με ρωτάει: «Πως πάει, Μελίνα μου, ο δίσκος μας;» Του απαντώ: «’’Πρόεδρε’’, ο κόσμος αγαπάει τα τραγούδια μας και του στέλνω την αγάπη σου». Άλλωστε ο τίτλος του άλμπουμ είναι «Σ’ ευχαριστώ που σ’ αγαπώ».

Ποιοι ήταν οι άνθρωποι – φάροι της ζωής σας;

Πολλοί και δεν μπορώ να τους ξεχωρίσω, διότι, ακόμη κι αν δεν με βοήθησαν επί τούτου, οι κουβέντες τους ήταν για μένα τρομερά βοηθητικές και με πήγαιναν ένα βήμα παρακάτω. Ποτέ δεν ξεχνάω τους ανθρώπους που με βοήθησαν στην πορεία μου, εστιάζοντας στο εδώ και τώρα.

Υπήρξαν γελοία δημοσιεύματα για την εμφάνιση σας. Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να νοιάζεται για το πώς μοιάζει ένας άλλος;

Στην αρχή, θυμάμαι, τηλεφωνούσα της μητέρας μου: «Μαμά, με βλέπεις κάπως;» κι αυτή απαντούσε: «Όχι, βρε παιδί μου, μια χαρά είσαι». Τα αντιμετωπίζω όλα με χιούμορ και γελάω, αλλά νομίζω πως όταν δεν είσαι ευτυχισμένος από τη δική σου ζωή, προσπαθείς να το ρίξεις στη ζωή ενός άλλου αντί να κοιτάξεις να διορθωθείς. Υπάρχει μία πατριαρχική τάση σήμερα, απότοκη από το 1950 και το ’60, δυστυχώς. Πλέον μπορεί και μια γυναίκα να’ναι πατριαρχική εξ αιτίας των βιωμάτων της, ωστόσο η σημερινή γυναίκα έχει ρόλο στην κοινωνία. Και, ναι, αν και σήμερα πιο εύκολα θα δώσουν σημασία σ’ έναν άνδρα και τον λόγο του, εγώ αισθάνομαι ότι δεν με αγγίζει. Ποτέ δεν είχα κόμπλεξ κατωτερότητας απέναντι σ’ έναν άνδρα, που παίζει τον δικό του ρόλο στην κοινωνία κι είναι και πολύ σοβαρός και σημαντικός ρόλος. Μαζί όμορφα μπορούν να πορευτούν ειρηνικά στη ζωή και να φτιάξουν πράγματα.

Σας προτείνουν να τραγουδήσετε στο Ισραήλ. Θα πηγαίνατε;

Δεν θα προλάβαινα, έχω φουλ πρόγραμμα.

Καταλαβαίνετε πως το λέω.

Καταλαβαίνω και προσπαθώ να αποφύγω την απάντηση. Κοιτάξτε, θα πω το εξής και κλείνουμε εδώ μ’ αυτό: Εγώ δεν θα πήγαινα, αλλά δεν θα ήθελα να κρίνω και κανέναν άλλον συνάδελφό μου. Θέλω την ειρήνη μεταξύ των πολιτισμών, αυτό με ενδιαφέρει. Μα και η μουσική δεν είναι μία πολιτική πράξη; Δεν χρειάζονται κηρύγματα, τοποθετείσαι με την αλήθεια της μουσικής σου.

Πότε ξεκινάτε εδώ στο «Green Park»;

Στις 21 Νοεμβρίου σ’ αυτόν τον ιστορικό χώρο διασκέδασης, όπου θα έχω τη χαρά να συνεργαστώ με δύο υπέροχους νέους καλλιτέχνες, τον Γιώργο Παπαδόπουλο και τον Παναγιώτη Ραφαηλίδη. Πρόσφατα, να πω, ηχογράφησα και το «Τραγούδι της φλόγας» του Γιώργου Μπενόβια, ενός παιδιού – εθελοντή στη «Φλόγα», του συλλόγου που έφτιαξαν γονείς καρκινοπαθών παιδιών. Ενεργοί πολίτες για οικογένειες που δεν έχουν, ας πούμε, για το ενοίκιο τους και φιλοξενούνται εκεί στη «Φλόγα». Η πρόεδρος κυρία Τριφωνίδη, που είναι πολύ αγαπημένη μου, κάνει τεράστιο έργο. Υπάρχει έτσι και καλύτερη έκβαση ως προς τον παιδικό καρκίνο. Σήμερα που με συναντάτε, είχα τη μεγάλη χαρά να τραγουδήσω το main τραγούδι που θα βγει οσονούπω.

Είστε και ακτιβίστρια, κυρία Ασλανίδου;

Με τον τρόπο μου, ναι. Σε αντιπολεμικές συναυλίες, π.χ., δεν έχω τραγουδήσει, αλλά μάλλον δεν με καλούν. Τραγούδησα όμως των Γιώργου Θεοφάνους – Γιώργου Παπανικολάου ένα κομμάτι που λέγεται «Αγαπώ τη ζωή» για τα παιδάκια με τον πιο δύσκολο σακχαρώδη διαβήτη. Από τα κλικ στο τραγούδι, βγαίνουν χρήματα για ερευνητικούς σκοπούς. Δεν είναι τίποτα για μας να πούμε ένα τραγούδι, το βρίσκω χρέος μας και ουσιαστικό λόγο για να τραγουδάς.

* Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2025 στο καφέ του «Green Park»

** Ένα μεγάλο μέρος της συνέντευξης δημοσιεύθηκε στο πολιτιστικό ένθετο «Docville» με την εφημερίδα «Documento»

*** Οι φωτογραφίες είναι του Μιχάλη Παπανικολάου για την Eurokinissi 

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025

Όταν ο Διονύσης Σαββόπουλος είχε απαντήσει στις σκληρές ερωτήσεις των αναγνωστών του «Διφώνου»

Το τεύχος 106 του περιοδικού «Δίφωνο» (Ιούλιος 2004) είχε εξώφυλλο τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Διονύση Σαββόπουλο σε κοινή φωτογράφηση από τον Xavier Hallauer. Η διεύθυνση του περιοδικού είχε αποφασίσει αντί κοινής επίσης συνέντευξης των δύο δημιουργών, να απαντήσουν στις ερωτήσεις των αναγνωστών του περιοδικού, δίνοντας ουσιαστικά σ' αυτούς συνέντευξη. Αν θυμάμαι καλά, ο Μίκης Θεοδωράκης είχε απαντήσει με email στις ερωτήσεις που του εστάλησαν. Ο Σαββόπουλος απ' την άλλη είχε ζητήσει τις ερωτήσεις, τις έλεγξε και μετά ζήτησε να συναντηθεί μ' έναν συντάκτη του περιοδικού που θα του έκανε ξανά τις ερωτήσεις των αναγνωστών (τις οποίες γνώριζε) και θα απαντούσε σ' αυτόν. Ο κλήρος έπεσε σε μένα, ίσως γιατί τότε είχα πάρει την πρώτη μου συνέντευξη από τον Θεοδωράκη για το περιοδικό «ΗΧΟΣ», οπότε την ήθελα μία συνάντηση με τον Σαββόπουλο για το «Δίφωνο». Έτσι, πήγα από το διαμέρισμα - γραφείο του στο Κολωνάκι, κάτσαμε ο ένας απέναντι απ' τον άλλον, οι αναγνώστες - μέσω εμού - τον ρωτούσαν κι εκείνος απαντούσε...

Κύριε Σαββόπουλε, έχετε σκεφτεί ποτέ ότι οι συναυλίες και τα προγράμματα που κατά καιρούς παρουσιάζετε, είναι ουσιαστικά μία επανάληψη των ίδιων και των ίδιων πραγμάτων; Γραφικό έχει καταντήσει το αλβανοηπειρώτικο μοιρολόι της «Συννεφούλας». Πιστεύω δηλαδή ότι όποιος αγοράσει το «Σαββόραμα» έχει καλυφτεί για όλη του τη ζωή από το κεφάλαιο «Σαββόπουλος».

Να υποθέσω, δικέ μου, ότι έχω κι άλλα καλά τραγούδια που θα ήθελες να ακούσεις; Αυτό με τιμάει. Κάτι θα προσπαθήσω να κάνω την άλλη φορά.

Κατηγορείστε από κάποιους ότι έχετε πάψει προ πολλού να είστε το ανήσυχο πνεύμα που ήσασταν κάποτε και ότι έχετε μετατραπεί σε έναν κοσμικό παππού που φοράει μπλουζάκια με τον Μπαγκς Μπάνι, κάνει περίεργες τηλεοπτικές εμφανίσεις («Σαν στο σπίτι σας», «Βραβεία Αρίων») και έχει αλλάξει πολλά από τα πιστεύω του. Εάν σας αγγίζουν όλα αυτά και θεωρείτε ότι έχουν κάποια βάση, τι απαντάτε;

Δεν θα συμφωνήσω, κύριε Τσαντίλα μου. Στα βραβεία Αρίων δεν έκρυψα τα λόγια μου, τα είπα κανονικά. Κανείς άλλος δεν το έκανε εκεί μέσα. Εγώ λέω αυτό που πιστεύω. Εάν σε κάποιους δεν συμφέρει, θα λένε διάφορα. Οι κολλημένοι είναι εκείνοι. Είμαι αυτός που είμαι. Και τι κακό έχει ο Μπαγκς Μπάνι;

Είμαι ένας απ' αυτούς που πιστεύουν ότι ο Διονύσης Σαββόπουλος είναι από τους σημαντικότερους σε παγκόσμια κλίμακα, τοποθετώντας το όνομα σας δίπλα στον Van Morrison, στον Bob Dylan, στον Lucio Dalla κ.α. Πώς αισθάνεστε έχοντας κατακτήσει με το έργο σας μια τέτοια θέση;

Ευχαριστώ, κύριε Ζηρίδη, για τον καλό σας λόγο, αλλά ειλικρινά δεν ξέρω να σας απαντήσω. Κάθε καλλιτέχνης έχει την υποχρέωση να κατακτήσει την αλήθεια του και όχι να κατακτήσει κάποια συγκεκριμένη θέση ή αξίωμα. Κάθε καλλιτέχνης είναι ένας ξεχωριστός κόσμος και οφείλει να βαθαίνει τον κόσμο του. Τώρα, τι θέση θα πάρει δίπλα στους μεγάλους ή στους μικρότερους, αυτό αφορά άλλους, όχι τον ίδιο. Σας ευχαριστώ πάντως.

Κύριε Σαββόπουλε, στο παρελθόν είχατε πει πώς η μελοποίηση ποιητών είναι μια διαδικασία μη σχετική με τη διαδικασία δημιουργίας ενός τραγουδιού. Ακόμη και σήμερα εξακολουθείτε να έχετε την ίδια άποψη;

Σε γενικές γραμμές, κύριε Παπαδάκη, ναι, εξακολουθώ να έχω την ίδια άποψη. Το είχα πει αυτό τότε εντόνως, γιατί μας είχανε πρήξει με τη μελοποιημένη ποίηση. Είχε γίνει η εύκολη λύση να μελοποιούν τους μείζονες ποιητές μας ο κ. Βουγιούκας ή ο κ. Ταδόπουλος. Βέβαια, ο Μίκης Θεοδωράκης έκανε σπουδαία πράγματα, αλλά ένας είναι ο Θεοδωράκης. Δεν μπορεί αυτό να γίνεται κανένας. Εμένα, πάντως και τώρα και πριν, τα τραγούδια που γλυκαίνουν την καρδιά μου είναι αυτά όπου ο ίδιος άνθρωπος έχει γράψει τους στίχους και τη μουσική. Έχουνε μια τρομερή στερεότητα αυτά τα τραγούδια, σαν του Αττίκ, του Βαμβακάρη, του Τσιτσάνη, του Άκη Πάνου ή των Beatles, των Stones, του Dylan, του Morrison. Είναι πολλοί. Είναι αρχαία και υπέροχη η τέχνη των λυρικών ποιητών και των τροβαδούρων.

Κύριε Σαββόπουλε, πώς αισθανθήκατε τα τελευταία χρόνια τραγουδώντας κομμάτια σας των δεκαετιών του 1960 και του 1970 με ιδιαίτερο νόημα και φόρτιση, όπως το «Ήλιος κόκκινος ζεστός», την «Ωδή στον Γεώργιο Καραϊσκάκη» ή το «Δημοσθένους λέξις» στο Μέγαρο Μουσικής, ενώπιον του συγκεκριμένου κοινού και με τη χορηγία μεγάλου επιχιερηματικού ομίλου;

Κύριε Βαλσαμίδη, τι έχει το Μέγαρο Μουσικής και τι το κοινό του; Τι είδους ρατσισμός ειν' αυτός; Τι μιζέριες; Κάθε χώρος έχει τα μυστικά του, τα προτερήματα και τα ελαττώματα του. Τα τραγούδια, όμως, είναι ίδια και αυτή είναι η ουσία. Όσον αφορά τη χορηγία μεγάλου επιχειρηματικού ομίλου, εγώ δεν θα είχα αντίρρηση να είναι και μικρού επιχειρηματικού ομίλου. Είτε μεγάλος, όμως, είτε μικρός ο όμιλος, τα λεφτά - ναξέρετε - δενν πηγαίνουν στον καλλιτέχνη ή στους συνεργάτες του, αλλά στο Μέγαρο.

Από το 2000 και μετά προβαίνετε σε κινήσεις που μοιάζουν να ολοκληρώνουν ή να κλείνουν τον κύκλο σας. Για παράδειγμα, το «Σαββόραμα» και η «Συναυλία των κεριών», που συμπυκνώνουν το σύνολο της πορείας σας, η έκδοση της «Σούμας» με τα άπαντα των στίχων σας, ενώ σε πρόσφατη σχετικά συνέντευξη σας δηλώσατε ότι δεν γράφετε πια καινούργια τραγούδια. Όλα αυτά σημαίνουν πως δεν έχουμε πια να περιμένουμε κάτι άλλο νέο από τον Σαββόπουλο;

Μάλιστα, κυρία Γκούμα, αυτό σημαίνουν. Και αυτή τη φορά, μα τον θεό, μακάρι να βγω ψεύτης.

Προέρχεστε από τον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς. Μάλιστα, για μία σημαντική περίοδο εκφράσατε τις ιδέες και τις αγωνίες της τόσο, που ίσως χωρίς αυτή να ήταν διαφορετικό και το έργο σας. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια έχετε πάρει συντηρητική θέση σε σοβαρά ζητήματα και συχνά έχετε πληγώσει τον κόσμο με τον οποίο μαζί τραγουδήσατε. Πώς αισθάνεστε γι' αυτό και πώς το εξηγείτε;

Δεν συμφωνώ, κύριε Γκίδη, δεν έχω πάρει συντηρητική θέση. Να στρέφεσαι εναντίον του συμφέροντός σου, του βολέματός σου, της συνήθειας ή της ταμπέλας σου, ή να έρχεσαι σε αντίθεση με το ακροατήριο σου, δεν είναι καθόλου συντηρητικό. Περιέχει ένα είδος ελευθερίας, για την οποία είμαι υπερήφανος. Τώρα, εάν πλήγωσα τον κόσμο, δεν το ήθελα βέβαια, αλλά όταν αγαπάς κάποιον τον πληγώνεις κιόλας.

Πως βλέπετε το ελληνικό τραγούδι σε σχέση με την ελληνική κοινωνία σήμερα;

Για μένα και το τραγούδι μας και η κοινωνία μας είναι σαν τα κύματα της θάλασσας. Ανεβαίνουν, κατεβαίνουν. Τώρα είμαστε στο κατέβασμα. Η χαρά εκφράζεται σαν νηπιαγωγείο, ο έρωτας σαν μια επιθετικότητα, υπάρχουν πολλά εφέ, πολλά κόλπα, πολύ life style και καθόλου προβληματισμός. Να μην ανησυχείτε, όμως, διότι δεν θα είναι για πάντα έτσι.

Κύριε Σαββόπουλε, ας υποθέσουμε ότι φτάνει στα χέρια σας ένας φάκελος με εξαιρετικούς στίχους και με την ανάγνωση τους νιώσετε να αναβλύζουν μελωδίες. Θα μπαίνατε στη διαδικασία να τους μελοποιήσετε, περνώντας στην ιδιότητα του συνθέτη;

Αγαπητή κυρία Νταγιάκα, ποτέ μου δεν το σκέφτηκα έτσι. Μου έτυχε να λάβω πολύ ενδιαφέροντες στίχους, αλλά τους έδινα σε συναδέλφους συνθέτες. Κάποιοι μάλιστα, κάτι έκαναν. Να φανταστείτε, όταν ο Κάρολος Κουν μου ζήτησε να γράψω μουσική για τους «Αχαρνής», κάθισα κι έγραψα στίχους από την αρχή. Αυτός ήταν κι ο μόνος λόγος που η μουσική δεν παίχτηκε στην παράσταση, αλλά ξεχωριστά και αργότερα στον «Ρήγα» της Πλάκας. Λατρεύω να διαβάζω ποίηση, εννοείται. Αγαπημένοι μου ποιητές, ο Καβάφης, ο Καρυωτάκης, ο Σικελιανός, ο Εμπειρίκος, αλλά ποτέ μου δεν αισθάνθηκα την ανάγκη να φτιάξω μουσική πάνω στους στίχους τους. Δεν το χρειάζομαι αυτό όταν τους διαβάζω, ούτε εκείνοι χρειάζονται καμία μουσική. 

Πολλοί πιστεύουν, μεταξύ των οποίων και εγώ, ότι ο «Μπάλλος» και «Το περιβόλι του τρελού», αποτελούν το αποκορύφωμα της προσωπικής σας δημιουργίας, αλλά και της ελληνικής τραγουδοποιίας. Γιατί πιστεύετε ότι έκτοτε υπολειπόμαστε σε δουλειές που μπορούν να κάνουν ανάλογες τομές;

Σας ευχαριστώ, κύριε Αναστασίου, που με επαινείτε, αλλά για να είμαστε δίκαιοι, ας αναφέρουμε και άλλες μεγάλες στιγμές. Δεν είναι και τόσο λίγες. Ο «Μπάλλος» βγήκε το 1970 - 1971, όμως το 1972 έχουμε τον «Μεγάλο Ερωτικό» του Χατζιδάκι. Εν συνεχεία έχουμε μετά τη Μεταπολίτευση, «Τα Λυρικά», το δίσκο του Μίκη Θεοδωράκη σε στίχους Τάσου Λειβαδίτη. Την «Εκδίκηση της γυφτιάς» το 1979 των Νίκου Ξυδάκη - Μανώλη Ρασούλη. Θα έβαζα ακόμη και τον πρώτο δίσκο του Ορφέα Περίδη, όπως τομή θεωρώ ότι έκανε και ο Φοίβος Δεληβοριάς. Τομές δεν μπορούμε να έχουμε κάθε μέρα. Ας είμαστε, λοιπόν, ικανοποιημένοι με αυτά και ας δείξουμε στους νεότερους για νά'χουμε να ελπίζουμε.

Τι σας πληγώνει στη σύγχρονη Ελλάδα;

Η ασκήμια και το τσιμέντο. Έχουν όμως ένα καλό: Έτσι τα όνειρα γίνονται πιο δυνατά. Χώρια που όταν ανακαλύπτεις μια νέα γωνιά νιώθεις μάγκας. 

Αισθάνεστε ότι σε έναν τραγουδοποιό του δικού σας μεγέθους η ελληνική γλώσσα λειτουργεί περιοριστικά για να έχει το έργο σας την απήχηση που δικαιούται διεθνώς;

Πράγματι, κύριε Πετρίδη, η ελληνική γλώσσα δεν μιλιέται έξω από μας και επομένως αυτό λειτουργεί περιοριστικά. Όμως, ξέρετε, μπαίνουμε στο τραγούδι όχι για να πετύχουμε, αλλά για να γίνουμε αληθινοί, ανθρώπινοι. Κάποια φορά τυχαίνει και καμιά ευχάριστη έκπληξη: Πριν από λίγο καιρό έπαιξα στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου στο Τορίνο με ένα απόλυτα ιταλικό κοινό που δεν καταλάβαινε γρι από τα τραγούδια μου. Εισέπραττε μόνο την ενέργεια και τη μουσική, θριάμβευσα! Πρώτη φορά μου συνέβαινε αυτό και δεν ξέρετε πόσο χάρηκα! Δηλαδή, ενώ ενδεχομένως υπήρχαν τεράστια νοηματικά κενά, αισθανόμουν ότι με αποδέχονται, ότι είμαι καλός! 

Κύριε Σαββόπουλε, γεια σας. Εσείς πιστεύετε ότι το τραγούδι μπορεί να γίνει αυτία ώστε κάθε άνθρωπος να προβληματιστεί γι' αυτά που συμβαίνουν γύρω του κάθε μέρα και ποιος μπορεί να είναι εδώ ο ρόλος του τραγουδοποιού;

Μιλώντας γενικά, γνώμη μου είναι ότι η τέχνη δεν μπορεί να διορθώσει τον κόσμο, όμως ο κόσμος θα ήταν πολύ χειρότερος δίχως την τέχνη. Ο ρόλος του τραγουδοποιού είναι να εκφράσει την συλλογική φαντασία, να μιλήσει με λόγια αληθινά για την αγάπη, για τον αγώνα, για την ομορφιά κι όχι να μαϊμουδίζει με σουξέ ή να παριστάνει τον ωραίο. Γεια σας και χαιρετισμούς στο Πήλιο! Άλλο ένα ελληνικό καλοκαίρι είναι μπροστά μας κι αυτή είναι η πιο ωραία είδηση που έχω να σας μεταφέρω σήμερα. 

* Τις ερωτήσεις είχαν στείλει ταχυδρομικώς στο «Δίφωνο» (με τη σειρά των απαντήσεων του Διονύση Σαββόπουλου):

Κυριάκος Αναστασίου, 18 ετών, Ορεστιάδα

Μιχαήλ Τσαντίλας, 25 ετών, Αθήνα

Παντελής Ζηρίδης, 36 ετών, Αθήνα

Φάνης Παπαδάκης, 33 ετών, Θεσσαλονίκη

Γιώργος Βαλσαμίδης, Θεσσαλονίκη

Ευγενία Γκούμα, 35 ετών, Βόλος

Βασίλης Γκίδης, 42 ετών, Δράμα

Θανάσης Βασιλειάδης, 36 ετών, Καβάλα

Αναστασία Νταγιάκα, 35 ετών, Θεσσαλονίκη

Αλέκος Αναστασίου, 40 ετών, Αθήνα

Μαρία Αβραμίδου, 46 ετών, Βόλος

Πέτρος Πετρίδης, 36 ετών, Αθήνα

Νεκτάριος Τσιρογιάννης, 23 ετών, Πήλιο 

** Η συνέντευξη είχε δημοσιευθεί στο τεύχος 106 του περιοδικού «Δίφωνο» (Ιούλιος 2004). Αυτή είναι η πρώτη διαδικτυακή δημοσίευση της μετά από 21 χρόνια αποκλειστικά στα ΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΙΑΣΜΑΤΑ