Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017

Για το - κατά Ρενδία Λέξις - La Nonna στο θεατρικό φεστιβάλ Διστόμου: Όταν οι ''ερασιτέχνες'' βάζουν τα γυαλιά στους ''επαγγελματίες''!

Μια φτωχή πολυμελής οικογένεια της Αργεντινής του '70 αποδεκατίζεται στην κυριολεξία από την αδηφάγα αιωνόβια γιαγιά της που τους βάζει όλους να ξεπουλήσουν τα πάντα, να εκπορνευτούν, να αυτοκτονήσουν και να εξαφανιστούν από προσώπου γης, οδηγώντας την ίδια στο τέλος να φάει έως και τις σάρκες της! Στην ουσία δεν υπάρχει κανένας από μηχανής θεός να λυτρώσει αυτούς τους ανθρώπους από ένα Τέρας που τους γέννησε για να τους κατασπαράξει. Όπως περίπου τό'γραψε ο ποιητής Νίκος Καββαδίας: Το επίχρισμα η άγια σκουριά που μας γεννά/ μας τρέφει, τρέφεται από μας και μας σκοτώνει. Ή, για να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους, όπως γίνεται τη σήμερον ημέρα με το ΔΝΤ, την Τρόικα και τους λαούς του Νότου: Η La Nonna δεν είναι τίποτα άλλο από το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα που δανείζει ευρώ και απαιτεί αίμα, θανάτους, αυτοκτονίες, την επιβολή μιας οικονομικής τρομοκρατίας. Η La Nonna είναι ο Καπιταλισμός με σάρκα και οστά και γι' αυτό εντυπωσιάζει αν μη τι άλλο η θεατρική αυτή δημιουργία του Αργεντίνου Ρομπέρτο Κόσσα, καθώς βέβαια και η επιλογή της ερασιτεχνικής ομάδας δήμου Ρέντη - Νίκαιας να την ανεβάσει εν έτει 2017!
Αν δεν ξέραμε δηλαδή εδώ στην Ελλάδα πως ο Κόσσα συνέλαβε το La Nonna το 1976 θα λέγαμε πως τον έκλεψε ο δικός μας Νίκος Τσιφόρος στην Ωραία των Αθηνών του, αλλά και ο Γιώργος Μανιώτης στο Χορεύει η Κρουστάλλω μάμπο: Η σκηνή, λόγου χάριν, που ο παμπόνηρος Τσίτσο προσπαθεί να παντρολογήσει τη γιαγιά με τον Δον Φρανσίσκο, ενώ πάλι ο Δον Φρανσίσκο ορέγεται τη Μάρτα, την όμορφη δισέγγονη της γιαγιάς, δεν απέχει πολύ από τις κωμικές προσπάθειες του Αυλωνίτη να πασάρει την ''άσχημη'' Βασιλειάδου στον Ρίζο. Όταν η γιαγιά, τέλος, οδηγείται σε ένα παραλήρημα με ονόματα από φαγητά και εδέσματα, μας παραπέμπει στην αλληλοεξόντωση των δύο ηρώων του Μανιώτη, οι οποίοι μονομαχούν μέχρι θανάτου με βαρύγδουπα ονόματα φαγητών!
Η παράσταση που παρακολούθησα χθες βράδυ στο κατάμεστο Αμφιθέατρο του Μαυσωλείου Διστόμου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Ερασιτεχνικού Θεάτρου, είχε πολλές αρετές! Καταρχάς, το ότι παίχτηκε στο χώρο αυτό, κάτι μου ''έκανε''! Κι έτσι, ενώ το κοινό ξεκαρδιζόταν με τη Nonna, εγώ σκεφτόμουν πως λίγα μέτρα παραδίπλα μας υπήρχαν τα κρανία των σφαγιασθέντων από τους Ναζί Ελλήνων. Υπό την έννοια αυτή, το πάω ακόμα παραπέρα και λέω πως η Nonna δε θα μπορούσε να είναι μόνο το αδηφάγο καπιταλιστικό σύστημα, αλλά και το τέρας του ναζισμού που βλέπουμε καθημερινά να αναβιώνει σε όλες τις μεριές του πλανήτη σαν η ιστορία να κάνει κύκλους και οι άνθρωποι να μη μαθαίνουν ποτέ από τα λάθη τους και τις τραγωδίες τους! Η παράσταση, λοιπόν, δεν είχε τίποτα να ζηλέψει από ανάλογα επαγγελματικά εγχειρήματα. Διέθετε σκηνοθεσία με ρυθμό και  ένταση από τον Παναγιώτη Ναρλή. ''Καθημερινά'' κοστούμια και ευρηματικά σκηνικά από την Λίνα Παγώνη, απολύτως ''εντός θέματος''. Ταιριαστά μουσικά θέματα επίσης από παλιά tangos του Astor Piazzolla, ικανά να σε μεταφέρουν στην Αργεντινή περασμένων δεκαετιών (θα μπορούσε να επέλεγε κανείς τα πιο ''εξαθλιωμένα'' κομμάτια από το ρεπερτόριο του ρεμπέτικου, αν επιθυμούσε μια μεγαλύτερη σύνδεση με τα καθ'ημάς, αλλά αυτό είναι μάλλον προσωπικό μου κόλλημα). Τέλος, το La Nonna από την ομάδα Ρενδία Λέξις του δήμου Ρέντη - Νίκαιας διέθετε εξαιρετικές ερμηνείες, τόσο εξαιρετικές, που θα έλεγες ότι είναι κρίμα αυτοί οι ερασιτέχνες - υποτίθεται - ηθοποιοί να βρίσκονται εκτός ''επίσημου'' θεάτρου, κινηματογράφου και τηλεόρασης: Ο Βασίλης Μουτσόπουλος είναι ο Πατήρ Φαμίλιας Καρμέλο, είναι ο Νεοέλληνας που πάει να αντιδράσει, μα που δεν μπορεί να κάνει τίποτα στην ουσία, παραμένοντας ένα πρόβατο αδύναμο μέσα στην ολική σφαγή. Φωνακλάς και παράλληλα εσωστρεφής και συγκινητικός! Αυτός πρέπει οπωσδήποτε να περάσει από οντισιόν για την καινούργια ταινία του Γιάννη Οικονομίδη! Η Κλαίρη Παπαδοπούλου είναι η Nonna, το Τέρας του έργου. Πάνχοντρη, συναισθηματικά και διανοητικά απαθής, το μόνο που θέλει είναι να καταβροχθίζει, αδιαφορώντας για τα πτώματα που ένας - ένας πέφτουν δίπλα της. Κινησιολογικά και εκφραστικά, η ηθοποιός τό'χει 100%, φτιαγμένη λες από τη στόφα μεγάλης καρατερίστας! Ο Στέλιος Μέξης είναι το φρικιό: Τεμπελχανάς, μουσικάντης, κλέφτης, απατεώνας, αν το καλοσκεφτείς δεν απέχει πολύ από το Τέρας που ζει στο ίδιο σπίτι μ' αυτόν. Διόλου τυχαίο που αυτός, ο πιο ρημαγμένος απ' όλους, είναι ο μόνος που επιβιώνει στο τέλος μέχρι να πατήσει τη σκανδάλη και να αυτοκτονήσει. Η ερμηνεία του νέου ηθοποιού μού θύμισε τον Μάκη Παπαδημητράτο και τον Γιώργο Χρανιώτη σε αντίστοιχους ρόλους λούμπεν φτωχοδιάβολων! Ο Μήτσος Σερέτης είναι ο επίδοξος γαμπρός της Nonna, ο ψιλικατζής Δον Φρανσίσκο, που εν τέλει χάνει τα λογικά του μέσα σ' όλη αυτή την σουρεαλιστική παράνοια και οι υπόλοιποι τον βγάζουν για ζητιανιά με το καροτσάκι. Επίσης ένας ''έτοιμος'' ηθοποιός με ατόφια κωμική φλέβα και με κάποια εντελώς δικά του υποκριτικά χαρακτηριστικά! Η Γκέλυ Αυγερινοπούλου είναι η Μαρία, η γυναίκα του Καρμέλο. Υπομένει τα πάντα σαν ρημαγμένη κι αυτή μικροαστή. Μου άρεσε που η σκηνή της αποχώρησης της από το διαλυμένο σπιτικό δεν είχε το παραμικρό στοιχείο μελό. Έτσι όπως έφυγε δηλαδή, σου έδινε την εντύπωση πως δεν θα είναι ικανή ποτέ να ξεφύγει από τη μοίρα της, όσο μαύρη κι αν είναι αυτή η μοίρα! Η Ντιάνα Μανουηλίδου είναι η Ανυούλα, η κόρη της Nonna και το πιο αθώο - τραγικό πρόσωπο της ιστορίας. Κρυφά ερωτευμένη με τον Δον Φρανσίσκο, υποχωρητική, άβουλη, πάντα καλόκαρδη και ευγενική με όλους, χάνει άδικα τη ζωή της από δηλητήριο προορισμένο για την αποκρουστική μάνα της. Δεν ξέρω αν οφειλόταν στη σκηνοθετική γραμμή του Ναρλή, στο ίδιο το κείμενο του Κόσσα ή στο ταλέντο της, πάντως δεν υπήρξε στιγμή που η απόδοση της να ξέφευγε από τον ακραία κωμικό χαρακτήρα του έργου. Πολύ καλή! Η Στέλλα  Κοκκινέλη, τέλος, είναι η Μάρτα, η κόρη του Καρμέλο και της Μαρίας, που τη μια δηλώνει βοηθός φαρμακοποιού, την άλλη κατ' οίκον μανικιουρίστα, οι πάντες όμως - μαζί κι οι θεατές - γνωρίζουν πως έχει βγει στην πουτανιά για μια καλύτερη διαβίωση. Φυσικότητα στο παίξιμο της, χαλαρότητα και για μια στιγμή μόνο αντιλαμβανόμαστε, εξ αιτίας της ερμηνείας της, πως η δουλειά που κάνει έχει καταντήσει πια μαρτύριο για την ίδια. Εν κατακλείδι: Εγώ έτυχε να δω το - κατά Ρενδία Λέξις - La Nonna στο Δίστομο ως καλεσμένος του φεστιβάλ. Οι υπόλοιποι στην Αθήνα να μην το χάσετε, καθώς έχουν προγραμματιστεί αρκετές παραστάσεις μεσ' στους δύο επόμενους μήνες στους δήμους Νίκαιας, Κερατσινίου, Αγίας Παρασκευής, Αλίμου και Μοσχάτου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: