Σάββατο 16 Μαρτίου 2024

Ένα ανέκδοτο κείμενο του Ντίνου Χριστιανόπουλου για τις διασκευές στα ρεμπέτικα από τον Μάνο Χατζιδάκι


Το παρόν κείμενο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα ΔΡΑΣΗ με ημερομηνία 11 Ιουλίου του 1960. Στη στήλη «Ελεύθερο Βήμα» ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος είχε γράψει τη γνώμη του για τις περίφημες διασκευές στα ρεμπέτικα από τον συνθέτη Μάνο Χατζιδάκι. Ο τίτλος έλεγε «Μάνος Χατζηδάκις - Ο ''συμπαθής'' νοθευτής του ρεμπέτικου τραγουδιού» και από κάτω υπήρχε ο υπότιτλος με μεγάλα γράμματα: «''Ρεμπετοποίησε'' το ελαφρό τραγούδι και ''ελαφροποίησε'' το ρεμπέτικο». Το κείμενο δεν υπήρχε στο διαδίκτυο και αναρτάται τώρα για πρώτη φορά. Κρατώ αυτούσια την ορθογραφία της πρώτης δημοσίευσης από το 1960. 

Η νέα επιτυχία του Μάνου Χατζηδάκη στο διαγωνισμό ελαφρού τραγουδιού του Ε.Ι.Ρ. και οι δηλώσεις του στον «Ταχυδρόμο» της περασμένης εβδομάδος πως «δεν υπάρχει πια λαϊκό τραγούδι», τον έφεραν και πάλι στο προσκήνιο του ενδιαφέροντος. Όλοι συζητούν γι' αυτόν και τα τραγούδια του και θέλουν να μάθουν ως πιο σημείο όλα αυτά είναι τέχνη ή απάτη. Ας δούμε λοιπόν από πιο κοντά τον άνθρωπο και το έργο του. Τον γνωρίσαμε στην Αθήνα πριν δέκα χρόνια. Ήταν χοντρός κι είχε μεγάλο τουπέ. Είχε δώσει τότε μια διάλεξη για το ρεμπέτικο και βαυκαλίζονταν πώς πρώτος αυτός είχε ανακαλύψει το λαϊκό τραγούδι. Εφ' ω και δε μιλιούνταν απ' το πολύ ύφος.

Φυσικά, δε χρειαζόταν καμιά «ανακάλυψη», μια και το ρεμπέτικο δεν είχε πάψει ποτέ να τραγουδιέται απ' το λαό. Ο Χατζηδάκις όμως ήταν ο πρώτος που επισήμανε την αξία του και έδωσε το σύνθημα για την «αξιοποίηση» του. Έτσι, στάθηκε ο πρώτος που άνοιξε το δρόμο στη διαφθορά του λαϊκού τραγουδιού. Αμέσως μετά, η μόδα, οι λαϊκές ταβέρνες, η επιθεώρηση και οι κινηματογραφικές αισθηματολογίες το εκμεταλλεύθηκαν κατά κόρο, μέχρι που το μπαστάρδεψαν σε επικίνδυνο βαθμό. Από τότε, η ανέλιξη του Χατζηδάκη υπήρξε ραγδαία. Έγραψε κάμποσες ντουζίνες τραγούδια, δεν έλειψε από κανένα έργο της σκηνής και της οθόνης, έγινε το αμφάν γκατέ της ραδιοφωνίας μας, σχετίστηκε με διεθνείς κοσμικότητες της καλλιτεχνίας και τώρα τά'χει όλα: λεφτά, δόξα, συνεντεύξεις. Δεν ξέρει και τι άλλο να επιθυμήση εκτός από το να τον «ερμηνεύση» η περίφημη Δαλιδά. 

Όμως, ας δούμε από πιο κοντά τα πράγματα. Άξιζε αλήθεια τόσος θόρυβος και τόση φήμη; Τα τραγούδια του είναι πράγματι ωραία και πρωτότυπα; Οι συνθέσεις του τιμούν πράγματι τη σύγχρονη μουσική; Ο Μάνος Χατζηδάκις ξεκίνησε από θαυμαστής του ρεμπέτικου. Ήταν αρκετά έξυπνος για να καταλάβη πως η ζωντανή παράδοση δε ζούσε πια στα δημοτικά τραγούδια αλλά στην καταφρονεμένη μουσική του λιμανιού και της ταβέρνας. Το αποτέλεσμα ήταν να γοητευτή και επηρεαστή αφάνταστα από το ρεμπέτικο. Ταυτόχρονα, η φιλοδοξία του υπήρξε να ντεμπουτάρη ως συνθέτης συμφωνικής μουσικής. Και, πράγματι, το πρώτο του έργο είναι ένα μικρό συμφωνικό κομμάτι για κάποια αχιβάδα γεμάτο συμπιλήματα ρεμπέτικων μοτίβων, που αν και γενικά άρεσε, δεν μπόρεσε εντούτοις να καθιερώση τον Χατζηδάκι ως σοβαρό συμφωνικό συνθέτη.

Τότε το γύρισε στο χορόδραμα κι έγραψε τις «έξη λαϊκές ζωγραφιές» που χάλασαν κόσμο. Το αποτέλεσμα ήταν να αναλάβη αμέσως τη μουσική διεύθυνση του Χοροδράματος της Ραλλούς Μάνου. Αλλά τι ήταν αυτές οι έξη λαϊκές ζωγραφιές για τις οποίες τόσο κόπτεται ο Χατζηδάκις; Απλούστατα: Έξη αυτούσια τραγούδια του Βασίλη Τσιτσάνη, τα οποία με πολλή τέχνη, ο Μάνος Χατζηδάκις μετέφερε στο πιάνο. Γνωρίζοντας πόσο τραχύ όργανο είναι το μπουζούκι για τα αυτιά των καλλιεργημένων δεσποινίδων του καλού κόσμου, χρησιμοποίησε τη γλυκερή υγρότητα του πιάνου για να τα αποδόση, μετατρέποντας τα ωραιότατα αυτά τραγούδια σ' ένα σύνολο μουσικού γλυκασμού. Αφ' ενός λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι «έκλεψε» τον Τσιτσάνη και αφ' ετέρου ότι παραποίησε τη σκληρή υφή του ρεμπέτικου σε γλυκερή. Ύστερα απ' αυτές τις επιτυχίες ο Χατζηδάκις το έριξε στο ελαφρό τραγούδι.

Μάλιστα, μπορούμε να πούμε πώς όσο πάχαινε, τόσο «ελάφραινε». Τα τραγούδια του αυτά που όλα σχεδόν είναι συμπαθητικά και γοητευτικά, μπορούμε να τα χωρίσουμε σε τρεις κατηγορίες: 1) Τις απομιμήσεις ρεμπέτικων. 2) Τα λαϊκο - ελαφρά με επίδοση ρεμπέτικου και 3) Τα λαϊκο - ελαφρά με κάποια τάση γαλλικού μοντερνισμού. Στην 1η κατηγορία μπορούμε να εντάξουμε τραγούδια της «Στέλλας». Δίνουν την εντύπωση πως γράφτηκαν από μαθητή του Τσιτσάνη, πως είναι πηγαία και αυθεντικά ρεμπέτικα και πως κατά βάθος παραμένουν πριμιτίφ. Πέρα από το γεγονός ότι είναι ωραία, πρέπει να σημειώσουμε ότι είναι απομιμήσεις: Ο συνθέτης του ρεμπέτικου τραγουδιού βγαίνει κατ' ευθείαν μέσα από την καρδιά του λαού. Ο συνθέτης τύπου Χατζηδάκι απλώς «ανακαλύπτει» και τρυγάει. Γι' αυτό και δε μπόρεσε ή δε θέλησε να συνεχίση αυτή τη γραμμή, διότι η έλλειψη πηγαιότητος οδηγεί στην εξάντληση.

Στην δεύτερη κατηγορία ανήκουν τα τραγούδια της σειράς «Γαρύφαλλο στ' αυτί». Αυτά είναι πιο προσωπικά δημιουργήματα, με λαϊκό χαρακτήρα και αφομοιωμένες τις επιδράσεις. Θυμίζουν την καταγωγή τους, αλλά είναι γνήσια. Δεν έχουν νοθεία, ούτε παραποίηση. Δεν ερωτοτροπούν ακόμη πολύ με το ελαφρό τραγούδι, παρόλο που όλο και πιο πολύ προς αυτά τείνουν. Κατά τη γνώμη μας, αυτά τα τραγούδια του έχουν καθιερώσει στην κοινή συνείδηση και σ' αυτά θα'πρεπε να στηρίζεται πιο πολύ. Αλλά ο λαϊκός χαρακτήρας ενός τραγουδιού δε μπορεί να βασίζεται μέσα στη λαϊκή καταγωγή του συνθέτη του. Από τη στιγμή που ο Χατζηδάκις έγινε πολύ κοσμικός, απαρνήθηκε την καταγωγή του, σχεδόν «μπούχτισε» την Ελλάδα και «λαχτάρησε» λίγο Γαλλία. 

Έτσι, η τρίτη περίοδος, η πρόσφατη, θα μπορούσε να ονομασθή «περίοδος Ντασσέν». Τώρα γράφει τραγούδια με έντονες λαϊκές αναμνήσεις, αλλά και με μια υφή που θυμίζει κατευθείαν γαλλικό τραγούδι. Ο φορμαλισμός του αντιμάχεται τη λαϊκή καρδιά και προχωρεί σε αισθητικές αναζητήσεις που όσο κι αν αρέσουν παραμένουν πάντα υπό συζήτησιν. Τέτοια τραγούδια είναι το «ένα - δύο και τρία και τέσσερα παιδιά» και τα όμοια του. Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία ότι ο Χατζηδάκις θα καταχτήση και το Παρίσι. 

(...) Αλλά, κύριε Χατζηδάκι, αφήστε αυτό το αυτάρεσκο ύφος των απόψεών σας και μη βαυκαλίζεστε με αυταπάτες: όσο κι αν σας αγαπά το ραδιόφωνο και η εύκολη προσέγγιση σας αποτελεί δήθεν δύσκολο γούστο της καλλιτεχνικής σας ζωής. Κάψατε πια την επαφή με την Ελλάδα και το λαό της, οι απόπειρες σας κατάντησαν αισθητικές και τίποτε άλλο. Όταν όμως τα δανεισμένα βερνίκια αποχρωματιστούν από μόδες και επικαιρότητες, τότε θα μοιάζετε ότι έχετε και τόσο ύφος που βγήκε με ρεμπέτικες πατερίτσες. 

ΝΤΙΝΟΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΠΟΥΛΟΣ 

* Αντίτυπο του φύλλου της εφημερίδας ΔΡΑΣΗ με το κείμενο του Ντίνου Χριστιανόπουλου περί - κατά Μάνο Χατζιδάκι - ρεμπέτικου, φυλάσσεται στο αρχείο του δημοσιογράφου και συγγραφέα Νίκου Γκροσδάνη. Το ανακάλυψα το πρωί της Πέμπτης 14 Μαρτίου 2024 σε ένα πέρασμα μου από το σπίτι του για τις ανάγκες μίας συνέντευξης που μου παραχώρησε. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: