Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2016

μπαλάντα της οδού Σατωβριάνδου

Νομίζω πως η πιο λούμπεν διαδρομή που μπορεί να κάνει κανείς ποδαράτος είναι αυτή που κάνω εγώ κάθε φορά από το νέο μου διαμέρισμα μεταξύ πλατείας Βικτωρίας και Αγίου Παντελεήμονα προς το θέατρο Αγγέλων Βήμα στην Ομόνοια: Περνάς την Αχαρνών με τα δεκάδες μικρομάγαζα των Πακιστανών που πουλάνε από λαμπτήρες μέχρι αφρόλουτρα, πέφτεις πάνω σε παρηκμασμένα σουβλατζίδικα και καφενεία με ασθενικές λιμασμένες φάτσες και ανεβαίνεις τη Σωκράτους. Την παλιά Σωκράτους που έλεγε και το τραγούδι του Καλδάρα με τις πουτάνες, τους νταβατζήδες και τα πρεζάκια σε πλήρη αρμονία. Έχουν μια δική τους έννομη τάξη οι απόκληροι που κανένας και τίποτα δε μπορεί να τη διασαλεύσει - για την ακρίβεια, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι είτε να γυρίσει με αποστροφή το κεφάλι του, είτε να περάσει ανάμεσα τους ''σφυρίζοντας'' αδιάφορα. Δε συμβαίνει το ίδιο κόβοντας δεξιά στη Σατωβριάνδου με το εξελληνισμένο γαλλικό όνομα που ακούγεται σαν παρωδία, σαν ατάκα της Μαντάμ Σουσού του Ψαθά. Σατωβριάνδου λες και γεμίζει το στόμα σου! Ούτε στ' ανάκτορα του Λούβρου τέτοιο λεκτικό πρεστίζ...Απόψε κάνοντας ακριβώς την κίνηση αυτή, στρίβοντας δηλαδή στη Σατωβριάνδου για να κατευθυνθώ προς το θέατρο, μια μπόχα με θέρισε. Σκατά και εμετός μαζί που έκαναν το μακρύ αυτό δρόμο να μοιάζει με ένα απέραντο δημόσιο ουρητήριο. Απέναντι μου δύο μετανάστες πλακώνονταν. Άγρια, όμως, πολύ άγρια! Ο ένας είχε βάλει κάτω τον άλλο και τον χτυπούσε με ένα λοστάρι. Βρίζονταν στην ολότελα ακαταλαβίστικη γλώσσα τους. Μάλλον ινδικά μιλούσαν, αφού ανέκαθεν η γρήγορη εκφορά των ινδικών μου θύμιζε κρουστά. Ποιος ξέρει για ποιο λόγο οι δύο αυτοί κακομοίρηδες μάλωναν και σε τέτοιο σημείο μάλιστα. Δε σκέφτηκα να τους χωρίσω, τό'χω ξαναπεί, ποτέ δε χωρίζω ανθρώπους που τσακώνονται, θά'χουν τους λόγους τους κι αυτοί μόνο ξέρουν, μοιραία ωστόσο το βλέμμα μου κινήθηκε προς το καφενείο απέναντι τους, στη δική μου πλευρά. Ποιος Φελίνι και ποιος Μπουνιουέλ! Ένα σμάρι εκδιδόμενων τρανς περίμεναν απ' έξω απ' το καφενείο, το γεμάτο Άραβες που κάπνιζαν αργιλέδες. Δεν ήταν οι τρανς με την εικόνα που ξέρουμε. Δύο απ' αυτές κάρφωναν την ένεση με το λάστιχο στο μπράτσο. Μία άλλη γελούσε υστερικά με τους ξένους που δέρνονταν και τα λειψά δόντια φαίνονταν μέσα από το ανοιχτό στόμα της. Ξέχασα τη δουλειά μου, κοντοστάθηκα και χάζευα το αλλοπρόσαλλο αυτό σκηνικό δίχως κανείς να μου δίνει σημασία. Υπήρχαν και καμιά δυο άλλες, τραβεστί αυτές, με έντονα βαμμένα πρόσωπα και αποκριάτικες περούκες. Ένας μαυριδερός τυπάς, νταβατζής προφανώς, πετάχτηκε από το καφενείο με τέτοια φόρα που κόντεψε να με παρασύρει, όρμηξε πάνω στη μία τραβεστί και της έβγαλε την περούκα, βρίζοντας στα ελληνικά αυτή τη φορά...Έπρεπε να φύγω, δεν είχα πολλή ώρα για την παράσταση. Πετάχτηκα στο απέναντι πεζοδρόμιο, πήρα μια κόκα - κόλα από το ψιλικατζίδικο, ο Πακιστανός πρόθυμα μού χάλασε το εικοσάευρω και κατηφόρισα γρήγορα - γρήγορα προς το θέατρο.
Όταν τελείωσε η παράσταση, προθυμοποιήθηκα να συνοδεύσω την Κουμαριανού μέχρι να βρει ταξί. Μας αρέσει να περπατάμε κάθε φορα με την Εύα και να κουβεντιάζουμε, να κάνουμε αποτίμηση του τι έγινε πάλι στο θέατρο με το έργο. Απόψε, όμως, είχα σκιαχτεί με το όλο σκηνικό που περιέγραψα πιο πάνω. Μου βγήκε μια τάση να προστατεύσω την Εύα - πόσο γελοίο ακούγεται - την Εύα, πού'χει φάει το πεζοδρόμιο με το κουτάλι. ''Μην πας από κει'' της είπα ''και στην πέσουν τα πρεζάκια''. Με κοίταξε η Εύα καλά - καλά. ''Μα τι λες'' μου απάντησε με την απορία του κόσμου όλου, ''τι να μου κάνουν εμένα όλοι αυτοί; Δεν έχεις καταλάβει πως νταλαβερίζεσαι με έναν άνθρωπο της νύχτας;'' Δεν αντέδρασα. ''Σ' αγαπάω, Εύα'' της είπα μόνο, την έβαλα στο ταξί κι ακόμα θυμάμαι τα μάτια της κάτω από το βαρύ μέικ απ που με κοιτούσαν με την ίδια απορία...

2 σχόλια:

Maria_Adouaneta (Δε με λενε Μαρία) είπε...

Εννοείται θα περπατήσουμε τη Σατωβριάνδου μια νύχτα ε;

BOSKO είπε...

Maria_Adouaneta (Δε με λενε Μαρία)...
Έλα εσύ κατά δω και παντού θα πάμε!