Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

Η Τάνια Τσανακλίδου/ Έμι και ο Κωστής Καλλιβρετάκης/ Αλί στο, κατά Σίμο Κακάλα, ''Ο φόβος τρώει τα σωθικά'' του Φασμπίντερ στο Θέατρο Τέχνης

Ας ξεκινήσω μ' αυτό: Η ταινία ''Ο φόβος τρώει τα σωθικά'' (1974) είναι μία από τις πιο αγαπημένες μου, όχι μόνο από τη φιλμογραφία του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, αλλά και από καταβολής κινηματογράφου γενικότερα. Μία ταινία που την ξέρω απ' έξω σχεδόν δίχως καμία υπερβολή, αφού, προ 20ετίας τουλάχιστον που την είχα πρωτοδεί, με είχε εντυπωσιάσει με τον μελοδραματικό και έντονα αντιρατσιστικό χαρακτήρα της. Επομένως, είχα πραγματική περιέργεια και μια αγωνία, η αλήθεια είναι, για το πώς θα μεταφερόταν στη σκηνή ενός θεάτρου από ένα νέο σκηνοθέτη με καλό όνομα στο χώρο και με μια ιδιαίτερα κοσμαγάπητη πρωταγωνίστρια. ''Ο φόβος τρώει τα σωθικά'' δεν είναι μία ταινία δωματίου, όπως λόγου χάριν είναι ''Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ''. Δεν έχει καν δύο-τρία πρόσωπα μόνο να συνομιλούν και να βγάζουν τα εσώψυχά τους. Αντιθέτως, είναι μία ταινία με το πρωταγωνιστικό ζεύγος των Έμι - Αλί στο επίκεντρο και γύρω τους ένα σμάρι σκατόψυχων ανθρώπων: Τις καθαρίστριες συναδέλφισσες της Έμι, τα ίδια της τα παιδιά, τους Άραβες φίλους του Αλί στο μπαρ, τη Γερμανίδα γκόμενα του, τον ρατσιστή μπακάλη της γειτονιάς κ.α. 
Έπειτα είναι και οι πολλοί χώροι που διεξάγεται δραματουργικά η ταινία, από το μπαρ που συνευρίσκονται ο Αλί με την Έμι και τους φίλους του, το διαμέρισμα της Έμι, το σπίτι των παιδιών της, τη γερμανική μικροαστική πολυκατοικία, το κυριλέ εστιατόριο, το μπακάλικο, έως και την κλινική που μεταφέρεται ο Αλί με κρίση στομαχικού έλκους στο τέλος τόσο της ταινίας, όσο και της παράστασης. Θα χαρακτήριζα σχεδόν άθλο το πώς μπόρεσε ο σκηνοθέτης Σίμος Κακάλας να ''φορέσει'' όλα αυτά τα πρόσωπα σε πέντε μόνο ηθοποιούς επί σκηνής (με εξαίρεση την Τάνια Τσανακλίδου/ Έμι ως και ο Κωστής Καλλιβρετάκης/ Αλί γίνεται κάποια στιγμή Γιουγκοσλάβα καθαρίστρια) και να ''χωρέσει'' όλους αυτούς τους χώρους στο ένα και μοναδικό ευμετάβλητο σκηνικό του Αντώνη Δαγκλίδη. 
Κάτι τέτοιο, λοιπόν, απαιτεί γρηγοράδα μαζί με παύσεις που θα βοηθήσουν το πέρασμα από τη μία σκηνή στην άλλη δίχως να χαθεί η μπάλα, που λένε. Οι ηθοποιοί αλλάζουν ρούχα στη σκηνή μπροστά στους θεατές, φοράνε στο κεφάλι χαρτοσακούλες ως άλλοι ρατσιστές της Κου Κλουξ Κλαν και μαύρα προσωπεία πάνω στις ίδιες σακούλες για να γίνουν πρόσκαιρα οι Άραβες φίλοι του Αλί. Μοιραία ο θεατής γελάει - όταν δεν χαμογελάει απλά - και το δράμα μειώνεται, το συναίσθημα υποσκελίζεται από τα σκηνοθετικά ευρήματα και αυτομάτως έχουμε μία καινούργια φρέσκια άποψη πάνω στη γραμμική φιλμική αφήγηση του Φασμπίντερ. Διότι, ως γνωστόν ο μακαρίτης αυτό που πρότεινε και που άλλαξε εν πολλοίς το νέο γερμανικό κινηματογράφο, από το 1960 και μετά, ήταν κυρίως τα θέματα του και όχι η αντίληψη του για την κάμερα και το πλανάρισμα του. Επιπλέον, έτσι όπως ο Κακάλας σκηνοθέτησε το συγκεκριμένο έργο του, το μήνυμα παραμένει εύληπτο και εξαιρετικά επίκαιρο: Μην ξεχνάμε πως ζούμε στο 2017 που οι επιθέσεις κατά των ξένων στη Γερμανία επανήλθαν στο προσκήνιο μαζί με τους νοσταλγούς του Χίτλερ - κάτι που θα ήταν εφιαλτικό όνειρο το 1979, το 1986 ή το 2000, δηλαδή κατά τη διάρεια αυτών των 43 χρόνων που η ταινία ταξιδεύει στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου. Υπό αυτή την έννοια θεωρώ επιτυχημένο που το ''love song'', το οποίο ενώνει ερωτικά την Έμι και τον Αλί είναι το all time classic ''Careless whisper'' των WHAM, όπως και το ότι ο Αλί παίζει με το κινητό του τηλέφωνο αμήχανα, όποτε βιώνει τα ρατσιστικά σχόλια του περίγυρού του. Παρόλο λοιπόν που τα κοστούμια της Claire Bracewell παραπέμπουν περισσότερο στα 70s, η παράσταση στο σύνολο της είναι άχρονη, όπως ακριβώς άχρονος είναι τελικά και ο ρατσισμός στις ψυχές των ανθρώπων. Υπάρχουν ακόμα δύο σκηνές που θα ήθελα να ''σταθώ'' από την παράσταση: Η μία την αποφορτίζει από το βαρύ κοινωνικό και ιδεολογικό της υπόβαθρο και η άλλη έχει έναν απώτερο σκοπό ύπαρξης. Η πρώτη είναι όταν η Έμι και ο Αλί δηλώνουν την επιθυμία τους να φύγουν απ' όλα και απ' όλους για λίγες μέρες. Μία κουρτίνα ανοίγει και αυτοί πλάτη στο κοινό, όπως και οι άλλοι τρεις ηθοποιοί, αγναντεύουν μια τουριστική ρεκλάμα της λίμνης Στάιν. Θα μπορούσε βέβαια το αλπινιστικό τραγούδι να ακούγεται πολύ λιγότερο απ' ότι το ακούσαμε, να μην άγγιζε εν ολίγοις την κωμωδία η όλη κατάσταση, αλλά είπαμε...Είναι τόσο βαριά η πραγματικότητα που βιώνουν τα δύο κεντρικά πρόσωπα, είναι τόσο νοσηρό το κλίμα της ξενοφοβίας και του μίσους απέναντι τους, ώστε ο Κακάλας θεώρησε σωστό να ''ξεκουράσει'' τον θεατή, να τον κάνει να ''ανασάνει'' προτού Έμι και Αλί επιστρέψουν στους φυσιολογικούς ρυθμούς τους και βρεθούν ξανά αντιμέτωποι με τους ρατσιστές. Η δεύτερη σκηνή είναι όταν η Δήμητρα Κούζα/ Γερμανίδα γκόμενα του Αλί και ιδιοκτήτρια του μπαρ περιφέρεται απ' άκρη σ' άκρη του θεατρικού stage χορεύοντας λάγνα στους ρυθμούς του ''Silence is sexy'' των Einstürzende Neubauten, αυτής της αριστουργηματικής new wave μπάντας που ιδρύθηκε στο Βερολίνο το 1980. Η σκηνή καταλήγει σε ένα άγριο υποφωτισμένο γαμήσι μεταξύ εκείνης και του Αλί με το μήνυμα να είναι και πάλι εύληπτο: Τα δύο αυτά πρόσωπα δεν κάνουν έρωτα με συναίσθημα, όπως συμβαίνει με τον Αλί και την Έμι στον αντίποδα. Δεν έχουν καμία ψυχική ανάγκη περαιτέρω επικοινωνίας, αλλά καλύπτουν τη γενετήσια ορμή τους και ικανοποιούν το ένστικτό τους, γι' αυτό και ο ανύπαρκτος από μηχανής θεός προστάζει την επανένωση των ''καταραμένων'', της Έμι και του Αλί εν προκειμένω. 
Πάμε τώρα και στο υποκριτικό - ερμηνευτικό κομμάτι της παράστασης: Γνωρίζω από πρώτο χέρι πως η Τάνια Τσανακλίδου μελέτησε πολύ την ταινία του Φασμπίντερ και την όλη παρουσία της πρωταγωνίστριας Μπριγκίτε Μίρα. Κι αν η ίδια παραμένει γοητευτική και ερωτική στα 60 τόσο της, εν αντιθέσει με την ασχημούλα φασμπιντερική πρωταγωνίστρια, πολύ σωστά υιοθέτησε αυτή την αφέλεια στο λόγο και τις κινήσεις της, αναδεικνύοντας το φόβο μα και την τόλμη τελικά μιας μικροαστής καλόψυχης γυναίκας απέναντι στον απρόσμενο και κοινωνικά καταδικαστέο έρωτα. Όσο συμπαθητική αποφαίνεται η Μίρα στην ταινία, άλλο τόσο συμπαθητική αποφαίνεται και η Τσανακλίδου στην παράσταση - θα πρόσθετα μάλιστα πως η δραματική σε ορισμένα σημεία ερμηνεία της ξαναδίνει στο, φορτωμένο από τα προαναφερθέντα σκηνοθετικά ευρήματα, έργο τον απαραίτητο δραματικό χαρακτήρα του. Ειλικρινά, όταν προς το τέλος του έργου αυτοπροσδιορίζεται ως ''γριά'' μπροστά στον νεαρό ξένο σύζυγο της, με παρέπεμψε σε εκείνη την επληκτική συνέντευξη που μου είχε δώσει τον Ιανουάριο του 2016 για τη LIFO: ''Ντράπηκα που είχα σχέση με έναν άνδρα, ένα αγόρι, την ίδια ώρα που έβλεπα νά'χουν κρεμάσει τα μούτρα μου'' μου είχε πει τότε...Το ίδιο σχεδόν που λέει και στον Αλί, συγχωρώντας του την απιστία να πάει με μιαν άλλη νεότερη της γυναίκα! ''Δε χάθηκε κι ο κόσμος'' είναι τα λόγια της προτού αγκαλιαστούν και ξεπεράσουν ακόμα μία δοκιμασία στη σχέση τους. Εξαιρετικός ως Αλί και ο Κωστής Καλλιβρετάκης χωρίς περιττές εξάρσεις στην ερμηνεία του. Είναι απλά ο ξένος Άραβας που γνωρίζει το πιο σκληρό πρόσωπο των Γερμανών και τη ζεστασιά στο πρόσωπο της Έμι. Χαρακτήρας πράος που προσπαθεί να επιβιώσει κυριολεκτικά με έντονη την επιθυμία του να αγαπηθεί και να αγαπήσει κι αυτός. Παρακολουθώντας τον Καλλιβρετάκη να παίζει δίπλα στην Τσανακλίδου, ήμουν σίγουρος πως θά'χε εξίσου μελετήσει πολύ και σοβαρά την ερμηνεία του El Hedi Ben Salem στην ταινία του Φασμπίντερ. Τελικά, όπως με ενημέρωσε ο ίδιος αμέσως μετά, όχι μόνο είχε πράγματι μελετήσει τον αδικοχαμένο Άραβα ερασιτέχνη ηθοποιό και εραστή του Φασμπίντερ, αλλά είχε προλογίσει και το, γυρισμένο γι' αυτόν, ντοκιμαντέρ της Γερμανο-αιγύπτιας σκηνοθέτιδας Viola Shafik! Συγχαρητήρια αξίζουν και στους τρεις υπόλοιπους ηθοποιούς της παράστασης, την Δήμητρα Κούζα, την Ειρήνη Κότσιφα και τον Κωνσταντίνο Μωραΐτη, εφόσον δεν είναι και ότι πιο εύκολο να υποδύεται από τρία και τέσσερα πρόσωπα ο καθένας τους μέσα σε μιάμισι ώρα και όλα να κυλούν άψογα! Εν κατακλείδι, δεν ξέρω πως θα μου φαινόταν η θεατροποίηση μιας τόσο αγαπημένης μου - επαναλαμβάνω - ταινίας, αν δεν έπεφτε στα χέρια του Σίμου Κακάλα ή αν δεν βρίσκονταν οι συγκεκριμένοι ηθοποιοί στη διανομή. Ό,τι είδα μού άρεσε, κατάφερε να με συγκινήσει και να με κάνει αυτή τη στιγμή να γράφω κάτι πού'χα ξαναγράψει στο κοντινό παρελθόν: Πολύ απλά η κεντρική ιδέα της ιστορίας του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ επαναλαμβάνεται και ο φόβος τρώει ακόμη τα σωθικά. Ας μείνουμε σ' αυτό κι ας το παλέψουμε όσο μπορούμε! 
 * Το έργο ''Ο φόβος τρώει τα σωθικά'' του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ σε σκηνοθεσία Σίμου Κακάλα ρίχνει αυλαία μεθαύριο, Κυριακή 12 Μαρτίου. Απομένουν τρεις τελευταίες παραστάσεις για απόψε, αύριο και την Κυριακή στο Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν - Υπόγειο (Πεσμαζόγλου 5, Αθήνα). Τιμή εισιτηρίου: 10 ευρώ
 ** Στην παράσταση πήγαμε με την Ανδριάνα Μπάμπαλη που δεν είχε μια φωτογραφία μαζί με την Τάνια Τσανακλίδου και πολύ την ήθελε! ''Πες της το ότι εσύ θες φωτογραφία'' ενημέρωσα την Ανδριάνα, ''γιατί εμένα με πρήζει που όλο φωτογραφίες βγάζω''...Και η Τάνια μού το είπε πάλι: ''Άσ' τα αυτά, ρε, δική σου ιδέα είναι να φωτογραφηθούμε''. Τελικά, όμως, τη βγάλαμε μία φωτογραφία να την έχουμε για το αρχείο μας και να θυμόμαστε το πέρασμα μας από το ιστορικό υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης την 9η Μαρτίου του 2017, από τις 9 έως τις 11 το βράδυ.
Ντράπηκα που είχα σχέση με έναν άνδρα, ένα αγόρι, την ίδια ώρα που έβλεπα να 'χουν κρεμάσει τα μούτρα μου. Πηγή: www.lifo.gr
Ντράπηκα που είχα σχέση με έναν άνδρα, ένα αγόρι, την ίδια ώρα που έβλεπα να 'χουν κρεμάσει τα μούτρα μου. Πηγή: www.lifo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: