Σάββατο 24 Μαρτίου 2018

Αγαπημένοι φίλοι και σημαντικοί καλλιτέχνες κάθε Παρασκευή στη Φάμπρικα και στην παράσταση ''Την λένε Εύα''

 Γιάννης Μαθές - Εύα Κουμαριανού - Μάνος Σαγκρής
 Γιώτα Νέγκα - Ανδριάνα Μπάμπαλη - Φοίβος Δεληβοριάς - Γιώργης Χριστοδούλου
 Γιώτα Γιάννα - Ελένη Παπουτσάκη
 Φώτης Σεργουλόπουλος - Θέμης Καραμουρατίδης
 ΚΥΡ - Εύη Κυριακοπούλου
 Σοφία Αρβανίτη - Φώτης Σεργουλόπουλος - Φοίβος Δεληβοριάς 
 Σοφία Αρβανίτη - Εύα Κουμαριανού - Γιώτα Γιάννα
 Εύα Κουμαριανού - Φοίβος Δεληβοριάς 
Αναστάσιος Στέλλας - Γιώτα Νέγκα - Φοίβος Δεληβοριάς - Κατερίνα Κυρμιζή - Σοφία Αρβανίτη - Bosko - Γιώτα Γιάννα - Γιώργης Χριστοδούλου - Θέμης Καραμουρατίδης - Ανδριάνα Μπάμπαλη - Παντελής Θεοχαρίδης
Νίκη Σερέτη - Μαριλού Φραγκιαδάκη - Φώτης Σεργουλόπουλος - Εύα Κουμαριανού - Φωτεινή Μπαξεβάνη

* Ευχαριστούμε όλους τους φίλους σημαντικούς καλλιτέχνες που γεμίζουν κάθε Παρασκευή το θεατράκι της ''Φάμπρικας'' στον Κεραμικό. ''Την λένε Εύα'' και θα συνεχίσει και μετά το Πάσχα με μία παύση τη Μ. Παρασκευή. 

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2018

''Είμαι'': Η μουσικοθεατρική παράσταση - group therapy του Ζαχαρία Καρούνη και του Χρήστου Δήμα στις ''Ροές''

Θα μπορούσε κανείς να έχει πολλές επιφυλάξεις για τη μουσικο-θεατρική παράσταση του ερμηνευτή και τραγουδοποιού Ζαχαρία Καρούνη στο θέατρο ''Ροές'': Ο Καρούνης καταρχάς δεν έχει την τεράστια δισκογραφία, ούτε και τα ''άπειρα'' χρόνια στο χώρο, ώστε να δικαιολογείται μία παράσταση αυτοβιογραφική. Να το έκανε αυτό ο Νταλάρας, λόγου χάριν, να μη μπορούσες να έλεγες κουβέντα ή, τέλος πάντων, ένας άλλος τραγουδιστής με μιαν ανάλογη ιστορία. Ο Καρούνης, ωστόσο, δεν το έστησε όλο αυτό στο Παλλάς ή στο Μέγαρο Μουσικής, ξερωγώ, αλλά σε μία εναλλακτική και ταπεινή σκηνή της Αθήνας χωρητικότητας 200 ατόμων. Έπειτα, ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης ποτέ δεν ανήκε στους υπερπροβεβλημένους από τα ΜΜΕ, επομένως αυτή του η κίνηση περιορίζεται μάλλον σε ένα στενό κύκλο ανθρώπων που γνωρίζουν την πορεία του και τον παρακολουθούν όσα χρόνια δραστηριοποιείται στη μουσική. Κι όμως! Ο Ζαχαρίας Καρούνης έστησε κάτι εντυπωσιακά μοναδικό, θα έλεγα, με τη συμβολή του Χρήστου Δήμα στα βίντεο και στην όλη εμπνευσμένη σκηνοθεσία. Ευθύς αμέσως σταχυολογώ τα στοιχεία εκείνα που κάνουν ακριβώς μοναδική και πρωτότυπη την παράσταση του:
Ο τίτλος ''Είμαι'', για τον οποίο επίσης θα μπορούσαν να υπάρχουν ενστάσεις, δηλώνει απόλυτα το περιεχόμενο. ''Είμαι'' δηλώνει ο Καρούνης, ''Είναι'' ή, για την ακρίβεια, ''Είναι όλα αυτά μαζί'' θα απαντούσαν οι θεατές του, που για μιάμιση ώρα παρακολούθησαν ένα οδοιπορικό της μέχρι τώρα ζωής του, από τα παιδικά του χρόνια στη Λακωνία, την εμπλοκή του με την παραδοσιακή και τη βυζαντινή μουσική, το συνταξίδεμα του με σημαντικούς καλλιτέχνες (από τη Δόμνα Σαμίου μέχρι τον Σταύρο Ξαρχάκο), ακόμη και τις πιο προσωπικές του στιγμές, είτε αυτές είναι οι συντροφικές του σχέσεις, είτε οι κρίσεις πανικού - ποιος καλλιτέχνης, αλήθεια, δεν έχει περάσει από το λούκι των κρίσεων πανικού; Ήταν και το κομμάτι της παράστασης που εγώ ταυτίστηκα περισσότερο!
Η παράσταση είναι ένα κράμα λαογραφίας, ιστορίας της μουσικής, πρωτότυπης αφήγησης σε α' πρόσωπο, ψυχολογίας και ενδοσκόπησης όλων των πραγμάτων - όλων, όμως! Τίποτα, καμία ατάκα από το κείμενο, δεν ακούγεται τυχαία κι έτσι οι ιστορίες του ερμηνευτή μαζί με τα εμβόλιμα τραγούδια και τα βίντεο από τη γιγαντοοθόνη συνθέτουν το παζλ ενός βίου που θα μπορούσε να είναι και βίος του καθενός ανθρώπου με ευαισθησίες και καλλιτεχνικές ανησυχίες. 
Εξαιρετική η επιλογή των τραγουδιών! Παραδοσιακά και βυζαντινοί ύμνοι, όπως δηλαδή μας συστήθηκε ο Καρούνης, για να περάσει εν συνεχεία στο ρεπερτόριο των αμιγώς έντεχνων συνθετών, με τους οποίους συνεργάστηκε στις συναυλίες και στη δισκογραφία. Ακούγονται, έτσι, το ''Μάνα μου Ελλάς'' των Ξαρχάκου - Γκάτσου, το ''Ζεϊμπέκικο (Μ' αεροπλάνα και βαπόρια)'' του Σαββόπουλου, το ''Πάτωμα'' των Κραουνάκη - Νικολακοπούλου, αλλά και το ''Ο άνθρωπος μπορεί'' από την προτελευταία δισκογραφική συνεύρεση του με τον νέο συνθέτη Σπύρο Παρασκευάκο. Εννοείται πως τη μερίδα του λέοντος καταλαμβάνουν τα πρόσφατα τραγούδια του σε δικές του μουσικές και σε στίχους του Χρίστου Γ. Παπαδόπουλου και του αδερφού του, Γιάννη Καρούνη. 
Είναι φανερό πως ο Καρούνης έχει πια την ευχέρεια του ηθοποιού, κάτι που ενδεχομένως αν όχι να το κατέκτησε, τουλάχιστον να το εξάσκησε καταλλήλως δίπλα στη Δέσποινα Μπεμπεδέλη και την περσινή άκρως επιτυχημένη παράσταση τους για τη Φιλιώ Χαϊδεμένου. 
Τα πλάνα, με τα οποία ο έμπειρος Χρήστος Δήμας έντυσε την εξιστόρηση της πορείας του, φέρουν 100% τη σφραγίδα του συγκεκριμένου σκηνοθέτη: Χέρια που ζυμώνουν, η ηλικιωμένη Μανιάτισσα που πλένει το σώμα του νεκρού, ένα περιστρεφόμενο δέντρο, η διαδικασία μιας αγιογράφησης, η ακίνητη φιγούρα του Καρούνη, άλλοτε μέσα στα ανθισμένα τοπία της γενέτειρας του και άλλοτε στην ταράτσα του σπιτιού του στην Αθήνα - κομμάτια δηλαδή της σταθερής σκηνοθετικής γραμμής του Δήμα που τον έχουν αναγάγει σε έναν λαϊκό διανοούμενο κινηματογραφιστή. Αυτό που είδα με έκανε να συνειδητοποιήσω για μία ακόμη φορά τους λόγους που μου αρέσει το πιο προσωπικό σινεμά του Δήμα, η μόνιμη γείωση του με το χώμα του δικού του τόπου, οι μεταφυσικές τάσεις του που συχνά έχουν τις ρίζες τους στη λαογραφία και ένα ποιητικό εθιμοτυπικό, ακόμη και η ικανότητα του να αναδεικνύει τον ερωτισμό των πιο τσακισμένων ανθρώπινων σωμάτων λίγο πριν τον ενταφιασμό τους. 
Ο Δήμας ξορκίζει τον θάνατο κάθε φορά και αυτό κατάφερε τώρα με την παράσταση του Καρούνη, στην οποία το στοιχείο της απώλειας είναι έντονο, αν και το Φως νικάει ως κύριο ζητούμενο! Για το τέλος, δε, μας πρόσφερε ακριβές ποιητικές εικόνες, βάζοντας τον Καρούνη να κρατάει ένα αναμμένο κερί με φόντο το υγρό στοιχείο και την παντοδυναμία του νερού. Ένα φινάλε που σίγουρα χρωστά πολλά στη ''Νοσταλγία'' του Ταρκόφσκι! 
Τέλος, αυτό που κατάφερε ο Ζαχαρίας Καρούνης είναι το εξής: Φεύγοντας από την παράσταση, αισθάνεσαι πως ίσως να μην γνώρισες τόσο καλά τον ίδιο, όσο τον εαυτό σου και κανέναν άλλο! Συνθήκη σπανιότατη βάσει της ταύτισης κοινού και καλλιτέχνη. Έτσι, η παράσταση ξεπερνά τον σκόπελο μιας αυτοβιογραφίας και γίνεται μάθημα αυτογνωσίας στα όρια μιας άτυπης ψυχανάλυσης, ένα group therapy στην ουσία, όλο μνήμες, εσωτερικές εντάσεις και, φυσικά, πολύ τραγούδι! 
Δηλώνω ειλικρινώς εντυπωσιασμένος και χαρακτηρίζω το ''Είμαι'' σαν μία από τις πιο επιτυχημένες - από καλλιτεχνικής άποψης - μουσικοθεατρικές παραστάσεις που έχω παρακολουθήσει τα τελευταία χρόνια!
Τον Ζαχαρία Καρούνη συνοδεύουν επί σκηνής ο Θόδωρος Κουέλης στο κοντραμπάσο, ο Κωνσταντίνος Καλατζής στα κρουστά, ο Νίκος Βελώνιας στο πιάνο και ο Δημήτρης Μπρέντας στο κλαρίνο, στη γκάιντα και στο καβάλ.
* Η παράσταση ''Είμαι'' ολοκληρώνεται την ερχόμενη εβδομάδα (Δευτέρα 26 & Τρίτη 27 Μαρτίου) στο θέατρο ''Ροές'' (Ιάκχου 16, Κεραμικός)

Τρίτη 20 Μαρτίου 2018

Τζένη Βάνου - Φωτεινή Δάρρα: Σημειώσατε 3 - 0

Η Φωτεινή Δάρρα θα πρέπει να είχε μεγάλο άγχος για τη χθεσινή πολυδιαφημισμένη παράσταση με τα τραγούδια της Τζένης Βάνου στο Παλλάς. Αυτό δηλαδή μαρτυρούν τα λόγια της, με τα οποία έκλεισε τη βραδιά, αμέσως αφού παρουσίασε τους συνεργάτες της και ευχαρίστησε όλα τα ΜΜΕ και τα socal media που τη στήριξαν. ''Δόξα τω θεώ, είχαμε κόσμο'' είπε συγκεκριμένα. Η αλήθεια είναι πως το Παλλάς χθες είχε πολύ κόσμο, όχι αυτό που λέμε φίσκα, αλλά σίγουρα υπήρχαν άνθρωποι που βρέθηκαν εκεί είτε για την ίδια, είτε για το ίνδαλμα τους, τη μακαρίτισσα Τζένη Βάνου. Ας τα πάρουμε τα πράγματα απ' την αρχή: Η παράσταση ξεκίνησε στις 9 ακριβώς χωρίς να υπάρχουν ουρές στο ταμείο του Παλλάς, δηλαδή και το εισιτήριο μου εξασφάλισα άμεσα και το ίδιο άμεσα έπιασα τη θέση μου, την οποία εγκατέλειψα αμέσως μετά το διάλειμμα για να πιάσω ανενόχλητος μιαν άλλη, πιο κοντά στη σκηνή. Κοινώς, άπαξ και δεν καθόσουν μπροστά - μπροστά με τους VIPS, μπορούσες άνετα να μετακινηθείς για νά'χεις την όσο το δυνατόν καλύτερη θέαση. 
Η γιγαντοαφίσα με τα πρόσωπα της Βάνου και της Δάρρα ήταν το πρώτο πράγμα που είδαμε μέχρι να ανοίξει η αυλαία και να εμφανιστεί η ορχήστρα, τοποθετημένη επιβλητικά θα έλεγα, σε ένα σκηνικό διάκοσμο που παρέπεμπε στην παράσταση κάποιας μεγάλης jazz τραγουδίστριας του παρελθόντος. Αριστερά και δεξιά της σκηνής υπήρχαν δύο σαλονάκια εποχής, τα οποία, αν και δεν σχετίζονταν με τα τεκταινόμενα της υποτυπώδους θεατρικής δράσης, βοήθησαν σίγουρα την ερμηνεύτρια να στηθεί και κάπως αλλιώς, πέραν της θέσης της μπροστά στο μικρόφωνο. Ένα σκηνικό, εν ολίγοις, λιτό και ταιριαστό που κατάφερε να δημιουργήσει και ένα κλίμα εποχής, εισάγοντας τον θεατή στις πιο ένδοξες ''big band'' στιγμές της Βάνου. Τα προβλήματα ξεκίνησαν όταν η Δάρρα μιλούσε πότε σε α' πρόσωπο, ως Τζένη Βάνου αυτοπροσώπως δηλαδή, και πότε σε γ' πρόσωπο, ως οικοδέσποινα της βραδιάς. Αδυνατώ να καταλάβω γιατί καθ'όλη τη διάρκεια της παράστασης, δεν συνέβη μόνο το πρώτο ή μόνο το δεύτερο. Αμηχανία μάλλον καθώς δεν ήταν λίγοι εκείνοι που κατακεραύνωναν τη Δάρρα τις προηγούμενες μέρες ότι ''θέλει να γίνει Βάνου στη θέση της Βάνου''...Προσωπικά, δεν με ενόχλησε ιδιαίτερα όλο αυτό, καθώς η βραδιά, όπως ήδη έγραψα, διέθετε κλίμα και ήταν σαφές και ξεκάθαρο: Παρακολουθούσαμε ένα αφιέρωμα στη Τζένη Βάνου με την πρωταγωνίστρια Φωτεινή Δάρρα να πλησιάζει και να αποστασιοποιείται ταυτόχρονα από την περσόνα της. Διότι, επίσης ξεκάθαρο ήταν ότι η παράσταση που βλέπαμε, προοριζόταν για μία κανονική θεατροποίηση του βίου της Βάνου που κουτσουρεύτηκε στην πορεία, κρατώντας το στοιχείο του τραγουδιού με μερικά εμβόλιμα σκετσάκια και πληροφορίες, τα οποία οι κειμενογράφοι τσίμπησαν έως και από το διαδίκτυο. Το επεισόδιο, λόγου χάριν, με τον Μάνο Χατζιδάκι που αποκάλεσε κάποτε στη Νέα Υόρκη ''ανόητη'' την Βάνου, επειδή είχε αρνηθεί τη συνεργασία του, είναι μία ιστορία που είχα την τύχη να μου αφηγηθεί το 2007 η ίδια η Βάνου on camera κιόλας και να τη δημοσιεύσω στο επιθανάτιο αφιέρωμα της στη LIFO. Δεν γνωρίζω αν ήμουν ο πρώτος που τό'χα γράψει, γιατί μιλάμε για ένα μάλλον γνωστό περιστατικό στην πορεία της μεγάλης τραγουδίστριας. Ως εδώ καλά, no problem! 
Φάουλ - χοντρό μάλιστα - ήταν που η Δάρρα, προτού αποδώσει το ''Ξύπνα αγάπη μου'', μας πληροφόρησε πως είναι τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι, ενώ φυσικά πρόκειται για σύνθεση του Γιαννίδη σε στίχους του Πρετεντέρη, τεράστια επιτυχία της Μούσχουρη. Θέλω να πιστεύω πως η παραπληροφόρηση οφειλόταν στο τρακ της Δάρρα επί σκηνής και όχι στους κειμενογράφους που έγραψαν άλλα αντ' άλλων...Πάμε τώρα επί του παπλώματος, το αμιγώς τραγουδιστικό μέρος δηλαδή. Η Δάρρα έχει φωνητικές ικανότητες! Η τοποθέτηση της φωνής της ήταν ολόσωστη, συνεπικουρούμενη κι από την άψογη δουλειά του Παπαχριστούδη στον τομέα των jazzy - lounge ενορχηστρώσεων. Εκείνο, το οποίο πρέπει να χαλιναγωγήσει, είναι η υπερβολή της και οι δραματικές κορόνες της, καθώς νομίζει ότι οι ''Χίλιες βραδιές'' και τα υπόλοιπα τραγούδια, που σφράγισε η Βάνου, πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν άριες του Βέρντι τουλάχιστον. Μία φωνητική επιδειξιομανία, θα έλεγα, που αποσκοπούσε στον εντυπωσιασμό - επιτυχημένα ίσως, αφού κέρδιζε το χειροκρότημα της αίθουσας σε τακτά διαστήματα. Το πρόβλημα της Δάρρα δεν είναι το φωνητικό εύρος - αυτό τό'χει κατακτήσει τόσα χρόνια κοντά στον Δημήτρη Παπαδημητρίου - αλλά η άρθρωση της που ακούγεται λες και θέλει να λανσάρει...σχολή δική της: Τα φωνήεντα ''α'' και ''ο'' δεν υπάρχουν για τη Δάρρα! Το ''Αγόρι μου'' ξανακούστηκε ως ''Αγάρι μου'', αλλά - μεταξύ μας - δεν είδα να ενοχλείται και κανείς απ' όσους βρίσκονταν στο Παλλάς. Μάλιστα, σε πηγαδάκι έξω στο διάλειμμα, διαφώνησα με έναν κύριο που επέμενε πως η τραγουδίστρια με τον τρόπο ερμηνείας της κατέστρεφε τους στίχους των τραγουδιών: ''Μια χαρά ακούμε τους στίχους'' του είπα, ''απλά τους ακούμε λάθος''. Και η συζήτηση έληξε εκεί...Ξαναπάω στα κείμενα και λέω πως με ενόχλησε που κάποιοι δημιουργοί παρακάμφθηκαν. Ας πούμε, προλογίζοντας το θρυλικό τραγούδι ''Σ' αγαπώ'' από την ταινία του Φώσκολου, η Δάρρα μας είπε πως απλά φώναξαν τη Βάνου να το τραγουδήσει, το έκανε, πήρε 300 δραχμές και έφυγε. Ναι, αλλά ποιος της τό'δωσε; Ο Φούφουτος; Ο Μαμαγκάκης της τό'χε χαρίσει, ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες, ο οποίος όμως δεν ''υπήρχε'' καν στην παράσταση έστω σαν μια αναφορά. Άλλο φάουλ αυτό κι όχι τίποτα άλλο, αλλά έτσι θα προσδιδόταν και μία μικρή αίγλη, θυμίζοντας μας πως η Βάνου είχε την τύχη στην καριέρα της να ερμηνεύσει και τραγούδια άλλων, πέραν του Πλέσσα και των ελαφρολαϊκών δημιουργών. Με την ίδια λογική, αν το καλλιτεχνικό - ερευνητικό μέρος ήταν πιο ψαγμένο, θα μπορούσαν να έχουν συμπεριληφθεί στο α' μέρος και το ένα από τα δύο αριστουργηματικά τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη που ηχογράφησε στο ξεκίνημα της η Βάνου. Όπως φάνηκε από το β' μέρος, όμως, η παράσταση στόχευε σε μία λαϊκότητα, στο όριο του λαϊκισμού, μετατρεπόμενη σε λαϊκό ξεφάντωμα με το πιο λαϊκό καψούρικο ρεπερτόριο της τραγουδίστριας. Εκεί ήταν που η Δάρρα ξεσάλωσε πραγματικά από φωνητικής άποψης, θυμίζοντας δυστυχώς όχι την Τζένη Βάνου στο απόγειο της, αλλά γκρινιάρικο βρέφος που του πήραν την κουδουνίστρα. Να το πω αλλιώς, σχεδόν έκλεινα τα αυτιά μου για να αποφύγω την ερμηνευτική υπερβολή της, πνιγμένη στις τσιριδοειδείς ακροβασίες. Κάποια στιγμή επιστρατεύθηκε και ο...Τόλης Βοσκόπουλος στο κομμάτι της συνεργασίας τους με τη Βάνου: Ένας τραγουδιστής απέδωσε την ''Αγωνία'', χωρίς ιδιαίτερες αξιώσεις δίπλα στη Δάρρα, απλά και μόνο για να θυμηθούμε πως κάποτε ο σούπερ σταρ Τόλης απογείωσε την καριέρα της παροπλισμένης Βάνου με ένα αμιγώς λαϊκό ρεπερτόριο. Ο εν λόγω τραγουδιστής ήταν ενταγμένος στο θίασο των ''5 ακόμη ηθοποιών και τραγουδιστών'', που συνόδευαν τη Δάρρα και που δεν υπήρχαν τα ονόματα τους στην αφίσα, κάτι που επίσης προκάλεσε σχόλια από την πρώτη στιγμή. Εν κατακλείδι: Η παράσταση ''Τα τραγούδια της Τζένης Βάνου με τη φωνή της Φωτεινής Δάρρα'' διήρκεσε ακριβώς ένα δίωρο και λειτούργησε ως μία ημιτελής θεατρική προσέγγιση του βίου της με προβλέψιμα και μάλλον κακά κείμενα, αλλά και με μία τραγουδίστρια, η οποία - κακά τα ψέματα - δεν έχει ιδιαίτερη φωνητική σχέση με την καλλιτέχνιδα που υποδύθηκε. Απορίας άξιον είναι, τέλος, πως η Φωτεινή Δάρρα έφαγε την πετριά με τη Τζένη Βάνου και το ελαφρολαϊκό ρεπερτόριο του '60. Δεν είναι τόσα πολλά τα χρόνια, βλέπεις, που από τη συχνότητα του ALTER την ακούγαμε να τραγουδάει το ''Αγόρι μου'' σε καθημερινά διαφημιστικά σποτ. Και είναι εξίσου απορίας άξιον πως μία τραγουδίστρια που ξεκίνησε ως ''λόγια'', ερμηνεύοντας μελοποιημένο Ρίλκε και Αναγνωστάκη (αναφέρομαι στο ''Δελτίο ανέμων'' του Δημήτρη Παπαδημητρίου από το 2004, έναν δίσκο που δεν περπάτησε καθόλου), στράφηκε στο ελαφρολαϊκό ρεπερτόριο (εδώ πάλι αναφέρομαι στο άλμπουμ ''Του έρωτα και της αμαρτίας'' του 2010 με τα τραγούδια της Βάνου). Ας τελειώνουμε με την ιστορία αυτή: Η Φωτεινή Δάρρα θέλει να είναι ''Μαρία Φαραντούρη'' ή ''Νατάσσα Θεοδωρίδου''; Διότι, για να είναι ''Τζένη Βάνου'', θέλει δουλειά πολλή ακόμη.  Νέα είναι, λαμπερή και δημιουργική, αναμένουμε ποιο θα είναι το επόμενο concept που θα σκεφτεί για να στηρίξει τη θέση της στα μουσικά μας δρώμενα!

Δευτέρα 19 Μαρτίου 2018

Δώδεκα λεπτά με την ερμηνεύτρια Στέλλα Σειραγάκη στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής

Μου αρέσουν οι γρήγορες συνεντεύξεις, ακόμη και από το τηλέφωνο, αν ο καλλιτέχνης θέλει να μιλήσει και να ''συστηθεί''. Την έψαχνα τη Στέλλα Σειραγάκη για μία συνέντευξη, λοιπόν, απ' όταν την άκουσα να τραγουδάει στο δίσκο του Λουδοβίκου των Ανωγείων. Δεν είχα καμία αμφιβολία για το ''περιεχόμενο'' της και μάλλον δεν έπεσα έξω. Μία σύντομη κουβέντα κάναμε από το τηλέφωνο, λες και γνωριζόμασταν καλά όμως. Εγώ νιώθω ήδη ότι τη γνωρίζω, όπως της το είπα κιόλας, κλείνοντας το τηλέφωνο. Ελπίζω να τη γνωρίσετε κι εσείς και να την αναζητήσετε, τη στιγμή που η μουσική της Κρήτης δεν έχει πάψει να μας τροφοδοτεί με νέο καλλιτεχνικό αίμα, σπάζοντας το λεγόμενο τοπικιστικό φράγμα τουλάχιστον στο σύνολο της χώρας μας. 
Σε μερικές επισκέψεις μου στην Κρήτη διαπίστωσα ότι το μέρος αυτό είναι και μία αυτόνομη δισκογραφική πιάτσα. Ισχύει ότι κάθε οικογένεια στην Κρήτη βγάζει κι από έναν μουσικό;
Ισχύει, καθώς από παιδιά εδώ μεγαλώνουμε με τη μουσική και το στίχο, υπάρχει στην καθημερινότητα μας. Ακούμε ριζίτικα, Ξυλούρη, χορεύουμε στους γάμους και τα πανηγύρια, οπότε αν κάποιο παιδί θελήσει να μάθει ένα μουσικό όργανο, θα πάει κατευθείαν στη λύρα, στο μαντολίνο ή στο λαούτο και όχι στο πιάνο. Είναι πολύ εμφανές αυτό και το γνωρίζουν φυσικά οι δάσκαλοι στα τοπικά σχολεία.
Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι για έναν καλλιτέχνη που υπηρετεί το Κρητικό μουσικό ιδίωμα να σπάσει το φράγμα του τοπικισμού;
Νομίζω το έχει κάνει ο Ψαραντώνης ήδη.
Ο Ψαραντώνης προέρχεται από μία μεγάλη οικογένεια μουσικών. Αναφέρομαι σε εσάς, τους νεότερους...
Θα έλεγα ότι είναι οι συνθήκες δύσκολες σε γενικό επίπεδο, όχι μόνο για μας που ασχολούμαστε με την Κρητική ή την παραδοσιακή μουσική.
Γράφετε και μουσικές ή είστε αποκλειστικά ερμηνεύτρια;
Όχι, ερμηνεύω μόνο. Είχα την τύχη να με εμπιστευθεί και να με πάρει κοντά του ο Μιχάλης Τζουγανάκης. Κέρδισα πολλά από τον Μιχάλη! Μπορεί να είναι ο καλύτερος λαουτιέρης που έχουμε αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα! Συνεργάστηκα στη συνέχεια με τον Κώστα Βερδινάκη, τον δημιουργό του γνωστού τραγουδιού ''Τούτο το μήνα'', ενώ είπα τέσσερα τραγούδια στον τελευταίο δίσκο του Λουδοβίκου των Ανωγείων. Επίσης συμμετείχα στο CD ''Φεγγαρόκηπος'' του Αντώνη Ζαχαράκη με τη συμμετοχή επίσης πολλών σπουδαίων ερμηνευτών. Αυτόν τον καιρό γράφουμε ένα τραγούδι με τον Βασίλη Σκουλά, με τον οποίο επίσης είχα δουλέψει. 
Ποια είναι τα ακούσματα σας πέραν της Κρητικής μουσικής;
Τώρα θα σας απογοητεύσω λίγο (γέλια). Ελληνικά ακούω, δεν ακούω ξένα. 
Πως κι έτσι;
Αυτά που με τραβάνε τελευταία είναι τα αρμένικα. Ανέκαθεν με έλκυε η Ανατολή. 
Πως αντιλαμβάνεστε το τραγούδι ως μορφή τέχνης;
Είναι μια γέφυρα επικοινωνίας με τον κόσμο. Πρέπει ωστόσο να τα βρούμε εμείς με τον εαυτό μας, γιατί αν δεν τα βρούμε, δεν περνάει κι αυτό κάτω.
Πως τα βρίσκει κανείς με τον εαυτό του;
Εγώ μελετάω πάρα πολύ τον στίχο.  
Φτάνει αυτό;
Έκανα πολλή δουλειά με τον εαυτό μου και όχι μόνη μου. Δεν ξέρω αν καταλαβαίνετε τι εννοώ...
Ψυχανάλυση;
Βέβαια!
Το πιστεύετε ότι το κατάλαβα από τον ήρεμο τρόπο που μιλάτε;
Αλήθεια; 
Τι προσδοκάτε απ' την ενασχόληση σας με τη μουσική;
Θέλω αυτό που κάνω να έχει ουσία. Ίσως ακούγεται κοινότοπο, αλλά το εννοώ! Ότι τραγουδάω δηλαδή, να ευχαριστεί εμένα, να ευχαριστεί εσένα, αλλά νά'χει και κάτι ουσιαστικό να πει. Πάλι, όμως, δεν είμαι της γνώμης να τραγουδάμε μόνο για να αγαλλιάζει η ψυχή μας. Πρέπει να ευχαριστιέται και ο κόσμος κι εμείς παίζουμε συχνά σε μαγαζιά που υπάρχει κατανάλωση αλκοόλ και όλα αυτά...
Έχετε μια καλή εξωτερική εμφάνιση και αναρωτιέμαι πόσο ρόλο παίζει αυτό για κάθε καλλιτέχνη.
Πάντα έπαιζε, νομίζω, αλλά κοιτάξτε: Στα πολύ μεγάλα ταλέντα, που εγώ ούτε κατά διάνοια δεν συγκαταλέγομαι μέσα σ' αυτά, δεν παίζει ρόλο η εμφάνιση, όσο αυτό που εκπέμπουν. Μπορεί να είσαι τεράστιος καλλιτέχνης, αλλά νά'χεις αρνητική αύρα. Κι απ' την άλλη, νά'σαι μικρότερης εμβέλειας, αλλά νά'χεις γλυκιά αύρα και να εκπέμπεις ερωτισμό. 
Θα λέγατε πως συγγενεύετε καλλιτεχνικά με τη Γεωργία Νταγάκη;
Η Γεωργία είναι αξιόλογη καλλιτέχνιδα και τη θαυμάζω πάρα πολύ! Τολμηρή στις επιλογές της με όλο το πακέτο: Παίζει όργανο, λύρα, έχει εξαιρετική φωνή και είναι και όμορφη. 
Έρωτας ή θάνατος;
Το ίδιο κάνει...Ένας μικρός θάνατος είναι ο χαμένος έρωτας. 
Το έχετε βιώσει;
Σε όλο του το μεγαλείο. Μπήκα σε πολύ σκοτεινά μονοπάτια, αλλά βγήκα με τη βοήθεια του ψυχαναλυτή μου. Νιώθω τυχερή που έζησα τον πόνο αυτό, καθώς είναι σαν τον βυθό: Άμα βρεθείς στο βυθό, σου δίνει μια ώθηση για να βγεις προς τα πάνω. 
Θεωρείτε τον εαυτό σας ξεχωριστό;
Όχι...
Ιδιαίτερο, έστω;
Και ποιος δεν είναι ιδιαίτερος; Όλοι είμαστε...
Πείτε μου τα δισκογραφικά σχέδια σας.
Από δισκογραφία έχω μόνο συμμετοχές και όχι κάτι δικό μου ολοκληρωμένο. Τον Μάιο μπαίνω στο στούντιο με διασκευές σε παραδοσιακά τραγούδια. Θα βάλω μέσα και σκόρπια κομμάτια μου από το διαδίκτυο, αλλά και δυο - τρία που μου ετοιμάζει ο Λουκάκης, το ένα ντουέτο με τον Σκουλά.
Σας ευχαριστώ. Νιώθω ότι πλέον σας γνωρίζω.
Εγώ σας ευχαριστώ. Πάρα πολύ. 

Τρίτη 6 Μαρτίου 2018

Για το jam session της Μαρίζας Κωχ με τον Σταμάτη Κραουνάκη και τη Σπείρα - Σπείρα στη ''Σφίγγα''

Τη Μαρίζα τόσα χρόνια τώρα την έχω δει και την έχω ''ζήσει'' δίπλα στην πλειονότητα των Ελλήνων καλλιτεχνών και συναδέλφων της. Με βεβαιότητα λέω, λοιπόν, τώρα πώς η χημεία που είχαν με τον Σταμάτη χθες βράδυ ήταν και για μένα κάτι πρωτόγνωρο. Όχι ότι θα περίμενα κάτι διαφορετικό, δεδομένου του ότι μπορεί οι δρόμοι τους να μην έσμιξαν ποτέ, η αλληλοεκτίμηση τους όμως ήταν και είναι αμοιβαία. 
Τον Σταμάτη αγαπάει πολύ επίσης η Gail Holst, η καλύτερη φίλη της Μαρίζας, και πάντα τον έφερναν στις κουβέντες τους. Κοινή φίλη τους ακόμη είναι η ποιήτρια Ολυμπία Καράγιωργα, που μετέφρασε το Duende του Lorca, το οποίο παίζεται αυτόν τον καιρό στο Θέατρο Τέχνης με τον Κραουνάκη, τον Γεροντίδη και τον Μπουγιώτη. Πέραν αυτών, όμως, ο Σταμάτης φαίνεται να μεγάλωσε κανονικά με τη φωνή της Μαρίζας και τα βινύλια της από τα seventies. ''Ήσουν η αγαπημένη φωνή του πατέρα μου'' της έλεγε χθες ''και οι δίσκοι σου μπαινόβγαιναν στο σπίτι μας''. 
Η αλήθεια είναι πως ο Σταμάτης την τίμησε πολύ τη Μαρίζα εν μέσω του προγράμματος του. Σε κατάσταση trans σχεδόν, της ζήτησε να τραγουδήσει το Fata Morgana. Ο Μπουγιώτης της έδωσε το μικρόφωνο του, η Μαρίζα ξεκίνησε το τραγούδι και ύστερα το κοινό της ''Σφίγγας'' την καταχειροκρότησε! Δεν έμεινε όμως εκεί το πράγμα.
Στη ''Σφίγγα'' ήταν και η Μαρίζα Ρίζου, στην οποία έλεγα τις προάλλες, κατά το γύρισμα της εκπομπής μας για το RISE TV, πως πρέπει οπωσδήποτε να συναντηθούν με την άλλη Μαρίζα, την πρεσβύτερη, την Κωχ! Να που έγινε κι αυτό και μάλιστα σύντομα! Δεν άφηνε η μία την άλλη απ' την αγκαλιά της! Κι όταν η Κωχ πήρε την πρωτοβουλία για ένα αυτοσχέδιο jam session με τον Σταμάτη, τη Σπείρα - Σπείρα και τους μουσικούς του, η Ρίζου ντράπηκε τόσο, που δε μπορούσε ν' ανοίξει το στόμα της. ''Εγώ να τραγουδήσω μετά από σας;'' είπε η μικρή Μαρίζα στη μεγάλη, αν και νομίζω πως ο κόσμος πολύ θα το γούσταρε. ''Τι πλάσμα συνεσταλμένο και ευγενές είναι αυτό το κορίτσι;'' μου έλεγε και μένα μετά η Κωχ. 
Εδώ ο Γεροντίδης τραγουδάει στα πατώματα επίσης σε trans κατάσταση! Τραγούδια του Κραουνάκη, του Χατζιδάκι, του Τσιτσάνη, του Γούναρη, του Freddy Mercury κ.α. ερμηνευμένα με μοναδικό κέφι από τα παιδιά της Σπείρας - Σπείρας. Παρακολουθούσα τη Μαρίζα που χαιρόταν απίστευτα το πρόγραμμα. Ένα χαμόγελο υπήρχε μόνιμα στα χείλη της ενόσω το πρόσωπο της ήταν στραμμένο προς τη σκηνή. 
Ομαδική ψυχοθεραπεία χαρακτήρισε αυτό που γίνεται κάθε Δευτέρα βράδυ στο κέντρο της Αθήνας, στη ''Σφίγγα'', την οποία ''Σφίγγα'' η Ελένη Παπουτσάκη κατάφερε να απογειώσει από το πόστο της! Κι αυτό που επιθυμούσε η Μαρίζα να το πει του ίδιου του Κραουνάκη αμέσως μετά στα καμαρίνια ήταν πως όχι μόνο διατηρεί στο ακέραιο, αλλά βγάζει και στην επιφάνεια την παιδικότητα των ανθρώπων. 
Εδώ παρακολουθώ και καταγράφω σαν ζωντανό μαγνητόφωνο τον διάλογο Κραουνάκη - Κωχ στα καμαρίνια της ''Σφίγγας''. Μια μέρα θα τα γράψει η ιστορία όλα αυτά που σήμερα μοιάζουν μέρος μιας καθημερινότητας φαινομενικά άχαρης ή για την ακρίβεια μια αναλαμπή αισιοδοξίας, χαράς και αίσθησης της αγάπης που όλοι έχουμε ανάγκη! Τέλος πάντων, το πρόγραμμα του Κραουνάκη με τη Σπείρα - Σπείρα τα σπάει κανονικά και δεν είναι τυχαίο που πήρε τόση μεγάλη παράταση. Για τρεις ακόμα Δευτέρες έχετε την ευκαιρία να περάσετε από τη μουσική σκηνή ''Σφίγγα''. Εμείς, πάντως, με τη Μαρίζα λέμε να ξαναπεράσουμε σίγουρα μία απ' τις επόμενες Δευτέρες! 

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2018

Review από τη βραδιά - αφιέρωμα στον Νίκο Κούνδουρο στο Μουσείο Εθνικής Αντίστασης της Ηλιούπολης

Τελικά όλα βρίσκουν το δρόμο τους και τίποτα δεν πετιέται, καμία στιγμή απ' όσες ζούμε και δημιουργούμε, κάνοντας πάντα το κέφι μας πάνω απ' όλα. Αυτό σκεφτόμουν χθες βράδυ στην προβολή του ντοκιμαντέρ Οδύσσειες σωμάτων - Μπαλάντα για τον Νίκο Κούνδουρο μες το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης στην Ηλιούπολη. Μία ταινία που κυνηγήθηκε όσο ο Κούνδουρος ήταν εν ζωή και που αρκετά χρόνια μετά - λίγο πριν ''φύγει'' για την ακρίβεια - εκτιμήθηκε από τον ίδιο. Βέβαια, η επιτυχία της βραδιάς δεν είχε να κάνει μόνο με την ταινία. Ήταν συνολικά μια βραδιά Κούνδουρου με δικούς του ανθρώπους και άλλους πολύτιμους φίλους που με την παρουσία τους τίμησαν τη μνήμη του και τη δική του απουσία. Πρώτος απ' όλους ο καλός μου φίλος, σκηνοθέτης - ποιητής Λευτέρης Ξανθόπουλος που παρόλο το πρόσφατο χειρουργείο του στο γόνατο, ήρθε με το ''πι'' του, τη σύζυγο του και την κόρη του για να πει δυο λόγια κι αυτός. Πολύ τον ευχαριστώ που ήταν εκεί, υπολογίζοντας και το γεγονός πως μάλλον καλό του έκανε για το πόδι του, αφού το περπάτησε λίγο στο μετεγχειρητικό στάδιο που βρίσκεται. Εκεί ήταν ακόμη ο συνθέτης Χρήστος Λεοντής και πρόεδρος της ΕΡΤ που επίσης είπε δυο λόγια ουσίας για τέτοιου είδους εκδηλώσεις, οι οποίες δυστυχώς δε γίνονται συχνά πια στην πόλη μας και του θύμισαν παλιές καλές εποχές. Μετρημένη, όσο και απόλυτη στα λόγια της, ήταν η ηθοποιός Καλή Καλό, που έζησε τον Κούνδουρο μέσα από τους πολιτικοποιημένους αγώνες. Τα μάτια της δάκρυσαν όταν μίλησε για την παλιά Αριστερά και θυμήθηκε έναν καυγά που έστησαν κάποτε ο Κούνδουρος κι εκείνη με έναν τύπο που είχε μιλήσει απαξιωτικά για την Κρήτη! Όσο για τη Μαρίζα Κωχ, που μου ήρθε απρόσμενα σαν την πιο ευχάριστη έκπληξη στην εκδήλωση, μας χάρισε ένα καλειδοσκόπιο από τις πιο προσωπικές στιγμές της στο πλάι του Κούνδουρου! 
Αμέσως μετά την προβολή και τη συζήτηση με το κοινό που διήρκεσε περίπου μισή ώρα, ξεκίνησε το μουσικό μέρος. Κοίτα να δεις μια συγκυρία! Χθες έμελλε να συμπράξουν επί σκηνής αποκλειστικά οι τρεις μουσικοί του ντοκιμαντέρ - και να το οργάνωνα δηλαδή από καιρό δε θα τα κατάφερνα να τους είχα: Ο Ηλίας Λιούγκος που έγραψε τη μουσική και το τραγούδι της ταινίας απέδωσε live το ''Μια πόλη μαγική'' από τη Μαγική πόλη, την πρώτη ταινία του Κούνδουρου, καθώς και το ''Αγάπη πού'γινες δίκοπο μαχαίρι'', αγαπημένο κομμάτι του μεγάλου σκηνοθέτη, από τη Στέλλα του Κακογιάννη. 
Προηγουμένως βέβαια ο ηθοποιός Χάρης Φλέουρας διάβασε ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Κούνδουρου ''Ονειρεύτηκα πως πέθανα'', παρουσία κιόλας της Άννας Βοργία, συνσυγγραφέως ουσιαστικά του βιβλίου. Διάβασε ωραία ο Φλέουρας, είναι καλός ηθοποιός αυτός, τό'χει με την άρθρωση και τη βαρύτητα της κάθε λέξης, κάτι που ''έπιασε'' το κοινό της αίθουσας και τον χειροκρότησε θερμά. 
Το κείμενο που διάβασε ο Φλέουρας αφορούσε τη σχέση του Νίκου Κούνδουρου με τον Μάνο Χατζιδάκι και δε θα μπορούσε να ήταν αλλιώς, εφόσον την ανάγνωση του διαδέχτηκε το χατζιδακικό ρεπερτόριο του Ηλία Λιούγκου. 

Έλεγα όμως για τους τρεις μουσικούς της ταινίας: Τον Λιούγκο διαδέχτηκε ο Γιώργης Χριστοδούλου που τραγούδησε ένα μόνο κομμάτι, τον ''Ιλισσό'' από τον εμβληματικό Δράκο του Κούνδουρου. Εννοείται πως ο Γιώργης είναι κι αυτός μέρος του φιλμ, αφού στην έναρξη ακούγεται η διασκευή - ενορχήστρωση του στο οργανικό ''Ποτάμι'' του Χατζιδάκι από την ομότιτλη κουνδουρική ταινία. 
Ο Γιώργης μάλιστα απαγόρεψε στον κόσμο να τραβήξει βίντεο από τη συμμετοχή του στην εκδήλωση και μάλλον καλά το σκέφτηκε, διότι ο ήχος ήταν από λίγο έως πολύ απαράδεκτος. Τι να κάνεις, δεν παίζανε ούτως ή άλλως σε κάποια μουσική σκηνή, αλλά σε ένα αυτοσχέδιο stage. Τι να πει δηλαδή και ο πιανίστας μας, ο Αντώνης Παπακωνσταντίνου, που την ώρα που προσπαθούσε να παίξει υπό αυτές τις συνθήκες, πήγαινε ο τεχνικός της αίθουσας και τον ρώταγε στ' αυτί: ''Η μπαλαντέζα είναι καλά να τη βάλουμε εκεί;'' Σουρεαλιστικές στιγμές...
Τρίτος μουσικός της εκδήλωσης, ο τραγουδιστής Παντελής Θεοχαρίδης που ήρθε από τη Θεσσαλονίκη κι αυτόν τον καιρό θα βρίσκεται στην Αθήνα για μερικές εβδομάδες. Ο Παντελής είναι εκείνος που ερμηνεύει το τραγούδι του ντοκιμαντέρ, το ''Με λένε Νίκο'' σε μουσική του Λιούγκου και στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου. Χθες, εκτός από το ''Με λένε Νίκο'', τραγούδησε και την ''Αθανασία'' των Χατζιδάκι - Γκάτσου, αλλά ως γνωστός...ζοχάδας δε δίστασε να την πει στον τεχνικό που άφησε ξεχασμένο ανοιχτό μικρόφωνο και έβγαινε ένας ενοχλητικός βόμβος. Συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια, εφόσον η πιο οικεία κατάσταση για τον Παντελή είναι να γίνεται μπίλιες με τους εκάστοτε ηχολήπτες. Είναι, όμως, τραγουδισταράς και ακριβοθώρητος πλέον, οπότε η συμμετοχή του είχε για μένα, αλλά και για το κοινό πιστεύω, μεγάλη αξία! 
Εδώ έξω από το Μουσείο Εθνικής Αντίστασης μετά το τέλος της βραδιάς. Από αριστερά ο Γιώργης Χριστοδούλου, η Μαρίζα Κωχ, ο Ηλίας Λιούγκος, ο Παντελής Θεοχαρίδης, η Άννα Βοργία, ο Χάρης Φλέουρας και η ηθοποιός Χάρις Συμεωνίδου. 
Κι εδώ με τους φίλους, συνεργάτες κι αδέρφια μου, Παντελή Θεοχαρίδη και Ηλία Λιούγκο, στην ταβέρνα για το καθιερωμένο τραπέζωμα. Δεν κάτσαμε και πολύ, καθώς μου βγήκε όλη η κούραση από το τρέξιμο για την οργάνωση της εκδήλωσης. Κι ύστερα ήρθε το γνωστό συναίσθημα της πληρότητας: Να έχεις ζήσει άλλη μια βραδιά με καλούς καλλιτέχνες που σε τιμάνε εδώ και πολλά χρόνια με τη συμπαράσταση τους σε όλα τα ωραία! Δεν ξέρω που και πότε θα ξαναπροβληθεί το ντοκιμαντέρ μου για τον Κούνδουρο, είναι ευχάριστο πάντως που όποτε προβάλλεται, ο κόσμος συγκεντρώνεται και διψάει για κουβέντα μετά. Ευχαριστώ, λοιπόν, τον Δημήτρη Καλαντίδη, τον άνθρωπο που από το 2002 και από το ξεκίνημα μου στον χώρο του ντοκιμαντέρ, πάντα προβάλλει τις δουλειές μου στην Κινηματογραφική Λέσχη Ηλιούπολης, όπως και τους αξιόλογους καλλιτέχνες για τη συμμετοχή τους, τον Ηλία, τον Παντελή, τον Χάρη, τον Γιώργη, τον Αντώνη. Πάμε για άλλα, αυτό είναι το μόνο σίγουρο, όπως έχει ήδη καθοριστεί από τις σχέσεις των ανθρώπων.

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018

Οι επιστολές της μουσικού Ευσταθίας και της παραγωγού Ανδρομάχης Παπαγιαννάκη για την ''Εφημερίδα των Κυριών'', δύο διαφορετικές παραστάσεις με ίδιο τίτλο!

Λυπάμαι που βρίσκομαι στη θέση του να προσπαθώ να εξηγώ τα αυτονόητα και να απασχολώ τον κόσμο με τέτοια θέματα όταν ο καθένας έχει τα δικά του προβλήματα. Δεν τίθεται θέμα κλοπής. Οι δύο παραστάσεις έχουν ένα τελείως διαφορετικό περιεχόμενο, ύφος και προσέγγιση. Η δική μας παράσταση ''Εφημερίς των Κυριών'' που παίζεται αυτή την περίοδο στην Οικία Κατακουζηνού και θα συνεχίσει να παίζεται και σε άλλους χώρους, ασχολείται αποκλειστικά με αυτό το ιστορικό έντυπο του 19ου αι. σαν το πιο σημαντικό μέρος του αγώνα για τη γυναικεία χειραφέτηση στην Ελλάδα. Μέσα από τα κείμενα της ''Εφημερίδος των Κυριών'' που ακούγονται στην παράσταση, κάνουμε μια βουτιά στο χρόνο και αφηγούμαστε αυτή την υπέροχη ιστορία. Μετά από συστηματική εργασία, βασιζόμαστε σε απόλυτα ιστορικά και αρχειακά στοιχεία χωρίς να υπάρχει καθόλου μυθοπλασία. Η μουσική επίσης παίζει δευτερεύοντα ρόλο. Το θέμα που προέκυψε και μας στενοχώρησε ιδιαιτέρως - όπως θα στενοχωρούσε και οποιονδήποτε άλλον στη θέση μας - είναι ότι ενώ η παράσταση μας τρέχει από τον Νοέμβριο, ανεβαίνει μία άλλη παράσταση που φέρει τον ίδιο τίτλο με τη δική μας. Παρ' όλα αυτά χαίρομαι που, έστω μ' αυτόν τον τρόπο, θα μάθουν όλο και περισσότεροι αυτόν τον ξεχασμένο εδώ και 100 χρόνια θησαυρό του νεοελληνικού μας πολιτισμού. Η Καλλιρρόη Περρέν θα χαμογελάει ικανοποιημένη εκεί που βρίσκεται. Πάλι κατάφερε να ταράξει τα νερά με την εφημερίδα της.
Ευσταθία, Αθήνα, Φεβρουάριος 2018
Ευχαριστώ πολύ που μου δίνετε την ευκαιρία να τοποθετηθώ στο θέμα της αφίσας του θεατρικού έργου ''Εφημερίς των Κυριών, τ' Όνειρο'', που έχει δημιουργήσει εκνευρισμούς και η καχυποψία εκτροχιάζει την αλήθεια. Είμαι σίγουρη ότι όλοι έχουν κατανοήσει πως δεν τίθεται θέμα κλοπής κειμένου, μιας και το έργο μας έχει κατοχυρωθεί με πνευματικά δικαιώματα από αρχές Σεπτεμβρίου του 2017. Άρα η δυσαρέσκεια προέρχεται από την επιλογή από μέρους μας της συγκεκριμένης αφίσας. Όταν όμως ασχολείται κάποιος με ένα τόσο εξειδικευμένο θέμα, όπως η δράση της Καλλιρρόης Περρέν, είναι σχεδόν αυτονόητο ότι ο τίτλος της εφημερίδας της θα χρησιμοποιηθεί ως θέμα. Είναι σαν να ζητάς να ζωγραφίσουν για την εκπαίδευση στην Ελλάδα τον καιρό της τουρκοκρατίας - νομίζω, όλοι θα ζωγραφίσουν το κρυφό σχολειό και δεν θα κατηγορηθεί κανείς για κλοπή! Επίσης η δικιά μας αφίσα σαφώς διαφοροποιείται ως θέμα. Δεν παρουσιάζουμε τη νέα γυναίκα, όπως συμβαίνει στην αφίσα της κυρίας Ευσταθίας, αλλά παρουσιάζουμε τη διάσταση ενός ονείρου με τη ''συμμετοχή'' της Σαπφούς. Μ' αυτή τη λογική δεν είναι δυνατόν να υπάρχει σύγχυση, ούτε είναι δυνατόν να αλλάξουμε την αφίσα μας μιας και είναι προϊόν δικής μας έμπνευσης. Σας ευχαριστώ για τη φιλοξενία,
Ανδρομάχη Παπαγιαννάκη, Αθήνα, Φεβρουάριος 2018 

Κυριακή 18 Φεβρουαρίου 2018

-η-σ-υ-ν-τ-ρ-ο-φ-ι-ά-

Δεν έχω ξαναδεί Έλληνα ηθοποιό με τέτοια εσωτερικώς εξωστρεφή ερμηνεία, με τέτοια σκέψη σε εγρήγορση ενόσω παίζει και με τόσο έλεγχο στα εκφραστικά του μέσα - για τον Κιμούλη λέω. Στον Κεραμικό, πάλι, όχι μακριά από το Εθνικό Θέατρο, μικροαστικές κότες με βρακιά στα κεφάλια (Απόκριες γαρ) οδηγούν αμάξια και κοντεύουν να πατήσουν τους περαστικούς σαν να μην άκουσαν ποτέ τον Καρυωτάκη όταν έλεγε ψιθυριστά ''Θεέ μου, το φρικτό γέλιο των ανθρώπων''. Ή τον δανδή των ελληνικών γραμμάτων, George Le Nonce, όταν κραύγαζε από το μπαλκόνι του στα Εξάρχεια μια βροχερή νύχτα: 
ΜΕ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΟΠΟΥ ΚΑΙ ΑΝ ΠΑΩ
ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΤΕΓΝΑ ΣΑΝ ΝΕΚΡΟΙ
ΣΕ ΒΡΑΔΕΙΑ, ΒΡΑΔΥΤΑΤΗ ΣΗΨΗ
ΜΕ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΠΑΝΤΟΥ
ΒΡΩΜΕΡΟΙ ΣΑΝ ΑΣΤΕΓΟΙ ΕΠΑΙΤΕΣ
ΑΝ ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΠΑΙΤΟΥΝ, ΔΕΝ ΖΗΤΟΥΝ ΤΙΠΟΤΕ, ΔΕΝ ΜΙΛΟΥΝ, ΔΕΝ ΑΝΑΣΑΙΝΟΥΝ
ΜΟΝΟ ΣΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥΣ ΚΑΙΕΙ
Η ΙΚΕΣΙΑ
ΩΣΠΟΥ ΚΑΜΩΝΟΝΤΑΙ ΠΩΣ ΦΕΥΓΟΥΝ
ΚΑΙ ΑΝΑΡΜΟΣΤΑ ΓΕΛΑΩ
ΚΑΘΩΣ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΣΤΟΝ ΝΕΚΡΟΘΑΛΑΜΟ 

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

Στο ''Cabaret'' του Χατζάκη, του Ζαχαράτου & της Τάμτα χωρίς ερωτισμό και με βαθιά χασμουρητά

Δεν ξέρω πως αλλιώς θα μπορούσε ο έμπειρος Σωτήρης Χατζάκης να σκηνοθετήσει το ''Cabaret'', ένα θρυλικό υπερθέαμα εν είδει μιούζικαλ, πάντως η αίσθηση που αποκομίζει κανείς μετά το τέλος της παράστασης είναι πως βγήκε απ' άλλο...ανέκδοτο, που λένε. Περίμενα να δω κάτι καλύτερο, το ομολογώ, μια και ο μόνος λόγος που θα με έκανε να κάτσω για ένα δίωρο και να υποστώ την όλη γκλαμουριά θα ήταν η σκηνοθεσία του. Φαίνεται, όμως, πως κάτι δεν έγινε καλά - εξ αρχής ή στην πορεία, δε γνωρίζω - κι έτσι φτάσαμε στο σημείο να δούμε ένα φλύαρο ''Cabaret'' χωρίς ίχνος ερωτισμού και, δυστυχώς, χωρίς καμία εμβάθυνση στους χαρακτήρες του. Διότι, για να ανατρέξω λίγο στην ιστορία του εν λόγω μιούζικαλ, στο επίκεντρο ναι μεν βρίσκεται το μάλλον αποτυχημένο ειδύλλιο του Αμερικανού συγγραφέα με την Αγγλίδα καμπαρετζού, όπως κι αυτό της φροϋλάιν Σνάιντερ με τον Εβραίο Χερ Σουλτζ, στο background όμως βράζει το πολιτικό σκηνικό της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης καθώς οι Ναζί καταλαμβάνουν την εξουσία. Στην παράσταση του Χατζάκη όλα είναι επιδερμικά και διεκπεραιωτικά. Σαν ένα σόου του Τάκη Ζαχαράτου, του πραγματικού πρωταγωνιστή της παράστασης, πασπαλισμένο με φαντεζί σκηνικά, κοστούμια και προβλέψιμες χορογραφίες, αλλά χωρίς καθόλου αναπτυγμένη την έννοια του ρυθμού και με αδικαιολόγητα χάσματα - τόσα πολλά ώστε ειδικά στο πρώτο μέρος τα χασμουρητά είναι αναπόφευκτα. Διόλου τυχαίο που σχεδόν καθ' όλη τη διάρκεια της παράστασης το κοινό ήταν...intercooler, με μόνη εξαίρεση το χειροκρότημα στο φινάλε, όπου και πάλι ούτε η αίθουσα σείστηκε, ούτε ανθρώπους είδα να χειροκροτούν όρθιοι από τον ενθουσιασμό τους, όπως δηλαδή είθισται σε άλλες αντίστοιχες παραστάσεις. Έτσι, από τη μία η Τάμτα που επιλέχθηκε για το ρόλο της Σάλι Μπόουλς, είναι απλά συμπαθής, καλλίφωνη και ανεκτή ως ηθοποιός, σίγουρα όμως ''λίγη'' για να μπορέσει να υποστηρίξει έναν τέτοιο ρόλο. Το ίδιο θα έλεγα και για τον συμπρωταγωνιστή της, τον Ευθύμη Ζησάκη στο ρόλο του συγγραφέα Κλιφ Μπράντσο, που κινείται στα όρια του άχρωμου, άγευστου και άοσμου. Αντιθέτως, το ζεύγος των Κατερίνας Διδασκάλου - Τάσου Νούσια ως φροϋλάιν Σνάιντερ και Χερ Σουλτζ αντιστοίχως, είναι αυτό που σώζει από υποκριτικής άποψης το όλο φιλόδοξο εγχείρημα. Πάμε τώρα και στον Ζαχαράτο στο ρόλο του, α λα Τζόκερ, Κομπέρ του καμπαρέ! Δεν ξέρω αν είμαι σωστός μ' αυτό που θα πω κι αν δεν είμαι, ζητώ συγγνώμη εκ των προτέρων, αλλά έχω την εντύπωση πως του δόθηκαν τραγούδια που κανονικά στο έργο αποδίδει η πρωταγωνίστρια Σάλι Μπόουλς. Αν, επαναλαμβάνω, δεν έχω λάθος τούτη τη στιγμή, αυτό φανερώνει πως η παράσταση στήθηκε πάνω στην πληθωρική εμπορικότατη περσόνα του. Να το πω αλλιώς και πιο χοντρά, αν δεν ήμασταν στο Παλλάς κι αν δεν υπήρχε ούτε θίασος, ούτε τίποτα, από μόνος του ο Ζαχαράτος θα μπορούσε να μας παίξει το έργο ολόκληρο σαν καθοδηγητής και υποκινητής της δράσης - άσε που θα κόστιζε και φθηνότερα και θα ήταν μεγαλύτερη πρόκληση από καλλιτεχνικής άποψης! Με το που ξεκινάει το δεύτερο μέρος, λόγου χάριν, ο θεατής σχεδόν ξεχνά την ύπαρξη της Τάμτα, καθώς καθυστερεί λίγο να επανεμφανιστεί στη σκηνή και να συνεχιστεί η ιστορία της. Ότι ακριβώς συμβαίνει και με τους υπόλοιπους χαρακτήρες: Οι ιστορίες των ανθρώπων σαν να μπαίνουν στη γωνία, αποτυγχάνοντας να συναντήσουν η μία την άλλη με τρόπο δραματουργικά λειτουργικό. Από ένα σημείο και μετά, η παράσταση μοιάζει με σκορποχώρι επί σκηνής και μόνο ο Ζαχαράτος με το σαρδόνιο χιούμορ του ρόλου του - και ευτυχώς δίχως καλιαρντοσύνες - κρατάει εντός ενός επιθυμητού αντισυμβατικού πλαισίου. Φτάνει όμως αυτό για ακόμη μία ελληνική μεταφορά ενός έργου που άλλαξε τον ρουν του θεατρικού και του κινηματογραφικού μιούζικαλ; Ίσως γι' αυτό και στο τέλος ο ευφυής Ζαχαράτος αφιέρωσε την παράσταση στην πρώτη διδάξασα στη χώρα μας, την Αλίκη Βουγιουκλάκη, κερδίζοντας το συναίσθημα και τελικά το χειροκρότημα του κοινού της αίθουσας. Μαζί, λοιπόν, με τον Κομπέρ Ζαχαράτο, η μόνη που βγαίνει αλώβητη απ' όλο αυτό το θέαμα είναι επίσης η τραγουδοποιός Αφροδίτη Μάνου που υπέγραψε τους ελληνικούς στίχους των τραγουδιών. Ήταν το κατάλληλο πρόσωπο στην κατάλληλη θέση, αν υποτεθεί πως η συγκεκριμένη καλλιτέχνιδα έχει δοκιμαστεί με μεγάλη καλλιτεχνική επιτυχία στα εμπορικά θεάματα - ας θυμηθούμε τη μουσική και τα τραγούδια της για το κινηματογραφικό ''Κλάμα βγήκε απ' τον Παράδεισο'', όπως και τους στίχους της στα τραγούδια του Νίκου Κυπουργού για το επίσης κινηματογραφικό ''Οξυγόνο'', αμφότερα των Ρέππα - Παπαθανασίου. Για τη Μάνου ήταν ένα δύσκολο, δυσκολότατο εγχείρημα, που εντούτοις κατάφερε να κερδίσει σε κομμάτια σαν το θρυλικό ''Money'' που έγινε ''Χρήμα'' και που σε συνδυασμό με τα βίντεο στη γιγαντοοθόνη απέδωσε τον ναζισμό ως ουσιαστική απόρροια του παγκόσμιου καπιταλιστικού συστήματος. Και ξαναρωτάω, κλείνοντας: Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει ο Χατζάκης ώστε να αποφύγει να κρίνεται σήμερα ως ο δημιουργός μιας παράστασης χωρίς καμία εκκεντρικότητα και σαγήνη - τα αντίθετα, εν ολίγοις, απ' αυτά που μας λέει το δελτίο Τύπου; Δεν έχω εύκαιρη απάντηση, γράφω απλά για ότι παρακολούθησα με καθαρή ματιά...
Την επίσημη πρεμιέρα του ''Cabaret'' παρακολούθησαν, μεταξύ άλλων, η Μάρω Κοντού, η Κάτια Δανδουλάκη, η Άλκηστη Πρωτοψάλτη, η Ναταλία Γερμανού, ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος, ο Σπύρος Μπιμπίλας, η Κατερίνα Λάσπα, η Νίκη Σερέτη, αλλά και ο πρόεδρος του ΛΑ.Ο.Σ. Γιώργος Καρατζαφέρης. 

Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2018

Έχω ένα όνειρο

Να μετατρέψω με τη σμίλη μου το τραπέζι σε μαυσωλείο
Να πιάσω με τη θαυματουργή πένα μου και να σκαρώσω 
καινούργια φρύδια πάνω στα φρύδια των ανθρώπων,
μάτια πάνω στα μάτια τους και πρόσωπο άλλο
πάνω στο πρόσωπο τους. 
Να βλέπει το φεγγάρι τη μοίρα τους και να σαρκάζει.
Να κοκκινίζει για βροχή. 
Βέβαια όλα αυτά δεν ευσταθούν.
Ο κόσμος που μας περιβάλλει είναι ένα ξόανο περίτεχνο αλχημιστών του Μεσαίωνα. 

Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2018

Το ''Duende'' του Lorca είναι ήδη ένα έργο αναφοράς στη μακρά σταδιοδρομία του Σταμάτη Κραουνάκη!

Στο κέντρο της σκηνής ένα μεγάλο τραπέζι που παραπέμπει στο Μυστικό Δείπνο, όπως τον συνέλαβε κάποιος Αναγεννησιακός ζωγράφος. Ένα πιάνο κι ένα βιολοντσέλο στα αριστερά. Κεριά δεξιά και πέριξ της σκηνής. Ένας παλιός πολυέλαιος να φωτίζει ατμοσφαιρικά. Οι δύο τραγουδιστές κάνουν την εμφάνιση τους, μαυροντυμένοι, σαν καλόγεροι της Καπέλα Σιξτίνα σε ένα κράμα βυζαντινισμού και Καθολικισμού. Δεν είναι απλά δύο τραγουδιστές. Στην ουσία είναι το ακροατήριο του ποιητή, όταν εκείνος έδωσε τη διάλεξη περί duende στο Μπουένος Άιρες της Αργεντινής πριν από 84 χρόνια. Η όλη κατάσταση που ευφυώς έχει στηθεί στο Θέατρο Τέχνης σε προϊδεάζει για το τι θα δεις - ακούσεις. Ευφραίνεσαι, καθώς η ποιητική ατμόσφαιρα δεν πετυχαίνει πάντα, με την είσοδο δηλαδή του κοινού στην αίθουσα. Εδώ δεν υπάρχει αυτό, δεν ψάχνεσαι, δεν μονολογείς ''Άντε να δούμε τι θα δούμε'', δεν πας να παρακολουθήσεις κάτι απροσδιόριστο. Μπαίνεις σ' ένα άλλο κόσμο και κάπου σκέφτεσαι το μετά, την επάνοδο στην καθημερινότητα, το ότι εκεί έξω δεν θα υπάρχει ένας ποιητής να σου αφηγείται και κανένας καλόγερος - μαθητής του δεν θα σου χαρίσει το τραγούδι του. Ο Σταμάτης Κραουνάκης - Federico Garcia Lorca επιβάλλεται με την παρουσία του στο κέντρο της σκηνής. Κάθεται στην Αγία Τράπεζα του duende και ανοίγει τα χαρτιά της διάλεξης του. Τι είναι στ' αλήθεια το duende; Το μεσογειακό ταμπεραμέντο; Εκείνο το ξυράφι που σκίζει σε μικρά κομματάκια τα υγρά μάτια των θεατών; Μην είναι ο Ανδαλουσιανός Σκύλος που αναλήφθηκε στους ουρανούς την πιο κρύα νύχτα στην Αθήνα; Οι τόνοι πέφτουν καθώς ο ποιητής αρχίζει την ομιλία του. Είναι φανερό, μπορεί η παράσταση να διαθέτει ατμόσφαιρα και ακριβό γούστο, όμως εν αρχή ην ο Λόγος κι αυτό το γνωρίζουν καλά όλοι οι συντελεστές. Ακούμε για Ισπανούς καλλιτέχνες χαμένους στα βάθη του χρόνου, εισπράττουμε την ψυχαναλυτική δομή μιας ποιητικής διάλεξης που και χιούμορ διαθέτει (του Lorca ή του Κραουνάκη, θα σας γελάσω), και πολιτισμούς ενώνει με κοινό παρανομαστή το πάθος και τον ερωτικό παροξυσμό. Ένας παροξυσμός που προσφέρεται χαμηλότονα, εγκεφαλικά, καθώς ο ποιητής δεν ομιλεί αυτάρεσκα, αλλά αργά και καθαρά, λες και δεν θέλει καμία κουβέντα να πέσει απλώς στα πατώματα. Είναι τόσο ωραίο το κείμενο αυτό του Lorca, που ο ίδιος δεν πρόλαβε να δει ποτέ δημοσιευμένο! Παγκόσμια κληρονομιά στην απόδοση της, γνωστής σε μένα από τον ποιητή Γιώργο Σαραντάρη, Ολυμπίας Καράγεωργα. Την αναζητούσα χθες την Καράγεωργα, θυμήθηκα πριν κάποια χρόνια - ούτε δεκαετία δεν θά'ναι - που τα πίναμε σε ταβερνείο των Εξαρχείων μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Καλή της ώρα! Μέσω Κραουνάκη, συνειδητοποίησα πως η Καράγεωργα μετέφρασε τον Lorca δίχως ποιητικές φιοριτούρες που, ομολογουμένως, έχουν γίνει και λίγο κλισέ στην περίπτωση του. Δεν χρειάζεται δηλαδή να ακούσεις για φεγγάρια και όμορφες χωριατοπούλες στα ποτάμια. Υπάρχουν όλα αυτά στη σκηνοθεσία, στα επιμέρους θεατρικά στοιχεία και κυρίως στην ερμηνεία του Κραουνάκη που ως θεατράνθρωπος και γνώστης του Lorca, γνωρίζει πόσο ''Έλληνας'' ποιητής έχει γίνει μέσα στα χρόνια. Διότι από τον ''Ματωμένο Γάμο'' στην απόδοση του Νίκου Γκάτσου και αργότερα σ' αυτήν του Σεβαστίκογλου μέχρι τη μετάφραση του από τον Οδυσσέα Ελύτη, ο μεγάλος Ισπανός καλλιτέχνης μπήκε για τα καλά στη ζωή μας με τη μεταξύ μας σχέση να αναζωπυρώνεται συχνά, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο επιτυχημένα. Πιστεύω πως το - κατά Κραουνάκη - ''Duende'' είναι από τις παραστάσεις εκείνες που ανοίγουν μια καινούργια σελίδα στο βιβλίο των λογαριασμών του Lorca με τη χώρα μας. Ένας Lorca, όπως τον δίδαξαν ο Χατζιδάκις και ο Τσιτσάνης - ο τελευταίος ερήμην του μάλλον μέσα από την πίκρα των ηρώων του και το ανθρώπινο ανικανοποίητο, το όνειρο που εδεχομένως ποτέ δεν θα γίνει πραγματικότητα. Έπειτα είναι και τα τραγούδια! Συνθέσεις του Κραουνάκη με την αύρα του κλασικού, τέσσερις στρατηγοί κινάν και παν - για να πεταχτώ στον Brecht τώρα -, παρέες που όρισαν το νεοελληνικό πολιτισμό με έναν φανό θυέλλης και ένα καλό φτηνό κρασί, με την επίγνωση πως η τέχνη γεννιέται μέσα από από καρδιοχτύπια, λόγια, λόγια, συμβουλές, κουβέντες, παρατηρήσεις, αγωνίες, αδιέξοδα, δημιουργικά άγχη και, βασικά, πνεύματα ομοούσια. Άκουσα πολύ προσεκτικά την εργασία του συνθέτη πάνω στον Lorca, αφού κάτι άλλο σημαντικό που κατάφερε είναι να μην υπερσκελίσει η μελωδία και ο στίχος τον δικό του τρέχοντα λόγο. Μα έτσι όπως αφηγείται, είναι σαν να τραγουδάει κι αυτός! Κι ας έχει δίπλα του, γύρω του, δύο εξαίσιες νεανικές ανδρικές φωνές: Του Χρήστου Γεροντίδη και του Κώστα Μπουγιώτη, παιδιά της Σπείρας - Σπείρας του. 
Αυτό που λέω παραπάνω! Δε χρειάζεται ν' ακούς για ερωτοχτυπημένα αγόρια και κορίτσια και αιθέριες ποιητικές υπάρξεις. Έτσι όπως ερμηνεύει χαμηλότονα ο Γεροντίδης γίνεται το λαϊκό παλικάρι που ξεπήδησε από κάποιο Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου. Επιβάλλεται κι αυτός με την παρουσία του χωρίς φωνητικές ακροβασίες και επιδειξιομανία - δεν το χρειάζεται αυτό, άλλωστε, ο στίχος του ποιητή. Κι όταν γίνεται ένα από τα εφτά κορίτσια του ποιητή, διατηρεί τον αντρίκιο τόνο της φωνής του και καλύπτει τη μορφή του με ένα κόκκινο μαντίλι - σκηνοθετικό εύρημα όλο duende κι αυτό!
Ο Μπουγιώτης, πάλι, είναι ο λαϊκός τενόρος. Άλλοτε εκτινάσσει την ασκημένη φωνή του, κατά πώς του ζητήθηκε, και άλλοτε συμπορεύεται φωνητικά με τον καλλιτεχνικό του σύντροφο. Οι δυο τους σαν να συστήνουν ένα τραγούδι διαφορετικό, δικό τους εντελώς, μια φόρμα τραγουδιού για την ακρίβεια, που μπορεί κανείς να αντιληφθεί με όλες τις λεπτομέρειες, μόνο αν έχει ακούσει κάποτε εκείνες τις ανέκδοτες ''Διφωνίες'' του Χατζιδάκι και της Δημητρούκα με τις φωνές του Λιούγκου και του Λέκκα! Αν αυτό το έργο ήταν ''Το Άξιον Εστί'' του Μίκη και του Ελύτη, ο Γεροντίδης θα ήταν ο Μπιθικώτσης και ο Μπουγιώτης ο Δημήτριεφ, για να καταλάβουν και οι λιγότερο μυημένοι μουσικόφιλοι - αναγνώστες του κειμένου μου.
Το διάχυτο χατζιδακικό πνεύμα δε μπόρεσε να το αποφύγει ο Κραουνάκης στα δικά του τραγούδια - και δεν υπήρχε λόγος να το αποφύγει κιόλας, δεν μιλάμε για κάνα σκόπελο, αλλά για αναφορές, αγάπες και βιώματα! Με εντυπωσίασε που σε κάποια τραγούδια έγινε τόσο Ισπανός και τόσο Έλληνας ταυτόχρονα! Εκεί που πήγαινε να ξεπέσει σε ισπανικά φολκλορικά τερτίπια, την εύκολη δηλαδή λύση για κάθε επίδοξο μελοποιό του Lorca, νάσου ξεπρόβαλλε το ταλέντο του, παρουσιάζοντας τελικά τραγούδια, τα οποία - να μου το θυμηθείτε - θα λειτουργήσουν μια μέρα σαν μυστικοί κώδικες επικοινωνίας με μια μέγιστη ποιητική φωνή. Εύχομαι και προσδοκώ να δισκογραφηθεί πάραυτα η συγκεκριμένη εργασία του Κραουνάκη με τον Μπουγιώτη, τον Γεροντίδη και τους μουσικούς τους. Είναι ωραίο που είχαμε την τύχη να τα ακούσουμε πρώτοι σε μία σύμπραξη μουσικής και θεατρικής τέχνης και να εισπράξουμε το παν του ελαχίστου, το μεγαλείο της απλότητας τους. Είναι ωραίο, ακόμη, να διαπιστώνουμε πως κάποτε ο Πειραιώτης ποιητής Ανδρέας Αγγελάκης (1940 - 1991) μετέφρασε τους στίχους του Lorca, ορμώμενος από το δικό του καβαφικό duende που εδεχομένως να του στέρησε την ίδια τη ζωή του - γι' αυτό και μόνο η εργασία του Αγγελάκη στην αντίστοιχη εργασία του Lorca σηματοδοτεί ισάξια ποιητική αποπερατωμένη πράξη. Βγαίνοντας από το Θέατρο Τέχνης έγινε αυτό με το οποίο ξεκίνησα τούτο το κείμενο: Εισήλθαμε σε μία άχαρη κατάβαση στον Άδη της καθημερινότητας του ο καθένας, χαμογελάσαμε γλυκόπικρα, παραμυθιαστήκαμε με μια μουσική ομιλία που πάντα αποζητούμε και δεν τη βρίσκουμε έτσι πού'χουμε γίνει. 
Η παράσταση ''Duende'', ακόμη κι αν δεν ξεκαθαρίζει τι σημαίνει τελικά η συγκεκριμένη λέξη, διαθέτει ολόκληρη duende, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο ενενηκοστό λεπτό. Μεταδίδει τη μαγεία του Lorca με τέτοια δυναμική και τέτοια αγνότητα, που πηγάζουν από την πληθωρική προσωπικότητα του Κραουνάκη και την αγωνία του να φωτίσει τη δική μας γλώσσα. Το ταλέντο του Κραουνάκη δεν επιδέχεται ετικέτες και δεν τον υποχρέωσε ποτέ να διαλέξει. Ανέκαθεν διευρυνόταν και τώρα είναι αναμφισβήτητο πως του χαρίζει ένα ακόμη άλμα στη μακρά σταδιοδρομία του. Σ' ευχαριστούμε, Σταμάτη Κραουνάκη! Σ' ευχαριστούμε, Χρήστο Γεροντίδη και Κώστα Μπουγιώτη! Το ''Duende'' εγώ κατάλαβα πως σημαίνει Ψυχή κι απ' αυτήν η δουλειά σας έχει ολόκληρα αποθέματα!

Σάββατο 6 Ιανουαρίου 2018

Να ημερώσουμε τον Αλλότριο μαζί με την Κυρά της Ρω - Φωτεινή Μπαξεβάνη

Η Κυρά της Ρω είναι μία συγκλονιστική παράσταση! Μία παράσταση που δεν είναι δυνατόν να αφήσει ασυγκίνητο τον καθένα θεατή για ξεχωριστούς λόγους: Καθώς η ''ηρωίδα'' αφηγείται τον βίο της, άλλος ταυτίζεται με τη γονεϊκή απώλεια και άλλος με τη συζυγική, άλλος πάλι αναμετριέται με την ιστορία του τόπου του, αλλά και με τα πιο ουσιώδη πατριωτικά συναισθήματα του. Ενώ δηλαδή εύκολα μια τέτοια παράσταση θα μπορούσε φύσει και θέσει να ξεπέσει σε εθνικιστικές κορόνες, είναι τόσο προσεγμένο το κείμενο του συγγραφέα Γιάννη Σκαραγκά με αποτέλεσμα μπροστά στα μάτια μας να παρουσιάζεται η ιστορία μιας γυναίκας, ενός σημαντικού συνανθρώπου μας και όχι μιας γυναίκας - ιδέας, που μπορεί και να υπήρξε η Κυρά της Ρω. Θέλω να πω ότι το θέμα της ελληνικής σημαίας που ανεβοκατέβαζε η συγκεκριμένη γυναίκα σε ένα νησάκι της ακριτικής Ελλάδας για άλλους μπορεί να είναι το πλέον συγκινητικό στοιχείο της ύπαρξης της. Για τον Σκαραγκά, ωστόσο, καθώς και για μένα και για άλλους, υποθέτω, περισσότερο ενδιαφέρον έχει το κείμενο καθ'αυτό, πόσο μάλλον όταν στο μεγαλύτερο μέρος του βασίζεται σε μυθοπλασία και όχι σε ντοκουμέντα. Η Δέσποινα Αχλαδιώτη δεν ήταν Φιλιώ Χαϊδεμένου, που έζησε ως τα 107 της και πρόλαβε σε βαθιά γεράματα να δώσει πολλές συνεντεύξεις. Μία συνέντευξη της υπάρχει μόνο στον Φρέντυ Γερμανό και μερικές μαρτυρίες των κατοίκων του Καστελόριζου που πέρασε το πιο μεγάλο κομμάτι της ζωής της, απέναντι από τη Ρω. Υπό αυτή την έννοια, το βιβλίο που έγραψε γι' αυτήν ο Σκαραγκάς είναι ένας άθλος! Ένα καθ'όλα ποιητικό κείμενο που άλλοτε διαβάζεται - ακούγεται - βλέπεται σαν λαογραφικό εγχειρίδιο, σαν μια καταγραφή της ελληνικής ιστορίας του 20ου αι. επίσης, όπως και σαν μια πολύτιμη συλλογή ανθρώπινων λαϊκών ψυχολογικών αντιδράσεων που σήμερα τείνουν να εκλείψουν, έτσι αψυχολόγητη, σκληρή και βιομηχανοποιημένη που έγινε η εποχή μας. Όταν η Κυρά της Ρω αφηγείται τη ζωή της μεταφέρεσαι στο σπίτι σου στο χωριό και στον τοίχο σου ξαναβλέπεις το παλιό μπατίκ της γιαγιάς σου. Είναι τόσο έντονο και ''ζωντανό'' το κείμενο που προσφέρεται για ένα ταξίδι με χρονομηχανή μαζί με το δάκρυ, το γέλιο, την απώτερη συγκίνηση των επίδοξων ταξιδιωτών. 
Η Φωτεινή Μπαξεβάνη, μαυροντυμένη και επιβλητική, σαρώνει τη σκηνή, πατώντας πάνω στο μινιμαλιστικό εμπνευσμένο ντεκόρ, συνοδεία ενός μόνο τσελίστα, που καθισμένος στο ημίφως, παίζει άλλοτε ήχους θαλασσινούς και άλλοτε σκοπούς της νησιώτικης Ελλάδας. Η Μπαξεβάνη σε ορισμένα σημεία μοιάζει να παραληρεί, μεθυσμένη από τον πόνο που βίωσε ο χαρακτήρας της. Κλαίει για το καταβύθισμα στην προσωπική της μοναξιά - τη δική της ή της ηρωίδας, θα σας γελάσω, καθώς παίζει με τέτοια αφοπλιστική αμεσότητα! Η Μπαξεβάνη επί σκηνής θυμίζει Κλυταιμνήστρα πεταμένη στα σκοτεινά ανάκτορα των Μυκηνών. Κι όταν στο τέλος έρχεται μπροστά - μπροστά, σαν να βλέπει τους θεατές καταπρόσωπο, λέει πως η σημαία της Ελλάδας φτιάχτηκε από κυριακάτικα τραπέζια της χαράς. Ούτε από γαλάζιο, ούτε από Εσταυρωμένους και όλα τα συναφή. Δεν κουρελιάζεται εύκολα η σημαία αυτή, δεν μπορεί δηλαδή να κουρελιαστεί. Και τότε η Φωτεινή Μπαξεβάνη μοιάζει με δέντρο ελιάς ριζωμένο βαθιά στη γη! Το φως σβήνει, η παράσταση τελειώνει κι εγώ βγαίνοντας σαν να άκουσα τη φωνή της εξίσου ανεμοδαρμένης Φλέρυς Νταντωνάκη, να μου λέει: ''Τότε τι τραγούδησα τα βράδια, να ημερώσουμε τον Αλλότριο μαζί με την Κυρά της Ρω''...

Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 2018

Ο - κατά Χρήστος Σουγάρης - Αίας του Σοφοκλή στο Από Μηχανής Θέατρο είναι μία εναλλακτική πρόταση ψυχαγωγίας και ένα μοναδικό πάντρεμα της εικαστικής με τη θεατρική τέχνη

Καταρχάς είναι τόλμημα για τον σκηνοθέτη Χρήστο Σουγάρη να πάρει μιαν όχι και τόσο γνωστή τραγωδία του Σοφοκλή, τον Αίαντα, ώστε να τον μεταφέρει στη σκηνή ενός θεάτρου στον Κεραμικό που δεν καλύπτει σαφώς αυτό που λέμε μεγάλο εμπορικό θέαμα. Διότι, πάντα σε ένα έργο αναζητάς τον πυρήνα του και όχι το θεαθήναι, μιλώντας για την εμπορική αποδοχή που μπορεί να σημειώσει. Απ' την άποψη αυτή, λοιπόν, ο Αίας ευτύχησε στα χέρια του Σουγάρη διότι και ιδέες έχει και καλό καστ έφτιαξε και ο θεατής βγαίνει και θέλει λίγη ώρα να επανέλθει στη ζώσα πραγματικότητα. Για να γίνω και πιο ακριβής, καμία ατάκα από το αρχαίο κείμενο - στη μετάφραση της ομάδας Εν Κύκλω - δεν πετιέται στο πάτωμα, καμία ερμηνεία δεν είναι στον αέρα και καμία ατμόσφαιρα δεν χτίζεται προς εντυπωσιασμό και μόνο, σε εποχές που τα ευρήματα, αν δεν είναι πετυχημένα, απλώς τονίζουν περισσότερο τη σκηνοθετική φτώχεια. Ο Σουγάρης δεν έχει καμία σχέση με όλα αυτά. Είναι ένας σκηνοθέτης (νομίζω ότι έχω δει και παλιότερες δουλειές του) που ξέρει καλά τι θέλει από τους συνεργάτες του και κυρίως το πώς θα το δείξει στη σκηνή και το πώς θα παρασύρει τους θεατές στο δικό του θεατρικό σύμπαν για περίπου μιάμισι ώρα που διαρκεί η παράσταση. 
Δεν έχει νόημα να παραθέσω το ιστορικό - κοινωνικό πλαίσιο της τραγωδίας ή βιογραφικά στοιχεία του Σοφοκλή κ.λπ., πράγματα δηλαδή τα οποία βρίσκει κανείς με μια τσάρκα στο διαδίκτυο. Έχει και παραέχει νόημα, όμως, να εξάρω τις αρετές της παράστασης, που σε λίγες μέρες, στις 12 Ιανουαρίου, ολοκληρώνει τον φετινό κύκλο της στο Από Μηχανής Θέατρο για ν' ακολουθήσει το ανέβασμα στη Θεσσαλονίκη με το ΚΘΒΕ και οι περιοδείες σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια: Μου άρεσαν οι ποιητικές εικόνες που φτιάχτηκαν και που τηρουμένων των αναλογιών θύμισαν με την πλαστικότητα τους, εικαστικούς πίνακες - αναφέρομαι περισσότερο στη σκηνή που οι σύντροφοι του ξεπαλουκώνουν το νεκρό σώμα του Αίαντα με σκοπό την υπέρτατη πράξη της ιερής ταφής του. Μου άρεσε ακόμη που για το ρόλο της θεάς Αθηνάς επιλέχθηκε η Νίκη Σερέτη, μία αναγνωρίσιμη, από την τηλεόραση κυρίως, ηθοποιός. 
Η Σερέτη τα έβγαλε πέρα άψογα στο ρόλο της κινητήριας δύναμης της δράσης που ναι μεν κάθεται την περισσότερη ώρα στο background, πετυχαίνει όμως να επιβληθεί με ένα ήρεμο ερμηνευτικό σθένος. Πόσο μάλλον όταν αυτό γίνεται υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Σουγάρη που ήθελε την Αθηνά του σαν μία εκφωνήτρια στην ουσία ή και τηλεπαρουσιάστρια, θα τολμούσα να πω! Τι παράξενο μέσα από την καθαρή στακάτη άρθρωση της ηθοποιού να αναδεικνύεται μία αποστασιοποίηση και μία ψυχρότητα, που παραπέμπει στη σχολή του συχωρεμένου Λευτέρη Βογιατζή ή και τις ατάκες των πρώτων ταινιών του Λάνθιμου! Με την Αθηνά της Σερέτη και του Σουγάρη, ο Αίας που έρχεται από τα βάθη του χρόνου μοιάζει να κατακεραυνώνει την αποβλάκωση των μαζών και τη χειραγώγηση τους από τους εκπροσώπους των σύγχρονων ΜΜΕ. Πάνω απ' όλα περνάει το μήνυμα του ίδιου του Σοφοκλή: Καμία απολύτως εξουσία, αν υποτεθεί πως η εξουσία φθείρει και διαφθείρει τον άνθρωπο, δεν μπορεί να λειτουργήσει υπέρ του κοινωνικού συνόλου. Οι άνθρωποι αφήνονται έρμαια των παθών και των κατώτερων ενστίκτων τους, διψασμένοι για αίμα, χωρίς τελικά καμία θεϊκή παρέμβαση να μπορεί να τους σώσει. Τι προτείνει η παράσταση γι' αυτό; Τη συμβίωση, τη συνύπαρξη σαν ένα ουράνιο τόξο μετά την καταιγίδα που δεν αργεί να σαρώσει τη σκηνή από το πρώτο 15λεπτο της έναρξης της. Θα πρόσθετα και έναν διάχυτο ερωτισμό που θα τον συνέδεα έως και με την απενοχοποίηση του σεξουαλικού ορμέμφυτου σε μία μιλιταριστική κοινωνία, η οποία έχει αντικαταστήσει την ζωογόνο καύλα με την τάση για καταστροφή και θάνατο! Εδώ βέβαια το λόγο κυριολεκτικά έχουν οι υπόλοιποι ηθοποιοί: Ο Χριστόδουλος Στυλιανού, ένας επιβλητικός Αίαντας, που βρίσκει το θάνατο στα μισά περίπου του έργου, η Τέκμησσα - Ελεάνα Γεωργούλη, ο Τεύκρος - Αλέξανδρος Τούντας, ο Αγαμέμνων - Παναγιώτης Μαρίνος, ο Οδυσσέας - Σεραφείμ Ράδης. Είχα την ευκαιρία τα τελευταία χρόνια να παρακολουθήσω αρκετές θεατρικές απόπειρες αρχαίων κειμένων σε σκηνές του κέντρου της Αθήνας. Δε σημαίνει δηλαδή πως το αρχαίο θέατρο πατάει μόνο πάνω στη θυμέλη της Επιδαύρου, ούτε σε κάποιο γκλάμουρ διαμορφωμένο χώρο. Υπέρ πάντων μετράει το όραμα και η άποψη του εκάστοτε σκηνοθέτη μαζί με την προσέγγιση του στον Μύθο και όλα τα επί μέρους στοιχεία, αρχής γινομένης από τους ηθοποιούς μέχρι τον μουσικό και τον φωτιστή του. Ο Αίας του Σοφοκλή στο Από Μηχανής Θέατρο (επαναλαμβάνω, κατεβαίνει στις 12 Ιανουαρίου) είναι μια δυνατή θεατρική παράσταση και μία εναλλακτική πρόταση ορίτζιναλ ψυχαγωγίας. Δεν φαντάζεστε πόσο ευεργετική είναι ειδικά μετά την φυσική και συναισθηματική κραιπάλη της Πρωτοχρονιάς...