Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

B18

Το B18 είναι ένα λεωφορείο που με έχει στοιχειώσει, όχι μόνο εδώ και μία δεκαετία περίπου που άφησα το Κερατσίνι και ζω στην Αθήνα, αλλά και από τα πολύ νεανικά μου χρόνια, τότε που το λέγαμε ''Πράσινο'' ή ''του Περάματος''. Παλιότερα το παίρναμε από την Ομόνοια, μετά πήγε πιο κάτω, στην Κουμουνδούρου, και σήμερα έχει χωθεί κάπου μεταξύ Ομόνοιας και Κουμουνδούρου, σε ένα δρόμο γεμάτο από τα μπακάλικα των Πακιστανών και τις εξαθλιωμένες πολυκατοικίες, στα διαμερίσματα των οποίων λέγεται ότι στοιβάζονται κορίτσια για πούλημα. 
Στη στάση του B18 σε χτυπάνε μυρωδιές από τζίντζερ και κάρι. Υπάρχει ένα τριτοκοσμικό κλίμα κατά τη διάρκεια της αναμονής του που δεν θα το συναντούσες σε μια στάση λεωφορείου για την Κηφισιά, πόσο μάλλον της Κηφισιάς, λόγου χάριν. Ευτυχώς έρχεται και σε παίρνει άμεσα, γεμίζει και φεύγει. 
Παρακάτω, στο ύψος της Κουμουνδούρου, επιβιβάζονται όλα τα πρεζάκια της Β' Πειραιώς που ανέβηκαν στην Αθήνα για να ''γίνουν'' και να επιστρέψουν μετά στα φτωχόσπιτα της Νίκαιας και του Περάματος. Σα να βλέπω τις μανάδες τους απηυδισμένες να πλένουν ρούχα στη σκάφη - εικόνα μιας Ελλάδας του '50 που τα τέκνα της δεν έψαχναν για πρέζα, αλλά για δουλειά. Συχνά όλο και κάποιο πρεζάκι θα πιάσει θέση δίπλα μου κι εγώ διακριτικά θα βάλω το χέρι στην τσέπη να έχω έλεγχο του κινητού τηλεφώνου μου. Παίζει να μου ζητήσει και τσιγάρο σαν δει το πακέτο να εξέχει από καμιά τσέπη. Τις προάλλες καθόταν ένα ζευγάρι στις θέσεις, δίπλα μου αυτός και απέναντι μου αυτή. Μιλούσαν με την αργόσυρτη εκφορά στο λόγο τους και ένα χαμένο βλέμμα, έδειχναν ερωτευμένοι ή κατ' ανάγκην ''μαζί''. Σχεδίαζαν να κλέψουν το πλυντήριο απ' τη μάνα του για να το πουλήσουν σε έναν άλλο φίλο τους. Κακό πράγμα η πρέζα, η απόλυτη ξεφτίλα, ρε γαμώτο, η καταστροφή της ανθρώπινης υπόστασης και αξιοπρέπειας. 
Στο B18 επιβιβάζονται και δραπέτες των φυλακών. Πάνε πολλά χρόνια που ένα μεσημέρι, ντάλα καλοκαίρι κιόλας, στο ύψος των φυλακών Κορυδαλλού, ο οδηγός σταμάτησε το λεωφορείο σε σημείο άσχετο. Οι πόρτες άνοιξαν, όρμηξαν μέσα δύο μαυροντυμένοι μπάτσοι, άρπαξαν απ' το λαιμό έναν τύπο που καθόταν μόνος του πίσω - πίσω και άρχισαν να τον χτυπούν με τον πιο βάναυσο τρόπο. Τον έσυραν σαν σακί έξω, μα κανείς δεν τόλμησε να πει κουβέντα απ' όλους όσοι βλέπαμε αυτό το περιστατικό αποσβολωμένοι. Δραπέτης των φυλακών ήταν! Το μάθαμε από τον οδηγό, που είχε πάρει εντολή από ώρα πριν για το που ακριβώς θα ''παρέδιδε'' τον κακοποιό επιβάτη του. 
Στο B18 γίνονται και εξορκισμοί. Προχθές, που το ξαναπήρα για να κατέβω στο πατρικό μου, μπήκαν μέσα μια μάνα με βαμμένα κόκκινα μαλλιά που έσερνε στο αναπηρικό καροτσάκι το διανοητικά ανάπηρο παιδί της. Μαζί τους είχαν και μια καλόγρια. Το παιδί που μπορεί να ήταν και 20 ετών, έδειχνε όμως σαφώς μικρότερο, κοιτούσε στο κενό με τα μάτια του αλλοιωμένα από τον στραβισμό. Σκίστηκε η καρδιά μου βλέποντάς το να υπάρχει ανάμεσα μας σαν να ήταν κάποιο οικόσιτο ζωάκι που το έβγαζαν βόλτα. Κοιτούσα μία αυτό, μία τη μάνα που χαμογελούσε και κάτι έλεγε με την αδιάφορη καλόγρια. Πως ζει η μάνα αυτή; Πως έκανε συνήθεια το δράμα της; Πως το βάζει αυτό το παιδί κάθε βράδυ για ύπνο; Πότε λυγίζει από ανημπόρια κι η ίδια και τσακίζεται στο κλάμα για την ατυχία της; Την παρηγορούσε φωναχτά η καλόγρια. Της μιλούσε για τους Τρεις Ιεράρχες και κάτι άλλες χαζομάρες. Της έλεγε ιστορικά ντοκουμέντα για το καλό που κάνει η πίστη. Σε μια φάση, έχοντας μπει πια στην Πέτρου Ράλλη, η καλόγρια έβγαλε ένα μεγάλο ξύλινο σταυρό και τον ακούμπησε στο μέτωπο του παιδιού που δεν αντιδρούσε καθόλου. Η μάνα με τα κόκκινα μαλλιά - σηκώνει κοκεταρίες το δράμα; - υποδείκνυε στο άρρωστο σπλάχνο της να κάνει υπομονή μέχρι να φτάσουν στο μοναστήρι του Αγίου Αντωνίου και να το ''διαβάσουν'' οι καλόγριες. Καμία αντίδραση κι αυτό. Μόνο τα μάτια του κοιτούσαν προς πάσα κατεύθυνση και μύξες έτρεχαν απ' τα ρουθούνια του.
Στο B18 ξέρω καλά πια τι γίνεται. Είναι μια μικρογραφία της πιο άσκημης Ελλάδας. Μιας Ελλάδας δίχως ίχνος γοητείας, χτυπημένης από όλα τα δεινά ενός χαλασμένου κοινωνικού ιστού. Φαντάζομαι να ανοίξουν οι πόρτες κάποτε, εν μέσω της γνωστής διαδρομής, να μπουκάρουν μέσα πυροσβέστες με μάνικες και να αρχίσουν να μας καταβρέχουν όλους, έτσι που να τιναζόμαστε με ορμή και να χτυπάμε με δύναμη ο ένας πάνω στον άλλον. Υπάρχει κι η άλλη λύση, βέβαια. Να μη φτάσει κανείς από μας στον προορισμό του. Να αυξήσει ταχύτητα ο οδηγός και να ρίξει το ογκώδες όχημα του στη θάλασσα να πνιγούμε όλοι άγνωστοι μεταξύ μας, άνεργοι, πρεζάκια και θεούσες καλόγριες, μα να μη βρεθεί ούτε ίχνος μας που θα δώσει θέμα στα κανάλια την επόμενη.
Στο B18 να μην επιβιβάζεστε δίχως γνώση και επίγνωση. Αν πηγαίνετε κάπου επίσκεψη στη Β' Πειραιά με γλυκά και λουλούδια στο χέρι, προτιμήστε ταξί ή έστω ένα άλλο λεωφορείο. 
Στο B18 η ζωή δεν αστειεύεται.
Στο B18 μετράμε τα χρόνια προς τα πίσω, βρίζοντας το παρόν και φτύνοντας το ανύπαρκτο μέλλον.
Στο B18 δεν διαβάζουμε ποτέ βιβλία σαν κάτι σικ φοιτήτριες στο μετρό.Κρατάμε σακούλες μόνο απ' τα LIDL.
Στο B18 πεθαίνουμε απ' την ώρα που γεννιόμαστε ερήμην μας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: