Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Τετ α τετ ιστορίες με τον Μίκη Θεοδωράκη: Πως έγινε ο - κατά Μάνο Χατζιδάκι - Επιτάφιος του με τη Νάνα Μούσχουρη!

Εγώ τον Επιτάφιο δεν ήθελα καθόλου να τον κάνω. Είχα γυρίσει στην Αθήνα το 1960 και έγραφα τη μουσική για τις Φοίνισσες, ενώ είχα πολλά συμβόλαια για να συνεχίσω τη δουλειά μου στην Ευρώπη. Δεν σκόπευα καθόλου να μείνω στην Ελλάδα. Πως έγινα όμως λαϊκός συνθέτης; Ήταν καλοκαίρι, οι Φοίνισσες είχαν παιχτεί κι ετοιμαζόμασταν οικογενειακώς να πάμε πάλι στο Παρίσι. Ήρθε και με βρήκε, όμως, ένας αδερφικός φίλος που ήταν καταδικασμένος σε θάνατο, όπως κι εγώ άλλωστε, τον οποίο είχαν στείλει στον Άι-Στράτη. Δημήτρης Δεσποτίδης λεγότανε. Γεννούσε η γυναίκα του και τότε, το 1960, τους δίνονταν άδειες μιας εβδομάδας για να δουν το νεογέννητο. ''Τι θα γίνει με τους 6.000 κρατούμενους που έχουμε ακόμα;'' με ρωτάει ο Δεσποτίδης και μου ζητάει να μιλήσω του Χατζιδάκι για να μιλήσει με τη σειρά του στον Καραμανλή που ήταν φίλος του. Είχε το θάρρος ο Δεσποτίδης, γιατί τον Χατζιδάκι κατά ένα τρόπο εμείς τον είχαμε αναδείξει στην ΕΠΟΝ. Του είχαμε δώσει την πρώτη του δουλειά, το Καλοκαίρι θα θερίσουμε με τον Αλέξη Δαμιανό. ''Αν θες να μιλήσεις του Χατζιδάκι πάμε τώρα να τον βρούμε στου Φλόκα, εκεί θα τον πετύχουμε'' πρότεινα του Δεσποτίδη στις δύο το μεσημέρι.
Πάμε, ήταν πράγματι εκεί ο Χατζιδάκις, ωραίος, άνετος, ευάερος, ''Δημήτρη μου, εσύ;'' λέει του Δεσποτίδη μόλις τον βλέπει, αγκαλιές, φιλιά. ''Πες του Μάνου, Μίκη, τι τον θέλουμε'' με παρότρυνε ο Δεσποτίδης κι άρχισα εγώ: ''Μάνο μου, ο Δημήτρης είναι σύντροφος μας από την ΕΠΟΝ και ήρθε γιατί γεννάει η γυναίκα του, αλλά από αύριο θα ξαναπάει εξορία. Υπάρχουν 6.000 ακόμα κρατούμενοι σύντροφοι μας, όπως ξέρεις. Μήπως να έλεγες μια κουβέντα του Καραμανλή να έκανε κάποια δήλωση τουλάχιστον;'' Τον Μάνο εκείνη τη στιγμή τον έπιασε το κακό του, το πολύ αντιδραστικό του. ''Ακούστε να δείτε'', σηκώνεται πάνω, ''εγώ τα έχω ξεχάσει αυτά! Έχω το διαβατήριο μου και πηγαίνω όπου θέλω, μ' αρέσει αυτή η κατάσταση''! ''Πάμε να φύγουμε, Μίκη!'' μου κάνει ο Δεσποτίδης, αλλά ο Μάνος κατάλαβε αμέσως ότι δεν μίλησε καλά. ''Με συγχωρείς, έκανα λάθος'' λέει...''Ρε, άντε φύγε από δω'' του απαντάει ο Δημήτρης και βγαίνουμε μαζί έξω. Αύγουστος μήνας ήταν, αυτοκίνητο ούτε για δείγμα στην Αθήνα, 45 βαθμοί έξω. Θυμήθηκα τότε ότι από το '58 είχα στείλει τον Επιτάφιο από μπομπίνα σε φίλους στην Αθήνα και τους άρεσε. ''Δε μου λες'' ρωτάω τον Δεσποτίδη, ''ο Χατζιδάκις είναι διάσημος, τον αγαπούν, αλλά γιατί πήγαμε σ' αυτόν; Γιατί τον αγαπούν;'' Μου απαντάει: ''Γιατί γράφει ωραία τραγούδια''...Ακολουθεί ο διάλογος μας:
- Κι εγώ γράφω ωραία τραγούδια!
- Τι τραγούδια;
- Τον Επιτάφιο!
- Ρε άντε από δω κι εσύ, τραγούδι είναι ο Επιτάφιος; Πως να διασκεδάσει ο κόσμος;
- Μα είναι ωραία λαϊκά τραγούδια. Τα έστειλα εδώ σε μερικούς και τους άρεσαν. 
- Άντε, άσε μας τώρα...
Τον ''ψήνω'' όμως και πάμε στο Zonars για να του τα τραγουδήσω. Μου λέει: ''Ξεκίνα''!
Παραγγέλνουμε δυο μπίρες ξεροσφύρι κι αρχίζω εγώ να χτυπάω το μάρμαρο στο ρυθμό: ''Γιε μου σπλάχνο των σπλάχνων μου''...Με σταματάει: ''Παρακάτω''! ''Δεν είναι δυνατόν'' λέω μέσα μου, ''ας το πιάσω πιο μαλακά'' κι αρχίζω ''Μέρα Μαγιού μου μίσεψες''...Σηκώνεται απάνω ο Δεσποτίδης ''Τώρα αυτό τραγούδι είναι;'' 
(Παρεμβαίνει ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας στην αφήγηση): Τι νόμιζε αυτός, τον Επιτάφιο στην εκκλησία;
Ε, σου λέει, ''τίτλος για τραγούδι ειν' αυτό;'' Θυμηθείτε ότι τότε είχα κάνει το ''Μάνα μου και Παναγιά'', ''κλαίει η μάνα μου στο μνήμα'', μετά ήρθε το ''Τραγούδι του νεκρού αδελφού'', μια ζωή νεκρολογία ήμουν εγώ, νεκροταφείο (γέλια). ''Συνέχισε'' μου λέει αυτός, και μετά;
- Καλά, δε θα περάσουν από λογοκρισία;
- Πως δεν θα περάσουν...
- Καλά, εσύ είσαι κομμουνιστής, ο Ρίτσος είναι κομμουνιστής, πως θα περάσουν;
- Μα, είναι δύο εταιρείες που τα θέλουν, η μία είναι του Πατσιφά κι η άλλη...
(Παρεμβαίνει πάλι ο Λαυρέντης Μαχαιρίτσας): Συγγνώμη, το '60 υπήρχε λογοκρισία;
Σαφώς και υπήρχε, βέβαια! Η λογοκρισία υπήρχε από καταβολής ελληνικού κράτους. Ανέκαθεν μας είχαν υπό έλεγχο. Όπως τον Κολοκοτρώνη τον είχαν όχι κάτω απλά, αλλά σε ένα λάκκο μέσα. Τον Κολοκοτρώνη που μας απελευθέρωσε. Σαν οι Αμερικανοί να βαράνε τον Ουάσιγκτον. Αφού έβαλαν, λοιπόν, τον Κολοκοτρώνη στη φυλακή, με μας θα έκαναν πίσω; Λοιπόν, συνεχίζω...''Αυτές οι δύο εταιρείες'' λέω του Δεσποτίδη, ''έχουν πιο μεγάλη δύναμη απ' τη λογοκρισία''! ''Τότε τι κάθεσαι;'' μου κάνει αυτός κι αποφασίζω να ξεκινήσω από τον Πατσιφά. Του άρεσαν του Πατσιφά τα τραγούδια, με πίστευε, του εξήγησα πως θέλω λαϊκά με μπουζούκια, ''πάρε την Άννα Χρυσάφη'' μου λέει. Τότε τα γραφεία του Πατσιφά έβλεπαν προς το Σύνταγμα.
Η Νάνα Μούσχουρη το 1960
Με πιάνει μια μέρα και μου λέει: ''Άκουσε να δεις, άκουσε τα τραγούδια η Μούσχουρη και της άρεσαν. Μήπως να τα δίναμε σ' αυτήν;'' ''Και τη Χρυσάφη τι θα την κάνουμε, θα την πετάξουμε;'' ρωτάω εγώ για να λάβω την απάντηση του: ''Άσ' τη τη Χρυσάφη, θα την κανονίσω εγώ, θα της δώσω κάτι άλλα τραγούδια που θα της πηγαίνουν''. Εγώ σκέφτηκα ότι θα ήταν καλό, τη στιγμή που Χατζιδάκις - Μούσχουρη ήταν το Νο 1 εκείνη την εποχή. Θα είχα τα μπουζούκια, αλλά με τη Μούσχουρη δεν θα μ' άκουγε μόνο η εργατιά, θα περνούσα και στους αστούς. ''Κύριε Θεοδωράκη'' μου είπε η Μούσχουρη, ''μου άρεσαν πάρα πολύ τα τραγούδια σας, αλλά θα πρέπει να πάρω άδεια από τον κύριο Χατζιδάκι, καταλαβαίνετε. Να έρθετε το μεσημέρι από δω που θα είναι κι ο κύριος Χατζιδάκις για να του μιλήσουμε μαζί''. ''Μάλιστα'' λέω εγώ! Έρχεται ο Χατζιδάκις, κατευθείαν λέει ''Όχι''. Πετάγεται η Μούσχουρη (κάνει τη φωνή του παραπονιάρικη): ''Κύριε Μάνο, ο κύριος Θεοδωράκης μου έδωσε κάτι τραγουδάκια που μ' αρέσουν πολύ. Μπορώ να τα τραγουδήσω;'' (γέλια). ''Υπό έναν όγον'' κάνει αυστηρά ο Μάνος, ''Ότι θέλετε, κύριε Χατζιδάκι'' του απαντάει ο Πατσιφάς, κάθεται στο γραφείο, του δίνουν πένα κι αρχίζει να γράφει: ''Εδώ μαντολίνο, εδώ βιολί, εδώ φλάουτο, εδώ τσέλο'' και στο τέλος ''Πιάνο: Μάνος Χατζιδάκις''! Εγώ τά'χασα! ''Μάνο μου,σ' ευχαριστώ, με τιμάει πολύ αυτό που κάνεις τούτη τη στιγμή''! Έτσι αρχίσαμε, αλλά υπήρχε ένα πρόβλημα: Πως θα ξύπναγε ο Μάνος, αφού εμείς γράφαμε στις 2 το μεσημέρι κι εκείνος κοιμότανε. Πηγαίνουμε, λοιπόν, στο σπίτι του, τρία δωμάτια όλο κι όλο. Στο ένα ήταν το πιάνο του, στον προθάλαμο ας πούμε, μια κουρτίνα υπήρχε για να απομονώνει το κρεβάτι του και στ' άλλο κοιμόταν η Μιράντα, η αδερφή του, με τη μαμά. Η κουζίνα ήταν. Τον ξυπνάμε, του φτιάχνουμε καφέ, ροχάλιζε ο Μάνος στην κουζίνα (μιμείται το βαρύ ροχαλητό του) και με τα πολλά, μετά από κάνα δίωρο, ξύπνησε και τον πήραμε για την Κολούμπια. Πάμε, ''Μάνο μου, που είναι τα αναλόγια;'' τον ρωτάω, ''ποια αναλόγια;'' μου απαντάει και μου εξηγεί πως έχουμε λαϊκούς μουσικούς και θα τα μάθουν με τ' αυτί. ''Πότε θα γίνει αυτό;'' ξαναρωτάω, ''Τώρα, αυτή τη στιγμή'' λέει ο Μάνος. Τέλος πάντων, αρχίζω εγώ να διευθύνω και κάνουμε τα πρώτα τρία κομμάτια. Μετά από λίγο, όμως, μου λέει ο Μάνος: ''Βλέπω ότι δεν είσαι στα νερά σου. Θες να διευθύνω εγώ και να παίξεις εσύ πιάνο;'' ''Οπωσδήποτε'' απαντάω και αρχίζει ο Μάνος να κάνει την ''κουζίνα'', που τα ήξερε καλά αυτά, κι εγώ να παίζω πιάνο. Εκείνο τον καιρό εγώ με τη γυναίκα μου, τη Μυρτώ, είχαμε αυτοκίνητο, απ' τα ελάχιστα στην Αθήνα, και πηγαίναμε στην Πατριάρχου Ιωακείμ, που έμενε ο Αλεξανδράκης με τη Γεωργούλη. Εκεί υπήρχε κι ένα εστιατόριο που πήγαινε ο Σπυρομήλιος, πρόεδρος του ΕΙΡ τότε. Μας πετυχαίνουν ο Σπυρομήλιος, ο Γκάτσος κι ο Χατζιδάκις, ''Μίκη, έλα εδώ'' μου κάνουν. Ο Σπυρομήλιος ήταν μεγάλο κεφάλι, δεν μάσαγε. Τον έπαιρνε τηλέφωνο ο Καραμανλής και τού'λεγε ''Γιατί μου βάζεις τα τραγούδια αυτού του κομμουνιστή;'' και του απαντούσε  ''Γιατί έτσι μου γουστάρει''! Ήταν κι ο μεγάλος έρωτας της Μελίνας ο Σπυρομήλιος!

(παρεμβαίνω εγώ: Γι' αυτόν ο Χατζιδάκις με τον Γκάτσο έγραψαν το ''Κουρασμένο παλικάρι'')
Ναι, ακριβώς. Ωραίος τύπος ήταν αυτός και τη μεγάλη ιστορία του με τη Μελίνα θα την αφήσουμε για μιαν άλλη φορά. Την άλλη μέρα, στου Φλόκα, επειδή ο Χατζιδάκις ζήλευε και δεν άφηνε τον Γκάτσο να μου δίνει στίχους του - το ξανάπαμε και στη συνέντευξη - μου βάζει ένα σκονάκι στην τσέπη και μου λέει στ' αυτί συνομωτικά: ''Να, να, διάβασε το αυτό όταν θά'σαι μόνος σου''...Το ανοίγω και βλέπω τους στίχους της ''Μυρτιάς''! Μου άρεσαν πολύ! Λέω του Γκάτσου συνομωτικά κι εγώ: ''Αύριο! Μεσ' στην ίντριγκα ήμασταν'' (γέλια) Την επόμενη, είμαστε ο Πατσιφάς, ο Γκάτσος, εγώ και μετά ήρθε κι ο Χατζιδάκις. Τους παίζω τη ''Μυρτιά'', όπως είχα ήδη μελοποιήσει το ποίημα. Κάνει ο Πατσιφάς: ''Πολύ ωραίο είναι, πάμε να το γράψουμε αύριο. Ποιος θα διευθύνει; Μάνο, εσύ θα το κάνεις''. Εκεί τους ενημερώνω για ένα άλλο τραγούδι που είχα γράψει και που είχε γίνει πολύ μεγάλη επιτυχία στο εξωτερικό (τραγουδάει τη μελωδία από το ''Honeymoon song''). 
Τους το παίζω στο πιάνο και λέω στον Γκάτσο ''Νίκο, γράψε ελληνικούς στίχους εσύ''. Τους έγραψε επί τόπου ο Νίκος. ''Ποιος θα τα πει τα τραγούδια;'' λέμε κι ακούμε ξαφνικά μια φωνή από το βάθος: ''Εγώ θα τα πω''! Γυρίζουμε, βλέπουμε μια ξανθιά κοπέλα με τουπέ, ''ποια είσαι εσύ;'' τη ρωτάει ο Πατσιφάς, ''είμαι η Γιοβάννα'' λέει αυτή, ακριβώς έτσι όπως σας το λέω! ''Που τραγουδάς;'' τη ρωτάμε, ''Πουθενά'' απαντάει (γέλια) και αμέσως μετά: ''Μπορώ να τα πω εγώ; Τά'μαθα κιόλας απ' έξω''. Ξανακάθομαι στο πιάνο, βρίσκω τον τόνο της και την άλλη μέρα πράγματι γράψαμε σε δισκάκι τα δύο κομμάτια.  
''Πήγαν'' αμέσως, είχαν ωραίο τέμπο, έβαλε ο Μάνος και τα όργανα που ήθελε, τα είπε και εξαιρετικά η Γιοβάννα. Υπήρχε μεγάλο κέφι στην ηχογράφηση τους. Έλα, όμως, που μια μέρα μετά θα συνεχίζαμε με το τέταρτο τραγούδι του ''Επιταφίου''! Στην ίδια μπομπίνα είχαμε βάλει μέσα τα δύο νέα τραγούδια με τη Γιοβάννα. Τσιμουδιά, μην το πάρει χαμπάρι η Μούσχουρη! Στο διάλειμμα, όμως, λέει ο Μάνος: ''Ας ακούσουμε κι αυτά που γράψαμε χθες''. ''Τι γράψατε χθες;'' πετάγεται η Μούσχουρη. ''Θ' ακούσεις'' της απαντάει ο Μάνος. 
- Τι τραγούδια ειν' αυτά;
- Κάτι τραγούδια που έγραψε ο Μίκης.
- Πότε τά'γραψε;
- Χθες! 
- Και ποια ειν' αυτή που τα τραγούδησε;
(γέλια) Και την πιάνει μια υστερία τη Μούσχουρη, ήθελε να τα σπάσει όλα! Υπήρχαν κάτι τασάκια εμαγιέ, της τά'δινε ο Πατσιφάς: ''Να, πάρε, Νάνα μου'' κι αυτή τα έσπαγε το ένα μετά το άλλο! Σκηνή κινηματογραφικής ταινίας, μεγάλη κωμωδία! 
Μετά η Μούσχουρη δήλωσε ''Μ' αυτόν δε θέλω να ξανασυνεργαστώ'', δεν το είπε όμως έτσι σε μένα. Εμένα μου είπε κάτι άλλο. Μπαίνουμε όλοι σ' ένα ταξί να μας πάει στου Φλόκα - απορώ πως χωρέσαμε - και μου λέει: ''Κύριε Θεοδωράκη, θέλω να σας μιλήσω. Δε νομίζω ότι μπορούμε να συνεργαστούμε, εσείς έχετε τραγουδίστρια αυτήν τη Γιοβάννα - πως τη λένε''...Ύστερα απ' αυτό έπιασα εγώ τον Πατσιφά: ''Άκουσε να δεις, εγώ δεν σου ζήτησα τίποτα. Εσύ ήθελες να γραφτεί ο Επιτάφιος, αφού όμως η Μούσχουρη είπε έτσι, δεν θέλω, αποχωρώ. Ποιος θα μου πει εμένα τι θα κάνω; Ξέρεις ποιος ειμ' εγώ και πόσο έχω υποφέρει για να κάνω ότι έκανα; Τι πράγματα είναι αυτά;'' ''Έλα, μωρέ, αφού την ξέρεις'' ήταν η απάντηση του Πατσιφά. ''Όχι'' του λέω και κατευθείαν στην Κολούμπια! Στην Κολούμπια διαπιστώνω πως έδιναν τόση σημασία στη δισκογραφία, ώστε ο διευθυντής της εταιρείας ήταν και ο υπεύθυνος του λογιστηρίου. Περιμένοντας, βλέπω μια μεγάλη ουρά που περίμεναν οι καλλιτέχνες να πληρωθούν. Ξεχωρίζω έναν αδύνατο τύπο. ''Με συγχωρείτε'' ρωτάω κάποιον, ''μήπως αυτός εκεί είναι ο Βασίλης Τσιτσάνης;''
- Ναι, αυτός είναι!
- Και κάθεται στην ουρά;
- Που να κάτσει;
- Μα ξέρετε τι γίνεται στη Γαλλία; Ξέρετε πως παίρνει τα λεφτά του ο Charles Aznavour; Του τα πηγαίνει η Ρολς Ρόις στο σπίτι του τα λεφτά του! 
Εμένα μου έδωσαν εφάπαξ 1500 δραχμές το τραγούδι, πήρα συνολικά 12000. Ο δε Μπιθικώτσης πήρε 500 δραχμές το τραγούδι. Αυτά δίναν τότε. Η Παπαγιαννοπούλου το ''Δυο πόρτες έχει η ζωή'' το πούλησε 50 δραχμές, που παιζόταν παντού. Ερχόταν πολλές φορές σπίτι μου μετά απ' τη χαρτοπαιξία για να μου δώσει τραγούδια. Εγώ δεν ήθελα να της πάρω στίχους - είχα στήσει κατάσταση ήδη με τους ποιητές - της έφτιαχνα όμως καφέ, της έδινα κι ένα πεντακοσάρικο, λέγοντας της ''Πάρε να βολευτείς και δώσ' τα αλλού''. Μετά έδωσε μια συνέντευξη στον Λευτέρη Παπαδόπουλο και τού'πε ότι μου είχε φέρει το ''Ειμ' αϊτός χωρίς φτερά'', δεν το πήρα εγώ κι έτσι το έδωσε στον Χατζιδάκι. Αυτή είναι κι η ιστορία μου με την Παπαγιαννοπούλου. Πάμε πάλι στην Κολούμπια, όπου τους δηλώνω ότι θέλω τραγουδιστή τον Μπιθικώτση. ''Ποιος ειν'αυτός;'' με ρωτάνε, ''αυτός που είπε το Γαρίφαλο στ' αυτί'' τους απαντάω. Αυτό ήξερα εγώ! Στη Μακρόνησο, που λένε, ο Μπιθικώτσης δεν τραγουδούσε, ήταν συνθέτης. Μάλιστα το πρώτο τραγούδι του, το ''Καντήλι τρεμοσβήνει'', το τραγούδησε ο Βαμβακάρης. Εγώ τη φωνή του, λοιπόν, την είχα ακούσει στα όμορφα τραγούδια του Χατζιδάκι, την ''Κυρά'', το ''Είμαι άντρας και το κέφι μου θα κάνω'' και το ''Γαρίφαλο στ' αυτί''. Τότε ήρθε ο Τάκης Λαμπρόπουλος εξ Αμερικής. ''Κύριε Θεοδωράκη'' μου λέει, ''θέλετε οπωσδήποτε τον Μπιθικώτση; Εδώ έχουμε εξαιρετικές γυναικείες φωνές, τη Γιώτα Λύδια, την Πόλυ Πάνου, τη Μαίρη Λίντα, πείτε, ποιαν θέλετε;'' ''Τον Μπιθικώτση θέλω!'' επέμενα. Τότε ο Μπιθικώτσης ετοιμαζόταν να τα παρατήσει. Αυτοκράτορας ήταν ο Καζαντζίδης, ο οποίος έπαιρνε 5000 μεροκάματο στις Τζιτζιφιές. Ο Μπιθικώτσης πήγε σε μαγαζί απέναντι με 50 δραχμές μεροκάματο. Αυτή ήταν η διαφορά στις τιμές τους. Ο Μπιθικώτσης δεν είχε καριέρα σαν φωνή, ήταν έτοιμος να γίνει υδραυλικός και να παρατήσει το τραγούδι. Εγώ τον καθιέρωσα σαν τραγουδιστή. 
Θυμάμαι το ίδιο πάνω - κάτω διάστημα που γράφαμε την ''Πολιτεία Α'' να είμαστε ο Καζαντζίδης, ο Χιώτης, η Μαίρη Λίντα κι εγώ και να μπαίνει μέσα ο Μπιθικώτσης ντυμένος με ένα ωραίο μακρύ σακάκι. Μάγκας αυθεντικός. Δεν υπήρχε άνθρωπος, άντρας, που να χορεύει ωραιότερο ζεϊμπέκικο από τον Μπιθικώτση. Είχε αυτό το στρατιωτικό όνομα και το αρχοντικό παρουσιαστικό, που κανείς δε μπορεί να καταλάβει πόσο ευαίσθητος άνθρωπος ήτανε. Πριν βγει στη σκηνή έκανε εμετό απ' το άγχος του. Ήταν μέχρι να βγάλει την πρώτη νότα, εκεί μεθούσε ο ίδιος με τη φωνή του και άλλαζε! Ποιος θα είχε φωνές σαν του Μπιθικώτση, της Φαραντούρη και του Πανδή; Άλλοι θα πλήρωναν, όχι θα πληρώνονταν, για να τους ερμηνεύουν τέτοιες φωνές! Τέτοια ήταν η χαρά μου που τους άκουγα στα τραγούδια μου και χανόμουν!
Μίκης Θεοδωράκης - Θέμης Ροδαμίτης - Λαυρέντης Μαχαιρίτσας
Η συνομιλία με τον Μίκη Θεοδωράκη πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του, απόγευμα Πέμπτης 11 Μαΐου 2017, παρουσία της κόρης του, Μαργαρίτας, του Γιώργου Λιάνη, του Θέμη Ροδαμίτη, του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα και της Παυλίνας Βουλγαράκη.