Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

γενικώς-και-αορίστως


Χαράματα περιφέρομαι με το ταξί στους άδειους δρόμους της κυριακάτικης Αθήνας. Το μυαλό του ταξιτζή είναι καθηλωμένο στα συμπλέγματα των οικονομικών ευκαιριών, στους ευπροσήγορους στόχους και στο μετάξι των ημερών που περιμένει νά'ρθουν. Τον βαριέμαι αφόρητα, επιθυμώ να βγάλει τον σκασμό ώσπου να με πάει εκεί που θέλω και καθώς νοσταλγεί τον δικτάτορα Παπαδόπουλο συν τοις άλλοις, ανακρίνω τον καθρέφτη του οχήματος του για την κατάσταση της στοματικής μου κοιλότητας. Τον καταισχύνω σκαιότατα για την πληροφορία ότι οι τραπεζίτες έχουν τα χάλια τους και ο κυνόδοντας θέλει σφράγισμα επειγόντως. Με τις άκρες των χειλιών νά'χουν φτάσει στο σαγόνι, επιδίδομαι συνοφρυωμένος σε μια σειρά αμήχανων κινήσεων, λες και μυρμήγκια από παντού ροκανίζουν τα καθίσματα, το σώμα μου...αλλά επιμένω, σφίγγω τα δόντια. Σκέφτομαι ποιος στίχος άραγε, ποια προσωδία, ποια παρήχηση να μας αναπαύσει εδώ που φτάσαμε, στα πέρατα του πάθους, με το κορμί να βουλιάζει στο έρεβος της έξαψης και με τους αρμούς της νύχτας να σφίγγονται σαν τανάλιες ανάμεσα στα νεύρα μας με αρμονία θαυμαστή. Καταλήγω στο ότι η μοναξιά, το μεγάλο επίτευγμα της ζωής, έρχεται χλευαστική να χορδίσει πάνω στα νεύρα των ανθρώπων ένα σκληρό και νοσηρό κονσέρτο στη μείζονα κλίμακα της απελπισίας. Η ποίηση δεν είναι παρά ένας μικρός ζεστός χώρος για ν' απλώσεις το κορμί σου όταν σε τυραννάει η ανία, ένα απαλό προσκέφαλο να πέσεις και να ονειρευτείς όταν η καύλα γίνεται αβάσταχτη και το σπέρμα βράζει και καίει. Καλά που δε γίναμε πρεζάκια! Δε θα οφελούσαν σε τίποτα τα προσκέφαλα και τα αισθητικά δεκανίκια. Μονάχα ένα φιξάκι θα έδινε ίαση, θα έσπαγε το κύμα που χυμάει να συνθλίψει το στέρνο και να ξεσχίσει το μυαλό. Ένα μυαλό γεμάτο τρύπες, στενωπούς αρκετές για να περάσει ολόκληρος ο Αχέροντας της έξαψης και να μπει η λήθη στην καρδιά για να φάει τον πυρετό της. Κάτω από αστρικές συγκρούσεις, τίμια χέρια και άσπρα σεντόνια γίναμε ηχητικές κούκλες κινέζικης φθηνής πατέντας. Έξοδος από το όχημα του τενεκέ με το φαρδύ κεφάλι, το γεμάτο με ισολογισμούς, που από συνήθεια μασουλάει μ' ανοιχτό στόμα. Αρχίζει η γιορτή. Τις πρώτες πρωινές ώρες, κάτω από τον τυφλωτικό ήλιο που δαγκώνει με λύσσα τη ζωή, περαστικοί με είδαν με τρόμο να αιωρούμαι διαγώνια μεσ' στον αέρα σαν τον ελέφαντα του Σλάβομιρ Μρόζεκ, αβαρής, άυλος, όμοιος με φουσκωμένο μπαλόνι που η άνωση του ισούται με τη βαρύτητα της γης κι ισορροπεί χωρίς να τον παρασέρνουν τα ρεύματα, να στέκομαι στο κενό σε διαγώνια θέση ακίνητος σαν άγαλμα και γύρω μου να πεταρίζουν σμήνοι από ζωύφια, που άλλοι τά'λεγαν μύγες και άλλοι κουνούπια. Με τις ώρες κάθονταν εκεί οι περίεργοι περίοικοι κι έρχονταν κι άλλοι και το πλήθος αύξαινε, χαζεύοντας το αλλόκοτο θέαμα με τα στόματα ορθάνοιχτα. Παρ' όλα αυτά κανένας δεν τόλμησε να στηθεί στην προβολή του σώματος μου στο έδαφος. Ήξεραν πως όπου νά'ναι θα πέσει, ήξεραν την εύθραυστη ύλη που το κρατούσε, ένιωθαν καλά όλοι τους την ασταθή ισορροπία της ανθρώπινης ύπαρξης. Γενικώς και αορίστως.

* στο βίντεο, το τραγούδι Rook των Τεξανών Shearwater από το ομότιτλο άλμπουμ του 2008.

2 σχόλια:

verbalistis είπε...

Δυνατή γραφή,,εξίσου ωραίο κείμενο.

BOSKO είπε...

verbalistis...
ευχαριστώ, ευχαριστώ:-)