Πέμπτη, 1 Μαρτίου 2012

η-μπαλάντα-της-οδοιπόρου

Εδώ και μέρες βλέπω αφημένες έξω από γειτονικά σπίτια μπαγκέτες ψωμιού, πιθανώς ακριβές, αφού είναι συσκευασμένες σε ζελατίνα. Οι περαστικοί θα έχουν συνηθίσει το θέαμα, όπως κι εγώ, χωρίς να σκεφτούν καν να πάρουν το ψωμί. Θυμίζει τις κροκέτες που κάποιοι φιλόζωοι αφήνουν επίσης σε γωνίες του δρόμου για να φάνε τα πεινασμένα αδέσποτα. Πηγαίνοντας να αγοράσω καφέ από τυροπιτάδικο της Φιλολάου - ο χειμωνιάτικος καιρός σηκώνει ένα διπλό καπουτσίνο - βρήκα ή μάλλον ανακάλυψα τον παράξενο διανομέα ψωμιού. Επρόκειτο για μία γυναίκα ηλικιωμένη, ψηλή, αδύνατη, γύρω στα 70, που κρατούσε και έσερνε με δυσκολία μία μεγάλη μαύρη τσάντα. Μάλλον θα προσπερνούσα αν θύμιζε κοινή ζητιάνα ή έστω άστεγη, η αξιοπρέπεια όμως που ανέδυε ως φιγούρα με έκανε να σταματήσω και να την παρακολουθήσω με το βλέμμα μου. Την είδα να χώνει ένα πλαστικό φτυαράκι στην τσάντα, να το βγάζει γεμάτο και να ρίχνει με τάξη την ξηρή τροφή, χωρίς ωστόσο κανένα ζώο να πάει κοντά της. "Καλά κάνεις" της είπα ενθαρρυντικά, έχοντας την πλησιάσει πλέον. Ήθελα επειγόντως ν' ακουμπήσω κάπου τον ζεματιστό καφέ που μου έκαιγε το χέρι, να ανάψω ένα τσιγάρο μεσ' στη μέση του μικρού πάρκου. Η γυναίκα γύρισε, με κοίταξε και χαμογέλασε. "Σ' ευχαριστώ" μου είπε, και σαν έκανα να φύγω μετά τη λήξη αυτής της μίνι συνεδρίασις για δύο, μού φώναξε: "Ταΐζω και τους ανθρώπους, ξέρεις"! Γύρισα πίσω, κάθισα στο παγκάκι, της ζήτησα να καθίσει κι αυτή μαζί μου και άναψα το τσιγάρο που τόσο ήθελα. "Σ' ακούω, πες μου την ιστορία σου" της έκανα και ο λόγος μου, ακόμη και σε μένα τον ίδιο, έφτασε με ισοζυγισμένα το ενδιαφέρον και την αδιαφορία. "Έχασα τον άντρα μου, ναυτικός, παίρνω καλή σύνταξη" άρχισε να μου λέει η γυναίκα, εμφανώς πλέον ευτυχισμένη μ' αυτόν τον μονόλογο που ξεκινούσε. "Πριν τρία χρόνια έχασα και την κόρη μου, μία την είχα" συνέχισε με ηρεμία. "Από τι;" τόλμησα να ρωτήσω, μια και ο τόνος της φωνής της δεν είχε αποκτήσει κανένα μελοδραματισμό. "Ναρκωτικά" απάντησε κι εκεί αισθάνθηκα για πρώτη φορά το βάρος ενός φορτίου απάνω της. "Και τώρα τι κάνεις;" ξαναρώτησα, θέλοντας να την επαναφέρω στο σήμερα, στον λόγο μάλλον που με έκανε να πιάσω αυτήν την κουβέντα μαζί της. "Δεν έχω κανέναν στον κόσμο, ούτε παιδιά, ούτε σκυλιά τώρα..." μου είπε κι εγώ σκέφτηκα αμέσως πως αυτή η άτυχη γυναίκα έγινε μητέρα για τα παιδιά και τα σκυλιά αν όχι του κόσμου όλου, τουλάχιστον της γειτονιάς μου. Συνέχισε πάντα με ηρεμία: "Σηκώνομαι στις έξι κάθε πρωί και παίρνω τους δρόμους. Το χειμώνα αφήνω όλο και καμιά ζακέτα να τη βρει κάνα ζώο να κουρνιάσει. Το καλοκαίρι γεμίζω παγούρια με νερό. Δεν είναι κατάσταση αυτή με τα αδέσποτα στην Ελλάδα". "Πολυταξιδεμένη θα είσαι" της εξέθεσα το πρόχειρο συμπέρασμα μου κι αυτή κούνησε καταφατικά το κεφάλι. "Κι αυτό που είπες για τους ανθρώπους;" συνέχισα κι εγώ. Και τότε μου εξήγησε πως παίρνει πάνω από χίλια ευρώ σύνταξη το μήνα, της φτάνουν και της περισσεύουν, ένα άτομο είναι, μία ύπαρξη μόνη κι έρημη στον κόσμο αυτό, η Αγία Παρασκευή που εκτελεί τα καθήκοντα της κάθε μέρα κάτω απ' τον ναό του Αγίου Αρτεμίου, μία σπάνια κομμουνίστρια κι ας μην ψήφισε ποτέ Αριστερά - δεν ξέρω, δεν τη ρώτησα τέτοιες αηδίες -, η Μητέρα Τερέζα του Παγκρατίου, το ρήμα "αναθρώσκω" προσωποποιημένο, ένα Νόμπελ Ειρήνης με κουρασμένα πόδια και γεμάτα χέρια. μία Αξία σημαντική μεσ' στην ασημαντότητα της, μία παύλα ανάμεσα στις τελείες, να τις κοιτάζει όλες από ψηλά σα να ίπταται κι ας σέρνεται σχεδόν, ένα κερί που δε λέει να λιώσει, η Φλέρυ Νταντωνάκη που έζησε συνειδητά με τους άστεγους και τους αλκοολικούς της Νέας Υόρκης για να δοκιμαστεί ψυχικά, η καλοσυνάτη σχιζοφρενής που συνομιλούσε με τους νεκρούς και που συνέπεσαν τα ραντεβού μας τις προάλλες από λάθος του τρελογιατρού, ένας κατακτητής των απάτητων Ιμαλαΐων, η ίδια η Αναγέννηση μετά τον Μεσαίωνα και η προσπάθεια χιλιάδων χρόνων για την απόκτηση της γνώσης μέσα σε δύο υγρά γέρικα μάτια. Η κυρία Ελένη, έτσι τη λένε, δίνει όλη της τη σύνταξη για να αγοράζει ψωμί και τρόφιμα, να ταΐζει τους φτωχούς της γειτονιάς, να τα αφήνει έξω απ' τις πόρτες τους όταν αυτοί ενδεχομένως κοιμούνται και να φεύγει αθόρυβα, πηγαίνοντας σαν αερικό από σπίτι σε σπίτι. Ήθελα να τη ρωτήσω πως γνωρίζει αν οι άνθρωποι αυτοί είναι πραγματικά φτωχοί κι έχουν ανάγκη το ψωμί της, μα δεν μου άρεσε να χαλάσω τη φυσική νομοτέλεια της γοητευτικής εξιστόρησης της. Κι αυτή, έξυπνη καθώς ήταν, διάβασε μεταφυσικά τη σκέψη μου και είπε με αναστεναγμό: "Υπάρχει τόση φτώχεια γύρω μας πια ή κάνεις κι εσύ πως δεν τη βλέπεις;"..."Να τα λέμε, κυρία Ελένη" τη χαιρέτισα κι έφυγα.
* στο βίντεο, το Jazz Κουιντέτο του Δημήτρη Καλαντζή με την Καμεράτα Αθηνών υπό τη διεύθυνση του Μίλτου Λογιάδη παίζουν τη Μπαλάντα του Οδοιπόρου των Μάνου Χατζιδάκι - Μάνου Ελευθερίου.       

5 σχόλια:

Bad Seed είπε...

Πόσο ΘΕΑ;

Καλό μήνα Bosko!

stratos είπε...

Τι ωραία γυναίκα, τι ωραίο κείμενο..

BOSKO είπε...

Bad Seed...
πράγματι :-)
καλό μήνα, επίσης!

BOSKO είπε...

stratos...
σ' ευχαριστώ, φίλε, καλό μήνα νά'χουμε!

Ελευθερία είπε...

Ευχαριστώ για το κείμενο... Είναι ελπιδοφόρο να γνωρίζεις ότι υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι.