Κυριακή 23 Μαρτίου 2025

Νίκος Ξυδάκης: «Η μεγαλύτερη πολιτική πράξη που μπορώ να κάνω είναι η βελτίωση του εαυτού μου»

Ο Νίκος Ξυδάκης, ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες, που παραμένει παραγωγικός και δραστήριος, είναι εξαιρετικά φειδωλός στις συνεντεύξεις του. Έχει άποψη γι’ αυτό, την οποία εξέθεσε, μεταξύ άλλων, στην ακόλουθη σπάνια συνομιλία μας. Μία συνομιλία που είχε αφορμή την επικείμενη παρουσίαση του έργου «Μάρθα: Μια ιστορία από το Μεσολόγγι» στην ΕΛΣ σε δική του μουσική και σε λιμπρέτο του Διονύση Καψάλη (Δευτέρα 24/3, θέατρο Ολύμπια). Αφηγητής θα είναι ο Θανάσης Παπαγεωργίου και ερμηνευτές η Ειρήνη Δερέμπεη και ο Τάσος Αποστόλου.

Σας συναντώ λίγες μέρες πριν την παράσταση της «Μάρθας», ενός γυναικείου προσώπου βασισμένου στον Διονύσιο Σολωμό.

Η Μάρθα είναι ένα πρόσωπο που εμφανίζεται στα Ιταλικά Σχεδιάσματα του Σολωμού, επεξεργασμένο από τον Καψάλη που έγραψε το λιμπρέτο. Ήταν μια ανάθεση της Εθνικής Λυρικής Σκηνής για τον εορτασμό των 200 ετών από την Ελληνική Επανάσταση. Το παράγγειλε ο Κουμεντάκης κι έτσι προχωρήσαμε με τον Καψάλη στη δημιουργία του έργου.  Θα το χαρακτήριζα καταρχάς μία μουσικοποιητική σύνθεση εν είδει αγρυπνίας σαν να συντελείται μέσα σε μία άχνα της νύχτας και μ’ ένα ισχυρό στοιχείο υποβολής. Μέσα απ’ τη Μάρθα βλέπει κανείς και όλο το συγκλονιστικό γεγονός της Εξόδου του Μεσολογγίου όχι τόσο από την επική και ηρωική πλευρά του. Η Μάρθα είναι μια συγκινητική μορφή που νομίζω πως καθρεφτίζεται και στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», αυτή δηλαδή η ταλάντευση του πόθου για την ελευθερία και συγχρόνως η αγάπη για τη ζωή.

Κατά ένα τρόπο μοιάζει να επιστρέφετε στον Σολωμό πολλά χρόνια μετά τις μελοποιήσεις σας.

Από τη δική μου πλευρά είναι σαν ένα μεγάλο τραγούδι αυτό που κάνουμε. Μια ελεύθερη φόρμα που συμπεριλαμβάνει μονωδίες της ίδιας της Μάρθας με λυρικό χαρακτήρα μέσα από τον έμμετρο στίχο του Καψάλη. Υπάρχει το αφηγηματικό στοιχείο ενός ελληνικού ρετσιτατίβο και με ιντερμέδια – αναφορές στη δυτική μουσική. Υπάρχει επίσης μια ορχήστρα, το Polis Ensemble, που δίνει τη δυνατότητα στους μουσικούς να μην αρκεστούν στην παράδοση, αλλά να αξιοποιήσουν τη λόγια παιδεία τους, αφού έχουν μεταγράψει έργα κλασικών Ελλήνων συνθετών, όπως του Καλομοίρη. Αυτή η σύγχρονη προσέγγιση περιλαμβάνει ένα πιάνο με ουρά και ένα βιολοντσέλο για να ακροβατήσει η μουσική ανάμεσα σε δυτικά και ανατολικά στοιχεία.

Πόσο καιρό δουλεύατε το έργο;

Ομολογώ όχι πολύ, παρότι ήταν παραγγελία και, μάλιστα, λέγαμε με τον Καψάλη πώς επιτέλους κάποιος μας κάνει μια ανάθεση μ’ ένα έργο που έχει χρονικά περιθώρια παράδοσης. Τηρήσαμε όλα τα ελληνικά δεδομένα, που είναι ο θεός της τελευταίας στιγμής και ευτυχώς ενώ το αποτέλεσμα φαίνεται μακροχρόνιο τελικά είναι βραχυχρόνιο.

Σας αρέσει να δουλεύετε κατά παραγγελία;

Δουλεύεις χωρίς την πίεση που σου βάζει καμιά φορά ο ίδιος σου ο εαυτός, να έχεις δηλαδή απεριόριστο χρόνο για να φτιάξεις το «αριστούργημα» και δεν αποκλείεται να φτιάξεις μια «πατάτα». Γεννιέται ακόμη κάτι άλλο απ’ ότι θα έκανες μόνος σου, γιατί εμπλέκονται και άλλοι παράγοντες σαν να έγραφες μουσική για κινηματογράφο που είναι ορισμένο το περιεχόμενο. Μπαίνεις σε μία τάξη αρκεί να έχεις κι ένα υπόβαθρο.

Κι εσείς το είχατε με τη μεγάλη πείρα σας στη μουσική για κινηματογράφο και θέατρο.

Πάντα βέβαια με καλούσαν για πράγματα που είχαν σαν δεδομένο το ότι εγώ έγραφα μουσική που παραπέμπει στην παράδοση. Όπου δημιουργούνταν ανάγκες για μουσικές με βυζαντινά ψήγματα, η φαντασία των δημιουργών πήγαινε σε μένα. Λογικό, αφού είχα τέτοια συγγενικά στοιχεία στην «Όλγα Ρόμπαρντς» του Βακαλόπουλου ή στην «Ηλέκτρα» όταν πρωτόγραψα μουσική για αρχαία τραγωδία. Το ίδιο και στις δυο – τρεις δουλειές που έχουμε κάνει με τον Θανάση Παπαγεωργίου.

Πρόσφατα κάνατε και τον «Άσωτο καιρό», τον τελευταίο σας δίσκο για τη φωνή της Βερόνικας Δαβάκη.

Κυκλοφόρησε ψηφιακά, αλλά και σε βινύλιο, έχοντας γραφτεί μέσα στην περίοδο του covid. Κάποια στιγμή άκουσα τη Βερόνικα που μου άρεσε η φωνή της και είπα να ξαναγράψω τραγούδια ετερόκλητα μετά από πολύ καιρό. Τα γράψαμε εντελώς «ζωντανά» στο στούντιο, σαν να μαζεύτηκε μια παρέα και περνούσε δημιουργικά τις βραδιές του εγκλεισμού. Η δισκογραφία είναι πλέον ένα δύσκολο σπορ, αφού με την υπερπληροφόρηση συναντάμε μια φλυαρία και όχι μόνο στη μουσική. Κατά συνέπεια πρέπει να «κυνηγήσει» κανείς άλλες παραμέτρους που δεν έχουν καμία σχέση με τα τραγούδια. Δεν υπάρχουν πια οι εταιρείες ως διαμεσολαβητές με την ίδια την κοινωνία, ενώ αρκείσαι σε μερικά μόνο ραδιόφωνα, της επαρχίας κυρίως, και στις συναυλίες. Καταλαβαίνεις από ποια τραγούδια «περνάνε», πως το πράγμα είναι λίγο στημένο. Δεν το κατέχω καλά για να είμαι πολύ επικριτικός ή για να λέω πως τα πράγματα γίνονται αξιοκρατικά ή τυχαία. Σίγουρα κάπως καναλιζάρονται. Ειδικά εμένα μ’ ενδιαφέρει να καταγράφεται ένα υλικό παρόλο που κι αυτό δεν είναι εύκολο χωρίς ουσιαστική παραγωγή από πίσω. Όλο το βάρος πέφτει πάνω σε μια μονάδα, έναν άνθρωπο που πρέπει να έχει αντοχές. Ακόμη όμως και στα «λυρικά χρόνια» της δισκογραγίας, τα πράγματα σου έδιναν την ίδια τη δύναμη. Το θέμα είναι να μην πειράξει τον πυρήνα σου η όλη εξωτερική συνθήκη, να μη σε τρώει αυτό το νέο είδος στρατηγικής.

Η τωρινή επαφή δεν ενδείκνυται για μια έκρηξη δημιουργικότητας;

Ανέκαθεν πίστευα πως ο χρόνος της τέχνης είναι αργός. Δεν σημαίνει πάντοτε πως όταν βράζει κάτι θα βγάλεις το καλύτερο. Είναι σαν να γράφεις ένα ερωτικό τραγούδι και να σου λένε «Πω, πω, έχεις ερωτευθεί». Και μέσα σε μια τέτοια συνθήκη εσύ μπορεί να έχεις γράψει το χειρότερο σου. Όταν έγραφα το «Ερωτικό» του Λαπαθιώτη με την Αρβανιτάκη, δεν θυμάμαι να υπάρχει κάποια αιτία.

Αν θυμάμαι καλά, επρόκειτο να δοθεί σε άλλη τραγουδίστρια αυτό το κομμάτι;

Υπήρχαν δυο – τρία αδέσποτα τραγούδια μου εκείνη την εποχή χωρίς να έχω τη σκέψη ενός κύκλου τραγουδιών. Στην πρώτη φάση θα τα έλεγε η Χάρις Αλεξίου και είχαμε κάνει κάποιες συναντήσεις. Δεν τα θέλανε, όμως, τα τραγούδια – μιλάω για τους παραγωγούς πιο πολύ. Ήρθαν στο σπίτι, τα άκουσαν και μου είπαν πως ήθελαν τραγούδια «για την πλέμπα». Το σχέδιο ναυάγησε και μετά ήταν να τα πει η Γαλάνη, που έβγαζε όμως άλλον δικό της δίσκο. Επειδή εγώ δεν ήμουν για να δίνω τραγούδια που θα «κάθονται», βρήκα την κατάλληλη φωνή στην Ελευθερία. Μόλις την είχα γνωρίσει και έκανα το «Κοντά στη δόξα μια στιγμή», ένα μάλλον αιρετικό δίσκο, που γράφτηκε σχεδόν παράνομα σ’ ένα αυτοσχέδιο στούντιο. Στο σπίτι του φίλου Κώστα Γουδή γράφαμε, όπου εκεί εμφανίστηκε για πρώτη φορά ο Θοδωρής Γκόνης ως στιχουργός. Ήταν ακόμη μαζί μας ο Παναγιώτης Καλαντζόπουλος και ο Ρος Ντέιλι, ενόσω εγώ ήμουν μες στον ενθουσιασμό, αντιλαμβανόμενος τις δικές μου καταβολές. Ήταν μια παλινδρόμηση μετά από το δίσκο «Πρώτο βράδυ στην Αθήνα» που είχα κάνει. Θα τραγουδούσε ο Παπάζογλου, αλλά μετά άλλαξε γνώμη και ψάχναμε φωνή ανδρική μαζί με τον Πατσιφά. Έτσι καταλήξαμε στον Λιδάκη και τη Γλυκερία με τον Πατσιφά να μου λέει «Παιδί μου, να τα πεις εσύ». Μετά από τρεις μέρες, πέθανε ο Πατσιφάς κι έμεινα μετέωρος για ένα διάστημα. Ευτυχώς οι υπόλοιποι σεβάστηκαν την επιθυμία του, αφού ο Πατσιφάς εξακολουθούσε να λειτουργεί κάπως σαν φάντασμα.

Στη «Μάρθα» χρησιμοποιείτε δύο τραγουδιστές που απέχουν απ’ το λεγόμενο «mainstream», την Ειρήνη Δερέμπεη και τον Τάσο Αποστόλου.

Ο Τάσος είναι λυρικός τραγουδιστής με ευαισθησία απέναντι σε ένα πιο έντεχνο ρεπερτόριο. Η Ειρήνη είναι κατεξοχήν παραδοσιακή τραγουδίστρια. Θα’ναι έκπληξη τώρα λόγω των μονωδιών που της δόθηκαν.  Η ίδια η μουσική μού υπαγόρευσε αυτούς τους ερμηνευτές, όπως μου υπέβαλλε και τα όργανα, γι’ αυτό άλλωστε και δεν θα τραγουδήσω εγώ. Ο ρόλος του ποιητή ανήκει στον Τάσο, όπως ανήκε στον Τάση Χριστογιαννόπουλο κατά το πρώτο ανέβασμα του έργου προς διαδικτυακή χρήση εν μέσω covid. Με αφορμή την επέτειο από την Ελληνική Επανάσταση το έργο τώρα βγαίνει στο φως. Θεωρώ ότι έγινε μια ωραία διανομή αξιοποιώντας και τη σκηνική παρουσία των συντελεστών.

Το «Γρήγορα η ώρα πέρασε» ήταν ένας απ’ τους τελευταίους δίσκους λόγιου τραγουδιού.

Δεν είναι σαφή τα όρια κάποιων όρων που μεταχειριζόμαστε. Μπορεί όντως να υπάρχουν στοιχεία λαϊκότητας και έντεχνου αλλά ένα έργο δεν ιδεολογικοποιείται. Μετά αρχίζει το ένα να αντιτίθεται στο άλλο και στις επιλογές σου. Το έζησα με την «Εκδίκηση της γυφτιάς» που έγινε σαν μια απάντηση στον μεγαλοϊδεατισμό της Μεταπολίτευσης. Αντιμετωπίζω το ελληνικό τραγούδι σαν ένα σώμα ολόκληρο και νομίζω πως παντού έχουν γραφτεί πολύ ωραία τραγούδια. Ο δημιουργός δεν είναι ένα μονοσήμαντο πράγμα κι έχει δικαίωμα στις μεταμορφώσεις, όμοιες με τις μετατροπίες της μουσικής. Ο Μπιθικώτσης, ας πούμε, καταχωρήθηκε στο λαϊκό ρεπερτόριο, ενώ ήταν ευρύτερος ερμηνευτής. Εντάξει, δεν έλεγε γερμανικά λιντ, αλλά τραγουδούσε ποίηση με επάρκεια.

Θα σας δούμε κι εσάς στη σειρά ντοκιμαντέρ με την ιστορία της ελληνικής δισκογραφίας;

Με κάλεσαν και μένα, αλλά ομολογώ πως δεν πήγα. Δεν εμπιστεύομαι την τηλεόραση. Αν κάνει κανείς ένα εγχείρημα, πρέπει να είναι σοβαρό και να έχει προηγηθεί έρευνα μακροχρόνια. Θεμιτό είναι, βέβαια, δεν λέω να μη γίνει, αλίμονο, απλά η τηλεόραση συνήθως πετσοκόβει. Δεν μου ταιριάζει αυτή η εξουσία της τηλεόρασης.

Γνωρίζω πως δεν είστε άνθρωπος των τυμπανοκρουσιών, αλλά θα ήθελα ένα σχόλιο σας για τα Τέμπη και τις συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας.

Δεν θέλω να διακινδυνεύω πράγματα που ενίοτε χρησιμοποιούνται μικροπολιτικά. Με ρωτάνε αν θα κατέβω στη διαδήλωση και το βρίσκω πολύ προσωπικό θέμα. Δεν αισθάνομαι λόγω επωνυμίας πως είμαι κάνα πρότυπο. Πηγαίνω όπως κάθε πολίτης που δεν το ξέρουμε. Έτσι θέλω να΄μαι χαμένος μες στο πλήθος, κατέβω – δεν κατέβω. Εδώ έχουμε μια ουσιαστική λαϊκή αντίδραση για λόγους πολιτισμού. Δεν θίγεται ένα κομμάτι πολιτικό μόνο, αλλά και πολιτιστικό – πολιτισμικό έχοντας να κάνει η αντίδραση του κόσμου με τόσους θανάτους. Δεν είναι μια απλή διαδήλωση όλο αυτό το τελετουργικό.

Για τη διαβόητη διάλυση της Αριστεράς τι θα λέγατε;

Δεν τη βλέπω και τόσο διαβόητη. Βοά ότι δεν είναι διαβόητη! Μου φαίνεται φυσική συνέπεια, δεδομένης μιας παράδοσης φαγωμάρας μέσα στα προοδευτικά κινήματα, όπως ιδεοληψίες από μια ομάδα εις βάρος της άλλης κλπ. Σέβομαι το τι πρεσβεύει ένας άνθρωπος, ακόμη και μια ομάδα. Προέρχομαι από μία σιωπή και μέσω της μουσικής προσπάθησα να έχω μία παρουσία με ειλικρίνεια και μιας πιο βαθιάς πίστης σε κάτι. Μην ξεχνάμε πως εγώ ερχόμουν και από έναν άλλο κόσμο κι εκείνη την εποχή δεν μου πήγαινε να υιοθετήσω ιδέες, οι οποίες τελικά θα εφαρμόζονταν κατά το λιγότερο δυνατό. Βρέθηκα νωρίς σ’ ένα περιβάλλον πιο επιλεκτικό απέναντι σε στρατεύσεις. Παρέμεναν οι ιδέες και άλλαζαν οι συμπεριφορές. Έβλεπα τον εαυτό μου ανάμεσα σε τροτσκιστές, μαοϊκούς κλπ. σαν μια φοινικιά, κάτι εξωτικό. Κι αυτό κέρδος το θεωρώ για τον εαυτό μου. Η μεγαλύτερη πολιτική πράξη που μπορώ να κάνω είναι η βελτίωση του εαυτού μου.

Τι ρόλο έπαιξε τελικά η σιωπή στη ζωή σας;

Είναι μια παρεξηγημένη έννοια η σιωπή και πολύ ευαίσθητο πράγμα ο δημόσιος λόγος. Συχνά ένας αφασικός λόγος εκφέρεται ως δημόσιος. Είναι σαν να μην ξέρουμε για ποιο πράγμα μιλάμε, αφού για τα πάντα, είτε μιλάς για πολιτική, είτε για τέχνη, είτε για επιστήμη, πρέπει να ξέρεις και την ανάλογη ιστορία τους. Με το να μιλάς επί παντός επιστητού δημιουργείται ένας θόρυβος, παραμορφωτικός των πραγμάτων. Όταν γράφεις ένα τραγούδι νιώθεις σαν να ανοίγει ένα παράθυρο και βλέπεις πιο φωτεινά τα πράγματα. Σκέψου να το συσκοτίζεις διαρκώς χωρίς λόγο. Είχε κάνα δημόσιο λόγο ο Σολωμός, είχε δώσει 300 συνεντεύξεις; Πάντα στα έργα ανατρέχουμε για να παρηγορηθούμε. Είναι σαν να σ’ ενδιαφέρει ο Ευριπίδης που λένε μέχρι σήμερα ότι τον απατούσε η γυναίκα του. Ας τον απατούσε, τι να κάνουμε τώρα; (γέλια)

Μια ρηχή ερώτηση τελευταία: Τι κάνετε κι έχετε τόσο πυκνό μαλλί σαν να είστε 30 χρονών;

Όποτε με έβλεπε ο Γιάννης Μαρκόπουλος μου φώναζε: «Δεν έχεις ούτε μια άσπρη τρίχα». Δεν ζει, βλέπεις, για να του πω ότι έβγαλα άσπρες τρίχες. Ίσως έχει να κάνει με τη μουσική παραδοσιακού ύφους που γράφω, η φύτρα μου δηλαδή μπορεί να συμβολίζει και τη ρίζα μου. 

* Η συνέντευξη με τον Νίκο Ξυδάκη πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του στον Λυκαβηττό και ένα μεγάλο μέρος της δημοσιεύθηκε με το ένθετο Docville της εφημερίδας Documento.

Τρίτη 18 Μαρτίου 2025

η_μάνα_μου_σε_κιβώτιο

Πέρασα πρώτα από τα γραφεία του κοιμητηρίου του Σχιστού για να παραλάβω το πιστοποιητικό απολύμανσης των οστών. Ύστερα πήγα από το άλλο το γραφείο, το μακάβριο, του τύπου που ξέθαψε τη μάνα μου και ανάλαβε να καθαρίσει τον σκελετό της. Αγχώθηκα σαν είδα τον προσωπικό του χώρο να'ναι γεμάτος από κρανία και ανθρώπινα σκόρπια κόκαλα. «Είσαι σίγουρος ότι θα μου δώσεις τη μανούλα μου και όχι τον μπαρμπα - Μήτσο;» τον ρώτησα με μια γερή δόση μπλακ χιούμορ, διότι - όσο και να το κάνεις - κούφια κόκαλα είναι, πως μπορώ να ξέρω αν ανήκουν όντως στη μάνα μου ή σε κάποιον άλλον άνθρωπο; Κόκαλα κίτρινα, γερασμένα, σαν παλαιοντολογικά ευρήματα, αφού τα περισσότερα ανήκαν σε ανθρώπους άνω των 80 ετών. Πόσο ν' αντέξει πια ένας σκελετός που στηρίζει ένα ανθρώπινο σώμα για έναν αιώνα σχεδόν; Ο νεκροθάφτης συμμερίστηκε την αγωνία μου και με φώναξε: «Έλα να δεις το σπασμένο ισχίο της»...Δεν ήθελα, δεν πλησίασα καν όσο φόρτωνε τη σορό σ' ένα μεταλλικό κιβώτιο. Υπό μάλης πήρα το κιβώτιο και μπήκα στο αμάξι του αδερφού μου. Ευτυχώς, αν και αρκετά πιο ευαίσθητος από μένα εκείνος, το καλαμπούρισε. «Δεν είναι τίποτα» μου είπε, «το κέλυφος παραλάβαμε». Με ανέβασε στην Αθήνα, έφτασα στο σπίτι μου, έκλεισα το κιβώτιο σ' ένα δωμάτιο να μην το πλησιάσουν οι γάτες και τώρα σκέφτομαι πως η μάνα μου, τριάμισι χρόνια μετά το θάνατο της, επέστρεψε πάλι στο σπίτι μας έστω σαν γενετικό υλικό. Θυμάμαι και μια αστεία ιστορία που μου'χε πει ο Νίκος Κούνδουρος: Όταν ο Μάνος Χατζιδάκις ξέθαψε τη λατρεμένη του μάνα, ζήτησε του Νίκου να τοποθετηθούν τα οστά της στον οικογενειακό τάφο των Κούνδουρων για να την έχει δίπλα του κατά ένα τρόπο. Κι έτσι, μπροστά πήγαινε ο Κούνδουρος, ξοπίσω ο νεκροθάφτης με τη σορό σε κιβώτιο και πιο πίσω ο Χατζιδάκις με χαβανέζικο πουκάμισο και με βλέμμα απλανές, σοκαρισμένος μάλλον μ' όλο αυτό που γινόταν. Η κυρία Ντίνα βρίσκεται μέσα στο κουτί αυτό. Τα οστά της δηλαδή, αυτά που στήριξαν για 89 σχεδόν χρόνια ένα σώμα, απ' το οποίο ήρθα κι εγώ στον κόσμο. Είναι ευλογημένα τα κόκαλα της μανούλας μου και δεν ήθελα να πεταχτούν μέσα σ' ένα μαύρο πηγάδι. Την Πέμπτη θα αποτεφρωθούν στη Ριτσώνα και σε λίγες εβδομάδες από τώρα, η τέφρα της, ότι απόμεινε απ' αυτήν, θα σκορπιστεί στην παραλία και σ' ένα παραθαλάσσιο εκκλησάκι του Βόλου. Εκεί που μέχρι λίγο πριν πεθάνει, μας παρακάλαγε: «Πηγαίντε με βρε μια τελευταία φορά να δω τον Βόλο, την πατρίδα μου». Δεν θα τον δεις απλά, μάνα μου, αλλά εκεί θα ανήκεις εις τον αιώνα των αιώνων που λένε. Κι έτσι, θα'ναι ήσυχα τα παιδιά σου που εκπλήρωσαν κατά ένα τρόπο μια επιθυμία σου. Καλή αντάμωση... 
 

Τρίτη 11 Μαρτίου 2025

Η συνέντευξη της «απομόνωσης» της Καίτης Κωνσταντίνου από τον Απρίλη του 2020

 

Έχουν περάσει ακριβώς είκοσι χρόνια από τα τηλεοπτικά «Εγκλήματα» και η σειρά εξακολουθεί να προβάλλεται με αμείωτη επιτυχία. Προς τιμήν της είναι που δεν δυσανασχετεί όταν μιλάει γι’ αυτό, που δεν σνομπάρει εν ολίγοις την περσόνα της αστείας διαβολογυναίκας Σωσώς Παπαδήμα, η οποία την έκανε ευρέως γνωστή στο πανελλήνιο. 

Στη δική μας συνέντευξη, τη δεύτερη μέσα σε μία πενταετία, δεν γινόταν να μην αναφερθούμε στα «Εγκλήματα», ευτυχώς όμως δίχως να μείνουμε εκεί. Διότι η αλήθεια είναι πως η ηθοποιός Καίτη Κωνσταντίνου έχει κάνει πολλά και σημαντικά στο θέατρο, προ και μετά «Εγκλημάτων». Είχα την τύχη να τη δω στις «Διαβολογυναίκες», αλλά και στο σαιξπηρικό «Ριχάρδος ο Γ’», στο ρόλο της ζωής της, θα έλεγα.

Δεν ξεχνώ βέβαια πως αυτό τον καιρό η Καίτη Κωνσταντίνου βρίσκεται κλεισμένη στο σπίτι της, όπως όλοι μας, υπακούοντας κι εκείνη στα έκτακτα μέτρα του κράτους κατά της εξάπλωσης της πανδημίας. Μία πανδημία που, αν μη τι άλλο, δίνει τροφή για σκέψη και ενδοσκόπηση, έστω κι αν η ίδια σε κάποιο σημείο γίνεται πολύ συγκεκριμένη: «Ε όχι, δεν περνάμε καλά στην καραντίνα» την άκουσα να μου λέει με υψωμένο τον τόνο της φωνής της! 

Η Κωνσταντίνου δεν ανήκει στους σελέμπριτις που μας δείχνουν πως τα περνάνε στις βίλες τους ή τι θα μαγειρέψουν για τις οικογένειες τους. Κάθε άλλο. Διατηρεί τη σιωπή της μοναξιάς της, παρατηρεί τα δραματικά τεκταινόμενα, όπως και τους άλλους ανθρώπους γύρω της, αρνούμενη να βγει και να μιλήσει παρά τις καταιγιστικές προτάσεις που δέχεται.

Την ευχαριστώ, λοιπόν, που δέχτηκε να «σπάσει» την καραντίνα της και να μου δώσει την συνέντευξη που ακολουθεί, αποκλειστικά για το koutipandoras.gr – μία συνέντευξη που θέλω να πιστεύω πως διαβάζεται σαν μία ελεύθερη φιλική κουβέντα μεταξύ δύο ανθρώπων που δεν τους χωρίζει κανένας εγκλεισμός και καμία απαγόρευση. Απολαύστε την! 

Διάβαζα μια παλιότερη μας συνέντευξη, όπου λέγατε ότι δεν έχετε λογαριασμό στο facebook.

Ναι, δεν είχα…Τώρα έχω.

Και ποια ανάγκη σας εξώθησε να το κάνετε;

Η περιέργεια καταρχάς, όπως συμβαίνει με όλους. Έπειτα, απ’ ότι έχω καταλάβει, απαιτείται μια τέτοιου είδους επικοινωνία με τον κόσμο. Να πω την αλήθεια, δεν μου αρέσει και πολύ, γι’ αυτό δεν κάνω και συχνή χρήση. Αν εξαιρέσεις την καραντίνα, βέβαια, που τώρα γίνεται κάτι παραπάνω. Το βλέπω λίγο και σαν εφημερίδα, τι γίνεται. 

Εξακολουθείτε να το θεωρείτε επιπλέον βραχνά στη ζωή μας;

Δεν είναι; Πρόκειται για ένα απ’ τα κακά της εξέλιξης. Είναι και απογοητευτικό από’να σημείο και μετά να διαπιστώνεις ότι όλα μετριούνται με τα «like». Έχει γίνει εμμονή λίγο και μπορεί να θεωρηθεί τετριμμένο, αλλά βλέπω έξω εφτά ανθρώπους να’ναι με εφτά κινητά. 

Πάντως, πρόπερσι που βρέθηκα σ’ ένα φεστιβάλ κινηματογράφου στην Ιταλία, σας διαβεβαιώνω πως κανείς απ’ τους καλλιτέχνες που γνώρισα δεν είχε facebook.

Μα, είναι πολύ απρόσωπο πράγμα. Μετράμε την αγάπη και την επικοινωνία των ανθρώπων ανάλογα με το πόσα «like» πήραμε.  Πολλοί το χρησιμοποιούν – εγώ δεν το κάνω – για δουλειά, γιατί μέσω αυτού διαφημίζονται και κάποια προϊόντα, άρα μιλάμε και για ένα μέσο επιβίωσης πια. Πολύ σεβαστό, γιατί τα χρόνια έχουν αλλάξει, τα ήθη έχουν αλλάξει και ο καθένας ψάχνει τους τρόπους του. 

Ωστόσο, ανεβάσατε πρόσφατα ένα χιουμοριστικό βίντεο: Είστε έξω με μια φίλη σας, σας σταματάει ένας αστυνομικός και αρχίζετε να κάνετε ότι κολυμπάτε.

Δεν ήταν ότι κάναμε κάτι σημαντικό, απλά αυτές τις μέρες δεν μ’ αρέσει η κλεισούρα και ενεργοποιήθηκα λίγο παραπάνω σε facebook και instagram – δεν νομίζω ότι θα συνεχιστεί. Για πλάκα το έκανα και για να διακωμωδήσω λίγο την όλη κατάσταση μας.

Σας αρέσει να διακωμωδείτε γενικώς;

(γελάει) Ίσως ακούγεται χαζό, αλλά τελικά αυτό νομίζω. Δε βγαίνει αλλιώς, αν δεν γελάσουμε δηλαδή ακόμη και με τις ήττες μας και τις αποτυχίες μας. Ήταν ένα καλό εμβόλιο αυτό – να, γινόμαστε κι επίκαιροι, που όλοι ψάχνουν τώρα για το εμβόλιο. 

Διακωμωδούνται οι τραγικές στιγμές;

Για να φτάσεις στο στάδιο της διακωμώδησης πρέπει να πέσεις κι εγώ τουλάχιστον πέφτω στα μαύρα κατάβαθα και μετά σηκώνομαι μέσα από μια τέτοια φάση χιούμορ. Τα πράγματα δεν είναι ευχάριστα αυτή την εποχή και καταλαβαίνω ότι έχω θαυμάσει το χιούμορ των ανθρώπων μέσα από το facebook, δεν σας κρύβω. Το βρίσκω θετικό σημείο για το αύριο, όταν προβλέπεται σκούρο.

Πως αντιδράει ο εαυτός σας όταν πέφτει στα μαύρα κατάβαθα;

Απομόνωση, τελείως! «Κλείνομαι» και μερικές φορές μπορεί να γίνω κακότροπη και να με πιάσουν νεύρα. Περνάω κι εγώ τα διάφορα μου…

Εγώ το βρίσκω υγιές ν’ αναγνωρίζει κάποιος τα στραβά του χαρακτήρα του. 

Βέβαια, έτσι ελπίζω κι εγώ.

Σήμερα, πάντως, μάθαμε ότι οι Έλληνες καπνίζουν λιγότερο.

Και γιατί καπνίζουν λιγότερο;

Έτσι είπαν. Λόγω καραντίνας.

Μα που πάνε και τις κάνουν αυτές τις μετρήσεις; Δεν μπορώ να καταλάβω! Σαν αυτό το πολύ αστείο που είδα πάλι στο facebook: Περνάνε έξω απ’ τα σπίτια, αλλού μυρίζει λιβάνι κι αλλού μπάφος και καταλαβαίνουν ποιες ηλικίες είναι μέσα! (γελάμε) Εγώ δυστυχώς μάλλον καπνίζω περισσότερο.

Κι εγώ το ίδιο, για να’μαι ειλικρινής.

Είναι πάρα πολλές οι ώρες που δεν έχεις τι να κάνεις και αποτελεί μία διέξοδο.

Μια και χειρίζεστε τα social media, θα ήθελα τη γνώμη σας για τις θεατρικές παραστάσεις που ανεβαίνουν διαδικτυακώς. Αν υποτεθεί πως οι καλλιτέχνες είναι φιλόδοξα όντα και θέλουν να «φαίνονται», έστω κι απ’ την απομόνωση τους, σκέφτομαι πως εσείς δεν θα έχετε καμία τέτοια ανάγκη. Τα «Εγκλήματα» παίζονται συνέχεια. 

Δεν ξέρω αν το κάνουν οι νεότεροι συνάδελφοι για να «φαίνονται», εφόσον βλέπω να ανεβαίνουν και παραστάσεις με πολύ γνωστούς καλλιτέχνες. Η δικιά μου άποψη τώρα: Εγώ πολύ σπάνια θα δω μία θεατρική παράσταση στην τηλεόραση. Ούτε τις δικές μου δεν έχω δει, μερικές που έχουν βιντεοσκοπηθεί. Είναι φριχτό! Δεν είναι ωραίο πράγμα για μένα να βλέπεις μία παράσταση από την οθόνη σου. Θέατρο σημαίνει κάτι ζωντανό, είμαι εκεί κι ο θεατής είναι από κάτω. Καταλαβαίνω, βέβαια, ότι μπορεί να προσφέρουν έργο κάποιοι καλλιτέχνες στους ανθρώπους που αυτή τη στιγμή είναι κλεισμένοι σε τέσσερις τοίχους. Ας πούμε δηλαδή ότι είναι σημαντικό να βλέπει κι άλλα πράγματα ο κόσμος πέρα απ’ τα νοσοκομεία. Πάντως, εγώ δικιά μου παράσταση δεν θα ήθελα ν’ ανέβει στο διαδίκτυο.

Θα το απαγορεύατε;

Προφανώς και δεν θα το απαγόρευα. Δεν θα ήθελα απλά, όπως σας τό’πα. 

Καίτη Κωνσταντίνου - Εύα Κουμαριανού - Μαρία Καβογιάννη - Μπόσκο (Απρίλιος 2018, σε παράσταση της Τάνιας Τσανακλίδου στον Σταυρό του Νότου)

Παραστάσεις σας δεν βλέπετε, είπατε. Τα «Εγκλήματα» τα βλέπετε;

Τώρα πια όχι, έχω πολλά χρόνια να τα δω. Ε, καμιά φορά άμα ανοίξω την τηλεόραση και πέσω πάνω τους, μπορεί να σταθώ. 

Δεν σας εκνευρίζουν οι ασταμάτητες επαναλήψεις;

Είτε μ’ εκνευρίζουν, είτε δεν μ’ εκνευρίζουν, ούτως ή άλλως δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Θα έλεγα, όμως, ότι δεν μ’ εκνευρίζουν, όχι. Εκνευρίζομαι όταν προσπαθώ να μαζέψω δυνάμεις για να γίνει κάτι. Όταν, όμως, βλέπεις ότι δεν γίνεται, δεν υπάρχει λόγος να εκνευρίζεσαι. Τό’χουμε συνηθίσει πια αυτό το φαινόμενο με τις υπερπροβολές.

Η αλήθεια είναι πως τα «Εγκλήματα» και το «Κωνσταντίνου και Ελένης» τά’χει ξεσκίσει το κανάλι. 

Έτσι είναι, αλλά για κάθε σειρά που’χει αγαπήσει ο κόσμος, κάτι θα βρουν συνήθως που να ταιριάζει στις περίεργες καταστάσεις που βιώνει ακριβώς ο κόσμος. Παρατηρώ τώρα με την καραντίνα να’χουν βγει πολλά βιντεάκια απ’ τα «Εγκλήματα» και να τα’χουν ταιριάξει με εντυπωσιακό τρόπο. Και στην τελική γιατί να εκνευρίζομαι; Ήταν μία σειρά που την αγάπησα πάρα πολύ, οπότε το να το βλέπω και να το ξαναβλέπω δεν με πειράζει. Με πειράζει που δεν πληρωνόμαστε ανάλογα!

Το λες και τραγικό.

Είναι τραγικό αυτό, ναι, και φρόντισε ο «Διόνυσος» να παίρνουμε κάποια ποσοστά, είναι όμως δυσανάλογα, όταν ξέρεις πολύ καλά ότι τα κανάλια θα βγάζουν πολλά λεφτά απ’ τις επαναλήψεις με τις διαφημίσεις.

Θα διεκδικούσατε πιο δραστήρια τα δικαιώματα σας;

Ναι, αν υπήρχε κάποιος τρόπος, αλλά δεν υπάρχει. Κανένας! Μόνο μέσω του «Διόνυσου», που ο Ρήγας Αξελός κάνει σπουδαία δουλειά, παίρνουμε κάποια χρήματα. 

Κι αν μια ωραία πρωΐα σηκωθείτε με νεύρα και πείτε «Τέρμα, δεν θέλω να με ξαναδώ στην τηλεόραση», έχετε δυνατότητα να το κάνετε;

Όχι, δεν έχω τέτοιο δικαίωμα..Όλα τα δικαιώματα τά’χει το εκάστοτε κανάλι που παίζει μία σειρά.

Είπατε στην αρχή πως έχουν αλλάξει και τα ήθη. Προς τα πίσω, θα πρόσθετα εγώ.

Εντελώς! Μόνο συντηρητικούρα βλέπω παντού! Τώρα πάει κάτι να γίνει στην ελληνική τηλεόραση, γιατί νομίζω πως ζήσαμε πολλές συντηρητικές χρονιές σε ότι αφορά τα τηλεοπτικά. Θυμάμαι τότε που έγιναν τα «Εγκλήματα» και όλοι τη θεωρούσαν μια τολμηρή σειρά, που όντως ήταν κατά τη γνώμη μου. Όλοι λέγανε μετά «Να κάνουμε κάτι τολμηρό»! Δεν ξέρω τι είχε συμβεί. Σήμερα δεν ξέρω κατά πόσο μπορείς να κάνεις τολμηρά πράγματα! Οι απαγορεύσεις είναι πολλές: Μην κάνεις τραγούδια, μην καπνίζεις, μη βγαίνεις έξω. Πιστεύω πως ζούμε σε μια καραντίνα τα τελευταία χρόνια, δεν είναι δηλαδή καινούργια συνθήκη. 

Θα το βάλω τίτλο στη συνέντευξη αυτή, να ξέρετε: «Τα τελευταία χρόνια ζούμε μια γενική καραντίνα».

Μια γενική καραντίνα, έτσι ακριβώς! Έτσι νιώθω ότι ζω, σαν να μην κουνιέται φύλλο…

Βγαίνατε έξω, στα μπαρ, πριν επιβληθεί ο αντικαπνιστικός νόμος;

Δεν είμαι απ’ τους ανθρώπους που έλεγα ποτέ: «Παναγιά βοήθα να βγω έξω». Όταν κόπηκε το κάπνισμα το θεώρησα πολύ φασιστικό μέτρο και θα σας εξηγήσω γιατί! Παλιά, πριν γίνει αυστηρή η απαγόρευση, όλο και βρίσκαμε μαγαζιά πιο «ελαστικά». Πριν επιβληθεί η καραντίνα αυτή, εγώ ήμουν σε καραντίνα απ’ τον περσινό χειμώνα. Έλεγα που να πάω, τι να βγω να κάνω τώρα; Να βγαίνω να καπνίζω μεσ’ στο κρύο; Και να σας πω και κάτι; Το τσιγάρο είναι απόλαυση, μου το πουλάς νόμιμα, δεν καταλαβαίνω γιατί θα πρέπει να μου το κόψεις. Ας βγουν απ’ τα εστιατόρια αυτοί που δεν καπνίζουν και να πουν «Αφήστε τώρα μέσα αυτούς που θέλουν να κάνουν ένα τσιγάρο». Γιατί εγώ που κάνω κάτι νόμιμο, καταδιώκομαι; Φτιάξε έναν χώρο, στην τελική, και για μας. Άσε που έχουμε γίνει δαχτυλοδεικτούμενοι! «Πω, πω, αυτός καπνίζει» σου λένε! Πήγα σ’ ένα μαγαζί το χειμώνα να καπνίσω έξω, σε μια στοά που υπήρχε, κι ενώ είχα καταξυλιάσει, μου το απαγόρευσαν κι εκεί. 

Με πάτε τώρα σ’ ένα αεροδρόμιο της Γερμανίας που βρέθηκα πριν πολλά χρόνια. Καπνίζαμε πολλά άτομα σ’ ένα θάλαμο με τζάμια κι απ’ έξω περνούσαν, μας κοιτάγανε σαν να λέγανε «Εδώ δες τα πρεζάκια»…

Εγώ είχα πάει ένα ταξίδι στο Παρίσι, χρόνια πριν, και δεν μπορούσαμε να καπνίσουμε πουθενά. Σιχτίρισα την ώρα και τη στιγμή! Ξαναπήγα, όμως, τον Γενάρη του ’19 και σας πληροφορώ ότι όλα τα μαγαζιά έχουν φτιάξει έξω κλειστούς χώρους για καπνιστές με καταπληκτική θέρμανση. Καθόμασταν πολύ ανθρώπινα και δε μπορώ να καταλάβω γιατί δεν μπορούν να κάνουν κι εδώ κάτι τέτοιο. Θεωρώ φασιστικό μέτρο- ξαναλέω- να πηγαίνω στο περίπτερο, να αγοράζω τα πανάκριβα τσιγάρα κι εσύ να μου λες «Απαγορεύεται». Για την υγεία μου; Γιατί δεν κλείνουν τις καπνοβιομηχανίες, αφού νοιάζονται για την υγεία μας; Γιατί δεν απαγορεύουν και το αλκοόλ, που κάνει επίσης κακό; Γιατί δεν κλείνουν τα καζίνα, που τα βλέπω πια σε διαφημίσεις ως και στην τηλεόραση; Νομίζω ότι ζω μία παράνοια και δεν μπορώ, αλήθεια σας το λέω, να συμβιβαστώ με κάποια πράγματα. 

Κι έτσι, μοιραία, κάθεστε στο σπίτι σας.

Κάθομαι σπίτι μου. Θα βγω όταν πήξω, περιμένω ν’ ανοίξει ο καιρός και το λέω εγώ που δεν είμαι ο πιο κοινωνικός άνθρωπος του κόσμου. Να μη μπορώ να καπνίσω να’ναι ίδιο με το να μη μπορώ να πάρω κοκαΐνη ή να μη μπορώ να κάνω άλλα πράγματα; Φρόντισε, τότε, για τους πολίτες σου να περνάνε όλοι καλά!

Από μικρή δεν ήσασταν κοινωνική;

Ναι, από μικρή, αλλά μη φανταστείτε ότι είμαι ασκητής. Απλά δεν είμαι του πέρα – δώθε.

Μπορεί αυτό να σας βοήθησε ν’ ακολουθήσετε τις αναζητήσεις σας, να βρείτε το δρόμο σας.

Ξέρω γω πως τον βρίσκουμε το δρόμο μας; Ούτε ξέρω ποιος ειν’ ο δρόμος μας, κάπου τα’χω χαμένα. Είμαι ένας άνθρωπος λίγο ανήσυχος, θα έλεγα, γιατί κι αυτό τείνει να θεωρείται ελάττωμα. Απλά κάνω ότι γουστάρω, έτσι το βλέπω. Είμαι τυχερός άνθρωπος απ’ αυτή την άποψη και κάθε φορά θέλω να μ’ αρέσει ότι κάνω. Καμιά φορά βλέπω τη δουλειά με μία αίσθηση πολυτέλειας, έχοντας πει πολλά όχι. Οι συμβιβασμοί μου ήταν πολύ λίγοι, αλλά βέβαια δεν ξέρω αν είναι καλό αυτό που λέω. Κατανοώ και σέβομαι οποιονδήποτε δουλεύει σε πράγματα που μπορεί να κάνει, εγώ όμως θα έβαζα τη δουλειά μέσα στο τρίπτυχο της ευτυχίας μου.

Ως παιδούλα προσευχόσασταν;

Και τώρα προσεύχομαι. 

Και τι ζητάτε στις προσευχές σας;

Διάφορα…Αποφάσισα κάποια στιγμή να μην προσεύχομαι με το παραμικρό, όπως έκανα παλιότερα. Προσεύχομαι για πράγματα που πρέπει να είναι καλά, υγεία, να μπορώ να βλέπω τον εαυτό μου, να ευχαριστώ τον Θεό για πράγματα που έχω πάρει, να σιχτιρίζω τον εαυτό μου επίσης…Τι είναι η προσευχή, άλλωστε; Μιλάμε λίγο πιο βαθιά με τον εαυτό μας. 

Βάλατε όμως και την παρουσία του Θεού.

Δεν υπάρχει ένας Θεός πάντα; Οποιοσδήποτε μπορεί να’ναι…Η φύση; Όπως θέλετε, ονομάστε τον. Υπάρχει όμως κάτι, υπάρχει Θεός, είμαι σίγουρη ότι υπάρχει! Δεν μιλάω χριστιανικά καθόλου, ο Θεός υπάρχει για τον καθένα μας.

Ένας Θείος Νόμος, ας πούμε. 

Έτσι, ναι, τον έχουμε μέσα μας και δεν έχουμε την ανάγκη της προσφυγής στις εκκλησίες.

Στις προσευχές σας τα βάζετε και με τις ενοχές σας;

Προσπαθώ να τις βλέπω πρώτα και μετά δε μπορώ να τα βάζω μαζί τους. Δεν τις κρύβω κι αυτό είναι ένα πολύ επώδυνο παιχνίδι που παίζεις με τον εαυτό σου. Εμένα μου βγαίνει σε καλό! Κάποια στιγμή θα δεις τις ενοχές σου, θα τις απομυθοποιήσεις και θα συγχωρέσεις τον εαυτό σου. Είναι πολύ δύσκολο, γιατί δυστυχώς δε μπορούμε να δούμε εύκολα τον εαυτό μας. Σημαντικό είναι να έχεις ανθρώπους που αγαπάς και κάποια στιγμή να σου κάνουν το απαραίτητο «ντριν – ντριν» και να σε προφυλάξουν.

Σ’ αυτό το «Μένουμε σπίτι», τελευταία, θα διακρίνατε έναν δογματισμό; Ελπίζω να γίνομαι κατανοητός.

Κοιτάξτε, έχω διαβάσει ότι δε φαντάζεστε για το συγκεκριμένο θέμα. Βγήκα προχθές και πέρασα από μια λαϊκή. Γινόταν το αδιαχώρητο απ’ τον κόσμο! Δεν καταλαβαίνω το εξής: Δεν θα κολλήσω στη λαϊκή και θα κολλήσω άμα πάω μια βόλτα στην παραλία; Πήγα τις προάλλες στην παραλία στο Φλοίσβο και μου λέει ένας παρκαδόρος: «Απαγορεύεται να μπείτε μέσα». Τον ρωτάω «Γιατί;» και μου απαντάει: «Για τη σωτηρία σας, για την ασφάλεια σας». Φυσικά μπήκα, γιατί είναι όλο του παράλογου αυτό. Να ο δογματισμός που λέτε πίσω απ’ αυτό το «Για τη σωτηρία σας» που άκουσα. Δεν ξέρω τι συμβαίνει. Ούτε γιατρός είμαι, ούτε επιδημιολόγος, απλά έχω διαβάσει τα χίλια μύρια κι έχει γίνει το κεφάλι μου καζάνι. Ανήκω και στους ανθρώπους που έχουν μια μόνιμη τάση αμφισβήτησης και δεν αντέχω να βλέπω σε καθημερινή βάση ανθρώπους άλλους να πεθαίνουν. 

Είναι μια πραγματικότητα, ωστόσο. Αν δεν τη θες, μπορείς ν’ αρνηθείς την ενημέρωση.

Ενημέρωση δεν γίνεται να’ναι μόνο αυτό. Δεν είναι να μου λέει τι γίνεται κάθε μέρα στην Ισπανία και την Ιταλία. Ενημέρωση είναι να βγουν και να μου πουν ότι το τάδε νοσοκομείο προμηθεύτηκε με τόσες μάσκες, με τόσες ΜΕΘ και με τόσα αντιδραστήρια. Μα, να μαθαίνεις ότι θες από 200 μέχρι 400 ευρώ για να κάνεις το τεστ; Απαράδεκτα πράγματα, αλλά εγώ τα’ χω παίξει. Ούτε συμφωνώ μ’ αυτό, το «Τι ωραία, μένουμε όλοι σπίτι και είμαστε χαρούμενοι». Δεν είμαστε χαρούμενοι και δεν είμαστε, γιατί δεν φοβόμαστε την καραντίνα, δεν φοβόμαστε μόνο το τώρα! Μετά τι θα γίνει; Θα γίνει το σύστριγγλο! Έβγαλα προχθές το σκύλο μου και συνάντησα στο δρόμο μια οικογένεια. Ξέρετε τι κάνανε μόλις με είδανε; Κρυφτήκανε πίσω από ένα αυτοκίνητο! 

Για ποιο λόγο;

Για να περάσω και να μην έρθουν σ’ επαφή μαζί μου μην τυχόν και τους κολλήσω! Αλήθεια το λέω! Κάνει ο πατέρας: «Εντάξει τώρα, βγείτε»!

Συγγνώμη, αλλά μου φαίνεται πολύ αστείο.

Είναι τρομαχτικά αστείο! Κρύφτηκαν πίσω απ’ τ’ αυτοκίνητο και λέει το κοριτσάκι: «Μπαμπά, τώρα μπορώ; Να βγω;»

Δεν θα καλοπερνάει η οικογένεια με τέτοιο μπαμπά όλη μέρα στα πόδια τους.

Βέβαια…Εμένα με φοβίζει όλη αυτή η απομόνωση απ’ αυτά που διαβάζω και βλέπω. Καταλαβαίνω ότι είναι ένας φονικός ιός και φοβάμαι κι εγώ, γι’ αυτό δε βγαίνω κι είμαι μεσ’ στο σπίτι μου, αλλά έχω την αίσθηση ότι μετά θα’χουν αλλάξει πάρα πολλά πράγματα.

Άκουσα κάτι σοκαριστικό: Όταν βγούμε απ’ τη δοκιμασία αυτή, θ’ απαγορευθεί η χειραψία για να γλιτώνουμε κι από τη γρίπη, όχι μόνο από φονικούς ιούς.

(γελάει με νόημα) Ξέρετε ότι ο καθένας θα’ναι σπίτι του πια; Με αρκετούς τρόπους ήδη οδεύουμε προς τα κει. 

Διαβάζετε και αυτά τα εσχατολογικά συνομωσιολογικά κείμενα που κυκλοφορούν;

Τα διαβάζω όλα, αμφιβάλλω για όλα εκ φυσικού μου και μακάρι να βγούμε πάλι σώοι μετά απ’ αυτό και όπως ήμασταν πριν. Μακάρι να μην έρθει καμιάν άλλη καραντίνα μετά απ’ αυτή για να μην ισχύσει κι αυτό που έλεγε ο Μάνος Χατζιδάκις για τη θέα του τέρατος που τη συνηθίσαμε. 

Πιστεύετε ότι σε συνθήκες εγκλεισμού, ο άνθρωπος ξεχνάει ν’ αγαπάει;

Ανοίγετε ένα τεράστιο θέμα…Θα πρέπει να δούμε πρώτα τι είναι η αγάπη και αν περνάει μέσω του εγκλεισμού. Δεν ξέρω αν ξεχνάει ο άνθρωπος ν’ αγαπήσει, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να έρθει κοντά με τον άλλον σε μια καραντίνα. Καταργείται η δοτικότητα σε έναν εγκλεισμό, η αναγκαία και πολύ απαραίτητη επαφή. Δεν γίνεται να κάθεται σπίτι του ο καθένας και να την περνάει μέσα από’να τηλέφωνο ή ένα laptop. Εδώ πια είναι σύνηθες το φαινόμενο να βρίσκεις ερωτικούς συντρόφους μέσα από το διαδίκτυο.

Και πλέον αυτό πριμοδοτείται, ενώ λίγο παλιότερα κατηγορούταν.

Κανονικότατα προωθείται πλέον! Όλα θα γίνουν κανονικότατα! Δεν είναι πόλεμος αυτό που ζούμε; Ε, λοιπόν, ζήσαμε κι εμείς έναν πόλεμο, όπου τα πράγματα αργούν πάλι να ορθοποδήσουν. Εύχομαι μέσα απ’ όλη αυτή την ιδιαίτερη φάση να ξεπηδήσουν και κάποιες ιδιαίτερες φωνές. 

Άλλοι πάλι λένε ότι προϋπόθεση για να δεχτεί κάποιος έναν εγκλεισμό είναι οι αδυναμίες του.

Μπορεί…Δύσκολο πολύ είναι να ζεις μόνος σου, απλά νομίζουν οι άνθρωποι ότι ζουν μόνοι τους. Τι λένε, είναι τρελοί; Ξέρετε πόσο δύσκολο είναι ν’ αντιμετωπίζεις κάθε μέρα τον εαυτό σου;

Η μητέρα σας είναι εν ζωή;

Την έχω στο χωριό, μόνη της είναι κι αυτή τώρα. Προσέχει η καημένη, δε βγαίνει. Μόνο για τα απαραίτητα. Έχω και καιρό να τη δω, γιατί δε μπορώ και δε θέλω να πάω. Τι να κάνουμε…Κάθομαι όλη μέρα μέσα κι εγώ και τρώω συνέχεια. Αποφάσισα να το σταματήσω, γιατί θα βγω 800 κιλά από δω μέσα! 

Θέλετε να διατηρείτε μια καλή εμφάνιση;

Προσπαθώ. Δεν είμαι ότι νά’ναι, αλλά δεν θα γίνω υποχόνδρια. Εντάξει, με προβληματίζει όταν βγαίνει η ρίζα και δε μπορώ να κόψω τα μαλλιά μου.

Πείτε μου μερικά πράγματα που σας αρέσουν, από σημαντικά μέχρι ασήμαντα.

Εγώ και πριν την καραντίνα ήθελα τις ώρες τις μοναχικές μου, το χάσιμο μου. Μπορεί αυτό για μένα να’ναι πολύ σημαντικό και γι’ άλλους πολύ ασήμαντο. Μ’ αρέσει να κάθομαι αργά το βράδυ να βλέπω netflix, μ’ αρέσουν τα μακαρόνια με κιμά και μπορώ να φάω δέκα πιάτα. Ας πούμε, για μένα είναι πολύ σημαντικό που κάθομαι και παίζω στο κινητό κάτι παιχνίδια λέξεων με την Ελισάβετ Κωνσταντινίδου. Σημαντικό είναι που κανόνιζα κι έπαιζα για δέκα ώρες μπιρίμπα. Κάθε τι δεν μπορώ να το πω ασήμαντο.

Ήσασταν ποτέ των κοινωνικών αγώνων;

Ήμουν, αλλά όχι κι απ’ τους ανθρώπους που θα κατέβαιναν στην πρώτη διαδήλωση.

Ίσως, λίγο πιο πολύ, παλιότερα;

Παλιότερα, ναι, ίσως. Όμως και για τώρα, άμα προκύψει ένα θέμα που μ’ απασχολεί, θέλω να βγαίνω μπροστά. Νομίζω ότι επικρατεί μία απογοήτευση, σαν να έχουμε βάλει λίγο σιγαστήρα.

Και τώρα με την καραντίνα «γλιτώνουμε» κι απ’ την οποιαδήποτε κοινωνική δράση.

Βέβαια «γλιτώνουμε». Προσχηματικά, όμως, γιατί κοινωνική δράση μπορείς να κάνεις κι απ’ το σπίτι σου. Διάβασα το καλύτερο στο facebook: «Όλοι στο Σύνταγμα να διαδηλώσουμε κατά του κορονοϊού». Πολύ πετυχημένο! Φτάσαμε στο σημείο να θεωρούνται επαναστάτριες οι γιαγιάδες που τρέχουν στις εκκλησίες – δεν το επικροτώ σε καμία περίπτωση – και να κάθονται μέσα με φόβο παιδιά 15, 18 και 20 ετών. 

Διάβαζα τα δημοσιεύματα του εξωτερικού που δικαιώνουν αφενός τον Μητσοτάκη για τα μέτρα που πήρε εγκαίρως και αφετέρου τον ελληνικό λαό, που ενώ είναι παραδοσιακά ανυπάκουος, τήρησε τα μέτρα αυτά. Σε τι πιστεύετε περισσότερο απ’ τα δύο;

Ήμουν σίγουρη ότι θα μου κάνατε αυτή την ερώτηση!

Χαίρομαι. Λοιπόν;

Δεν πρόλαβα να τη σκεφτώ όμως! Καλά τα’κανε, ξέρω γω; Μας έκλεισε μέσα, μια χαρά…Βέβαια, δεν το’κανε μόνο ο Μητσοτάκης, όλος ο κόσμος κάθεται μέσα. Έχουν μια συναίσθηση οι άνθρωποι, δεν είναι ότι τους το επέβαλαν. Εντάξει, ok, τους το επέβαλαν, αλλά τα εύσημα πάνε και στον κόσμο, όχι μόνο στην κυβέρνηση. Σας πληροφορώ ότι μιλάω και μ’ άλλους, που δε βγαίνουν όχι για να μην κολλήσουν οι ίδιοι, αλλά για να μην κολλήσουν τους άλλους. Είναι συνειδητοποιημένοι δηλαδή. Και μια φίλη μου, που’χε ταξιδέψει Λονδίνο, απέφευγε να βλέπει κόσμο πριν την απαγόρευση, μην έχει κάτι και το μεταδώσει. Απ’ την άλλη, δεν μου πάει όλη αυτή η αστυνόμευση. Θα ήταν καλύτερα να είχαμε ένα σωστό σύστημα υγείας, να υπήρχαν εντατικές και μάσκες, όλα αυτά που ακούμε απ’ τους γιατρούς, αυτούς τους καημένους τους ανθρώπους, που αγωνίζονται όλη μέρα στα νοσοκομεία. Τι να σας πω, ακούω να βαράει σειρήνα καμιά φορά και νομίζω ότι είναι για να κλειστούμε πάλι μέσα…

Αν οι ξένοι μας θεωρούν λαό ανυπάκουο, εσείς είστε μέρος αυτού του λαού, έτσι όπως τον χαρακτηρίζουν;

Γερμανοί δεν είμαστε, πάντως! Εμένα μ’ αρέσει που δεν είμαστε Γερμανοί, αν και σε κάποια πράγματα θα χρειαζόταν. Τώρα δεν ξέρω τι είμαστε, αλλά αν μας θεωρούν ανυπότακτους, ε αυτό είναι οι Έλληνες! Και όχι μόνο, γέλαγα πολύ με τον κόσμο που τηλεφωνούσε: «Εκεί καπνίζουν, τρέξτε»! Δεν είμαστε ανυπότακτοι, γιατί η ανυποταξία θα φαινόταν κι αλλού. Λίγο πιο χύμα είμαστε, κάτι που έχει να κάνει και με το κλίμα μας.

Ανήκετε κι εσείς σ’ αυτούς που κάθε μέρα στις 6 στήνονται να δουν τον Τσιόδρα;

Δεν τον έχω δει ποτέ!

Αλήθεια τώρα;

Μια φορά μόνο τον είδα. Ένας πολύ γλυκός άνθρωπος, ok.

Συνειδητά δεν τον παρακολουθείτε;

Απλά δεν έτυχε. Πρώτα απ’ όλα δεν ήξερα ότι καθιερώθηκε ενημέρωση στις 6 και κάποια στιγμή, όταν τό’μαθα, έκατσα και είδα. Δικαίως τον συμπαθεί ο κόσμος και, εντάξει, τον άκουσα μία, τι άλλο ν’ ακούω κάθε μέρα; Δεν ανοίγω και τηλεόραση, βλέπω πολύ λίγο. 

Παρέχεται, πιστεύετε, μία μονοδιάστατη ενημέρωση;

Πιστεύω ναι! Τις προάλλες κάτι έκανα, η τηλεόραση ήταν ανοιχτή και συνειδητοποίησα ότι για ώρες ολόκληρες έδειχνε νοσοκομεία και εντατικές. Το καταλαβαίνω, γιατί θα πρέπει όμως όλη την ώρα να βλέπω αυτά τα πράγματα; Λες και χαίρονται που μας τα δείχνουν. Δείξ’τη μου την κατάσταση, καλά κάνεις, αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί να βλέπω συνέχεια αρρώστια. 

Συνήθως καθετί μονοδιάστατο δεν είναι και ευχάριστο πράγμα.

Όχι, δεν μ’ αρέσει. Το ίδιο μου τη σπάνε και οι μονοδιάστατοι άνθρωποι! Και να σας πω, έχουν γιατρευτεί πάρα πολλοί άνθρωποι. Βγήκε κανείς να μου το πει επισήμως; «Παιδιά, γλίτωσαν τόσοι», ας πούμε!

Στην απογευματινή ενημέρωση λένε, πάντως, πόσοι εξήλθαν απ’ τις εντατικές.

Εντάξει, ψιλά γράμματα τώρα…Γιατί δεν μου το κάνουν ξεχωριστό θέμα; Για να μην ξεφοβηθώ! Είμαι σίγουρη γι’ αυτό!

Σας ενδιέφερε ποτέ να έχετε ένα πλούσιο λεξιλόγιο;

(γελάει πολύ) Τι ερώτηση ειν’ αυτή;

Συνειρμική, πείτε τη, έτσι όπως σας ακούω να μου μιλάτε.

Ασχολήθηκα λίγο με την ελληνική γλώσσα, ούσα φοιτήτρια της φιλολογίας, αλλά από κει και πέρα δεν είμαι φιλόσοφος, ούτε αναλυτής, ώστε να μπορώ να χρησιμοποιήσω απίστευτο λεξιλόγιο. Είμαι, νομίζω απλά, σ’ ένα καλό σημείο.

Πιάνετε τον εαυτό σας να λέει τα ίδια και τα ίδια; Πάμε στο περιεχόμενο των λέξεων τώρα.

Τα ίδια, τα ίδια, τα ίδια! Μπορώ να τρελαθώ μ’ αυτό στους άλλους ανθρώπους! Με κουράζει εξίσου η υπέρμετρη ανάλυση χωρίς να καταλαβαίνουμε τι λέμε στο τέλος. 

Τον καιρό αυτό, οι επαγγελματίες στα καλλιτεχνικά και στα ΜΜΕ χτυπιούνται αλύπητα. 

Μα, ακούω να λένε ότι θα τελειώσει η κρίση μετά την καραντίνα και αναρωτιέμαι αν τελείωσε και ποτέ αυτή η κρίση! Ούτε κανένα ορθοπόδημα είδα την τελευταία δεκαετία πέρα από κάποια δειλά – δειλά βήματα. Είναι λάθος η λέξη «κρίση», αφού εγώ δεν τη βλέπω να περνάει τόσα χρόνια κι ούτε θα περάσει, κατά την ταπεινή μου άποψη.  

Ζαχαρίας Ρόχας - Καίτη Κωνσταντίνου - Μπόσκο - Σπύρος Μπιμπίλας (Δεκέμβριος 2020, στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο στον ιντερνετικό Τηλεμαραθώνιο ενίσχυσης των καλλιτεχνών)

Έχετε ζήσει ποτέ φτώχεια κι αν ναι, τη θεωρείτε προνόμιο;

Φτώχεια – φτώχεια, να μην έχω να φάω, όχι, δεν έχω ζήσει. Έχω ζήσει με λίγα λεφτά, με λιγότερα λεφτά και με πολλά λεφτά. Το να έχεις να φας και να ικανοποιείς τις ανάγκες σου είναι τεράστια προνόμια, βασικότατα για κάθε άνθρωπο. Δυστυχώς πολλοί συνάνθρωποι μας ούτε αυτά μπορούν να καλύψουν πλέον, τις στοιχειώδεις ανάγκες τους. 

Τι ήταν αυτό που σας έβγαλε στο θέατρο;

Έλα ντε! Μήπως ξέρω; Πραγματικά δε μπορώ να το απαντήσω, παρά μόνο με το «Γι’ αλλού η ζωή μας πήγαινε κι αλλού μας πήγε». Μάλλον θα το ήθελα και έγινε πιο συνειδητό, όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο και πήγα και γράφτηκα κατευθείαν στη θεατρική ομάδα. Μετά από αρκετά χρόνια έδωσα εξετάσεις στο Θέατρο Τέχνης. Με θυμάμαι απλά, όταν ήμουν παιδί, να παρακολουθώ το Θέατρο της Δευτέρας. Γεννήθηκα και σε επαρχία, όπου δεν είχα την πολυτέλεια να βλέπω παραστάσεις, εκτός απ’ όταν ερχόταν κάποιος θίασος στο Αίγιο.

Πιστεύετε ότι γίνατε κάποια στιγμή ηθοποιός στη μόδα ερήμην σας;

(Με έκπληξη) Στη μόδα;

Ναι. Να «κυκλοφορεί» πολύ το όνομα σας, σαν να το θέλατε ή και όχι.

Δεν νιώθω ότι είμαι στη μόδα. Οι πραγματικοί καλλιτέχνες δεν έχουν να κάνουν με μόδες. Αλήθεια, δεν ξέρω αν είμαι στη μόδα και μπορεί να’χω περάσει από τέτοια φάση…Καταλαβαίνω πως το λέτε, τότε που θα’γινε αυτό με τα «Εγκλήματα». Εννοείτε προφανώς αν ασχολούνται μαζί μου…

Γι’ αυτό είπα «ερήμην σας». Η έντονη δημοφιλία συνεχίζεται μέχρι σήμερα, εξακολουθείτε να είστε πολύ αγαπητή.

Δεν θεωρώ ότι είναι ερήμην μου, αλλά ούτε ότι ξεκινάει κι από μένα. Δεν είχα στόχο να γίνω μια ηθοποιός που θα την αγαπάει ο κόσμος. Στόχος μου ήταν ν’ ασχοληθώ μ’ αυτό για τους χ – ψ λόγους μου και να κάνω πράγματα που θα άρεσαν σε μένα και στον κόσμο. Ποτέ, πάντως, δεν είχα σκοπό να γίνω γνωστή. Δεν μ’ αρέσει να βγαίνω στα περιοδικά και να δίνω συνεντεύξεις και σας πληροφορώ ότι είστε απ’ τους λίγους, αν όχι ο μοναδικός, που του’χω μιλήσει τόσο ανοιχτά και βαθιά.

Η ερωτική σας ζωή έχει ποίηση;

Δεν γίνεται να μην έχει. Δεν μπορώ αλλιώς. Ο έρωτας αυτό είναι, αλλιώς δεν δικαιούμαστε να λέμε ότι είμαστε ερωτευμένοι. Ποίηση στον έρωτα εννοούμε να ξεφεύγει ο εγκέφαλος, το μυαλό.

Κι αυτή η ποίηση τρέφεται απ’ τη ζωή την ίδια;

Μπορεί να τραφεί κι απ’ τη ζωή την ίδια. Εξαρτάται απ’ το πως ζεις καθημερινά. Πως να βάζεις τα θέλω σου, γιατί άμα συμβιβαστείς χοντρά, ο έρωτας χάνεται. Ακούγεται ονειρικό ίσως, αλλά μου’χει συμβεί και μου συμβαίνει και το κάνω στην ερωτική μου ζωή. Μπορεί να υπάρξει συνεχώς ποίηση στον έρωτα, αλλά όχι φυσικά πάντα. Είναι σαν την ευτυχία. Ουαί κι αλίμονο αν ήταν μόνο ένα πράγμα! Θα επερχόταν γρήγορα η ανία και η βαρεμάρα.

Και τι χωρίζει αυτή την ποίηση από τα προσωπικά βίτσια του καθενός;

Καταρχάς μην τρελαθούμε, ο παιδόφιλος δεν κάνει ποίηση! Υπάρχουν βίτσια και βίτσια. Ο καθένας τα δικά του μπορεί να τα αναγάγει σε ποίηση.

Γίνεται αυτό;

Γιατί να μη γίνεται; Όταν δεν ενοχλείς τον άλλον κι ένας άλλος μπορεί να δει στο βίτσιο την ίδια ποίηση, αμέσως γίνεται! 

Σας ακούω να εκφράζεστε σαν άνθρωπος του ενστίκτου.

Είμαι. Λειτουργεί το ένστικτο μου και έχω την ατυχία να νιώθω παραπάνω πράγματα απ’ αυτά που νομίζεις συνήθως.

Όχι διορατικά.

Όχι βέβαια, δεν έχει να κάνει με τα μελλούμενα. Εννοώ να πιάνω την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. 

Για θυμηθείτε εκείνο το υπέροχο οργανικό του Χατζιδάκι στο «Sweetmovie»: Σερενάτα για τη σεξουαλική απουσία…

(γελάει πολύ) Υπέροχο! Δυστυχώς, δοθείσης ευκαιρίας, να πω ότι δεν γνώρισα ποτέ τον Χατζιδάκι, αλλά θα τον γούσταρα πολύ, το ξέρω. Ήταν ένα θαυμάσιο οξύ πνεύμα και μ’ αρέσει πολύ η μουσική του. 

Τελικά δεν μου φαίνεστε αυστηρή με τον εαυτό σας.

Έτσι λέτε; Το ότι μιλάω ελεύθερα ενδεχομένως, δεν σημαίνει ότι δεν είμαι σκληρή με τον εαυτό μου. Αυτό με καταδιώκει και μ’ ενοχλεί πάρα πολύ, αλλά επειδή με θεωρώ έντιμο άνθρωπο, δεν μου συμβαίνει μόνο στους άλλους, αλλά και σε μένα την ίδια. Πρώτα με μένα είμαι πολύ αυστηρή!

Εκτιμώ ακόμη το ότι δεν είστε ριγμένη με τα μούτρα στη δουλειά κάθε φορά. 

Δεν ξέρω αν είναι ωραίο…Μακάρι να δουλεύω, αλλά θεωρώ αδιανόητο να’ναι η ζωή μου χειμώνα – καλοκαίρι η δουλειά μου. Θα μου πείτε τώρα, «Συγγνώμη, τρέλα πουλάτε; Απ’ αυτό δεν ζείτε;» Προφανώς και ζω απ’ αυτό, αλλά φροντίζω να μην είμαι συνέχεια χαζοχαρούμενη επ’ αυτού. Δεν θέλω να’ναι μόνο αυτό η ζωή μου.

Πόσο παρατηρείτε τους άλλους;

Μόνο αυτό κάνω, νομίζω. Πολύ. Δυστυχώς.

Είναι ίσως ότι πιο τολμηρό είπατε σ’ αυτή τη συνέντευξη.

Πολλές φορές ο εγκέφαλος μου λειτουργεί σαν να συσσωρεύει κινήσεις και εκφράσεις των ανθρώπων. Βγάζω μια αλήθεια δικιά μου μέσα από μια δικιά μου προσθετική παρατήρηση. 

Δεν θα’χει κανένα νόημα να μου πείτε τι καινούργιο ετοιμάζετε τώρα.

Μ’ ενοχλεί το εξής σ’ αυτή την καραντίνα: Πάνω που είχα κάνει τα όνειρα μου και σχεδίαζα πως θα τα υλοποιήσω, με πήγε πολύ πίσω. Σταμάτησαν όλα μαχαίρι, δεν ξέρω τι θα συμβεί του χρόνου.

Θα ξανακάνατε τηλεόραση;

Ναι, θα ξανάκανα. Εμένα μ’ αρέσει η τηλεόραση. Δεν μ’ αρέσει αυτό που λένε τηλεοπτικός ηθοποιός. Για πήγαινε κάνε τηλεόραση να δεις πόσο δύσκολο είναι. Οι συνθήκες δεν είναι καλές, εντάξει, εγώ μιλάω γι’ αυτό το κάτι που διαφοροποιεί την ερμηνεία απ’ το θέατρο.

Θα το πω, δεν κρατιέμαι, τα περισσότερα σύγχρονα σήριαλ δεν βλέπονται. 

Είναι σαν ένα δημοσιογράφο που με ρώτησε κάποτε αν θα έπαιζα σε σειρά του netflix. «Εσύ τι λες;» του απάντησα, «να έλεγα όχι; Γιατί; Του’χω θυμώσει του netflix;» Πλέον εκεί ρίχνεται το χρήμα και γυρίζονται καλές τηλεταινίες, αλλά και κινηματογραφικές ταινίες. Εμείς έχουμε μείνει πάρα πολύ πίσω. Καταλαβαίνω και ότι μπορεί να μην υπάρχει εδώ το ρευστό, όπως και μία τεχνογνωσία.

Για ποιο λόγο δεχτήκατε να μου δώσετε αυτή τη συνέντευξη; Και θέλω να μιλήσετε για σας, όχι για μένα.

Θα σας πω την αλήθεια: Μου είπαν κι άλλοι να τους δώσω συνέντευξη εν μέσω καραντίνας και είπα όχι. Επειδή παλιότερα κάναμε μια δημόσια κουβέντα που πολύ μ’ άρεσε, τώρα είπα «Τι να βγαίνω να λέω πάλι;» Συνήθως μια συνέντευξη συνοδεύει μία δουλειά, ασχέτως αν δεν σας το είπα τώρα αυτό. Ωστόσο, πέρασα κι απ’ το στάδιο του θέλω και δε θέλω να βγω να μιλήσω. Υπερίσχυσε όμως το να κάνουμε τελικά μια συζήτηση σαν να βρισκόμαστε από κοντά και πίνουμε τον καφέ μας. 

Τι θα κάνουμε από φωτογράφηση;

Βάλτε ένα μαύρο πανί, ένα μαύρο φόντο και πείτε «Αυτή είναι η Καίτη Κωνσταντίνου» (γελάμε)

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για το χρόνο σας.

Εγώ ευχαριστώ και χάρηκα πολύ που τα ξαναείπαμε. 

Με την Καίτη Κωνσταντίνου στην πρώτη τετ α τετ συνέντευξη μας (2 Φεβρουαρίου 2016, στο τότε διαμέρισμα μου στο Παγκράτι)
* Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε από τηλεφώνου τον Απρίλιο του 2020

** Πρώτη δημοσίευση: koutipandoras.gr

*** Η συνέντευξη αφιερώνεται στη μνήμη της Καίτης Κωνσταντίνου που έφυγε από τη ζωή τη Δευτέρα 10 Μαρτίου 2025.

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2025

Κατερίνα Κυρμιζή: «Για μένα η τέχνη δεν είναι δουλειά, ζω γι' αυτήν και όχι απ' αυτήν»


Η συζήτηση με την Κατερίνα Κυρμιζή ξεκινάει ορμητικά. Της ζητάω να μου πει πόσα χρόνια δραστηριοποιείται στο ελληνικό τραγούδι. «Πρωτοεμφανίστηκα στη δισκογραφία το 1995, όπου έκανα κάποια φωνητικά στο δίσκο του Νίκου Γρηγοριάδη και τον επόμενο χρόνο κυκλοφόρησε το ”Κονσέρτο για σοκολάτα και τριαντάφυλλα”, η πρώτη προσωπική μου δουλειά με δικά μου τραγούδια και ένα του Γρηγοριάδη που έγινε επιτυχία» μου εξηγεί, προσθέτοντας όμως πως ουσιαστικά είναι και δεν είναι στον χώρο! Καταλαβαίνω πως υπάρχει «ψωμί» εδώ!

Η Κυρμιζή ως κόρη καλλιτεχνών δεν ήθελε να ασχοληθεί με τα καλλιτεχνικά. Ο πατέρας της ήταν ένας ελαφρολαϊκός τραγουδιστής, «πιο πολύ pianobar φάση», όπως λέει η ίδια, και η μητέρα της μοντέλο, τραγουδίστρια και ηθοποιός. Δουλεύοντας σε έναν θίασο η μητέρα της κατέβηκε από τη Θεσσαλονίκη στη Λάρισα κι εκεί γνώρισε τον άντρα της. «Η μητέρα μου είχε ένα μικρό σχήμα και έκαναν επιθεώρηση πίστας. Γνώρισε τον πατέρα μου στη ”Φαρίντα”, στη Λάρισα, αφού εκείνος έμενε στο Βόλο. Καλλιτεχνάκια κι οι δύο τότε». Οι γονείς της Κυρμιζή παντρεύτηκαν στις αρχές της δεκαετίας του ’80, αλλά ήταν η εποχή που είχε αλλάξει το τραγούδι με την επικράτηση του ΠΑΣΟΚ και μαζί του Πανταζή και του Αντύπα. «Μεγάλωνε κι ο πατέρας μου που αγαπούσε το τραγούδι, αλλά δεν μπορούσε να κάνει πια τον ζεν πρεμιέ στη νύχτα. Έτσι μετακομίσαμε οικογενειακώς στο Βόλο το 1989, όπου εκεί μπόρεσε να προσφέρει ξανά τη διασκέδαση που ήξερε». Η Κυρμιζή έχει άλλη μιαν αδερφή, μοριακή βιολόγο, που μένει μόνιμα στην Κρήτη και που η δουλειά της απασχόλησε με άρθρο το έγκριτο «Nature»! 

Από πολύ μικρή εκδήλωσε καλλιτεχνικό ενδιαφέρον, εφόσον μες το σπίτι της υπήρχαν όλα τα μουσικά όργανα. Σε ηλικία δέκα ετών, όταν οι γονείς της δεν έβρισκαν δουλειά στο Βόλο κι έκαναν απόπειρα να ζήσουν στη Λάρισα, μπήκε στο Ωδείο στην κλασική κιθάρα. «Είχα έναν καθηγητή τρομακτικό, με κάτι νυχούκλες σαν τον…Νοσφεράτου και όλο με μάλωνε επειδή έτρωγα τα νύχια μου. Μου έδινε ξυλιές στα χέρια! Τό’χα βιώσει τραυματικά, αλλά ευτυχώς έμεινα μόνο δυο χρόνια εκεί». Οι γονείς της την «έτρεχαν» πολύ με τα καλλιτεχνικά: Μπαλέτο από τα 4 της χρόνια και κιθάρα στα 10 της. Της έλεγαν «Εσύ θα γίνεις η κόρη μας η φίρμα» και μάλιστα η «λαϊκιά», μια και η «κουλτουριάρα» ήταν η αδερφή της. «Τελικά δεν τους έκατσε όπως το περίμεναν» ομολογεί με χιούμορ η Κυρμιζή, συμπληρώνοντας πως γι’ αυτό προτίμησε περισσότερο το χορό. «Δεν με βοηθούσε ο σωματότυπός μου για το χορό. Είχα πολύ ανοιχτή λεκάνη και θώρακα, ήμουν αρκετά γεροδεμένη για κλασικό χορό». 

Στα 18 της η Κυρμιζή είπε στους δικούς της το αναμενόμενο: «Γεια σας, δεν αντέχω άλλο, σας χαιρετώ»! Δεν είχε καλές εμπειρίες από το Βόλο, εκτός από έναν νεανικό παράφορο έρωτα. «Έβγαινα κάθε απόγευμα στο μπαλκόνι κι έκλαιγα, έλεγα ”Παναγίτσα μου, που ήρθαμε”…Τόσο πολύ!» Έκανε απόπειρα να σπουδάσει στην Κρατική Σχολή Ορχηστικής Τέχνης, αλλά δεν τα κατάφερε. Στην Αθήνα, έμενε στο ξενοίκιαστο πατρικό της μητέρας της. «Κυκλοφορούσα στο δρόμο και δεν ήξερα τι θα κάνω. Οι γονείς μου στήριζαν περισσότερο την αδερφή μου που θα έδινε πανελλήνιες, ενώ με μένα ήταν τσακωμένοι για διάφορα άλλα θέματα. Δεν είχα φύγει καλά από τον Βόλο». Η Κυρμιζή τηλεφωνούσε σε όλους τους γνωστούς και φίλους τους στην πρωτεύουσα. Κάποια στιγμή φτάνει και στον συνθέτη Σάκη Τσιλίκη. «Πιο πολύ σκόπευα να πάω για να φάω, γιατί με είχε κόψει λόρδα, πεινούσα. Στο σπίτι ήταν η κόρη του, ένα χρόνο μικρότερη μου, και ο Τσιλίκης έγραφε τα θέματα για το ”Καλημέρα ζωή”. Να μου λέει η κόρη του ”Εγώ παίζω, τραγουδάω” και να αναρωτιέμαι ”Αχ Θεέ μου τι ακούω για ένα πιάτο φαΐ”»…Εκεί ήταν που η Κυρμιζή στο πλαίσιο μιας εφηβικής ανταγωνιστικότητας, είπε ευθαρσώς «Κι εγώ παίζω», μόνο που την άκουσε ο Τσιλίκης και την παρότρυνε όντως να τους παίξει κάτι. Έπαιξε και αμέσως της πρότεινε να τη βγάλει στην τότε εκπομπή του, στην ΕΡΤ, σαν νέο ταλέντο. Στην ουσία ο Σάκης Τσιλίκης ήταν ο πρώτος που τη βοήθησε καλλιτεχνικά! «Πήγα στην εκπομπή, είπα ένα δικό μου τραγούδι και το ”Stop” της Sam Brown χωρίς να θυμάμαι καν τα λόγια…Ο Τσιλίκης όμως πήρε την κασέτα με το βίντεο και το πήγε στη Lyra Στη Lyra τράβηξε το ενδιαφέρον του Άγγελου Σφακιανάκη, ο οποίος την αναζήτησε. Αυτός της βρήκε δουλειά στο σχήμα της Μαρίζας Κωχ στις παραστάσεις της με τίτλο «Η Γοργόνα ταξιδεύει τον μικρό Αλέξανδρο». 

Ένα πρώτο demo με δικά της κομμάτια δεν άρεσε στον Σφακιανάκη. Έτσι φώναξαν τον Γρηγοριάδη στην εταιρεία κι έκαναν μαζί demo, το οποίο επίσης δεν άρεσε. «Τότε ο Σφακιανάκης με έστειλε στον Νίκο Μαμαγκάκη! Πήγαινα στο σπίτι του κι ο μαέστρος με έστειλε να κάνω κιθάρα στην Έλενα Παπανδρέου. Δεν τα βρήκαμε! Εξαιρετική κιθαρίστρια, αλλά εγώ είπα ”μ’ αυτήν θα βγάλουμε τα μαλλιά μας τρίχα – τρίχα”. Μου φαινόταν τρομερά απότομη στην ευάλωτη, σχεδόν καταθλιπτική, φάση που βρισκόμουν εγώ. Ε, μια – δυο τρεις, δεν άντεξα να τραγουδάω τα ίδια και τα ίδια με τον Μαμαγκάκη και του λέω: ”Μπάστα, κύριε Νίκο! Είμαι 19 ετών, για ποιο παλιό τραγούδι να λέω; Για μένα όλα τα τραγούδια είναι καινούργια. Και στο φινάλε γράφω κι εγώ τραγούδια που μ’ αρέσουν πιο πολύ απ’ τα δικά σας – άκου θράσος που το είχα»! Πως αντέδρασε ο μεγάλος συνθέτης; «Παλιόπαιδο! Παίξε μου ένα» της λέει και μόλις τελείωσε, της κάνει αυστηρά και γενναιόδωρα όμως: «Γιατί σ’ έστειλε σε μένα ο Άγγελος; Εσύ έχεις δικό σου δρόμο! Άντε, παιδάκι μου, πήγαινε στο καλό»…

Μετά απ’ αυτό η Κυρμιζή πέρασε μια πνευμονία. Την αναζήτησε, όμως, πάλι ο Νίκος Γρηγοριάδης, που μόλις είχε υπογράψει συμβόλαιο με τη Virgin. Την κάλεσε να κάνει φωνητικά στη «Μοναξιά του Φάρου». Στο στούντιο γνώρισε τον Γιάννη Πετρίδη, διευθυντή τότε της Virgin. «Έψαχναν ρεπερτόριο. Πήγα μ’ ένα καροτί diesel και την κιθάρα στη μόδα του grunge που υπήρχε. ”Τη θέλουμε” λέει ο Πετρίδης, ”τι ειν’ αυτή; Αρλέτα; Όχι, δεν τη θέλουμε” πετάγεται ο Κώστας ο Ζουγρής. Ο ένας έκοβε κι ο άλλος έραβε! ”Πάρτε την” κάνει ο Γρηγοριάδης, ”και δεν θα χάσετε”! Υπόγραψα συμβόλαιο, κανονικά πληρωμένοι δίσκοι, και περίμενα να τελειώσει ο Νίκος με τα δικά του για να ξεκινήσω εγώ». Κι όταν έγινε αυτό, στον πρώτο της δίσκο έπαιξαν ο Αλέκος ο Αράπης, ο Οδυσσέας Τσάκαλος, ο Πέτρος Κούρτης, μουσικοί της ροκ κοινότητας. Όλα τα τραγούδια του δίσκου προέρχονταν από την πρώτη της καψούρα, σ’ αυτόν απευθυνόταν στην ουσία. Το άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1996 και ήταν κάπως σαν τη μύγα μες το γάλα. Οι ποπάδες έλεγαν ότι ήταν πολύ λάιτ, οι έντεχνοι ότι είναι πολύ ροζ, οι ροκάδες το έβρισκαν πολύ ποπ…Κι εκεί έρχεται ο Γιώργος Λάνθιμος! 

Το ’97 ο Λάνθιμος σκηνοθετεί το πρώτο του βίντεο κλιπ με τραγούδι της Κατερίνας Κυρμιζή. Μόλις άνοιξε το μουσικό κανάλι MAD και τό’παιζε απ’ το πρωί ως το βράδυ! Τον Οκτώβρη του ίδιου έτους, πάλι με τον Λάνθιμο σκηνοθέτη, έγινε και άλλο βίντεο κλιπ με τραγούδι της! «Εκεί ήταν που τρόμαξα! Άρχισαν να μου στέλνουν στο σπίτι μου τούρτες και αρκουδάκια. Πήγαινα πραγματικά τοίχο- τοίχο, 22 ετών ήμουν. Δεν είχα δουλέψει καθόλου νύχτα, μόνο ότι άκουγα απ’ τον μπαμπά μου…» Άρχισαν και οι προτάσεις από μεγάλα ονόματα: Τον Σαββόπουλο, τον Παντελή Θαλασσινό, ενώ απ’ την εταιρεία την παρακαλούσαν να συμπράξει με τον Νταλάρα στην Ιερά Οδό. Η Κυρμιζή απέρριψε όλες τις προτάσεις, ούσα καταθλιπτική, κατά τη γνώμη της. «Δεν μπορούσα να το διαχειριστώ, αλλά δεν μετανιώνω σήμερα, μια και φαντάζομαι ότι θα με ήθελαν όλοι σαν το κερασάκι στην τούρτα τους. Δεν με ήθελαν ούτε για τα τραγούδια μου, ούτε γι’ αυτό που εγώ έφερνα στη δισκογραφία». Παραδέχεται επίσης ότι δεν ένιωθε «συγγένεια» με κανέναν, μην έχοντας κατά βάθος μεγάλη εκτίμηση στους καλλιτέχνες. 

Με τον Γρηγοριάδη η Κυρμιζή έγιναν ζευγάρι. Προτού να παντρευτούν το 1999, έκαναν μαζί τη «Μοναξιά του Φάρου». Μετά άρχισαν τα δύσκολα…Στην εταιρεία επέμεναν να κάνει δεύτερο προσωπικό δίσκο, αλλά εκείνη δεν είχε υλικό. Την έλεγαν κακομαθημένη και ακοινώνητη. Είχε μόλις χωριστεί και από τους Μπλε η Θεοδοσία Τσάτσου κι υπήρχε ένας διχασμός στην Virgin. Την έσπρωχναν προς το εμπορικό ποπ κι αρνιόταν. Το 2000 με τον Γρηγοριάδη κάνουν το «Νυχτερινό» που γίνεται Νο 1 στα ραδιόφωνα, πιο πάνω κι απ’ τον Νότη Σφακιανάκη. Κατά την Κυρμιζή, η Virgin έπρεπε να συστήσει μια εναλλακτική ποπ – ροκ σκηνή με τόσα ονόματα που είχε στον κατάλογο της και όχι να σκορπίζει δεξιά κι αριστερά τους καλλιτέχνες της. Λειτουργούσε δηλαδή διασπαστικά και ο Πετρίδης μπορεί να μην ήθελε να βάλει το χέρι του στη φωτιά. Στην επόμενη δουλειά της στην ίδια εταιρεία, το 2002, είχε παραγωγό τον Γιώργο Κυβέλο. Ο Κυβέλος την προόριζε για συναυλιακό δίδυμο με τον ανερχόμενο Μιχάλη Χατζηγιάννη. Η Κυρμιζή αρνήθηκε και πάλι! 

Κατερίνα Κυρμιζή - Νίκος Γρηγοριάδης

Λίγο αργότερα η Virgin συγχωνεύθηκε με την ΕΜΙ. Η Κυρμιζή έμεινε έγκυος και στο μεταξύ έχασε τον πατέρα της. «Επικεντρώθηκα στο παιδί μου, έγινα αποκλειστική μαμά μέχρι να πάει στο νηπιαγωγείο»…Ηθελημένα αποτραβήχτηκε, αν και ζήλευε με την καλή έννοια για κάποιους συγκεκριμένους που την είχαν δυσαρεστήσει. Φιλοσόφησε πολύ τα πράγματα και θεραπεύτηκε εν μέρει από τα λάθη των γονιών της στην ανατροφή της. «Κρατούσα το μωρό μου και θεωρούσα ότι κρατάω εμένα την ίδια απ’ την αρχή. Έτσι πριν από κάποιους μήνες κυκλοφόρησα τα νέα τραγούδια μου από ψηφιακή πλατφόρμα. Δεν πήγα καν σε εταιρεία. Κάποια sites πρόβαλαν τη δουλειά χωρίς να έχω κλείσει live». Ταυτόχρονα, ένας ακόμη δίσκος του συζύγου της, Νίκου Γρηγοριάδη, που συμμετείχε κι η ίδια φυσικά, κυκλοφόρησε το 2015 με την εφημερίδα «ΑΥΓΗ». Κι εκεί που νομίζω πως η Κατερίνα Κυρμιζή τώρα κάνει το comeback της, με ενημερώνει και για έναν ακόμη δικό της δίσκο, το «Είναι εδώ» που είχε βγει το 2009 από το label του Άγγελου Σφακιανάκη. 

Φίλους πολλούς από τον χώρο δεν έχει η Κυρμιζή. Μόνο για τον τελευταίο δίσκο του Γιώργη Χριστοδούλου έδωσε ένα τραγούδι της – «είναι εξαιρετικό παιδί ο Γιώργης, διότι ως crooner μού θυμίζει τον μπαμπά μου. Καταλαβαίνω τον αγώνα του και με συγκινεί. Έχουμε συνδεθεί συναισθηματικά». Εκτιμά ακόμη τον Ορφέα Περίδη και πιστεύει πως πια οι καλλιτέχνες δεν εξαρτώνται απ’ τις εταιρείες, άρα το όλο πράγμα διευρύνεται. Επισημαίνει επίσης πως ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται για τη μουσική όπως παλιότερα, έχοντας πάψει να είναι φορέας κουλτούρας. Μερίδιο ευθύνης έχουν και οι εταιρείες που δεν στήριξαν το καλό εναλλακτικό ρεπερτόριο.

Σήμερα η κόρη της Κυρμιζή πηγαίνει στην Α’ Λυκείου, στο Μουσικό Γυμνάσιο και καλλιτεχνίζει. «Θέλει να γίνει συγγραφέας!» μου λέει με καμάρι. Ο Νίκος Γρηγοριάδης διδάσκει στο 11ο Γυμνάσιο Νίκαιας και η ίδια διδάσκει στο Ωδείο κλασική κιθάρα. Λίγο πριν χωριστούμε, μου εξομολογείται κάτι που ένιωσε την ανάγκη να το μοιραστεί: Η Κατερίνα Κυρμιζή δεν συμπαθεί ιδιαίτερα τους δημοσιογράφους. «Το καλύτερο ήταν στο Έψιλον της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας, με τον τίτλο ”Η γατούλα ντεμπιτάντ δείχνει τα νύχια της και δηλώνει: Δε θα πήγαινα με τον Νταλάρα!”. Ο δημοσιογράφος αντί να ρωτήσει ποια είμαι και τι θέλω, αντί να σταθεί στο ότι γράφω μουσική, στίχους, παίζω καλή κιθάρα, είμαι μόλις 21 και πέτυχα με τη μια, η πρώτη και μοναδική του ερώτηση ήταν αν θα συνεργαζόμουν με τον κ. Νταλάρα και τον κ. Σαββόπουλο, ο θεός ξέρει γιατί. Προφανώς όποιος συνεργάζεται μαζί τους παίρνει πάσο για να κάνει καριέρα; πάσο καλλιτεχνικής αξίας; Είναι μέτρο σύγκρισης; Δεν ξέρω. Εγώ θύμωσα όμως και είπα πως δεν θα πήγαινα με κανέναν γιατί, θέλω να με μάθουν πρώτα για τα τραγούδια μου, για αυτό που είμαι ολόκληρη, θέλω να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου και τα όνειρά μου. Δεν έχω τίποτα με κανέναν, μια χαρά κάνουν όλοι αυτό που πρέπει να κάνουν. Αυτός κατάλαβε ότι είμαι τζόρας και με κάπως κίτρινη διάθεση με εξέθεσε, με έκανε να φαίνομαι χαζή, αναιδής. Ο πατέρας μου με είχε πάρει κλαίγοντας λέγοντας : «παιδάκι μου γιατί το έκανες αυτό; Μόλις κατέστρεψες την καριέρα σου». «Αμ, δεν το ‘κανα εγώ!» έκλαιγα κι έλεγα. Το πρόβλημά μου ήταν ότι είχα… ”το πακέτο, ήμουν πλήρης” όπως μου είχε πει ένας άλλος καλλιτέχνης. Και ταλαντούχα, και ομορφούλα, και καλή φωνή, και με άποψη. Δεν εξυπηρετούσα το σενάριο κανενός εκτός κι αν παρατούσα τα τραγούδια μου, κι έδινα το πετσί και τη φωνή μου προς εκμετάλλευση, τραγουδώντας ό,τι να ‘ναι αρκεί να μου εξασφαλίζουν επιτυχία και νυχτοκάματο. Δεν τους άφησα να πάρουν από μένα ότι ήθελαν κι εκείνοι μου δυσκόλεψαν τη ζωή. Λογικό ήταν. Δηλαδή τι; Να έκανα πιο επώνυμα τη δουλειά που μάς έζησε ο πατέρας μου και με προετοίμαζε από μωρό. Ποτέ! Ο πατέρας μου δεν έγραφε τραγούδια, ούτε είχε τη σχέση που έχω εγώ με τη μουσική. Γούσταρε τη φωνή του, γούσταρε να τραγουδάει. Εγώ γουστάρω να φτιάχνω τα τραγούδια μου και να λέω ό,τι θέλω. Δεν κάνουμε το ίδιο πράγμα. Για αυτό για μένα η τέχνη δεν είναι δουλειά. Ζω για αυτήν όχι από αυτήν. Αντιστάθηκα στους γονείς μου, στον προγραμματισμό μου, στη μουσική βιομηχανία, στο τι λέει ο κόσμος… Είχα όλες τις ευκαιρίες για «μεγάλη καριέρα», αλλά ξέρεις κάτι, χέστηκα! Για μένα ήταν ζήτημα τιμής, ζωής και θανάτου να υπάρχω με τον δικό μου τρόπο. Μου ήταν ξεκάθαρο από τα 17 μου κι ακόμα μυαλά δεν έχω αλλάξει. Σε έναν κόσμο όπου όλοι συνεργάζονται με όλους και πολύ καλά κάνουν, ας υπάρχει κι ένας τρελός που δε συνεργάζεται με ούτε με τον εαυτό του. Που λαχταρά το όνειρο της ελευθερίας, τζάμπα είναι… το δικό του κεφάλι θα φάει, όχι το δικό σας».


* Η συνέντευξη με την Κατερίνα Κυρμιζή πραγματοποιήθηκε τον Μάρτιο του 2019

** Σήμερα, Δευτέρα 10 Μαρτίου 2025, η Κατερίνα Κυρμιζή δίνει στο Tiki Bar Athens «Κονσέρτο για κεραία και κάκτους» με τη συμμετοχή των Κατερίνας Μακαβού, Νίκου Γρηγοριάδη, Φοίβου Δεληβοριά