Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα DOCUMENTO. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα DOCUMENTO. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Λάκης (με τα Ψηλά Ρεβέρ) Παπαδόπουλος: «Ποτέ δεν ήθελα να είμαι πρώτος, μα ούτε και τελευταίος»


Ο Λάκης (με τα Ψηλά Ρεβέρ) Παπα­δόπου­λος ίσως είναι ο πιο ακο­μπλε­ξάρι­στος Ελλη­νας τρα­γου­δο­ποιός, αφού αφε­νός έχουν πει τρα­γούδια του ο Μητσιάς, η Αρλέτα και ο Πάριος, αφε­τέρου ο Παντα­ζής, η Αντζελα και ο Ρου­βάς. Υπάρ­χει στη μου­σική από το 1965, δηλαδή πάνω από εξήντα χρόνια, έχο­ντας το προ­νόμιο να ταυ­τι­στεί με το ροκ εν ρολ κυρίως μέσα από τις προ­σω­πι­κές του δου­λειές. Ανθρω­πος με χιούμορ, «χύμα» φαι­νο­με­νικά, μα κατά βάθος πολύ επαγ­γελ­μα­τίας. Στην ακόλουθη σπάνια συνέντευξή του τοπο­θε­τείται για όλους και για όλα, ενώ εξα­κο­λου­θεί να παρα­μένει παρα­γω­γι­κός και δρα­στήριος. Απόδειξη είναι ότι, εκτός των τρα­γου­διών που γράφει ο ίδιος, πρόσφατα συμ­με­τείχε ως ερμη­νευ­τής στους τελευ­ταίους προ­σω­πι­κούς δίσκους του Γιώρ­γου Καζαν­τζή και του Γιώρ­γου Δημη­τριάδη.

Δεν ζείτε πια στην Αθήνα, αλλά στη Θεσσαλονίκη. Πως προέκυψε αυτή η μετακόμιση σε τόσο ώριμη ηλικία;

Η Αθήνα για μένα είναι ένα γέρικο σκαρί που το έχω ζήσει απ’ όλες τις πλευρές. Ας πάμε σε κάτι ημιδιαλυμένο, είπα, που πάει να γίνει κι αυτό σκαρί, αλλά το προσπαθεί ακόμη. Όλες οι ελπίδες έχουν φορτωθεί στην πρωτεύουσα με τη Θεσσαλονίκη να θεωρείται επίνειο της Αθήνας κι είναι ντροπή.

Και δεν νιώθετε κάπως ξεκομμένος εκεί απ’ τη μουσική τρέχουσα επικαιρότητα;

Η μουσική είναι μέσα στη ζωή μου και σαν ακροατής και όποτε θέλω να γράψω. Αποφάσισα να ζήσω λίγο και για τον Λάκη σαν ζωτική ανάγκη. Συμμετείχα στο δίσκο του Γιώργου Καζαντζή απάνω. Γνωριστήκαμε και είπα γιατί όχι;

Έχει γραφτεί πως ο Λάκης Παπαδόπουλος είναι σημαντικός, αλλά σαν να μην έχει επίγνωση της σημαντικότητας του. Τι λέτε εσείς γι’ αυτό;

Επίγνωση έχω περισσότερο απ’ όσο έχουν όλοι αυτοί που το λένε αυτό. Συνειδητά είμαι έτσι και ξέρω καλά ποιος είμαι. Και τι επίγνωση να έχω; Δύο μέτρα γη είμαστε. Αυτό τον σκατόκοσμο τον γνώρισα και τον ζω ακόμα, πες μου τι ακούς να σου πω ποιος είσαι. Κρατάω μια θέση ερασιτέχνη επαγγελματία, γιατί ποτέ δεν θέλω να είμαι πρώτος, μα ούτε και τελευταίος. Θέλω να υφίσταμαι, όπως το πέτυχα εδώ και πενήντα χρόνια.

Ανέκαθεν το θέλατε αυτό;

Αυτό ήθελα. Έχω πάντα την ψυχοσύνθεση ενός παιδιού 15 χρονών και οφείλω να σου πω ότι πέρασα ωραία στη ζωή μου μέχρι στα 20 μου να φύγω από το απαίσιο Ελληνορώσων με τις κλίκες του. Υπήρχαν παλιόπαιδα που αν είχες ένα ελάττωμα σε έκαναν να νιώθεις άσχημα…Τέλος πάντων, τη χειρότερη περίοδο της ζωής μου περνάω τους τελευταίους έξι μήνες. Έκανα μια φτηνή κρουαζιέρα με τη γυναίκα μου και κόλλησα γρίπη Α. Δεν το πρόσεξα. Έμεινα πέντε μέρες στο Ορλάντο και μου το γύρισε σε πνευμονία. Γυρίζοντας στην Αθήνα πήγα με τις σαγιονάρες σ’ ένα κοντινό νοσοκομείο. Ήταν εννιά η ώρα και κατά τις πέντε με άφησαν να φύγω, λέγοντας μου πως πρέπει να νοσηλευθώ. Έβηχα σαν λύκος, δεν υπήρχε αυτό. Επιπλέον είχα πρόβλημα με τη βαλβίδα στην καρδιά και ήθελα να το φτιάξω. Όλο το άφηνα και το άφηνα, αλλά την έφτιαξα τη βαλβίδα και τελείωσε κι αυτό. Όλα αυτά με καταπόνησαν, αφού μπαινόβγαινα στα νοσοκομεία για ένα δίμηνο. Έτσι μετά το Ελληνορώσων αυτή ήταν η χειρότερη περίοδος της ζωής μου. Να σου πω και κάτι; Δεν με νοιάζει και να σβήσει ο διακόπτης! Έχω περάσει ωραία και δεν έχω βλάψει κανέναν.

Γιατί τόση απογοήτευση;

Δεν υπάρχει απογοήτευση, όχι. Εννοώ πως και να συμβεί κάτι, είναι όλοι καλυμμένοι από μένα. Και ένα ευρώ να αφήσεις στους άλλους πρέπει να ξέρουν να το διαχειριστούν. Το εύχομαι. Ήμουν και εντελώς αμελής με την υγεία μου. Το ελάττωμα – προτέρημα μου είναι ότι ποτέ δεν κάπνιζα, ούτε έπινα. Στα 14 ήμασταν τρεις φίλοι – αυτοί ήταν στα 16. Λέει ο ένας «Πάρε ένα τσιγαράκι», άρχισε ο βήχας. Είχαμε γίνει άντρες, κατάλαβες; «Δεν καπνίζω, είμαι αδερφή» τους κάνω και αυτοί μέσα στη σοβαροφάνεια τους δεν με ρώτησαν τίποτα. Έμειναν εκεί. Με τους ίδιους μετά πηγαίναμε στα μπουρδέλα, όπου με αναγνώριζαν, «Ωωω, γεια σας, κύριε Λάκη» κλπ. (γέλια)

Ήσασταν από καλλιτεχνική οικογένεια;

Ο πατέρας μου ήταν δικηγόρος, δημοσιογράφος και ψάλτης επί πολλά χρόνια σε δύο εκκλησίες στον Λυκαβηττό. Πέθανε στα 89 του και η μάνα μου στα 94 της πριν από δέκα χρόνια.

Καλό κύτταρο, λοιπόν.

Χτύπα ξύλο! Βλέπω κορμιά να πέφτουν που είναι δέκα χρόνια μικρότεροι μου.  Δεν θέλω να ξανασχοληθώ…Γράφω κάτι στο facebook μου και μαθαίνω, ας πούμε, ότι έφυγε ο ένας απ’ τους δύο Seals & Crofts (σ.σ. αναφέρεται στον Ντας Κρόφτς που απεβίωσε στις 25 Μαρτίου 2026). Την περασμένη εβδομάδα πέθανε και ο Τζίνο Πάολι, αυτός ο ασχημούλης που τα είχε με τη Στεφανία Σαντρέλι. Βλέπω ομότεχνους να φεύγουν…

Γράφετε τώρα τραγούδια;

Κάτι γράφω. Η FM Records μέσα σ’ ένα χρόνο κυκλοφόρησε σχεδόν εκατό κομμάτια μου, διασκευές, οργανικά και τραγούδια. Με πας τώρα πίσω, στα 14 μου, όταν εγώ έκανα μπάνιο και κάποιος φίλος των γονιών μου είχε αφήσει πάνω στη βάρκα ένα ξύλινο πράγμα, μία κιθάρα. Το έπιασα και έπαιξα τραγούδι κατευθείαν. Ήταν το κομμάτι «My dog Mozart» που αργότερα το κάναμε δίσκο με τον Γιώργο Καρατζαφέρη.

Εποχής Dragons λέτε.

Ακριβώς, το έγραψα στα 14 και το δισκογράφησα στα 16 μου. Υπόγραψε πάνω ο Καρατζαφέρης γιατί έπρεπε να του κάνουμε μια χάρη κι αυτουνού.

Ήταν καλός ως μάνατζερ ο Καρατζαφέρης;

Ένα γελαστό παιδί ήταν που με θαύμαζε. Αργότερα, που είχαν βγει οι Aphrodite’ s Child, μου έλεγε «Αποστόλη, να πάμε κι εμείς στο Παρίσι», κάτι που εγώ δεν ήθελα ως φλωράκι απ’ τη μάνα μου και τον πατέρα μου. Τους Dragons, πάντως, τους είχε στηρίξει πολύ.

Κάνετε παρέα με τον Καρατζαφέρη, μιλάτε σήμερα;

Όχι, που και που μιλάμε. Του έστειλα κι ένα μήνυμα στο θάνατο του Σπύρου, του αδερφού του. Είναι κι ένα χρόνο μεγαλύτερος μου ο Γιώργος, του 1947. Κάποτε τον πέτυχα στο αεροπλάνο. Πηγαίναμε εκδρομή με το ΚΚΕ στην έδρα του Ευρωκοινοβουλίου στο Στρασβούργο. «Γιώργο, Λάκη», αγκαλιές μες στο αεροπλάνο, τα χάσανε οι άνθρωποι του ΚΚΕ που με έβλεπαν με τον Καρατζαφέρη. Δεν έχω τέτοια θέματα, είμαι Έλληνας πολίτης. Παραδέχομαι για τον εαυτό μου πως έχω το θάρρος της γνώμης μου και δεν ντρέπομαι.

Πολιτικοποιημένος, όμως, δεν υπήρξατε ποτέ.

Ποτέ. Δεν έχω κατέβει ποτέ σε απεργία. Μου έλεγε ένας Κύπριος ταξιτζής, που είχε την περιουσία του, πως δεν έχουν κάνει ούτε μία απεργία στην Κύπρο. Η απεργία είναι ένας τρόπος να χάνονται λεφτά του Έλληνα.

Και πως θα διαμαρτυρηθεί όμως ο Έλληνας;

Ωραία, ανέβα στο πεζοδρόμιο, μην κλείνεις τους δρόμους γι’ αυτούς που θέλουν να δουλέψουν! Λέω εγώ τώρα… Υπάρχει ένας χώρος για τέτοιες εκδηλώσεις. Επί χούντας, θυμάμαι, λόγω κομμουνιστών συγγενών και επειδή είχαμε πάει για καμάκι με κάτι φίλους, μας είδαν οι παρακρατικοί και με φωτογράφησαν, με έστειλαν δεκανέα στα σύνορα. Στο Ρούπελ, όπου έχασα την ακοή μου 50% από τα πυροβόλα, κάτι που διατηρείται δυστυχώς μέχρι σήμερα. Έχω ακόμη ένα τρομερό σύριγμα στα αυτιά μου, που το ακούω από τη χούντα μέχρι σήμερα. Ποτέ δεν πήγα να ζητήσω σύνταξη και τώρα πρώτη φορά σε σένα το λέω. Σήμερα εκτιμώ τους ανθρώπους που αποφεύγουν τον πόλεμο, τους πασιφιστές.

Ήσασταν στη συναυλία των Rolling Stones το 1967;

Και στις δύο ήμουν, και το ’67 και όταν ξανάρθαν στα nineties. Το ’67, πάντως, τραγούδησε σαπόρτ ο Δάκης, που δεν τους ήξερε καθόλου μάλλον τους Stones.

Σε μένα είχε πει ο Δάκης πως έβλεπε σαν «βρωμοχίπηδες» τους Stones.

Είδες; Αυτό ακριβώς. Θυμάμαι κάποιον να μπαίνει με μια τεράστια ανθοδέσμη με κόκκινα γαρίφαλα. Χύμηξαν μερικοί, τον έριξαν κάτω και του την πήραν, ενόσω ο Μικ Τζάγκερ από πάνω είχε αρχίσει ένα τραγούδι. Του το έκοψαν κι αυτός φώναζε «Εεε, εεε»! Τέσσερα τραγούδια είπαν μόνο και μόλις τελείωσαν το set τους έφυγαν. Μετά μάθαμε ότι τα κάνανε όλα λίμπα στο Χίλτον, οι άνθρωποι έβρισκαν καφέδες χυμένους στους τοίχους. Ένας πλούσιος φιλότεχνος από το Κολωνάκι πλήρωσε τα σπασμένα. Δεν ήταν καμιά ιδιαίτερη εμπειρία η συναυλία αυτή. Για μένα ο Μπράιαν Τζόουνς ήταν ο θεϊκός καλλιτέχνης από τους Stones! Μήπως τον έπνιξαν κιόλας; Για θυμήσου τι φλάουτο έπαιζε στο «Ruby Tuesday»! Αυτό άκουσα να παίζουν λάιβ το ΄67 και τον θαύμασα κανονικότατα! Τον εξαφάνισαν, εξαφανίστηκε, δεν ξέρω…Πριν είκοσι χρόνια οι Rolling Stones ανακοίνωσαν ότι βγάζουν καινούργιο υλικό. Ξεκίνησαν περιοδεία στην Αμερική, αλλά στην τρίτη συναυλία αποσύρθηκαν, δεν πήγαινε κόσμος. Μα ο κόσμος ήθελε ν’ ακούσει το «Satisfaction», το «Jumpin’ Jack Flash» κλπ.

Πόσο κράτησαν οι Dragons συνολικά;

Περίπου δύο χρόνια. Είχαν γίνει ανακατατάξεις. Είχε έρθει άλλος ντράμερ κι είχα μείνει εγώ με τον μπασίστα. Τότε άκουγα Who και Kinks και έγραφα τέτοια κομμάτια. Το «The forest of my place» γεννήθηκε όταν άκουσα το «My generation» των Who. Το λογόκρινε η χούντα και του βάλαμε άλλο στίχο. Το τραγουδούσα εγώ μαζί με το «The first gun», το πρώτο μας κομμάτι  σε μουσική του Στράτου Αγγελάκη, ενός ανθρώπου που μετά μπήκε αεροσυνοδός στην Ολυμπιακή και σήμερα είναι καλά. Φιλαράκι από τότε.

Πως βλέπατε εκείνη την περίοδο με τα ελληνικά ποπ – ροκ γκρουπ;

Δεν μου άρεσαν οι ελληνικοί στίχοι τους. Μου άρεσαν οι Juniors, που είχαν άδικο τέλος. Ποτέ δεν ένιωσα συγγενής με κανέναν. Μόνο όταν γύρισα από τα κρουαζιερόπλοια το 1973 και σκεφτόμουν τι θα κάνω, ο αδερφός μου με έφερε σε επαφή με την ποίηση και τους ποιητές, Έλληνες και ξένους.

Το συγκρότημα Dragons με τον έφηβο Λάκη Παπαδόπουλο στις τάξεις τους 
Υπήρξε όμως και η περίοδος σας στους Αγάπανθος.

Οι Αγάπανθος ήταν κάτι άλλο κυρίως μέσω της σχέσης που είχα με τον Θοδωρή Τρύφωνα. Ήταν ένα χίπικο φολκ γκρουπ. Εγώ τον θαύμαζα τον Τρύφωνα, αυτός δεν με θαύμαζε όμως. Είχε και μια φίλη, τη Χαρά Αργυροπούλου, που τραγούδησε στον πρώτο μου δίσκο. Και ο Θοδωρής έπαιξε μπάσο σε κάποια τραγούδια από εκείνον το δίσκο.

Η Αργυροπούλου, πάντως, τραγουδούσε α λα Τζάνις Τζόπλιν.

Ναι, όλο κάτι τέτοια τραγουδούσε. Παίζαμε στην Αιδηψό και μέναμε σ’ ένα υπόγειο. Εκείνη έλεγε συνέχεια ένα τραγούδι της Τζόπλιν, το πήγαινε προς τα κει. Με τον Τρύφωνα κάναμε και μερικά τραγουδάκια μαζί με ξένο στίχο, πάρα πολύ ωραία! Τα δύο αργότερα τα έδωσα στην Αρλέτα με ελληνικό στίχο. Το ένα ήταν το «Τσάι γιασεμιού».

Το 1982 βγαίνει στη Warner ο πρώτος σας σόλο δίσκος.

Εκεί ήταν κι ένα εξαιρετικό παιδί που πέθανε νέος, ο Βάσος Τσιμιδόπουλος, ένας καλλονός. Όταν έδωσα στον Βασίλη Παπακωνσταντίνου τον «Κουρσάρο», το υπερασπίστηκα γιατί δεν το ήθελαν στο δίσκο του. Εκεί, όμως, που δεν το θέλανε, το βάλανε πρώτο στην πρώτη πλευρά. Πρώτα βγήκε ο «Κουρσάρος» και μετά ο πρώτος μου δίσκος. Μετά την επιτυχία, μου είπαν στη Warner «Έχουμε ένα μπάτζετ, φέρε μας ότι θέλεις». Στα μισά τραγούδια, το μπάτζετ τελείωσε, οπότε εκεί βοήθησε πολύ ο Τσιμιδόπουλος, που μετά βρέθηκε εκτός Warner.

Πριν, όμως, δεν είχατε δώσει τραγούδι σας στη Γλυκερία; Καλά τα λέω;

Σωστά, λεγόταν «Στον σταθμό Λαρίσης». Είχα δώσει και στον Λάκη Τζορντανέλι. Πάντα έδινα, προσπαθούσα να μπω στο κύκλωμα κι εγώ. Μην ξεχνάμε και τους Αγώνες Κέρκυρας του Μάνου Χατζιδάκι με το «Και θα χαθώ» που είπε η Ισιδώρα Σιδέρη σε στίχους Κυριάκου Ντούμου. Είχαμε πάει οικογενειακώς στην Κέρκυρα, με τη γυναίκα μου και τον αδερφό μου, αφού ο Χατζιδάκις ήταν λαρτζ και μας είχε πει «Να φέρετε όποιον θέλετε». Θυμάμαι τον Χατζιδάκι στην πρόβα που άκουσε την Ισιδώρα και ήρθε και μου είπε εντυπωσιασμένος: «Τι είναι αυτή;» κι εγώ του απάντησα: «Σ’ αρέσει; Πάρ’ την»! Στον ενικό μιλούσαμε, αφού τον έβλεπα από την ΕΡΤ που δούλευα ως ραδιοφωνικός παραγωγός. Τις λίγες φορές που βρισκόμασταν, με αντιμετώπιζε ισότιμα ως καλλιτέχνη. Το ίδιο και ο Ξαρχάκος κάποτε που με είδε σ’ ένα μαγαζί και σηκώθηκε και μου έδωσε το χέρι του. Το εκτίμησα πάρα πολύ! Στου Χατζιδάκι την παρέα δεν ανήκα ποτέ, δεν είχαμε σχέσεις, έτυχε απλά να διευθύνει τραγούδι μου στην Κέρκυρα. Εκείνοι οι Αγώνες ήταν ό,τι καλύτερο για νέους καλλιτέχνες. Όλα τα παιδιά αυτά μάζεψαν τραγούδια καλά και τα παρουσίασαν. Ακόμη ακούω τα τραγούδια και ευφραίνομαι, αλλά η κοιμισμένη Ελλάδα ποτέ δεν έδωσε τη σημασία που άξιζε σ’ αυτό το διπλό δίσκο.

Με τον Παύλο Μάτεσι, που τον μελοποιήσατε, πως μπλέξατε;

Μέσω του αδερφού μου που δούλευε ηχολήπτης στην ΕΡΤ. Εκτός από τον Μάτεσι, κάναμε και τραγούδια με τον Χρονά, σαν το «Ιωάννα και Μαριέτα». Σου είπα πριν ότι επειδή είχε τελειώσει το μπάτζετ, στο τραγούδι αυτό έπαιξα εγώ διπλή ντραμς και μπάσο. Τον Μάτεσι δεν τον ήξερα σαν συγγραφέα, ούτε είχα διαβάσει κάτι δικό του. Γίναμε φίλοι και θυμάμαι πως δεν του πολυάρεσε η ερμηνεία του Παπακωνσταντίνου στον «Κουρσάρο». Ούτε και μένα, όμως, η ενορχήστρωση. Προτιμούσαμε με τον Μάτεσι το ερωτικό «Θα φύγεις μονάχη», που δεν είχε τεράστια εμβέλεια. Τα λέγαμε από το τηλέφωνο με τον Μάτεσι και σχολιάζαμε. Τελικά πέσαμε έξω και οι δύο, αφού ο «Κουρσάρος» σάρωσε. Η ΜΙΝΟΣ τότε «άλλαζε τα ρούχα» ενός τραγουδιστή, σαν τον Παπακωνσταντίνου, που έφευγε από το αντιστασιακό τραγούδι και έβγαινε ως ροκάς. Το προφίλ του αυτό έφτασε στο απόγειο του μετά από μια εκπομπή των τριών «Ρεπόρτερς», που έβλεπε όλη η Ελλάδα, για ένα ατύχημα που είχε συμβεί στην παραλιακή της Βουλιαγμένης. Έριξαν τον «Κουρσάρο» ως υπόκρουση και έγινε χαμός!

Κι αυτό το όνομα, «Ντίνο», που φωνάζει ο Παπακωνσταντίνου στο φινάλε του τραγουδιού;

Ούτε καν το είχα προσέξει, πρώτη φορά το ακούω. «Ντίνο» λέει, σοβαρά; Την ίδια περίοδο όλοι αναρωτιόντουσαν «Ρε Λάκη, πως δεν μπλέχτηκες εσύ με ναρκωτικά;» Είχαν πεθάνει πολλοί, τους έβλεπα να φεύγουν. Θέλω να πω ότι καλλιεργήθηκαν διάφοροι αστικοί μύθοι, σαν αυτό με τον «Ντίνο» που υπάρχει μες στον «Κουρσάρο», απ’ ότι μου λες κι εσύ τώρα.

Ωστόσο ο πρώτος σας δίσκος το ’82 με τη «Φάλτσα Μενεξεδιά» κι αυτόν τον ροκαμπίλι ήχο, ήταν ένα καλό δείγμα ελληνικού αντεργκράουντ.

Το είχα βασίσει στον ήχο της κιθάρας. Είπα να φτιάξω κάτι ημίτεχνο που θα το τραγουδούσα εγώ με τη φωνή που έχω, αλλιώς δεν θα είχα να ζήσω. Άνθρωποι σαν και σένα την έχουν Ευαγγέλιο τη «Φάλτσα Μενεξεδιά». Έγινα και σουρεαλιστής ποιητής ξαφνικά με το τραγούδι αυτό, αλλά μετά βαρέθηκα και είπα καλύτερα να παίρνω στίχους άλλων.

Που να φανταζόσασταν ότι στα χρόνια θα έλεγαν τραγούδια σας οι πάντες, από τον Μητσιά μέχρι τον Ρουβά.

Ο Πασχάλης, ο Πάριος, η Διαμάντη, ο άλλος Πασχάλης, ο Τερζής, στους πάντες έδωσα όντως. Στη Γαλάνη, πάντως, δεν θα έδινα.

Αυτό πως σας ήρθε τώρα;

Είμαι άνθρωπος που μπορώ να μπω σε μία συζήτηση και να τα κάνω όλα λίμπα. Μία φορά πήγα σε συνέλευση των τραγουδιστών και τσακώθηκα με τη Γαλάνη. Και σκέψου πως ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είχε στήσει πάνω μου ολόκληρη τηλεοπτική εκπομπή. Από τότε γίναμε οι καλύτεροι φίλοι, ενώ και μ’ αυτόν είχαμε τσακωθεί πολύ άγρια κιόλας.

Για τα σωματειακά πάλι;

Όχι, με είχε ρωτήσει ποια τραγουδίστρια ξεχωρίζω και του απάντησα «η Σοφία Βέμπο». «Και η Δημητρούλα, η Χαρούλα και η Ελευθερία δεν σου αρέσουν;» Απάντησα «Καλές είναι, αλλά δεν μου αρέσουν, προτιμώ τη Βέμπο». Ε, ποια απ’ αυτές θα έλεγε μετά δικά μου τραγούδια; Είχα πάει απ’ το σπίτι του Λευτέρη Παπαδόπουλου πριν από είκοσι χρόνια. Μαζί μου είχα και τον γιο μου, τον Άγγελο, που ήταν εφτά χρονών. Είχε όλο ακριβά πράγματα μες στο σπίτι και ο μικρός με μια κίνηση του έριξε κάτι κάτω. «Ωχ», πετάχτηκε ο Παπαδόπουλος, «τι μου το’φερες εδώ το παιδί;» Είπα στο παιδί να βάλει στη θέση τους τα πράγματα, αλλά μετά πρόσεξε κάτι καραμέλες σ’ ένα βάζο. «Βάλε δυο – τρεις στην τσέπη σου, αγόρι μου» του είπα και σαν είδα τον Λευτέρη να φοβάται, ξανάπα του μικρού: «Και τώρα πέταξε το κάτω, σπάσ’ το»! Μετά που πήγε τουαλέτα, δεν άνοιγε η πόρτα και του φώναξα: «Κατούρα απ’ έξω, αγόρι μου». Η πλάκα για μένα αρχίζει εκεί που τελειώνει η λογική, αλλιώς είναι αναμενόμενη. Μου έδωσε ο Λευτέρης στίχους, πήρα τον γιο μου και γυρίσαμε σπίτι μας στα Μελίσσια. Κατευθείαν, με τη μία, μελοποίησα τους στίχους και έβγαλα δέκα καινούργια τραγούδια. Τηλεφώνησα του Λευτέρη, του το είπα και μου απάντησε «Μπράβο, καλό είναι αυτό». Του έπαιξα τα τρία, του άρεσαν, αλλά του είπα να ξαναμιλήσουμε αργότερα γιατί ήθελα να έβλεπα τον Παναθηναϊκό που είχε ματς. Στο διάλειμμα του αγώνα, με παίρνει και μου λέει: «Ρε κωλόπαιδο, μου πήρε χρόνια να γράψω στίχους. Κι εσύ τώρα μου τους παίζεις έτσι, κωλοροκά;» Αρχίσαμε να βριζόμαστε σοβαρότατα και, μάλιστα, είπα μετά στη γυναίκα μου πως διαγράφω το τηλέφωνο του και δεν πρόκειται να ξαναμιλήσω μαζί του. Κάποια στιγμή μετά από ένα χρόνο μου τηλεφώνησε ένας παραγωγός της ΜΙΝΟΣ: «Άντε πάλι, έκανες την επιτυχία με τον Νταλάρα». Ήταν ένα απ’ αυτά τα κομμάτια με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, που το πήρε η γυναίκα μου και το πήγε στην εταιρεία. Δεν το θυμόμουν ότι ήταν δικοί του οι στίχοι. Τηλεφώνησα του Ντούμου, της Κριεζή και δεν ήταν δικό τους το τραγούδι. «Ωχ, αμάν, του ακατονόμαστου θα είναι» είπα. Μετά απ’ αυτό ξαναμιλήσαμε με τον Λευτέρη και γίναμε καλοί φίλοι, πολύ καλοί όμως!

Με τον Λάκη Παπαδόπουλο το 2015 κατά την πρώτη μας συνέντευξη για τη LIFO 
Κι εσείς δεν ξεχωρίζατε τους ανθρώπους που ήταν δέσμιοι των επιτυχιών τους;

Δεν το έψαχνα σε βάθος. Στην τελική δεν θέλω να μαθαίνω τη ζωή του καθενός. Με νοιάζει μόνο το έργο τους και τι αυτό έχει προσφέρει. Όταν άρχισα να κάνω προσωπικούς δίσκους στη ΜΙΝΟΣ, το παρατσούκλι «Λάκης με τα Ψηλά Ρεβέρ» είχε ήδη καθιερωθεί. Έχοντας βγει κι απ’ τη χούντα κιόλας, δεν θέλαμε με τον Τσιμιδόπουλο να βγω με το επίθετο Παπαδόπουλος. Λάκη με φώναζε η μάνα μου, οπότε πρότεινα εγώ το «Λάκης με τα Ψηλά Ρεβέρ» και αυτός απάντησε «Α, ωραίο»!

Θα ήθελα να ρωτήσω για εκείνη τη φοβερή ψυχεδελομπλούζ μελοποίηση σας στο «Ουρλιαχτό» του Γκίνζμπεργκ με τη Χαρά Αργυροπούλου.

Αυτήν είχα μαζί μου τότε, αλλά κάποια στιγμή τη ρώτησα γιατί με έβριζε στους παραγωγούς. Με έλεγε «υπάλληλο» και με σνόμπαρε, επειδή δούλευα στην ΕΡΤ. Τη «Φάλτσα Μενεξεδιά» δεν ήθελε να την πει, γιατί ήταν σε δικούς μου στίχους, ήθελε μόνο Μάτεσι και Γκίνζμπεργκ, κατάλαβες; Μου εξήγησε πως με έβλεπε σαν αντίπαλο του γκόμενου της, του Θοδωρή Τρύφωνα από τους Αγάπανθος. Εκείνη τη μέρα ένα φιλικό μου ζευγάρι που ήταν παρόντες μου είπαν πως δεν με είχαν ξανακούσει να βρίζω τόσο πολύ άλλον άνθρωπο! Την τσάκισα, τη διέλυσα! Μία μέρα που έπαιζα στο γήπεδο του Άρη μαζί με τους Φατμέ, όταν ανέβηκα στο stage, έρχεται αυτή και μου λέει «Θα τραγουδήσω κι εγώ». Της το αρνήθηκα σε φάση «τώρα μας θυμήθηκες;» Όταν είδα πως επέμενε, φώναξα εκεί τους υπεύθυνους και τους είπα να τη μαζέψουν, αλλιώς δεν θα έβγαινα εγώ. Τη μάζεψαν τελικά.

Αυτά γίνονταν ανέκαθεν μεταξύ καλλιτεχνών, δεν είναι κάτι τραγικό.

Ναι, αλλά εγώ ένιωσα ότι έτρωγα ακόμη ένα bullying στη ζωή μου!  Για το σημάδι του Αγίου Συμεών που έχω στο πρόσωπο μου, ένα κωλόπαιδο μου έχωσε μπουνιά όταν ήμουν δέκα χρονών. Από τότε έπαθα ζημιά με το ιγμόριο μου, σοβαρή ζημιά. Όλοι αυτοί ήταν άγριοι κι αν τους δεις σήμερα έγιναν κάτι καθηγητάκια με ενάμισι μέτρο ύψος…Δεν παίζει ρόλο το ύψος, αλλά στα δέκα μου μού φαίνονταν θηριώδεις. Δύσκολα πράγματα. Ακούω να λένε για bullying…Εγώ να δεις τι bullying έχω φάει λόγω διαφορετικότητας. Σήμερα πλέον αν δε μου ζητήσει συγγνώμη κάποιος, θα τον σκίσω, αν μου πει όμως, μετά πάει το ξέχασα.

Δεν μπορούμε να μην πούμε για τη συνεργασία με την Αρλέτα.

Η Αρλέτα ήταν έξυπνη, κυνηγός ταλέντων. Είχε έρθει σαν επισκέπτρια στους Αγώνες Κέρκυρας και ο Χατζιδάκις την έβαλε να κάτσει κοντά του. Άκουσε τα δύο κομμάτια μου και τα ξεχώρισε. Αλλάξαμε τηλέφωνα και λίγο μετά βρεθήκαμε στην Αθήνα. Ήθελε αρχικά να πει δύο τραγούδια μου, το ένα ντουέτο με τον Διονύση Θεοδόση που πέθανε νέος. «Ευχαρίστως, Αρλέτα μου» της απάντησα χωρίς να υπάρχει σκέψη για ολόκληρο δίσκο. Μου μίλησε για μια στιχουργό φίλη της, που ήθελε να συμμετάσχει, τη Μαριανίνα Κριεζή. Αν θυμάμαι καλά, της έδωσα τη μελωδία της «Σερενάτας» κι εκεί πάνω έβαλε λόγια. Κάναμε τελικά δύο δίσκους. Τρίτο δεν ήθελα και γι’ αυτό μου κράτησε απόσταση η Αρλέτα. Προτιμήσαμε με την Κριεζή να γράψουμε για τη Ζορμπαλά ένα δίσκο που αγαπώ πολύ ακόμα. Δεν τον στήριξε η Ζορμπαλά, όμως, όπως δεν στήριξε και ο Μητσιάς έναν ωραίο πρωτότυπο δίσκο που κάναμε. 

Με την Αρλέτα πάντως κρατήσατε επαφές.

Κρατήσαμε γιατί ήμασταν και οι δύο αντιδραστικοί σε όλα. Αγαπιόμασταν, ήταν πιο κοντά σε μένα, αφού κι εκείνη ήταν τιμωρημένη από τη ζωή. Ξέρεις τι bullying είχε φάει κι αυτή; Άνοιγε το στόμα της κι εκεί που αναρωτιόσουν τι μαλακίες θα βγάλει, άκουγες της φωνής της το ηχείο και πάθαινες πλάκα. Με δύο τραγουδίστριες μου έχει συμβεί αυτό: Με την Αρλέτα και με τη Σαβίνα Γιαννάτου. Εγώ την πρωτόβγαλα τη Σαβίνα, αφού ήμασταν στο συγκρότημα DNA του Ηρακλή Τριανταφυλλίδη μαζί με τη Λένα Πλάτωνος και την αδερφή της Σαβίνας, τη Σοφία Γιαννάτου. Η Σαβίνα ήταν ένα κοριτσάκι τρυποκάρυδο που έκανε στενή παρέα με τον φλαουτίστα Πέτρο Πρωτόπαπα. Μια μέρα την έβαλα να την ακούσει ο ηχολήπτης Γιάννης Συγλέτος. Του ζήτησα να τη γράψει σ’ ένα τραγούδι του Χατζιδάκι και έβγαλε αγγέλους! Είχε πει και το «Έτσι απλά σ’ αγαπώ» που τελικά ηχογράφησε η Γλυκερία. Ήταν υποψήφιο για την Eurovision το τραγούδι τη χρονιά που η Βίσση είχε πάει με το «Ωτοστόπ». Η Σαβίνα το είπε, αλλά δεν ήθελε να πάει στην Eurovision. Ίσως κι αυτή να με θεωρούσε λίγο παρακατιανό, δεν ξέρω. Δεν της άρεσε η ποπ, γι’ αυτό και ασχολήθηκε με άλλο είδος μουσικής μετά.

Λάκης Παπαδόπουλος - Αρλέτα

Λεφτά βγάζατε τότε που σας τραγουδούσαν οι πάντες όπως είπαμε;

Τα λεφτά ήρθαν όταν δούλευα σε πολλές συναυλίες. Ήμουν το αφεντικό, πληρώνονταν καλά οι μουσικοί και πληρωνόμουν εξίσου καλά κι εγώ. Την εποχή του «Αχ Μαρία» πληρωνόμουν καλά, ενώ δεν παίρναμε ότι μας αναλογούσε από τους δίσκους.

Μα είναι δυνατόν να μην εξαργυρώσατε την επιτυχία του «Κουρσάρου»;

Μα όταν εγώ παίρνω μία δραχμή και ο άλλος παίρνει 200.000 για να το πει κάθε βράδυ, τι δουλειά έχει το ένα με τ’ άλλο; Καμία σχέση ο πνευματικός δημιουργός με τον εκτελεστή. Έτσι, πλούσιος δεν έγινα, αλλά με τα λεφτά που έβγαλα, αγόρασα τα σπίτια που έχω σήμερα συν δύο οικόπεδα. Μια χαρά.

Πως βλέπετε το πέρασμα στην ψηφιακή εποχή με τις πλατφόρμες;

Κοίταξε, αυτό είναι κακό για μένα συν το ΑΙ που κυριαρχεί πλέον. Ωστόσο μου αρέσει, δεν μπορώ να πω. Ακούω τα τραγούδια που αγαπώ εγώ και τα ακούνε και πολύ λίγοι. Ακούω Μαριάννα Χατζοπούλου ακόμη που την είχε ρίξει η ίδια η εταιρεία της λόγω τυφλότητας. Άντε κάν’τα αυτά στον Ρέι Τσαρλς ή στον Στίβι Γουόντερ, γι’ αυτό λέμε ότι είμαστε ακόμη πολύ πίσω. Και φυλακή να ήμουν, ένα τηλέφωνο θα ήθελα μόνο να βλέπω YouTube και να ακούω Spotify.

Θα λέγατε ότι υπήρξατε ένας ακομπλεξάριστος άνθρωπος;

Αν σκεφτείς ότι είπα τραγούδι ντουέτο με τον Λευτέρη Πανταζή, όπως και η Άντζελα Δημητρίου είπε το «Διαζύγιο», ναι, υπήρξα. Πολλοί με ζηλεύουν γι’ αυτό και δυστυχώς με πιάνει συχνά το κεφάλι μου απ’ την πολλή αρνητική ενέργεια.

Αυτή την περίοδο γράφετε κάτι;

Πως δεν γράφω! Συνέχεια! (σ.σ. ψάχνει στο κινητό του και μου βάζει να ακούσω ένα ολοκαίνουργιο οργανικό κομμάτι του που θυμίζει μπόσα νόβα από τα sixties). Πέρσι το έγραψα σ’ ένα στούντιο στη Θεσσαλονίκη. Με ξυπνάνε τα οργανικά, όπως και κάποια τραγούδια που έγραψα πάλι πρόσφατα για ένα θεατρικό έργο. Ένα απ’ αυτά θα πει ο Φοίβος Δεληβοριάς.

Τι περιμένετε από δω και πέρα;

Να μη γίνει κάνας γενικευμένος πόλεμος με τους τρελούς εκεί, τους εμπαθείς πλακατζήδες που αντιμετωπίζουν με γέλιο τα ανθρώπινα σώματα που πέφτουν. Τον Τραμπ τον σιχαίνομαι, είναι τελείως τρελός. Το ότι ζω, πάντως, είναι καλή περίοδος και σίγουρα όχι χειρότερη από την Κατοχή που δεν την έζησα. Χειρότερα θα ήταν αν ζούσα στην Περσία τώρα ή το Τελ Αβίβ. Καλοπερασάκιας ήμουν και είμαι σε ότι αφορά την ακεραιότητα της ζωής μου, περνώντας ένα απαίσιο διάστημα με τον κορονοϊό. Και να φοβόμαστε τώρα εδώ που μιλάμε να σκάσει μία βόμβα και να μας αφανίσει. Μήπως τελικά οι Έλληνες είμαστε πάρα πολύ καλομαθημένοι και δεν έχουμε ζήσει αποδεκατισμούς οικογενειών ή την ξεφτίλα να παρακαλάμε για την επιβίωση μας;

* Η συνέντευξη με τον Λάκη Παπαδόπουλο πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του στα Μελίσσια τον Μάρτιο του 2026

** Πρώτη δημοσίευση: Documento (Ένα μεγάλο μέρος της συνέντευξης) 

*** Τα δύο πρώτα πορτραίτα του Λάκη Παπαδόπουλου είναι του Κωνσταντίνου Πάλλα

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Γιώργος Πολυχρονιάδης: «Τι να περιμένω από δω και πέρα; Μια χαρά τα έκανα όλα, εντάξει...»

Η πορεία του Γιώργου Πολυχρονιάδη, του τραγουδιστή με τη βραχνή «νέγρικη» φωνή, μοιάζει αρκετά μ’ αυτήν άλλων συναδέλφων του: Επιρροές από τους Beatles και τα «μιμητικά» συγκροτήματα που ξεπετάγονταν σε κάθε γειτονιά, περιοδείες, κλαμπάκια, αλλά και δύο τραγούδια του που τον έκαναν ευρέως γνωστό τη δεκαετία του 1970, όταν ακόμη υπήρχε το Φεστιβάλ Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης. Σήμερα ο 74άχρονος καλλιτέχνης μοιράζεται τις αναμνήσεις του από εκείνα τα ωραία χρόνια για την ελληνική «μοντέρνα» μουσική και δηλώνει αμήχανος (ακόμα) στην έκθεση μπροστά σε κοινό, αν και ετοιμάζεται για μια μεγάλη συναυλία στο Παλλάς (Τετάρτη 18/2) μαζί με τον Λάκη Τζορντανέλλι και τη Μπέσυ Αργυράκη. Ήταν και η αιτία για τη συνάντηση μας.

Θα σας δούμε σε συναυλία στο Παλλάς. Είχε καιρό να γίνει αυτό;

Εδώ και 25 χρόνια είχαμε κάνει ένα γκρουπ με τον Λάκη Τζορντανέλλι και τον Ρόμπερτ Ουίλιαμς. Παίζαμε παντού, σε Ελλάδα και Κύπρο, σε μπαράκια και σε μουσικές σκηνές έως και σε γήπεδα. Πριν μια δεκαετία ήμασταν στα ντουζένια μας, θα λέγαμε.

Σωστά, εδώ και μια δεκαετία ξεκίνησε όλη αυτή η αναβίωση των 70s και 80s σε μουσικές σκηνές.

Ανέκαθεν γινόταν αυτό. Είναι τόσο κλασικές πια αυτές οι περίοδοι, που κάθε τόσο επανέρχονται, γιατί κάτι έχουν να πουν. Έτσι, όταν «έφυγε» ο Ρόμπερτ, μείναμε εγώ και ο Λάκης. Που και που, όποτε μας καλούν, πηγαίνουμε και παίζουμε. Τώρα μας κάνανε την πρόταση να γίνει αυτή η σύμπραξη με τη Μπέσυ Αργυράκη. Πάμε να το κάνουμε! Έτσι λειτουργώ εγώ, δεν την κυνηγάω πια τη δουλειά, δεν μ’ ενδιαφέρει να κάνω καριέρα.

Μα την κάνατε εσείς την καριέρα σας και με το παραπάνω.

Ναι, αλλά υπάρχουν κι οι καλλιτέχνες που έχουν το ψώνιο να εμφανίζονται συνέχεια. Εγώ δεν το θέλω αυτό.

Έτσι ήσασταν πάντα;

Ήμουν ταπεινός, χαμηλών τόνων. Έγινα μουσικός επειδή μου άρεσε η μουσική, δεν έγινα επειδή ήθελα να γίνω κάποιος. Ποτέ δεν μου άρεσε να αυτοπροβάλλομαι και ίσως γι’ αυτό δεν έκανα κάτι μεγαλύτερο απ’ αυτό που ενδεχομένως θα μπορούσα, αν είχα κινηθεί διαφορετικά. Ντρεπόμουν να εκτίθεμαι και μου άρεσε το δημιουργικό μέρος της δουλειάς, η σύνθεση, το στούντιο, οι δίσκοι, οι ηχογραφήσεις, το ραδιόφωνο, τέτοια πράγματα.

Γράφετε ακόμη σήμερα;

Όχι. Έχω τόσα πολλά γραμμένα ώστε έχω «καθαρίσει». Καταρχάς έχω έτοιμη πολλή οργανική μουσική, για την οποία όσοι την έχουν ακούσει, μού τη χαρακτηρίζουν «επιπέδου Μορικόνε» κλπ.

Άρα συμφωνείτε πως όλες αυτές οι συναυλίες - reunions εξαντλούνται σ’ ένα «vintage» πλαίσιο;

Είναι καθαρά «vintage», ναι. Ο κόσμος το θέλει διότι αυτό που λέμε δεκαετία του 1960 κυρίως, για μένα ήταν μια ολόκληρη εικοσαετία, από το 1955 μέχρι το 1975. Το επίκεντρο ήταν τα sixties με τις κοσμογονικές αλλαγές τους, τα πολιτιστικά, το φοιτητικό κίνημα, το Γούντστοκ, τις μόδες που εναλλάσσονταν – τα μίνι και τα μάξι – , τους Beatles και βέβαια τους μπίτνικς, τους τεντιμπόις και τους χίπις. Υπήρχαν ακόμη η Μπαέζ και ο Ντίλαν, που έβαλαν την ποίηση μέσα στο τραγούδι.

Στην Ελλάδα θα λέγατε ότι το αντίστοιχο ήταν ο σύγχρονός σας, Διονύσης Σαββόπουλος;

Μου άρεσε και μου αρέσει ακόμα ο Διονύσης. Είναι σημείο αναφοράς, μπορεί να ήταν ιδιόρρυθμος και να μην είχα σχέσεις μαζί του, ήταν ένα ιδιαίτερος καλλιτέχνης όμως με τα καλά του και τα στραβά του.

Γεννήθηκε στη Σαλονίκη, όπως έλεγε στο τραγούδι του, εκεί που γεννηθήκατε κι εσείς.

Οι γονείς μου δεν είχαν καμία σχέση με την τέχνη. Γεννήθηκα απέναντι από το Μακεδονία Παλλάς, σ’ ένα νεοκλασικό σπίτι του ξαδέρφου μου, του Κωστή Μοσκώφ. Ο πατέρας του Κωστή ήταν πρώτος ξάδερφος της μάνας μου και μας είχε παραχωρήσει το σπίτι αυτό. Παρόλο που έμοιαζε με πύργο, εμείς ήμασταν μια φτωχή οικογένεια. Δίναμε ένα συμβολικό ποσό, άλλωστε η οικογένεια Μοσκώφ ήταν καπνέμποροι και ζάπλουτοι. Σχεδόν στα 25 μου αποφάσισα να κατέβω στην Αθήνα.

Ο Γ. Πολυχρονιάδης σε παιδική ηλικία
Σπουδάσατε μουσική;

Όχι, γιατί δεν μ’ άφηναν οι δικοί μου. Την είχα μέσα μου όμως τη μουσική, όντας εραστής του ραδιοφώνου. Φανταζόμουν ως παιδάκι ότι μέσα στο ραδιόφωνο υπήρχαν μικροσκοπικά ανθρωπάκια που τραγουδούσαν και μιλούσαν. Επίσης έκανα μιμήσεις, με ανέβαζαν στο τραπέζι και με ένα σκουπόξυλο της μάνας μου έκανα ότι έπαιζα κιθάρα. Κάποια στιγμή η γιαγιά μου πήγε στην άλλη κόρη της, στην Αμερική, κι όταν γύρισε μου έφερε ένα μικρούλι ακορντεόν. Μέσα σ’ ένα μήνα είχα μάθει να παίζω όλες τις μελωδίες της εποχής. Θα’μουν – δεν θα’μουν εφτά – οχτώ ετών. Ο πατέρας μου φώναζε ως έμπορος που ήταν. Λίγα χρόνια αργότερα η νονά μου μού αγόρασε ένα κανονικό μεγάλο ακορντεόν και ξεκίνησα να τραγουδάω κιόλας.

Γράφατε μουσική με νότες;

Όχι. Ξέρω να διαβάζω νότες, αλλά είμαι πολύ αργός, διότι ότι μαθαίνεις, αν δεν το μάθεις στην ώρα του, μετά είναι δώρο άδωρο. Γύρω στο 1963 – 64 πηγαίνω σ’ ένα συνοικιακό σινεμά μ’ ένα φίλο μου. Μπαίνω μέσα και πέφτω πάνω σ’ ένα gros plan του Τζον Λένον που τραγουδούσε το «Tell me why». Η ταινία ήταν το ασπρόμαυρο «A hard day’ s night»! Μένω ακίνητος, όρθιος, περιμένοντας να τελειώσει το κομμάτι για να ρουφήξω το οπτικοακουστικό θέαμα. Εκεί ήταν που είπα «αυτό θέλω να κάνω, τέλος»!

1969, συναυλία με τους Βόρειους στο Παλαί Ντε Σπορ - Ο Γ. Πολυχρονιάδης στο κέντρο
Οι Βόρειοι πότε φτιάχτηκαν; Να ρωτήσω, δοθείσης ευκαιρίας, αν η δική σας φωνή ακούγεται στο «Σαλούνα», ένα υπέροχο ελληνικό ψυχεδελικό τραγούδι.

Όχι, να διευκρινίσω ότι εγώ δεν τραγουδώ καθόλου στη δισκογραφία των Βόρειων. Εγώ πήγα αφότου είχαν κάνει το «Τζίνι» και ήταν στα πολύ πάνω τους. Με άκουσαν σε κάποια μουσικά πρωινά που έπαιζα με άλλα συγκροτηματάκια και είπαν «θα τον πάρουμε αυτόν». Επειδή είχαν τραγουδιστή και ήξεραν ότι παίζω κιθάρα, πήγα τελικά ως κιθαρίστας που τραγουδούσε το ξένο ρεπερτόριο. Ο Σώτος, η φωνή στη «Σαλούνα» και το «Τζίνι», δεν ήταν πολύ καλός στα αγγλικά σε αντίθεση με μένα που το «είχα». Παίζαμε δυνατά πράγματα: Beatles, Who, Kinks…

Μάλιστα, τα συγκροτήματα της λεγόμενης «βρετανικής εισβολής» των sixties.

Όλα αυτά! Κάναμε μεγάλη επιτυχία με τους Βόρειους, κλαμπ, περιοδείες, μέχρι που ανέβηκε πάνω ο συνθέτης Αλέξης Παπαδημητρίου. Αυτός είχε τους Artomics στην Αθήνα, απ’ τους οποίους πέρασαν ο Σταμάτης Σπανουδάκης, ο Δημήτρης Ταμπόσης και άλλοι εξαιρετικοί μουσικοί του ροκ. Μας άκουσε, ξετρελάθηκε και μας είπε «όπως είστε, σας θέλω κάτω»! Έτσι ήρθα στην Αθήνα, ως μέλος των Artomics. Παίξαμε στην «Αθηναία» στον Ιππόδρομο, στο «Piper» στη Φιλελλήνων, που είχαν παίξει και ο Ντέμης Ρούσσος με τους We Five. Μεσουρανούσαν τότε οι Poll και ο Βλάσσης με τους Πελόμα Μποκιού.

Νιώθατε μια υπεροχή των αθηναϊκών ροκ συγκροτημάτων έναντι αυτών από τη Θεσσαλονίκη και τις άλλες πόλεις;

Δεν θα το’λεγα, καθώς εμείς είχαμε το καλύτερο φωνητικό σχήμα απ’ όλους. Και ο Βλάσσης το έλεγε! Δεν είχαμε να ζηλέψουμε τίποτα, γι’ αυτό και κάναμε την επιτυχία μας κι εμείς στην πρωτεύουσα.

Αργήσατε παρόλα αυτά να κάνετε πρώτο προσωπικό άλμπουμ.

Σωστά, δισκογραφία πρωτόκανα το 1974. Το 1971, καραχούντα, πήγα φαντάρος και όταν απολύθηκα το ’74 πια άρχισα να τραγουδώ σ’ ένα κλαμπ της Θεσσαλονίκης. Έτσι έστειλα ένα πρώτο κομμάτι μου στο Φεστιβάλ Τραγουδιού Θεσσαλονίκης που προκρίθηκε. Μιλάω για τον «Τυφλό» σε στίχους του Πεΐδη, απ’ όπου έγινα γνωστός.

Μιλήστε μου λίγο για τον Κώστα Πεΐδη, ήταν ένας καλός στιχουργός που μαζί αφήσατε πολλά ωραία κομμάτια.

Ο Πεΐδης καταρχάς είχε γράψει μια μεγάλη επιτυχία για την Ελπίδα. Ποιητή θα τον έλεγα. Δεν ζει πια, πέθανε νέος από καρκίνο. Ήταν τρελός, όμως, απρόβλεπτος, που χειριζόταν τέλεια την ελληνική γλώσσα και έγραφε πάρα πολύ καλά. Σημειωτέον, ενώ ο «Τυφλός» είχε περάσει, λογοκρίθηκε και μόνο όταν έπεσε η χούντα, μπορέσαμε να το παρουσιάσουμε. Μετά απ’ αυτό το τραγούδι, άρχισα τις περιοδείες με τον Τουρνά, τον Πασχάλη, την Ελπίδα, τη Μαρίνα, με όλη την ποπ σκηνή της εποχής. Την ίδια χρονιά που ολοκληρώθηκε το φεστιβάλ τραγουδιού, βγήκε και ο πρώτος μου δίσκος από την Polygram.

Με παραγωγό τον Φίλιππο Παπαθεοδώρου.

Ακόμη βλεπόμαστε σε κάτι στέκια που έχουμε βρει και μαζευόμαστε όλοι οι παλιοί. Πήγα στην Polygram και αυτό νομίζω ήταν ένα από τα λάθη που έκανα. Πέρασα και από τη ΜΙΝΟΣ, αλλά όχι όταν έπρεπε. Πρέπει να πω ότι και με τον «Τυφλό» συμμετείχα με το ζόρι στο φεστιβάλ. Μου άρεσε να’μαι με τα τζιν και τις μαλλούρες μου, αφού τραγουδούσα πολύ τους Family!

Που τους θυμηθήκατε τους Family; Τεράστιο φολκ – ροκ συγκρότημα!

Ναι, με τον τραγουδισταρά τον Ρότζερ Τσάπμαν που αργότερα τραγούδησε το «Shadow on the wall» του Μάικ Όλντφιλντ. Ήμουν, όπως αντιλαμβάνεστε, πολύ «προχωρημένος» μουσικά! Όταν, λοιπόν, με πίεσε ο Πεΐδης να βάλω μουσική πάνω στους στίχους του για να πάμε με τον «Τυφλό» στο φεστιβάλ, του εξήγησα πως δεν γουστάρω τα παπιονάκια και τα κοστούμια. Τα κορόιδευα αυτά, αλλά τελικά με ντύσανε και με πήγανε (γέλια). Όταν πρωτοκατέβηκα στην Αθήνα, δουλειά βρήκα στο «ABC» μαζί με το συγκρότημα των Sunset με Παπαδούκα, Νίκο Αντύπα κ.α. Αδέρφια ήμασταν! Άλλο ένα λάθος μου ήταν που δεν επέλεξα σωστά τους χώρους, στους οποίους κινήθηκα. Τα κομμάτια που έλεγα δεν ταίριαζαν στη «Νεράιδα», τη «Φαντασία» και τα «Δειλινά».

Συνηθιζόταν αυτό τότε, πριν το λαϊκό πρόγραμμα να προηγούνταν τα ποπ συγκροτήματα.

Ήταν πολλά τα λεφτά, να είμαστε ειλικρινείς! Έβγαινα εγώ, το μαγαζί ήταν μισογεμάτο και έτρωγαν τη μπριζόλα τους, ενόσω τους έλεγα το «Αν ξανακατεβείς Χριστέ στη Γη». Υπόψιν, είχα αφήσει το σπίτι μου, την έδρα μου και ήμουν σε μια άλλη πόλη με την αρραβωνιαστικιά μου και μέχρι σήμερα σύζυγο μου. Είχα μια πρόταση και έλεγα κατευθείαν ναι, δεν περίμενα να κάτσει κάτι άλλο.

Νιώθατε μέλος της ποπ – ροκ σκηνής της εποχής;

Όχι. Ποτέ. Δεν θέλω να υποτιμήσω τα άλλα παιδιά, που κάνανε σπουδαία καριέρα, απλά εγώ δεν ταίριαζα θεματολογικά μαζί τους. Έλεγα τραγούδια κοινωνικά, δύσκολα, με ψαγμένο στίχο, ενώ αυτοί έλεγαν «Κοριτσάκι μου», «Τρελοκόριτσο» και «λα – λα – λα»…Ξαναπάω στο λάθος μου με τις εταιρείες. Ο Γιώργος Κατσαρός τότε, που έλυνε κι έδενε στο φεστιβάλ, είχε τηλεφωνήσει σ’ όλες τις εταιρείες: «Έχω έναν βραχνό από τη Θεσσαλονίκη, τρέξτε να τον πάρετε»! Έτσι, είχα προτάσεις από τον Πατσιφά της ΛΥΡΑ και από τον Μάτσα μέσω του Λεφεντάριου του δικηγόρου.

Που ήταν και επιστήθιος φίλος του Μάνου Χατζιδάκι.

Ακριβώς! Πόσο μεγάλος ήταν, όμως, ο Πατσιφάς! Χτυπάω το κεφάλι μου τώρα που το σκέφτομαι! Μου είχε πει: «Θα υπογράψεις; Εδώ θα κάνουμε σπουδαία πράγματα, θα σε κάνω σαν τον Σαββόπουλο». Του άρεσε το επιθετικό τραγούδισμα μου με τη βραχνή φωνή και με συμβούλευε να μην πάω με τους ποπ, γιατί θα καιγόμουν. Προτίμησα την Polygram, γιατί εκτιμούσα τον παραγωγό Παπαθεοδώρου.

1971, συναυλία με τους Artomics στο Παλαί Ντε Σπορ της Θεσσαλονίκης
Η αλήθεια είναι όμως πως και δισκογραφικά, στα ξεκινήματα σας κάνατε έναν διαφορετικό δίσκο με τον Δώρο Γεωργιάδη και την Ρένα Πάντα.

Έκανα καλές δουλειές. Είχα μπει μέσα στο ποπ ρεπερτόριο της Polygram, χωρίς να αισθάνομαι ποπ. Τον δίσκο με την Πάντα θα τον έλεγα λίγο ελαφρύ, αλλά ήταν εξ ολοκλήρου σε στίχους της Σώτιας Τσώτου. Ευτυχώς, επειδή δεν το είχα με τον στίχο, πάντα επέλεγα καλούς στίχους.

Πως έφταναν στα αυτιά σας οι μελοποιήσεις και όλο αυτό το κλίμα της Μεταπολίτευσης;

Μου άρεσε, αν και είμαι της άποψης πως τα ποιήματα γράφονται για να διαβάζονται, όχι για να τραγουδιούνται. Δεν πιστεύω πως ο Ρίτσος, ο Σεφέρης και ο Ελύτης είχαν τη φιλοδοξία να γίνουν τραγούδια οι στίχοι τους. Στην πορεία, βέβαια, κατάλαβα πως δεν είχα δίκιο. Τότε δεν ήμουν φαν, αλλά τώρα εκτιμώ πολύ περισσότερο τις μελοποιήσεις.

Κι αν έπρεπε οπωσδήποτε να βάλετε μια ταμπέλα για το είδος που υπηρετήσατε;

Θα έλεγα την ελληνική ροκ σκηνή. Ήμουν και μπλουζίστας, εξπέρ στα μπλουζ και τη τζαζ.

Πολιτική συνείδηση είχατε τότε;

Σήμερα είμαι πολύ συνειδητά πολιτικοποιημένος, δεν σας κρύβω όμως πως εκείνη την εποχή δεν τα πολυκαταλάβαινα τα πράγματα. Ίσως ένιωσα την κατάσταση στο στρατό, όταν μας έβαζαν να φωτογραφιζόμαστε κάτω απ’ το πουλί της χούντας. Μ’ ενοχλούσε, αλλά δεν είχα καταλάβει πόσο κακό ήταν. Σήμερα ανήκω στον αριστερό χώρο.

Ομολογώ πως δεν σας το «είχα»…

Ξέρετε γιατί; Οι καταβολές μου ήταν από μια δεξιά οικογένεια, όλοι τους, σιγά – σιγά εγώ έγινα όμως ο επαναστάτης και άλλαξα δρόμο. 

Πάντως παραμείνατε ενεργός δισκογραφικά μέχρι και τη δεκαετία του 1990.

Έκανα πολλές συμμετοχές, αλλά η τελευταία μου δισκογραφική δουλειά βγήκε το 1993. Κάποια στιγμή, όταν έφυγα από την Polygram, μου τηλεφώνησε ο Αχιλλέας Θεοφίλου και μου είπε πως με ζητάει ο Μάτσας της ΜΙΝΟΣ. Πήγα κι έκανα τη «Μαργαρίτα» και το «Φέιγ βολάν», μεγάλες επιτυχίες. Πάνω που λέγαμε να κάνουμε κι άλλο δίσκο, η ΜΙΝΟΣ συγχωνεύθηκε με την ΕΜΙ και ο Μάτσας έγινε διευθύνων σύμβουλος. Μοιραία φύγαμε περίπου 15 τραγουδιστές, εγώ, ο Κοντολάζος και άλλοι.

Με τον Μάνο Χατζιδάκι γνωριστήκατε ποτέ;

Όχι, αλλά έχω μια ιστορία με τον Χατζιδάκι που δεν την έχω ξαναπεί. Σας είπα ότι αρχικά ο «Τυφλός» λογοκρίθηκε, η χούντα όμως έπεσε το ’74 και το φεστιβάλ ήταν να γίνει ή να μη γίνει. Αποφασίστηκε στην Έκθεση Θεσσαλονίκης να ξεκινήσει απ’ την αρχή ο διαγωνισμός. Φώναξαν τον Χατζιδάκι, ο οποίος τους είπε το εξής: «Δεν θέλω καμία επιτροπή, δώστε μου μόνο είκοσι μέρες». Έκατσε ο Χατζιδάκις, άκουσε έναν τεράστιο αριθμό τραγουδιών και διάλεξε είκοσι απ’ αυτά. Το δικό μου ήταν το Νο 1 στη λίστα του. «Ρε μπαγάσα, ο Χατζιδάκις διάλεηε πρώτο δικό σου μέσα σε 700 τόσα τραγούδια» μου είχε πει ο Άλκης Στέας. Αυτή ήταν η μόνη εξ αποστάσεως επαφή που είχα με τον Χατζιδάκι. Γενικώς δεν είχα πολλές σχέσεις με τους έντεχνους, αν και δούλεψα με τους πάντες. Ήμουν πολύ φίλος με τον Αντώνη Καλογιάννη, εξαιρετικό παιδί, δούλεψα με όλους πλην του Νταλάρα και της Αλεξίου, που δεν έτυχε να σμίξουν οι δρόμοι μας. Έως και με τη Σωτηρία Μπέλλου συνυπήρξαμε, με τη Μαρινέλλα, τον Πάριο, τον Βοσκόπουλο, τον Κόκοτα, τη Μοσχολιού, την Κανελλίδου, τους πάντες! Κι από ροκάδες, όμως, με συγκεκριμένους είχα σχέσεις. Τον Πουλικάκο, ας πούμε, τον γνώρισα μέσα από τα γκρουπ – μου αρέσει ακόμα ο Μήτσος όπως τα λέει, είναι ροκ, πάει και τελείωσε!

Με τον Παύλο Σιδηρόπουλο, όμως, είχατε μοιραστεί πράγματα.

Από το 1969 στη Θεσσαλονίκη όταν ήταν σπουδαστής και κάνανε παρέα με τον ντράμερ των Βόρειων. Είχαν νοικιάσει μαζί μια γκαρσονιέρα απέναντι από το Καυτατζόγλειο και με κάλεσαν μια μέρα να γνωριστούμε. Ήταν στα πολύ καλά του ο Παύλος, νέο παιδί τότε, και μου μιλούσε για την οικογένεια του. Κάναμε στενή παρέα, του άρεσε που τραγουδούσαμε μαζί τα μπλουζ, όπως μια μέρα που βγάλαμε με δυο κιθάρες το «Like a Rolling Stone» του Ντίλαν. Το γράψαμε μάλιστα σ’ ένα οριζόντιο κασετόφωνο Hitachi. Είχα την κασέτα μέχρι και πριν 15 χρόνια, αλλά πλέον δεν μπορώ να τη βρω και είχα κάνει ανάστατο όλο το σπίτι. Απίστευτο ντοκουμέντο! Έχω κι ένα άλλο ντοκουμέντο, τον Νίκο Παπάζογλου να τραγουδάει ροκ.

Για την εποχή του συγκροτήματος Μακεδονομάχοι μιλάτε;

Όχι, μιλάω για προ Μακεδονομάχων, όταν είχαν ένα άτιτλο γκρουπ μαζί με τον Σαράντη Κασσάρα. Είχαν πάει στη Γερμανία για διεθνή καριέρα και εκεί έγραψαν πέντε κομμάτια, που παθαίνεις πλάκα! Τα έχω ακόμη στο αρχείο μου! Και τον «Τυφλό» στο στούντιο του Παπάζογλου τον έγραψα, έχοντας μόλις φτιάξει το στούντιο του. Την ίδια ακριβώς εποχή είχε δώσει και τραγούδια του στον Πασχάλη.

Τα νοσταλγείτε εκείνα τα χρόνια;

Πάρα πολύ! Νοσταλγώ τη Θεσσαλονίκη και τα πρώτα χρόνια μου στην Αθήνα. Έμενα στην Κυψέλη και συχνάζαμε στο «Σελέκτ» στη Φωκίωνος. Ήμασταν μια παρέα, ακούστε ονόματα: Ο Αλέκος Καρακαντάς, ο Σιδηρόπουλος, που έμενε παραπέρα στη Δροσοπούλου, ο Τσιλογιάννης ο ντράμερ, ο Ρόμπερτ Ουίλιαμς, ο Μπονάτσος, η Γλέζου, η Λήδα, ο Τουρνάς – ερχόταν ο ένας, έφευγε ο άλλος και καθόμασταν όλοι κάτω απ’ τον πλάτανο. Για ένα φεγγάρι, στη γωνία του «Σελέκτ», βλέπαμε μαζί τον Αλέκο Σακελλάριο, τον Χορν, τον Χατζιδάκι και τον Γκάτσο. Είχαν μετατοπιστεί για λίγο από το «Zonars» και σύχναζαν εκεί δίπλα μας. 

Απωθημένα έχετε, κύριε Πολυχρονιάδη;

Όχι, είμαι ολιγαρκής και πέρασα πάρα πολύ καλά. Σαφώς όλα θα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα και να είχα πιο πολλά λεφτά, ήμουν όμως χύμα: Το σπίτι μου ήταν πάντα ανοιχτό, σαν κοινόβιο. Χτυπούσε το κουδούνι ο Μητροπάνος στις 3 τα χαράματα και έλεγε στη γυναίκα μου: «Έχεις αυγά να μου φτιάξεις;» Και ανέβαινε απάνω. Το ίδιο και ο Καλογιάννης, ο Τουρνάς…Ήταν φίλοι μου και το ήθελα να έρχονται. Έκανα δύο παιδιά που μου κάνανε δύο εγγόνια, ο γιος μου είναι του 1981 και η κόρη μου του 1994. Με τη δε γυναίκα μου είμαστε μαζί 53 ολόκληρα χρόνια. Τη γνώρισα σε κλαμπ της Θεσσαλονίκης που τραγουδούσα τα βράδια, όντας φαντάρος. Φορούσα μάλιστα περούκα κι εκείνη αρχικά νόμισε πως είμαι γκέι, με κοίταζε λίγο περίεργα (γέλια).

Να πούμε και για το «Αν ξανακατεβείς Χριστέ στη Γη», που ήταν το δεύτερο τραγούδι – σήμα κατατεθέν σας.

Πιστεύω πως χωρίς τον στίχο η μουσική δεν θα έλεγε τίποτα. Το κομμάτι το είχα στο συρτάρι για μια τετραετία και η συχωρεμένη Σάσα Μανέτα η στιχουργός όλο με ρωτούσε: «Εκείνο εκεί το έφτιαξες;», δεν μου έβγαινε όμως κάτι. Μια μέρα έπιασα την κιθάρα μου κι ένα μάτσο στίχους, αυτό ήταν πάνω – πάνω. Έγραψα επί τόπου τη μελωδία που μου βγήκε αβίαστα. Το πήγα από την εταιρεία, αλλά δεν πίστευαν πως ταίριαζε με το φεστιβάλ. Αποφάσισα να το στείλω μόνος μου. Πέρασε πρώτο πάλι. Ανέβηκα να το τραγουδήσω εν έτει 1979.

Θα το λέγαμε ένα ελληνικό δείγμα «Christian rock», σαν το «Hymn» ας πούμε των Barclay James Harvest;

Ένα τέτοιο πράγμα είναι ακριβώς! Επέλεξα να το τραγουδήσω μ’ ένα χακί πουκάμισο και μ’ ένα χακί παντελόνι, στρατιωτικά ρούχα και τίποτα άλλο. Καμία σχέση με τα παπιόν που φορούσα την πρώτη φορά. Βγήκα με την κιθάρα μου πάνω σ’ ένα σκαμπό. Ξεσηκώθηκαν όλοι! Την πρώτη μέρα του φεστιβάλ, ήμουν ολομόναχος απάνω. Μόλις παίχτηκε και έγινε χαμός, την επόμενη εμφανίστηκαν οι πάντες από την Polygram: Ο Μεναχέμ, ο Αντύπας, ο Παπαθεοδώρου, ο Καραγιάννης ήταν από πάνω μου και με χάιδευαν.

Βιολογικά, το ότι είστε 74 ετών…

Είμαι καλά ακόμη, αντέχω.

Θέλω να πω ότι το να ξαναβγαίνετε λάιβ, κάνει καλό πρωτίστως στον εαυτό σας.

Μπορεί, ναι, αλλά δεν το επιδιώκω. Δεν είναι κάτι που μου λείπει, δεν λέω «Α ρε να έπαιζα κάπου»…

Τι είναι αυτό που κάνει τον καλλιτέχνη να’ναι 90 ετών και να επιθυμεί ακόμη την έκθεση στον κόσμο;

Δεν είμαι φιλάρεσκος! Όλοι όσοι θέλουν να βγαίνουν στη σκηνή μέχρι τα 100 τους, ενδόμυχα είναι φιλάρεσκοι. Τους αρέσει να αρέσουν!

Δεν είναι ίδιον αυτό του καλλιτέχνη γενικώς;

Δεν ξέρω, εγώ σας λέω πως ακόμη όταν βγαίνω στα λάιβ, ντρέπομαι. Δεν μου αρέσει να εκτίθεμαι, να τραγουδάω σε μαγαζιά. Και τώρα νιώθω τρακ, αγωνία, αμηχανία.

Πάντως το ότι γνωρίζεστε απ’ τα παλιά με τον Τζορντανέλλη και την Αργυράκη δεν είναι αμελητέο εν προκειμένω.

Δεν θα έλεγα ότι υπήρξαμε κολλητοί, κάνουμε την πλάκα μας και στη δουλειά αυτή ως γνωστόν με όλους συναντιέσαι.

Τι περιμένετε από δω και πέρα;

Τίποτα, τι να περιμένω; Μια χαρά, τα έκανα όλα εντάξει, έχω φτιάξει ένα πολύ μεγάλο οπτικοακουστικό αρχείο. Θα το αφήσω στα παιδιά μου. Το βρίσκω ουτοπικό να έχω φιλοδοξίες στη φάση που είμαι. Ακόμη και το ότι αποδέχομαι προτάσεις για να τραγουδήσω, το κάνω επειδή δεν έχω λύσει το οικονομικό μου θέμα. Με μία σύνταξη ζω, οπότε τα λάιβ είναι ένα χαρτζιλίκι. Αν δεν έβγαινε κάτι, πιθανώς να μην τραγουδούσα.

Και η στιγμή που θα ξαναβγείτε στον κόσμο κάτι δεν είναι;

Είναι χαρά, δεν το συζητώ. Μεγάλη χαρά, μόνο που δεν την επιδιώκω.

* Η συνέντευξη με τον Γιώργο Πολυχρονιάδη πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026 στο «Καφέ των Ποιητών» της πλατείας Βικτωρίας

** Ένα μεγάλο μέρος της συνέντευξης δημοσιεύθηκε στο ένθετο «Docville» με την εφημερίδα «Documento» (Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026)

*** Οι σημερινές φωτογραφίες είναι δικές μου και οι υπόλοιπες από το αρχείο του Γιώργου Πολυχρονιάδη

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Όλα όσα θα θέλατε να μάθετε για τη Marianne Faithfull από τον στενό συνεργάτη της, Andrew Batt

Στο ένθετο Docville με το σημερινό κυριακάτικο Documento θα διαβάσετε τη συνέντευξη που έφερα από το Λονδίνο πριν ενάμισι μήνα με τον Βρετανό μουσικό παραγωγό (υποψήφιο για Γκράμι) και landscape architect, Andrew Batt. Μιλάει για τη στενή φίλη και συνεργάτιδα του, Marianne Faithfull, της οποίας «έτρεχε» τα social media από το 2000 και μετά. Ο Batt επιμελήθηκε επίσης τις επανεκδόσεις σε βινύλια των δίσκων της Faithfull από τα 60s - 70s αρχής γινομένης από την επανακυκλοφορία «deluxe edition» του θρυλικού άλμπουμ της, «Broken English». Είπαμε πάρα πολλά στη συνάντηση μας σ' ένα καφέ του Λονδίνου στις όχθες του Τάμεση την 5η Δεκεμβρίου του 2025, που, όπως ήταν αναμενόμενο, χώρεσαν ελάχιστα στο φύλλο της εφημερίδας. Επιφυλάσσομαι να αναρτήσω εδώ, στα ΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΜΙΑΣΜΑΤΑ, ολόκληρη την κουβέντα μας περί Marianne Faithfull με τον Andrew Batt. Το blog αυτό, άλλωστε, έχει τιμήσει τη συγκεκριμένη επιδραστική καλλιτέχνιδα από τότε που την πρωτοσυνάντησα στη Ρόδο το 2011 και μου είχε δώσει την πρώτη της συνέντευξη. 
 

Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2025

Μελίνα Ασλανίδου: «Δεν είμαι ο άνθρωπος των τραγουδιών για να περάσουμε καλά, που μετά ξεχνιούνται»

Η Μελίνα Ασλανίδου είναι μοναδική περίπτωση καθαρόαιμης λαϊκής τραγουδίστριας που ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη και «κατέκτησε» όλη την Ελλάδα επανεκτελώντας ένα παλιό τραγούδι της Πόλυς Πάνου. Τα τελευταία χρόνια η συμμετοχή της στο ριάλιτι «The voice» της έδωσε μια τρομερή αναγνωρισιμότητα, απ’ την οποία εκείνη κρατάει την επαφή των νέων παιδιών με την ιστορία του εγχώριου λαϊκού τραγουδιού. Ισως γιατί ανέκαθεν, όπως υποστηρίζει, την ένοιαζε η ουσία των πραγμάτων και όχι το περιτύλιγμα. Τη συναντήσαμε στο Green Park λίγες εβδομάδες πριν από την πρεμιέρα του νέου κύκλου παραστάσεών της.

Σας συναντώ μία βροχερή μέρα. Σας αρέσει να τραγουδάτε κάτω από τη βροχή;

Πολύ! Οι πιο μαγικές στιγμές ήταν, γιατί βλέπεις ότι η μουσική δεν σκιάζεται από τίποτα, αφού ο άλλος δεν θα αφήσει την αλήθεια της για να προφυλαχτεί από το νερό. Θα βραχεί και θα περάσει και τέλεια! Αγαπώ ιδιαίτερα γι’ αυτό τις καλοκαιρινές συναυλίες που γίνεσαι ένα με τη φύση.

Αυτό προϋποθέτει μία απελευθέρωση. Είστε μία απελευθερωμένη τραγουδίστρια;

Τώρα πια, ναι. Όσο μεγαλώνει ένας άνθρωπος, έχει επίγνωση. Μπορεί βέβαια ένας άλλος να’ναι από το σπίτι του απελευθερωμένος, παίζουν ρόλο οι πεποιθήσεις που έχει φορτώσει το «σύστημα» του. Όσο πας στην αληθινή σου ουσία, πετάς τα βαρίδια που κουβαλάς από εφτά χρονών και πορεύεσαι απελευθερωμένος. Εγώ, ας πούμε, γεννήθηκα στη Γερμανία μέσα σ’ ένα φυσιολογικό μεσοσαστικό περιβάλλον των Ελλήνων της διασποράς. Οι μετανάστες ανέκαθεν περνούσαν πιο δύσκολα, αφού έπρεπε να ενσωματωθούν σε μία καινούργια πόλη με έναν διαφορετικό λαό. Η μητέρα μου αρχικά ήταν στη Σουηδία και μετά στη Γερμανία με τον πατέρα μου, οπότε είχαν μία κοσμοπολίτικη αντίληψη οι δικοί μου.

Σε ποια ηλικία ήρθατε στην Ελλάδα;

Δυόμισι ετών. Εγκατασταθήκαμε στην Παραλίμνη Γιαννιτσών και στα 16 μου άρχισα να πηγαινοέρχομαι στη Θεσσαλονίκη, που ακόμη τη θεωρώ πόλη – μάνα μου. Κάθε φορά που πηγαίνω, ζωντανεύουν οι μαγικές στιγμές που πέρασα εκεί όλα τα επόμενα χρόνια. Σαν να βλέπω μπροστά μου τον Νίκο Παπάζογλου σε κάθε γωνιά και θυμάμαι πράγματα που μου είχε πει. Γνώρισα τον Ρασούλη, τον Λουδοβίκο των Ανωγείων, τον Μάλαμα, την Κανά και την Καλημέρη.

Να πάμε πολλά χρόνια πίσω, στο 2001, όταν ξεκίνησαν όλα με τους Απέναντι.

Ήταν φρέσκια η προσέγγιση που κάναμε στο «Τι σού’κανα και πίνεις» που σφράγισε η Πόλυ Πάνου. Είχε βγει σε CD – single μαζί και μ’ άλλα σπουδαία τραγούδια του Άκη Πάνου. Ήταν πολύ «Θεσσαλονίκη» εκείνη η δουλειά. Δουλεύαμε για χρόνια στον «Μύλο» με τον Χρήστο Μητρέντζη και θέλαμε να μπολιάσουμε αυτό το ρεπερτόριο με τον δικό μας Θεσσαλονικιώτικο ήχο. Η ενορχήστρωση είχε γίνει ομαδικά, ένα σπάνιο κλίμα για τα σημερινά δεδομένα. Ήμασταν μια ομάδα σαν οικογένεια σχεδόν.

Μήπως το ομαδικό στοιχείο είναι βασικό συστατικό της νεότητας;

Μπορεί. Νομίζω ότι αυτό είναι κάτι που το κουβαλάς και θες να το μοιραστείς και με τους επόμενους νεότερους συνεργάτες σου. Ο Νταλάρας, π.χ., κάνει πολύωρες πρόβες με λεπτομέρειες. Άμα φύγει το ένα «τσίκι», μπορεί να γίνει και Τρίτος Παγκόσμιος (γέλια). Κι όμως, αυτή η τελειομανία στη μουσική έχει ουσία. Θέλουμε να’ναι ένα αποτέλεσμα, που να μην είναι τέλειο, αλλά ψυχωμένο.

Γιατί να μην είναι τέλειο;

Εγώ τέλεια δεν είμαι και δεν ήθελα ποτέ να είμαι, αλλά είμαι όσο πιο αληθινή γίνεται. Αυτό ζητάω και από τους μουσικούς μου. Όλα αυτά σημαίνουν πως αφού έχω μελετήσει τεχνικά το τραγούδι, γίνεται κομμάτι από την ψυχή μου.

Η αλήθεια είναι πως όλοι οι συνάδελφοί σας σάς περιβάλλουν με αγάπη. «Το καλύτερο παιδί» έχω ακούσει να λένε. Πόση προσπάθεια θέλει για να’σαι το «καλύτερο παιδί»;

Το βρίσκω βαθιά συγκινητικό, αλλά ντρέπομαι και κοκκινίζω. Μου το λένε πολλοί φίλοι – συνάδελφοί σε σημείο που με τρολάρουν. Ο «θείος» (σ.σ. ο Γιώργος Νταλάρας) είναι αυστηρός μαζί μου, κάτι που αγαπώ πάρα πολύ σ’ αυτόν. Ωραίο είναι να’σαι το «καλύτερο παιδί», το δίνω σαν εύσημο στον εαυτό μου του τύπου «Είσαι αυτό που είσαι, είναι η αλήθεια σου».

Η ερμηνεία συμβαδίζει με την προσωπικότητα του εκάστοτε καλλιτέχνη;

Πολύ. Η ερμηνεία έχει να κάνει με το πως εσύ αντιλαμβάνεσαι τα πράγματα. Ένα τραγούδι θα το πω με άλλο τρόπο σε σχέση με έναν συνάδελφο που θα’χει άλλα βιώματα. Που ταυτιζόμαστε όλοι, όμως; Στην αλήθεια!

Αναρωτιέμαι αν με το τραγούδι αποσκοπούσατε στη βελτίωση της τέχνης σας ή πρωτίστως του εαυτού σας.

Ωραία ερώτηση! Την τέχνη μου, θα έλεγα. Έχει πρωταρχικό ρόλο η μελωδία ή ο στίχος που θα τραγουδήσω, αφού αυτό ίσως έμαθα από τη μαθητεία μου στον Μητρέντζη. Όχι ότι δεν έχει σημασία η ανθρώπινη υπόσταση, το τι είδους άνθρωπος είσαι. Και, κυρίως, αν είσαι άνθρωπος, αφού το τραγούδι θυμίζει την ανθρώπινη ανάγκη για πόνο, ελευθερία, χαρά, όλα τα συναισθήματα. Σαν ένας ρόλος στο θέατρο, σαν να αποδίδεις μονόπρακτα τρίλεπτα κάθε φορά.

Μιλήστε μου λίγο για τις μουσικές σπουδές σας.

Έκανα φωνητική, ενώ όταν ήμουν μικρή μάθαινα βυζαντική μουσική χωρίς να τελειώσω τις σπουδές μου. Ήμουν σε χορωδίες και ακόμη μ’ ενδιαφέρει η βυζαντινή μουσική. Είχα την υποστήριξη των δικών μου, αφού στο χωριό είχε έρθει ένας ιερέας, που έπαιξε σπουδαίο ρόλο στη μουσική διαπαιδαγώγηση όλων των παιδιών. Στην Παραλίμνη Γιαννιτσών, ξέρετε, έχουν μουσική κουλτούρα οι άνθρωποι. Όταν ήρθα πια στην Αθήνα, έκανα φωνητική με την εξαιρετική Σοφία Νοητή, στην οποία χρωστώ την «τοποθέτηση» μου και το «διάφραγμα» μου. Το έψαξα πολύ είναι η αλήθεια.

Μου κάνει εντύπωση, πάντως, γιατί η βυζαντινή μουσική φαίνεται λίγο μακριά απ’ το δικό σας τραγουδιστικό πρότυπο.

Είναι ένα πιο ασκητικό είδος τέχνης και γι’ αυτό δεν της αφιερώθηκα. Είναι όμως ένα κομμάτι δικό μου, που δεν το παραβλέπω. Το πιστεύω και για τη δισκογραφία, δεν είναι όλα τα πράγματα για τα φώτα της δημοσιότητας, αλλά και για τη «σωτηρία της ψυχής που’ναι πολύ μεγάλο πράγμα». Θα μπορούσα να κάνω ένα δίσκο με βυζαντινούς ύμνους και αυτή τη στιγμή, στο πλαίσιο της παράλληλης δισκογραφίας, κάνω έναν δίσκο στα ποντιακά. Ο Κώστας Αυγέρης μου γράφει καινούργια ποντιακά τραγούδια και ήδη έχω τραγουδήσει το πρώτο που έχει λίγο κινηματογραφική δομή.

Αν και ξέρετε ότι απευθύνεστε σε ένα πιο ειδικό κοινό.

Δεν με απασχολεί, γιατί τον δίσκο θα τον αφιερώσω σ’ έναν άνθρωπο που πάντα θα αγαπώ, τον Γιώργο Ποζίδη, ο οποίος ήταν σαν πατέρας μου. Σιγά – σιγά φτιάχνεται ο δίσκος χωρίς να είναι η κύρια δισκογραφική μου δραστηριότητα. Μ’ αρέσει να έχω ανοιχτή τη βεντάλια μου, να δοκιμάζω πράγματα.

Δηλώνετε λαϊκή τραγουδίστρια;

Μα είμαι λαϊκή τραγουδίστρια και το θεωρώ τεράστια τιμή για μένα. Μέσα απ’ αυτή τη «σχολή» ξεγλίστρησα κι εγώ. Βέβαια τα πράγματα στη ζωή μας αλλάζουν κι εγώ ζω ήδη τη μετάλλαξη του λαϊκού τραγουδιού. Δεν είμαι ο άνθρωπος των τραγουδιών που γίνονται για να περάσουμε καλά και μετά ξεχνιούνται. Τα παλιά λαϊκά τραγούδια δεν γίνεται να ξαναβγούν όπως έγιναν τότε. Άλλο το να γράφουν όλοι μαζί στο στούντιο και άλλο σήμερα σήμερα που το μηχάνημα μπορεί να σου «ισιώσει» τη φωνή.

Τα στεγανά έχουν καταρριφθεί. Τον αείμνηστο Βασίλη Καρρά, ας πούμε, κανείς δεν θα τον αναγόρευε σε «θεό» όταν ξεκινούσε.

Θυμάμαι όταν πήγα στη Θεσσαλονίκη να δω τον Πασχάλη Τερζή και ο Καρράς ήταν το Νο 1 όνομα. Γυρίσαμε όλοι να δούμε από που βγαίνει αυτή η φωνή του Πασχάλη, αφού μας θύμισε τις παλιές φωνές που εμείς ξέραμε και μελετούσαμε. Όταν ξεκίνησε το «The Voice», έρχονταν γονείς και με ευχαριστούσαν γιατί μέσω εμού τα παιδιά τους ανακάλυπταν καλλιτέχνες που δεν θα τους μάθαιναν διαφορετικά. Μπορεί εγώ να είμαι στο τώρα, αλλά όλοι είμαστε κρίκοι σε μια αλυσίδα που μας ενώνει.

Πώς ήταν, λοιπόν, για ένα κορίτσι που ήρθε από επαρχία στην Αθήνα και έκανε επιτυχία, να μεταμορφώνεται σε μία τηλεοπτική περσόνα;

Ήταν μια πολύ ωραία στιγμή για μένα. Άκουγα τα τραγούδια, ήμουν μέσα στην τέχνη μου και ήταν πιο βαθύ αυτό που έπρεπε να γίνει. Μέσα απ’ το «στρας» της τηλεόρασης, ήθελα και πάλι να πηγαίνω στην ουσία. Προσαρμόστηκα στις συνθήκες και τους αγχώδεις ρυθμούς της τηλεόρασης, καθώς είμαι φύσει ευπροσάρμοστο άτομο.

Ναι, αλλά γίνατε μέρος ενός life style συστήματος, δεν ήσασταν πια το λαϊκό κορίτσι από τη βόρεια Ελλάδα.

Θέλει σίγουρα μια διαχείριση. Όσα λάθη έγιναν, που έγιναν, ήταν μέρος του μαθήματός μου. Μέχρι τότε, ας πούμε, δεν είχα ποτέ απασχολήσει για την προσωπική μου ζωή και δεν θεωρούσα ότι ήταν σημαντικό για κανέναν. Δεν κοίταγα να φυλαχτώ από κάτι, οπότε με πιάσανε εξαπίνης.  Εκεί έφαγα την πρώτη μου σφαλιάρα και μετά κατάλαβα πόσο γίνεσαι εύκολα κομμάτι όλου αυτού. Όταν γίνει συνειδητό πια, παίρνεις τις αποφάσεις σου και αν θες κάτι να κρύψεις, το κρύβεις. Δηλαδή τίποτα από κανέναν δεν κρύβεις, απλώς το κρατάς για σένα.

Εσείς μπορείτε να δίνετε την ουσία, οι άλλοι κρατάνε όμως το περιτύλιγμα.

Το καταλαβαίνω και το έχω δει, αλλά τώρα πια έχω κι εγώ τις άμυνες μου. Τώρα γνωρίζω, δεν είναι το ίδιο.

Σας βοήθησε και σ’ ένα ξεσκαρτάρισμα ανθρώπων που ήταν δίπλα σας;

Ουου! Μεγάλο! Και γίνεται συνέχεια αυτό το ξεσκαρτάρισμα στη ζωή κάθε ανθρώπου. Σημαίνει εξέλιξη κιόλας, εφόσον τέλειοι δεν είμαστε και προσπαθούμε να δώσουμε ότι καλύτερο μπορούμε.

Υπάρχει κατάλληλη ηλικία για την «αποψίλωση» των σχέσεων μας;

Γίνεται από μόνο του, παύεις να μιλάς την ίδια γλώσσα με έναν άνθρωπο, που έχετε ζήσει υπέροχες μαγικές στιγμές. Πάντα θα υπάρχει, βέβαια, αγάπη και εκτίμηση, αλλά ο καθένας παίρνει το δρόμο του γιατί έτσι είναι η ζωή. Ούτε μπήκα ποτέ στη φάση του ανταγωνισμού ακόμη και να το αισθανόμουν. Η αλήθεια της τέχνης μου ήταν ανέκαθεν πιο σημαντική. Δόξα τω θεώ, είμαι χαμηλών τόνων άνθρωπος, που θα δω την ταινία μου, θα διαβάσω το βιβλίο μου, θα κάνω τις βόλτες μου με την παρέα μου, απλά ανθρώπινα πράγματα. Κάποτε, όταν ήθελα να ζήσω το όνειρο μου, ίσως ήμουν πιο πολύ των εντάσεων. Παραδόξως, ενώ παλιά δεν είχα το άγχος για το κυνήγι της επιτυχίας, τώρα θέλω να το κάνω! Πριν όχι, γιατί ήμουν ένα ρομαντικό ευαίσθητο πλάσμα από τη βόρεια Ελλάδα (γέλια).

Μα την έχετε ήδη γευτεί την επιτυχία.

Πάντα ήθελα να λέω τραγούδια, που θα τα τραγουδάει ο κόσμος. Αν με ρωτήσεις τι θέλω, είναι να συντονίζομαι με τον κόσμο. Μεγάλη ευλογία.

Υπάρχει και η φιλοδοξία, που είναι επίσης θεμιτή σε νέους καλλιτέχνες.

Αυτό είναι που θέλω ν’ αποκτήσω. Όταν ξεκίνησα με τον Νταλάρα στον «Ζυγό», είχαν έρθει η Μαρινέλλα και ο Μπιθικώτσης. Μεγάλες στιγμές! Δεν περίμενα ποτέ ότι θα τραγουδούσα μαζί με τα είδωλα μου, σαν τη Γαλάνη και την Αρβανιτάκη. Η Μαρινέλλα, λοιπόν, είχε πει το εξής ως επισήμανση της συστολής μου: «Μικρή, όταν τραγουδάς δεν θα κοιτάς τα πόδια σου, αλλά τον κόσμο». Εγώ, όμως, ντρεπόμουν, έλεγα «Παναγία μου, τραγουδάω δίπλα στον Νταλάρα». Κοιτούσα κάτω, άσε έλεγα να γίνουν όλα καλά και το μόνο που ήθελα ήταν να τραγουδήσω σωστά. Στην πορεία, αυτό δεν το πέταξα νωρίς από πάνω μου και μάλλον η τηλεόραση με βοήθησε. Κάθε φορά που ανέβαινα στη σκηνή ήταν ιερό πράγμα και όποτε ερχόταν τηλεόραση, καθόμουν λίγο πιο πίσω, να μη φανώ και πολύ. Αυτοπεποίθηση είχα πάντα, όπως και σιγουριά για το ποια τραγούδια θα έλεγα.

Λέτε να είχατε συσσωρευμένο θυμό μέσα σας;

Όχι, ξέρετε γιατί; Είμαι συνειδητοποιημένη, λέω «Τι δεν έκανα, τι θέλω ν’ αφήσω πίσω, τι θέλω να θυμούνται από μένα οι άνθρωποι που μ’ αγαπούν και μ’ ακολουθούν;» Είναι μία πράξη ελευθερίας.

Η δισκογραφία είναι αυτή που μένει από έναν τραγουδιστή;

Τι ωραία ερώτηση! Έρχονται παιδιά και τους υπογράφω δίσκους μου, αλλά αυτό τείνει να εξαφανιστεί. Όλοι πια ακούνε από το Spotify. Όλοι βλέπουμε ότι η δισκογραφία μένει, στον χώρο μας τουλάχιστον. Στο τέλος της ημέρας λέμε ποιος έχει τραγουδήσει την άμμο της θάλασσας δισκογραφικά. Έχω λαχτάρα να ολοκληρώσω πολλά projects για μένα.

Νιώθετε τυχερός άνθρωπος;

Πολύ! Άμα τα λέγαμε όλα αυτά όταν ήμουν μικρή, θα πίστευα ότι κοροϊδευόμαστε. Πιστεύω ότι εμείς είμαστε οι δημιουργοί της ζωής μας και τίποτα άλλο δεν ευθύνεται.

Θα το λέγατε κι αν δεν είχε επιτυχία η δουλειά σας;

Θα το έλεγα ούτως ή άλλως. Και η ζωή μου δεν έχει ροδοπέταλα, να ξέρετε, αλλά νιώθω ευγνωμοσύνη για όλες τις στιγμές, ακόμη κι αυτές του πόνου και της αδικίας. Έχασα τον αδερφό μου σε μικρή ηλικία, βίωσα απώλειες, όλα σε ξεροψήνουν μ’ ένα τρόπο.

Στουντιακά είστε ακατάπαυστη. Τι ετοιμάζετε;

Θεωρώ τον δίσκο που κάναμε με τον Ηλία Μακρίδη και τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, μία ευλογία. Βγήκε τον περασμένο Ιούνιο ψηφιακά σε στίχους του μεγάλου ποιητή της καρδιάς μας, που τους είχε για 17 χρόνια στο συρτάρι. Αντίστοιχα τους είχε και ο Ηλίας στο συρτάρι του. Έκανε μία αναπροσαρμογή της δουλειάς στο σήμερα και μπήκαμε και γράψαμε. Κι αν δεν ήμουν εξ αρχής στο project, ήμουν απ’ τις πρώτες τραγουδίστριες που είχε σκεφτεί ο Ηλίας. Εννοείται πως κάναμε ακρόαση μαζί με τον Λευτέρη – στιγμές που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Ο «Πρόεδρος» άκουγε προσεχτικά τα τραγούδια ένα – ένα, καθώς μερικά έγιναν πιο σημερινά και δεν μπορούσε να τα αντιληφθεί. Το μυαλό του πήγαινε σε ζεϊμπέκικο – χασάπικο, όπως παλιά. Εδώ, που ήμασταν πιο μοντέρνοι, δυσκολεύτηκε αλλά αμέσως την αγκάλιασε τη δουλειά, αφού ακόμη με ρωτάει: «Πως πάει, Μελίνα μου, ο δίσκος μας;» Του απαντώ: «’’Πρόεδρε’’, ο κόσμος αγαπάει τα τραγούδια μας και του στέλνω την αγάπη σου». Άλλωστε ο τίτλος του άλμπουμ είναι «Σ’ ευχαριστώ που σ’ αγαπώ».

Ποιοι ήταν οι άνθρωποι – φάροι της ζωής σας;

Πολλοί και δεν μπορώ να τους ξεχωρίσω, διότι, ακόμη κι αν δεν με βοήθησαν επί τούτου, οι κουβέντες τους ήταν για μένα τρομερά βοηθητικές και με πήγαιναν ένα βήμα παρακάτω. Ποτέ δεν ξεχνάω τους ανθρώπους που με βοήθησαν στην πορεία μου, εστιάζοντας στο εδώ και τώρα.

Υπήρξαν γελοία δημοσιεύματα για την εμφάνιση σας. Τι είναι αυτό που κάνει έναν άνθρωπο να νοιάζεται για το πώς μοιάζει ένας άλλος;

Στην αρχή, θυμάμαι, τηλεφωνούσα της μητέρας μου: «Μαμά, με βλέπεις κάπως;» κι αυτή απαντούσε: «Όχι, βρε παιδί μου, μια χαρά είσαι». Τα αντιμετωπίζω όλα με χιούμορ και γελάω, αλλά νομίζω πως όταν δεν είσαι ευτυχισμένος από τη δική σου ζωή, προσπαθείς να το ρίξεις στη ζωή ενός άλλου αντί να κοιτάξεις να διορθωθείς. Υπάρχει μία πατριαρχική τάση σήμερα, απότοκη από το 1950 και το ’60, δυστυχώς. Πλέον μπορεί και μια γυναίκα να’ναι πατριαρχική εξ αιτίας των βιωμάτων της, ωστόσο η σημερινή γυναίκα έχει ρόλο στην κοινωνία. Και, ναι, αν και σήμερα πιο εύκολα θα δώσουν σημασία σ’ έναν άνδρα και τον λόγο του, εγώ αισθάνομαι ότι δεν με αγγίζει. Ποτέ δεν είχα κόμπλεξ κατωτερότητας απέναντι σ’ έναν άνδρα, που παίζει τον δικό του ρόλο στην κοινωνία κι είναι και πολύ σοβαρός και σημαντικός ρόλος. Μαζί όμορφα μπορούν να πορευτούν ειρηνικά στη ζωή και να φτιάξουν πράγματα.

Σας προτείνουν να τραγουδήσετε στο Ισραήλ. Θα πηγαίνατε;

Δεν θα προλάβαινα, έχω φουλ πρόγραμμα.

Καταλαβαίνετε πως το λέω.

Καταλαβαίνω και προσπαθώ να αποφύγω την απάντηση. Κοιτάξτε, θα πω το εξής και κλείνουμε εδώ μ’ αυτό: Εγώ δεν θα πήγαινα, αλλά δεν θα ήθελα να κρίνω και κανέναν άλλον συνάδελφό μου. Θέλω την ειρήνη μεταξύ των πολιτισμών, αυτό με ενδιαφέρει. Μα και η μουσική δεν είναι μία πολιτική πράξη; Δεν χρειάζονται κηρύγματα, τοποθετείσαι με την αλήθεια της μουσικής σου.

Πότε ξεκινάτε εδώ στο «Green Park»;

Στις 21 Νοεμβρίου σ’ αυτόν τον ιστορικό χώρο διασκέδασης, όπου θα έχω τη χαρά να συνεργαστώ με δύο υπέροχους νέους καλλιτέχνες, τον Γιώργο Παπαδόπουλο και τον Παναγιώτη Ραφαηλίδη. Πρόσφατα, να πω, ηχογράφησα και το «Τραγούδι της φλόγας» του Γιώργου Μπενόβια, ενός παιδιού – εθελοντή στη «Φλόγα», του συλλόγου που έφτιαξαν γονείς καρκινοπαθών παιδιών. Ενεργοί πολίτες για οικογένειες που δεν έχουν, ας πούμε, για το ενοίκιο τους και φιλοξενούνται εκεί στη «Φλόγα». Η πρόεδρος κυρία Τριφωνίδη, που είναι πολύ αγαπημένη μου, κάνει τεράστιο έργο. Υπάρχει έτσι και καλύτερη έκβαση ως προς τον παιδικό καρκίνο. Σήμερα που με συναντάτε, είχα τη μεγάλη χαρά να τραγουδήσω το main τραγούδι που θα βγει οσονούπω.

Είστε και ακτιβίστρια, κυρία Ασλανίδου;

Με τον τρόπο μου, ναι. Σε αντιπολεμικές συναυλίες, π.χ., δεν έχω τραγουδήσει, αλλά μάλλον δεν με καλούν. Τραγούδησα όμως των Γιώργου Θεοφάνους – Γιώργου Παπανικολάου ένα κομμάτι που λέγεται «Αγαπώ τη ζωή» για τα παιδάκια με τον πιο δύσκολο σακχαρώδη διαβήτη. Από τα κλικ στο τραγούδι, βγαίνουν χρήματα για ερευνητικούς σκοπούς. Δεν είναι τίποτα για μας να πούμε ένα τραγούδι, το βρίσκω χρέος μας και ουσιαστικό λόγο για να τραγουδάς.

* Η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 7 Οκτωβρίου 2025 στο καφέ του «Green Park»

** Ένα μεγάλο μέρος της συνέντευξης δημοσιεύθηκε στο πολιτιστικό ένθετο «Docville» με την εφημερίδα «Documento»

*** Οι φωτογραφίες είναι του Μιχάλη Παπανικολάου για την Eurokinissi