Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

R.I.P. ΜΑΡΙΑ ΛΑΓΓΟΥΡΕΛΗ (1948 - 2026): Μια ιστορία που δημοσιεύω για πρώτη φορά στη μνήμη της

Είναι χειμώνας του 1995. Με τις συμφοιτήτριες μου από τη σχολή κινηματογράφου της Ευγενίας Χατζίκου, την Α. και την Ε., μαζί και με την Χατζίκου εννοείται, όπως και με τον γιο της, ταξιδεύουμε για το Μόναχο της Γερμανίας, αφού θα συμμετείχαμε με τα ταινιάκια μας στο περίφημο διεθνές φεστιβάλ σπουδαστικών ταινιών του Μονάχου. Εκείνη τη χρονιά, θυμάμαι, ήταν και ο Μιχάλης Κακογιάννης εκεί, αφού του είχαν τιμητικό αφιέρωμα. Από την «αντίπαλη» σχολή, αυτή του Σταυράκου, ο καθηγητής που συνόδευε τους σπουδαστές σκηνοθέτες ήταν ο Γιώργος Σκαλενάκης. Μαζί μας είχε έρθει και η Μαρία Λαγγουρέλη, ποιήτρια με σημαντικό έργο ήδη, αλλά και εν ενεργεία δημοσιογράφος σε διάφορα λογοτεχνικά έντυπα. Νομίζω πως τη Λαγγουρέλη την είχε φέρει στη φοιτητοπαρέα μας η Ε., αφού είχε εκδηλώσει την επιθυμία να έρθει κι εκείνη μαζί μας προκειμένου να παρακολουθήσει το φεστιβάλ κινηματογράφου του Μονάχου, ένα από τα σημαντικότερα ούτως ή άλλως ευρωπαϊκά φεστιβάλ. 

Από την πρώτη στιγμή δέσαμε καταπληκτικά σαν παρέα. Η Μαρία διέθετε ένα μοναδικό νεανικό χιούμορ, που ταίριαξε με το δικό μας - άλλωστε παιδιά 20 ετών ήμασταν τότε. Έλα, όμως, που επειδή ήταν και μια πολύ ωραία γυναίκα, η Χατζίκου, που δεν φημιζόταν για το κάλλος της, δεν τη χώνευε καθόλου. Άρχισε να μας λέει η δασκάλα πως της τη φέραμε επίτηδες τη Λαγγουρέλη στο Μόναχο για να...υποσκάψει τη θέση της! Με λίγα λόγια, η Ευγενία θεωρούσε πως η Λαγγουρέλη τη ζήλευε, επειδή η ίδια διηύθυνε μία σχολή κινηματογράφου. Έφτασε στο σημείο να λέει εν είδει αποκυημάτων της φαντασίας της πως η Λαγγουρέλη κυκλοφορούσε στο φεστιβάλ και παρουσιαζόταν παντού ως η διευθύντρια της σχολής. Ανοησίες, η γνωστή μανία καταδιώξεως της Χατζίκου μέσα στο χάσιμο της για τον μοναχογιό της που ήταν εθισμένος στην ηρωίνη και παλιότερα είχε κάνει φυλακή για φόνο. Η Λαγγουρέλη, απ' την άλλη, που σχολιάζαμε μαζί όσα λέγονταν πίσω απ' την πλάτη της, προσπαθούσε να είναι όσο γινόταν πιο πολύ ευγενική και προσεκτική με τη Χατζίκου. Παρόλα αυτά τους αποκαλούσε ή, σωστότερα, τους αποκαλούσαμε μάνα και γιο «Οικογένεια Άνταμς» και ρίχναμε τρομερό γέλιο! 

Για τη σίτιση μας κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ, μας είχαν δώσει κουπόνια και τρώγαμε σε ιταλικά εστιατόρια του Μονάχου. Μια μέρα, θυμάμαι, που μας έφεραν τη σαλάτα, εγώ ξίνισα τα μούτρα μου. «Μα μυρίζει πολύ το ξύδι» σχολίασα και εκεί πετάχτηκε η Λαγγουρέλη: «Σαλάτα είναι, ξύδι θά'χει, τι θες να μυρίζει, Κοκό Σανέλ;» Η ιστορία, πάντως, που δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ μου από εκείνες τις λίγες μέρες στο φεστιβάλ του Μονάχου είναι η εξής: Την τελευταία μέρα (την επόμενη θα πετούσαμε για Αθήνα), που το φεστιβάλ είχε τελειώσει και είχαμε πολύ ελεύθερο χρόνο, αποφασίσαμε να πάμε για ψώνια σ' ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο του Μονάχου. Η Λαγγουρέλη, η Α. κι εγώ, αφού η Ε., αν τα λέω σωστά, δεν μας είχε ακολουθήσει. Σωστά τα λέω μάλλον, εφόσον η Ε. είχε ερωτευθεί τον Άντονι, έναν μελαχρινό μακρυμάλλη Αυστριακό σκηνοθέτη, με τον οποίο είχαν κλειστεί στο δωμάτιο του ξενοδοχείου και σίγουρα τα πέρασαν καλύτερα απ' ότι εμείς οι υπόλοιποι. Τέλος πάντων, μπαίνουμε στο εμπορικό κέντρο και χωριζόμαστε. Εγώ πήγα στο δισκοπωλείο, ψάχνοντας για βινύλια (παρεμπιπτόντως τότε στο Μόναχο πρωτάκουσα τους εντελώς άγνωστους ακόμη στην Ελλάδα Portishead και κόλλησα άσχημα), η Λαγγουρέλη πήγε σε άλλο όροφο, με τα γυναικεία εσώρουχα, και η Α. επίσης σε άλλο όροφο στα καλλυντικά. Μετά από λίγη ώρα, κρατώντας εγώ μία τσάντα που είχε μέσα δύο μπλε κουτιά NIVEA (ένα για τη μάνα μου, που μου το είχε ζητήσει και άλλο ένα της Α. που μου το έδωσε για να μην το κρατάει), βγαίνοντας από το δισκάδικο με πιάνει βίαια ένας μπάτσος Γερμανός απ' τους ώμους και σαστισμένος, μέχρι να συνειδητοποιήσω τι είχε συμβεί, έρχεται ακόμη ένας μπάτσος και μου περνάνε...χειροπέδες. Χέστηκα πάνω μου! Μα δεν είχα κάνει απολύτως τίποτα! Νά σου κι η Λαγγουρέλη, επίσης με χειροπέδες, που με κοιτούσε όλο απορία και δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι γινόταν! «Η φίλη σας έκλεψε» μας ενημερώσε ο ένας εκ των δύο μπάτσων, που ήταν θηρία εξ όψεως και σου έκοβαν το αίμα! 

Τι είχε συμβεί, λοιπόν; Η Α., που μάλιστα ήταν η πιο ευκατάστατη της παρέας, αφού προερχόταν από οικογένεια αρχιτεκτόνων της Κηφισιάς, που σπούδαζε στο Deree παράλληλα με τη σχολή Χατζίκου, είχε κάνει τη μαλακία να παντελονιάσει ένα μολυβάκι για τα μάτια, ένα φτηνό γυναικείο αξεσουάρ. Σίγουρα δεν είχε καμία ανάγκη να κλέψει κάτι τόσο ασήμαντο και σήμερα έχω την αίσθηση πως πιο πολύ το έκανε για να παίξει με τον κίνδυνο, αφού παντού υπήρχαν κάμερες παρακολούθησης. Εμείς όμως τι φταίγαμε; Κατευθείαν οι αστυνομικοί μας οδήγησαν σ' ένα μικρό δωματιάκι του εμπορικού κέντρου, όπου άρχισαν να μας ανακρίνουν. Η Λαγγουρέλη γύρισε και με ρώτησε μέσα απ' τα δόντια της: «Λες να μας αρχίσουν στις γρήγορες; Να φάμε και ξύλο στη Γερμανία;» Η Α. ήταν η μόνη που δεν μάσαγε και φαινόταν να σπάει πλάκα, εννοείται κι εκείνη δεμένη με χειροπέδες. Όλη την ώρα έλεγε στους μπάτσους «please» και «please», με μένα έξαλλο να της φωνάζω «Πες, μωρή μαλακισμένη, τι έκλεψες ακριβώς, γιατί θα φας από μένα ξύλο αν μας αφήσουν ετούτοι εδώ»! «Μη μιλάτε ελληνικά» μου φώναξε ακόμη πιο δυνατά ένας αστυνομικός και αναγκαστικά το βούλωσα. Με ένα περιπολικό μας οδήγησαν στα κεντρικά της αστυνομίας του Μονάχου. Πίσω καθόμασταν η Λαγγουρέλη, η Α. κι εγώ, ενώ οι αστυνομικοί, που είχαν μαλακώσει αρκετά, άρχισαν να σπάνε πλάκα με το μολυβάκι που είχε κλαπεί. «Τι σου ήρθε να κλέψεις ένα μολυβάκι;» ρωτούσαν την Α. και δίκιο είχαν, εφόσον κι εκείνοι είχαν καταλάβει πως μπλεχτήκαμε για χαζή αιτία σε μια τέτοια περιπέτεια. Μας πήγαν στο τμήμα, εμένα και της Λαγγουρέλη μας έβγαλαν τις χειροπέδες, την Α. όμως τη φωτογράφησαν και της πήραν αποτυπώματα. Καθώς περιμέναμε με τη Λαγγουρέλη ανήσυχοι για το τι θα συμβεί στη φίλη μας, συνειδητοποίησα πως στην τσάντα μου με τις δύο Νιβέες υπήρχε η απόδειξη μόνο της μίας που είχα αγοράσει εγώ. Για την άλλη, που ήταν της Α., δεν υπήρχε καμία απόδειξη. Άρχισα να λέω μέσα μου «Πολύ ωραία, τέλεια, τώρα θα με ψάξουν και θα νομίζουν πως έκλεψα κι εγώ τη μία Nivea»...Η Λαγγουρέλη κάνει μία κίνηση με το βλέμμα της και μου δείχνει τη διακοσμητική γλάστρα που υπήρχε στο αστυνομικό τμήμα δίπλα μας. Ήταν ένα ψεύτικο φυτό με χώμα στυλ χλοοτάπητα. Χωρίς να το σκεφτώ, ανασήκωσα ένα μέρος από το «χώμα» και έχωσα όσο πιο βαθιά μπορούσα τη μία Nivea. Διαφορετικά δεν θα ηρεμούσα. Και να προσπαθούμε ταυτόχρονα με τη Λαγγουρέλη να κρατήσουμε τα γέλια μας μέσα σ' όλη αυτή την αγωνία. Πέρασε ακόμη λίγη ώρα και μας ενημέρωσαν πως θα μας έπαιρναν τα διαβατήρια! Αδύνατον! Την επόμενη μέρα θα επιστρέφαμε στην Ελλάδα! Για να το αποφεύγαμε όλο αυτό, θα έπρεπε η Α. να καταβάλλει το ποσό των 250 χιλιάδων δραχμών, ένα πολύ μεγάλο ποσό, που φυσικά δεν έβγαινε ακόμη κι αν βγάζαμε να δώσουμε όλοι όσα λεφτά είχαμε μαζί μας. Ευτυχώς η Λαγγουρέλη είχε αρκετά χρήματα στην κάρτα της και έδωσε εκείνη το απαιτούμενο ποσό για να μας αφήσουν ελεύθερους (όταν φτάσαμε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού την επόμενη, η μάνα της Α. είχε ειδοποιηθεί και παρέδωσε στη Λαγγουρέλη όσα λεφτά είχε διαθέσει για το κατόρθωμα της κοράκλας της). Πάλι καλά που η Λαγγουρέλη επίσης μίλησε στους αστυνομικούς για να μη μαθευτεί τίποτα απ' όλα αυτά στο φεστιβάλ του Μονάχου και ξεφτιλιστούμε σαν σχολή. Και ποιος άκουγε τη Χατζίκου μετά που σίγουρα θα ξέσπαγε πάνω στην καημένη τη Μαρία...

Δεν χρειάζεται να πω πώς όταν πάλι με περιπολικό μας οδήγησαν εκεί που μας είχαν συλλάβει, ελεύθεροι πλέον, αρχίσαμε να γελάμε παρόλο το σοκ. Μπαίνοντας μάλιστα σ' ένα βιβλιοπωλείο με σπάνια κινηματογραφική βιβλιογραφία, η αναίσθητη Α. μου έδειξε ένα μεγάλο βιβλίο και μου έκλεισε το μάτι, σε στυλ «Τι λες, να το αρπάξω κι αυτό;» Η Λαγγουρέλη την έβαλε στη θέση της: «Ας τη χτυπήσει κάποιος» γύρισε και μου είπε, αν και ξέραμε πως η Α. έκανε χιούμορ εκείνη τη στιγμή. Τέλος, όταν καταλήξαμε στο χώρο του φεστιβάλ και η Χατζίκου μας ρώτησε «πως τα περάσατε;» και «που πήγατε;», η Α. της απάντησε: «Όλα καλά, να, μέχρι το τμήμα πεταχτήκαμε μια βόλτα και γυρίσαμε»...

Η Μαρία Λαγγουρέλη έφυγε από τη ζωή την Παρασκευή 3 Μαρτίου του 2026 σε ηλικία 78 ετών. Τα πολλά που κάναμε μαζί όλα τα χρόνια που ακολούθησαν, μέχρι και το 2020 που κάπου εκεί γύρω χαθήκαμε, μπορείτε να τα βρείτε δημοσιευμένα στο blog αυτό, αφού υπάρχει ετικέτα με το όνομα της για όποιον θελήσει να την αναζητήσει. Έμαθα πως είχε μπει σε άνοια, την αιτία ίσως που άρχισε να εξαφανίζεται από τις παρέες της. Υπήρξε στενή φίλη της ηθοποιού Ανέζας Παπαδοπούλου, της σκηνοθέτιδας Πανδώρας Μουρίκη, των ποιητών Γιάννη Βαρβέρη, Γιώργου Καραβασίλη, Γιώργου Μαρκόπουλου, Αντρέα Παγουλάτου, Έκτορα Κακναβάτου, των εικαστικών Νίκου Τζιώτη, Ρόιλας Μπουζέα και πολλών ακόμη διανοουμένων. Και δική μου φίλη. Το ποίημα «Πρωτοβρόχι σε αρχαίο τάφο», που μου αφιέρωσε μέσα από την τελευταία ποιητική συλλογή της, τη «Σκόνη πεταλούδας» (2014), είναι ότι πιο τιμητικό υπάρχει για μένα ως καταγραφή. Την ευχαριστώ που υπήρξε στη ζωή μου, δεν θα την ξεχάσω ποτέ, όπως δεν την ξέχασα για σχεδόν τριάντα χρόνια. Θα την αποχαιρετίσουμε αύριο, Τρίτη 7 Απριλίου του 2026, από το Πρώτο Νεκροταφείο της Αθήνας και θα συλλυπηθούμε τον γιο της, Αποστόλη, που λάτρευε.   

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2025

Ένα ποίημα της Θεοδώρας Ντάκου από τη «Διαγώνιο» (τεύχος 9, Ιανουάριος - Μάρτιος 1967)


Η ΣΙΩΠΗ

Γιατί να με ρωτάς τόσα πολλά

για τη ζωή μου, για τις σκέψεις,

για το μέλλον μου...

Δεν ξέρω σε ποιο κρεβάτι θα κοιμηθώ

όμως το δικό σου δεν έχει διέξοδο

Δεν ξέρω σε ποια χέρια θα κλάψω

μα τα δικά σου ήδη καταρρέουνε

Δεν ξέρω ποια χαμόγελα θα δεηθώ

μα το δικό σου δε θα μου ανήκει

Γι' αυτό θα σε κοιτώ αμίλητη, γι' αυτό

δε σου τηλεφωνώ, γι' αυτό δε σού' γραψα.

Είναι μια εξευτελισμένη φρόνηση που μπόρεσα,

αν είναι δυνατόν, μια σιωπή να προστατέψει. 

* Στη σελίδα 65 του τεύχους 10 της «Διαγωνίου» (Ιανουάριος - Μάρτιος 1967) υπήρχαν δημοσιευμένα δύο ποιήματα της Θεοδώρας Ντάκου: «Η Ανταύγεια» και «Η σιωπή». 

Δευτέρα 5 Μαΐου 2025

Τέλλος Φίλης: «Οι πολύ επικοινωνιακοί άνθρωποι είναι βαθιά μελαγχολικοί» (μία συνέντευξη με άρωμα Θεσσαλονίκης από τον Ιούλιο του 2021)


Στη Θεσσαλονίκη των διανοουμένων, των ρωμαϊκών κτισμάτων και των πολλών εκκλησιών, υπάρχουν ακόμη ποιητές. Και όχι απομονωμένοι, αλλά μέσα στον κόσμο, που τους σταματάει συνεχώς στο δρόμο για να ανταλλάξει μια καλημέρα μαζί τους. Ένας απ’ αυτούς είναι και ο Τέλλος Φίλης, όσο κι αν θεωρεί πως ποιητής θα γίνει ο ίδιος μετά θάνατον. Παρακολουθώντας το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, καλοκαίρι του 2021 εξ αιτίας της πανδημίας του covid, δεν γινόταν να μην κάνουμε μία δημόσια συζήτηση με τον Φίλη, που τότε εργαζόταν στο δίκτυο των κινηματογραφικών αιθουσών της πόλης. Πιθανώς να του το χρωστούσα για τα πολλά χρόνια γνωριμίας μας στα social media και μιας αθόρυβης διακριτικής φιλίας λόγω συνταύτισης απόψεων και ενδιαφερόντων. Βασικά μ’ αυτή τη συνέντευξη ήθελα να μάθουν όλοι όσοι τον «ακολουθούν» μερικά βιογραφικά στοιχεία του, μια και ο Φίλης μοιάζει πάντα ελεύθερος καταγωγής και καταβολών, σαν να υπήρχε ανέκαθεν στον κόσμο αυτό και στη λατρεμένη του Θεσσαλονίκη. 

Κύριε Φίλλη, είστε σκεπτόμενος, ευαίσθητος, καλλιτέχνης, φιλότεχνος, ακτιβιστής. Υπάρχει κάτι που δεν πάει καλά πάνω σας;

Τα πάντα. Το έχω γράψει και το έχω δηλώσει, είμαι ελαττωματικό μοντέλο, εκτός εποχής, αλλά προσπαθώ να κατανοήσω. Το «εκτός εποχής» άλλοτε με πονάει και άλλοτε με σώζει. Σε μία εποχή που έχουμε τόση επιθετικότητα στα σχόλια και βάζουμε με ευκολία τόσους πολλούς επιθετικούς προσδιορισμούς, η προσπάθεια μου είναι να κατανοήσω αυτό που δεν είμαι εγώ.

Όταν λέτε «στα σχόλια», αναφέρεστε στα social media;

Ναι, κυρίως στα social media. Η έξω ζωή, η πραγματική, είναι λίγο περισσότερο δύσκολη, ενώ στα social media γίνεται κι ένα παιχνίδι, λόγω απόστασης. Στην πραγματική μου ζωή βλέπω φίλους να αρρωσταίνουν, να πεθαίνουν και να χωρίζουν – κυρίως να χωρίζουν, άρα φεύγει σιγά – σιγά η κατανόηση, ένα κατεξοχήν ανθρώπινο στοιχείο. Κλεινόμαστε, μικραίνουμε…

Έχετε μία δημοφιλή περσόνα στα social media. Σας βοήθησε να γίνετε πιο εξωστρεφής;

Ναι με ένα περίεργο τρόπο. Με σταματάει κόσμος: «Γεια σου, Τέλλο, είμαστε φίλοι στο facebook», φράση που εμένα δεν μου λέει τίποτα. Νιώθω μία αμηχανία. Είναι όπως παλιά σου λέγανε «Α, σας είδαμε στην τηλεόραση». Ε και, τι έγινε; Δεν είναι λόγος οικειότητας αυτός.

Για σας όχι, είναι όμως γι’ άλλους ανθρώπους που έχουν ανάγκη την ταύτιση.

Κοιτάξτε, εμένα με σώζει γιατί μου δίνει μία ασφάλεια. Μένω στη Θεσσαλονίκη, την αγαπώ και είναι επιλογή μου που μένω εδώ. Σε μία εποχή μεγάλης ανασφάλειας, εγώ νιώθω ασφαλής στη Θεσσαλονίκη.

Είχαν προηγηθεί απόπειρες μόνιμης εγκατάστασης στην Αθήνα;

Βεβαίως. Με τραγικές και τρομακτικές συνέπειες! Η Αθήνα μού είναι αφόρητη! Την ξέρω καλά, εκεί έζησα τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια, έχω δηλαδή αθηναϊκές αναφορές. Όταν επέστρεψα για δουλειές στην Αθήνα…

Από που;

Από τη Θεσσαλονίκη. Πήγα να μείνω στην παλιά μου γειτονιά, το Νέο Ψυχικό, που δεν έχει καμία σχέση με το Νέο Ψυχικό των παιδικών μου χρόνων. Έτσι έφυγα από κει και μετοίκησα στην πιο φοβική – για τους άλλους – γειτονιά που είναι τα Εξάρχεια. Έμενα στη Βαλτετσίου, απέναντι από τη «Ριβιέρα», ένιωθα ασφαλής ειδικά σε μία εποχή που ήταν αυτή του Γρηγορόπουλου. Τότε κατάλαβα γιατί διάφοροι παλιοί φίλοι, συμμαθητές και συμμαθήτριες, προφασίζονταν διάφορες δικαιολογίες για να μη συναντηθούμε. Έμεναν από Ψυχικό και πάνω κι εγώ άργησα να καταλάβω ότι τα Εξάρχεια λειτουργούν εκφοβιστικά σ’ αυτούς.

Δεν περίμενα να σας νοιάζει τόσο η γνώμη των «Βου – Που» φίλων σας.

Μα οι περισσότεροι απ’ αυτούς είναι ή διανοούμενοι ή τεχνοκράτες. Η μόνη γυναίκα που είναι Νέο Ψυχικό, είναι φίλη μου και την εκτιμώ αφάνταστα, είναι η Μάρω Δούκα.

Ποιος δεν την εκτιμάει τη Μάρω Δούκα; Έχει δεχτεί κι αυτή, βέβαια, πυρά στα social media.

Αυτά δεν μπορώ να καταλάβω, όπως δεν μπορώ να καταλάβω και την απόπειρα δολοφονίας χαρακτήρα της Έλενας Ακρίτα, της αδερφής του Κραουνάκη και του ίδιου του Κραουνάκη. Ακατανόητα πράγματα! Δεν μπορούμε να καταδικάζουμε ανθρώπους που έχουν καταθέσει για χρόνια ποιότητες, αρχές και τρόπους ζωής. Και με την ίδια τους τη ζωή κιόλας, οπότε δεν νομίζω να είναι κανείς απ’ αυτούς προκλητικός. Το να συμφωνείς ή να μη συμφωνείς μαζί τους είναι άλλο απ’ το να θες να μην υπάρχουν. Το τελευταίο είναι επικίνδυνο. Με ευκολία μοιράζουμε «ψόφους». Μια τόσο βαριά λέξη όπως ο «ψόφος», τη λες τόσο εύκολα; Με ενοχλεί η λέξη αυτή, εγώ τη λέω κι ανατριχιάζω. Και να τη λένε άνθρωποι του πολιτισμού;

Τελευταία δεν πολυακούγεται ή δεν πολυγράφεται για να’μαστε ακριβείς.

Ευτυχώς, ναι. Ήταν και ο λόγος που ενώ έχω twitter, δεν το χρησιμοποιώ. Δεν μ’ αρέσει η βαρβαρότητα του twitter.

Ίσως γιατί δεν σου δίνεται η πιθανότητα ν’ αναπτύξεις και μια σκέψη σε βάθος.

Ακριβώς… Πιστεύω πως η εξέλιξη θα’ναι πάρα πολύ άσχημη.

Μιλήστε μου λίγο για το ποιων ανθρώπων είστε γέννημα.

Οι γονείς μου ήταν αστοί. Δεν είχα ποτέ καλές σχέσεις, σε αντίθεση με τη γιαγιά μου. Η γιαγιά μου ήταν μια θεατρόφιλη κυρία κι εγώ ήμουν απ’ τα λίγα παιδιά, τα χαζά παιδάκια, που μέχρι τα οχτώ τους είχαν δει στην Επίδαυρο όλες τις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες με χλαμύδα. Ξέρετε τι όνειρο έχω; Όταν γίνουμε μια χώρα, που θα καταλαβαίνουμε ποιοι είμαστε, να έχουμε ένα θίασο, είτε στο Εθνικό, είτε στο ΚΘΒΕ, με εκατό ηθοποιούς, από 20 μέχρι 60 ετών, που θα παίζουν αρχαιοελληνική τραγωδία στο πρωτότυπο κείμενο και με νεοελληνικούς υπότιτλους, κάνοντας παγκόσμιες περιοδείες επίσης με την πιο κλασική μορφή του όρου. Χλαμύδα, σαντάλι, αρχαίο κείμενο. Αυτό έχουμε σαν χώρα και δεν θα υπάρχει καλύτερη διαφήμιση.

Σας ενοχλεί όλο αυτό το λεγόμενο μεταμοντέρνο στο αρχαίο δράμα;

Δεν το συζητώ! Απλώς γελάω. Είναι σαν να σε πλησιάζουν και να σου λένε «Είσαι αγράμματος κι εγώ σου δείχνω κάτι μπας και καταλάβεις τι λέγανε αυτοί οι αρχαίοι τραγικοί». Κάποια, βέβαια, είναι ευχάριστα και κάποια ενδιαφέροντα. Το τελευταίο που μου άρεσε ήταν αυτό που είχε κάνει ο Κώστας Τσιάνος: Η λαϊκή μας παράδοση δίπλα στην αρχαία τραγωδία με την «Ηλέκτρα» νομίζω – δε θυμάμαι καλά, ήμουν πολύ νέος. Μέχρι εκεί. Δεν λέω να μην υπάρχουν κι αυτά, αλλά εγώ θα ήθελα να υπάρχει ένας μόνιμος θίασος ως πρεσβευτής του ελληνικού πολιτισμού.

Να μνημονεύετε τη γιαγιά σας, λοιπόν, για την έφεση σας στην τέχνη.

Σαφώς, τη γιαγιά μου και άλλη μια φίλη της, τη Θεσσαλονικιά Αλίκη Τέλλογλου, η αιτία που έγινε και το Τελλόγλειο. Οι δύο αυτές γυναίκες ήταν καθοριστικές για μένα, δεν ήξερα δηλαδή πολύ κόσμο που να γνωρίζει απ’ έξω όλα τα ποιήματα του Καβάφη, του Πολέμη, του Σαχτούρη, του Γκάτσου – και όχι τα μελοποιημένα τραγούδια του Γκάτσου, αλλά την «Αμοργό». Αυτά όλα ήταν οι επιρροές μου που με έκαναν λίγο πέραν του κόσμου τούτου.

Μου περιγράφετε ένα μεγαλοαστικό background: Η αστή γιαγιά, η φίλη κυρία Τέλλογλου κλπ.

Ναι, αλλά δεν το έβλεπα έτσι. Ο μπαμπάς είχε λεφτά και το εκμεταλλεύτηκα. Το λέω για πρώτη φορά αυτό. Με βοήθησε πολύ, διότι εγώ κάθε φορά που ερωτευόμουν άλλαζα σχολή, πόλη και χώρα. Ο μπαμπάς πλήρωνε κι εγώ δεν τελείωνα ποτέ τις σχολές, γιατί μού τελείωναν νωρίτερα οι έρωτες. Ήμουν ένα απίστευτο κωλόπαιδο (γέλια)

Περιγράψτε μου μία πορεία τέτοια, απ’ όλες που κάνατε.

Είχα πρόβλημα με το χρόνο και καμία συναίσθηση της ευθύνης. Τώρα, μετά τα 50 – 55, αρχίζω και αντιλαμβάνομαι το χρόνο. Δεν είμαι ένας κανονικός 60χρονος πια, δεν μπορώ να κάνω παρέα με συνομηλίκους μου. Έχω κάνει, ας πούμε, ένα κύκλο Κεντρικής Ευρώπης σε διάφορες πόλεις και σχολές. Και να πω ότι έχω μία επιφύλαξη σε σχέση με τα πτυχία, τα οποία θεωρώ copy works, όπως και με τις διπλωματικές. Είναι πολύ ωραίες για τα βιογραφικά, αλλά δε νομίζω ότι έχουν ζήσει αυτά τα παιδιά. Το διαπίστωσα κάνοντας αρκετές συνεντεύξεις με παιδιά για δουλειά. Είναι πολύ διαφορετικό να εκτιμήσεις εμένα επειδή καθόμαστε σ’ αυτό το ωραίο μέρος και μιλάμε από το να σου δώσω το βιογραφικό μου. Καθόλου δεν μ’ ενδιαφέρει αυτό. Φτάνω σε ηλικία σύνταξης και ποτέ δεν βρήκα δουλειά μέσα από το βιογραφικό.

Σε ποια ηλικία γυρίσατε στη Θεσσαλονίκη;

Στα 18 μου και ερωτεύθηκα απόλυτα την πόλη. Η περίοδος 1978 – 1982 ήταν συγκλονιστική και την περιγράφει εξαιρετικά ο Θόδωρος Γρηγοριάδης στο «Παρτάλι» – ένας απ’ τους ήρωες του «Παρταλιού» είμαι κι εγώ χωρίς να αναφέρεται το όνομα μου. Εκεί για πρώτη φορά καταλάβαμε πως ένα κορίτσι που έχει πάει και με τα τέσσερα αγόρια της παρέας του, δεν είναι πόρνη, αλλά ένα κορίτσι σαν κι εμάς. Το ίδιο ίσχυε και για ένα αγόρι που’χε πάει με τέσσερα κορίτσια μίας παρέας. Ήταν μια γνήσια σεξουαλική επανάσταση που έδωσε τη σωστή θέση στη γυναίκα σε σχέση με τον άνδρα. Κι αν ο Μοσκώφ θεωρούσε ερωτική τη Θεσσαλονίκη, εγώ τη θεωρώ αληθινή. Στη Θεσσαλονίκη δε μπορείς να το «παίξεις» κάποιον, διότι από ευγένεια και μόνο δεν θα σε «δώσουν» οι άλλοι. 

Η αλήθεια είναι πως μέχρι σήμερα έχετε στήσει πολλές αξιόλογες δράσεις.

Χαίρομαι που μένω στη γειτονιά της Αλεξάνδρου Σβώλου και που με παίρνουν φίλοι από το εξωτερικό, ενθουσιασμένοι μ’ αυτά που κάνουμε. Προτιμώ να ψωνίζω από μικρά μαγαζιά και όχι από αλυσίδες, είναι ένας τρόπος ζωής. Κι αν αυτή τη στιγμή είμαι δημόσιος υπάλληλος, ήταν κάτι που δεν πίστευα ποτέ ότι θα γίνω. Την εποχή που όλοι ήθελαν να τρυπώσουν στο δημόσιο, εγώ το εχθρευόμουν. Πάλι, όμως, μη με ρωτήσετε τι ήθελα να κάνω. Προτιμούσα τα ταξίδια με sleeping bag πάνω σε κατάστρωμα, να πηγαίνω από τη Θεσσαλονίκη στο Ηράκλειο, να κάθομαι για ένα καφέ και να γυρίζω πίσω με τον άνεμο. Θα μπορούσα να’χω φύγει στα καράβια, επηρεασμένος ίσως από τον Καββαδία. Δεν ξέρω…Το έκανα, αλλά δε μπορούσα να’μαι κάθε μέρα σ’ ένα καράβι. Έτσι έφυγα και πήγα στη Βιέννη, όπου γνώρισα δύο συγκλονιστικούς ανθρώπους, οι οποίοι με καθόρισαν σαν άτομο: Τον Γιώργο Δεπάστα και τον Νίκο Μαστοράκη τον σκηνοθέτη του θεάτρου. Μπορεί να ήταν μεγαλύτεροι μου, αλλά επειδή ήταν γνήσιοι διανοούμενοι, τους θεωρούσα συνομήλικους μου. Δεν ήταν κολλητοί μου, αλλά ως ένα ιδιότυπο σφουγγάρι, καθόριζα εγώ ποιος θα μ’ επηρεάσει. Το ίδιο μπορεί να’χει συμβεί και με εσάς, με τον Νίκο Κούνδουρο στο παρελθόν ή με τη Λένα Πλάτωνος σήμερα.

Καταλαβαίνω…

Μετά ήταν ο Δημητρόφ, ο διευθυντής της Όπερας της Σόφιας, αφού απ’ την Αυστρία βρέθηκα στη Βουλγαρία. Μιλάω για μια Σόφια επί κομμουνισμού, που έβλεπες μια αυτοκρατορική πόλη μέσα σε συνθήκες τριτοκοσμικές. Φτώχεια και ουρές για το ψωμί, αλλά ταυτόχρονα ένα πάρα πολύ δυνατό καλλιτεχνικό γίγνεσθαι και, μάλιστα, ακτιβιστικό.

Θυμίζει λίγο σημερινή Ελλάδα αυτό;

Η Ελλάδα αυτή τη στιγμή είναι δύο ταχυτήτων: Διαθέτει ένα κλειστό κύκλωμα διανοουμένων καλλιτεχνών και ένα ανοιχτό κύκλωμα του λαού που υποφέρει. Βέβαια, ενδέχεται να συμβαίνει και το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή το κλειστό κύκλωμα των καλλιτεχνών να φυτοζωεί και η μεγάλη σκυλάδικη παρέα να περιμένει απλά ν’ ανοίξουν τα μπουζούκια. Να τελειώνουμε! Δεν είμαι αισιόδοξος, αλλά όλη αυτή η νεοελληνική παθογένεια δεν θα οδηγήσει κάπου καλά. Θέλουμε ν’ απαξιώνουμε τους καλλιτέχνες μας, αυτό διαπιστώνω. Αν το κάνουμε διότι αποδεχόμαστε την αγραμματοσύνη μας, είναι ένα καλό βήμα. Αν το κάνουμε διότι οι καλλιτέχνες δεν μας αφορούν πραγματικά, είναι πράγμα επικίνδυνο και ανοίγει το δρόμο στον εκφασισμό.

Βιέννη – Σόφια και ο μπαμπάς πλήρωνε, είπατε. Ήσασταν μοναχοπαίδι;

Έχω μία αδερφή που δεν μου μοιάζει σ’ αυτά. Έχουμε επαφές όσο μπορώ πιο σπάνια. Η γιαγιά, όμως, με ενίσχυε περισσότερο και με υποστήριζε κιόλας. Ακολούθησε η εποχή του Βερολίνου – ωραία ήταν κι εκεί – ενώ μετά ήρθε η εποχή της Ζυρίχης και αργότερα αυτή του Παρισιού. Μεγάλοι έρωτες, καταστροφικοί! Είμαι απ’ τους τυχερούς γιατί δεν ερωτεύθηκα απλώς, αλλά με ερωτεύθηκαν με τον τρόπο που εγώ ήθελα. Και όταν το καταλάβαινα, ως παλιόπαιδο που ήμουν, απλά έφευγα. Χρόνια μετά, διαβάζοντας Γκρέγκορι Μπέιτσον, βρήκα κάτι που δεν το’χα σκεφτεί, ότι το ίδιον του αρσενικού είναι να φεύγει, να την κοπανάει, όταν περνάει πολύ καλά μέσα σε μία σχέση. Αν δεχτούμε, βέβαια, ότι υπάρχουν αρσενικά και θηλυκά. Το ακριβώς αντίθετο απ’ το θηλυκό, που για να σε απατήσει, πρέπει να’χει λήξει συναισθηματικά με την προηγούμενη ιστορία. Ίσως γι’ αυτό οι γιαγιάδες ήταν σοφές, ήξεραν τα κέρατα που τρώγανε, αλλά δεν μιλούσαν.

Και πόσο διήρκεσε όλη αυτή η περιπλάνηση σας;

Μέχρι τα 30 περίπου. Τώρα που εξηντάρισα, σκέφτομαι πως έζησα μια πολύ γρήγορη δεκαετία, την οποία θυμάμαι, γελάω ή κλαίω ή θέλω να ξαναβρώ κάποια παιδιά και να τους ζητήσω μία συγγνώμη. Α, πέρασα κι από Βαρκελόνη για λίγο.

Δεν αφήσατε ποτέ, όμως, τη Θεσσαλονίκη για κάποια ευρωπαϊκή μεγαλούπολη.

Όχι. Ποτέ. Με εμπόδιζε το ανοίκειον των άλλων πόλεων και μέχρι σήμερα πιστεύω ότι η μοναδική σχέση της ζωής μου είναι αυτή με τη Θεσσαλονίκη. Ακόμη και οι πιο άγριες ή σκοτεινές γειτονιές της, εμένα μου δίνουν μια αίσθηση ασφαλείας. Αρκεί να σας πω πώς όταν νιώθω άσχημα, κάνω μια πολύ μεγάλη βόλτα όλη την παραλία, όπως το έκανα φέτος με την καραντίνα. Παρανομούσα, αφού η κίνηση άρχιζε στις 5 κι εγώ ξυπνούσα στις 3.30 τα χαράματα. Δεν είχαμε τι να κάνουμε και κοιμόμασταν στις 10 το βράδυ. Ντυνόμουν, λοιπόν, ως τις 4 και έβγαινα στην παραλία, από τον Λευκό Πύργο μέχρι το Μέγαρο Μουσικής και πάλι πίσω. Ήμουν ολομόναχος, εγώ και η πόλη.

Και δεν ήταν αγριευτικό;

Καθόλου, ίσα – ίσα που ήταν ό,τι πιο θεραπευτικό! Αγριευτικό έγινε όταν επετράπη η κίνηση και άρχισαν νά’ρχονται νέα παιδιά, παραβατικοί, μουσικές, «δώσ’ μου ένα ευρώ» κλπ. Εκεί το σταμάτησα! Όχι ότι φοβήθηκα, αλλά ένιωσα μιαν απειλή, δεν το ήθελα πια. Αν έχω να κρατήσω κάτι ωραίο και ποιητικό από την καραντίνα ήταν αυτές οι πολύ σιωπηλές δίωρες βόλτες μου. Επέστρεφα σπίτι στις 6.30 το πρωί και δεν έκανα γυμναστική, απλά περπάταγα.

Είστε τόσο επικοινωνιακός και τόσο μελαγχολικός συγχρόνως, αυτό βγάζετε προς τα έξω.

Οι πολύ επικοινωνιακοί άνθρωποι είναι βαθιά μελαγχολικοί. Και βαθιά μοναχικοί, όχι με την κακή έννοια του όρου. Θέλουμε το χρόνο να είμαστε εμείς και ο εαυτός μας. Ως γνωστόν, οι άνθρωποι που’ναι χαμογελαστοί, γνωρίζουν τι θα πει αληθινός πόνος. Φοβάμαι τους σοβαρούς με τους σκληρούς κροτάφους, που μοιάζουν σαν να μην αισθάνονται τίποτα. Ένας χαμογελαστός «ανοιχτός» άνθρωπος μπορεί να’ναι πολύ βασανισμένος. Αυτοί που έχουν πονέσει, γελάνε. Είχαμε θάνατο, είχαμε θανάτους διάφορους. Είδα τη συγκλονιστική ταινία ενός παιδιού, που δεν το ξέρω, αλλά με μετακίνησε κυριολεκτικά στο φετινό Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ. Λέγεται «Ενθύμιο» του Νίκου Ζιώγα. Το λέω και ανατριχιάζω, σκεφτόμουν όλη την ώρα ένα πνευστό της Ελένης Καραΐνδρου παρακολουθώντας την προβολή. Βρήκα το τηλέφωνο του σκηνοθέτη και ντράπηκα, διότι αν του μιλούσα από κοντά, θ’ άρχιζα να κλαίω – είμαι και τέτοιος… Αποφεύγω…Όταν βλέπω μία καλή ταινία, την κάνω αμέσως και θα σε δω σ’ ένα μήνα. Γι’ αυτό του τηλεφώνησα μετά από μία εβδομάδα, γιατί τότε ήμουν ψύχραιμος. Ο Ζιώγας είναι μεγάλο ταλέντο, έχει ενσυναίσθηση και μία έννοια της Πατρίδας που νιώθω ότι συνεχώς χάνεται. Στις κηδείες, π.χ., τραγουδάμε…Τι σημαίνει, ότι είμαστε χαζοχαρούμενοι; Όχι, ο πόνος εμπεριέχει και μία χαρά και οφείλει να έχει.

Μην πάμε μακριά ή μάλλον ας πάμε! Στην Ιαπωνία συγκεκριμένα, στα χωριά της, που συνηθίζουν να κλαίνε στη γέννηση ενός ανθρώπου και να γελάνε στον ύστατο αποχαιρετισμό του.

Ακριβώς. Κάτι ξέρουν οι Ιάπωνες. Εμείς τα’χουμε ξεχάσει αυτά, πάνω στην προσπάθεια μας να γίνουμε Ευρώπη αμέσως μετά την τουρκοκρατία. Αφήσαμε πίσω δικές μας εξαιρετικές αρχαϊκές παραδόσεις. Και γι’ αυτό, ίσως, είμαστε ένας λαός δίχως ταυτότητα.

Απ’ την άλλη ως λαός εμπεριέχουμε έντονα, υπερβολικά σχεδόν, τον θρήνο και τον κοπετό.

Μα ακριβώς γι’ αυτό είμαστε και κωμικοί ταυτόχρονα. Κακά τα ψέματα, δεν είμαστε ένα, είμαστε πολλά. Ένας λαός σαρδανάπαλος.

Τι είναι αυτό που χαρακτηρίζει τη δική σας ελληνικότητα;

Δεν ξέρω πως θ’ ακουστεί, αλλά να συγκινούμαι μέχρι δακρύων μ’ ένα ζευγάρι, με δύο παιδιά, που φιλιούνται στην παραλία σ’ ένα παγκάκι. Και συγκινούμαι, όχι γιατί δεν είμαι εγώ, αλλά γιατί αυτό είναι το κανονικό για όλους τους ανθρώπους ανεξαρτήτως εθνικοτήτων. Δεν μ’ απασχολεί καθόλου, επίσης, αν φιλιούνται δύο αγόρια ή δύο κορίτσια. Το πάθος είναι που μ’ απασχολεί. Και το συνομήλικον του πράγματος!

Το πάθος δεν εμπεριέχεται και στις φαινομενικά αταίριαστες ηλικίες;

Αν, ας πούμε, με ερωτευθεί ένα νέο παιδί, την εικόνα μου θα ερωτευθεί, την περσόνα μου, να είστε σίγουρος. Και εγώ θα απογοητευθώ, αλλά και το άλλο άτομο θα απογοητευθεί, κατά συνέπεια. Ας πούμε κάτι πιο ευχάριστο!

Σαν τι;

Μπορείτε να μου πείτε πότε θα γίνω ποιητής;

Μα έχετε ήδη εκδώσει ποιητικά βιβλία. Πόσα ακριβώς;

Έχω βγάλει τέσσερα βιβλία, αλλά δεν ξέρω ακόμη τι σημαίνει ποίηση. Ποιητής θα πω ότι είμαι, όταν τριάντα χρόνια μετά το θάνατο μου, ένας τεταρτοετής φοιτητής ανακαλύψει τα βιβλία μου ή τις λέξεις μου και κάνει ένα διδακτορικό για μένα με τίτλο «Ο ποιητής Τέλλος Φίλης».

Θα σας κατηγορούσα για υπέρμετρη φιλοδοξία, αλλά σας συγχωρώ μια και θα είστε πεθαμένος.

Μα ακριβώς επειδή δεν θα ζω, αν υπάρξει ένας τέτοιος φοιτητής ή μία φοιτήτρια, ίσως πουν ότι ήμουν κι εγώ ποιητής. Τώρα δεν είμαι ποιητής. Κι άμα γίνει αυτό, θα το εισπράξω μ’ ένα τρόπο, γιατί πιστεύω στο σύμπαν και στις ενέργειες. Αυτό επίσης που χαίρομαι είναι ότι στη Θεσσαλονίκη υπάρχει μία πάρα πολύ δυνατή τρίτη ποιητική γενιά. Μιλάω για πάνω από τριάντα άτομα, που οι φιλόλογοι και οι ερευνητές, αν ήταν σωστοί φιλόλογοι και ερευνητές, θα την είχαν ανακαλύψει.

Ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου μού έρχεται τώρα στο νου.

Ο Συφιλτζόγλου, βεβαίως! Κι ακόμη, ο Πέτρου, ο Ευθυμιάδης, η Καζαντζή, ο Φωτογλίδης, ο Χιώτης, η Λούτσια, ο Αποστόλου, η Πολέμη και ο Sam Albatros – κάποια απ’ αυτά τα παιδιά είχαν παρουσιαστεί στις εκδηλώσεις της «Ποίησης γυμνής» που κάναμε χωρίς επιδοτήσεις και οικονομικές ενισχύσεις. Είναι και το μοναδικό πράγμα, να πω την αλήθεια, για το οποίο νιώθω πιο υπερήφανος. Δόθηκε ένα ανιδιοτελές βήμα σε παιδιά να γνωριστούν και να έρθουν σε μία συνάφεια μεταξύ τους. Πιστεύω ότι η γενιά αυτή θα δώσει σπουδαία πράγματα στην ποίηση. Κάτι να γίνεται, μία ζύμωση, αλλιώς κάθεσαι και περιμένεις μέχρι να χρηματοδοτηθείς.

Μα ζει όμως ο άνθρωπος μόνο με τις ζυμώσεις;

Απ’ ότι μου λέει η εμπειρία μου, όχι, δεν ζει, ή αν ζει, ζει πολύ φτωχικά. Μην παραλείψουμε ν’ αναφέρουμε και τον Γιώργο Κορδομενίδη με τη «Λογοτεχνική Σκηνή» και το «Εντευκτήριο» του. Ακόμα η πόλη το θεωρεί περιθώριο, ενώ πρόκειται για θεσμό χρόνων. Ο Κορδομενίδης είναι ένας επίμονος κηπουρός! Με τρελαίνει ο τρόπος που επιμελείται τα κείμενα του, τόσο σχολαστικός και τιτίζης, σαν ένας γνήσιος μαθητής του Μαρωνίτη, παρότι δεν υπήρξε ποτέ αυτό.

Πείτε μου κάτι άλλο: Είστε υπεύθυνος αυτόν τον καιρό για τις προβολές όλων των ταινιών στο «Ολύμπιον»;

Είμαι υπεύθυνος για την ετήσια δραστηριότητα όλων των αιθουσών που ανήκουν στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Αναφέρομαι σε τέσσερις αίθουσες: «Ολύμπιον», «Παύλος Ζάννας», «Σταύρος Τορνές» και «Τζον Κασσαβέτης». Είναι ανοιχτές όλο το χρόνο, εκτός απ’ τους δύο καλοκαιρινούς μήνες, έχοντας κανονικό πρόγραμμα διανομής ταινιών. Να είναι καλά η Ελίζ Ζαλαντό, που με βοηθάει πάρα πολύ και που έθεσε αυτές τις τέσσερις αίθουσες υπό προγραμματισμό. Ξέρετε ότι το Φεστιβάλ πήρε το βραβείο καλύτερου προγραμματισμού προβολών ανάμεσα σε 3.300 αίθουσες του «Δικτύου Europa»; Είναι φοβερό τη στιγμή που η μισή Θεσσαλονίκη δεν ξέρει ότι λειτουργούν αυτές οι αίθουσες και εκτός φεστιβαλικής περιόδου.

Πιθανώς να μην ξέρει και η μισή Ελλάδα ότι η Ελίζ Ζαλαντό είναι πολιτογραφημένη Ελληνίδα.

Στα 60 χρόνια του θεσμού, η Ζαλαντό είναι η πρώτη ξένη καλλιτεχνική διευθύντρια που μένει μόνιμα εδώ και ο γιος της πηγαίνει σε σχολείο της Θεσσαλονίκης. Είναι σημαντικό αυτό. Την εποχή της υπερενημέρωσης, δεν ενημερωνόμαστε γι’ αυτά που πρέπει. Είναι είδηση μια καινούργια ταινία που βγαίνει ή το βρακάκι που φοράει η νικήτρια και η παίκτρια του ριάλιτι; Τι είναι τελικά είδηση; Έτσι νομίζω πως θα ξεχαστούμε όλοι πολύ γρήγορα και θα μας ξεπεράσουν οι εποχές. Το εφήμερο είναι και έσχατο.

Ανέκαθεν δε γινόταν αυτό;

Δε νομίζω. Ευθύνονται τα social και η τηλεόραση, ακόμη και οι πλατφόρμες. Φανταστείτε να ήμασταν μαζί μέσα σε μια αίθουσα και να βλέπαμε το όνειρο ενός δημιουργού: Εσείς, που μπορεί να μη με χωνεύετε, πίσω κι εγώ στο μπροστινό κάθισμα να γελάω στην ίδια σκηνή που εσείς κλαίτε. Που πήγε αυτή η αίσθηση, η χίλιες φορές προτιμότερη απ’ το να δω μία ταινία μόνος μου στο σπίτι σε πλατφόρμα; Δεν είναι σινεμά αυτό, sorry. Κατανάλωση της κακιάς ώρας είναι, του στυλ «Α, τό’δες κι εσύ; Να το δω κι εγώ»!

Τα ίδια και στη μουσική με το πέρασμα από το βινύλιο στο CD. Άκουγες το ένα απ’ τα δέκα συνολικά τραγούδια, έχοντας τη δυνατότητα του fast forward.

Έχετε δίκιο, αλλά ευτυχώς το βινύλιο επέστρεψε για τους μανιακούς του. Έχουμε και το «Electron» εδώ στη Θεσσαλονίκη, που παίζει μουσική μόνο από βινύλια. Εμένα το σκρατς μ’ αρέσει, όπως μ’ αρέσει γενικώς το ελάττωμα.

Βλέπω απέναντι μας τώρα αυτό το πλεούμενο και σκέφτομαι τη Nina Simone, που όταν ήρθε στη Θεσσαλονίκη, δεν ήθελε να μείνει σε ξενοδοχείο, αλλά σ’ ένα σκάφος που θα βολτάρει στις ακτές του Θερμαϊκού.

Γι’ αυτό η Nina Simone ήταν πανκ και δεν ήταν όλοι οι άλλοι! Εγώ δεν έχω μπει ποτέ σ’ αυτά τα τουριστικά σκάφη. Βάζουν σκυλάδικα και μπορεί να πεθάνω. Είναι ωραία ατραξιόν, συμπαθητική, αλλά εγώ θα’θελα ένα πιο απλό πλεούμενο σαν της Μανταλένας. Μ’ ένα πανί μόνο. Είμαι αυτό. Η πατρίδα μου είναι ένα πανί από ένα καΐκι (τη στιγμή δύο παιδιά που δουλεύουν στο τμήμα πληροφορικής του φεστιβάλ, μας σταματάνε για να χαιρετίσουν τον Τέλλο Φίλη)

Χαίρεστε πάντα με τέτοιου είδους διακοπή όποτε κουβεντιάζετε;

Νιώθω μία αμηχανία μαζί όμως με την αίσθηση του ότι δεν πρέπει να κάνω κάτι πιο επίσημο. Νομίζω πως αυτοί που με χαιρετάνε με νοιάζονται ή μ’ αγαπάνε πραγματικά. Καλά, δεν θα πάω και στη Eurovision κιόλας, παρόλο που έχω εύκολο όνομα (γέλια). Εδώ να πω ότι μεγάλος μου πλατωνικός έρωτας σαράντα ετών είναι ο Σταμάτης Κραουνάκης. Δεν υπάρχει αυτός ο εκ του μακρόθεν έρωτας στην ελληνική λογοτεχνία, πιστέψτε με! Πάντως, ούτε εγώ, ούτε ο Κραουνάκης θα τον γράψουμε.  

Απρίλιος 2023 στο green room του «Ολύμπιον» της Θεσσαλονίκης: Μπόσκο - Έλενα Ακρίτα - Γιώργος Αρχοντόπουλος - Τέλλος Φίλης
Κάτι έχω καταλάβει απ’ τα social media πάλι. Το ίδιο και η Ακρίτα, νομίζω, με την οποία έχετε ιδιαίτερη σχέση.

Την Ακρίτα τη νιώθω ως εξής: Τη συμμαθήτρια μου που δεν μιλάει, όπως κι εγώ δεν μιλάω. Μετά το σχολείο, όμως, τρέχουμε να γράψουμε στα blogs μας για όλα όσα συνέβησαν στο σχολείο, αλλιώς δεν θα μπορούμε να κοιμηθούμε. Χαίρομαι που γράφει επιτυχημένα μυθιστορήματα, ομολογώ πως δεν έχω δει τις παλιότερες τηλεοπτικές δουλειές της που την έκαναν σταρ, αλλά για μένα η Ακρίτα είναι σταρ απ’ την εποχή του «Ταχυδρόμου».

Ποια βεβαιότητα σας χαρακτηρίζει σήμερα;

Οι βεβαιότητες είναι στα 20, άντε στα 30 μας. Στα 40 θέλουμε να αγαπήσουμε, στα 50 να αγαπήσουμε και να μας αγαπήσουν, ε μετά τα 60 εγώ θέλω να μετακινούμαι, να ζω σε αμφισβήτηση.

Στα 60 η αμφισβήτηση; Καλός είστε εσείς!

Στα 20 μου τα ήξερα όλα και ήμουν βέβαιος για τα πάντα. Στα 60 αμφισβητώ το οτιδήποτε, τα πάντα απ’ την αρχή! Ίσως αν με ξύσω μέσα μου βαθιά να βρω κάτι το αναρχικό, εξ ου και με τους αναρχικούς πάντα ένιωθα οικειότητα. Δεν εννοώ τους βανδαλισμούς, γιατί έχουμε μάλλον μπερδέψει τους αναρχικούς με τους αναρχοαυτόνομους. Δεν μπορείς να αφήνεσαι να σ’ επηρεάζει η τέχνη και να μην είσαι αναρχικός. Δεν πιστεύω στην επιδότηση της τέχνης από ιδρύματα. Η τέχνη είναι κάτι που δε μπορείς να κοιμηθείς άμα δεν το εκβάλεις από μέσα σου. Τώρα αν η έξυπνη Πολιτεία δει σε σένα κάτι και σε χρηματοδοτήσει για να ζεις αξιοπρεπώς, μόνο καλό ειν’ αυτό. Ίσως να’ναι και η αρχή του εκμαυλισμού της τέχνης σου. Εξαρτάται από σένα πια.

Τελευταία ερώτηση: Πως αντιλαμβάνεστε την έννοια της πατρίδας;

Το είπα και πριν, σαν ένα πανί. Σαν κάτι ασπρόμαυρο που το’χουμε ριζωμένο μέσα μας κι όταν πάρει χρώμα, δεν είναι πατρίδα, αλλά συμβιβασμός.

* Η συνέντευξη με τον Τέλλο Φίλη πραγματοποιήθηκε σε καφέ στις αποθήκες στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης τον Ιούλιο του 2021.

** Οι φωτογραφίες αποσπάστηκαν από τον προσωπικό  λογαριασμό του Τέλλου Φίλη στο facebook.

*** Πρώτη δημοσίευση: koutipandoras.gr 



Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2025

«Κύριε Βαλαωρίτη, μοιάζετε με τον Θεό. Λέτε να είστε κιόλας;»


«Ο Νάνος Βαλαωρίτης ήρθε κι έφυγε απ’ αυτή τη ζωή σαν ποιητής. Μπήκε βαθειά στο ποιητικό γίγνεσθαι και η ποίηση έγινε φύση του. Αποσύρθηκε αθόρυβα και γενναία όπως έγραψε και εξέφρασε με την τέχνη του. Ο ίδιος ήταν από μόνος του ένα ποιητικό γεγονός και το στίγμα του θα μείνει ανεξίτηλο για πολλά χρόνια». Μ’ αυτά τα λόγια ο ποιητής Γιώργος Δάγλας αποχαιρέτησε τον Νάνο Βαλαωρίτη που έφυγε από τη ζωή στις 13 Σεπτεμβρίου του 2019, πλήρης ημερών, στα 98 του.

Η συνέντευξη που ακολουθεί δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο koutipandoras.gr την επόμενη του θανάτου του ποιητή. Πραγματοποιήθηκε στις 25 Νοεμβρίου του 2011 στο σπίτι του Νάνου Βαλαωρίτη στην Πατριάρχου Ιωακείμ στο Κολωνάκι. Αφορμή ήταν η συμμετοχή του ποιητή στο ντοκιμαντέρ «Κατερίνα Γώγου – Για την αποκατάσταση του μαύρου». Διήρκεσε 45 λεπτά, όση ώρα χρειαζόταν το κινηματογραφικό συνεργείο για να «ενσωματωθεί» στο χώρο του και να στηθεί το πρώτο πλάνο. 

Κύριε Βαλαωρίτη, μοιάζετε με τον Θεό. Λέτε να είστε κιόλας;

Αν σας τον θυμίζω, ναι, μπορεί και να’μαι. Μια και με ρωτάτε, όμως, έχω αρκετά προβλήματα που θα τα είχα λύσει αν ήμουν Θεός ή δεν θα υπήρχαν εξ αρχής.

Πολύ «νορμάλ» απάντηση για έναν Μαιτρ του σουρεαλισμού.

Μα δεν βρισκόμαστε στο πατάρι του «Κοραή».

Ο σουρεαλισμός δηλαδή θέλει κι αυτός τον χώρο του;

Όχι, αλλά θέλει τους ανθρώπους του, δεν κάνει για όλους. Άσε που όλοι τον μεταχειρίζονται κατά πως τους συμφέρει.

Κρίμα. Έλεγα να σας παρασύρω σε μια σουρεαλιστική συζήτηση.

Δεν θα έχει τόσο ενδιαφέρον για τους αναγνώστες σας.

Το λέτε εσείς αυτό, που μια ζωή τον υπηρετήσατε με τη γραφή σας;

Τι σχέση έχει αυτό; Εκτός αν μιλάτε συνειρμικά, οπότε τα καταφέρατε, κάνουμε ήδη σουρεαλιστική κουβέντα.

Κάθε άλλο, εννοώ πως τα βιβλία σας τυπώνονταν και μετά πωλούνταν.

Καλώς ή κακώς, εδώ και χιλιάδες χρόνια, οι εμπόροι μας έχουν και τους έχουμε ανάγκη.

Πείτε ότι σας πειράζω. Ένας – δυο άνθρωποι ή μια ομάδα από ποιητές που βγάζουν τη «Νέα Συντέλεια», δεν μπορεί να έχουν τη λογική εμπόρου.

Μήπως νομίζετε ότι τα τεύχη της «Νέας Συντέλειας» σκονίζονται στα ράφια; Σας λέω ότι υπήρχε ένα αναγνωστικό κοινό από ανθρώπους μορφωμένους, όχι απαραίτητα καλλιτέχνες, μα και καλλιτεχνίζοντες, που ακόμη εκδηλώνουν ενδιαφέρον γι’ αυτή την έκδοση.

Πόσων ετών είστε;

Μπήκα στα 90.

Και κάνετε σαν μικρό παιδί.

Επειδή βγάζω τη «Νέα Συντέλεια»;

Και γι’ αυτό.

Μα εγώ έτσι έζησα. Στο Λονδίνο που ήμουν για δέκα χρόνια, από το ’44 ως το ’53, φρόντισα να μεταφραστούν ποιητές που εκτιμούσα.

Και που ήταν φίλοι σας, να υποθέσω.

Ο Σεφέρης, ο Γκάτσος…Ο Ελύτης, ο Εμπειρίκος, ο Εγγονόπουλος…Φίλοι μου δεν ήταν όλοι.

Απ’ αυτούς που λέτε ίσως ο Σεφέρης να μην ήταν.

Ήταν και δεν ήταν…Και όχι μόνο.

Μη μου πείτε τον Γκάτσο. Γνωρίζω πως εσείς μάλιστα πρωτοφέρατε σε επαφή τον Γκάτσο με τον Μάνο Χατζιδάκι. Εσείς το έχετε πει δηλαδή.

Ναι. Θυμάμαι πολύ καλά τι λέω, όπως θυμάμαι και πολύ καλά τη στιγμή της πρώτης συνάντησης αυτών των δύο.

Πείτε μου τότε…

Να, ο Ελύτης, τον οποίο εκτιμώ πολύ και στην πραγματικότητα ήμασταν φίλοι, είχε σχολιάσει με απαξίωση το περιοδικό «Πάλι». Είχε πει: «Αυτό μας έφερε ο Βαλαωρίτης από τη Γαλλία;»

Ο Ελύτης ήταν ένας αστός και όχι σαλός ποιητής. Δεν με εκπλήσσει αυτό που μου λέτε.

Σε αντίθεση με τον Εγγονόπουλο που το’χε χαρακτηρίσει το καλύτερο λογοτεχνικό περιοδικό! Ενώ ο Ελύτης θα τό’βρισκε, αν όχι λούμπεν, σίγουρα μποέμ.

Σας δυσαρεστούσε όταν δεν αποδέχονταν τα έργα σας;

Όχι ιδιαίτερα. Μου άρεσε να παρατηρώ τις αντιδράσεις των άλλων. Το «Πάλι», άλλωστε, δεν τό’βγαζα μόνος μου, όπως δεν έβγαζα μόνος μου και τη «Νέα Συντέλεια». Μου άρεσε μάλλον να συμπορεύομαι με εξαιρέσιμες προσωπικότητες.

Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης (Νοέμβριος 2011)

Σαν τον Ταχτσή και τον Πουλικάκο αν μείνουμε στο «Πάλι».

Ο Πουλικάκος ήταν νέος τότε, παιδί σχεδόν. Έχει πολύ περιεχόμενο αυτός, αλλά σαν να μην έχει επίγνωση του μεγέθους και των ταλέντων του. Τον παρακολουθούσα, κάποτε συναντιόμασταν, τώρα όχι πια. Ο Ταχτσής ήταν λίγο νεότερος μου. Ταλαντούχος, αλλά αψίκορος.

Αψίκορος! Πόσα χρόνια είχα ν’ ακούσω αυτή τη λέξη!

Τι σας «βγάζει»;

Γνωρίζω τι σημαίνει και του πάει γάντι του Ταχτσή, αλλά – να πω την αλήθεια – μου θύμισε κοριό.

Τι είδους κοριό;

Των στρωμάτων, που τους καίγαμε στο στρατό με πετρέλαιο.

Μάλιστα.

Για στρατό θα λέμε τώρα;

Γιατί όχι; Αν ήμασταν στο Σαν Φρανσίσκο ή στο Μπέρκλεϊ το ’60, για στρατό θα μιλάγαμε.

Νάνος Βαλαωρίτης - Μπόσκο (Νοέμβριος 2011)

Αληθεύει μια ιστορία που μου είχε μεταφέρει ο φίλος μας που χάσαμε, ο Αντρέας Παγουλάτος; Ήσασταν, λέει, μαζί στη Γαλλία, μέσα σ’ ένα πανεπιστημιακό αμφιθέατρο, όπου κάποιοι πάνκηδες πήραν το καπέλο του Μπάρροουζ και το πέταγαν ο ένας στον άλλο.

Μήπως ήταν του Φερλινγκέτι το καπέλο; Μπορεί και του Μπάροουζ. Υπάρχουν ένα σωρό ιστορίες. Από ιστορίες άλλο τίποτα…Έκανα παρέα με ποιητές της παρακμής.

Αναφέρεστε στους σουρεαλιστές ή στους μπήτνικς;

Από το ’54 ως το ’60 που ήμουν στο Παρίσι και γνώρισα τον Αντρέ Μπρετόν, καταλαβαίνετε τι θα έχουμε να λέμε σε μιαν άλλη συνάντηση. Πάντως, το «ποιητές της παρακμής» δεν το είπα αρνητικά, ούτε για τους μεν, ούτε για τους δε. Και ο Καβάφης ποιητής της παρακμής θεωρείτο, αλλά όλοι ξέρουμε τη συμβολή του στην παγκόσμια ποίηση. Οι μπήτνικς μου άρεσαν, γιατί επιχείρησαν ένα σπάσιμο των ίσαμε τότε αξιών της παραδοσιακής ποίησης. 

Συμφωνώ. Ίσως την προφορικότητα στην ποίηση πρώτος ο Γκίνζμπεργκ να την εισήγαγε με το «Ουρλιαχτό» του.

Ήταν πολύ σπουδαία ποίηση αυτή. Της παρακμής, όπως προείπαμε, αλλά σπουδαία!

Σαν να ήθελε να γράψει θέατρο κατά βάθος.

Χμμ, ενδιαφέρουσα άποψη. Αν ήθελε, θα το’ χε κάνει, πάντως. Δεν θα σταμάταγε.

Μην είστε τόσο σίγουρος, βολεύεται κανείς ακόμη και αν δεν του φαίνεται.

Οι άνθρωποι αυτοί έκαναν τη δικιά τους ζωή. Όχι πάντα εύκολη. Κι επειδή για τη Γώγου με συναντάτε, ξέρετε πως αυτή κι αν δεν είχε εύκολη ζωή!

Ξέρω. Τι γνώμη έχετε για τη γυναικεία ποίηση;

Είναι λίγο ασαφές το ερώτημα. Στη Νικολακοπούλου, ας πούμε, θα βρεις σουρεαλιστικά στοιχεία, που την ξέρουν όλοι σαν στιχουργό και όχι σαν ποιήτρια. Υπάρχουν τραγούδια σε στίχους της που θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί το ψυχεδελικό ΄67 ή το επαναστατικό ΄73. Το έχετε σκεφτεί;

Ναι, ειδικά με τραγούδια σαν το «Διθέσιο» και το «Μωρό», αν εννοείτε αυτά. Ας το πω αλλιώς: Τι γνώμη έχετε για την ποίηση που γράφεται από γυναίκες;

Υπήρχαν φίλες μου ποιήτριες, αν ρωτάτε αυτό, και καλές μάλιστα, που δεν τη χώνευαν τη Γώγου. Θεωρούσαν το λόγο της χυδαίο.

Είναι συντηρητικές δηλαδή οι ποιήτριες συγκριτικά με τους ποιητές;

Δεν ξέρω…Όχι πάντα. Η Μάτση Χατζηλαζάρου, ας πούμε, δεν ήταν.

Την απασχολούσε το σώμα της. Την άλλη την απασχολούσε η κοινωνία.

Από τα σώματα όλων μας αποτελείται η κοινωνία. Κοινό το ποιητικό τους αίτημα.

Ίσως λείπει η οργή από τις ποιήτριες.

Ω, ναι, γι’ αυτό και η Γώγου όταν συναντηθήκαμε στην οδό Χάριτος, σ’ ένα ξενοδοχείο, ήταν εχθρική μαζί μου, παρόλο που την είχα βοηθήσει.

Σας είχε πληγώσει η συμπεριφορά της;

Να με πλήγωσε;

Σας είχε θυμώσει;

Ούτε με πλήγωσε, ούτε με θύμωσε. Και ο Γκίνζμπεργκ τα ίδια θα’ κανε.

Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης (Νοέμβριος 2011)

Κύριε Βαλαωρίτη, ήταν βαριά κληρονομιά το όνομα σας;

Για μένα όχι, για τους άλλους ναι. Ή ούτε γι’ αυτούς. Δεν ξέρω, θα φρόντισα εγώ γι’ αυτό.

Ο προπάππους σας πολεμούσε για την ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα και έγραφε κιόλας. Εσείς πολεμήσατε για κάτι;

Όχι για κάτι τόσο μεγαλόσχημο. Ποτέ δεν μου άρεσε η εθνοπατριωτική ποίηση, η οποία δεν υφίσταται σήμερα ούτως ή άλλως, γι’ αυτό και στράφηκα από νωρίς στον Καβάφη. Η ελευθερία στη δική μου γραφή ήταν ένας πόλεμος υπέρ της ελευθερίας του λόγου. Της ειρήνης και της οικολογίας. Το ’67 μετά το πραξικόπημα, δεν με σήκωνε η Ελλάδα. Έφυγα στην Αμερική.

Όχι ως απλός αυτοεξόριστος βέβαια, αλλά ως ακαδημαϊκός.

Είναι κι αυτό μια πάλη, μη νομίζετε. Υπήρξα νέος που δούλευε εκεί με νεότερους. Το Σαν Φρανσίσκο το ’68, το ’69 και το ’70, που για σας θα ήταν ευτυχία αν το ζούσατε, άλλο τόσο ήταν και για μένα. Και ταυτόχρονα δεν ξέχναγα ότι άφηνα πίσω μου μια χώρα, τη χώρα μου, σαν πλοίο σε τρικυμία.

Νιώσατε ότι εγκαταλείψατε το πλοίο;

Καθόλου. Κάθε άλλο. Δεν ήθελα να μου στερούν την ελευθερία του λόγου μου. Τη μισή ζωή μου, ίσως και παραπάνω, την έζησα στο εξωτερικό. Αγάπησα τον δυτικό πολιτισμό.

Εκείνος σας αγάπησε το ίδιο;

Τουλάχιστον δεν με σνόμπαρε ή δεν με είδε σαν αρχαιοελληνικό απολίθωμα προς τουριστική χρήση, αν με εννοείτε.

Γίνονται τέτοια μεταξύ διανοουμένων;

Πως δεν γίνονται…Εγώ, πάλι, για να σας λέω ότι αγάπησα τον δυτικό πολιτισμό, σημαίνει ότι δεν τον προσέγγισα με καμία αίσθηση υπεροχής της φυλής μας.

Δώστε μου έναν ορισμό της φυλής μας.

Είμαστε ενοχικοί. Τελούμε στην πραγματικότητα υπό καθεστώς πνευματικής ένδειας και δεν αποδεχόμαστε εύκολα τη διαφορετικότητα.

Κατά το «Πας μη Έλλην βάρβαρος»;

Ακριβώς. Πράγμα που είναι γελοίο για έναν λαό που του έκατσαν στο σβέρκο οι Τούρκοι.

Ο Σκαρίμπας, πάντως, ούτε λίγο – ούτε πολύ, μας είπε ότι ήταν λάθος η Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Αυτή είναι μία αιρετική άποψη που μόνο 100 τόσα χρόνια μετά θα μπορούσε να ειπωθεί. Εγώ πιστεύω πως αν είχαμε τους Βενετούς, δεν θα μας καιγόταν καρφί για Επανάσταση ή, αν μας καιγόταν, θα γινόταν πιο αναίμακτα.

Τον αγαπάτε τόσο τον δυτικό πολιτισμό, μου φαίνεται, σαν να μη βλέπετε τα εγκλήματα του στον υπόλοιπο κόσμο.

Αναφέρομαι σε πολιτισμικά επίπεδα. Τα εγκλήματα ανά τον κόσμο είναι μέρος της ιστορίας και της εξέλιξης του κόσμου. Η διάθεση του ανθρώπου για υπεροχή, κατάκτηση και επιβολή είναι αποκλειστικά δικό του χαρακτηριστικό, που δεν σχετίζεται με ιστοριογεωγραφία.

Τι σας έκανε να γυρίσετε οριστικά στην Ελλάδα;

Η κούραση και τα πολλά χρόνια της περιπλάνησης, σωματικής και πνευματικής. Όταν γύρισα στην Αθήνα, την πόλη μου, είχα περάσει τα 70. Δικαιούμουν κι εγώ να μείνω εδώ και να γράφω, όπως με συναντάτε μέχρι σήμερα.

Υπήρξατε ωραίος άντρας, κύριε Βαλαωρίτη;

Ναι, υπήρξα. Ωραίος μαζί με τη γυναίκα μου, τη Μαίρη Γουίλσον, που υπήρξε πραγματικά ωραία κι αυτή και που με γνώρισε στους σουρεαλιστές.

Το γνωρίζω, αλλά δεν ήθελα να πάει εκεί η κουβέντα.

Που, δηλαδή;

Στους ποιητές πάλι.

Και που να πάει;

Στη σύντροφο σας, απλά, σκέτα, χωρίς περαιτέρω πληροφορίες.

Με μύησε στους σουρεαλιστές, όπως σας είπα, ανήκε στον κύκλο του Μπρετόν, οπότε μιλάμε για μια κοινή ζωή με αγάπη, μα και πάθος, που δεν μας έλειψε. Γι’ αυτό μίλησα.

Είναι εν ζωή η γυναίκα σας;

Ναι. Είναι λίγα χρόνια μικρότερη μου. Έχει μεγαλώσει πολύ κι αυτή. Μεγαλώσαμε…

Βγαίνετε από το σπίτι;

Σπάνια πια. Το ντοκιμαντέρ σας αν δεν μου το φέρετε εδώ, όταν ολοκληρωθεί, δεν θα έρθω να το δω στην αίθουσα. Δυστυχώς δεν μετακινούμαι άνετα στην ηλικία μου. Σε λίγες μέρες, πάντως, θα χρειαστεί να βγω. Παρουσιάζεται στη Στοά του Βιβλίου η νέα ποιητική συλλογή μου και θα πρέπει να’ μαι στους ομιλητές.

Πως λέγεται;

«Ουρανός χρώμα βανίλιας».

Είστε πολύ οπτιμιστής τελικά.

Μπορεί, αλλά όπως είπατε κι εσείς πριν, οι άνθρωποι δεν είναι πάντα ότι φαίνονται.

Θα μου διαβάσετε μερικούς στίχους σας;

Ευχαρίστως! (σ.σ. Παίρνει στα χέρια του την τελευταία ποιητική συλλογή του κι αρχίζει να διαβάζει) «Από αυτό το άκρον άωτον του ποιητικού μας λόγου εξέχει από μνήμα πρόσφατο ρηχό ένα χέρι που κρατάει ένα μολύβι κι από νεκρούς και ζωντανούς εξίσου το μισθό του διεκδικεί».

Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης (Νοέμβριος 2011)

* Πρώτη δημοσίευση: koutipandoras.gr

** Η συνέντευξη με τον ποιητή Νάνο Βαλαωρίτη πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο του 2011 στο σπίτι του στο Κολωνάκι