Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΕΝΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΕΝΑ ΠΛΑΤΩΝΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2025

Η Λένα Πλάτωνος για την απώλεια του Μιχάλη Γρηγορίου

Με τον Μιχάλη είχαμε γνωριστεί πολύ νωρίς γύρω στο 1972 που είχα επιστρέψει από μουσικές σπουδές στην Αυστρία. Ήταν λίγα χρόνια μεγαλύτερος μου, άρα τον θεωρούσα άνθρωπο της δικής μου γενιάς. Μας ένωσαν πολλά και πρωτίστως η μεγάλη μας αγάπη για τα synthesizers, που δεν είχαν καμία σχέση μέχρι τότε με την ελληνική λαϊκή μουσική που καταναλωνόταν κατά κόρον. Μιλούσαμε για συνθέτες σύγχρονης μουσικής και συνηθίζαμε να παίζουμε μαζί πιάνο. Το 1987 μοιραστήκαμε ένα δίσκο με μουσική μόνο για synthesizers: Ο Μιχάλης, εγώ, ο Βαγγέλης Κατσούλης και ο Μηνάς Αλεξιάδης, που ήταν μαθητής του πατέρα μου. Νέα παιδιά ήμασταν τότε όλοι και μοιραζόμασταν τις ίδιες αγωνίες. Τον έζησα πολύ και στο Τρίτο Πρόγραμμα υπό τη σκέπη του Μάνου Χατζιδάκι. Πιστεύω ακράδαντα πως ο Χατζιδάκις που ήταν κάπως σαν τον πατέρα μας εκεί μέσα θεωρούσε καθήκον του να εκδώσει τα έργα των νεότερων συναδέλφων και συνεργατών του. Αν θυμάμαι καλά, ο «Οδυσσέας στο ποτάμι» του και η δική μου «Ηχώ και τα λάθη της» βγήκαν το ίδιο διάστημα από τον Σείριο. Μοιραζόμασταν και την ίδια ερμηνεύτρια, τη Σαβίνα Γιαννάτου, που είχε γίνει η φωνή όλων των προοδευτικών συνθετών εκείνη την περίοδο. Εκτιμούσα πολύ τη μουσική του Μιχάλη, που την άκουγα πάντα απ' τους πρώτους, όποτε έφτανε στο τελείωμα κάποιου έργου. Οι κλασικές αρμονίες του σε συνδυασμό με την ελευθερία που του έδιναν τα synthesizers, ευθύνονταν για μια μοναδική μυσταγωγική ατμόσφαιρα. Τον παραδεχόμουν, όπως κι εκείνος παραδεχόταν εμένα που είχα στραφεί στην αναζήτηση μιας πιο «ποπ» ηλεκτρονικής κουλτούρας. Το 1994, τον Ιούνιο, ήμουν σε πλήρη κατάκλιση, χτυπημένη από βαριά κατάθλιψη. Άνοιξα το ραδιόφωνο που έπαιζε συνέχεια τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι. Όταν χτύπησε το τηλέφωνο μου, ήταν ο Μιχάλης που μου ανακοίνωσε τον θάνατο του Μάνου. Κλαίγαμε κι οι δύο σαν μωρά παιδιά. Κι αν έχουμε κλάψει μαζί με τον Μιχάλη στη ζωή μας! Πριν από μερικά χρόνια που έχασε τη Μαρία, τη σύντροφό του, εντελώς απρόσμενα, του συμπαραστεκόμασταν όλοι οι φίλοι και συνάδελφοί του. Ο Μιχάλης φλέρταρε έντονα τότε με την αυτοκτονία. Τον φώναζα σπίτι μου σχεδόν κάθε μέρα. Έκλαιγε ατελείωτα - κι εγώ μαζί του για δικούς μου λόγους περισσότερο - και μόλις ξημέρωνε, καταλήγαμε πάντα να παραγγέλνουμε φαγητό delivery και ποτά. Ήταν κάτι σαν ψυχοθεραπεία και των δυονών μας το φαΐ μετά από τόσο κλάμα και κουβέντες που επαναλαμβάνονταν. Δεν ήταν ένας απλός φίλος ο Μιχάλης. Θα τον αποκαλούσα γκουρού μου σήμερα, καθώς με μύησε σε συγγραφείς που αγνοούσα την ύπαρξη τους, όπως τον Άρθουρ Κέσλερ με τα πιο άγνωστα βιβλία του. Επίσης την ίδια περίοδο ένιωσε την ανάγκη να μου χαρίσει ορισμένα ανέκδοτα έργα του, αδισκογράφητα, τα οποία φυλάω στο αρχείο μου. Εννοείται πως οι στιγμές μαζί με τον Μιχάλη δεν είχαν μόνο πένθος, αλλά και τρομερό γέλιο. Ο θάνατος του σήμερα είναι μία τεράστια στενοχώρια. Έκανε τόσα σχέδια, τόσα όνειρα. Δεν έχω σταματήσει να κλαίω απ' την ώρα που το έμαθα. Τον αποχαιρετώ με ένα αίσθημα βαθιάς οδύνης και με τη συνειδητοποίηση πως όλο και πιο μόνοι μένουμε στον κόσμο αυτό. Μακριά από συγγενείς. Κοντά από ξένους. Όπως το έγραψα κάποτε...

Μιχάλης Γρηγορίου: «Ο καλλιτέχνης δεν ''εκφράζεται'' απλώς, έχει και κάποιες υποχρεώσεις απέναντι στην κοινωνία του»

Κύριε Γρηγορίου, ποιο είναι το αγαπημένο σας ροκ συγκρότημα;

Οι Pink Floyd, καθώς η μουσική τους έδειξε από νωρίς πως ήταν μουσικοί μορφωμένοι, έχοντας διάθεση για πειραματισμούς και αυτοσχεδιασμούς χωρίς να ανήκουν στη τζαζ. Μέσα στην κουλτούρα της ροκ, που κυρίευσε τους πάντες στον 20ό αιώνα, οι Pink Floyd ήταν αυτοί που εγώ ξεχώρισα. Υπήρχαν και πολλά άλλα συγκροτήματα που τους ακολούθησαν, όμως αυτοί ήταν οι πρώτοι που έδωσαν μία ελευθερία στη μουσική σύνθεση και εκτέλεση.

Ελευθερία θα λέγαμε υπάρχει και στα δύο πρόσφατα έργα σας, τη «Σκοτεινή Πράξη» και τους «Αποχαιρετισμούς της θάλασσας», σε ποίηση Τάσου Λειβαδίτη, Άρη Αλεξάνδρου και Τάκη Σινόπουλου. 

Έχουν περάσει ήδη έξι χρόνια από τότε που κυκλοφόρησε το ορατόριο «Σκοτεινή Πράξη» σε ποίηση Τάσου Λειβαδίτη και οι «Αποχαιρετισμοί της θάλασσας» σε ποίηση των Αλεξάνδρου - Σινόπουλου. Ακολούθησε ένα διάστημα απουσίας που δεν οφειλόταν σε δική μου απροθυμία ή έλλειψη έργων, αλλά στο ότι δύσκολα πια έχεις πρόσβαση στη δισκογραφία με ένα είδος μουσικής που κρίνεται ως μη εμπορικό. 

Να, όμως, που τώρα με το έργο «Μπλε», μπήκατε μέχρι και στα ελληνικά charts σε στήλη εφημερίδας. Πως σχολιάζετε το γεγονός πώς δίπλα στον τίτλο του νέου έργου σας αναγράφονται μόνο τα ονόματα των ερμηνευτών;

Νομίζω πως μάλλον οφείλεται σε έλλειψη καλλιέργειας κάποιων κοριτσιών και αγοριών, που συντάσσουν τέτοιες στήλες και που έχουν συνηθίσει να αντιμετωπίζουν κάθε καινούργιο CD σε αναλώσιμο προϊόν με στενά διαφημιστικούς όρους. Είναι γεγονός βέβαια πως τα ονόματα των τραγουδιστών είναι πολύ πιο γνωστά στο καταναλωτικό κοινό που ενδιαφέρει τους συντάκτες τέτοιων «charts». 

Μα κάθε δίσκος που κυκλοφορεί προϊόν προς πώληση δεν είναι;

Φυσικά, γιατί έχει υποβαθμιστεί η έννοια του έργου τέχνης και του δημιουργού. Μιλάμε λοιπόν για μια συγκεκριμένη κουλτούρα που αντιμετωπίζει τα πάντα με όρους καταναλωτικούς. Προσωπικά, για να σχολιάσω αυτό που είπατε πριν, δεν με πειράζει η μη αναγραφή του ονόματός μου σε τέτοιους εμπορικούς καταλόγους. Με πειράζει, όμως, γενικότερα η εξάπλωση αυτής της νοοτροπίας που μας οδήγησε στην αποδοχή μεταξύ άλλων μιας κουλτούρας σαν αυτή του «Big Brother». 

Ο Όργουελ θα χαμογελάει πονηρεμένος.

Να μη χαμογελάει; Και πού'σαι ακόμα...

Από το ένθετο του δίσκου «Ο Οδυσσέας στο ποτάμι» (1985) σε ποίηση Τάκη Σινόπουλου. Εικονίζονται ο Μιχάλης Γρηγορίου και οι δύο νεαροί τότε ερμηνευτές του, η Σαβίνα Γιαννάτου και ο Βασίλης Λέκκας. 

Μέχρι τώρα μοιάζετε να είστε εμμονικός με κάποιους ποιητές, στους οποίους επιστρέφετε κατά καιρούς. Θυμίζω τον «Οδυσσέα στο ποτάμι» το 1985, από τις πρώτες παραγωγές του χατζιδακικού Σείριου, επίσης σε ποίηση Τάκη Σινόπουλου.

Ο Χατζιδάκις έκλεισε εννιά χρόνια που μας άφησε και το κενό είναι μεγάλο, όσο κλισέ κι αν ακούγεται αυτό. Πράγματι, όταν έκανε τον Σείριο, κάλεσε εμένα, τη Λένα Πλάτωνος, τον Μαραγκόπουλο και τα άλλα παιδιά, δίνοντας μας την ευκαιρία να εκδώσουμε τη μουσική μας με τις ευλογίες του. Η δική μου σχέση με τον Χατζιδάκι πηγαίνει ακόμη πιο πίσω, στα τέλη της δεκαετίας του 1970, όταν με κάλεσε στο Τρίτο Πρόγραμμα. Δεν φαντάζεστε πόσα όμορφα πράγματα κάναμε τότε. Νομίζω πως το έργο «Η αγάπη είναι ο φόβος» σε ποίηση Μανώλη Αναγνωστάκη, το '79, με τη Φαραντούρη και τον Κούτρα, ήταν εκείνο που άρεσε περισσότερο του Μάνου. Έβρισκε τη φύση της μουσικής μου βαθιά εξπρεσιονιστική και γι' αυτό επαναστατική. Δικά του λόγια σας λέω. Όταν θέλησα να κάνω σε δίσκο τον «Οδυσσέα στο ποτάμι», αφορμή στάθηκαν οι αφίσες που έβλεπα κατά καιρούς για διάφορες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις αμφιβόλου αισθητικής. Εκεί δηλαδή είπα πως θα καταθέσω ακόμη ένα έργο μακριά από κάθε εμπορική λογική. Ήταν η πρώτη μου συνεργασία με τη Σαβίνα Γιαννάτου, που την είχα γνωρίσει στο Τρίτο Πρόγραμμα, ενώ τον Βασίλη Λέκκα, τον οποίο σαφώς γνώριζα επίσης, μου τον είχε προτείνει ο ίδιος ο Μάνος. 

Μένω στην αφορμή της δημιουργίας εκείνου του έργου και ανατρέχω σε κάτι που είχατε γράψει στο ένθετο της έκδοσης: «Έρχομαι κι εγώ να συμβάλλω άφοβα μ' αυτό το δίσκο στην αυριανή διακόσμηση των τοίχων που μας περιβάλλουν».

Ο Μάνος είχε γελάσει πολύ μ' αυτή μου τη σημείωση, αφού του θύμισε τον εαυτό του και τα δικά του σημειώματα στα έργα του. Μάλιστα είχε εντυπωσιαστεί απ' το γεγονός της μελοποίησης του Τάκη Σινόπουλου, θέλω όμως να διευκρινίσω πως ποτέ δεν μου άρεσε η έννοια της «μελοποιημένης ποίησης». Μοιάζει σαν να προσπαθεί κανείς να μπογιατίσει με στίχους τη μουσική. Για μένα η σχέση του μουσικού με τον ποιητικό λόγο είναι όπως αυτή ενός σκηνοθέτη με το σενάριο, σαν το πάντρεμα δύο διαφορετικών χώρων, απ' όπου προκύπτει ένα νέο αυτόνομο έργο. Το τραγούδι! Επίσης, ποτέ δεν έκανα διάκριση ανάμεσα στην «ποίηση» και τον «στίχο». Αυτά είναι ξιπασιές και σοβαροφάνειες. 

Δεν ξέρω αν ισχύει απόλυτα αυτό που θα πω, πάντως μετά τη Μεταπολίτευση γεμίσαμε από υδροκέφαλα του Μίκη Θεοδωράκη με καταθέσεις πολιτικών τραγουδιών, όπως θέλανε να τα λένε. Φωτεινές εξαιρέσεις ο Θάνος Μικρούτσικος και εσείς, θα μου επιτρέψετε, με τα «Ανεπίδοτα γράμματα». 

Δεν έχετε άδικο, το σήκωνε η εποχή. Συνθέτες όχι και τόσο καταρτισμένοι μουσικά, ασχολήθηκαν με το λεγόμενο «πολιτικό τραγούδι» στην υπηρεσία μιας άμουσης μουσικής όλο συνθηματολογία. Νομίζω πως σ' αυτό ταιριάξαμε πολύ με τον Χατζιδάκι στις κατ' ιδίαν συζητήσεις μας. Όταν έγραφα τα «Ανεπίδοτα γράμματα», ορμώμενος από την ποίηση του Αλεξάνδρου, μια ποίηση βαθιά μελαγχολική και υπαρξιακή, μελετούσα πολύ τους σύγχρονους συνθέτες, όπως και τους Pink Floyd, που λέγαμε στην αρχή. Πάντως, το ίδιο έργο θα το έφτιαχνα έτσι ακριβώς και σήμερα, οπότε καλό θα'ναι να διαχωρίζω τη θέση μου - εγώ ο ίδιος πρωτίστως - από το κλίμα του πολιτικού τραγουδιού της Μεταπολίτευσης, όπως το επισημάνατε.

Ταυτίσατε τη μουσική δημιουργία με τη σχέση του εκάστοτε σκηνοθέτη με το σενάριο που έχει μπροστά του. Λογικό μού ακούγεται, είστε γιος του σκηνοθέτη Γρηγόρη Γρηγορίου.

Κάθε άνθρωπος διαμορφώνεται από το κλίμα στο οποίο μεγαλώνει. Εγώ είχα την τύχη να γεννηθώ σε μια οικογένεια με καλλιτεχνικά και με πνευματικά ενδιαφέροντα. Αυτό σίγουρα με επηρέασε. Άρχισα π.χ. μαθήματα πιάνου σε ηλικία πέντε ετών με τη θεία μου, Κάιτη Παπαλεονάρδου. Στο περιβάλλον μου άκουγα από τα παιδικά μου χρόνια να μιλούν για ποίηση, για λογοτεχνία, για μουσική, για κινηματογράφο κλπ. Η σχέση μου με την τέχνη λοιπόν είχε απόλυτα βιωματικό χαρακτήρα. 

Και με σαφείς πολιτικούς προβληματισμούς.

Οι οποίοι δεν με έχουν καθόλου εγκαταλείψει. Αντίθετα όσο μεγαλώνω γίνονται όλο και πιο έντονοι. 

Τι είναι ένας καλλιτέχνης για σας με δυο λόγια;

Θα πω τι δεν είναι ένας καλλιτέχνης! Σίγουρα ο καλλιτέχνης για μένα δεν είναι ένα χαϊδεμένο παιδί που απλώς «εκφράζεται». Έχει δηλαδή και κάποιες υποχρεώσεις απέναντι στην κοινωνία του. 

Συμφωνείτε μ' αυτό που μου είπε πρόσφατα ο Νίκος Κούνδουρος; «Η σχέση του καλλιτέχνη με το έργο του δεν είναι μία χαρμόσυνη σχέση με τη ζωή».

Καταλαβαίνω πως το λέει ο Κούνδουρος, που ανήκει στη γενιά του πατέρα μου. Οι άνθρωποι αυτοί, ανεξαρτήτως της κοινωνικής θέσης τους, αγωνίστηκαν να ανοίξουν τα μάτια των άλλων, να τους κάνουν λίγο πιο σκεπτόμενους σε πολύ δύσκολες εποχές για τον τόπο τους. Και θα πρέπει να ξέρετε πως ο πατέρας μου κινδύνευσε να καταστραφεί οικονομικά πολλές φορές από ταινίες που δεν έκοβαν εισιτήρια. Αυτό που του λέγανε και πολύ τον πλήγωνε ήταν το ότι «ταινία που δεν κάνει εισιτήρια, δεν είναι καλή ταινία». Το ίδιο δεν λέγανε και για ένα δίσκο ή ένα βιβλίο; Η δημιουργία είναι μία επώδυνη διαδικασία και το μόνο βέβαιο είναι πως κάτι δεν σ' ευχαριστεί στον τρόπο που ζεις εσύ ή μάλλον στον τρόπο που βλέπεις να ζουν οι άλλοι γύρω σου. Κάτι θες ν' αλλάξεις και μ' αυτή τη λογική πορεύεσαι σ' ένα πρώτο στάδιο τουλάχιστον. 

Σας συναντώ με αφορμή την έκδοση του «Μπλε» σε ποίηση Ρηνιώς Παπανικόλα, την οποία μας γνωρίζετε και ως ποιήτρια εν τη απουσία της.

Αυτό που επιχείρησα είναι να ξαναμιλήσω με τη βοήθεια της μουσικής αλλά και των στίχων της Ρηνιώς για κάποια αυτονόητα που κινδυνεύουν να ξεχαστούν στην εποχή μας και που ανέκαθεν αποτελούσαν το πεδίο της τέχνης. Αναφέρομαι στο δικαίωμα στην ευαισθησία, στην έκφραση της νοσταλγίας, της αίσθησης της απώλειας, της μοναξιάς , αλλά και του έρωτα - πράγματα για τα οποία ανέκαθεν οι άνθρωποι έγραφαν τραγούδια. Το «Μπλε» είναι μια σειρά από λυρικά τραγούδια που θέλουν να παρασύρουν τον ακροατή σ' ένα ταξίδι, κάνοντας τον να στραφεί σε πιο εσωτερικά τοπία. 

Το παράδοξο είναι πως ενώ το έργο ηχογραφήθηκε «ζωντανά» κατά το ήμισυ, δεν φαίνεται να εξυπηρετεί τη λογική αυτή.

Είναι βέβαια ένα είδος μουσικής που δε στηρίζεται τόσο στη λογική μιας τζαζ συναυλίας π.χ. όπου μετράει η ζωντάνια της στιγμής και οι αυτοσχεδιασμοί, και όχι τόσο οι απαιτήσεις αρτιότητας και ευαισθησίας εκ μέρους των ερμηνευτών. Το έργο ηχογραφήθηκε «ζωντανά» στην πρώτη δημόσια παρουσίαση του στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών τον περασμένο Δεκέμβριο. Εννοείται πως σε όσα κομμάτια με ικανοποιούσε η «ζωντανή» ηχογράφηση, την κράτησα.

Το εξώφυλλο του δυσεύρετου σήμερα LP με τίτλο «Keyboard Music» (1987) με έργα για synthesizers των Βαγγέλη Κατσούλη, Λένας Πλάτωνος, Μιχάλη Γρηγορίου, Μηνά Αλεξιάδη. 

Μάλιστα. Ένα έργο δηλαδή αρκετά μακριά από τη λογική του παλαιότερου και σπάνιου σήμερα άλμπουμ σας με τη «Μουσική για keyboard».

Ο δίσκος αυτός ήταν συλλογική εργασία με συνθέσεις δικές μου, του Βαγγέλη Κατσούλη, της Λένας Πλάτωνος και του Μηνά Αλεξιάδη. Ήταν ένα προϊόν των πειραματισμών εκείνης της περιόδου και τα synthesizers για μένα αποτέλεσαν ένα πολύ γοητευτικό πεδίο πειραματισμών και δημιουργίας. Αποτέλεσαν ακόμη χώρο μεγάλης ελευθερίας διότι παρείχαν - κι ακόμη παρέχουν - τα «μέσα παραγωγής» για να μιλήσουμε με όρους πολιτικής οικονομίας. Αυτό έγινε ιδιαίτερα φανερό και από «Τα Εργαστήρια του Τρίτου», που είχαν δώσει την ευκαιρία σε εκατοντάδες Έλληνες μουσικούς να παρουσιάσουν πρωτότυπη δουλειά τους δημοσίως. Λόγω ακριβώς της ελευθερίας και του χαμηλού κόστους παραγωγής που πρόσφεραν τα synthesizers και τα home studios.

Θέλω να μου μιλήσετε λίγο για τη Ρηνιώ Παπανικόλα, αφού τώρα τη μαθαίνουμε και ως ποιήτρια, όπως σχολίασα πριν.

Η Ρηνιώ ήταν φίλη από τα παλιά, την ξέραμε από τις παραγωγές της στο ραδιόφωνο, στο Τρίτο Πρόγραμμα, δεν ξέραμε όμως ότι έγραφε και ποιήματα. Η συλλογή της αυτή κυκλοφόρησε ιδιωτικά - όπως είθισται - το 1996 με την προτροπή ενός άλλου φίλου και συνάδελφου, του Δημήτρη Λέκκα. Από την πρώτη στιγμή που διάβασα τα ποιήματα της με συγκίνησαν, ήταν τρυφερά και ειλικρινή σαν κομμάτια ενός προσωπικού ημερολογίου. Και στην πραγματικότητα αυτό ήταν, αφού είχαν γραφτεί σε πολύ ιδιωτικές στιγμές. Δυστυχώς πέθανε πριν προλάβει να ακούσει το έργο στην τελική του μορφή, είχε όμως την ευκαιρία να ακούσει τα τραγούδια από ένα demo που της είχα φτιάξει, δυστυχώς με τη δική μου φωνή. Της άρεσαν πολύ! Ας μην νομιστεί πως τα οργανικά μέρη των τραγουδιών, απείχαν πολύ από την τελική μουσική εκτέλεση. Σήμερα - ξαναπάμε σ' αυτό που λέγαμε λίγο πριν - οι υπολογιστές και τα samplers δίνουν τη δυνατότητα και την ευκαιρία να πλησιάσεις πολύ το επιθυμητό αποτέλεσμα. 

Στο «Μπλε» εντύπωση προκαλεί και η διανομή του υλικού στους ερμηνευτές: Μαρία Φαραντούρη, Σαβίνα Γιαννάτου, Τάσης Χριστογιαννόπουλος. Υπάρχουν και οι τριφωνίες σε δύο τραγούδια.

Θα παρομοίαζα τον τρόπο χρήσης των φωνών με το λεγόμενο casting που γίνεται στους θεατρικούς ρόλους. Κάθε φωνή παραπέμπει σ' ένα θεατρικό ρόλο, σ' έναν ανθρώπινο χαρακτήρα. Έτσι, τα τραγούδια που απαιτούσαν μια πιο «αιθέρια» ερμηνεία, αποδόθηκαν από τη Σαβίνα Γιαννάτου, ενώ η Μαρία Φαραντούρη ανέλαβε να ερμηνεύσει αυτά που απαιτούσαν μια πιο ώριμη και ζεστή γυναικεία φωνή. Πολύ σπουδαίος επίσης είναι και ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος, που κάνει καριέρα κλασικού τραγουδιστή στη Γερμανία. Με το ίδιο σκεπτικό της κατάλληλης διανομής των μουσικών ρόλων, κινήθηκα και στην ενορχήστρωση των τραγουδιών, όπως και στα τρία οργανικά ιντερλούδια που βοηθούν στο πέρασμα από τη μία μουσική ενότητα στην άλλη. 

Σαν να μην παίζουν απλώς νότες ακούγονται τα όργανα.

Είναι μια σωστή παρατήρηση αυτή, αφού τα όργανα αναλαμβάνουν να εκφράσουν και κάποιους ψυχολογικούς - αν θέλετε - ρόλους, οι οποίοι εξυπηρετούν τα μουσικά νοήματα. Όσο για τις τριφωνίες, αυτές προέκυψαν και πάλι από την επιθυμία μου για σωστή κατανομή των απαιτούμενων μουσικών ρόλων.

Είναι ένα δύσκολο έργο ως προς τη «ζωντανή» παρουσίαση του; Υπάρχει περίπτωση δηλαδή να το παρουσιάσετε και κάπου αλλού με αφορμή τη δισκογράφηση του;

Αυτό δεν το ξέρω ακόμα. Βεβαίως - κι αυτό θα ήθελα να το γράψετε - είχε γίνει μια αίτηση για να παιχτεί το «Μπλε» στη Μυτιλήνη, απ' όπου καταγόταν η Ρηνιώ. Ο πατέρας της ανήκε μάλιστα στις προοδευτικές δυνάμεις του νησιού, αλλά φαίνεται πως αυτά τα «εις μνήμην» δεν πτοούν τις δημοτικές αρχές, ούτε και το Υπουργείο Αιγαίου, στο οποίο επίσης έγινε η πρόταση. 

Να με συμπαθάτε, αλλά οι δήμοι θέλουν εύπεπτα λαϊκά θεάματα.

Ακριβώς! Έργα σαν το «Μπλε» δεν έχουν το μπούγιο και την ελαφρολαϊκή γκλαμουριά που απαιτούν οι πολιτικές αναγκαιότητες του «άρτος και θεάματα», αφού στον τόπο μας δυστυχώς πολιτική και πολιτισμός πάνε μαζί. Αυτά όμως είναι γνωστά πράγματα που δεν αξίζει τον κόπο να τα επαναλαμβάνουμε. Ελπίζω να δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί κι αλλού το έργο σε κατάλληλες συνθήκες. Έχουν γίνει ήδη κι άλλες προτάσεις στη Θεσσαλονίκη και τη Βέροια που διαθέτουν και τις κατάλληλες αίθουσες. Θα δούμε...

Αυτό που έχει σημασία είναι το ότι παραμένετε δημιουργικότατος.

Υπάρχουν, πράγματι, ένα σωρό άλλα πράγματα που είναι έτοιμα και που θα με ενδιέφερε να τα κυκλοφορήσω. Ελπίζω να έχω του χρόνου, το 2004, μια παρουσία στο Φεστιβάλ Αθηνών με ένα μεγάλο έργο για χορευτές, ορχήστρα, χορωδία και σολίστες, σε μορφή χοροδράματος. Έχω έτοιμο κι ένα καινούργιο κύκλο τραγουδιών σε ποίηση Κώστα Καρτελιά με τίτλο «Ούτις». Ελπίζω να προχωρήσει μετά το φθινόπωρο. Ια ήθελα ακόμη να εκδώσω κάποια τραγούδια που είχα γράψει στα 18 μου χρόνια πάνω σε ποιήματα της μητέρας μου, της Μαρίας Παπαλεονάρδου, που γράφτηκαν όταν κι εκείνη ήταν 18 χρονών. Για να παραφράσω ένα γνωστό ρητό: «Έργα υπάρχουν, ευκαιρίες συχνά δεν υπάρχουν». 

Θέλω πριν κλείσουμε να μου πείτε για ποιο λόγο τα «σπάσατε» με τους Άγγλους το 1986. Ποιος θα τολμούσε να έρθει σε ρήξη με έναν θεσμό που έδινε βήμα σε επαγγελματίες συνθέτες και χορογράφους;

Στα 25 μου, όπως γνωρίζετε, στις αρχές του 1970, εκπροσώπησα την Ελλάδα στο «Διεθνές Βήμα Συνθετών της UNESCO» στη Γαλλία με το έργο «Septet». Στην Αγγλία, μία δεκαετία αργότερα, σ' έναν κραταιό διεθνή θεσμό, όπως είπατε, έβλεπα να γίνονται πράγματα που με ξεπερνούσαν. Ήρθα σε μεγάλη σύγκρουση με τους διοργανωτές του, διαφωνώντας πλήρως με τη λογική τους περί μουσικής. Δεν έχουμε την απαιτούμενη ώρα να σας αναλύσω τι ακριβώς έβλεπα. Με απέπεμψαν και, έτσι, είμαι ο μοναδικός συνθέτης στην ιστορία αυτού του θεσμού σεμιναρίων που δεν τα βρήκε με τους καλλιτεχνικούς διευθυντές του. Γύρισα στην Ελλάδα θυμωμένος, αλλά όχι πικραμένος ή απογοητευμένος. 

Οι συγκρούσεις είναι ίδιον των ευφυών δημιουργών; 

Ενίοτε χρειάζεται ο συγκρουσιακός χαρακτήρας όταν για άλλα είσαι προετοιμασμένος και άλλα εισπράττεις. Εγώ ήμουν από πολύ νωρίς κατασταλαγμένος και ήξερα πολύ καλά τα διαβάσματα μου, τις επιρροές μου ή και τις παρέες μου. Δεν γινόταν κανείς να με νουθετήσει εκτός απ' την οικογένεια μου, που κάτι τέτοιο δεν έκανε ποτέ. Εκείνο τον καιρό κάναμε μεγάλες κουβέντες με τον Θάνο (σ.σ. τον Μικρούτσικο), αφού κι εκείνος έφερε βαρέως τη διαγραφή του από το Κόμμα εξ αιτίας του θάρρους της γνώμης του κάποτε. Το ίδιο και με τον Χατζιδάκι, που μια ζωή πάλεψε για μια μουσική παιδεία ξέχωρα από ακαδημαϊκές και υπερφίαλες φιλολογικές αναζητήσεις, τουλάχιστον σε ότι αφορούσε την ενασχόληση του με το ποιητικό μέλος. 

Τι ρόλο παίζει η συντροφιά στη ζωή σας, κύριε Γρηγορίου;

Τεράστιο. Θέλω πάντα να έχω μία σύντροφο δίπλα μου, να την αισθάνομαι μέσα στο σπίτι και να μοιράζομαι μαζί της τα πάντα. Δεν είναι εγωιστικό αυτό ή εγωκεντρικό, αφού οι περισσότεροι συνθέτες θέλουν την ησυχία τους και τη σιωπή τους. Εγώ δεν είμαι έτσι, απολαμβάνω την παρέα των ανθρώπων, πίνω, ξενυχτάω, δεν κάνω μία τυπική ζωή, πιστεύοντας πως κάτι καλό βγαίνει ακόμη κι όταν συζητάω μ' έναν νέο άνθρωπο, όπως με εσάς αυτή τη στιγμή. 

Σας ευχαριστώ πολύ.

Πόσων χρονών είσαι;

Έγινα 29 τον περασμένο Φλεβάρη.

Να ένας λόγος να σ' ευχαριστώ εγώ πιο πολύ γι' αυτή τη συνέντευξη.  

Μιχάλης Γρηγορίου, Μπόσκο, Μαρία Φαραντούρη, Κώστας Καρτελιάς, Δώρος Δημοσθένους. Ιανουάριος 2015 στην «Κόκκινη κλωστή», το μπαρ του ποιητή Κώστα Καρτελιά και καινούργιο μας στέκι εκείνη την περίοδο. Εγώ είμαι ανάμεσα σε όλους τους συντελεστές του βιβλίου - CD «Κόκκινη κλωστή» (2014) που βγήκε από τις εκδόσεις Αιγόκερως. 

* Η συνέντευξη με τον συνθέτη Μιχάλη Γρηγορίου πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 2003 στο bar - restaurant «Άλεκτον» στον Κεραμικό, που πια δεν υφίσταται. 

** Ένα μεγάλο μέρος της συνέντευξης δημοσιεύθηκε στο περιοδικό ΗΧΟΣ (τεύχος 364, Ιούλιος 2003)

*** Αφιερώνεται στη μνήμη του Μιχάλη Γρηγορίου που έφυγε αναπάντεχα από τη ζωή το Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2025 σε ηλικία 78 ετών.

Κυριακή 15 Ιουνίου 2025

Η αποθέωση της Λένας Πλάτωνος στο Θέατρο Κήπου της Θεσσαλονίκης

Μια αγκαλιά από πανκ κορίτσια στη Λένα
Και το Θέατρο Κήπου της Θεσσαλονίκης φώναξε «Λευτεριά στην Παλαιστίνη»
Σαβίνα Γιαννάτου - Γιάννης Παλαμίδας περιμένοντας τη σειρά τους να τραγουδήσουν
Η Λένα με νεαρή θαυμάστρια της 
Λένα Πλάτωνος - Μπόσκο (με τα γυαλιά της Λένας)
Η Λένα Πλάτωνος με ακόμη έναν θαυμαστή της 
Κατάμεστο το Θέατρο Κήπου της Θεσσαλονίκης. Η προπώληση έσκισε (700 εισιτήρια) συν πολλοί ακόμη στην είσοδο του θεάτρου
Ο ψυχίατρος Σταύρος Μπουφίδης μαζί με την ερμηνεύτρια Βούλα Σαββίδη στη συναυλία της Πλάτωνος που την καταχάρηκαν, όπως μας είπαν 
Σαβίνα Γιαννάτου - Stergios T. - Γιάννης Παλαμίδας, soundcheck 

Η Λένα με τον Ματθαίο, μεγάλο θαυμαστή της, που ήρθε από τα Τρίκαλα ειδικά για τη συναυλία. Από κάτω, το ασταμάτητο χειροκρότημα του κόσμου στο Θέατρο Κήπου της Θεσσαλονίκης 
Μπόσκο - Λένα στο καμαρίνι του Θεάτρου Κήπου της Θεσσαλονίκης 
Σαβίνα Γιαννάτου - Χριστίνα Βουλγαράκη - Γιάννης Παλαμίδας
Η Λένα Πλάτωνος με τους δύο τραγουδιστές της από το 1981 μέχρι σήμερα, το 2025, ανελλιπώς. Τον Γιάννη Παλαμίδα και τη Σαβίνα Γιαννάτου. Θεσσαλονίκη, Σάββατο 14 Ιουνίου. 
Κι ένα σέλφι βιντεάκι από τη στιγμή του «Σαμποτάζ». Φωνητικά και γέλια με τη Λένα ενόσω στη σκηνή τραγουδούσαν η Σαβίνα και ο Γιάννης. 



Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2025

Λουκιανός Κηλαηδόνης: Ένα πλήρες αφιέρωμα στον σημαντικό συνθέτη που πέθανε σαν σήμερα πριν από οχτώ χρόνια


Tι σπάνιος και μοναδικός καρπός στο υπεραιωνόβιο δέντρο του ελληνικού τραγουδιού ήταν ο Λουκιανός Κηλαηδόνης! Πραγματικά, ένας «φτωχός και μόνος κάου-μπόυ», που την εποχή της επικράτησης του πολιτικού τραγουδιού στη χώρα μας πρότεινε την επανασύνδεση με τον Αττίκ και τον Κώστα Γιαννίδη, αλλά και την αμερικανική τζαζ, country και σουίνγκ μουσική.

Τη δική του επανάσταση, βέβαια, μεσούσης της χούντας, την είχε κάνει ο Κηλαηδόνης με τον τρίτο μόλις προσωπικό του δίσκο, τα θρυλικά «Μικροαστικά» του 1973, από κοινού με τον Γιάννη Νεγρεπόντη. Στο βιβλίο του «Φλέρυ Νταντωνάκη - Εγώ είμαι ένα σύννεφο» (εκδόσεις Ηλέκτρα, 2005), ο Γιάννης Bach Σπυρόπουλος αποδίδει στην εντέλεια το κλίμα των ημερών της ηχογράφησης του δίσκου, αλλά και των παραστάσεων με το Ελεύθερο Θέατρο: «Λίγο αργότερα ο Λουκιανός ηχογραφεί στα παλιά στούντιο της Κολούμπια στον Περισσό, μ' εμένα τούμπα και τον Τσεκούρα ακορντεόν, τα "Μικροαστικά", κι όσους άλλους αναφέρονται στο εσώφυλλο αυτού του από παντού μαστορεμένου έξοχα δίσκου, κόκκινο βινύλιο αν θυμάμαι καλά, χωρίς κανένα κρεσέντο, σε στυλ "εδώ τα παράξενα". Ο Λουκιανός με τη δική του φωνή και με έναν ήχο σαν τη Xanandu, την κολώνια που φόραγε, με Γκολουάζ και Campari Rosso με πολύ πάγο και σόδα πάντα, ακόμα και κάτω από το καρακαήλι στο Ελεύθερο Θέατρο, κάνοντας πρόβες, πάντοτε κάποιος έφερνε σόδα και πάγο...» Μα, πώς μπορείς να κάνεις ένα αφιέρωμα στον Κηλαηδόνη χωρίς να ξεκινήσεις από τα «Μικροαστικά» του;

Φυσικά, όμως, δεν ήταν μόνο αυτή η πλέον αξιόλογη φάση της πορείας του Κηλαηδόνη. Κατά προσωπική εκτίμηση, μαζί με τον Δήμο Μούτση ήταν οι δύο Έλληνες συνθέτες-τραγουδοποιοί που φανέρωσαν μέσα στα χρόνια τις διαφορετικές −από υφολογικής άποψης− πτυχές του μεγάλου ταλέντου τους.

Έτσι, ενώ το δισκογραφικό ξεκίνημα του Κηλαηδόνη γίνεται το 1970 με τον κύκλο τραγουδιών «Η πόλη μας» σε στίχους Κωστούλας Μητροπούλου, για τις φωνές της Βίκυς Μοσχολιού και του Μανώλη Μητσιά (ας θυμηθούμε το «Όσο αγαπιόμαστε τα δυο» με τον Μητσιά), ενώ και η επόμενη δουλειά του κυκλοφορεί σε στίχους του Νίκου Γκάτσου, με το ερμηνευτικό σούπερ δίδυμο της εποχής, Δήμητρα Γαλάνη - Μανώλης Μητσιάς («Η κόκκινη κλωστή, 1972), παραδίδει αμέσως μετά τα πολιτικοποιημένα και αλληγορικά «Μικροαστικά» (1973) και τα «Απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας» (1975, πάλι σε στίχους του Νεγρεπόντη), γράφει μουσική για τη σημαντικότερη ελληνική ταινία όλων των εποχών, τον «Θίασο» (1975) του Θόδωρου Αγγελόπουλου, για να δώσει το στίγμα του με ένα πολύ ιδιαίτερο άλμπουμ, το «Media Luz» (1976), και, φυσικά, το «Είμαι ένας φτωχός και μόνος κάου-μπόυ», στα τέλη του 1978. Περάσματα εν ολίγοις από το αμιγώς λαϊκό τραγούδι, το πολιτικό −δοσμένο ποιητικά− τραγούδι, τη μουσική για κινηματογράφο και την τζαζ μουσική.

Η μουσική για το Ελεύθερο Θέατρο επί μία δεκαετία είναι ένα άλλο, ξεχωριστό κεφάλαιο στην εργογραφία του συνθέτη. Ζήτησα από τη σεναριογράφο και θεατρική συγγραφέα Μάρω Μπουρδάκου να γράψει ένα κείμενο για τον Κηλαηδόνη της επιθεώρησης, το οποίο και παραθέτω αυτούσιο, εμβόλιμο σε τούτο το αφιέρωμα. Την ευχαριστώ!

1973... Άλσος Παγκρατίου, εκεί, μέσα στα δέντρα, ήταν ένα θεατράκι που τώρα ρημάζει. Εκεί, κάτι νύχτες με φεγγάρι, αγιόκλημα και γιασεμιά στριμωχνόμαστε για να δούμε ένα νέο είδος επιθεώρησης, που και μόνο ο τίτλος της μας ξένιζε: «Και συ χτενίζεσαι». Δεν ήταν επιθεώρηση. Ήταν μετεπιθεώρηση. Διαφορετική από τα μέχρι τότε δεδομένα αυτού του θεατρικού είδους. Χωρίς μποά, φτερά και πούπουλα, το σκηνικό αφαιρετικό, χωρίς πασαρέλα, μόνο οι ηθοποιοί πάνω στη σκηνή, μπροστά σε ένα μικρόφωνο, σε κείμενα δικά τους, ομαδική δουλειά σε όλα, λόγια σταράτα χωρίς χυδαιολογία και βρισιές, θεατρικές επισημάνσεις βασισμένες στον κοινωνικό ιστό της εποχής και μια μουσική δροσερή, που μύριζε μια καλά κρυμμένη και καταπιεσμένη επανάσταση, που προσπαθούσε να απωθήσει από τα στεγανά τη διαμαρτυρία και να τη βγάλει παραέξω θεατράλε με στίχο και μουσική, που προσπαθούσε να μετουσιώσει το θέαμα σε πανηγύρι. Έναρξη που σατίριζε και ίσως-ίσως ακύρωνε τη μέχρι τότε καθιερωμένη επιθεώρηση και όλος ο θίασος να αυτοαναιρείται... «... Ένα, δύο, τρία στήθος, ένα δύο τρία μπούτι... όλα ωραία και καλά κι εμείς απόψε τραλαλά στο Άλσος να δροσίζεσαι, εδώ ο κόσμος καίγεται κι εσύ χτενίζεσαι...» Αρζόγλου, Παναγιωτοπούλου, Φασουλής, Χρυσομάλλης, Μαλτέζου, Λύρας, Σαμπάνης, Σκυλοδήμος, Μεντή. Ακολούθησαν άλλες εννιά. Σε διαφορετικά θέατρα. Ηθοποιοί μόνιμοι και προσθήκη νέων. Αλλά πάντα με μουσική του Λουκιανού. «Είμαι η Μαίρη Παναγιωταρά, μια εργαζόμενη μητέρα, μια καλή νοικοκυρά, δεν είμαι τίποτα το σπέσιαλ το καταπληκτικό, είμαι ένα ζώο δηλαδή κανονικό...» τραγουδούσε στη σκηνή του θεάτρου «Σμαρούλα» της οδού Ευελπίδων η ηθοποιός Λόυσκα Αβαγιανού το καλοκαίρι του 1981 στην επιθεώρηση «Της Ελλάδας το κάγκελο». «... Οι Πασοκάνθρωποι δεν είναι αγριάνθρωποι, είναι θα λέγαμε κάτι σαν ούφο, ούφο με πράσινο σκούφο...» εξηγούσε ο Μίμης Χρυσομάλλης στο κατά πλειονότητα πασοκικό κοινό τον χειμώνα του 1982 στο θέατρο Βέμπο, στην επιθεώρηση «Αλλαγή κι απάνω τούρλα». Μουσική ο Λουκιανός. Έντεκα χρόνια, 10 επιθεωρήσεις:

«Και συ χτενίζεσαι» (Ελεύθερο Θέατρο - Άλσος Παγκρατίου - Καλοκαίρι 1973)

«Το τραμ το τελευταίο» (Ελεύθερο Θέατρο - Άλσος Παγκρατίου - Καλοκαίρι 1976)

«Άλλα λόγια ν' αγαπιόμαστε» (Ελεύθερο Θέατρο - Θέατρο Άννα Μαρία Καλουτά - Καλοκαίρι 1977)

«Συνέβη στην Κατίνα»(Ελεύθερο Θέατρο - Άλσος Παγκρατίου - Καλοκαίρι 1978)

«Αναντάμ Παπαντάμ» (Ελεύθερη Σκηνή - Άλσος Παγκρατίου - Καλοκαίρι 1980)

«Της Ελλάδας το κάγκελο»(Ελεύθερη Σκηνή - Θέατρο Σμαρούλα - Καλοκαίρι 1981)

«Γιατί χαίρεται ο κόσμος;» (Ελεύθερη Σκηνή - Θέατρο Βέμπο - Χειμώνας 1981-'82)

«Αλλαγή κι απάνω τούρλα» (Ελεύθερη Σκηνή - Θέατρο Βέμπο - Χειμώνας 1982)

«Ραντεβού με την υστερία» (Ελεύθερη Σκηνή - Θέατρο Μινώα - Χειμώνας 1982-'83)

«Ψεκάστε, ψηφίστε, τελειώσατε» (Ελεύθερη Σκηνή - Θέατρο Αλίκη - Καλοκαίρι 1984) − με τη μία και μοναδική εμφάνιση σε επιθεώρηση του Αλέκου Αλεξανδράκη

Ήταν τότε, το 1976, στην επιθεώρηση «Το τραμ το τελευταίο» στο άλσος Παγκρατίου που ο Λουκιανός έψαχνε τον Γιώργο Θαλάσση, τον «Μικρό Ήρωα» των παιδικών του χρόνων, εκεί, στην Κυψέλη, όπου γεννήθηκε. Έχω την αίσθηση πως πάντα τον έψαχνε. Ο Λουκιανός της ώριμης νιότης μας, ο Λουκιανός που μας έκανε να φτιάξουμε αναμνήσεις με εκείνο το πάρτι του '83 στην πλαζ της Βουλιαγμένης, που όσοι το ζήσαμε θα το θυμόμαστε μέχρι να πεθάνουμε, ο Λουκιανός που μάντεψε πριν από 39 χρόνια πως «...  φεύγουν τα καλύτερά μας χρόνια, κάποιος μας τα κλέβει μυστικά».


Ανασύρω τώρα επίσης τα λόγια του Θόδωρου Αγγελόπουλου για τον συνθέτη του οριακού «Θιάσου» του, όπως τα κατέγραψα στη συνομιλία μας από τον Φεβρουάριο του 2009: «Αν και ήμουν λάτρης της μουσικής του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι, με είχαν εντυπωσιάσει τα "Μικροαστικά", περισσότερο μουσικά και λιγότερο στιχουργικά. Είχαν κάποια ηλεκτρικά στοιχεία χωρίς να είναι ροκ, που, ομολογουμένως, δεν με ενδιέφερε καθόλου. Ήταν μάλλον ο μοναδικός συνθέτης εκείνη την περίοδο ο Λουκιανός που έγραφε σε σουίνγκ και foxtrot ύφος. Ό,τι ακριβώς ήθελα! Αυτό που κατάφερε στη μουσική για τον "Θίασο" ήταν να ενώσει την αθωότητα των βαλς και των "ελαφρών" τραγουδιών με το δικό μου όραμα για μια αναδρομή, ουσιαστικά, στην πολυτάραχη πολιτική ιστορία της Ελλάδας...».

Αυτή η «πολυτάραχη πολιτική ιστορία της Ελλάδας» αποδείχτηκε κοινή συνισταμένη των δύο αντρών τελικά! Δεν είναι τυχαίο που ο Κηλαηδόνης στο άλμπουμ του «Είμαι ένας φτωχός και μόνος κάου-μπόυ» έδωσε στη Μοσχολιού να πει με τη δωρική λαϊκή φωνή της το «Τ' αντρειωμένου τ' άρματα» σε παραδοσιακούς στίχους: «Τ' αντρειωμένου τ' άρματα δεν πρέπει να πουλιώνται/ μόν' πρέπει τους στην εκκλησιά/ κι εκεί να λειτουργιώνται». Σωστή επιλογή τα δημοτικά δίστιχα για ένα τραγούδι πολιτικών νύξεων εν έτει 1978, αν υποτεθεί πως από το '73 με τα «Μικροαστικά» το δίδυμο Κηλαηδόνης - Νεγρεπόντης είχαν αντιμετωπίσει προβλήματα με τη χουντική λογοκρισία. «Έτσι που 'ρθαν τα πράγματα κακά κι ανάποδά μας, επαναστάτη βγάλαμε στην οικογένειά μας»έλεγαν οι αρχικοί στίχοι στο τραγούδι «Ντροπή τέτοιο παιδί», υπήρξε πρόβλημα όμως με τη λέξη «επαναστάτης», εφόσον «επανάσταση» υποτίθεται ότι είχε κάνει η χούντα. Κι έτσι, ο επίμαχος στίχος άλλαξε ως εξής: «έναν αντάρτη βγάλαμε στην οικογένειά μας» − ακόμη χειρότερα δηλαδή, μα ποιος έβγαζε άκρη με την επιτροπή λογοκρισίας εκείνων των χρόνων; Τα προβλήματα όμως του Κηλαηδόνη με την πολιτική εξουσία δεν περιορίστηκαν στην περίοδο της δικτατορίας. Απείρου κάλλους ήταν και οι υποτιμητικές αναφορές του πρωθυπουργού Γ. Ράλλη προς το πρόσωπο του «Κελαηδόνη», όπως τον αποκάλεσε, εις τριπλούν κιόλας, το 1980 από το βήμα της Βουλής σε μια συζήτηση για την παιδεία. Μεταξύ άλλων, ο Ράλλης είχε δηλώσει πως «το πανεπιστήμιο έχει καταντήσει άσυλο για το συνέδριο του ΚΚΕ, για τις φυσικές ανάγκες μερικών και για τον Κελαηδόνη»! Είναι πραγματικά να γελάς τόσα χρόνια μετά!

Ας μην παρακάμψουμε το γεγονός πως ο Κηλαηδόνης είχε ακόμη και το δικό του στυλ εμφάνισης, το οποίο διατήρησε μια ζωή ολόκληρη. Όπως είναι οι φαβορίτες σήμα κατατεθέν του Σταμάτη Κόκοτα μέχρι σήμερα, έτσι ήταν γι' αυτόν τα μακριά μαλλιά του, μαύρα στην αρχή, ψαρά-γκρίζα στη συνέχεια, λευκά προς το τέλος. Ένας μαλλιάς, ένας όψιμος χίπης από τα 25 έως τα 70τόσο, με μια ασταμάτητη μεν, αυτοκαταστροφική δε, έφεση στο τσιγάρο και στο ποτό. Διότι οι περιπέτειες με την υγεία του δεν ξεκίνησαν τα τελευταία χρόνια που μπαινόβγαινε στα νοσοκομεία. Προ 20ετίας, σε ηλικία δηλαδή λίγο πάνω από τα 50, ο Κηλαηδόνης είχε υποβληθεί σε εγχείρηση καρδιάς bypass. Χρόνια μετά ξανάκανε χειρουργείο, το ίδιο σοβαρό, για την αφαίρεση όγκου από τα πνευμόνια του. Και από τις δύο αυτές μάχες είχε βγει νικητής, αλλά... Ο πρώτος ή ο τελευταίος καλλιτέχνης ήταν που δεν έπαιρνε προφυλάξεις για την υγεία του και δεν έκανε το χατίρι των γιατρών και των οικείων του; Ποιος μπορεί να κατηγορήσει κάθε ελεύθερο άνθρωπο και δη καλλιτέχνη, πνεύμα ατίθασο, για τις επιλογές του; Και τι να «διασώσεις», στην τελική, όταν η καρδιά και οι πνεύμονες, τα δύο πιο ζωτικά όργανα, αρνούνται να συνεργαστούν με έναν ήδη καταπονημένο οργανισμό; Οι καταχρήσεις, άλλωστε, δεν κρύβουν την καλοπέραση, μάλλον την υπερευαισθησία. Και ο Κηλαηδόνης αγαπούσε ιδιαίτερα τους υπερευαίσθητους της γης αυτής! Ας θυμηθούμε το «Δελτίον ταυτότητος» του νεαρού «αναρχοκομμουνιστή» με το κατηγορητήριο της «χρήσης-κατοχής ναρκωτικών» και της «ενόπλου επιθέσεως», καθώς και το πορτρέτο του «Φτωχού και μόνου κάου-μπόυ», που «όλοι του οι φίλοι παντρευτήκανε, γίνανε ρεζίλι, γι' αυτό κρυφτήκανε. Πιάσαν μια δουλίτσα κι όλοι τους κρατάν κλειδιά, απόκτησαν κοιλίτσα κι από 'να δυο παιδιά». Δύο παιδιά επιφύλαξε και η μοίρα στον Κηλαηδόνη, όμως, όταν ασπάστηκε κι αυτός τη συζυγική ζωή: τις δυο του κόρες, την ηθοποιό Γιασεμή και την τραγουδίστρια Μαρία, καρπούς του γάμου του με την ηθοποιό και πολιτικό Άννα Βαγενά.

Την καλλιτεχνική αποδοχή ο Κηλαηδόνης τη γεύτηκε για τα καλά στη ζωή του. Αποδοχή δεν είναι για κάθε καλλιτέχνη να στήνει μια παράσταση με φίλους σε πλαζ και να 'ρχονται 100.000 άνθρωποι σαν σε προσκύνημα; Αναφέρομαι στο περιβόητο πάρτι στη Βουλιαγμένη το 1983, που έγινε δίσκος την ίδια χρονιά και που κινηματογραφήθηκε από ένα εκλεκτό επιτελείο κινηματογραφιστών. Κάπου μέσα στο ντοκιμαντέρ αυτό εμφανίζεται και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος να συνομιλεί μαζί του. Και ποιοι δεν είχαν συμμετάσχει στο εν λόγω event, ανταποκρινόμενοι στην πρόσκλησή του − ο Διονύσης Σαββόπουλος πρώτος απ' όλους! Δεν θα ξεχάσω τα λόγια ενός μουσικού, όταν μου είπε κάποτε πως στο πάρτι στη Βουλιαγμένη του Κηλαηδόνη ο Νιόνιος έδειξε τα πρώτα σημάδια της ελληνορθόδοξης στροφής του, κάτι που προσωπικά αδυνατώ να κατανοήσω, μα που το παραθέτω για ιστορικούς και μόνο λόγους. Ο Βαγγέλης Γερμανός, επίσης, ο Γιώργος Νταλάρας, η Αφροδίτη Μάνου, η Μαντώ, ακόμα κι η Νέλλη Σεμιτέκολο στο πιάνο. Και, βέβαια, η Μαργαρίτα Ζορμπαλά, με την οποία ο Κηλαηδόνης έναν χρόνο πριν είχε κάνει ολόκληρο άλμπουμ σε μια προσπάθεια αναβίωσης του αγαπημένου και των δυο «ελαφρού» ελληνικού τραγουδιού («Πάμε σαν άλλοτε», 1982).

Εμπνευσμένος ως μουσικός, ο Κηλαηδόνης ασχολήθηκε με την ενορχήστρωση και σε δουλειές άλλων συναδέλφων του. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο κύκλος «Τα λαϊκά» του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Ελευθερίου, στην επίσημη δισκογράφησή τους το 1974, με τον Μανώλη Μητσιά και β' φωνή την Τάνια Τσανακλίδου. Κι εγώ τώρα φέρνω στη μνήμη μου εκείνη τη μεγάλη συναυλία στον Λυκαβηττό για τα 85α γενέθλια του Μίκη Θεοδωράκη. Μπροστά μου κάθονταν ο Λουκιανός με τον Νιόνιο, και παρατήρησα σε μια φάση τον δεύτερο να χαϊδεύει στοργικά την πλάτη του πρώτου. Απίστευτα γλυκιά εικόνα, ένα κλικ του ματιού μέσα στο πλήθος που 'χε συρρεύσει για να ευχηθεί στον μεγαλύτερο εν ζωή Έλληνα μουσικοσυνθέτη. Μάλιστα, είχα γράψει τότε για την παρουσία του Κηλαηδόνη ως review από τη συναυλία: «Ο Κηλαηδόνης, χιουμορίστας όπως πάντα, λίγο πριν ερμηνεύσει το «Παλικάρι» από το «Αρχιπέλαγος», ντουέτο με τον Δημοσθένους, είπε το αμίμητο: «Στην πρώτη εκτέλεση το τραγουδούσε ο Γρηγόρης μαζί με τον Μίκη. Απόψε, λοιπόν, εγώ θα 'μαι ο Μπιθικώτσης και ο Δώρος ο Θεοδωράκης!».

Εν αντιθέσει με τον Θεοδωράκη, με τον Μάνο Χατζιδάκι δεν πρέπει να τα πήγαινε και πολύ καλά ο Κηλαηδόνης. Αυτό δηλαδή μαρτυρά το σημείωμα του Χατζιδάκι στο ένθετο της δισκογραφικής έκδοσης «30 Νυχτερινά», όπου για πρώτη φορά ο συνθέτης απευθύνεται σε συνάδελφό του κατονομάζοντάς τον, σε ύφος μάλιστα που τσακίζει κόκαλα: «Εδώ, να με συγχωρέσει ο" φίλος" Κηλαηδόνης που δεν ακολούθησα τις συμβουλές του να πάψω ν' απασχολώ τις εταιρείες με τους δίσκους μου. Γιατί έτσι με συμβούλεψε σε μια συνέντευξή του. (Νόμισε ο συμπαθέστατος κατά τα άλλα βάρδος της Βουλιαγμένης πως πραγματοποιούμε παρόμοια εργασία). Και δεν κατάλαβε ο "φίλος" πως οι εταιρείες επιζητούν την ταλαιπωρία μαζί μου και όχι εγώ, παρόλο που οι δίσκοι μου δεν πωλούν. Αλλά και ποιος είπε πως οι δίσκοι πρέπει να πωλούνται. Οι δίσκοι ανακαλύπτονται, αγαπητέ Κηλαηδόνη, κι ύστερα πωλούνται...». Αυτή η κόντρα ήταν μία μάλλον άγνωστη στους πολλούς ιστορία που στενοχωρούσε για χρόνια τον Λουκιανό Κηλαηδόνη και έκτοτε δεν παρέλειπε να δηλώνει την εκτίμησή του προς το πρόσωπο του συνθέτη Μάνου Χατζιδάκι.

Πληροφορίες είχαμε και για την έκδοση τραγουδιών του για τη φωνή της Φλέρυς Νταντωνάκη από το 1970 ήδη. Δημοσίευμα της Νατάσσας Μπ. σε εφημερίδα από τον Μάιο του '70 αναφέρει πως η άγνωστη ακόμα στην Ελλάδα Φλέρυ έχει γράψει σε μικρό δίσκο δύο τραγούδια των Σταύρου Ξαρχάκου - Λουκιανού Κηλαηδόνη. Αναφορές για άλλη μια δισκογραφική συνεργασία του Κηλαηδόνη με την Νταντωνάκη βρίσκουμε και σε δημοσιεύματα του 1973 – δυστυχώς, σήμερα, χωρίς καμία ηχογράφηση στα χέρια μας, κατανοούμε τη φύση των δημοσιεύσεων που εξαντλήθηκαν στη φημολογία.

Τον Κηλαηδόνη, άλλωστε, τον ερμήνευσαν οι μεγαλύτεροι Έλληνες τραγουδιστές, όπως η Δήμητρα Γαλάνη, ο Μανώλης Μητσιάς, ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, η Νάνα Μούσχουρη και, βέβαια, η Βίκυ Μοσχολιού, με την οποία, πέραν της συνεργασίας τους στον δίσκο από το θεατρικό «Η πόλη μας» της Μητροπούλου, έκανε ακόμα μία δουλειά, το «Τραμ το τελευταίο και άλλα αρχοντορεμπέτικα» (1980), σε ενορχηστρώσεις και διεύθυνση ορχήστρας του Λουκιανού.

Ο επίλογος στη συνθέτρια Λένα Πλάτωνος, με μια όμορφη μαρτυρία: «Το 1970, μαζί με την Ντόρα Μπακοπούλου και τον ηθοποιό Βασίλη Διαμαντόπουλο πήγαμε κι είδαμε το θεατρικό έργο "Η πόλη μας". Καταλήξαμε σε ταβέρνα με τον νεαρό συνθέτη της παράστασης, τον Λουκιανό. Μαζί μας ήταν και μία νέα ηθοποιός, η Βαγενά. Στους μεγάλους τους έρωτες τότε, θυμάμαι πόσο θετική εντύπωση μου είχε προξενήσει το πάθος των φιλιών τους. Μιλάμε για δύο νέα και όμορφα παιδιά − παιδιά ήμασταν τότε όλοι μας. Μερικά χρόνια μετά, λίγο πριν βγάλει το "Είμαι ένας φτωχός και μόνος καόυ-μπόυ", συναντηθήκαμε σε ένα σπίτι που δεν θυμάμαι αν ήταν δικό του ή του βιολιστή Βαλεντή. Μαζί ήταν και η πιανίστρια Μαλκίτα Χάγουελ, που δουλεύαμε στο Τρίτο Πρόγραμμα. Η εικόνα που δεν θα ξεχάσω ποτέ είναι με τον Λουκιανό να κάθεται μπροστά από μια τζαμαρία. Έξω, όλο φυτά και πράσινο, κι αυτός μέσα, μπροστά από ένα πιάνο, να μας παίζει και να τραγουδάει αμερικανικά μπλουζ με έναν τόσο ελληνικό απερίγραπτο τρόπο!»

Ένα μπλουζ, λοιπόν, στη μνήμη του Λουκιανού Κηλαηδόνη, του συνθέτη που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 73 ετών σαν σήμερα πριν από οχτώ χρόνια. Και λίγοι στίχοι δικοί του, γραμμένοι το 1978, τόσο αισιόδοξοι και τόσο παρηγορητικοί για μια ολόκληρη χώρα που τον αποχαιρέτισε με οδύνη:
 

Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει κι η Ευρώπη ακόμη απορεί
πώς με δόξες και πλούτη, αλλά δίχως εμάς
ούτε στιγμή δεν μπορεί...

* Πρώτη δημοσίευση: LIFO.gr (7 Φεβρουαρίου 2017)

Σάββατο 6 Ιουλίου 2024

Μαρία Φαραντούρη - Charles Lloyd - Λένα Πλάτωνος: Η ισχύς εν τη ενώσει

Είναι πολλές οι συνεντεύξεις που μου έχει δώσει η Μαρία Φαραντούρη, η εθνική μας τραγουδίστρια, την τελευταία εικοσαετία. Έχει βιώσει τέτοια κοσμοϊστορικά γεγονότα εκ των έσω η Φαραντούρη, που δικαίως ο διεθνής Τύπος την έχει αναγορεύσει σε ένα ιστορικό πρόσωπο για τη χώρα μας εκτός από μία πολύ μεγάλη καλλιτέχνιδα. Τις ίδιες διθυραμβικές κριτικές εξακολουθεί να παίρνει και τα τελευταία χρόνια με αφορμή τη συνεργασία της με έναν σπουδαίο εκπρόσωπο της διεθνούς τζαζ σκηνής, τον Αμερικανό πνευστό μουσικό και συνθέτη Charles Lloyd.  Ο Lloyd που θα δώσει ακόμη μία μοναδική συναυλία στο Ηρώδειο, την Πέμπτη 18 Ιουλίου, με επίσημη καλεσμένη του τη Φαραντούρη και, μεταξύ άλλων, θα αποδώσει με τη μπάντα του και τέσσερις ολοκαίνουργιες συνθέσεις της Λένας Πλάτωνος σε ποίηση αρχαίων Ελληνίδων ποιητριών.

Πότε γνωρίσατε προσωπικά τον Τσαρλς Λόιντ;

Το 2002 σε μία περιοδεία μου στα πανεπιστήμια της Αμερικής, μεταξύ των οποίων κι αυτό της Σάντα Μπάρμπαρα, υπήρξε ένας ομογενής επιχειρηματίας, ο Τζίμι Αργυρόπουλος, που με δική του χορηγία είχε φτιαχτεί εκεί μία ελληνική έδρα. Τραγούδησε και η Μαριώ, θυμάμαι, αφού γινόταν και μια εκδήλωση για το ρεμπέτικο. Ο Αργυρόπουλος είπε του Τσαρλς Λόιντ, που έμενε εκεί και που ευτυχώς τον πετύχαμε, να έρθει να ακούσει τη «Φαραντούρη που τραγουδάει Θεοδωράκη, Χατζιδάκι και την ελληνική μουσική». Έρχεται ο Λόιντ και μετά που μας είχε καλεσμένους ο Αργυρόπουλος στο σπίτι του, με υποδέχτηκε με μεγάλο σεβασμό. Όντας βουδιστής κιόλας, έπεσε κάτω και μου φιλούσε τα πόδια. Ήξερα ότι ήταν στο κοινό, αφού ο Χένινγκ Σμιτ, ο Γερμανός μαέστρος της ορχήστρας μου, τον γνώριζε και με είχε προϊδεάσει: «Από κάτω, να ξέρεις, είναι ένας πολύ σπουδαίος μουσικός». Δάκρυζε που μ’ έβλεπε, είχαμε μια γνωριμία που θύμιζε ψυχική και πνευματική υπέρβαση. Η Ντόροθι, η γυναίκα του Λόιντ, μου εξήγησε πως όποτε γνωρίζει κάποιον και του κάνει εντύπωση, μπαίνει σε βαθιά υπαρξιακά θέματα. Ποιος ξέρει, μπορεί να του θύμισα τη γιαγιά του που ήταν Ινδή και τον πατέρα του, που ήταν Αφροαμερικανός. Σίγουρα κάτι του έκανε το αρχέγονο της φωνής μου, όπως θα δήλωνε σ’ όλους τους δημοσιογράφους. Ο Λόιντ με ενημέρωσε πως σκόπευε να έρθει τον επόμενο χρόνο στην Ελλάδα. Θα έπαιζε στο Λυκαβηττό και με κάλεσε να πω δύο τραγούδια μαζί του. Πράγματι, έτσι έγινε και τραγούδησα το «Βλέφαρο μου» του Κυπουργού και της Νικολακοπούλου και ένα δικό του, το «Blow, wind».

Ήταν η αρχή, όπως φαίνεται, για μία συνεργασία που κρατάει είκοσι χρόνια τώρα.

Αλληλογραφούσαμε με τη Ντόροθι και το 2007 τους φιλοξένησα στο εξοχικό μου σπίτι, όπου γνωριστήκαμε καλύτερα. Ακολούθησε συναυλία του στο «Παλλάς» κι εκεί είπα περισσότερα τραγούδια, ενώ λίγο μετά, στη Θεσσαλονίκη, έφερα στο συγκρότημα του και τον Σωκράτη Σινόπουλο. Τραγούδησα μακεδονίτικα, έχοντας μελετήσει πολύ τη Δόμνα Σαμίου, κι ο Λόιντ ενθουσιάστηκε. Το ένα έφερνε το άλλο, αφού κάναμε μια ακόμη συναυλία στη Γερμανία και γράφτηκαν διθυραμβικές κριτικές. Φτάνουμε στο 2010 και δίνουμε τη μεγάλη κοινή μας συναυλία στο Ηρώδειο.

Ο Τσαρλς Λόιντ μεσουρανούσε τη δεκαετία του 1960 στη τζαζ και τη ροκ σκηνή, τότε που εσείς ήσασταν στο εξωτερικό. Πως και δεν τον είχατε γνωρίσει ή ακούσει έστω;

Εγώ πάντα στο εξωτερικό, στον ελεύθερο χρόνο μου, παρακολουθούσα τζαζ και ροκ συναυλίες. Είδα τους Beatles, τους Rolling Stones, τη Νίνα Σιμόν, όπως και την Έλλα Φιτζέραλντ στο Παρίσι. Ήταν μια απ’ τις τελευταίες συναυλίες της συνοδεία ενός κιθαρίστα λίγο πριν πάθει τη γάγγραινα στο πόδι της. Ήμουν στο κοινό, δεν τους είχα γνωρίσει όλους αυτούς. Εξαιρούνται οι Beatles, αφού ο Αλέξης Μάδρας με πήγε στο στούντιο Apple και τους παίξαμε με τον Κυριάκο Σφέτσα, τον τότε πιανίστα μου, το «Κράτησα τη ζωή μου» και το «Αν θυμηθείς τ’ όνειρο μου» του Θεοδωράκη. Ήταν ο Τζον Λένον, ο Πολ Μακ Κάρτνεϊ και η Γιόκο Όνο. Βγάλαμε φωτογραφίες, τις οποίες ψάχνω μέχρι σήμερα, αφού τις έχει στο Λονδίνο ο γιος του Μάδρα. Δυστυχώς ήταν τόσο απανωτά τα βιώματα που δεν κρατούσα τίποτα και τότε έπρεπε να έχεις μονίμως ένα φωτογράφο μαζί σου. Για τον Λόιντ δεν είχα ακούσει, ίσως γιατί στο Μόναχο και το Βερολίνο κυρίως, πήγαινα στα τζαζ κλαμπ, αλλά μ’ ενδιέφερε περισσότερο το τραγούδι και όχι τόσο η αυτοσχεδιαστική μουσική. Επίσης ο Λόιντ δεν συνεργαζόταν με τραγουδίστριες, αλλά μόνο με μουσικούς.

Να που συνεργάστηκε τελικά με τραγουδίστρια και μάλιστα Ελληνίδα, όχι μόνο συναυλιακά, αλλά και δισκογραφικά.

Ισχύει. Η συναυλία του Ηρωδείου ηχογραφήθηκε από τον Μάνφρεντ Άιχερ της ECM και κυκλοφόρησε σ’ όλο τον κόσμο, κάτι που μας έδωσε την ευκαιρία να ταξιδέψουμε κι εμείς σ’ όλο τον κόσμο κυριολεκτικά: Πήγαμε στην Αμερική, Καλιφόρνια, Νέα Υόρκη, Ουάσινγκτον, στην Ευρώπη, Αγγλία, Γαλλία, Γερμανία, αλλά και στην Αυστραλία. Ο Άιχερ είχε μεγάλη δύναμη ως δισκογραφικός παράγοντας κι έρχονταν όλοι οι διανοούμενοι στις συναυλίες μας. Τα τελευταία χρόνια, βέβαια, ο Λόιντ έφυγε από την ECM και επέστρεψε σε μια ιστορική δισκογραφική της Αμερικής που είχε κλείσει λόγω οικονομικών προβλημάτων.

Δεν είστε πια 20 ή 30 ετών. Θέλω να πω δεν είναι κουραστικό να είστε συνέχεια μέσα σ’ ένα αεροπλάνο;

Τώρα δεν είναι στο βαθμό που ήταν όλο αυτό. Υπάρχει η κούραση, αλλά ισοσταθμίζεται από την παρέα, τη χημεία, την αίσθηση του ότι κάνεις κάτι απολύτως δημιουργικό, εφόσον κάθε φορά παίζουμε διαφορετικά πράγματα. Υπήρχαν στιγμές που έφευγα κι εγώ απ’ την κανονικότητα μου και αυτοσχεδίαζα με τους μουσικούς του κι αυτό τους άρεσε και μου το σχολίαζαν. Αυτοί εντυπωσιάστηκαν από την ελληνική παραδοσιακή μουσική, τα ποντιακά, τα ηπειρώτικα, όπως και τον Μίκη. Εμείς, π.χ., έχουμε συνδέσει το «Κράτησα τη ζωή μου» με την ποίηση του Σεφέρη, εκείνοι όμως έβλεπαν την καταγωγή του τραγουδιού σαν έναν σύγχρονο βυζαντινό ύμνο. Ταυτόχρονα μου δόθηκε η ευκαιρία να συμπράξω με τους μεγαλύτερους τζαζίστες του κόσμου, σαν τον Τζέισον Μοράν, αλλά και τον Λάρι Γκρεναδιέ, που θα έρθει τώρα στο Ηρώδειο.

Το θέμα είναι, βέβαια, αν η Φαραντούρη εντάσσεται στη μουσική του Τσαρλς Λόιντ και όχι ο Λόιντ στην ελληνική μουσική.

Τραγουδάω και δικές του συνθέσεις, όπως το «Requiem» που η Αγαθή Δημητρούκα έγραψε ελληνικούς στίχους. Έχοντας κάνει από νωρίς πολλούς μη θεοδωρακικούς δίσκους, με τραγούδια διαμαρτυρίας, μ’ αυτά του Μπρεχτ κλπ., είχα πολλές άλλες προτάσεις. Με τον Λόιντ συνέβη να αγαπηθούμε, δεν θα γινόταν να ψαχτώ εγώ με τέτοιους μουσικούς. Είχα την τύχη να έρθουν να μ’ ακούσουν, δεν αναζήτησα κανέναν στην Αμερική. Δεν ήμουν ποτέ ο τύπος που θα «χωνόμουν» κάπου για συνεργασία. Και γι’ αυτό τώρα πριν τελειώσουμε τη ζωή μας ή τη συνεργασία μας, σκέφτηκα να κάνουμε κάτι ακόμη με τον Τσαρλς. Και δεν είναι εύκολο, ξέρετε, την τρέχουσα περίοδο. Οικονομικά συχνά είναι ασύμφορο να έρχονται τόσο μεγάλες ορχήστρες στη χώρα μας.

Έχετε δίκιο. Στην πρόσφατη συναυλία της Anohni στο Ηρώδειο, σχολιάστηκαν έντονα οι τσουχτερές τιμές των εισιτηρίων.

Το άκουσα και γι’ άλλες συναυλίες αυτό. Θα πω μόνο ότι δεν είναι δική μου συναυλία για να το ελέγξω. Εγώ θα είμαι επίσημη προσκεκλημένη του Λόιντ και θα παίξουμε για μισή ώρα μαζί με τον Σινόπουλο.

Θα υπάρχει και κάτι πραγματικά καινούργιο που θ’ ακούσουμε σ’ αυτή τη συναυλία. Συνθέσεις της Λένας Πλάτωνος πάνω σε ποιητικά σπαράγματα αρχαίων Ελληνίδων ποιητριών.

Με τον Λόιντ συναντηθήκαμε το περασμένο καλοκαίρι στην Ιθάκη, στην εξοχική κατοικία του Τζίμι Αργυρόπουλος. Εκεί τους έβαλα και άκουσαν τα κομμάτια της Πλάτωνος, που τα είχαμε δουλέψει στο σπίτι της. Ενθουσιάστηκε τόσο, που την άλλη μέρα στον πρωινό καφέ μας, μου είπε το εξής: «Μου ‘’μίλησαν’’ τόσο μέσα μου αυτά τα τραγούδια, που δεν μπορούσα να κοιμηθώ». Κάτι ανάλογο μου’χε πει και ο Λαζαρίδης ο πιανίστας όταν παίξαμε τη «Βεατρίκη στην οδό Μηδέν» του Μίκη. Δεν μπορούσε να ηρεμήσει. Πρότεινα του Τσαρλς, αφού του άρεσαν τόσο, να τα εντάξουμε σε μια επόμενη συναυλία μας. Όταν δουλεύτηκαν κι άλλο τα κομμάτια με τη Λένα, του τα έστειλα και αποφασίσαμε ποια θα παιχτούν. Ανέκαθεν λειτουργούσα ως συνδετικός κρίκος μεταξύ μουσικών και ήταν κάτι που αγαπούσε πολύ σε μένα ο Μάνος Χατζιδάκις. Επιλέξαμε τέσσερις μελοποιημένες ποιήτριες από το έργο «Σιωπηλών σπαράγματα», αρχαία κείμενα σε νεοελληνική απόδοση του Θάνου Τσακνάκη. Το έργο παρουσιάστηκε στην Ελευσίνα – Πολιτιστική Πρωτεύουσα σε σκηνοθεσία του Μαρμαρινού, αλλά και μέσα στο Μουσείο της Ακρόπολης με διακόσιους επίλεκτους προσκεκλημένους. Αυτό το ηχογράφημα άκουσε ο Τσαρλς και ενθουσιάστηκε.

Τα χρόνια της δικτατορίας προείχε ο αγώνας…

Όχι, προείχε να προβάλω την τέχνη μου, τους μεγάλους ποιητές και τη μουσική μας. Πάνω απ’ όλα ήταν η μουσική και η υπαρξιακή μου σχέση μαζί της. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να συσπειρώσει την παγκόσμια κοινότητα γύρω από το πρόβλημα της Ελλάδας. Ο κόσμος δεν ερχόταν στις συναυλίες μου για να πει «Κάτω η χούντα», αλλά για να ακούσει μουσική. Ο Σεφέρης και ο Ρίτσος ήταν ήδη μεταφρασμένοι σε Αγγλία και Γερμανία, οπότε ερχόταν όλη η πνευματική αφρόκρεμα σε κάθε χώρα. Στο Λονδίνο μας πλαισίωναν οι σημαντικότεροι ηθοποιοί του βρετανικού θεάτρου. 

Πάντως, δεν ήταν αμελητέα κι η απλή διαμαρτυρία εκείνη την περίοδο. Ο Ντίλαν και η Μπαέζ το ίδιο δεν έκαναν με τις αντιπολεμικές συναυλίες τους;

Βεβαίως, ειδικά η Μπαέζ που είχε τραγουδήσει και το «Άσμα Ασμάτων» του Μίκη. Κι αυτοί, όμως, την τέχνη τους και την ποίηση τους φανέρωναν πάνω απ’ όλα. Εμπνέονταν απ’ τα γεγονότα, ενώ εμείς το κάναμε αυτό μόνο με συγκεκριμένα έργα που μας έδινε ο Μίκης. Την εποχή της χούντας την εξέφρασε μόνο ένας κύκλος τραγουδιών του με το «Πάλης ξεκίνημα» και τον «Ωρωπό», γι’ αυτό και τον ονόμασε «Τα τραγούδια του Αγώνα». Εγώ πάλι τραγουδούσα Λόρκα, Νερούδα, όλους τους μεγάλους ποιητές. Ακόμη και σήμερα εντάσσω και τραγούδια του Χατζιδάκι στο ρεπερτόριο μου – πάντα μπαίνει ο «Εφιάλτης της Περσεφόνης» ως τραγούδι – οικολογικό σύμβολο.

Τι είναι αυτό που κάνει τόσο σημαντικό το ελληνικό τραγούδι στο εξωτερικό;

Οι ξένοι μαγεύονται από την αρχαία ελληνική ιστορία, τη μυθολογία, τον Όμηρο. Οι συνθέτες μας βασίστηκαν στον αρχαίο μύθο για να φτιάξουν τον νέο μαζί με τους ποιητές, εκφράζοντας τις ανάγκες της εποχής τους. Η βαθιά του τέχνη έκανε γνωστό τον Θεοδωράκη και όχι η «επανάσταση». Ο Βολανάκης έδινε παραστάσεις στο Λονδίνο πάνω στην ελληνική ποίηση όταν πρωτοβγήκαμε έξω. Θυμάμαι τον Γιώργο Σκούρτη που έκανε απαγγελίες για τα προς το ζην και στο τέλος χόρευε κι ένα ωραίο ζεϊμπέκικο. Η ίδια περίοδος που με βρήκε ο Μάδρας και με πήγε στους Beatles. Απόδειξη του πόσο στέρεο ήταν αυτό που κάναμε είναι το ότι έχω φτάσει 76 ετών και ακόμη με καλούν να τραγουδήσω σ’ όλο τον κόσμο.

Οι τελευταίες Ευρωεκλογές έδωσαν ένα σαφές μήνυμα υπέρ της αποχής των πολιτών και της ακροδεξιάς. Ποια είναι η γνώμη σας;

Όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και παγκοσμίως. Γίνονται τρομερές αλλαγές και βρισκόμαστε σε μεγάλη αβεβαιότητα, όχι μόνο λόγω των γεωπολιτικών συνθηκών με τους πολέμους, αλλά και με τα δικά μας προβλήματα, την ακρίβεια και την έλλειψη θεσμών. Ζούμε σε μια παράλογη εποχή και δεν ξέρουμε που θα καθίσει η μπάλα. Δεν μπορεί να μην έχουμε Αντιπολίτευση, είναι σαφές και το λέει ο καθένας αυτό!

Προσδοκάτε σε μία συσπείρωση των προοδευτικών κεντροαριστερών δυνάμεων όπως έγινε στη Γαλλία;

Βεβαίως και μακάρι να το δούμε και εδώ. Δεν υπάρχει άλλη λύση! Με τα αρμόδια όργανα και μ’ έναν σωστό αρχηγό, που θα ψηφιστεί απ’ τη βάση. 

Το βρίσκετε εφικτό;

Μόνο αν το θελήσουν. Να βρεθεί ένας ισχυρός ηγέτης που να ξέρει πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις. Εγώ θα σεβαστώ την απόφαση της βάσης, αρκεί να συσπειρωθούν. Εδώ δεν πάει ποιος αρέσει σε μένα και ποιος αρέσει στον άλλον με την έννοια ενός ισορροπημένου αριστερού πολιτικού.

* Η συνέντευξη με τη Μαρία Φαραντούρη πραγματοποιήθηκε στο σπίτι της στην Εκάλη την Τρίτη 18 Ιουνίου 2024

Παρασκευή 22 Απριλίου 2022

Ποιήματα & μουσικές του Θρήνου & της Απώλειας στον Μελωδία Ρόδου 103.7

Σήμερα, Μεγάλη Παρασκευή του 2022, μη χάσετε στον Μελωδία Ρόδου στους 103.7 την εκπομπή μας με τη Λένα Πλάτωνος. Διαβάζουμε ποιήματα και παίζουμε μουσικές του Πένθους και της Απώλειας. Ξεκινάμε στις 11 το πρωί. Επανάληψη στις 9 το βράδυ. Καλή ακρόαση και είναι σημαντική η ενδοσκόπηση και η εσωστρέφεια των ημερών και πιο συγκεκριμένα της σημερινής μέρας. Μπορείτε να βρείτε τον σταθμό μέσω του www.live24.gr