Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα BOB DYLAN. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα BOB DYLAN. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Αυγούστου 2025

Ο Μπομπ Ντίλαν, ο Ανδρέας Εμπειρίκος και το «Αυτόγραφο Ντούμπλε Φας» του Θωμά Κοροβίνη

ΑΥΤΟΓΡΑΦΟ ΝΤΟΥΜΠΛΕ ΦΑΣ

Το 1970 το περιοδικό «Φαντάζιο» προωθούσε αλληλογραφία διάσημων καλλιτεχνών με το αναγνωστικό κοινό. Εκείνη την χίπικη, ας την πω, εφηβική μου περίοδο είχα ψώνιο με την Μπαέζ και τον Ντύλαν. Σύντομα έλαβα κι απ’ τους δύο αυτόγραφο: «love, Baez - Bob Dylan, with love». Μπορεί να γράφτηκαν κι απ’ τους σεκρετέρ τους, δεν πίστεψα ότι θα ασχολούνταν οι ίδιοι με τα μιλιούνια των θαυμαστών τους πάνω στις δόξες τους, εξάλλου μαθαίναμε ότι είχαν τότε μεταξύ τους καρά-ντουζένι ερωτικό.

Της Τζόαν το απίθωσα πάνω σε μια παλιά εταζέρα και έμεινε σώο στο πατρικό μου. Εξακολουθώ να την λατρεύω, μπαίνει πάντα μπροστά για της αδικίες στους λαούς της γης.Του Μπομπ επέπρωτο να ζήσει κάμποσες περιπέτειες. Πρώτα απ’ όλα μου το ζήτησαν δανεικό διαδοχικά δυο ομόθρησκοι συνομίληκοι και τρόμαξα να το πάρω πίσω. 

Το ’73 άρχισε η φοιτητική ζωή. Μαζί με τα μπαγκάζια μου σερνόταν κι εκείνο από σπίτι σε σπίτι. Κάποτε παράπεσε ανάμεσα σε σκουπιδόχαρτα και το συμμάζεψα. Μια άλλη φορά, πάνω σ’ ένα αισθησιακό ραβαΐσι κόντεψε να γίνει παρανάλωμα μαζί με κάτι ανατολίτικα τσαρσάφια. Πρόλαβα και το ’σωσα κι όταν κάποτε αξιώθηκα δικό μου σπίτι το κόλλησα πάνω στον καθρέφτη της σάλας. Στα ωραιότερά του ο Μπομπυ μου, γύρω στα είκοσι, με «έκοβε» με τη λοξή λάγνα και αινιγματική ματιά του, και με το ραφινάτο του κεφάλι στεφανωμένο με τη σγουρή του κώμη και στολισμένο από κάτω με το αραιό εβραίικο γενάκι του. Απ’ τα κακοπαθήματά της η ασπρόμαυρη φωτογραφία είχε αρκετά τσαλακωθεί και σχιστεί στις άκρες.

Το ’74, σπουδαστής της Φιλοσοφικής, είχα μεγάλο τυχερό –μαζί με τους συμφοιτητές μου-, να γνωριστούμε από κοντά με τον Ανδρέα Εμπειρίκο. Ο ποιητής εν ζωή ήταν μύθος. Και λόγω των ιδιαιτεροτήτων του πιο απλησίαστος, και ίσως περισσότερο μύθος κι από την Αγία Τριάδα της ποίησής μας, Σεφέρη-Ελύτη-Ρίτσο. Όμως το απόγευμα που τον περιμέναμε με λαχτάρα έφαγα τον τόπο να βρω που βρισκόταν το τομίδιο των εκδόσεων «Γαλαξίας» με τις συλλογές «Υψικάμινος» και «Ενδοχώρα». Έχωσα –δεν ξέρω γιατί- στην τσάντα μου το αυτόγραφο του Ντύλαν. Όταν η χορταστική παράσταση του Μεγάλου Μύστη -που μας προκαλούσε δέος και απέραντο θαυμασμό- τελείωσε, οι πιο πολλοί πέρασαν να τον χαιρετήσουν και να του ζητήσουν να υπογράψει ένα βιβλίο του. Τον ζύγωσα κι εγώ και αποτόλμησα να του δείξω το αυτόγραφο του ηγεμονικού τροβαδούρου. –Μα ποιος είναι; Ρώτησε. –Είναι ο σπουδαίος Αμερικανός ποιητής Μπομπ Ντύλαν. Έτσι του είπα, ποιητής. –Ώστε ο Βοβ Δύλαν! αναφώνησε! Και υπέγραψε χωρίς επιφύλαξη στην πίσω πλευρά. Έτσι βρέθηκα μ’ ένα διπλό φετίχ, -πιο πολύ το ’χω για γούρι-, μια παγκόσμια πρωτοτυπία εμπρόσθιου και οπίσθιου αυτόγραφου από δύο τύπους που πολύ γουστάρισα και αγάπησα στη ζωή μου. Που τους πέτυχα στο μεσουράνημά τους μάλιστα, του ενός στην παγκόσμια σφαίρα, και του άλλου στον ελλαδικό χώρο, με πολλές αντιρρήσεις μάλιστα και εμπόδια. Μα και τί να σου κάνω που δεν εξάγεται το πνεύμα μας στην αλλοδαπή; Και σαν τι παραπάνω έχει δηλαδή ο Μπρετόν απ’ τον Εμπειρίκο;

Αυτό λοιπόν το ντούμπλε φας αυτόγραφο με φυλάει σαν εικόνισμα και μου κάνει σιωπηλή, μα κρυφά τόσο βουερή, συντροφιά, κολλημένο ψηλά στον καθρέφτη.

Δεν είναι το μοναδικό μου φετίχ. Έχω κι άλλα. Όπως το πορφυρένιο δαχτυλίδι της Ελένης Βιτάλη. Όμως αυτό το μασάλι -που δεν είναι καθόλου μασάλι-, θα σας το διηγηθώ μιαν άλλη φορά.

* Το διήγημα «Αυτόγραφο Ντούμπλε Φας» του Θωμά Κοροβίνη δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στον προσωπικό του λογαριασμό στο facebook, απ' όπου και αποσπάστηκε. 

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2025

Marianne Faithfull: «Να είστε προσεκτικός με το φλυτζάνι αυτό. Είναι των προγόνων μου κι έχει γλιτώσει από δύο παγκόσμιους πολέμους»

 

Θυμάμαι την Χριστιάννα Φινέ, τη φίλη μου την Πειραιώτισσα, που το 2016 δούλευε στη δισκογραφική Feelgood, την εταιρεία που είχε αναλάβει την ελληνική διανομή του τελευταίου τότε δίσκου της Marianne Faithfull. Μου είχε στείλει ένα email που μου έλεγε πως η Faithfull θα έδινε συνεντεύξεις σε ξένους δημοσιογράφους στο σπίτι της στο Παρίσι. Της απάντησα αμέσως χωρίς δεύτερη σκέψη: «Κλείσε μου ένα ραντεβού μαζί της. Φεύγω για Παρίσι». Πραγματικά, σε λίγες μέρες η Φινέ μου έστειλε τη διεύθυνση της Faithfull, έναν αριθμό τηλεφώνου της, τον κωδικό που άνοιγε η είσοδος της πολυκατοικίας της μαζί με την πληροφορία ότι θα με δεχόταν μόνο για μία ώρα μάξιμουμ. Τηλεφώνησα στον καλό μου φίλο, Γιάννη Παπαπαναγιώτου, παραγωγό καλλιτεχνικών εκδηλώσεων, ο οποίος μένει μόνιμα στο Λονδίνο και ήξερα πόσο αγαπούσε τη Faithfull. «Θα πάμε παρέα στο σπίτι της Marianne» του είπα. «Θα συναντηθούμε στο Παρίσι, εγώ θα έρθω από Αθήνα κι εσύ από Λονδίνο». Ο Γιάννης τρελαμένος από τη χαρά του, δέχτηκε αμέσως. Τον ήθελα για διερμηνέα, καθώς δεν θα μπορούσα να κάνω μια κουβέντα σε βάθος με έναν ξένο καλλιτέχνη. Όλα αυτά γίνονταν μεταξύ 15 και 16 Οκτωβρίου του 2016. Η άλλη καλή φίλη, η κιθαρίστρια και συνθέτρια Κατερίνα Φωτεινάκη, μας παραχώρησε με τον Γιάννη για όσο θα μέναμε στο Παρίσι ένα μικρό διαμερισματάκι στη Μονμάρτη. Θυμάμαι την αγωνία που είχα την ημέρα του ραντεβού. Θα ήταν η δεύτερη φορά που θα συναντούσα από κοντά τη Faithfull τέσσερα χρόνια μετά από τη συναυλία της στο αρχαίο στάδιο της Ρόδου. Θα με θυμόταν άραγε; Θα ήταν τόσο καλή μαζί μου όσο και το 2011, όταν τα'χαμε ξαναπεί τετ α τετ στη σουίτα του ξενοδοχείου της στο ελληνικό νησί; Κάτσαμε στο καφέ του μουσείου του Λούβρου για έναν καφέ στα γρήγορα, αφού το σπίτι της Faithfull απείχε από κει δέκα λεπτά με το ταξί. Τη συνέντευξη που την έδωσα στη LIFO, το μέσο που έγραφα τότε, κάθισα και την απομαγνητοφώνησα ενθουσιασμένος το βράδυ της ίδιας μέρας. Δεν θα ξεχάσω το σχόλιο του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου όταν του την έστειλα και τη διάβασε πριν δημοσιευθεί. Του είχε αρέσει πολύ, καθώς ήταν - έλεγε - συνέντευξη στην κόψη του ξυραφιού, όλο ένταση και νεύρο. «Πάμε να πιούμε ένα ποτό στη Μονμάρτη που'ναι τόσο όμορφη» με παρακαλούσε εν τω μεταξύ ο Γιάννης, εγώ όμως του είπα να μ' αφήσει να δουλέψω. Έτσι, μόνος μου στο παριζιάνικο διαμέρισμα, με ένα μπουκάλι κρασί και πολλά τσιγάρα, άκουγα το ηχογράφημα και έγραφα, όλο άκουγα και έγραφα. Είναι το ηχογράφημα που κρατάω ως κόρη οφθαλμού με τη φωνή της, πότε αυστηρή και πότε ευγενική, που αυτές τις μέρες σκόπευα να το ακούσουμε μαζί με την Τάνια Τσανακλίδου εν όψει της θεατρικής παράστασης που ετοιμάζουμε. Η Marianne Faithfull δεν μένει πια εδώ. Πέθανε χθες, Πέμπτη 30 Ιανουαρίου του 2025, σε ηλικία 78 ετών. Το βιολογικό τέλος μιας πολύ μεγάλης καλλιτέχνιδας και μιας πολύ βασανισμένης ύπαρξης. Στη μνήμη της αφήνω εδώ τη συνέντευξη. 

Το παριζιάνικο διαμέρισμα της Marianne Faithfull, όπως το φωτογράφησα το 2016 με το κινητό μου τηλέφωνο. Στο βάθος διακρίνεται ο κομπιούτερ της, που όταν μπήκαμε μέσα την είδαμε πλάτη να συνομιλεί με τον Nick Cave στο messenger. Στη γωνία αριστερά φαίνεται το πράσινο παλτό μου με την καρό φόδρα, εγγλέζικο κυνηγετικό, που η ίδια το πήρε και το απόθεσε δίπλα στην ανοιχτή βαλίτσα με τα δικά της ρούχα...

Βλέπω βαλίτσα. Ετοιμάζεστε για συναυλία;

Ναι, και ακόμη την έχω ανοιχτή, όπως βλέπετε.

Πηγαίνετε σε ξένη χώρα;

Ναι, και σας παρακαλώ, επειδή τραγουδάω αύριο, μη με κουράσετε. Δεν είναι καλό για τη φωνή μου.

Ας μη χάνουμε χρόνο. Σας είχα πρωτοδεί στη Ρόδο πριν από κάποια χρόνια. Μου είχατε πει τότε πως η αμοιβή σας ήταν σχετικά χαμηλή. Σκεφτήκατε, γιατί να ζητήσετε πολλά λεφτά από μια οικονομικά γαμημένη (fucked up) χώρα, καθώς την επομένη θα παίζατε στην Αυστρία με κανονική αμοιβή;

Ακούστε, εγώ δεν μιλάω έτσι, δεν είμαι εγώ αυτό που μου λέτε. Κατασκευασμένο μου ακούγεται όλο αυτό. Επίσης, έχω μάνατζερ για το οικονομικό κομμάτι. Αν θέλετε να σας μιλήσω για τη χώρα σας, θα πω το εξής: δεν πρόκειται να ξανάρθω στην Ελλάδα, γιατί είχα μια τρομερά κακή εμπειρία εκεί.

Αναφέρεστε στο ατύχημα στη Ρόδο το 2014, που σπάσατε το ισχίο σας.

Ναι. Η Ελλάδα περνούσε και περνάει άσχημα κι εγώ έπρεπε να έχω φύγει απ' όλο αυτό. Έκαναν κακή δουλειά οι γιατροί. Ο χειρουργός δεν είχε πλύνει τα χέρια του και έπαθα μόλυνση στο ισχίο, κάτι που δεν μας είπαν τότε και το έμαθα οκτώ μήνες αργότερα. Ήμουν σε περιοδεία, δεν μου έδιναν εξιτήριο και δεν ήξερα γιατί. Βρισκόμουν σε αγωνία. Εκ των υστέρων μάθαμε ότι οι γιατροί δεν με άφηναν να φύγω με το σκεπτικό «Εμείς θα χειρουργήσουμε τη Marianne Faithfull!». Και τα έκαναν όλα λάθος! Ανακεφαλαιώνω: ο γιατρός δεν είχε πλύνει τα χέρια του πριν από την εγχείρηση κι έπαθα μόλυνση! Κατά τα άλλα, αγαπώ την Ελλάδα και πάντα μου άρεσε να πηγαίνω εκεί...

Ξέρω, ερχόσασταν συχνά στη Χαλκιδική νομίζω.

Πήγαινα συχνά στο σπίτι του Roger Waters, αλλά τώρα πια όχι, μετά απ' αυτό δεν θα ξανάρθω!


Μένετε στο Παρίσι. Γιατί όχι στο Λονδίνο, τη γενέτειρά σας;

Δεν μου αρέσει το Λονδίνο.

Μα, ο τελευταίος σας δίσκος λεγόταν «Give my love to London»...

Ήταν σατιρικός ο τίτλος. Πολύς κόσμος αγαπάει το Λονδίνο, ο γιος μου επίσης το γουστάρει. Κι εγώ το γούσταρα, αλλά όχι πια. Ζω στην Ιρλανδία και στο Παρίσι.

Κυρία Faithfull, πιστεύετε ότι η ιστορία κάνει κύκλους; Αναφέρομαι στην άνοδο του εθνικισμού παγκοσμίως και στον πόλεμο ως αναπόσπαστο στοιχείο της Ιστορίας.

Δεν είμαι πολιτικοποιημένη.

Ουδέποτε υπήρξατε;

Έχω μια θεωρία. Ένας φίλος μου μού 'χε πει, και πιστεύω πως είναι αλήθεια, ότι κάθε 70 χρόνια θα επιστρέφουν οι ναζί. Πιστεύω πως τώρα είναι εδώ.

Αυτό ακριβώς λέτε και σε ένα από τα τελευταία τραγούδια σας, το «Mother Wolf», σε στίχους του Patrick Leonard: «You, people, kill only for pleasure/ You have no need and yet/ You cannot seem to stop...»

Αυτό το λέει η λύκαινα, η ηρωίδα του τραγουδιού, απευθυνόμενη στους ανθρώπους. Δεν ξέρω κατά πόσο ένας τραγουδιστής ταυτίζεται κάθε φορά με το περιεχόμενο των τραγουδιών του. Κι εμένα ειδικά με έχουν παρερμηνεύσει στο παρελθόν πολλές φορές για τα τραγούδια που έχω πει.

Ετοιμάζεστε για μια αποχαιρετιστήρια συναυλία στο Bataclan. Πιστεύετε πως είναι δικαιολογημένη κάπου μια ισλαμοφοβία εκ μέρους των Παριζιάνων;

Ακούστε, αναπόσπαστο στοιχείο της Ιστορίας, όπως είπατε πριν, δεν είναι μόνο ο πόλεμος αλλά και ο φόβος των ανθρώπων, κάτι που είναι υπεράνω θρησκειών. Οι επιθέσεις άλλαξαν τη ζωή των ανθρώπων εδώ και έσπειραν όντως τον φόβο. Εγώ, αμέσως κιόλας μετά τις επιθέσεις, έγραψα τραγούδι. Τούτη η συναυλία, όμως, δεν έχει να κάνει μ' αυτό αλλά με την ιστορία του Bataclan, το οποίο, όπως θα γνωρίζετε, έχει πραγματικά μεγάλη ιστορία στη διεθνή μουσική σκηνή.

Κάποτε τραγουδήσατε «The scream of the ambulance is sounding in my ears». Πόση δύναμη χρειάστηκε για να πάψετε πια ν' ακούτε αυτήν τη σειρήνα;

Το 'χω ξεχάσει τόσα χρόνια που έχουν περάσει (γελάει). Είναι παρελθόν, προχωράμε, η ζωή προχωρά! Είναι σαν να σου λέει: «Ζεις ένα λάθος δράμα, come on»! Το «Sister Morphine» ήταν ένα τραγούδι, δεν ήταν η πραγματικότητα. Αφορούσε έναν άνθρωπο που είχε κάποιο ατύχημα, αυτό σκεφτόμασταν όταν το γράφαμε με τους Rolling Stones, καμία σχέση με εθισμό στα ναρκωτικά.

Άρα, έπρεπε να σας γνωρίσω για να μάθω ότι η Αδελφή Μορφίνη ήταν, εν προκειμένω, ένα κατασταλτικό για τον πόνο και όχι για τη ναρκοεξάρτηση.

Ναι, ακριβώς. Ένας άνθρωπος που πεθαίνει μετά από ατύχημα στο νοσοκομείο και παρακαλά να είχε λίγη παραπάνω μορφίνη για να μην πονάει.


Και το «λάθος δράμα» που είπατε πριν; Ας αφήσουμε κατά μέρος τα τραγούδια.

Αυτό, ναι, ήταν η ζωή μου. Τα 'χω πει αμέτρητες φορές: εθίστηκα πολύ νωρίς στην ηρωίνη, έζησα ως άστεγη στους δρόμους του Λονδίνου, γλίτωσα από μια σοβαρή απόπειρα αυτοκτονίας και να που είμαι εδώ και μου παίρνετε συνέντευξη αυτήν τη στιγμή. Δεν πρόκειται για ένα λάθος δράμα, αφού κόντεψα να χάσω τη ζωή μου;

Πράγματι, τα 'χετε πει αμέτρητες φορές. Πείτε μου τώρα πώς είδατε τη βράβευση του Bob Dylan με το Νόμπελ;

Είμαι κατενθουσιασμένη που ένας από τη δική μου γενιά τιμήθηκε με το μεγαλύτερο βραβείο Λογοτεχνίας, το Νόμπελ.

Βλέπω, έχετε εδώ ένα βιβλίο του.

Μόλις το τελείωσα!

Του τηλεφωνήσατε για συγχαρητήρια;

Όχι, δεν το έκανα. Φυσικά και είναι φίλος μου ο Dylan, αλλά δεν σκέφτηκα να του τηλεφωνήσω. Κι εκείνος κι εγώ, ξέρετε, μιλάμε με πάρα πολύ κόσμο. Πολλοί μας γνωρίζουν που εμείς δεν γνωρίζουμε.

Κατανοητό. Ένα τραγούδι που λέτε πάντα στα live σας είναι και το «Workin' class hero» του Τζον Λένον, εσείς, μία της οικογένειας των Rolling Stones!

Σωστά, απ' την οικογένεια των Stones! Τραγουδάω ασταμάτητα από το 1979 που το ηχογράφησα αυτό το κομμάτι. Είναι πολύ σημαντικό με την κοινωνική κατάσταση που επικρατεί διεθνώς.

Και γιατί όχι, ας πούμε, το «Imagine» του ίδιου δημιουργού, που 'ναι κι ένας διεθνής ύμνος στην ειρήνη;

Γιατί το «Workin' class hero» δεν έχει καμία ειρήνη μέσα του, μόνο δύναμη και σθένος. Σήμερα μπορούν πολύ πιο εύκολα οι άνθρωποι σ' όλες τις γωνιές της Γης να ταυτιστούν με αυτό παρά με την ειρήνη. Δείτε τι τραβάει κι η εργατική τάξη της χώρας σας.

Εμένα θα μου πείτε; Βάσει της εμπειρίας σας, πού θα επισημαίνατε τη διαφορά μεταξύ της ευρωπαϊκής και της αμερικανικής προσέγγισης στη μουσική, στον κινηματογράφο και στην τέχνη γενικότερα;

Στα πάντα (γελάει). Είμαι Ευρωπαία και πέρασα ένα μεγάλο χρονικό διάστημα που λάτρευα την Αμερική, αλλά πλέον το 'χω ξεπεράσει. Αν διαφέρει ο δικός μου τρόπος σκέψης από τον δικό σας, φανταστείτε πόσο διαφέρει ενός Ευρωπαίου από ενός Αμερικανού.

Η τέχνη, ωστόσο, είναι μια παγκόσμια γλώσσα κι εσείς τραγουδήσατε για όλους τους ανθρώπους επί της γης αυτής. Ποιοι στίχοι, αλήθεια, εκφράζουν την προσωπικότητά σας και τη φιλοσοφία σας για τη ζωή;

Ω, Θεέ μου! (γελάει) Δεν ξέρω πραγματικά (σκέφτεται). Ή, μάλλον, ξέρω. «Love more or less», να ένας στίχος που έχω τραγουδήσει και που με εκφράζει απόλυτα!

Επίσης, έχετε τραγουδήσει και «Bored by dreams». Τον Δεκέμβριο γίνεστε 70 ετών και αναρωτιέμαι αν ισχύει αυτός ο στίχος για σας, ειδικά τώρα.

Κι αυτό με πάει χρόνια πίσω. Ήταν ωραίο τραγούδι το «Bored by dreams»! Η γραφή μου μέχρι σήμερα ίσως να το διαψεύδει. Η δουλειά μου, αυτά που κάνω, εννοώ. Νομίζω πως θα πάω να κάνω λίγο τσάι, αν δεν σας πειράζει, για να φτιάξει ο λαιμός μου (στρέφεται στη μάνατζερ). Darling, ρώτησε τον κύριο αν θέλει καφέ ή ένα φλιτζάνι τσάι. Θα φτιάξω μόνη μου το τσάι μου... (Ζήτησα καφέ. Μετά από 4 λεπτά ακριβώς η μάνατζερ μου έφερε έναν καφέ σε ένα φλιτζανάκι με πιατάκι, ίδιου γαλάζιου χρώματος. Έμοιαζε ελληνικός καφές. Η Faithfull επέστρεψε για τη συνέντευξη, περιέργως δίχως το τσάι που θέλησε να φτιάξει για πάρτη της). Να είστε προσεχτικός με το φλιτζάνι αυτό. Είναι των προγόνων μου κι έχει γλιτώσει από δύο παγκόσμιους πολέμους! Συνεχίζουμε, σας ακούω!

Μπορώ να καπνίσω;

Οι γιατροί μου επιτρέπουν να καπνίζω μόνο στις συναυλίες μου, αφού δεν μπορώ να το σταματήσω, εδώ μέσα όμως το αποφεύγω.

Το φλυτζάνι των...προγόνων της Marianne Faithfull με το εσπρεσσάκι που ήπια

Έχετε διαπρέψει στον κινηματογράφο, από το «Girl on a motorcycle» του 1968 μέχρι το «Irina Palm» του 2007. Πολύ διαφορετική η ενασχόληση με την υποκριτική απ' ό,τι με το τραγούδι;

Το «Irina Palm» ήταν εξαιρετική ταινία. Ναι, είναι πολύ διαφορετική η ενασχόλησή μου με το σινεμά απ' ό,τι με τη μουσική. Νιώθω πολύ υπερήφανη για τις ταινίες που αναφέρατε. Επίσης, ξέρω ότι είμαι καλή ηθοποιός. Ανέκαθεν το γνώριζα, ξεκινώντας σ' αυτόν το χώρο.

Η λίστα των νεότερων μουσικών με τους οποίους έχετε συνεργαστεί είναι ατελείωτη: Nick Cave, Anne Calvi, Metallica, Jarvis Cocker κ.λπ. Πόσο ανήσυχη νιώθετε κάθε φορά από καλλιτεχνικής άποψης;

Είναι το αποτέλεσμα μιας διαρκούς καλλιτεχνικής αναζήτησης. Μου αρέσει να δουλεύω με νέους ανθρώπους και δεν ξέρω αν αυτός είναι ο βασικός μου στόχος ή το να ανακαλύπτω ξανά τον εαυτό μου μέσα απ' τους νέους. Οι περισσότεροι απ' αυτούς είναι και φίλοι μου και απλώς μου αρέσει να συνεργάζομαι μαζί τους.

Πιστεύετε ότι η μητρότητα είναι η ολοκλήρωση μιας γυναίκας;

Όχι, δεν το πιστεύω. Πιστεύω μόνο στη δουλειά.

Ακούγεστε σχεδόν κυνική.

Εντάξει, εντάξει...Είμαι ευτυχισμένη που έγινα μητέρα και είμαι χαρούμενη για τον γιο μου, τον Nicholas. Στάθηκα τυχερή σε αυτό το θέμα, το ξέρω. Ο γιος μου δεν έχει καμία σχέση με τη μουσική βιομηχανία ή τον κόσμο του θεάματος.

Η ομορφιά έπαιξε ρόλο στην καριέρα σας; (σ.σ. ερώτηση off the record)

Αυτά να τα ρωτήσετε στη Madonna, όχι σε μένα. Ήμουν η ωραιότερη γκόμενα στο Σόχο και την Carnaby Street. So what? Η ωραιότερη γκόμενα...Κάποτε!

Περηφανεύεστε, βλέπω. Υπήρχε κι η Nico στα χρόνια σας εξίσου ωραία γκόμενα.

Άσ' την αυτήν. Οι πεθαμένοι είναι με τους πεθαμένους και οι ζωντανοί με τους ζωντανούς.

Θέλω να σας διαβάσω ένα απόσπασμα από ένα ποιητικό κείμενο του Georges Le Nonce, ενός σύγχρονου Έλληνα ποιητή, και να μου το σχολιάσετε...

Ξέρετε ότι δεν έχετε πολύ χρόνο, έτσι;

Ναι, αν με αφήσετε να κάνω κι εγώ τη δουλειά μου.

Διαβάστε μου, σας ακούω.

 «Πιστεύω πως πολύ σύντομα θα τα έχω καταφέρει. Όχι μόνο επειδή είμαι φύσει αισιόδοξο πλάσμα. Αλλά και επειδή έχω σχετική εμπειρία προσαρμογής στις νέες συνθήκες, ύστερα από τόσες αλλαγές, τόσες μεταμορφώσεις, έστω κι αν έχουν περάσει αρκετά χρόνια από την τελευταία, αυτήν που με είχε εξαναγκάσει να γράφω ποιήματα...» Μπορείτε να βάλετε τη λέξη «τραγούδια» αντί «ποιήματα».

(παίρνει το χαρτί απ' τα χέρια μου και το πετάει) Εσείς τώρα θέλετε να βρείτε κάποια σχέση μεταξύ εμού και του ποιήματος.

Δεν υπάρχει; Όταν διάβασα το ποίημα αυτό, εσείς ήρθατε στο μυαλό μου.

Κι εγώ σας λέω ότι δεν έχει σχέση το ποίημα με τη ζωή μου. Πρώτα απ' όλα, ακόμη γράφω τραγούδια, εφόσον με παρακολουθείτε. Οι μεταμορφώσεις μου δεν ήταν πολλές, ήταν μία μετά την περιπέτεια που έζησα, κι αυτή μόνο και μόνο για να μπορέσω να επιβιώσω, χωρίς να ξέρω αν θα ξανακάνω επιτυχία στη μουσική. Όταν έγινε το «Broken Εnglish» το 1979 είπα ότι ή θα κάνω μια νέα αρχή ή θα χαθώ οριστικά. Η μουσική είχε αλλάξει, δεν ήμουν το χαρούμενο κορίτσι της flower power, του swinging London και η κολλητή των Stones, αλλά μια νέα γυναίκα 33 ετών με κατεστραμμένη ήδη την υγεία της. Ήταν ένα ξεκίνημα πάνω στην ακμή του punk και του new wave. Το ποίημα που μου διαβάσατε μπορεί να 'χει γραφτεί και να απευθύνεται από άλλον σε άλλον.

Μπορεί, αλλά η Ελλάδα, ξέρετε, εκτός από κακούς γιατρούς ενίοτε, παράγει και καλούς ποιητές από αρχαιοτάτων χρόνων.

Τώρα είπατε τη σωστή λέξη: η Ελλάδα έχει ποιητές μέγιστης σημασίας από την αρχαιότητα, σαν τη Σαπφώ και τον Όμηρο. Τεράστιοι!

Ή τον Κωνσταντίνο Καβάφη στον 20ό αιώνα.

Δεν τον γνωρίζω.

Κρίμα! Εσείς χάνετε...Αναρωτιέμαι με τι γελάει και με τι γίνεται έξω φρενών η Marianne Faithfull.

Προσπαθώ να μη γίνομαι έξω φρενών, δεν είναι καλό για μένα. Οι άνθρωποι με κάνουν να γελάω, οι άνθρωποι με διασκεδάζουν (χαμογελάει). Σίγουρα, απολαμβάνω τις παρέες μου, αλλά γελάω με τους ανθρώπους, γενικώς.


Ποια ήταν η τελευταία φορά που κλάψατε, κ. Faithfull;

Δεν κλαίω εγώ (ενοχλημένη).

Ποτέ;

Ποτέ!

As tears go by, λοιπόν.

Κι αυτό ένα τραγούδι ήταν και τίποτα περισσότερο.

Όπως κι αυτή ήταν μία από τις χιλιάδες συνεντεύξεις που έχετε δώσει και τίποτα περισσότερο. Συγγνώμη αν σας κούρασα.

Σας ευχαριστώ. Ειλικρινά. Δεν αναλωθήκαμε στα ναρκωτικά ή στα '60s κι αυτό εσείς το καταφέρατε.

Εγώ σας ευχαριστώ.

Give my love to Greece!

Δευτέρα 27 Μαΐου 2024

Η Ευγενία Συριώτη σε μία σπάνια συνέντευξη - αποτίμηση της ζωής της

Την ήθελα εδώ και χρόνια αυτή τη συνέντευξη. Την Ευγενία Συριώτη την είχα πετύχει προ 10ετίας περίπου στον Παρνασσό της πλατείας Καρύτση και είχαμε ανταλλάξει δυο λόγια. Χαθήκαμε έπειτα. Σκεφτόμουν «Μεγάλη γυναίκα είναι, καλύτερα να μην την ενοχλήσω». Ώσπου πριν ενάμισι μήνα ανέβασα στο facebook μία παλιά ηχογράφηση της και τα like άρχισαν να πέφτουν βροχή. Ο Σταμάτης Κραουνάκης επικοινώνησε μαζί μου: «Θες τη Συριώτη για συνέντευξη; Θα σ' το κανονίσω εγώ»! Και, όντως, ο Σταμάτης το κανόνισε και πάντα θα τον ευγνωμονώ γι' αυτό. Έτσι, δεν πέρασαν πολλές μέρες και βρέθηκα στο σπίτι της Συριώτη στα Ιλίσια να συζητάμε σαν δύο καλοί φίλοι χρόνων. Με εντυπωσίασε με το χιούμορ, την εξομολογητική της διάθεση, την τόλμη στο λόγο της κυρίως όμως με την πνευματική της διαύγεια. Η Συριώτη, βλέπεις, είναι 89 ετών και δεν τα κρύβει τα χρόνια της. Απολαύστε λοιπόν την αφήγηση της ζωής της και ανυπομονώ να την ξανασυναντήσω σε εκείνο το πριβέ κονσέρτο στην οικία της που μου έταξε! 
Τελικά το όνομα σας είναι Συριώτη ή Βάλβη, όπως αναγραφόταν στους «Όρνιθες» του Χατζιδάκι;

Συριώτη είναι. Βάλβη ήταν το όνομα της μητέρας μου. Ήμουν μαθήτρια στο Ωδείο Αθηνών του Φαραντάτου, που ήταν πολύ αυστηρός και δεν ήθελε να τραγουδάω, αλλά να είμαι μόνο πιανίστα. Τότε είχα μόλις γνωρίσει τον Χατζιδάκι, που μου πρότεινε να είμαι η Αηδόνα στους «Όρνιθες». Αυτός μου πρότεινε να βάλω άλλο όνομα κι έτσι δανείστηκα αυτό της μάνας μου.

Από που κατάγεστε;

Ο πατέρας μου ήταν απ’ τη Χίο και τα Ψαρά και η μάνα μου από το Μεσολόγγι και τα Σφακιά της Κρήτης.

Εμπεριέχετε πολύ τη θάλασσα.

Όλη τη θάλασσα, ναι! Ο Κωστής Παλαμάς ήταν θείος της μητέρας μου, αφού είχε παντρευτεί την αδερφή του παππού μου. Λεγόταν Μαρία Βάλβη. Εξ αίματος συγγενείς ήμασταν με τον Λάμπρο Πορφύρα, αφού αυτός, ο Πικιώνης και ο πατέρας μου ήταν τριών αδερφών παιδιά. Ο πατέρας μου ήταν διευθυντής στο «Βήμα», τους άλλους θα τους γνωρίζετε. Εξ αγχιστείας συγγενής μας, απ’ τη μεριά της μάνας μου, ήταν και ο Γιάννης Τσαρούχης. Ερχόταν σπίτι ο Τσαρούχης, τρώγαμε μαζί και σεβόταν πολύ τον Πικιώνη. Μια μέρα ήρθε ο θείος ο Πικιώνης, που μ’ αγαπούσε πολύ: «Πάμε να δούμε την έκθεση του Γιάννη;» Είχε έκθεση τότε ο Τσαρούχης με τα πορτραίτα των ναυτών με τα διάφορα στεφάνια που τους είχε «φορέσει». Πήγαμε στη γκαλερί «Ζουμπουλάκη» και ο Τσαρούχης περίμενε όλο αγωνία τη γνώμη του Πικιώνη. Ο οποίος Πικιώνης δεν πολυμίλαγε. «Αυτό το κόκκινο…» είπε του Τσαρούχη χωρίς τίποτα άλλο. «Γιατί δεν του είπες και κάτι άλλο που περίμενε για τη γνώμη σου; Τι ήταν αυτό το κόκκινο που σχολίασες;» ρώτησα εγώ όταν φύγαμε. Και μου απάντησε: «Ξέρει αυτός».

Μεγαλώσατε, επομένως, ανάμεσα σε διανοούμενους, ποιητές, εικαστικούς και συνθέτες.

Ακριβώς. Φίλοι του μπαμπά ήταν ο Ψαθάς και ο Ρούσσος. Κάθε παραμονή Χριστουγέννων ερχόντουσαν εδώ στη γιορτή μου και τους έπαιζα πιάνο. Ο μπαμπάς μου με είχε περί πολλού, με θαύμαζε. Όταν τελείωσα το κολέγιο κι έγραψα μόνη μου τον αποχαιρετιστήριο λόγο, ήρθε ο Παπανούτσος και μου τον διόρθωσε. Πιανίστα ήταν και η μητέρα μου. Έχω κι έναν αδερφό, τον Αντώνη, που ζει ακόμη, δυόμισι χρόνια μεγαλύτερο μου. Αυτός έφυγε στην Αμερική από 19 χρονών και έζησε εκεί. Ήταν αυτός που έφτιαξε τους πρώτους μαθηματικούς υπολογισμούς ώστε να ανέβαινε το «Κολούμπια» στο διάστημα. Διάσημος ο Αντώνης Συριώτης στην Αμερική!

Ήσασταν δύο «επιτυχημένα» παιδιά στη ζωή σας, να το πούμε έτσι.

Πετυχημένα, αγαπημένα, με πολλή αγάπη απ’ τους γονείς. Πλούσιοι όχι, ένα μισθό είχε ο μπαμπάς μου, αλλά λόγω της θέσης του είχαμε δωρεάν προσκλήσεις για όλα τα θεάματα. Εγώ έβλεπα θέατρο από δέκα χρονών, είδα τους πάντες απ’ την Παξινού κι έπειτα, όχι όμως και τον Βεάκη. Ίσως γι’ αυτό «έχω» όλο το θέατρο, αφού και ο Κουν ανέβαζε τα πάντα τότε.

Πότε γνωρίσατε τον Χατζιδάκι;

Είμαι γεννημένη το 1935 και στα 25 μου συνάντησα τον Μάνο, άρα μιλάμε για το 1960. Δεν είχα τελειώσει το Ωδείο και ακόμη σπούδαζα τραγούδι. Στο «Καίσαρ και Κλεοπάτρα», λίγο αργότερα, ο Μάνος δεν ήθελε να βάλει τη Μούσχουρη να τραγουδήσει. Δεν ήθελε να είναι στο δίσκο ούτε η Μούσχουρη, ούτε η Βουγιουκλάκη. Τότε συνεργαζόταν με την Έλλη Νικολαΐδου στις χορωδίες, η οποία ήταν δασκάλα μου στο Ωδείο Αθηνών και με πίστευε. Αυτή με πήγε στον Χατζιδάκι και μ’ άκουσε. «Δεν θα πάρει είδηση ο Φαραντάτος που θα τραγουδήσεις, αφού θα γράψουμε στο στούντιο της Columbia» μου είπε και, όντως, πήγαμε. Την πρώτη στιγμή ο Μάνος με αγνόησε, με άφησε στην άκρη, ενώ του’ χε μιλήσει η Νικολαΐδη. Εγώ πάλι, επειδή ήξερα τον ηχολήπτη, ανέβηκα πάνω στο διάλειμμα και του ζήτησα να τραγουδήσω κάτι και να με ηχογραφήσει. Εκεί ήταν και ο Ζαμπέτας, που όλο τον διόρθωνε ο Μάνος, αφού έκανε τα δικά του. Τραγουδάω τελικά ένα κομμάτι λίντερ και τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» μόνη μου στο πιάνο. Όταν τα άκουσε ο Μάνος, γύρισε και μου είπε: «Εσύ τραγουδάς; Α, μ’ ενδιαφέρεις»! Είχε λατρεία στην κλασική μουσική και απωθημένο που δεν τη σπούδασε σε αντίθεση με τον Θεοδωράκη που έφυγε νωρίς στο Παρίσι για σπουδές. Όταν μετά από χρόνια ρώτησα τον Χατζιδάκι, «Τι σου άρεσε, βρε Μάνο, σε μένα;», μου απάντησε: «Το ότι είχες άποψη στο πως είπες το τραγούδι του Τσιτσάνη! Μην αφήσεις ποτέ την κλασική μουσική»!

Τι θυμάστε από τους «Όρνιθες» στο Ηρώδειο;

Ήταν η πρώτη φορά που τραγούδησα μπροστά σε κόσμο στο Ηρώδειο. Σαν τσαμπιά από σταφύλια κρέμονταν οι άνθρωποι. Ανέβηκα πάνω σ’ ένα βάθρο και έτρεμα. Ο Μάνος σχολίαζε πως άμα υπήρχε κενός χώρος από κάτω, εκεί μέσα θα έμπαινα απ’ το τρακ μου. Ο Μάνος μας ήθελε να τραγουδάμε σαν να ήμασταν ακόμη ένα όργανο στην ορχήστρα. Δεν ήθελε έκφραση, αυτό που εγώ είχα κατά κόρον, ούτε αυξομοιώσεις στον ήχο. Μου εξηγούσε πως η ανθρώπινη φωνή είναι μέρος της ορχήστρας, σαν ένα φλάουτο ή κάποιο άλλο πνευστό. Αυτό εμένα με περιόριζε αφάνταστα. Ήταν αδύνατο να τραγουδούσα έτσι, αλλά το έκανα ούσα μουσικός.

Κάνατε συναυλίες με τα τραγούδια του «Καίσαρ και Κλεοπάτρα» ή το «εξαντλήσατε» μόνο επί σκηνής;

Και συναυλίες πολλές κάναμε, αλλά και εκπομπές για τη γερμανική τηλεόραση. Ένιωθα δυστυχής γιατί με είχε βάλει να υπογράψω συμβόλαιο που θα ήμουν αυστηρά χατζιδακική, δεν μπορούσα δηλαδή να τραγουδήσω τίποτα άλλο. Ενώ απ’ τη μια πάλευε για τα δικαιώματα των συνεργατών του, βάζοντας μας να παίρνουμε το έξι και όχι το τρία τοις εκατό, είχε αυτή την ιδέα για το τραγούδισμα. Ίσως γι’ αυτό του άρεσε τόσο πολύ η ίσια φωνή της Μούσχουρη, σαν φλάουτο. Εγώ πάλι ήμουν σκέτο βιμπράτο, έκφραση και πάθος. Πάντως, το ότι δεν συνεχίσαμε με τον Χατζιδάκι, οφειλόταν στο ότι έφυγε για την Αμερική. Στο μεταξύ, εγώ λάτρευα τον Φαραντάτο, αν και δεν είχαμε ποτέ τίποτα, εννοώ πως τον είχα θεό τότε. Τρεις μήνες πριν το δίπλωμα μου, 21 Νοεμβρίου, πεθαίνει ξαφνικά. Συνέχισα με τον Μαρή και τρεις μέρες πριν τις εξετάσεις, πεθαίνει και ο πατέρας μου. Με ρώτησε ο Παλλάντιος αν ήθελε να ακυρώσουμε τις διπλωματικές μου, αλλά αποφάσισα να βγω να παίξω. Ήμουν σε τέτοιο σοκ, έπαιξα Μπετόβεν και αμέσως μετά πήγα στη μάνα μου και της είπα: «Είμαι χάλια, βλέπω συνέχεια τον μπαμπά που δεν μπορούσε να αναπνεύσει». Μου κάνει η μάνα μου: «Τέλειωσες, έπαιξες». Χαμπάρι δεν είχα πάρει, έτσι όπως ήμουν.

Ήσασταν συμμαθήτριες με τη Ντόρα Μπακοπούλου;

Όχι, η Ντόρα είχε τελειώσει νωρίτερα από μένα, αν και μικρότερη μου. Απίθανη! Όταν, λοιπόν, πήρα το δίπλωμα, έκλεισα το πιάνο και δεν ξανάπαιξα ποτέ σε κόσμο. Έχοντας μεγάλη λαχτάρα με τη μουσική, το γύρισα στο τραγούδι με την Καλφοπούλου και τη Νικολαΐδη δασκάλες. Πήρα και δίπλωμα στο τραγούδι, ενώ θεωρούμουν πολύ καλή πιανίστα.

Πως εξηγείτε ότι, ενώ τραγουδήσατε λίγα τραγούδια του Χατζιδάκι, ταυτιστήκατε πολύ με το έργο του;

Λέτε; Μούσα του ήταν η Μούσχουρη, μετά η Νταντωνάκη και πιο μετά η Πασπαλά. Μπορεί να με θυμάται ο κόσμος από το σόλο φωνή στην «Άρια της Αηδόνας», αλλά δεν έχω ακούσει να θεωρούμαι ερμηνεύτρια του Χατζιδάκι. Έχω κρατήσει τις σημειώσεις του Χατζιδάκι, που όλα τα έγραφε με το χέρι για να μας τα διδάξει.

Πότε αρχίσατε να τραγουδάτε τα δικά σας τραγούδια;

Γύρω στο 1966 – 67, αφού αγαπούσα πολύ τα φολκλορικά τραγούδια, από παιδί, τα ξένα κυρίως. Ήμουν δέκα ετών, πηγαίναμε στη Λυρική και επειδή ήταν φίλος του πατέρα μου ο Συνοδινός, μας έμπαζε στο θεωρείο του, αφού απαγορεύονταν τα παιδιά στην όπερα. Έτσι έμαθα όλες τις όπερες απ’ έξω και μετά έπαιζα τα κομμάτια στο πιάνο στο σπίτι. Ένα κομμάτι που μου είχε κάνει εντύπωση ήταν το «The last rose of summer» από την όπερα «Martha» του Φλότοβ. Το τραγουδούσα στα ελληνικά από το λιμπρέτο που’χα ακούσει. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος, μπήκαν στο σπίτι μας οι ΕΛΑΣίτες και πήραν ότι είχαμε και δεν είχαμε. Ο πατέρας μου, στο μεταξύ, ήταν αριστερός, αλλά εκείνοι δεν το ξέρανε. Μάλιστα θέλανε να του πάρουν τα βιβλία που ο πατέρας μου μάζευε από την Ιταλία επί τριάντα χρόνια. Μέχρι να ξαναφτιάξουμε το σπίτι μας, ο Μήτσος Λαμπράκης πρότεινε του πατέρα μου να αναλάμβανε το γραφείο Τύπου του «Βήματος» στο Λονδίνο. Πήγε πρώτα ο πατέρας μου και μετά από ένα χρόνο πήγαμε κι εμείς με το πλοίο «Κορινθία». Εκεί ασυρματιστής ήταν ο Νίκος Καββαδίας, φίλος του μπαμπά μου κι αυτός. Κάναμε τρεις μέρες να φτάσουμε και κάναμε παρέα μαζί του. Ήταν πολύ ντροπαλός ο Καββαδίας, έπαιζε με μένα και με τον αδερφό μου και τον φωνάζαμε «το Αυτάκι» από μια κίνηση που έκανε συνέχεια με το αυτί του. Φτάνουμε στο Λονδίνο κι εκεί κάθε Κυριακή ερχόταν σπίτι μας ένας κύριος Σεφεριάδης με τη γυναίκα του. Ιδέα εμείς τότε, ούτε για τον Καββαδία, ούτε για τον Σεφέρη. Μείναμε τριάμισι χρόνια στο Λονδίνο και στο σχολείο με έβαλαν στη χορωδία. Το πρώτο τραγούδι που άκουσα ήταν το «The last rose of summer», που με έκπληξη έμαθα πως δεν προερχόταν από την όπερα, αλλά ήταν παραδοσιακό ιρλανδέζικο κομμάτι. Από τότε λάτρεψα τα ιρλανδέζικα τραγούδια. Στα 12 μου, ήταν διευθυντής στο ελληνόφωνο BBC ο Αγγέλογλου, πολύ σπουδαίος δημοσιογράφος. Μου ζήτησε να τραγουδήσω για τους ναυτικούς μας και είπα το «Θαλασσάκι» και άλλα δημοτικά ελληνικά τραγούδια. Πληρώθηκα, θυμάμαι, 12 εγγλέζικες λίρες, με τις οποίες αγόρασα ένα στυλό Parker για τον πατέρα μου και μια καρφίτσα πράσινη για τη μητέρα μου. Ακόμη την έχω και τη φοράω εγώ. Γυρνώντας στην Ελλάδα στα 13 μου πια, μπήκα στο Κολέγιο Θηλέων και από τον Δούνια αγάπησα όλο το γερμανικό λιντ.

Αφήσατε όμως τα φολκλορικά που μόλις είχατε ανακαλύψει για το κλασικό ρεπερτόριο.

Ναι, αλλά στα 19 μου ξανάφυγα για ένα χρόνο στο Λονδίνο, για σπουδές πιάνου στη Royal Academy. Πίσω στην Ελλάδα πάλι έγιναν όλα αυτά με τον Χατζιδάκι. Στα 27 μου τελείωσα το Ωδείο και ξεκίνησα να τραγουδάω μόνη μου όλα τα φολκλορικά. Είχα προμηθευτεί και πολλά βιβλία σχετικά από το Λονδίνο.

Ήσασταν και η πρώτη που μεταφράσατε στην Ελλάδα τον Μπομπ Ντίλαν, έτσι δεν είναι;

Ναι, εγώ τον μετέφρασα πρώτη. Και τον γνώρισα κιόλας! Κάθε καλοκαίρι πηγαίναμε στην Αμερική στον αδερφό μου. Ο Αντώνης δεν μπόρεσε να έρθει στην κηδεία του πατέρα μας, γιατί δεν είχε εκτίσει τη στρατιωτική θητεία του, οπότε πήραμε εμείς το αεροπλάνο και πήγαμε. Είχαμε να τον δούμε δώδεκα χρόνια. Γράφτηκα αμέσως σε μία χορωδία μαύρων, για όσο θα έμενα εκεί. Τα αγγλικά μου ήταν σε πολύ καλό επίπεδο, γιατί είχα μεγαλώσει στο Λονδίνο. Πολλές φορές σκεφτόμουν και μίλαγα αγγλικά, δεν έλεγα π.χ. «Σβήστε το φως», αλλά «Βγάλτε έξω το φως». Ένας λόγος που γυρίσαμε απ’ την Αγγλία ήταν το ότι ο πατέρας μου δεν ήθελε να ξεκοπούμε απ’ την ελληνική γλώσσα και πραγματικότητα. Στην Αμερική, λοιπόν, άρχισα να τραγουδάω σπιρίτσουαλ. Με πιάνει η πρώτη μαύρη τραγουδίστρια και μου λέει: «Babe, τραγουδάς πολύ ωραία, αλλά ξέρεις τι δεν έχεις; Τραγουδάς ντυμένη, δεν γδύνεσαι». Το κατάλαβα από τότε και άρχισα να «γδύνομαι» (γέλια).

Εννοούσε να απελευθερωθείτε;

Ναι, να μη ντρέπομαι να δείχνω το παραμικρό, ακόμη και τη σεξουαλική επιθυμία. Όταν έμαθα να «γδύνομαι», με πάει ο αδερφός μου στο ραδιόφωνο του Λος Άντζελες σ’ ένα διαγωνισμό τραγουδιού σπιρίτσουαλ. Εγώ ήμουν το «Νο 7» και τραγουδούσαμε όλοι πίσω από ένα ριντό για να μη βλέπουμε τα νούμερα. Δεν ήθελαν να βλέπει η επιτροπή ποιος ήταν λευκός ή μαύρος κλπ. για να μην επηρεαστεί. Πήρα το πρώτο βραβείο, παρακαλώ, με το τραγούδι «You were there when they crucified my Lord». Ένα αγαλματίδιο ήταν το βραβείο που μου έδωσε ώθηση να τραγουδήσω κανονικά στο ραδιόφωνο, αλλά εκεί όμως διάλεξα ελληνικά τραγούδια. Φύγαμε και γυρίσαμε πίσω, δεν είχα περαιτέρω εξέλιξη. Στο μεταξύ, είχα ανακαλύψει τον Μπομπ Ντίλαν που με εντυπωσίαζαν οι στίχοι του. Λογοτέχνης είναι πιο πολύ, ενώ κάνει απλοϊκή μουσική. Όταν γύρισα στην Ελλάδα, έλεγα παντού το «Blowing in the wind», σε κάθε ευκαιρία. Το ΄67 ήμουν πια παντρεμένη με τον Ντέιβιντ Μπερκ, σπουδαίος δημοσιογράφος στο ABC News. Άγγλος με δέκα χρόνια καριέρα στη Νέα Υόρκη.  Μίλαγε εφτά γλώσσες, αλλά όχι ελληνικά, που τα έμαθε στη συνέχεια. Κάναμε δύο παιδιά, πρώτα την Ισαβέλλα, μετά ένα άλλο αγοράκι που πέθανε τριών ημερών και ακολούθησε ο Άντονι, ο γιος μου, που έγινε ηθοποιός.

Μες τη χούντα είχατε πολιτική συνείδηση;

Ήμουν πολιτικοποιημένη, αλλά στο μυαλό, δεν είχα λάβει μέρος σε αντιστασιακές εκδηλώσεις. Συμπαθούσα όλους τους εξορισθέντες και ο μεγαλύτερος έρωτας της ζωής μου ήταν ο Φοίβος Ανωγειανάκης ο μουσικολόγος, που είχε κάνει εξορία. Σε μια πολιτιστική ανταλλαγή το 1967 είχε έρθει εδώ μια Αμερικάνα εικαστικός κι εγώ ξαναπήγα στην Αμερική ως τραγουδίστρια για μια περιοδεία στα πανεπιστήμια που θα κρατούσε έξι μήνες. Στο Ιλινόις ξεκίνησε η περιοδεία μου, ο άντρας μου θα μιλούσε πρώτα και μετά θα τραγουδούσα εγώ. Ο Χατζιδάκις ήταν εκεί και ο πρώτος που συναντήσαμε. Τον θυμάμαι να έχει αδυνατίσει. Φορούσε καμπαρντίνα, καπέλο και κράταγε μπαστούνι για να δείχνει σικ. Ένας αλλιώτικος Μάνος που τότε έκανε το «Ilya Darling» στο Μπροντγουέι. «Καλά έκανες και ήρθες» μου έλεγε, «να γνωρίσεις την Αμερική, αλλά να γυρίσεις μετά στην Ελλάδα. Θα γυρίσω κι εγώ», όπως και έκανε. Η πρώτη τουρνέ μου ήταν σε φυλακές γυναικών, βαρυποινίτισσες, και από τότε έμαθα να τινάζω τα προγράμματα στον αέρα, να μην ακολουθώ συγκεκριμένο ρεπερτόριο. Ακόμη και σήμερα αλλάζω το πρόγραμμα τελευταία στιγμή. Θυμάμαι να’ναι από κάτω οι γυναίκες και από πάνω να τις σημαδεύουν με όπλα σε περίπτωση που γίνονταν έκτροπα. Βγαίνω, ρίχνω μια ματιά στις άσπρες, μαύρες φάτσες που μόνο εμένα δεν ήθελαν ν’ ακούσουν. Τις ρώτησα τι θέλουν ν’ ακούσουν και μια μαύρη ζήτησε σπιρίτσουαλ. Μια άλλη μου ζήτησε ρωσικά τραγούδια κι έτσι τις κέρδισα μέσα σε δύο λεπτά. Δεύτερη συναυλία θα έκανα σε ένα σχολείο με κωφάλαλα παιδιά. Μπήκαμε σε μια αίθουσα γυμναστηρίου, τεράστια, με ξύλινο πάτωμα. Κάτσανε όλα τα παιδιά κάτω και αυτά με καταλάβαιναν από το ρυθμό μου. Τρίτη συναυλία άρχισε η κανονική τραγουδιστική μου δραστηριότητα στο «Rosary College» στο Ιλινός. Εκεί οι συναυλίες δεν ήταν σαν τις δικές μας, δηλαδή δύο ώρες το πολύ και μετά φύγαμε. Άρχιζαν το πρωί και τελείωναν το βράδυ με πέντε – έξι καλλιτέχνες στη σειρά. Έξω όλοι, στο προαύλιο. Πάω και ποιοι ήταν; Ο Μπομπ Ντίλαν, η Τζόαν Μπαέζ, η Μπάφι Σάντε Μέρι και ο Γουίλι Νέλσον. Παθαίνω την πλάκα μου! Μετά την εξάμηνη περιοδεία, με τρεις συναυλίες ημερησίως, γυρνάμε στη Νέα Υόρκη, κι όταν παραπονέθηκα στον μάνατζερ, αυτός νόμιζε ότι ήθελα κι άλλες, ενώ εγώ έλεγα πως θα με πεθάνει. Έχασα 17 κιλά μέσα σ’ αυτό το εξάμηνο, αφού δεν είχα χρόνο για να φάω και άνοιγα το στόμα μου μόνο για να τραγουδήσω. Εννοείται, μαζί μου είχα πάντα τον άντρα μου και τη μάνα μου. Στη Νέα Υόρκη ξαναβλέπω τον Χατζιδάκι, ο οποίος μου μιλάει για μια ωραία μπουάτ στο Σόχο. Ήθελε να τραγουδήσω εκεί με μία κιθάρα, αλλά του εξήγησα πως αν βγω πάλι να τραγουδήσω, θα με πάρουν με το φορείο. «Κουράστηκες κι εσύ, ε; Είδες τι είναι η Αμερική;» ήταν τα λόγια του. «Να μου λείπει» λέω…Άσε που ο άντρας μου μου είχε κλείσει ραντεβού με τον μετέπειτα μάνατζερ της Madonna, που για να τον έβλεπες, έπρεπε να είχες μεγάλο μέσον. Πάω, του τραγουδάω και μου λέει: «Το’χεις ένα ενδιαφέρον», αλλά λίγο περιφρονητικά. Μου ζήτησε να υπογράψω μαζί του για πέντε χρόνια, αλλά μ’ έναν όρο: Να μην κάνω παιδιά. Αν θα έκανα, θα ήταν ο μόνος λόγος για να έσπαγε το συμβόλαιο μας. Εγώ θα υπόγραφα, αλλά για ένα χρόνο, εκείνος όμως μου είπε πως μέσα σ’ ένα χρόνο δεν θα έβγαζε τα λεφτά του. «Αποφάσισε γρήγορα» μου είπε, «γιατί έξω περιμένουν ουρά άλλες νεότερες, ωραιότερες και με καλύτερες φωνές». Κυνικός, έτσι όπως σας τα λέω! Όταν του απάντησα «όχι», γυρνάει και κάνει του άνδρα μου: «Is she crazy? («Είναι τρελή;»). Είπαμε «Ευχαριστούμε, γεια σας» και το 1968 επιστρέψαμε στην Ελλάδα. Σημειωτέον, τότε στην Αμερική ζούσε και η Φλέρυ Νταντωνάκη, αλλά δεν έτυχε ποτέ να τη γνωρίσω.

Το κλίμα των «παιδιών των λουλουδιών» το ζήσατε στην Αμερική του ΄67;

Εκ του μακρόθεν μόνο, δεν το έζησα δηλαδή. Τον Ντίλαν τον άκουγαν πολύ οι χίπηδες και φαντάζομαι σε εκείνη τη συναυλία μας όλο τέτοια παιδιά θα ήταν από κάτω. Είχα ακούσει για το φεστιβάλ του Μοντερέι, που έγινε το καλοκαίρι του ’67, αλλά δεν πήγαινα πουθενά, δεν ήμουν ακόμη πολιτικοποιημένη. Βέβαια μετά τον Ντίλαν άρχισε το μυαλό μου να ξυπνάει. Από την Αμερική έφερα στην Ελλάδα τα τραγούδια διαμαρτυρίας του Ντίλαν, τα οποία καταλάβαιναν οι φοιτητές εδώ, αφού τους τα μετέφραζα. Θυμάμαι στην οδό Μασσαλίας, στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, με άκουγαν απ’ τα μεγάφωνα να λέω συνέχεια το «Blowing in the wind». Με τον πατέρα Πυρουνάκη, τον παπά που ήταν αριστερός, οργανώναμε τις εκδηλώσεις αυτές. Σπουδαίος, παπάς αριστερότατος! Δίνουμε την πρώτη συναυλία, όπου μας μυρίζεται ένας απ’ τους συνταγματαρχαίους της χούντας. Έτσι, μας ακύρωσαν τη δεύτερη συναυλία χωρίς να με ενημερώσει κανείς. Πήγα και μου είπαν: «Δεν θα μπείτε μέσα, γιατί δεν θα γίνει η δεύτερη συναυλία. Είναι άρρωστη η Συριώτη». Απάντησα: «Εγώ είμαι η Συριώτη και δεν είμαι καθόλου άρρωστη». Οι φοιτητές με άρπαξαν στα χέρια και ξανατραγούδησα τα ίδια τραγούδια, αλλά μετά βέβαια μας πήγαν στην Ασφάλεια, τον Πυρουνάκη και μένα. Ήρθε εκεί ο άνδρας μου, που κάθε βράδυ μετέδιδε πολιτικές ειδήσεις για το ABC News. Ξέρετε πόσο οι χουντικοί φοβόντουσαν τους Αμερικανούς…Τους συστήθηκε και τους ρώτησε γιατί πήραν τη γυναίκα του. Τελικά ο Ντέιβιντ μας γλίτωσε (γέλια). Μια άλλη φορά είχαν πιάσει τον Ανωγειανάκη, που ο άνδρας μου ήξερε ότι εγώ παλιότερα ήμουν ζευγάρι μαζί του. Είχε τέτοια χάλια ο Φοίβος όταν τον φέρανε στην Ασφάλεια, που εγώ και ο Ντέιβιντ τον σηκώναμε με την πολυθρόνα μαζί. Πάλι με τον ίδιο τρόπο τον γλίτωσε κι αυτόν ο Ντέιβιντ. Στις 12 Μαΐου του 1970 ξαναδίνω μια συναυλία στο Λονδίνο και από κάτω είναι ο συμμαθητής μου απ’ το Ωδείο, Γιάννης Μαρκόπουλος, και η Μαρία Φαραντούρη. Φώναζαν όλοι να πω Θεοδωράκη, που ήταν απαγορευμένος στην Ελλάδα, και τους είπα το «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες». Πήραμε τα παιδιά και πήγαμε να φάμε κι εκεί η Φαραντούρη μου έδωσε ένα γράμμα για τη μάνα της: «Μπορείς να της το δώσεις εσύ γιατί τα γράμματα μας περνάνε από λογοκρισία;» Το πήρα, αλλά στα σύνορα, επειδή γυρίζαμε με τραίνο, με ξανάπιασαν οι Ασφαλίτες. Για ποιο λόγο λέτε; Είχαν μάθει ήδη στην Ελλάδα ότι είχα τραγουδήσει Θεοδωράκη στο Λονδίνο! Πάλι ο άνδρας μου παρενέβη, με άφησαν και έτσι βρήκα τη μάνα της Μαρίας και της έδωσα το γράμμα.

Με τον Μίκη Θεοδωράκη τραγουδήσατε ποτέ;

Ο Μίκης με ήθελε για τα τραγούδια του «Romancero Gitano» που τελικά τα είπε η Φαραντούρη σε δίσκο. Έπιασε τον Μάνο: «Θα μου δανείσεις τη Συριώτη;» κι αυτός του απάντησε: «Μα, δεν την έχω αγοράσει. Άμα εκείνη θέλει, γιατί όχι;» Μετά, όταν μου έδωσε τα τραγούδια ο Μίκης και ρώτησα τον Μάνο σχετικά, μου είπε να τα τραγουδήσω, γιατί μου πήγαιναν. Του άρεσαν πολύ του Μάνου! Τα τραγούδησα τελικά του Μίκη τα κομμάτια σε συναυλία και από κάτω ήταν η Φαραντούρη που έβλεπε τον μέντορα της να προσφέρει σε μένα αυτό το ωραίο έργο. Πριν απ’ αυτή τη συναυλία, όμως, είχα πρωτογνωρίσει τον Θεοδωράκη σε μια άλλη συναυλία στο Κεντρικόν. Στο πρώτο μέρος θα παρουσίαζε τον πρωτοεμφανιζόμενο Μπιθικώτση και στο δεύτερο θα παίζαμε τα τραγούδια από το «Καίσαρ και Κλεοπάτρα» με τον Μάνο. Ανήμπορος από το τρακ του ο Μπιθικώτσης, ξεράθηκε και τραγούδησε ο Μίκης ο ίδιος το τραγούδι του. Βγαίνοντας από το θέατρο, πέφτω πάνω στη Σοφία Βέμπο, η οποία δεν μπορούσε να στέκεται όρθια και είχε κάτσει στο φουαγιέ. Με είδε και με φώναξε: «Έλα να σου πω, κοριτσόπουλο! Τραγουδάς πολύ ωραία, σ’ άκουσα, και να πεις ένα τραγούδι που θα σου πηγαίνει πάρα πολύ». Ήταν η «Ταμπακέρα» από τη δική της δισκογραφία. Της είπα ότι δεν ήταν του στυλ μου, αλλά αυτή επέμενε ότι θα το έλεγα πολύ καλά και έκτοτε τραγούδησα την «Ταμπακέρα» άπειρες φορές.

Να πάμε και στο «Ταξιδεύοντας», τον πρώτο προσωπικό σας δίσκο από το 1970.

Η εταιρεία «Rod Strofes» της Ροδιάδου έβγαλε εκείνο το δίσκο και μετά έκλεισε. Ο Βασίλης Τενίδης, που τον είχα μαζί μου στο Λονδίνο και με συνόδευε στην κιθάρα, ήταν ωραίος μουσικός και στενός συνεργάτης του Χατζιδάκι. Μετέφρασα όλα τα ξένα τραγούδια, αλλά δεν τον θεωρώ πετυχημένο δίσκο. Δεν είναι τόσο ωραία τα ξένα τραγούδια αν δεν ακούγονται στη γλώσσα τους. Δεν ήθελε η Ροδιάδου να έβγαιναν αλλιώς, μου έλεγε πως για να πουλήσει ο δίσκος έπρεπε να τα πω στα ελληνικά. Λάθος μας! Μετά, όταν έκανα το «Μια θάλασσα μικρή», τα τραγούδησα όλα στις πρωτότυπες γλώσσες τους. Νομίζω πως ο πρώτος μου δίσκος πέρασε απαρατήρητος και άλλο αν σήμερα θεωρείται συλλεκτικός. Δεν τον στήριξα με συναυλίες, αφού δεν θεωρώ πως τα έκανα ποτέ όλα επαγγελματικά. Ήμουν πάντα sui generis, γι’ αυτό δεν έβγαλα λεφτά. Για χρόνια τραγουδούσα τζάμπα όπου με καλούσαν. Ακόμη και σε συναυλίες διαμαρτυρίας που συμμετείχα, πάντα τζάμπα ήταν. Πολλά λεφτά ξόδευα εδώ κι εκεί στην Αμερική, ούτε μ’ ένοιαζε. Σκεφτείτε ότι στην Ελλάδα πολύ μετά έβαλα εισιτήριο στις συναυλίες μου ίσως γιατί δεν είχα ανάγκη. Αν ήμουν άπορη και δεν είχα μεγάλη στήριξη, δεν θα ήμουν τόσο άνετη να τραγουδώ για το κέφι μου. Και το ’70, όταν βγήκε ο πρώτος μου δίσκος, δεν είχα σχέση με τα ελληνικά ποπ συγκροτήματα. Μόνο ξένη μουσική άκουγα, ροκ σαν του Ντίλαν, της Τζάνις Τζόπλιν και των Beatles. Θυμάμαι έντονα που με μύησε στη φολκ μπαλάντα η Τζόαν Μπαέζ. Έξυπνη κοπέλα αυτή, σοβαρή, όχι «τρελή» σαν τον Ντίλαν, αγαπησιάρικο άτομο. Λυπάμαι που δεν την είδα στο Λυκαβηττό, γιατί γνωριζόμασταν, αλλά ανεβαίνοντας στο λόφο, έπεσα και χτύπησα που έπρεπε να πάω στο νοσοκομείο. Επεδίωξα να τη συναντήσω, αλλά το ίδιο βράδυ θα έφευγε γι’ αλλού.

Στο μεταξύ είχε γυρίσει και ο Χατζιδάκις από την Αμερική. Είμαστε στο 1972 πια.

Ναι, αλλά δεν με ήθελε άλλο, εννοώ δεν μου πρότεινε να κάνουμε κάτι ακόμη μαζί. Ίσως με άφησε ήσυχη, γιατί κατάλαβε πως ήθελα να κάνω τα δικά μου. Δεν νομίζω πως του πήγαινα πάρα πολύ, ακόμα και η Φλέρυ διέθετε μία αποστασιοποιημένη ερμηνεία στα τραγούδια του. Εκείνο τον καιρό εμφανίστηκα και στο «Κύτταρο» της οδού Ηπείρου με τον Μαρκόπουλο, αλλά ήμουν πολύ αφοσιωμένη στα δύο παιδιά μου. Ήταν παραμονή Χριστουγέννων, θυμάμαι, και τα είχα άρρωστα με ιλαρά. Στην πλατεία, στο «Κύτταρο», ήταν η Ειρήνη Παππά και ο Ντασέν με τη Μελίνα. Μέσα ήμασταν ο Ξυλούρης, εγώ και η Σπυράτου. Εγώ έβγαινα στο διάλειμμα και έλεγα Ντίλαν και φολκλορικές μπαλάντες. Με ειδοποιεί η νταντά ότι τα παιδιά είναι άρρωστα κι εγώ χωρίς να πω τίποτα σε κανέναν φεύγω από το «Κύτταρο» στη μέση του προγράμματος. Ο Μαρκόπουλος μου έκοψε την καλημέρα για ένα χρόνο, αλλά μετά κάναμε πάλι συναυλίες μαζί, όπως δύο φορές στο Ηρώδειο.

Το «Μια θάλασσα μικρή» βγήκε το 1980, μια δεκαετία ακριβώς μετά το πρώτο άλμπουμ.

Είχα αρχίσει να κάνω εκπομπές στην τηλεόραση ήδη από το 1978. Κάναμε πολύ ωραία ντουέτα με τον Σταύρο Παπασταύρου στην κιθάρα και τότε ο Παπαστεφάνου μου πρότεινε να κάνω δική μου εκπομπή. Είχα, στο μεταξύ, κάνει και ραδιόφωνο με τον Γιώργο Κουρουπό στο πιάνο, μια εκπομπή που λεγόταν «Απ’ όλο τον κόσμο». Η τηλεοπτική εκπομπή μου ονομάστηκε «Τραγούδια του κόσμου» και την είχα ως το 2000 κατά καιρούς. Σε μια απ’ αυτές τις εκπομπές κάναμε αφιέρωμα την Ημέρα της Μητέρας με τον Σταμάτη Κραουνάκη. Είπα το «Μαμά, γερνάω» και μαζί του τα «Κόκκινα γυαλιά».

Συνειδητοποιώ τώρα πως ποτέ δεν χάσατε την επαφή με τα πράγματα και τους νέους δημιουργούς.

Ποτέ! Κάναμε και παρέα με τη Λένα Πλάτωνος, την ήξερα από το Ωδείο Αθηνών. Κι η τηλεόραση, ενώ ήταν μέσο βιοπορισμού, ποτέ δεν την είδα έτσι. Πρωτόβγαλα πολλούς καλλιτέχνες απ’ τις εκπομπές μου, σαν τη Σόνια Θεοδωρίδου και τη Νένα Βενετσάνου. Για τον Κραουνάκη μου’χε μιλήσει ο Παπαστεφάνου: «Είναι ένας νέος συνθέτης και θέλω να μου τον παρουσιάσεις απ’ την εκπομπή σου» τότε που ο Σταμάτης ήταν ένα όμορφο αγόρι 19 ετών. Αυτός είναι για μένα τώρα ο μεγάλος συνθέτης! Γενικά, ούτε με την τηλεόραση ήθελα να βγαίνω εγώ μπροστά, το κέφι μου έκανα για μια ακόμα φορά. Ίσως γι’ αυτό δεν θεωρήθηκα ποτέ εμπορική για να προβληθώ απ’ άλλους. Ανήκα στον κόσμο μου κι οι άλλοι το έπιαναν αυτό. Είχα γίνει και πολύ αναγνωρίσιμη, αφού τότε υπήρχαν μόνο τα δύο κρατικά κανάλια. Μια φορά ήμουν στο Παλλάς και βλέπαμε ταινία με μια φίλη μου. Δυο – τρεις σειρές με δείχνανε και κάτι λέγανε. Πήγε η φίλη μου και τους είπε: «Όταν μιλάνε για κάποιον, τουλάχιστον δεν τον δείχνουν» (γέλια). Άλλη μια φορά που είχα πάει στη Σίφνο τρώγαμε μια ωραία σιφναίικη ρεβυθάδα. Ζήτησα τη συνταγή απ’ τη γερόντισσα μαγείρισσα, αλλά δεν μου την έδωσε. Την επόμενη όμως με είδε στην τηλεόραση και όταν ξαναπήγα, με φώναξε για να μου πει τη συνταγή της.

Ως και τη μαγειρική κερδίσατε με την τέχνη σας!

Βέβαια, από τότε έτσι φτιάχνω την πιο αξέχαστη ρεβυθάδα. Ήμουν πάλι στην Πάτμο και πετάχτηκα σ’ ένα περίπτερο. Καθόταν μέσα μία γριούλα και μου κάνει: «Εσύ δεν τραγουδάς τα ωραία τραγούδια που μας τα μεταφράζεις κιόλας; Πως βγαίνει η φωνή σου ενώ είσαι καθιστή;» Νόμιζε απ’ τα τοπικά πανηγύρια πως οι τραγουδιστές μόνο όρθιοι τραγουδάνε (γέλια).

Με το λαϊκό τραγούδι είχατε ποτέ σχέση;

Όχι, δεν είχα, νόμιζα πως δεν μου πήγαινε, αλλά μερικά λαϊκά τα τραγουδάω. Λατρεύω το «Σ’ το’πα και σ’το ξαναλέω», το «Θαλασσάκι», παραδοσιακά δύσκολα τραγούδια. Πολλά με έπαιρναν από κάτω, έκλαιγα και δεν τα ολοκλήρωνα ποτέ. Μπορεί ένας στίχος και μόνο να μ’ επηρεάσει πάρα πολύ. Μια φορά έτυχε να δω τη Μαρινέλλα – μεγάλη θεατρίνα αυτή – να λέει το «Έλα γι’ απόψε» του Χρήστου Χαιρόπουλου. Κάθισε πάνω στο πιάνο και έτσι όπως το είπε, αξέχαστα, με πιάσανε κλάματα με λυγμούς. Με ξέρει η Μαρινέλλα, αλλά μάλλον όχι ως τραγουδίστρια. Την εκτιμούσα και την εκτιμώ σε αντίθεση με τον Καζαντζίδη που δεν μου άρεσαν τα τραγούδια του. Ούτε η φωνή του μου άρεσε, όπως ούτε και του Μπιθικώτση, που θεωρούνται κορυφές. Εγώ μια ζωή αγαπούσα τον Μητροπάνο από λαϊκούς τραγουδιστές. Ούτε αυτόν τον είχα γνωρίσει, δεν ανακατευόμουν, κοίταγα τα παιδιά μου και τους λίγους φίλους μου. Σήμερα κρατάω φιλία με τον Κραουνάκη, τους κιθαριστές Ευάγγελο Ασημακόπουλο – Λίζα Ζώη, αλλά όχι πολλές επαφές, αφού πια έχω αποσυρθεί εντελώς.

Πότε επήλθε η οριστική αποχώρηση από τα μουσικά;

Όταν ξέσπασε ο κορονοϊός. Κυκλοφορούσα συνέχεια με μια μάσκα…Τραγουδούσα πριν, αλλά και τώρα τραγουδάω, δίνω ρεσιτάλ εδώ στο σπίτι μου.

Θαυμάζω τη διαύγεια σας, ειλικρινά!

Τι να σας πω, δεν έχω πιεί ποτέ, δεν έχω καπνίσει ποτέ και δεν έχω κάνει κραιπάλες ποτέ. Δεν δούλεψα ποτέ στη νύχτα, αλλιώς μπορεί τώρα να μην είχα καθόλου φωνή. Στενοχωρήθηκα πολύ που δεν τραγουδάει η Αλεξίου. Την είχα συναντήσει μια φορά μόνο στο γραφείο του Παπαστεφάνου, ήταν μαυροφορεμένη και έκλαιγε γιατί μόλις είχε πεθάνει η μαμά της. Αυτή και η Μαρινέλλα είναι δύο πολύ μεγάλες τραγουδίστριες. Και η Βενετσάνου μ’ αρέσει πολύ, σπουδαία φωνή.

Πείτε μου και ότι έχετε ακούσει και νεότερες, σαν τη Νατάσσα Μποφίλιου.

Βέβαια, ναι, μ’ αρέσει πολύ! Και τώρα θα σε «καραφλιάσω», αλλά μ’ αρέσει πολύ και η Πάολα!

Όντως, απ’ τον Μπομπ Ντίλαν με πήγατε στην Πάολα.

(γέλια) Μα η μουσική είναι μία, δεν υπάρχουν διαβαθμίσεις.

Φαίνεστε ολοζώντανος άνθρωπος, κυρία Συριώτη, δεν ζείτε με τις αναμνήσεις σας.

Όχι, ζω με το τώρα. Όλα αυτά που σας είπα σήμερα είχα πάρα πολύ καιρό να τα σκεφτώ και να τα θυμηθώ. Εσείς το κάνατε με τις ερωτήσεις σας. Τον άνδρα μου τον έχασα στα 67 του. Ήταν υποτασικός, βρισκόταν στο Παρίσι, έπεσε, χτύπησε πίσω στο κεφάλι και «έμεινε». Είχαμε χωρίσει, βέβαια, αλλά πολύ αγαπημένα. Μείναμε φίλοι, αν και εκείνος παρέμενε ερωτευμένος μαζί μου.

Σας απασχόλησε και το ερωτικό στοιχείο στη ζωή σας, τώρα που τα συζητάμε όλα.

Ξέρετε κάτι; Ναι, το ερωτικό στοιχείο ήταν ανέκαθεν πρωταρχικό στη ζωή μου. Τελικά, τώρα που ξέρω πέντε πράγματα παραπάνω, συνειδητοποιώ πως δεν ήταν τόσο ο έρωτας που με απασχολούσε, όσο το σεξ στον έρωτα. Δεν νομίζω ότι αγάπησα ποτέ πραγματικά, απλά ένιωθα τη σεξουαλική έλξη των ανδρών, από ανάγκη περισσότερο.

Είστε πολύ ειλικρινής.

Εκεί καταλήγω τώρα που συζητάμε…Και τον Ντέιβιντ Μπερκ τον αγάπησα, αλλά μετά από ένα χρόνο περίπου μου πέρασε. Και με τον Ανωγειανάκη, για λίγα χρόνια ένιωθα ερωτευμένη. Έχει ημερομηνία λήξης ο έρωτας. Αργότερα ερωτεύθηκα τον Κώστα Πασχάλη, τον βαρύτονο τραγουδιστή. Δύο χρόνια μείναμε μαζί.

Ξέρετε τι μου έχει πει η παλιά φίλη σας η Λένα Πλάτωνος; Πως όταν χωρίζουμε με κάποιον, στην ουσία θρηνούμε την απώλεια του σεξ.

Συμφωνώ απόλυτα με τη Λένα. Εμένα στους άνδρες με ενδιέφερε πρώτο και καλύτερο το σεξ, αλλά εξίσου το μυαλό τους και το χιούμορ τους.

Εκτός απ’ τους άνδρες, λοιπόν, σας έλκυε και η ποίηση με τους ποιητές της;

Βέβαια! Γνώρισα, όπως σας είπα, τον Σεφέρη, τον Καββαδία, τον Θεοτοκά με τη γυναίκα του, την Κοραλία, τον Ματθαίο Μουντέ επίσης. Ίσως γνωρίζετε ότι η Κοραλία, που ήταν κι αυτή καλή ποιήτρια, αυτοκτόνησε, πήδηξε απ’ την ταράτσα της. Ο ποιητής όμως που με επηρέασε ήταν ο Μπομπ Ντίλαν. Κατάφερε ν’ αλλάξει το κατεστημένο της εποχής του.

Πως βλέπετε τη ζωή από δω και πέρα;

Τίποτα, περιμένω απλά να ξυπνήσω για να ζήσω ακόμη μια μέρα. Το θάνατο περιμένω ουσιαστικά, αλλά χωρίς φόβο και μεμψιμοιρία. Αν είναι να’ρθει, θε να’ρθεί. Δεν προσέχω καθόλου. Έχω ζάχαρο και τρώω πέντε σοκολάτες τη μέρα. Έχω χοληστερίνη και τρώω όλο κατσικάκι. Σε τίποτα δεν προσέχω. Παίρνω φάρμακα, εντάξει, αλλά μέχρι εκεί.

Σας ευχαριστώ πολύ γι’ αυτή τη συνέντευξη.

Εγώ σας ευχαριστώ και σας περιμένω στο ρεσιτάλ στο σπίτι μου εδώ στις 10 Ιουλίου.

Ποιοι θα είμαστε;

Ποιοι να είμαστε; Όσοι είναι εν ζωή ακόμη!

* Οι φωτογραφίες της Ευγενίας Συριώτη και τα βίντεο «τραβήχτηκαν» από τον Αντώνη Μποσκοΐτη στις 10 Απριλίου 2024

** Ένα μικρό μέρος της συνέντευξης δημοσιεύθηκε στο πολιτιστικό ένθετο Docville με την εφημερίδα Documento

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2015

το-νέο-άλμπουμ-του-Bob-Dylan-και-μνήμη-Μαρίκας-Νίνου-στο-LIFO.gr

Καθαρά Δευτέρα του 2015 σήμερα, αργία και ως εκ τούτου περίμενα μία ολόκληρη ώρα στη στάση του λεωφορείου για να επιστρέψω από τους δικούς μου στο σπίτι μου. Τέλος πάντων, στο LIFO.gr μπορείτε να διαβάσετε το review μου από το ''Shadows in the night'', το τελευταίο άλμπουμ του Bob Dylan, μέσα στο οποίο ο μεγάλος τραγουδοποιός αποδίδει παλιά τραγούδια από το ρεπερτόριο του Frank Sinatra! Απρόβλεπτη δουλειά που μου άρεσε πολύ! Εδώ το link:
 http://www.lifo.gr/team/cityvibe/55548
Σαν σήμερα, όμως, πριν από 58 χρόνια έφυγε από τη ζωή, νεότατη, μία από τις σπουδαιότερες ερμηνεύτριες του μεταρεμπέτικου τραγουδιού, η Μαρίκα Νίνου. Καλό είναι να τη θυμόμαστε πάντα και να ανατρέχουμε στα τραγούδια που σφράγισε με τη φωνή της. Με ένα απ' αυτά, το ''Αγάπη πού'γινες δίκοπο μαχαίρι'' του Μάνου Χατζιδάκι, από την κινηματογραφική ''Στέλλα'', ασχολήθηκα στο αφιέρωμα μου στο LIFO.gr:
http://www.lifo.gr/team/sansimera/55578