ΤΟ BLOG ΠΟΥ ΑΓΑΠΑ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ, ΤΗ ΦΩΝΗ ΤΗΣ ΦΛΕΡΥΣ ΝΤΑΝΤΩΝΑΚΗ, ΤΙΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΕΣ ΣΤΕΠΕΣ ΤΗΣ ΛΕΝΑΣ ΠΛΑΤΩΝΟΣ, ΤΗ FATA MORGANA, ΤΟΥΣ ΤΡΟΒΑΔΟΥΡΟΥΣ, ΤΙΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΗΣ MAYA DEREN, ΤΗ ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ WOODSTOCK, ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΥΔΡΟΧΟΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΤΙΡΡΗΣΙΕΣ ΚΟΙΝΩΝ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΝ
Πάει καιρός που είχα να ακούσω ένα πραγματικά ενδιαφέρον ελληνικό instrumental άλμπουμ, από τότε δηλαδή με τις δουλειές των Your Hand In Mine, του Γιώργου Βαρσαμάκη και των Burgundy Grapes. Ίσως ο χαρακτηρισμός περί ελληνικότητας να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, εφόσον ναι μεν έχουμε καλλιτέχνες από την Ελλάδα, το ύφος τους όμως είναι οικουμενικό και μπορεί να σταθεί σε οποιαδήποτε άλλη χώρα. Το ίδιο συμβαίνει και με το ''Deviation'', το instrumental concept άλμπουμ του συνθέτη Μίμη Νικολόπουλου από τη Βέροια, έναν τόπο που έχει βγάλει πολλούς καλούς μουσικούς (Νίκος Ζιώγαλας, Σούλης Λιάκος, Κώστας & Νάγια Γεωργίου κ.α.) Τον Νικολόπουλο τον γνώρισα μέσα από το θέατρο, ως συνθέτη της παράστασης ''Άσμα Ασμάτων'' σε σκηνοθεσία του Βαλάντη Φράγκου, μα αίσθηση μου είναι πως εκείνη η δουλειά του είχε φτιαχτεί για κάτι πολύ συγκεκριμένο και ελάχιστη σχέση έχει με το τωρινό ''Deviation''. Έντεκα κομμάτια περιέχονται στο CD, τα οποία θα χαρακτηρίζονταν μινιμαλιστικά με ένα λυρισμό και ένα συναίσθημα που συναντάμε σε ανάλογα οργανικά έργα του Yiann Tiersen και του Pascale Comelade. Κι ενώ δεσπόζει ο ήχος της κιθάρας, του μαντολίνου και της μελόντικας από τον ίδιο τον Νικολόπουλο, κομμάτια σαν το ''Valse des Balkans'' ή το αμέσως επόμενο ''Ocean'' στέκονται ως ''ethnic'' με την πρόσμιξη στοιχείων της καθ'ημάς παράδοσης στον πυρήνα τους και τα πνευστά των Ηλία Δέλλιου (τρομπόνι) - Κώστα Μπατσίλα (τρομπέτα). Στα κομμάτια ''Moonlight Rumba'' και ''Caravan'' ο συνθέτης παίζει με το ιδίωμα του φλαμένκο, δίνοντας τους ένα τσιγγάνικο αίσθημα, ενώ παρακάτω με το ''You, the sea'' καταθέτει ένα μικρό, μα ολοκληρωμένο έργο για κλασική κιθάρα.
Με το ρυθμικό ''Dream within a dream'' βρήκα ψήγματα από το χατζιδακικό soundtrack του ''Sweet movie'' και σίγουρα το ενέτεινε αυτό η χρήση του μαντολίνου δίπλα στην κιθάρα. Το ''Flying Lovers'' ανήκει στις δυνατές - κατά τη γνώμη μου - και στις πιο ραδιοφωνικές στιγμές του άλμπουμ: Ακούγεται σαν μια μελωδία που αναζητά στίχους για να γίνει τραγούδι, ένα αισθαντικό βαλς που θα μπορούσε να έχει γράψει η Ευανθία Ρεμπούτσικα. Το ''Trip song'', λίγο πριν το ''Deviation'' φτάσει στο τέλος του, είναι ένα αμιγώς ροκ κομμάτι με την επαναληπτικότητα στη μελωδική δομή του και ένα νεύρο, που δεν συναντάμε στα προηγηθέντα tracks. Το άλμπουμ κλείνει με το ομότιτλο κομμάτι και αυτό, ναι, ακούγεται ολότελα επηρεασμένο από τον Rene Aubry και το αγαπημένο του έργο ''Invites sur la terre'', κάτι που δεν αποτελεί μομφή σε καμία περίπτωση, αφού ο Νικολόπουλος φαίνεται ότι έχει γαλουχηθεί με τέτοια ακούσματα. Εν κατακλείδι, από την ελληνική επαρχία και έξω από τα δισκογραφικά - ραδιοφωνικά κυκλώματα, έχουμε την ανεξάρτητη παραγωγή ενός υλικού που προσφέρεται για πολλές ακροάσεις και που συγκινεί με την ήρεμη, ταξιδιάρικη και άκρως κινηματογραφική δύναμη του. Μπορείτε να το προμηθευτείτε, επικοινωνώντας με τον δημιουργό στην προσωπική του ιστοσελίδα: www.mimisnikolopoulos.com
Με την ασπρόμαυρη αισθητική και τις φωτογραφίες του John D. Carnessiotis να παραπέμπουν σε...BDSM (πρωτότυπο και τολμηρό, αν μη τι άλλο, ανεξαρτήτως των προθέσεων του δημιουργού), έχουμε το ντεμπούτο άλμπουμ του ερμηνευτή και τραγουδοποιού Γιώργου Νικητόπουλου. Ο Νικητόπουλος είναι εδώ και χρόνια γνωστός στους παροικούντες των social media και των μικρών μουσικών σκηνών σαν ένας νέος καλλιτέχνης που μέσα από ομάδες παρουσιαζόταν άλλοτε ως τραγουδοποιός - στιχουργός και άλλοτε ως τραγουδιστής. Το γεγονός της έκδοσης ενός δίσκου προφανώς και θα τον απασχολούσε, σήμερα ειδικά που οι παραγωγές γίνονται ιδίοις εξόδοις και δεν υπάρχει εταιρεία που θα βάλει το χέρι βαθιά στην τσέπη. Παρότι, λοιπόν, ο δημιουργός σήκωσε το βάρος της έκδοσης του με την αρωγή του Θανάση Συλιβού και του Μετρονόμου του, το αποτέλεσμα είναι άκρως επαγγελματικό και καλαίσθητο, ενώ φαίνεται πως όλα έγιναν χωρίς βιασύνη και το άγχος για απλά μία δισκογραφική έξοδο. Ωραίες οι ενορχηστρώσεις, που υπογράφει ο έμπειρος πιανίστας και συνθέτης Νεοκλής Νεοφυτίδης, όπως και τα παιξίματα μουσικών σαν του Μιχάλη Πορφύρη στο τσέλο, του Παντελή Ντζιάλα στην κιθάρα, του Σωκράτη Γανιάρη στα κρουστά, του Ορέστη Τσικούρη στη φυσαρμόνικα κ.α. Πάμε τώρα να ασχοληθούμε με το υλικό καθ'αυτό, αποτελούμενο συνολικά από δέκα πρωτότυπα κομμάτια - και τη λέξη ''πρωτότυπα'' μάλλον δεν τη χρησιμοποιώ τυχαία, εφόσον μέσα στο CD συναντάμε αρκετές ιδιαιτερότητες από συνθετικής άποψης:
Η εναρκτήρια ''Καριέρα'' είναι ένα jazzy σουινγκάτο κομμάτι, που θα λέγαμε ότι έχουμε ξανακούσει αν...Αν δεν υπήρχε αυτός ο δαιμονισμένος διάλογος του πιάνου του Νεοφυτίδη με το βιολί του Βασίλη Ραψανιώτη και, βασικά, αν δεν υπήρχαν οι ειρωνικοί στίχοι του Νικητόπουλου, οι οποίοι σχολιάζουν την έκθεση του εκάστοτε καλλιτέχνη: Ελάτε, καθίστε, θαυμάστε, μετρήστε/ φθηνά να το δείτε/ ψυχή πως πουλώ...Το ''Σε μια σκηνή'' είναι ένα βαλς χατζιδακικού αισθήματος που αντλεί την έμπνευση του από τη θητεία του Νικητόπουλου στο θέατρο (ως συνθέτης, αλλά και ως ηθοποιός), φαίνεται δηλαδή πως πρόκειται για ένα εκ των έσω φτιαγμένο τραγούδι. Από τις δυνατές στιγμές του δίσκου είναι ''Το σπίτι'', ένα ατμοσφαιρικό blues με την ερμηνεία και τα φωνητικά της Αγγελικής Τουμπανάκη και το σόλο του Τσικούρη στη φυσαρμόνικα. Στις ''Κότες'', που ακολουθούν, ο δημιουργός φανερώνει το χιούμορ του - ακόμη ένα κομμάτι που μπλουζίζει με τους έξυπνους στίχους του. ''Ο καπνός'' είναι ένα από τα ιδιαίτερα τραγούδια, που λέγαμε, σε ενορχηστρωτικό και συνθετικό επίπεδο. Η ερμηνεία του Νικητόπουλου θυμίζει αυτήν του Ηλία Λιούγκου στα τραγούδια του Χατζιδάκι από τη δεκαετία του 1980! Όμορφες πιανιστικές αρμονίες μέσα σ' ένα πακέτο που ακούγεται σαν ένα μίνι αυτόνομο λυρικό έργο με τη χρήση των εγχόρδων. Το ''Σε κάποια βόλτα'' είναι ένα εξάλεπτο λαϊκότροπο κομμάτι, που θα χαρακτήριζα επίσης δυνατή στιγμή με τη στιβαρή μελωδία, τους μελαγχολικούς στίχους, το μπουζούκι του Νίκου Κατσίκη και την ερμηνεία της Παυλίνας Κατσή - όπως πληροφορούμαστε από το ένθετο, ενορχηστρωτικές ιδέες πρόσθεσε και ο Φώτης Μυλωνάς. Η Κατσή ερμηνεύει και το ακόλουθο ''Χωρίς'', επίσης λαϊκότροπο, ένα ''γυναικείο'' τραγούδι ενορχηστρωμένο με λόγια τεχνοτροπία, αφού κυριαρχούν το μαντολίνο του Μιχάλη Δάρμα και το τσέλο του Πορφύρη. Το ''Πουκάμισο καρό'' θυμίζει πάλι Λιούγκο με Χατζιδάκι, ερμηνευτικά και συνθετικά, επομένως έχουμε ένα όμορφο τραγούδι και πάλι! Εδώ δεσπόζουν το πιάνο του Νεοφυτίδη και οι ποιητικοί και κάπου αυτοαναφορικοί στίχοι του Νικητόπουλου. Προτελευταίο τραγούδι το ομότιτλο, το ''Κάτι από σένα'', που εμπεριέχει όλες τις μουσικές εμμονές του δημιουργού: Τα βαλς, τα μπλουζ, τον Χατζιδάκι, ακόμη και το λεγόμενο dark cabaret - ένα μονόλογο διαβάζει η Μυρτώ Γκόνη, ενώ επιπλέον ύφος προσθέτουν τα φωνητικά της Τουμπανάκη. Το άλμπουμ κλείνει με ένα σαιξπηρικό σονέτο μεταφρασμένο από τον Βασίλη Ρώτα, δοξαστικά μελοποιημένο από τον Νικητόπουλο, κατά τη διάρκεια του οποίου συμπράττουν και οι υπόλοιποι συνεργάτες του: Ο Θάνος Λέκκας με τον Κωνσταντίνο Ρεπάνη στο τραγούδι και ο Κώστας Μπερικόπουλος με την Παυλίνα Κατσή στην απαγγελία. Εν κατακλείδι: Το ''Κάτι από σένα'' του Γιώργου Νικητόπουλου μπορεί να μην κομίζει καμία μουσική πρωτοπορία, διαθέτει όμως στυλ και πάνω απ' όλα εκφράζει απόλυτα τις καλλιτεχνικές ανησυχίες του δημιουργού του, οι οποίες σχετίζονται άμεσα με το θέατρο, την ποίηση, την προσωπική του ενδοσκόπηση, αλλά και ένα παρεΐστικο κλίμα σπάνιο σχετικά στη σύγχρονη ελληνική δισκογραφία.
Είχε αρκετά χρόνια να βγάλει καινούργιο δίσκο ο Ηλίας Λιούγκος, δεκαπέντε για την ακρίβεια μετά από ''Το φιλί μου ταξιδεύει'' του 2002 από την Eros Music που δεν υφίσταται σήμερα. Να που βρέθηκε, όμως, ο εκδότης και ποιητής Γιώργος Χρονάς με την Οδό Πανός του και εν μέσω κρίσης ανέλαβε να εκδώσει τα καινούργια έντεκα τραγούδια του τραγουδοποιού και ερμηνευτή. Λογικό, αν υποτεθεί πως ο Χρονάς είναι από τους λίγους ανθρώπους που κρατάνε πραγματικά ζωντανό το πνεύμα, όπως και την πνευματικότητα του Μάνου Χατζιδάκι, μέντορα και του ιδίου και του Λιούγκου. Απ' την άλλη, θεωρώ πως συντελείται και μια μικρή αδικία - το λέω δημόσια για πρώτη φορά - με το να ταυτίζεται μονίμως ο Λιούγκος με τον Χατζιδάκι. Διότι, ναι μεν υπήρξε η πιο χαρακτηριστική φωνή των τραγουδιών του για σχεδόν είκοσι χρόνια, από το 1976 με Τα Παράλογα μέχρι το θάνατο του το '94, έχει όμως μια τέτοια αυτοτέλεια ως δημιουργός που θα τολμούσα να πω ότι τη ρίζα όλων των μεγάλων ''έντεχνων'' τραγουδοποιών της δεκαετίας 1995 - 2005, στον Λιούγκο θα τη βρει ο μελετητής του μέλλοντος. Και εξηγούμαι: Με το άλμπουμ ''Κωμοπόλεις'' του 1998 και όχι τόσο με τη ''Νυχτερινή δοκιμασία'' (1984) και ''Της ιστορίας το ποδήλατο'' (1986), δύο κατεξοχήν χατζιδακικές εργασίες, ο Ηλίας Λιούγκος άνοιξε το δρόμο για την ενασχόληση με τοπικά μουσικά ιδιώματα και δρόμους, εν προκειμένω, της γενέτειρας του. Και πάλι όχι με τη λογική της χρήσης ethnic οργάνων, όπως έκαναν κάποτε οι Δυνάμεις του Αιγαίου ή ο Νίκος Ξυδάκης, αλλά με έναν ευφυή και πηγαίο συνδυασμό δημοτικής και λόγιας παράδοσης. Τα τραγούδια που έγραφε και εξακολουθεί να γράφει ο Λιούγκος φέρουν επιρροές άλλοτε από το καθαρόαιμο λαϊκό τραγούδι και τους λαϊκούς χορούς και άλλοτε από πιο σύγχρονα ιδιώματα, όπως το ροκ και η ηλεκτρική - ακουστική μπαλάντα. Πιστεύω πως το ''Ποιος;'', το νέο άλμπουμ του, ακούγεται ως το volume two των προαναφερόμενων ''Κωμοπόλεων''. Καταρχάς συνεργάζεται και πάλι με τη στιχουργό Ζωή Παναγιωτοπούλου, μια καλλιτεχνική σχέση που μετράει πλέον 35 χρόνια, αρχής γινομένης επισήμως με τη ''Νυχτερινή δοκιμασία''. Απορίας άξιον γιατί η Παναγιωτοπούλου δεν βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των Ελλήνων στιχοπλόκων τόσο όμορφα που γράφει! Χαμηλών τόνων άνθρωπος, σαν και τον συνεργάτη της τον Λιούγκο και σίγουρα το θέμα δεν είναι της παρούσης. Ήμουν λίγο καχύποπτος σαν είδα στο εξώφυλλο τα ονόματα του Μητσιά, του Θαλασσινού και του Τσέρτου, ικανοί και οι τρεις να ''καταπιούν'' τον δημιουργό μέσα από το ίδιο του το υλικό που τους δόθηκε. Τι έκπληξη, όμως, καθώς από την πρώτη ακρόαση έγινε αντιληπτό πως έδωσαν κυριολεκτικά το παν στην υπηρεσία του Λιούγκου. Ο Μητσιάς έχει τραγουδήσει την άμμο της θάλασσας, ξέρει πως να ελίσσεται κάθε φορά, επομένως η συμμετοχή του είναι ταιριαστή μεν, προβλέψιμη δε. Εντύπωση, αντιθέτως, προξενούν οι ερμηνείες του Θαλασσινού και του Τσέρτου: Αμφότεροι τραγουδούν πιο χαμηλότονα και με μια εσωστρέφεια, όχι εύκολη στην ανακάλυψη της από τον ακροατή - πάντως υπάρχει! Αποβάλλοντας τα πολύ γνώριμα μέσα από το ραδιόφωνο γυρίσματα και τσαλίμια των φωνών τους, γίνονται δύο ξεχωριστά μουσικά όργανα υπό τη διεύθυνση του Λιούγκου, που παραμένει πιστός τόσο στο δικό του ερμηνευτικό, όσο και συνθετικό ύφος. Για τη Μόρφω Τσαϊρέλη και το κομμάτι που κλήθηκε να τραγουδήσει, θα λέγαμε απλά πως είναι ακόμη ένας λόγος να θεωρείται το ''Ποιος;'' συνέχεια των ''Κωμοπόλεων''. Δεν νομίζω πως υπάρχει άσχημο ή μέτριο τραγούδι του Λιούγκου συγκριτικά με αυτά που κληροδότησε στο έντεχνο - λόγιο - λαϊκό ρεπερτόριο της τελευταίας 20ετίας στην ελληνική μουσική. Όλα τα κομμάτια του συστήνουν μεγαλειώδεις στιγμές για όποιον μπορέσει να το δει αυτό, αποπροσανατολισμένος καθώς μπορεί να είναι από καλοσερβιρισμένα, μα άνοστα έντεχνα άσματα. Επίσης, ακόμη κι αν η παραγωγή ακούγεται ταπεινή και καθόλου ιλουστρασιόν - προσωπικά προτιμώ έναν τέτοιο ήχο - συναντάμε στο cast εξαίρετους μουσικούς, σαν τον Θόδωρο Κοτεπάνο στο πιάνο, τον Βαγγέλη Ζωγράφο στο κοντραμπάσο, τον Μίλτο Παπαστάμου στο βιολί, τον Κώστα Χατζόπουλο στην κιθάρα και φυσικά τον πολυοργανίστα Φώτη Μυλωνά στις καλαίσθητες ενορχηστρώσεις. Μία μικρή ένσταση έχω μόνο για το δημοσιογραφικό υλικό που καλύφτηκε η έκδοση σε βιβλίο - CD. Εννοώ πως δεν υπήρχε λόγος να παρατίθενται αποσπάσματα από παλιότερες συνεντεύξεις του Λιούγκου σε διαδικτυακά μέσα, όταν αυτές ειδικά είχαν γίνει με αφορμή αφιερώματα στον Χατζιδάκι. Θα μπορούσε, λόγου χάριν, τα τραγούδια να συνόδευε η δημοσίευση μιας πραγματικά ενδιαφέρουσας κουβέντας μεταξύ του Λιούγκου και του έμπειρου συνεντευξιαστή Γιώργου Χρονά. Τέλος πάντων, όμως, μην τα θέλουμε όλα δικά μας. Το εξώφυλλο κοσμεί μια ωραία φωτογραφία του Δημήτρη Φουντά από τα ΚΤΕΛ (ναι, η τάση φυγής δημιουργών και ακροατών είναι δεδομένη ακούγοντας τη δουλειά), ενώ στο ένθετο βλέπουμε σκίτσα του αδικοχαμένου ζωγράφου Δημήτρη Λαλέτα. Αφήστε τα όλα τώρα, παρατήστε ακόμη κι αυτό εδώ το κείμενο και αν δεν έχετε ήδη προμηθευτεί το δίσκο, ακούστε την ''Εντατική''. Πρόκειται για ένα από τα πιο όμορφα ελληνικά τραγούδια που ακούσαμε τελευταία. Οι στίχοι της Ζωής Παναγιωτοπούλου πάντα. Η μουσική και η ερμηνεία του Ηλία Λιούγκου:
Την ερμηνεύτρια Μπέττυ Χαρλαύτη τη γνωρίζω προσωπικά αρκετά χρόνια, τόσο από τις συναυλίες, όσο και από τη δισκογραφία. Στις μεν συναυλίες την έχω δει αρκετές φορές στο πλάι της Μαρίας Φαραντούρη, στη δε δισκογραφία ανατρέχω σε ένα CD που είχε κάνει με κομμάτια του Μιχάλη Σουγιούλ, αλλά και στη συμμετοχή της στη συλλογή τραγουδιών του ποιητή και στιχουργού Δημήτρη Λέντζου. Σήμερα έχουμε στα χέρια μας τη φωνή της σε δέκα θεοδωρακικά τραγούδια υπό τον τίτλο ''Η Μπέττυ Χαρλαύτη στον κόσμο του Μίκη Θεοδωράκη''. Επίσης γνωρίζω πόσο το συγκεκριμένο project απασχολούσε την ερμηνεύτρια την τελευταία διετία, έχοντας δώσει πολλές συναυλίες με τη Λαϊκή Ορχήστρα που φέρει το όνομα του μεγαλύτερου εν ζωή Έλληνα μουσικοσυνθέτη. Μπορεί και να ήμουν επιφυλακτικός προτού καν ακούσω το CD αυτό για αρκετούς λόγους, τους οποίους θα αναφέρω: Πρώτον, δεν υπάρχει Έλληνας τραγουδιστής - που λέει ο λόγος - που να μην έχει κάνει δίσκο με τραγούδια του Θεοδωράκη, από τον Μπάση και τον Πάριο μέχρι την Καλλιόπη Βέττα και τον Γιάννη Κότσιρα (μιλάω για β' εκτελέσεις πάντα). Δεύτερον, ομολογώ πως δεν μου πολυαρέσει που κάθε τραγούδι προσαρμόζεται στη φωνή του εκάστοτε ερμηνευτή, ενώ θά'πρεπε να συμβαίνει το αντίθετο: Ο ερμηνευτής να πλησιάζει τα τραγούδια και να αναμετριέται μαζί τους. Και τρίτον, στους δίσκους με επανεκτελέσεις προτιμώ τις λιτές, αποψάτες όμως, ενορχηστρώσεις. Για δες τώρα που η Χαρλαύτη κάνει την έκπληξη και μας χαρίζει ένα CD που ναι μεν δεν κομίζει καμία πρωτοτυπία απ' την άποψη του ρεπερτορίου, τι να την κάνεις όμως την πρωτοτυπία αφού εν μέσω των γνωστών επανεκτελέσων (''Το γελαστό παιδί'', '' Άσμα Ασμάτων'', ''Χαθήκανε τόσο νωρίς'' κ.λπ.) ακούμε τα δύο ολοκαίνουργια τραγούδια που της χάρισε με τη σειρά του ο Μίκης Θεοδωράκης:
Το ''Θέλω να τραγουδήσω (Με το αίμα)'' σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου και τη ''Θάλασσα πλατιά'' σε στίχους του συνθέτη. Το πρώτο είναι ένα λαϊκότροπο τραγούδι με τις αισθαντικές εικόνες που δημιούργησε και πάλι ο Λευτέρης Παπαδόπουλος: Θέλω να γίνω δέντρο να σαλέψω/ μ' όλα μου τα κλαριά μόλις με δεις/ κι αν δε με καταλάβεις να μαζέψω/ κάθε μου ρίζα απ' την καρδιά της γης. Η Χαρλαύτη, αν και λυρική ερμηνεύτρια, μεταδίδει ατόφιο λαϊκό συναίσθημα, κάτι που δεν οφείλεται αποκλειστικά στην ασκημένη φωνή της, αλλά στην ευρύτερη καλλιτεχνική της αντίληψη.
Η ''Θάλασσα πλατιά'' είναι στην ουσία ένα απόσπασμα από το μπαλέτο ''Ζορμπάς'', στο οποίο ο Θεοδωράκης έβαλε δικούς του στίχους και το έκανε μια αυτόνομη μπαλάντα - η μελωδία ''φωνάζει'' από μακριά, όχι μόνο ότι είναι του Θεοδωράκη, αλλά και ότι αποτελεί μια φωτισμένη στιγμή του. Επιπλέον ο Θεοδωράκης έχει περάσει το 92ο έτος της ηλικίας του και η όποια δισκογραφική του δραστηριότητα περιορίζεται σε επανεκτελέσεις του υλικού του, επομένως τυχερή η Μπέττυ Χαρλαύτη που την εμπιστεύθηκε και της έδωσε δύο ανέκδοτα τραγούδια του! Ωστόσο, στο CD αυτό συναντάμε και άλλες ''καινοτομίες'': Τις συμμετοχές του Τούρκου συνθέτη Zulfi Livaneli, της Μαρίας Φαραντούρη, αλλά και του Γιώργου Περρή, ο οποίος μπαίνει δυναμικά στα μουσικά πράγματα της χώρας του ύστερα κι από τη συμμετοχή του στη χατζιδακική ''Εποχή της Μελισσάνθης'' στην Εθνική Λυρική Σκηνή πρόσφατα. Ο Livaneli αποδίδει ντουέτο με τη Χαρλαύτη τη ''Μαργαρίτα - Μαγιοπούλα'' του Ιάκωβου Καμπανέλλη - η δεύτερη στα ελληνικά και εκείνος στα τουρκικά. Η Φαραντούρη, που δεν θα μπορούσε να απουσιάζει από το εγχείρημα της συνεργάτιδας της, ερμηνεύει για πολλοστή φορά το αριστούργημα ''Την πόρτα ανοίγω το βράδυ'' σε στίχους του Τάσου Λειβαδίτη. Θα ήταν αχρείαστη η συμμετοχή της, δεδομένων των πολλών ηχογραφήσεων του τραγουδιού με την ερμηνεία της, αν δεν συνέπλεε η φωνή της μ' αυτήν της Χαρλαύτη. Το αποτέλεσμα είναι κάτι αλλιώτικο σίγουρα, αλλά εδώ μεγάλο ρόλο έπαιξε και η ενορχήστρωση του Γιάννη Μπελώνη - θα πούμε παρακάτω για τη δική του δουλειά. Όσο για τον Περρή, η ερμηνεία του στα γαλλικά της ''Όμορφης πόλης'', μπορεί φυσικά να μην έχει καμία σχέση με την άλλη θρυλική της Edith Piaf, προσδίδει όμως στο κομμάτι ένα νεανικό ύφος και του δίνει την ευκαιρία καινούργιων ραδιοφωνικών μεταδόσεων. Μια μικρή έκπληξη δοκιμάζουμε και με το ''Άσμα Ασμάτων'', αφού η Χαρλαύτη το αποδίδει στα ελληνικά και στα εβραϊκά με τους στίχους αντιστοίχως του Καμπανέλλη και της Elinoar Moav Veniadis. Τέλος, εκεί που όλο το υλικό θα μπορούσε απλά να ακούγεται πομπώδες βάσει της μεγάλης κλασικής ορχήστρας που το υπηρετεί (Ορχήστρα Σύγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ), ο Μπελώνης στις ενορχηστρώσεις και τις διασκευές έβαλε τη δική του πινελιά. Και τι πινελιά! Ζωγράφισε! Πρόσθεσε ηχοχρώματα και αρμονικούς δρόμους (ακούστε προσεχτικά το ''Την πόρτα ανοίγω το βράδυ'', την εισαγωγή του ''Χαθήκανε τόσο νωρίς'' ή ''Το γελαστό παιδί'' που σαν να παίζει - με την έννοια του παιχνιδιού και όχι της εκτέλεσης - η ορχήστρα με τη μελωδία του Θεοδωράκη). Δεν έχω καμία επιφύλαξη για να χαρακτηρίσω το CD ''Η Μπέττυ Χαρλαύτη στον κόσμο του Μίκη Θεοδωράκη'' ως το πιο αξιόλογο δείγμα με επανεκτελέσεις λατρεμένων τραγουδιών του συνθέτη τα τελευταία χρόνια! Κυκλοφορεί από τον ανεξάρτητο Καθρέφτη ήχων αληθινών του Μωυσή Άσερ.
* Αύριο έχουμε 17 Νοέμβρη, την επέτειο από την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Ας ακούσουμε το ''Γελαστό παιδί'' του Μίκη Θεοδωράκη, του Brendan Behan και του Βασίλη Ρώτα, το ''Γελαστό παιδί'' του 2017 με τη Μπέττυ Χαρλαύτη.
Ο
δίσκος ξεκινάει με ένα κομμάτι τσιγγάνικων καταβολών και σε μία
ακατανόητη, ενδεχομένως και ανύπαρκτη γλώσσα, σε στίχους του Γιάννη
Καρούνη, του αδερφού του τραγουδοποιού και ερμηνευτή. Ουδέν πρόβλημα!
Σάμπως ήταν κατανοητοί οι στίχοι του ''Ζαβαρακατρανέμια'' του Γιάννη
Μαρκόπουλου, που θεωρείται κιόλας all time classic το τραγούδι; Το
''Ζαρενάι'' - έτσι λέγεται το εναρκτήριο κομμάτι του δίσκου και σημαίνει
''Άνθρωπε της γης'' - διαθέτει ένα αλήτικο και ταυτόχρονα ''μαζεμένο''
συναίσθημα που είχαμε ν' ακούσουμε από το ''ROM'' του Κυπουργού. Το ίδιο
ακριβώς συναίσθημα, πολύ πιο εξωστρεφές όμως στα όρια του χορού, έχουμε
και στο επόμενο τραγούδι που ενορχήστρωσαν οι POLIS Ensemble, ''Το
ριζικό μου'' σε στίχους πάλι του Γιάννη Καρούνη. Οι τόνοι πέφτουν
πρόσκαιρα με τη σμυρναίικη μπαλάντα ''Η καρδιά της μάνας'', στην οποία ο
Γιώργος Παυριανός ανέλαβε να κάνει στιχούργημα το γνωστό λαϊκό μύθο του
γιου που ξεριζώνει την καρδιά της μάνας του κι αυτή δεν χάνει ίχνος της
ανιδιοτελούς αγάπης της. Η ''Αποστολή'' σε στίχους του Γιάννη Καρούνη,
ενορχηστρωμένο κι αυτό από τους POLIS Ensemble, είναι ακόμη ένα
διονυσιακό τραγούδι που, προσωπικά, με εντυπωσίασε με τις δυνατές
εικόνες των στίχων του: ''Βγάλε τη μάσκα/ το είναι σου δωσ'μου/ πλανήτες
με κέρατα θερίζουν το φως μου/ η ώρα ξεχείλισε και σβήνει τα χνάρια/
ελάφι τα χνώτα σου, σπασμένα πυθάρια''. ''Το τραγούδι της Φιλιώς''
γράφτηκε για την άκρως επιτυχημένη εμπορικά και καλλιτεχνικά παράσταση
με τη Δέσποινα Μπεμπεδέλη ως Φιλιώ Χαϊδεμένου. Ένα συγκινητικό τραγούδι,
ντουέτο της Μπεμπεδέλη με τον Καρούνη, στο οποίο ο στιχουργός Χ. Γ.
Παπαδόπουλος μέσα σε τρεις στροφές κατάφερε να ''κλείσει'' μια ανθρώπινη
προσωπικότητα 107 ετών μαζί με τη νεότερη ιστορία του ελληνισμού.
Επιπλέον, για ιστορικούς και μόνο λόγους και, συγκεκριμένα, για την
επάνοδο της Μπεμπεδέλη στη δισκογραφία, ''Το τραγούδι της Φιλιώς''
χρήζει ξεχωριστής σημασίας. Το αμέσως ακόλουθο, το ''Στον τόπο μας'',
κανονικά θα άνοιγε το δίσκο, με μια εμπορική λογική. Πρόκειται για ένα
ρυθμικό ''Balkan'' τραγούδι, πάλι σε στίχους του Παπαδόπουλου, με
ραδιοφωνικό air play βάσει της συνθήκης κουπλέ - ρεφραίν. ''Το
αποχαιρέτισμα'' με το νέι του Νεκτάριου Σταματέλου να πρωτοστατεί,
ανήκει στις καλύτερες στιγμές του CD. Η φωνή του Καρούνη αποδίδει τους
υπέροχους λιτούς στίχους του Παπαδόπουλου σαν να πρόκειται για βυζαντινή
υμνωδία. ''Το ταξίδι'' είναι ένα καλοφτιαγμένο απ' όλες τις απόψεις
κομμάτι στο μεταίχμιο ''έντεχνου'' και ''δημοτικοφανούς'' τραγουδιού με
τους στίχους του Γιάννη Καρούνη και την ενορχήστρωση του Αλέξανδρου
Καψοκαβάδη. Το ''Νυχτερινό'', η επόμενη μπαλάντα σε στίχους του
Παπαδόπουλου, υφολογικά διασπά το έντονο παραδοσιακό - σμυρναίικο ύφος
του δίσκου και με το βιολί του Διονύση Βερβιτσιώτη, λειτουργεί σαν μιαν
απρόσμενη σχεδόν ακουστική ανάπαυλα. ''Η σιωπή'' με τα λόγια του Γιάννη
Καρούνη, είναι ένα χαμηλότονο λαϊκό τραγούδι, μια ζεϊμπέκικη μπαλάντα,
που επίσης διαθέτει ραδιοφωνικό air play. Ανήκει στα τραγούδια που
ακούγονταν κατά κόρον από τα ραδιόφωνα προ 20ετίας και που, κατά
προσωπική εκτίμηση, μάλλον λείπουν σήμερα. Με τους ''Φίλους μου'' σε
στίχους του Παπαδόπουλου γίνεται σαφές πως ο δίσκος χωρίζεται σε δύο
μέρη μεταξύ του δημοτικοφανούς και του αμιγώς λαϊκότροπου ύφους.
Τα δύο
τελευταία κομμάτια είναι πολύ ιδιαίτερα: Το ''Ζωή - Γυναίκα'',
αφιερωμένο στον Μάνο Χατζιδάκι, δεν θα μπορούσε να μη φέρει στοιχεία της
δικής του μουσικής. Ένα γλυκό ρυθμικό τραγούδι που παραπέμπει στις
χατζιδακικές δημιουργίες για τον ελληνικό παλιό κινηματογράφο,
κλείνοντας το μάτι και στον Nino Rota. Μου άρεσε που ο στιχουργός
Γιάννης Καρούνης δεν έφτιαξε ένα ''πορτραίτο'' του Χατζιδάκι, καθώς οι
στίχοι του είναι ελεύθεροι και που μοιραία, έτσι, η μουσική του Ζαχαρία
Καρούνη είναι αυτή που μας παραπέμπει στο χατζιδακικό σύμπαν. Ο εξόδιος
''Μορφέας'' κλείνει το CD με το ίδιο τσιγγάνικο αίσθημα του εναρκτήριου
''Ζαρενάι'': Στην ουσία είναι ένα νανούρισμα σε στίχους του Γιάννη
Καρούνη, λιτά ενορχηστρωμένο για κανονάκι και μπάσο, με τη φωνητική
συμμετοχή του νεαρού Ρομά Χρήστου Δημητρίου σε μία ταιριαστή συγκινητική
ερμηνεία. Εν κατακλείδι, η ''Αποστολή'' είναι η πιο προσωπική μέχρι
σήμερα δισκογραφική εργασία του Ζαχαρία Καρούνη που εκτός των ερμηνειών
υπογράφει και τη μουσική σε όλα τα κομμάτια. Στην ουσία μας τον συστήνει
τον τραγουδοποιό - συνθέτη, με σημεία εκκίνησης του τα τέσσερα σημεία
της ελληνικής παράδοσης: Τη Θράκη και την Κρήτη, τα νησιά του Ιονίου και
την εγγύς Ανατολή. Πιο συμπαγές ως κόνσεπτ, ειδικά αν συγκριθεί με το
παλιότερο πολυσυλλεκτικό άλμπουμ ''Τα υλικά των μυστικών'', έχω την
αίσθηση πως χαράζει κανονικά το δρόμο πάνω στον οποίο κινείται εδώ και
μια 20ετία. Αυτή ακριβώς είναι και η ιδιαιτερότητα του ή, κατά μία
έννοια, και η διαφορά του απ' άλλους ερμηνευτές: Ο Ζαχαρίας Καρούνης
είναι ένας σύγχρονος φορέας της βυζαντινής και της σμυρναίικης παράδοσης
με ελιγμούς προς το σήμερα, βάσει της παιδείας και των καταβολών του.
Έτσι, δεν ξέρω κατά πόσο οι ευχαριστίες προς τον αδερφό του, στο ένθετο
της έκδοσης, που ''τον έβαλε στη διαδικασία να σκεφτεί τι είναι αυτό που
πραγματικά θέλει απ' την τέχνη του'', ακούγονται ακριβείς, δεδομένης
της πορείας του. Η φωνή του Καρούνη έχει μνήμη πάνω απ' όλα. Τώρα, το
πώς ακούγεται και μοντέρνος, ενώ υπηρετεί ένα μουσειακό (για τη μάζα)
είδος, είναι σχεδόν εντυπωσιακό. Τη χειροποίητη έκδοση με όλα τα κείμενα
γραμμένα στο χέρι κοσμούν σκίτσα του Γεράσιμου Παπαδόπουλου.
Καταρχάς να πούμε ότι η ύπαρξη αυτή τη στιγμή στο ελληνικό τραγούδι ή μάλλον η συνύπαρξη τριών νέων δημιουργών δικαιώνει αυτό που λέγεται απ' όλους και ισχύει κιόλας, ότι την ιστορία τη φτιάχνουν οι παρέες. Φίλοι κολλητοί από τη Θεσσαλονίκη, ταγμένοι στη μουσική, ο ερμηνευτής Πάνος Παπαϊωάννου και ο συνθέτης Χρυσόστομος Καραντωνίου έπρεπε να συναντήσουν στην Αθήνα τον στιχουργό Δημήτρη Παπαχαραλάμπους ώστε να κάτσουν και να φτιάξουν τραγούδια από κοινού. Ένα απ' αυτά, τα ''Μεροκάματα'', διακρίθηκε στους Αγώνες της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών και οδήγησε στην έκδοση του πρώτου τους δίσκου πριν από μερικά χρόνια. Εδώ να πούμε, βέβαια, ότι τα παιδιά στάθηκαν τυχερά: Η δουλειά τους δεν κυκλοφόρησε είτε στο διαδίκτυο μόνο, είτε χέρι με χέρι, αλλά από μία κραταιά εταιρεία, τη Feelgood, που φρόντισε για την όσο το δυνατόν καλύτερη διανομή της μουσικής τους. Με εκείνη τη δουλειά, οι τρεις καλλιτέχνες κατάφεραν κάτι όχι πολύ εύκολο: Να παιχτούν από τα ραδιόφωνα και να ξεχωρίσουν μέσα σε μία πληθώρα ανεξάρτητων κυρίως δισκογραφικών παραγωγών, διότι - ξέρετε - ναι μεν κρίση, οι δίσκοι όμως εξακολουθούν να βγαίνουν ως αυτοχρηματοδοτούμενοι και συνήθως να μένουν στα αζήτητα ή να σκονίζονται σε κάποιο ράφι. Αυτό τον σκόπελο λοιπόν κατάφεραν τότε να ξεπεράσουν και το ίδιο θα συμβεί, έχω την αίσθηση, με ''Τα φώτα στην πλατεία'', το δεύτερο δίσκο τους που παρουσιάζουμε απόψε. Θα έλεγα ότι μία πρόοδο την έχουν κάνει, ότι καλύτερο δηλαδή για έναν δημιουργό να μην επαναλαμβάνεται και να αφουγκράζεται κάθε φορά την εποχή του. Κι η σημερινή εποχή έχει ανάγκη τον λυρισμό τους, δοσμένο όχι μόνο με εκκίνηση το λαϊκό τραγούδι, που αγαπούν και οι τρεις τους, αλλά και με πιο δυτικότροπες φόρμες, όπως αυτές που κατά κόρον χρησιμοποίησαν τώρα. Και τα έντεκα νέα τραγούδια τους φλερτάρουν με ένα κλίμα α λα Rene Aubry, από το ηχητικό τους περίβλημα μέχρι τα εικαστικά της έκδοσης του ζωγράφου Ηλία Παπανικολάου. Από το εναρκτήριο ''Ο άνεμος φυσά'' μέχρι το εξόδιο ''Ο καιρός θα δείξει'', ένα καθαρόαιμο ηλεκτρικό blues με την ταιριαστή ερμηνεία του Απόστολου Ρίζου, ολόκληρος ο δίσκος κυλάει αβίαστα: Το ένα κομμάτι διαδέχεται το άλλο σαν να είναι η συνέχεια του, σαν να ακούμε δηλαδή ένα ολοκληρωμένο μουσικό έργο με ταυτότητα και χαρακτήρα. Πολλά πνευστά, έγχορδα, μαντολίνο και ηλεκτρικές κιθάρες με την παρουσία των λαϊκών οργάνων σε ένα μόνο τραγούδι, επιβεβαιώνουν αυτό που περιγράφει στο ένθετο της έκδοσης ο συνθέτης Χρυσόστομος Καραντωνίου: Την επαφή τους με έναν ήχο πιο ηλεκτρικό, έναν ήχο γνώριμο μεν, αλλά και καινούργιο γι' αυτούς. Όχι βέβαια ότι ξαφνικά την ''είδαν'' ροκάδες χωρίς αυτό φυσικά να αποτελούσε μομφή. Τα παιδιά φτιάχνουν ένα 100% ελληνικό τραγούδι σύγχρονο και φρέσκο, σε μία περίοδο που όλοι ψάχνονται για το πως θα πρωτοτυπήσουν κυρίως σε ενορχηστρωτικό επίπεδο. Εδώ, λοιπόν, η ενορχήστρωση προσδίδει ύφος, αλλά δεν φαίνεται να καπελώνει ούτε τη συνθετική γραμμή, ούτε τους στίχους του Δημήτρη Παπαχαραλάμπους: Ο ακροατής εισπράττει τις πολλές εικόνες και τα νοήματα του στιχουργού που αν και περιγράφει το αιώνιο ζήτημα περί έρωτος, ασχολείται σε κάποια κομμάτια και με άλλα θέματα, σαν την ανθρώπινη μοναξιά και την έλλειψη επικοινωνίας των πόλεων. Για το λόγο αυτό ξεχώρισα ιδιαιτέρως την ακουστική μπαλάντα ''Ιχθύς'' και το ''Πες μου'', το πιο λαϊκότροπο απ' όλα τα άλλα τραγούδια της δουλειάς. Δεν με εξέπληξε ο ερμηνευτής Πάνος Παπαϊωάννου. Εννοώ πως γνωρίζοντας την ερμηνευτική του δεινότητα, ήμουν σίγουρος πως η ευέλικτη φωνή του θα έπλεε κυριολεκτικά μέσα στις ρυθμικές ροκ μπαλάντες του Καραντωνίου. Μετά απ' τα ''Φώτα στην πλατεία'' είμαι σχεδόν σίγουρος πως ο Παπαϊωάννου μπορεί να τραγουδήσει τα πάντα, έχοντας επίγνωση κάθε φορά του τι ''βγάζει'' απ' τα χείλη του. Άφησα για το τέλος την τραγουδοποιό και ερμηνεύτρια Μαρία Παπαγεωργίου, που τραγούδησε μαζί με τον Πάνο το κομμάτι ''Αυτούς που αγαπάς'', την απόδοση στα ελληνικά δηλαδή του τραγουδιού ''Someone you love'' της Δανέζας φολκ - ροκ τραγουδοποιού Tina Dickow. Θα σας πω μια μικρή ιστορία στο σημείο αυτό: Πριν από μερικές εβδομάδες ο Μίκης Θεοδωράκης μου έδωσε μία μεγάλη συνέντευξη για τη LIFO. Ξαναβρεθήκαμε λίγες μέρες μετά απ' τη συνέντευξη και κάναμε μια ιδιωτική κουβέντα περί νέων τραγουδιστών, όπου τον ρώτησα ποιους έχει ξεχωρίσει τελευταία. Μου απάντησε με μια τρομερή διαύγεια για τα 92 του χρόνια: ''Τη Μαρία Παπαγεωργίου, έτσι όπως τραγούδησε το Ξημερώνει''! Η φωνή της Παπαγεωργίου, λοιπόν, στα ''Φώτα στην πλατεία'' ταίριαξε μ' αυτήν του Παπαϊωάννου σε μία διασκευή που μάλλον ξέφυγε απ' τα όρια ακριβώς της διασκευής και άγγιξε την αναδημιουργία. Εν κατακλείδι, ξαναγυρνώντας σ' αυτό που έλεγα στην αρχή, την ιστορία - ναι - τη φτιάχνουν οι παρέες κι εδώ αποδεικνύεται πως η τριανδρία αυτή, ο ερμηνευτής Παπαϊωάννου, ο συνθέτης Καραντωνίου και ο στιχουργός Παπαχαραλάμπους, έχουν ήδη βάλει το δικό τους λιθαράκι στην υπόθεση σύγχρονο ελληνικό τραγούδι. Τους αξίζει κάθε επιτυχία και εύχομαι να τους ανακαλύψετε, όσοι δεν είχατε την ευκαιρία ή την τύχη να τους γνωρίσετε.
Από αριστερά ο συνθέτης Χρυσόστομος Καραντωνίου, ο ερμηνευτής Πάνος Παπαϊωάννου και ο στιχουργός Δημήτρης Παπαχαραλάμπους
Η πρώτη δισκογραφική κατάθεση του συνθέτη Νίκου Παπαδογιώργου με εννιά τραγούδια, όλα σε στίχους του Γιώργου Γκώνια και ερμηνευμένα από μία πλειάδα καλών ερμηνευτών: Την ανερχόμενη Σοφία Αβραμίδου, τη Νανά Μπινοπούλου (μας συστήθηκε μέσα από τις συναυλίες του Νίκου Ξυδάκη), τη Χαριτίνη Πανοπούλου και τους πιο γνωστούς και με τη δική του ιστορία ο καθένας, Βασίλη Λέκκα, Παντελή Θαλασσινό και Παντελή Θεοχαρίδη. Θα είμαι αυστηρός εκεί που πρέπει, αλλά και γενναιόδωρος πάλι εκεί που πρέπει. Θέλω να πω ότι μέχρι και το πέμπτο τραγούδι, το ομότιτλο του δίσκου, τα πράγματα είναι συμβατικά σαν να ακούς μια δουλειά του λεγόμενου ''έντεχνου'' τραγουδιού της δεκαετίας, όμως, του 1995 - 2005. Όχι ότι αυτό μειώνει τα τραγούδια που απ' τη μια διαθέτουν ωραίες ενορχηστρώσεις και μια μελωδική γραμμή προς την καθ' ημάς Ανατολή, απ' την άλλη ωστόσο δεν κομίζουν καμία πρωτοτυπία. Θα μου πεις, σάμπως κομίζουν πρωτοτυπία τη σήμερον ημέρα τα electronics και το theremin; Ευχαριστώ, αλλά κουράστηκα, δεν θα πάρω! Τα πράγματα ''στρώνουν'' εδώ, λοιπόν, με ''Το σταυροδρόμι'' και την αμέσως επόμενη ''Θλιμμένη ομορφιά'' που αποδίδουν αντιστοίχως η Σοφία Αβραμίδου και ο Βασίλης Λέκκας. Πρόκειται για δύο ιδιαίτερα τραγούδια ατμοσφαιρικά και χαμηλότονα με αρμονίες πρωτότυπες που φανερώνουν πως ο Παπαδογιώργος δεν είναι ακόμη ένας τραγουδοποιός, αλλά ένας ολοκληρωμένος συνθέτης. Και κάπου πριν το τέλος, ευχάριστη έκπληξη το εξωστρεφές ''Ειδήσεις των οχτώ'' με τον Παντελή Θεοχαρίδη να παραπέμπει στον Στέλιο Καζαντζίδη (τρελό ακούγεται, αλλά μου συνέβη, όπως μου συνέβη επίσης να θεωρώ το εν λόγω κομμάτι σαν να είχε μείνει εκτός από τη θρυλική ''Εκδίκηση της γυφτιάς'' των Νίκου Ξυδάκη/ Μανώλη Ρασούλη)! Εν κατακλείδι, ο Παπαδογιώργος κατάφερε να αποσπάσει πραγματικές ερμηνείες απ' όλους τους τραγουδιστές του, μελοποιώντας τους στίχους υψηλού επιπέδου του Γκώνια και χαρίζοντας μας τουλάχιστον τρία - κατά τη γνώμη μου - σημαντικά τραγούδια! Στίχοι που ξεχώρισα: Του κόσμου οι αγύρτες/ σειρήνες στη σιωπή/ και μια φωνή εντός μου/ να φύγω με καλεί/ να ταξιδέψω θέλω/ κοντά σου για να'ρθώ/ να μπω μεσ' στην καρδιά σου/ στα όνειρα να ζω (''Της ουτοπίας χάδια'' με τη Λ. Καλημέρη), Πολλές φορές η ομορφιά/ τυλίγεται με θλίψη/ κι εκεί που βλέπεις λίγο φως/ σκοτάδι θα το κρύψει (''Θλιμμένη ομορφιά'' με τον Β. Λέκκα), Της πόλης τα φώτα θα σβήσουν/ κι οι άνθρωποι πια θα ξυπνήσουν/ ένα ουράνιο τόξο η οθόνη/ και οι ιδέες θα γίνουν χιόνι (''Ειδήσεις των οχτώ'' με τον Π. Θεοχαρίδη).
ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΠΛΙΑΤΣΙΚΑΣ
ΒΑΛΕ ΦΩΤΙΑ
SPIDER MUSIC
Κλασικός Πλιάτσικας και με τα δεκατέσσερα καινούργια τραγούδια του με συνδημιουργούς και συνοδοιπόρους του τον B. D. Foxmoor, τον Στάθη Δρογώση και τον Χάρη Μιχαηλίδη του συγκροτήματος Δραμαμίνη. Έκπληξη αποτελούν οι εμπνευσμένες διασκευές του Πλιάτσικα στον ''Τρελό'' των Γιάννη Σπανού/ Λευτέρη Παπαδόπουλου και στο παλιό ρεμπέτικο ''Το κουρασμένο βήμα σου'' των Μπάμπη Μπακάλη/ Κώστα Βίρβου. Κι όταν λέω ''Κλασικός Πλιάτσικας'' εννοώ τα εξής: Ποπ - ροκ τραγούδια με σύγχρονες ενορχηστρώσεις και όμορφα φωνητικά, πιασάρικα ρεφρέν και στίχους που σκιαγραφούν την εποχή μας, όχι απαραιτήτως σε προσωπικό - για τον τραγουδοποιό - επίπεδο. Υπάρχουν μέσα στο δίσκο τρία κομμάτια που μου άρεσαν ιδιαιτέρως: ''Ο Χριστός απ' το Παγκράτι'' που είναι ένα συγκινητικό αφιέρωμα στον αδικοχαμένο ηθοποιό Αλέξη Γκόλφη από το σήριαλ των seventies ''Ο Χριστός ξανασταυρώνεται'' (ακούγονται και ηχητικά samples με τη φωνή του ''παπα - Γρηγόρη'' Λυκούργου Καλλέργη), το αμέσως επόμενο και ομότιτλο του άλμπουμ, το ''Βάλε φωτιά'' που μπλουζο-ροκάρει α λα Chris Rea, καθώς και το ''Κανείς δεν περισσεύει πια'' σε μουσική, στίχους και συνερμηνεία του B. D. Foxmoor - κακά τα ψέματα, ο Foxmoor παραμένει ένας σημαντικός στιχουργός - ποιητής στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι (Τώρα που στο θάνατο μας δώσανε λίστα/ κάποιους ανήμπορους να βγάλουμε απ' τη νύστα, ιδού λίγοι μόνο στίχοι από το συγκεκριμένο ποίημα - ποταμός). Το κομμάτι ''Την άνοιξη θα φέρει'' με τη φωνητική συμμετοχή των σοπράνο Μαρίσσιας Παπαλεξίου και Μαριλένας Χρυσοχοΐδη είναι αυτό που έχει ήδη ξεχωρίσει από τα ραδιόφωνα -δεν είχα καμία αμφιβολία, τόσο που το ''έχει'' ο Πλιάτσικας με το ραδιοφωνικό air play. Πάντως, έκατσα κι άκουσα ολόκληρο δίσκο του κι όχι μόνο τον άκουσα, αλλά βρήκα και ορισμένα καλά τραγούδια, κατάσταση δηλαδή που με οδηγεί στο συμπέρασμα πως πρόκειται για την καλύτερη εργασία του πάλαι ποτέ Πυξ Λαξ τραγουδοποιού.
ΓΛΥΚΕΡΙΑ
ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑ ΕΝΑ ΑΣΤΕΡΙ
SPIDER MUSIC
Καινούργια τραγούδια και για τη Γλυκερία μετά από έξι χρόνια δισκογραφικής απουσίας - όχι ακριβώς καινούργια δηλαδή, αφού εδώ τη μερίδα του λέοντος καταλαμβάνουν οι διασκευές σε δημιουργούς σαν τον Μάλαμα, τον Περίδη, τον Βαρδή, τον Μάριο Τόκα, τους Πυξ Λαξ κ.α. Και για να κλείνω νωρίς - νωρίς με τις διασκευές, διότι, όπως θα δούμε παρακάτω, ο δίσκος διαθέτει εξαιρετικές νέες συνθέσεις, ξεχώρισα αυτές στο ''Η νύχτα μυρίζει γιασεμί'', ένα όμορφο και μάλλον ξεχασμένο τραγούδι των Μάριου Τόκα/ Σαράντη Αλιβιζάτου, στο ''Τα τραγούδια μια σταλιά'' των Μίλτου Πασχαλίδη/ Οδυσσέα Ιωάννου με τη συμμετοχή της Ελένης Βιτάλη και στο σπαραξικάρδιο ''Τι τραγούδι να σου πω'' του ροκ συγκροτήματος Ενδελέχεια. Η επιλογή της Γλυκερίας να αποδώσει με το δικό της τρόπο μια αγαπημένη μπαλάντα φανερώνει ότι υπήρχε concept - που λένε - υπό τη διεύθυνση του συζύγου της και συνθέτη Στέλιου Φωτιάδη. Πάμε τώρα στις νέες συνθέσεις: Δύο τραγούδια του Φωτιάδη, το ομότιτλο του δίσκου και το ''Σ' αγαπάω'', είναι καθαρόαιμες ρυθμικές ροκ μπαλάντες! Το πλέον ξεχωριστό όμως κομμάτι του δίσκου (τό'χαμε συζητήσει δημόσια με τη Γλυκερία στην πρόσφατη συνέντευξη της στη LIFO) είναι η ''Πατρίδα'' σε μουσική των Φράνκι Λούβαρη - Μελίνας Μακρή και σε στίχους της Ευανθίας Μάγνη. Τραγούδι - ελπίδα θα το χαρακτήριζα για μια χώρα ολόκληρη που δοκιμάζεται τα τελευταία χρόνια. Υπάρχει ακόμη το ντουέτο της Γλυκερίας με τη Ντιλέκ Κοτς στο παραδοσιακό ''Της τριανταφυλλιάς τα φύλλα'' σε ελληνικά και τουρκικά - ο δίσκος άλλωστε κυκλοφορεί και σε διανομή της SONY Τουρκίας για την αγορά της γείτονος. Το άλμπουμ κλείνει με το radio mix του τραγουδιού ''Η βροχή'' των Θοδωρή Παπαδόπουλου/ Γιώργου Λεκάκη, ένα από τα καλύτερα ζεϊμπέκικα που μας κληροδότησε το λαϊκό τραγούδι των τελευταίων χρόνων, εδώ ντουέτο της Γλυκερίας με τον Μανώλη Λιδάκη. Αν έπρεπε να κρίνω με μία μόνο λέξη το CD, θα ήταν η εξής: Κέφι! Αυτό δείχνουν τα κομμάτια των άλλων που η Γλυκερία θέλησε να πει σε δεύτερη εκτέλεση δίπλα στις πρωτότυπες συνθέσεις, αυτό επίσης δείχνουν και οι ενορχηστρώσεις του Πόλυ Πελέλη και του Κωνσταντίνου Φωτιάδη (σε δύο τραγούδια) που έχουν ως σημείο εκκίνησης την παράδοση, απλώνονται όμως μέχρι το ροκ και τον ηλεκτρικό γενικότερα ήχο.
Ο μουσικός Στέφανος Χυτήρης μού χάρισε προ ημερών το καινούργιο δισκογραφικό του project που φέρει τον τίτλο ''Egata'' και περιλαμβάνει δώδεκα άτιτλα instrumentals. Μιλάμε για ένα διπλό βινύλιο, ηχογραφημένο στο Oktaven Studio της Νέας Υόρκης με μηχανικό ήχου τον Ryan Streber. Με τον Χυτήρη που παίζει τύμπανα και υπογράφει τη μουσική διεύθυνση και την όλη παραγωγή, συμπράττουν δεξιοτέχνες μουσικής της διεθνούς jazz σκηνής: Η Γερμανίδα Ingrid Laubrock στο σαξόφωνο (τη δισκοθήκη μου κοσμεί το άλμπουμ της, ''Who is it?'' του 1998), ο Αμερικανός Joe Moffett στην τρομπέτα, η Γιαπωνέζα Rema Hasumi στο πιάνο, ο Αμερικανός Todd Neufeld στην κιθάρα (συνεργάτης του Χυτήρη από το προηγούμενο Flux Project), ο Αφροαμερικανός Lester St. Louis στο τσέλο και ο Γαλλογερμανός Pascal Niggenkemper στο μπάσο. Μπορείς να αποδώσεις πολλούς χαρακτηρισμούς στη συγκεκριμένη εργασία, αν και μάλλον δεν είναι αυτό το ζητούμενο. Όσο κι αν συνυπάρχουν στοιχεία ηλεκτροακουστικά, free form, ακόμη και freak out που προσωπικά με παρέπεμψαν στα 60s και στους Red Krayola, δύο μόνο λέξεις θα απέδιδαν επιτυχημένα ίσως τη φύση του project: Spiritual Jazz. ''Spiritual'' χωρίς καμία θρησκευτική διάθεση, εφόσον όλα τα tracks (αριθμημένα στα λατινικά) στοχεύουν στην ενεργοποίηση του συναισθηματικού κόσμου του ακροατή. Με το έργο ''Egata'' δεν απολαμβάνεις τον καφέ ή το ουίσκι σου μπροστά στο τζάκι, δεν είναι δηλαδή σαν τους παλιούς jazz δίσκους που, παρά το αναμφισβήτητο μεγαλείο τους, κατήντησαν μικροαστική κατ' ιδίαν ανάπαυλα. Ακούς απλά τη ''συνομιλία'' των οργάνων μέσα σε μία νωχελική, σχεδόν ναρκωτική, ατμόσφαιρα και εισπράττεις το εξής παράδοξο: Σαν να βρίσκεσαι σε ένα πανεπιστημιακό αμφιθέατρο και παρακολουθείς μία διάλεξη του Lawrens Ferlinghetti ή σαν να στήνεις αυτί για ν' ακούσεις τον διάλογο υψηλού επιπέδου τριών - τεσσάρων διανοουμένων. Τα XII tracks, έτσι, έχουν και δεν έχουν φωνή ταυτόχρονα, εφόσον το μήνυμα μεταφέρεται μέσω του ήχου και όχι του συγκροτημένου ανθρώπινου λόγου. Σπανίως τυχαίνει να σου μιλάει μία οργανική μουσική και να σε καταβυθίζει στον πυρήνα της, δίχως να χάνεσαι στον αυτοσχεδιαστικό αυνανισμό και στο συχνά εγωκεντρικό παίξιμο των μουσικών της jazz. Υπάρχουν κομμάτια όπως το III που το πιάνο της Hasumi συστήνει μια μοναδική ατμόσφαιρα και το VII με τα τύμπανα του Χυτήρη και την τρομπέτα του Moffett αντιμέτωπα σαν δύο λιοντάρια με ανασηκωμένο το τρίχωμα τους, λίγο πριν σκάσει το σαξόφωνο της Laubrock σε ρόλο...γητευτή λιονταριών. Πρόκειται στην τελική για μία ώριμη μουσική κατάθεση με προσανατολισμό και για ένα έργο ανεβασμένης αισθητικής αντίληψης και εκλεπτυσμένου - χωρίς να γίνεται επ' ουδενί σνομπ - ύφους!
Στο εξώφυλλο ο καλλιτέχνης με μία ρετρό αισθητική, συμφώνως δηλαδή και με το περιεχόμενο του δίσκου του: Μόνο ένα τραγούδι σε δικούς του στίχους και μουσική (Πάει κι αυτή η μέρα), ένα σμυρναίικο (Δεν σε θέλω πια), ένα του Μάρκου Βαμβακάρη (Τα ζηλιάρικα σου μάτια), ένα του Μίκη Θεοδωράκη και του Ιάκωβου Καμπανέλλη (Στρώσε το στρώμα σου για δυο, από τη Γειτονιά τωνΑγγέλων, με τη συμμετοχή του Louis Salvador), ένα από το χώρο του ξένου μιούζικαλ (What everLola wants, που τό'χουν τραγουδήσει οι πάντες, από τη Sarah Vaughan μέχρι τη δικιά μας Μαρινέλλα) κι από κει και πέρα, ένα του Λουκιανού Κηλαηδόνη από το Ελεύθερο Θέατρο (Δεν είναικομπέρ) κι άλλα εφτά τραγούδια του λεγόμενου ελαφρού ελληνικού ρεπερτορίου (Τραϊφόρος, Σουγιούλ, Κοφινιώτης, Σακελλάριος, Γιαννίδης, Μουζάκης κ.α.) Θα είμαι ειλικρινής, ήμουν έτοιμος να...μαλώσω σχεδόν τον φίλο και σπουδαίο ερμηνευτή Δώρο Δημοσθένους που κάνει ακόμη μία δισκογραφική εξόρμηση με διασκευές σε τραγούδια δοκιμασμένα και κοσμαγάπητα. Γνωρίζω δηλαδή πως ο Δημοσθένους έχει στο συρτάρι του ωραία ατμοσφαιρικά κομμάτια, ακόμη και με ηλεκτροακουστικές μουσικές, τα οποία είναι κρίμα να μην έχουν εκδοθεί. Ωστόσο, σέβομαι τη δυσκολία των καιρών για κάθε δημιουργό που θα ήθελε να εκδώσει το υλικό του, πόσο μάλλον που το άλμπουμ ''Compere'' είναι μία ανεξάρτητη παραγωγή. Τέλος πάντων, εν συνεχεία ευτυχώς που αυτή η νέα δουλειά του με κέρδισε - απόλυτα, όμως - και θα εξηγήσω τους λόγους: Το ρεπερτόριο που ο Δημοσθένους επέλεξε δεν εξαντλείται στα όρια της παρελθοντολαγνείας, έτσι τουλάχιστον όπως αναδημιουργήθηκε. Διότι περί αναδημιουργίας πρόκειται: Από τα τυμπάνια που σκάνε στην εισαγωγή του εναρκτήριου Ας ερχόσουν για λίγο και τη blues άποψη του στην Αναπνοή μου, όσο τα tracks προχωρούν, γίνεται σαφές πως έφτιαξε έναν κεφάτο δίσκο, ο οποίος κινείται σε ένα σπάνιο - για τα εγχώρια δεδομένα - jazzy swingάτο κλίμα! Καμία σχέση δηλαδή με ανάλογα εγχειρήματα συναδέλφων του που σπάνε το κεφάλι τους για να πρωτοτυπήσουν, αντιμέτωποι κατ' επιλογήν με ένα τέτοιο υλικό. Δεν τον ενδιαφέρει καμία πρωτοτυπία τον Δημοσθένους! Το κέφι του κάνει και γι' αυτό κερδίζει τις εντυπώσεις. Θα έλεγα ακόμη πως είναι τόλμημα εκ μέρους του να γίνεται ένας compere με τα όλα του, αυτός που έχει βάλει τη φωνή του σε κύκλους τραγουδιών μεγάλων συνθετών, από τον Λάγιο και τον Χατζιδάκι μέχρι τον Λεοντή και τον συμπατριώτη του τον Χριστοδουλίδη. Ο Δημοσθένους κινείται ακομπλεξάριστα, δεν ξεχνά τη θητεία του στο μιούζικαλ και στο πλευρό του Κηλαηδόνη, φτιάχνοντας μία περσόνα καλλιτεχνικά ευέλικτη και σοβαρή, σα να είναι ο μόνος που κάνει τόσο καλά ό,τι κάνει κάθε φορά. Οι κριτικές από τα live του, μάλιστα, μιλάνε για ένα μοναδικό κράμα ροκαμπιλά α λα Presley και ποιοτικού διασκεδαστή! Για δες τώρα, λοιπόν, που ακούς το CD αυτό και είναι σα να τον βλέπεις live, κάτι για το οποίο δεν ευθύνεται φυσικά ο ίδιος και η μεγάλη φωνή του, αλλά εξίσου και η μπάντα που τον συνοδεύει - στο ένθετο διαβάζουμε τα ονόματα 30 μουσικών, που είναι αδύνατο να αναφερθούν όλοι. Υπερπαραγωγή κανονική δηλαδή! Ένα ακρόαμα με big band που παραπέμπει σε αντίστοιχες δουλειές του εξωτερικού, οι οποίες δεν είναι και λίγες διεθνώς, αν το ψάξει κανείς. Το βασικότερο στοιχείο, όμως, του δίσκου είναι ότι ακούγεται σαν το νεογέννητο αδερφάκι του One for the road, εκείνου του προ 10ετίας άλμπουμ του από τη Μικρή Άρκτο. Είχα γράψει τότε πως ένα τέτοιο άλμπουμ θα το άκουγες στο πιο καλόγουστο νυχτερινό μπαρ του Βερολίνου. Σήμερα για το Compere θα πω πώς ακούγεται σαν μια ανάσα δροσιάς, μια έκφραση του κεφιού και της χαράς, που έχει τόσο μεγάλη ανάγκη ο κόσμος...Όχι μόνο στο σπίτι του ακούγοντας το, αλλά και σε μία έξοδο του που θα πάει ν' ακούσει και να δει live τον εν λόγω καλλιτέχνη!
* Το CD Compere του Δώρου Δημοσθένους κυκλοφορεί από την purplelily records
** Ο Δώρος Δημοσθένους εμφανίζεται στη Ρότα τα Σάββατα 25/3 και 8/4 με τον Νεοκλή Νεοφυτίδη στο πιάνο *** Το post αφιερώνεται στη μνήμη του Chris Gog, μεγάλου φαν του Δώρου Δημοσθένους και κοινού μας φίλου, που έφυγε ξαφνικά από τη ζωή τον περασμένο Ιανουάριο
Δύο δίσκους εκ διαμέτρου αντίθετους πάμε να εξετάσουμε στο post αυτό, που όμως κυκλοφόρησαν ταυτόχρονα σχεδόν, ο ένας από το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας σε διανομή του Μετρονόμου και ο άλλος από τη νεοϊδρυθείσα Spider Music, η οποία μπήκε δυναμικά στο παιχνίδι. Πρόκειται για τα άλμπουμ ''Η Αλήθεια είναι δύο'' της Μαρίας Θωίδου και ''Πες το για μένα'' του Γιώργου Νταλάρα σε μουσικές του Ανδρέα Κατσιγιάννη και στίχους διάφορων στιχουργών. Καταρχάς με το άλμπουμ ''Η Αλήθεια είναι δύο'' η Θωίδου εξακολουθεί να βαδίζει στα γνώριμα ιδιοσυγκρασιακά μονοπάτια της, συνεπικουρούμενη από δύο διαφορετικά σχήματα: Τους Drasta (Φίλιππος Κωσταβέλης, James Wylie, Αγαμέμνων Μαρδάς, Νίκος Ψοφογιώργος) και τους Χαμένους Εραστές (Θύμιος Ατζακάς, Κώστας Ράπτης, Κυριάκος Ταπάκης, Λουκάς Μεταξάς, Νίκος Παραουλάκης). Συμμετέχει ακόμη στα φωνητικά η Έλσα Μουρατίδου. Το παράδοξο είναι πως ενώ έχουμε δύο διαφορετικά μουσικά projects της Θωίδου, ηχογραφημένα live στο παρελθόν, στο CD έχουν μπει ένα κομμάτι από το ένα και ένα από το άλλο εναλλάξ, διατηρώντας παρόλα αυτά μιαν ηχητική και υφολογική ομοιογένεια. Ίσως γιατί ο πυρήνας και των δύο projects είναι αυτός της jazz με εμβόλιμα στοιχεία από την ευρύτερη παράδοση, αλλά και από το λεγόμενο έντεχνο - το τελευταίο βασικά μέσα από καλοσχηματισμένα τραγούδια σαν το ''Κάθε φορά'', το ''Κάτι βραδάκια'' και το ''Ούτε που ξέρεις''. Υπάρχουν όμως και κομμάτια που βασίζονται κατά κόρον στο σπάσιμο της κλασικής φόρμας του τραγουδιού μέσα από ''απλωμένες'' μακροσκελείς free form συνθέσεις της Θωίδου, καθώς και με τη φωνή της, την οποία χειρίζεται σαν ένα εργαλείο ευέλικτο. Όσο για τους στίχους της μια...παραξενιά τη συναντάμε κι εδώ, εφόσον, αν και οι περισσότεροι παραπέμπουν σε μικρά δημοτικοφανή αφηγήματα με ρίμες, αυτό δε φανερώνεται κατά την ερμηνεία της και τη σύμπλευση της με τα δύο μουσικά σχήματα. Έτσι, συχνά ο λόγος ακούγεται διάσπαρτος μέσα στα κομμάτια, κάτι που σίγουρα κομίζει καλλιτεχνικό ενδιαφέρον, απ' την άλλη όμως δε βοηθάει έναν αμύητο ακροατή να έρθει σε στενή επαφή με το υλικό καθ'αυτό. Ξεχωριστά για μένα κομμάτια το ''Ανείπωτο ποτό ή Το νερό της σελήνης'' και ''Το νησί των χαμένων εραστών'' (με τους Χαμένους Εραστές αμφότερα) που ανήκουν σ' αυτά της free form που λέγαμε, με τους αυτοσχεδιασμούς στην ηλεκτρική κιθάρα από τον Ατζακά! Το ακούς, αφήνεσαι ως ακροατής και άμα το ''δεις'' κι απ' τη μεριά της δημιουργού, αντιλαμβάνεσαι γιατί ενδεχομένως να μην την ενδιαφέρει ένα πιο αμύητο κοινό. Εν κατακλείδι, ένα πολύ ιδιαίτερο, στα όρια του ιδιότροπου, άλμπουμ με τη Μαρία Θωίδου να μην κάνει την παραμικρή καλλιτεχνική έκπτωση γι' ακόμα μία φορά! Προς τιμήν της!
Στον αντίποδα, το καινούργιο άλμπουμ του Γιώργου Νταλάρα στοχεύει στις ραδιοφωνικές μεταδόσεις, όπως είναι φυσικό και αναμενόμενο, προτείνοντας όμως έντεκα καλοφτιαγμένα αμιγώς λαϊκά και λαϊκότροπα τραγούδια με την υπογραφή του Ανδρέα Κατσιγιάννη, γνωστού από την Εστουδιαντίνα Βόλου και από τις συνεργασίες του, τόσο με τον Νταλάρα, όσο και με άλλους ερμηνευτές. Για την ακρίβεια, ήταν σίγουρο πως ο Κατσιγιάννης θά'κανε κάποια στιγμή ολόκληρο δίσκο με δικές του συνθέσεις για τον Νταλάρα. Απ' την πρώτη ακρόαση φαίνεται πως ο Κατσιγιάννης ''τό'χει'' απόλυτα! Ζεϊμπέκικα, χασάπικα, ένα σε τσιγγάνικο ύφος (το ομότιτλο του δίσκου με τη συμμετοχή της Ελένης Βιτάλη σε στίχους της Λίνας Δημοπούλου), τα αμέσως επόμενα ''Κατοστάρικα'' σε ατόφιους ρεμπέτικους στίχους της Ελένης Φωτάκη που κλείνουν το μάτι (και από μουσικής άποψης) στο ''Ρεμπέτικο'' του Ξαρχάκου, τα πιο χαμηλότονα ''Παραμύθια'' σε στίχους της Ελένης Γιαννατσούλια (κατά τη γνώμη μου το ωραιότερο ντουέτο του δίσκου, Νταλάρας - Μελίνα Ασλανίδου), τα ''Όνειρα'' με τους συγκινητικούς στίχους της Δημοπούλου (Μόνος και ρέστος έμεινα/ Εγώ που σ' όλους έδινα/ Δεν έχω πια κανένα), το ''Ασπρογάλανο χαρτάρι'' σε στίχους του Ισαάκ Σούση (η ηλεκτρική κιθάρα του Χριστόφορου Κροκίδη κάνει ένα εντυπωσιακό πέρασμα) καθώς και το ''Στα τραγούδια θα με βρεις'' σε στίχους του τραγουδοποιού Μίλτου Πασχαλίδη, ο οποίος επίσης το μοιράζεται ερμηνευτικά με τον Νταλάρα, διαφοροποιώντας το κατά ένα τρόπο από το λαϊκό κλίμα του πρώτου μέρους της δουλειάς. Προσωπικά, το ''Στα τραγούδια θα με βρεις'' μού θύμισε εκείνα τα όμορφα τραγούδια του συχωρεμένου Δημήτρη Λάγιου για τη φωνή του Νταλάρα! Μετά απ' αυτό το κομμάτι, λοιπόν, καθώς ο δίσκος φτάνει προς το τέλος του, σα να περνάμε σε άλλη ενότητα με τα έγχορδα να κάνουν την εμφάνιση τους σε συνδυασμό με έναν πιο εξηλεκτρισμένο ''έντεχνο'' ήχο. Στίχους ακόμη έγραψαν ο Χρήστος Παγώνης και ο Νίκος Μωραΐτης. Ειδική αναφορά δε θα κάνω στις ερμηνείες του Γιώργου Νταλάρα, που εξακολουθούν να κινούνται σε καλά πλαίσια, αλλά στη φωτογραφία του στο εξώφυλλο δια χειρός Μάρως Χρυσανθοπούλου. Σκέφτεται την επόμενη κίνηση του ο Νταλάρας, η οποία - αν υποτεθεί πως ηχογραφεί ακατάπαυστα είτε ολοκληρωμένα άλμπουμ, είτε συμμετοχές του σε δουλειές άλλων - δεν πρόκειται να αργήσει!