Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΗΤΡΑ ΓΑΛΑΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΔΗΜΗΤΡΑ ΓΑΛΑΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2024

Χάρις Αλεξίου: «Χάρηκες που με γνώρισες; Τίποτε άλλο. Το ξαναλέω: Χάρηκες που με γνώρισες;»

 

«Εσύ μασάς τη Μοσχολιού και τρως την Αλεξίου» είχε γράψει ο Νίκος Γκάτσος, τοποθετώντας τις δύο τραγουδίστριες στο βάθρο των θεοτήτων του ελληνικού τραγουδιού. Δεν είχε άδικο ο ποιητής και σίγουρα το εννοούσε, ακόμη κι αν έκανε χιούμορ στην «Παναγία των Πατησίων» του. Η Χάρις Αλεξίου, άλλωστε, ακόμα ακούει να τη φωνάζουν «θεά», όχι μόνο στις μουσικές σκηνές αλλά και πρόσφατα στη σκηνή του θεάτρου, όπου αφηγείται μπροστά στο κοινό το «Χειρόγραφό» της. Ένα «Χειρόγραφο» που σκηνοθέτησε ο Γιώργος Νανούρης, μία πρωτότυπη θεατρική πράξη, στην οποία ενώθηκαν τεχνηέντως ο Γούντι Άλεν με τη… Μάρθα Βούρτση, διά χειρός Αλεξίου πάντα! Η παράσταση αυτή δεν είναι απλώς μια αναμέτρηση της κορυφαίας τραγουδίστριας με τους προσωπικούς της δαίμονες. Είναι η καθ’ όλα σεβαστή απόπειρά της να πιάσει απ’ τα μαλλιά τον χρόνο που κυλάει και που δύναται, καλώς ή κακώς, να οδηγήσει ακόμη και μια «θεότητα» σε ανθρώπινα επίπεδα. Ευτυχώς που η Αλεξίου διαθέτει βαθιά αυτογνωσία, αποκαλύπτοντας σχεδόν πάντα τη μεγάλη της επιθυμία: τη συνύπαρξη και τελικά την ένωση με τους συνανθρώπους της. Διαβάστε, λοιπόν, το απόσταγμα της μεγάλης συζήτησης που κάναμε το 2016 στην οικία της, μα μη βιαστείτε να βάλετε τον δικό σας τίτλο στη συνέντευξη: «Μια drama queen εξομολογείται». Η Χάρις Αλεξίου μιλά περί έντεχνου και λαϊκού τραγουδιού, θυμάται τη μητέρα της και τους πρώτους αθώους έρωτες, θυμώνει με τη νεοελληνική λαμογιά εις βάρος των προσφύγων, αποτάσσεται το συναίσθημα της μοναξιάς, σαρκάζει την ίδια της τη μελαγχολία  και δεν διστάζει να εξηγήσει πως τόσο το τραγούδι όσο και το θέατρο έναν σκοπό έχουν στην παρούσα φάση της: το γέμισμα κάθε μέρας που ξημερώνει με ενδιαφέρον και δραστηριότητα, τελικά με την ίδια τη ζωή.

Κυρία Αλεξίου, θα ξεκινήσω από μια άγνωστη πτυχή σας, που μου εξομολογήθηκε ο κοινός μας φίλος, ο συχωρεμένος ποιητής Αντρέας Παγουλάτος. Αναφέρομαι στους τζαζ φωνητικούς αυτοσχεδιασμούς που είχατε ηχογραφήσει κάποτε με τον Stephan Micus.

Έχω κάνει τόσα που δεν γνωρίζει ο κόσμος και που δεν μπορώ να τα θυμάμαι όλα… Ο Αντρέας, τι μου θυμίσατε τώρα! Μια φορά, λοιπόν, είχα συναντηθεί με τον Stephan Micus στη χώρα μας και του είχα χαρίσει ένα πολύ παλιό αλβανικό όργανο. Λεγόταν τσεφτελί και μου το είχαν προσφέρει ως δώρο σε μια περιοδεία μου στην Αλβανία. Ήταν ένα πανάκριβο παλιό όργανο με δύο χορδές μόνο. Έχουν περάσει πολλά μουσικά όργανα ως δώρα από τα χέρια μου και επειδή δεν μπορώ να τα παίξω, τα λυπάμαι. Ήρθε ο Micus στο τότε σπίτι μου, στο Κουκάκι, αρχίσαμε να παίζουμε και ο άνθρωπος συναξάριζε. Το ίδιο έκανα κι εγώ, κι έτσι βρεθήκαμε να αυτοσχεδιάζουμε. Μου αρέσει γενικά να απεγκλωβίζομαι από τη φόρμα της μουσικής και του τραγουδιού και να κάνω τέτοια «ταξίδια». Μου αρέσει ακόμη να ψάχνω άγνωστες μουσικές και ακόμη κι αν δεν είναι από τραγούδια, εγώ να αυτοσχεδιάζω.

Με ποιον τρόπο την «ψάχνετε» με τις μουσικές; Μόνη σας, από συστάσεις τρίτων;

Και από συστάσεις τρίτων, αλλά και από το YouTube κυρίως. Δηλαδή, μπορεί τώρα να «πατήσω» σε μουσικές του Αζερμπαϊτζάν ή του Θιβέτ και να με βγάλει αλλού. Μου αρέσει να το κάνω, αλλά χωρίς να με ενδιαφέρει το mainstream τραγούδι. Πλέον μπορώ να πω ότι δεν ξέρω τίποτα από τη σύγχρονη παραγωγή. Πάλι τυχαία μπορεί να πέσω κάπου από το ραδιόφωνο, λ.χ., αλλά θα αναζητήσω αμέσως αυτό που άκουσα και μου «μίλησε».

Βλέπω στο γραφείο σας ένα laptop. Στην παράσταση, πάλι, βγαίνετε με ένα iPad στα χέρια. Είστε ευθυγραμμισμένη με την εποχή…

Έχω τρεις συσκευές: iPad, laptop και desk. Τα κείμενα που ακούγονται στην παράσταση τα είχα γράψει και στο χέρι και στον υπολογιστή μου.

Αποτελούσαν εμπνεύσεις της στιγμής ή ημερολογιακές καταγραφές;

Ημερολόγιο δεν μπόρεσα ποτέ να κρατήσω. Μερικές φορές το δοκίμασα σε περιοδείες μου, έλεγα «σήμερα έγινε αυτό…», αλλά δεν είμαι τόσο οργανωμένος άνθρωπος ή συνεπής προς αυτό. Έλεγα «ωραία θα ήταν να κρατούσες ημερολόγιο», αλλά σίγουρα θα το άφηνα μετά από λίγο.

Από την άλλη, τα δικά σας τραγούδια αποτελούν συνήθως βιωματικά στιχουργικά concepts.

Μπορεί να υπάρχουν πολλές αφορμές γι’ αυτά, ακόμη και η στιγμή ενός κενού. Παλιά είχα γράψει ένα τραγούδι για τη μητέρα μου, κοιτάζοντας ένα ακουμπισμένο καδράκι της. Ήθελα πάλι να της μιλήσω. Τα ερεθίσματα δεν ήταν ποτέ ίδια, έχω γράψει τραγούδι μέσα σε πούλμαν, σε αεροπλάνο ή στις 3 το πρωί, ακούγοντας ένα τραγούδι που εκείνη την ώρα με τσάκισε και μου άνοιξε μια πόρτα για να πω κι εγώ το δικό μου. Δεν είμαι επαγγελματίας συγγραφέας που δουλεύει συστηματικά, γι’ αυτό και υπάρχουν μεγάλα κενά μέχρι να το ξανακάνω. Διαβάζω πολύ, όμως.

Λογοτεχνία, ποίηση, ένα ενδιαφέρον αστυνομικό δελτίο;

Απ’ όλα. Παίρνω μεγάλη ευχαρίστηση.

Ως κατάκτηση γνώσης ή ως κάτι που σας ευφραίνει ψυχικά;

Αυτό, το δεύτερο! Είναι ευχαρίστηση όταν διαβάζω, όπως και όταν γράφω. Όταν μεταφράζω ένα κείμενο, επίσης, σαν να λύνω έναν ποιητικό γρίφο, που για κάποιον άλλο θα ήταν σαν να έλυνε ένα σταυρόλεξο. Ευχαρίστηση, δεν μπορώ να σας το πω αλλιώς.

Στο «Χειρόγραφο» υπάρχει μια στιγμή που καλείτε τη «μαμά» κι ένα φως πέφτει από τον φεγγίτη. Νιώθω πως καταβάλλετε προσπάθεια για να μην κλαίτε κάθε φορά στη σκηνή. Σωστά;

Όχι. Την ώρα που δημιουργείς κάτι και νιώθεις συγκίνηση είναι διαφορετικό συναίσθημα από το μετά. Όπως ο ζωγράφος τελειώνει έναν πίνακα και κοιτάζει το έργο του ή όπως εγώ έχω γράψει ένα τραγούδι και το ξανακούω μετά.

Ναι, αλλά ο ζωγράφος φτιάχνει έναν πίνακα και «καθαρίζει», εσείς κάθε βράδυ δημιουργείτε.

Δεν σχεδιάζω κάθε μέρα, ερμηνεύω αυτό το πράγμα που έχω κάνει. Εγώ μαθαίνω μια καινούργια τεχνική τώρα, το να αρθρώνω κάτι που έχω γράψει. Δεν λέω ότι δεν «σπάω» κάποια στιγμή ή δεν ενώνομαι μαζί του, αλλά το απολαμβάνω αλλιώς πια.

Έχετε γίνει πιο σοφή, θα λέγατε, μέσω της θεατρικής πράξης;

Δεν μου αρέσει να περάσει η παράσταση και κάπου να μην έχει πονέσει το στομάχι μου. Αυτό συμβαίνει, αλλά κάθε φορά σε άλλα σημεία. Εξαρτάται από το τι ερεθίσματα έχω ακόμη και μέσα στην ίδια μέρα. Να μου υπενθυμίσει, δηλαδή, το κείμενο ακόμη κι εκείνη τη μικρή τρύπα η οποία με είχε οδηγήσει στο να γράψω κάτι. Την ίδια στιγμή μπορεί μια φράση που είχα γράψει πολύ παλιά να με κάνει να την κρίνω. Να με κάνει αποστασιοποιημένη, να τη λέω και να σκέφτομαι «αφού έχεις καθαρίσει μ’ αυτό τώρα». Να πω, ωστόσο, ότι πρόκειται για ένα ενιαίο έργο, όχι για αποσπασματικές φράσεις μου, μη βρεθεί κάποιος και πει «εντάξει, πάλι για τη μαμά σου θα μας πεις; Δεν έχεις τελειώσει μ’ αυτό;». Ναι, έχω τελειώσει.

Από την άλλη, καθαρίζει κανείς ποτέ με τους γονείς του;

Κανείς δεν καθαρίζει και δεν θα καθαρίσει, γιατί είναι μια σχέση αλύτρωτη αυτή. Ο κόσμος ολόκληρος ενός παιδιού γεννιέται μέσα από τον κόσμο των γονιών του και το ακολουθεί πάντα. Τους κουβαλάμε αυτούς τους ανθρώπους. Δεν ξέρω, επειδή είμαι και άνθρωπος που έχει ψαχτεί μ’ αυτά τα πράγματα, δύσκολο να βγάλεις άκρη. Ίσως απλώς υπάρχουν κάποια εργαλεία για να διαχειρίζεσαι αυτά που σε βασανίζουν.

Στο έργο, πάντως, ο τρόπος που βάζετε κάτω τους ψυχιάτρους και τους κάνετε με τα κρεμμυδάκια μού θύμισε τον Γούντι Άλεν.

Όλα ξεκινούν από την ανάγκη να μιλήσεις σε κάποιον με τον οποίο δεν έχεις σχέση. Εκεί είναι και η δυσκολία, γιατί κάποια στιγμή λες «τι κάνω τώρα εγώ εδώ πέρα; Ποιος είναι αυτός που κάθομαι και του λέω τα προσωπικά μου;». Το περνάς το στάδιο αυτό, δεν είναι τίποτα, όπως περνάς και το στάδιο της ταύτισης μαζί του. Είναι σχεδόν ερωτική σχέση, αφού όταν βγάζεις τα «άντερά» σου σ’ έναν άνθρωπο, ή θα ενωθείς μαζί του ή θα θυμώσεις μαζί του. «Γιατί είναι αυτός που με ακούει τώρα και όχι ο άλλος που θα ήθελα να με ακούει;» Μια διαδικασία που την περνάει κάθε ψυχαναλυόμενος.

Άρα μιλάμε για ψυχανάλυση και όχι για συνεδρία με έναν κλασικό ψυχίατρο.

Δεν ξέρω ποια είναι η διαφορά, δηλαδή δεν έχω ξαπλώσει ποτέ στο ντιβάνι κανενός, αλλά εγώ αυτό το πράγμα το κάνω και με τους φίλους μου.

Και είναι το ίδιο;

Όχι, δεν είναι. Σίγουρα όμως κάποια άτομα που έχουν αγγίξει τη νεύρωση περισσότερο από κάποια άλλα, εν ολίγοις άτομα πιο εσωστρεφή, όπως ήμουν εγώ, πιο ντροπαλά, πιο διστακτικά στο να μιλάνε για τον εαυτό τους, έχουν περάσει από αυτή τη φάση.

Λέτε «όπως ήμουν», σε παρελθόντα χρόνο…

Ήμουν ένα παιδί που όταν θα του έλεγε μια σκληρή κουβέντα η μάνα του, δεν θα αντιδρούσε, αλλά θα χαμήλωνε τα μάτια και θα έκλαιγε. Έχω μια εικόνα που τη λέω και στους φίλους μου: Όταν ήμουν 12 ετών είχα ερωτευτεί ένα αγόρι. Από μακριά, περνούσε από τη γειτονιά κι εγώ έλεγα «αυτός είναι, ο δικός μου». Ούτε είχαμε μιλήσει ποτέ, ούτε ήξερε τίποτα, απλώς εγώ σαν κοριτσάκι έλεγα τα δικά μου. Του είχα γράψει ένα ερωτικό γράμμα. Το δίπλωσα. Πήρα ύστερα το σήμα της μάρκας που βρήκα σε ένα κουτί λουκούμια, ένα συννεφάκι χρυσό που έλεγε «Έρως», και το κόλλησα πάνω στο γράμμα. Το βρήκε η μάνα μου και μου ’δωσε ένα χαστούκι! Αυτή είναι η διαφορά του τότε με το σήμερα, της σύγχρονης εποχής, της σημερινής Ελλάδας ή του κόσμου… Θα μπορούσε να με έχει πάρει αγκαλιά και να μου έχει πει «μίλησέ μου, πες μου ποιον αγαπάς». Κάτι τόσο αθώο και τόσο υγιές εμένα, με την πράξη της αυτή, με γέμισε ενοχή και φόβο. Έσκυψα το κεφάλι και έκλαιγα βουβά. Αυτό αργότερα το βάζεις στις αποσκευές σου και ένα φορτίο θυμού σε πλακώνει. Όπως το βλέπω εγώ τώρα πια, δεν θα το έκανα ποτέ στο παιδί μου, χωρίς να ξέρω τι θα έκανα τότε, αν ήμουν στη θέση της μητέρας μου.

Είχατε ανταγωνιστική σχέση με τη μητέρα σας;

Ήταν κι αυτή πιτσιρίκα και μεγαλώναμε μαζί. Κι αυτή έπρεπε να διαχειριστεί τη ζωή της, να μεγαλώσει τα παιδιά της, κάτι που μπορεί επίσης να τη γέμιζε με ενοχές και φόβους. Πρέπει να περάσει χρόνος για να το δεις αυτό το πράγμα, να πεις «κοίτα τι έγινε». Αυτά τα μικρά παραδείγματα, όμως, μπορούν να καθορίσουν τη μετέπειτα πορεία σου στη σχέση με τον εαυτό σου ή με τους άντρες. Και είναι πολύ ωραίο, όταν περάσει ο χρόνος που λέμε, να αντιμετωπίσεις τα θέματά σου.

Κλαίτε ακόμη, έστω βουβά; Είναι μια λυτρωτική συνθήκη;

Ευτυχώς, είμαι άνθρωπος που μπορεί να κλάψει.

Αποφεύγουν να κλαίνε οι άνθρωποι;

Δεν ξέρω πολλούς ανθρώπους που δεν κλαίνε. Να σας πω, πήγα πρόσφατα και είδα τη Δήμητρα Γαλάνη με την Ελένη Τσαλιγοπούλου και τη Γιώτα Νέγκα. Εξαιρετικές και οι τρεις! Έβλεπα την Ελενίτσα την Τσαλιγοπούλου να έχει μια μελαγχολία στο βλέμμα της, τη στιγμή, δε, που βρισκόταν σε μια διονυσιακή εξωστρεφή φάση στο πρόγραμμα, και χωρίς να ξέρω γιατί, άρχισαν να τρέχουν τα μάτια μου. Κατάλαβα ότι σ’ αυτές τις τρεις γυναίκες, που είναι διαφορετικής ηλικίας, έβλεπα κάτι από τον εαυτό μου, την εσωστρέφεια και την εσωτερικότητα σε στιγμές έντασης και κεφιού. Είναι συναίσθημα που φυσικά το έχω νιώσει και σε πολλά live δικά μου.

Αυτό όλο έχει να κάνει, νομίζω, με τη δική σας σχέση με τη μουσική και το τραγούδι, όχι με όσα λέγαμε πριν.

Ναι, δεν έχει να κάνει μ’ αυτά. Έτσι είναι.

Το γαρ πολύ του έρωτος γεννά παραφροσύνη, κ. Αλεξίου;

Κοιτάξτε, για μένα ο άνδρας είναι ένας μύθος. Το βλέμμα του, ένα άγγιγμά του, η μυρωδιά της φανέλας του, η κολόνια του, το πουλόβερ του, ο τρόπος που κινεί το χέρι του… Δεν μπορώ να φανταστώ πώς θα ήμουν αν έβλεπα τον άνδρα σαν μια κανονική συνθήκη ή ίσο προς ίσο. Ήθελα να τον θαυμάζω, να με συγκινεί.

Να είστε υποτακτική απέναντί του;

Έχω υπάρξει υποτακτική.

Συνειδητά;

Όχι, δεν γίνεται συνειδητά αυτό. Υπήρξα υποτακτική χωρίς να μου αρέσει. Δεν θα μπορούσα να είμαι ποτέ μ’ έναν άνδρα κατώτερο του μυαλού μου τουλάχιστον.

Κατανοητό. Ο Αχιλλέας Θεοφίλου ήταν μέντοράς σας πάνω απ’ όλα.

Ο Αχιλλέας Θεοφίλου ήταν, πράγματι, μέντοράς μου! Ο Αχιλλέας με έκανε να αγαπήσω το διάβασμα. Μέχρι τότε είχα την έφεση, αλλά ήμουν κι ένα παιδί απαίδευτο απ’ το σπίτι μου. Ο άνθρωπος αυτός είχε τη γαλλική κουλτούρα, ακούγαμε μαζί μουσική, με μύησε στον Μπρασένς και στον Μπρελ, διαβάζαμε ποίηση. Πολύ μεγάλος έρωτας! Του οφείλω πολλά!

Τι είναι πιο δυνατό στο ερωτικό συναίσθημα, η ένωση ή η απώλεια;

Πιο δυνατό είναι όταν ξυπνάς και κοιμάσαι με τη σκέψη ενός ανθρώπου. Είναι σαν να κάνεις χρόνια παρέα με κάποιον και ξαφνικά λες «είμαι ερωτευμένη μαζί του». Συμβαίνει! Εντάξει, κάτι το προκαλεί αυτό, δεν ερωτεύεσαι κάποιον στο λεωφορείο. Ο Αχιλλέας ήταν και λίγο πλάνος, ήξερε να το πλασάρει όλο αυτό. (γέλια)

Μπορεί να έχετε τραγουδήσει κυριολεκτικά την άμμο της θάλασσας, η πρώτη σας ηχογράφηση όμως ήταν ενός λαϊκού τραγουδιού του Βασιλειάδη και του Πυθαγόρα, το «Όταν μια γυναίκα πίνει».

Η ηχογράφηση αυτή προοριζόταν για τη Νανά Χάρμα, κόρη του Ντούο Χάρμα και καλή λαϊκή τραγουδίστρια. Εγώ μόλις είχα περάσει από οντισιόν στην τότε Οντεόν, το κορίτσι αυτό έλειπε στην Αμερική, αλλά το τραγούδι έπρεπε να γραφτεί ως flip side ενός δίσκου 45 στροφών. Έτσι είπαν «ας βάλουμε την καινούργια». Έγινε, σημείωσε επιτυχία και μετά απ’ αυτό το τραγούδι ακολούθησε η «Μικρά Ασία» του Καλδάρα. Από κει και πέρα, η μπάλα κυλούσε από τον ένα στον άλλο: Σπανός, Μαρκόπουλος, Κουγιουμτζής, Θεοδωράκης, Λοΐζος, Νικολόπουλος, Βαρδής.

Είπατε τόσα σπουδαία ονόματα και σκέφτομαι τον δίσκο που κάνατε πέρυσι με νέα παιδιά ως συνθέτες. Πώς είναι να αναζητάς καλά ελληνικά τραγούδια εν έτει 2016;

Εδώ και πάρα πολύ καιρό έχω πάψει να τα αναζητάω. Ο δίσκος αυτός έγινε με την επιμέλεια του Νίκου Μωραΐτη. Αυτός ήρθε και με βρήκε, λέγοντάς μου «θέλω να ξανακάνετε δίσκο και να έχω την τιμή να γράψω εγώ τους στίχους». Αφέθηκα σ’ αυτά τα παιδιά, τον Ρους, τον Δρογώση, την Μπάμπαλη και τον Γιώργο Κυβέλο, που ανέλαβε την παραγωγή. Δεν ξέρω, αλλά νομίζω πως υπάρχουν στιγμές που αισθάνεσαι ότι έχεις ξεπεράσει αυτό που κάνεις και που δεν σε ερεθίζει πια. Ακούγεται λίγο περίεργο, αλλά δεν με ικανοποιεί ιδιαίτερα να ερμηνεύσω ένα καινούργιο τραγούδι. Μπορεί ν’ ακούσω έναν άλλο τραγουδιστή ή να ανακαλύψω ένα νέο μουσικό ρεύμα, αλλά δεν με νοιάζει το ρεύμα αυτό να έχει περάσει μέσα από μένα. Μου αρκεί και μόνο που υπάρχει.

Προς τιμήν σας που το λέτε αυτό.

Εγώ έδωσα ως ερμηνεύτρια με τη γενιά των συνθετών μου. Έδωσα και το πήρα πίσω. Θα ήταν και λίγο άδικο να περιμένει από μένα κανείς το καινούργιο. Δεν είμαι αθώα πια, ούτε έχω το θράσος της νιότης να μπω μέσα σε όλο αυτό, το οποίο μου αρέσει να το γνωρίζω, μαζί με τον άνθρωπο τον νέο, που το γράφει, το παίζει και το τραγουδάει. Παλιές καραβάνες είμαστε, τα έχουμε ζήσει όλα και έχουμε την εμπειρία και τα δικά μας πρότυπα. Καμιά φορά μού φέρνει ο γιος μου, που τα παράτησε κι αυτός με τη μουσική, ν’ ακούσω κάποιο καινούργιο τραγούδι και του λέω «μη με παρεξηγείς, αλλά είναι άλλα τα φίλτρα τα δικά μου και αλλιώς θα ακούσω έναν νέο τραγουδιστή». Καταλάβατε; Αν εγώ έχω, ας πούμε, πρότυπο τον τάδε, δεν μπορώ ν’ ακούσω ένα νέο κορίτσι επειδή κάνει τρία βογγητά στη φωνή της και αυτό θεωρείται ερμηνεία! Για μένα, είναι άλλη η ερμηνεία. Οπότε, είναι σαν να λέω «μη ζητάς τη δική μου γνώμη, άσε με εκεί που είμαι».

Η Χάρις Αλεξίου στην αγκαλιά του Αχιλλέα Θεοφίλου
Πώς, λοιπόν, θα έπρεπε να είναι μια νεότερη ερμηνεία για να συγκινήσει την Αλεξίου;

Κατ’ αρχάς να πω ότι υπάρχουν καλοί νέοι τραγουδιστές, και κορίτσια και αγόρια. Εμένα με ενδιαφέρει ένας τραγουδιστής να κουβαλάει κάτι. Έναν κόσμο που μπορεί να τον έχει ζήσει ερήμην συνείδησης, αλλά να έχει να πει κάτι, διότι η φωνή μεταφέρει έναν κόσμο κάθε φορά. Στο λαϊκό μας τραγούδι, ευτυχώς, υπάρχει αυτό και πάντα θα υπάρχει.

Ίσως γιατί το λαϊκό τραγούδι ακούγεται μέσα στις οικογενειακές εστίες.

Ναι, ισχύει. Και πιστεύω ότι όπου μπήκε πολύ το μυαλό, όπως στο έντεχνο, έχουμε πολλές τρύπες. Παράγινε εγκεφαλικό το τραγούδι και μεταφορικός ο λόγος.

Να φαίνεται βαρύγδουπο το απλό, εννοείτε;

Δεν περνάει πια το βαρύγδουπο, και πριν από μία εικοσαετία και βάλε έγιναν και σπουδαία πράγματα. Αυτοί που είπαν ότι η Νικολακοπούλου είχε κάτι δυσνόητο στον λόγο της κατάλαβαν γρήγορα ότι η γυναίκα έκανε σχολή! Και μάλιστα χωρίς να έχει «πατήσει» σε κανέναν.

Ναι, αλλά μετά πήξαμε στα υδροκέφαλα της Νικολακοπούλου, μιλώντας πάντα για το έντεχνο.

Ανέκαθεν συνέβαινε αυτό. Εσείς είστε πολύ νέος, δεν ζήσατε την εποχή του πολιτικού τραγουδιού μετά τον Μίκη Θεοδωράκη, όπου πολλά παιδιά προσπάθησαν να γίνουν Θεοδωράκηδες. Κάθε σχολή θα βγάλει τους μαθητές της και δεν μπορούν να είναι όλοι άριστοι, δεν γίνεται.

Στον αντίποδα αυτού που είπατε πριν για το λαϊκό τραγούδι, θεωρώ ότι πολλά από τα νέα παιδιά που υπηρετούν την ποπ-ροκ μουσική σήμερα είναι σχεδόν αδύνατο να έχουν την ίδια απήχηση.

Πιστεύω ότι έχουμε περάσει στη φάση της σωματικής μουσικής. Κι εμείς χορεύαμε παλιά, κι εγώ χόρευα, αφού το τραγούδι μας είχε, εκτός από έντονη μελωδία, και έντονο ρυθμό. Εγώ είμαι και λάτρης της R&B μουσικής, γιατί έχω πάθος με τον ρυθμό. Σήμερα, όμως, τα τραγούδια δεν γίνονται ξεκινώντας από τη μελωδία και τον ρυθμό, αλλά, σύμφωνα μ’ αυτό που λένε οι κατασκευαστές τους, από την παραγωγή. «Πάμε να κάνουμε μια παραγωγή» λένε! Στήνει ένας ταλαντούχος κομπιουτεράς έναν ρυθμό, βρίσκει δυο-τρεις ήχους ενδιαφέροντες και πάνω σ’ αυτό το μπιτ μετά ασχολούνται με τον ρυθμό και τη μελωδία του. Μπορεί να γεννηθεί ένα καταπληκτικό τραγούδι, μπορεί όμως και να γεννηθεί ένα χαζό τραγουδάκι. Δεν έχουμε πολλά τέτοια παραδείγματα, αλλά μην ξεχνάτε πως ζούμε σε μια εποχή που το τραγούδι πάει όλο και προς τα κάτω.

Στο έντεχνο δεν προσπάθησαν πολλοί να αναβιώσουν ανεπιτυχώς ένα χατζιδακικό κλίμα;

Ήταν πολύ βαρετά όλα αυτά. Κι εκεί που είχαμε βαρεθεί, σκάει ένας Σωκράτης Μάλαμας! Αυτόφωτος καλλιτέχνης, αυτός «έφυγε»! Πολλοί άλλοι, όχι όλοι φυσικά, προσπάθησαν ανεπιτυχώς να γίνουν Χατζιδάκιδες, σαν εντύπωση περισσότερο.


Η Χάρις Αλεξίου με τον Μάνο Χατζιδάκι το 1987 όταν έγραφαν το δίσκο «Η Χάρις Αλεξίου σε απρόβλεπτα τραγούδια» με την επιμέλεια του Χατζιδάκι
Εσείς, πάλι, νωρίς-νωρίς είχατε πει σε δίσκο 45 στροφών δύο τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι.

Σε δεύτερη εκτέλεση, μετά τη Δήμητρα Γαλάνη, είχα πει το «Ήλιε μου - ήλιε μου, βασιλιά μου» («Χασάπικο 40») και το «Αγάπη μέσα στην καρδιά». Ήταν κόλπο των εταιρειών αυτό: Μάζευαν τις επιτυχίες της χρονιάς, τις έδιναν σε νέους τραγουδιστές που δεν είχαν ακόμη δισκογραφία και μετά κυκλοφορούσαν τους λεγόμενους τουριστικούς δίσκους.

Με τον Χατζιδάκι κάνατε κι έναν υπέροχο δίσκο, τα «Απρόβλεπτα Τραγούδια», αλλά είχατε και συγκρούσεις με τα σωματειακά. Δεν είπατε ποτέ τραγούδι του σε α΄ εκτέλεση.

Ο Χατζιδάκις είχε τους δικούς του τραγουδιστές, τα δικά του παιδιά. Είχε κάνει όμως κάτι άλλο: Εγώ ήδη είχα γίνει γνωστή τη δεκαετία του 1970, τότε που εκείνος δούλευε δισκογραφικά με τη Γαλάνη και τον Μητσιά. Ήξερα ότι με εκτιμούσε ως τραγουδίστρια. Με φώναξε, λοιπόν, κάποια στιγμή για να διαλέξω δέκα τραγούδια δικά του και δέκα του Μίκη, να μπω στο στούντιο να τα γράψω, για να τα παίζει από το Τρίτο Πρόγραμμα. Έτρεξα, το έκανα, αλλά δεν πρόλαβαν να γραφτούν όλα τα κομμάτια με ένα deadline, θυμάμαι, στα τέλη Μαρτίου. Το πάγωσε, λοιπόν, ο Χατζιδάκις και τα έπαιξε δύο μήνες μετά, στις 21 Μαΐου. Όταν ρώτησα «γιατί αυτή η ημερομηνία;», μου απάντησαν «για κάποιο πολύ υψηλό πρόσωπο». Τελικά, αυτό ήταν το δώρο του Χατζιδάκι στον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ο Καραμανλής με θαύμαζε κι έτσι ο Χατζιδάκις, που είχε στενή σχέση μαζί του, ήθελε να του κάνει δώρο τα ωραιότερα δικά του τραγούδια και του Θεοδωράκη με τη φωνή μου. Κάπου πρέπει να τις έχω αυτές τις ηχογραφήσεις…

Φαντάζομαι τι αρχείο θα έχετε, έτσι;

Τώρα πια όχι. Βαρέθηκα. Από ένα σημείο και μετά, το είδα ουτοπικό όλο αυτό. Ξεκινήσαμε, δηλαδή, να κόβουμε τα αποκόμματα και να τα βάζουμε σε ντοσιέ απ’ τις μαμάδες μας. Μετά ήρθαν τα ηλεκτρονικά μέσα, όπου σκανάραμε τα αποκόμματα για να μη χαθούν κ.λπ. Τώρα με τα social media πατάς ένα κουμπί και βρίσκεις ό,τι θες. Τι νόημα έχει να φυλάω και να ξαναβλέπω μια συνέντευξη που είχα δώσει πριν από 30 χρόνια;

Για σας μπορεί να μην έχει, έχει όμως για μένα.

Το καταλαβαίνω. Κάποτε, τη δεκαετία του ’70 ή του ’80, είχε αξία να δώσεις μια συνέντευξη στα «Νέα», στον «Ταχυδρόμο» ή στη «Γυναίκα», στην Όλγα Μπακομάρου. Ήταν σημαντικό, ήθελες να το κρατήσεις αυτό. Μετά, η επικοινωνία έγινε αυτοδιαχειριζόμενη κατάσταση, δηλαδή μπορείς μόνος σου σήμερα να ανεβάσεις μια συνέντευξή σου (γέλια). Δεν προλαβαίνεις πια να κρατήσεις την είδηση, οι ταχύτητες είναι μεγάλες.

Η Χάρις Αλεξίου και ο Μάνος Χατζιδάκις στις παραστάσεις του «Σείριου» στο «ΖΟΟΜ» της Πλάκας (σαιζόν 1987 - 88)
Στο διαβόητο δημοψήφισμα ΝΑΙ - ΟΧΙ, εσείς υποστηρίξατε σθεναρά το ΟΧΙ από την ιστοσελίδα σας. Από την ώρα που το αποφασίσατε μέχρι τη στιγμή που «πατήσατε» τη δημοσίευση, είχατε επίγνωση της ευθύνης σας ως δημόσιου προσώπου;

Είναι πολλές φορές που θέλω να πάρω θέση στα πράγματα, αλλά δεν είμαι συνεπής, γιατί όλο αυτό θέλει και μια συνέχεια. Εκεί μπαίνει το μυαλό και λέει «έχεις δικαίωμα να επηρεάσεις την κρίση του άλλου επειδή είσαι δημόσιο πρόσωπο;». Δεν παύεις όμως να είσαι και πολίτης αυτής της χώρας. Μετά απ’ αυτό το ΟΧΙ, σκέφτηκα ότι έπρεπε να ξαναβγώ και να πω «τι έγινε τελικά το ΟΧΙ;».

Το κάνατε;

Δεν το ’κανα, δεν το ’κανα…

Το λέτε σαν να έχετε τύψεις.

Ξέρετε τι δεν μου αρέσει; Να φαίνεται ότι δημαγωγεί κάποιος. Βγαίνει κάποιος και κάνει ένα αρνητικό, ένα κακό σχόλιο, και τρέχουν όλοι από πίσω του. Χάνεται το μέτρο. Είναι σαν να περιμένουμε κάποιον να φτύσει και μετά τρέχουμε όλοι και φτύνουμε. Θέλω ο κάθε άνθρωπος να έχει τη δική του θέση και στάση απέναντι στα πράγματα και, όσο μπορεί κανείς, να τα ’χει καλά με τη συνείδησή του και τα «πιστεύω» του. Να το πω αλλιώς, κάνει κάποιος ένα λάθος, τον βαράνε όλοι. Λέει κάποιος ένα σωστό, τον θεοποιούνε!

Γνωστός από αρχαιοτάτων χρόνων, θα λέγαμε, ο κανιβαλισμός των social media.

Γι’ αυτό δεν διαβάζω ποτέ σχόλια. Για να μην εκνευρίζομαι και θυμώνω. Δεν μου αρέσει να είμαι μέρος ενός λαού που δεν σκέφτεται. Δεν ταιριάζει ούτε στην αισθητική μου ούτε στο ήθος μου. Θα σας πω κάτι άλλο τώρα: Εγώ ήμουν από αυτούς που ψήφισαν την υποψηφιότητα της Λέσβου για το Νόμπελ Ειρήνης. Και την ίδια στιγμή ενημερώθηκα γι’ αυτούς τους εμπόρους του νησιού που παίρνουν τα λεφτά των προσφύγων. Εκεί δηλαδή που λέμε να βοηθήσουμε τα νησιά μας να ξαναέχουν τουρισμό και οι γιαγιάδες ανοίγουν τα σπίτια και ταΐζουν τα μωρά των προσφύγων, έρχεται ο άλλος ο κάφρος και πάει να εκμεταλλευτεί όλη αυτή την προσπάθεια που γίνεται. Εκεί τι κάνεις; Τι λες; Ποιον θα βαρέσω τώρα, ας πούμε; Το κράτος που δεν μεριμνεί σωστά ή τον κυρ-γείτονα που δεν πάει να αρπάξει τον απατεώνα δίπλα του και να τον απομακρύνει; Μας έχουν φτάσει σε ένα σημείο να μην ξέρουμε από πού να το πιάσουμε το πράγμα… Πάω στη Σμύρνη που με καλεί ο Πατριάρχης και η ελληνική κοινότητα και βγαίνω στην προκυμαία, όπου βλέπω να πουλάνε τις βάρκες και τα σωσίβια για να διώξουν τον κόσμο απέναντι. Φτάνει, αν φτάσει, απέναντι ο πρόσφυγας και πέφτει πάνω σ’ έναν παλιάνθρωπο που πάει να τον εκμεταλλευτεί! Τι είναι τελικά αυτή η συνείδηση; Δεν μπορώ να περιμένω πάντα μόνο από αυτούς που διαχειρίζονται τη χώρα.

Πιστεύετε ότι εμπεριέχουμε τον ρατσισμό ως λαός;

Εγώ πιστεύω πολύ σ’ αυτή την παροιμία που λέει «φύγε, διάολε, απ’ την πόρτα μου και πήγαινε στου γείτονα». Είμαστε η χώρα που έχει τους περισσότερους νόμους απ’ οποιαδήποτε άλλη στον κόσμο, αλλά είμαστε και οι πρώτοι που δεν τους τηρούν τους νόμους αυτούς. Σίγουρα θέλουμε να μην είναι δικό μας το πρόβλημα και να μη μας ακουμπά, αλλά όταν ιστορικά συμβαίνει κάτι, δεν μπορείς να κάνεις ότι δεν υπάρχει.

Ο ελληνικός λαός είναι κι ένας μόνιμα εξαπατημένος λαός;

Δεν μας είπε κανείς τι θα μας συμβεί, τι θα πάθουμε άμα μπούμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μπήκαμε, χαρήκαμε, γίναμε Ευρωπαίοι, καμαρώσαμε γιατί βγαίναμε έξω χωρίς συνάλλαγμα. Κανείς δεν μας είπε ότι θα καταστραφούμε κιόλας άμα μπούμε. Αντίθετα, τα καταστροφολογικά σενάρια αρχίζουν με το που ακούς για έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Μια κρίση ταυτότητας την περάσαμε και την περνάμε ακόμη, η αλήθεια είναι.

Ακριβώς αυτό! Από τη μια λέμε ότι είμαστε η χώρα που γέννησε τον πολιτισμό, τη δημοκρατία κ.λπ. και από την άλλη έχουμε κόμπλεξ κατωτερότητας απέναντι στη Δύση. Το έχουν όλοι οι Ανατολίτες αυτό. Και οι Τούρκοι μάς βλέπουν εμάς σαν Εγγλέζους, Έλληνες θέλουν να είναι. Ζηλεύουν τη δυτική αύρα μας, τρομάρα μας, ενώ οι φτωχοί άνθρωποι είναι παντού φτωχοί, όπως παντού είναι οι μίζεροι, οι απολίτιστοι και οι πολιτισμένοι. Πέραν αυτών, κάθε λαός έχει τα χαρακτηριστικά του.

Ζούμε μια σχιζοφρενική πραγματικότητα.

Μια πραγματικότητα που είναι έξω από την πραγματικότητα! Το μόνο που μας επιτρέπουν να ξέρουμε είναι αυτές οι ιστορίες εκ των υστέρων για το τι έγινε τότε, πώς η CIA έκανε αυτό, πώς πήγαν να καταστρέψουν μια χώρα για να της δανείσουν ή να της πάρουν τα προϊόντα. Κανείς δεν σου λέει πώς θα σωθείς ή πώς θα βγεις απ’ όλο αυτό. Δεν ξέρω και δεν μπορώ να ξέρω εγώ. Και πόσοι ξέρουν κι από αυτούς που διοικούν; Νομίζω ότι ζούμε κάτι σαν αυτό που ζήσανε οι γονείς μας και δεν το προλάβαμε. Μια Κατοχή.

Χωρίς νεκρούς σε κάρα στον δρόμο, αλλά με αυτόχειρες πια.

(σκέφτεται πολύ) Ναι, έτσι είναι… Πρέπει να σας πω ότι τώρα βλέπω περισσότερα δελτία ειδήσεων απ’ ό,τι παλιότερα. Εδώ και έναν χρόνο, με το νέο στάτους διακυβέρνησης της χώρας, μπήκαμε πολύ πιο βαθιά στην ενημέρωση. Μας βάλανε στο τριπ να βλέπουμε τι γίνεται στις Βρυξέλλες, τι έκανε ο Τσίπρας μέχρι το πρωί, τι κασκόλ φόρεσε ο Βαρουφάκης και αν πήγε ή δεν πήγε – μια υπερπληροφόρηση που δεν μας «πήγε» και πουθενά. Όχι ότι πάθαμε μεγαλύτερο κακό, αλλά όταν σε πληροφορούν και όλο σε πληροφορούν και ξανά σε πληροφορούν, χωρίς να βγαίνει μια άκρη, εκεί είναι που τρελαίνεσαι. Η μεγαλύτερη απογοήτευση είναι αυτή!

Ας πάμε πάλι, καλύτερα, στα καλλιτεχνικά. Ποια είναι η σχέση σας με το κοινό, κ. Αλεξίου;

Συγγενική.

Είναι αδηφάγο το κοινό;

Πολύ. Μπορεί εσύ να έχεις δώσει τον καλύτερο εαυτό σου, να κατεβαίνεις από τη σκηνή και να λες «τα ’δωσα όλα, δεν έχει μείνει άντερο μέσα μου» και να έρχεται ο άλλος να σου λέει «έχω παράπονο που δεν είπατε το τάδε τραγούδι».

Κι εκεί τι κάνεις;

Ε, τον χτυπάς φιλικά στην πλάτη… Τι άλλο να κάνεις; (χαμογελάει) Εντάξει, όμως, είναι τόσο πολλοί και διαφορετικοί άνθρωποι που μπορεί να έχουν ταυτίσει κομμάτι της ζωής τους με ένα τραγούδι από τα τόσα που έχω πει.

Στο «Χειρόγραφο» υπάρχει ένας συγκλονιστικός μονόλογος όπου αυτοαποκαλείστε «βασίλισσα» και «θεά». Έχετε φτάσει σε σημείο να το πιστεύετε στ’ αλήθεια;

Έχω νιώσει μεγάλη ευχαρίστηση από τη δουλειά μου, αλλά όχι βασίλισσα. Υπάρχει πάντα, όμως, μια φωνούλα μες στο κεφάλι σου που μετά από μια συναυλία μπορεί να σου πει «τι έγινε τώρα; Μήπως είσαι βασίλισσα, θεά;». Ειδικά το «θεά» μού το φωνάζουν συνέχεια: «Είσαι θεά, θεά…».

Καλά, είναι και της μοδός ο χαρακτηρισμός, όλες «θεές» έχουν γίνει.

Πώς το λέει ο Μουρατίδης; Θεά ο μουσακάς (γέλια). Γι’ αυτό κι εγώ αυτοσαρκάζομαι μέσα στο έργο και λέω «τώρα εσύ, που ’σαι θεά και βασίλισσα, δεν έχεις ανάγκη απ’ όλα αυτά».

Αυτοσαρκάζεστε και εκτός σκηνής; Δεν σας το είχα…

Τον κανιβαλισμό απέναντι στον εαυτό μου τον έχω ψωμοτύρι. Οι φίλοι που έρχονται στην παράσταση και που με ξέρουν μου λένε μετά «περιμέναμε κι άλλα». Η Δήμητρα η Γαλάνη μου είπε «πού είναι τα άλλα, να δείξεις στον κόσμο, που δεν σε ξέρει έτσι;».

Χάρις Αλεξίου - Δήμητρα Γαλάνη: Φωτογράφηση για τον κοινό δίσκο τους, «Τα τραγούδια της χθεσινής μέρας» (1981)
Σας αγαπάει πολύ η Γαλάνη, το ξέρετε, φαντάζομαι.

Της είχα διαβάσει κομμάτια από την παράσταση της Δήμητρας και γι’ αυτό μετά μου έλεγε «πού είναι εκείνο, πού πήγε το άλλο;». Γελάει πάρα πολύ μαζί μου, με λέει «κανίβαλο» και περνάμε πολύ ωραία. Χωρίς να θεωρώ απαραίτητο τον αυτοσαρκασμό, δεν τους μπορώ τους ανθρώπους που δεν αυτοσαρκάζονται. Την ίδια στιγμή που είμαι στα πολύ κάτω μου, μπορεί να «ανέβω» με το χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό.

Το χιούμορ βοηθάει στην αποστασιοποίηση, τόσο από τα πράγματα όσο και από το άλγος της ζωής.

Ναι, όμως πρόβλημα δείχνει το να είσαι και όλη μέρα μέσα στα καλαμπούρια. Γνωστό τοις πάσι ότι οι μεγαλύτεροι Έλληνες κωμικοί υπήρξαν βαθύτατα μελαγχολικά άτομα. Εμένα μου έτυχε να γνωρίσω τον Μίμη Φωτόπουλο. Ποιητής! Και πολυπράγμων καλλιτέχνης! Καθόλου δεν ήταν αυτό που βλέπαμε στις ταινίες. Ένας κωμικός κάθε άλλο παρά φαιδρός άνθρωπος είναι.

Κάποιοι χαρακτηρίζουν υπερβολική, έως και στα όρια του ελαττώματος, τη μελαγχολία κυρίως στα δικά σας τραγούδια. Θα το έχετε ακούσει, έτσι δεν είναι;

Εγώ πιστεύω ότι αυτά που μας μελαγχολούν μας συνδέουν και περισσότερο. Έλεγα, όταν ήταν να βγουν τα τραγούδια μου, «τι ενδιαφέρει τώρα τους άλλους η δική μου μελαγχολία;». Το έχω πει κι εγώ αυτό, το «τι μας νοιάζουν τώρα τα προσωπικά σου;». Αυτά τα τραγούδια μου όμως αγαπήθηκαν πολύ, άρα συνειδητοποίησα πως μέσα από το προσωπικό γίνεται η ένωση με τον άλλο, με το συλλογικό. Το ίδιο γίνεται και με τη διαφορετικότητα. Με έναν διαφορετικό από σένα νιώθεις την ανάγκη να επικοινωνήσεις. Με έναν ίδιο μ’ εσένα, πάλι, δεν χρειάζεται να επικοινωνείς.

Ακούστε τώρα μια μικρή ιστορία: Είμαι μέσα σε ταξί. Από τον «Μελωδία» στο ραδιόφωνο ακούγεται το τραγούδι σας «Οι φίλοι μου χαράματα», αυτό που λέει «γιατί δεν τους αντέχω / ζευγαρωμένους κι εγώ να μην έχω…». Σε μια φάση ο ταξιτζής, απευθυνόμενος στο ραδιόφωνο, πετάει ένα οργισμένο «ρε, δεν πάτε στον διάολο;». Επειδή με ενδιέφερε κοινωνιολογικά, τον ρωτάω: «Με συγχωρείτε, ποιος να πάει στον διάολο, η Αλεξίου ή ο παραγωγός;». «Και οι δύο» μου απαντάει! Μετά άρχισε το παραλήρημα: «Φίλε, είμαι απ’ τις 6 το πρωί στο τιμόνι κι έχει πάει μεσημέρι με καύσωνα, έχω φάει όλη την κίνηση, μόλις χώρισα, κι αν έβρισκα τη γυναίκα μου στο σπίτι θα την πλάκωνα στα χαστούκια! Μα τραγούδια είν’ αυτά που μας βάζουν; Δεν τους κόβει;». Τι θα λέγατε εσείς στον ταξιτζή αυτόν;

(γέλια) Γιατί, όλοι δεν το ’χουμε πει αυτό; Κι εγώ η ίδια δεν έχω ανοίξει το ραδιόφωνο κι έχω πει «άσε μας κάτω, μας έπρηξες με τη μίρλα σου»; Ακόμη και στον εαυτό μου το ’χω πει αυτό, «άσε μας ήσυχους, κοπέλα μου, να πούμε». Ήταν απόλυτα φυσιολογική η αντίδραση του ανθρώπου, όταν έχει φάει όλη του τη μέρα στο τιμόνι και ακούει και κάποια να κλαίει. Του ήρθε και του παραγωγού –ποιος ξέρει τώρα…– να το παίξει μέρα μεσημέρι το τραγούδι. Υπάρχουν οι ζώνες. Το πρωί, π.χ., δεν βάζουν μελαγχολικά τραγούδια.

Το συγκεκριμένο τραγούδι για ποια ώρα είναι δηλαδή;

Για την κακιά ώρα (έχουμε σκάσει στα γέλια). 


Το ότι εσείς απευθυνθήκατε στον Γιώργο Νανούρη για το «Χειρόγραφο» είναι ήδη γνωστό. Ποιο ήταν το αρχικό concept που είχατε κατά νου;

Ήθελα να είναι μια ιστορία, κάτι γραμμένο, που να υπάρχει ενδιάμεσα στα τραγούδια. Ήθελα να το κάνει ένας νέος άνθρωπος αυτό, να μην είναι της δικής μου γενιάς. Το είπα στον Νανούρη χωρίς να ξέρω ακριβώς τι θέλω να κάνω. Ο Γιώργος έχει κάτι δικό μου από βαθειά, συναισθηματικό αλλά χωρίς " συναισθηματισμούς". Έχει μέτρο, αισθητική και το ζύγισμα της ροής και της καμπυλότητας της παράστασης.Επίσης δεν υποτάσεται σε ευκολίες και δουλεύει σαν δαίμονας. Κάτι άλλο επίσης που θαύμασα σ' αυτόν είναι πως δεν "ζαλίζεται" από τον πρωταγωνιστή, πολύ χρήσιμο αυτό για μένα. Μου πρότεινε να γράψω εγώ όλα τα κείμενα. Με συγκίνησε κι αυτό μου άρεσε, παρόλο που λίγο μετά με έπιασε και μου είπε «δεν ξέρω αν μπορώ να ανταποκριθώ σ’ αυτό που μου ζητάς, φοβάμαι μήπως δεν καταφέρω να ευχαριστηθείς το παραμύθι αυτό που θέλεις να ζήσεις.». Αυτό που τον ένοιαζε ήταν να καταφέρει να είμαι εγώ ευχαριστημένη. Έγραφα, έγραφα και μετά κάτσαμε μαζί και επιλέξαμε τα τελικά κείμενα.

Πώς ήταν η Χάρις Αλεξίου στις θεατρικές πρόβες πια;

Εδώ που καθόμαστε γίνονταν οι πρόβες. Το καλό ήταν που δεν κάναμε μεμονωμένα τα κομμάτια, αλλά το «πηγαίναμε» ολόκληρη ροή. Δουλέψαμε πάρα πολλές ώρες! Με βοήθησε πολύ ο Γιώργος στη θεατρική απόδοση των κειμένων και δεν με άφηνε να δουλέψω καθόλου μόνη μου. Δεν ήθελε να μάθω σε έναν τρόπο απόδοσης, που μετά θα έπρεπε να τον αλλάξω.

Σε αντίθεση με τη μελαγχολία, που μας απασχόλησε πριν, νομίζω πως αν είχατε γίνει ηθοποιός και όχι τραγουδίστρια, θα ήσασταν μεγάλη κωμίκα.

Ναι, κι εγώ νομίζω πως αν ποτέ γινόμουν ηθοποιός, κωμική θα ήθελα να ήμουν.

Μπόσκο - Χάρις Αλεξίου - Μαρία Αποστόλου στη βιβλιοπαρουσίαση της Έλενας Ακρίτα στον Ιανό (Ιούνιος 2019)
Αν σας προτείνει ένας σκηνοθέτης να κάνετε και κάτι άλλο εκτός από το «Χειρόγραφο», θα ενδώσετε;

Ψωνάρα δηλαδή…

Γιατί ψωνάρα;

Δεν ξέρω. Ειλικρινά. Δεν είστε ο πρώτος που μου το λέει. Αν ήταν κάτι που θα το ευχαριστιόμουν το ίδιο μ’ αυτό…

Πόσο σας απασχολεί το θέμα της βιολογικής φθοράς;

(κουνάει το κεφάλι με νόημα) Αααχ… με βλέπω σε μια παλιά έγχρωμη ταινία που τραγουδώ ένα τραγούδι του Βοσκόπουλου και λέω «κοριτσάκι μου, τι όμορφη που είσαι!». Όχι ότι δεν νοσταλγώ, αλλά με ενδιέφερε πάντα το παρόν, το τώρα. Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου σε απόσυρση, ότι δεν θα μπορώ να κάνω πράγματα. Δεν μπορώ να σκέφτομαι τον χρόνο μου να μην έχει ενδιαφέρον. Αυτό δεν θέλω να χάσω: να γεμίζω τη μέρα μου όπως τη γεμίζω τώρα. Με ενδιαφέρον. Γουστάρω, δηλαδή, που δεν μου φτάνει ο χρόνος, δεν μου φτάνει η μέρα.

Επειδή είστε ορίτζιναλ καλλιτέχνις, γι’ αυτό νιώθετε έτσι. Και όταν επέρχεται η αδράνεια από το γήρας, πώς το αντιμετωπίζει ένας καλλιτέχνης του διαμετρήματός σας;

Δεν ξέρω… Κοίταξε, αν είσαι άνθρωπος της δουλειάς, το παλεύεις. Δουλεύω κι εγώ πάρα πολύ. Ακόμη και με τον οργανισμό για τα συγγενικά δικαιώματα των συναδέλφων μου, όπου είμαι στο διοικητικό συμβούλιο, το βλέπω σαν μια μεγάλη απασχόληση. Τι να πω… Θα ήθελα να είναι λίγο πιο μεγάλη η μέρα!

Πώς θα θέλατε να σας βρει ο θάνατος;

(σκέφτεται πολύ) Θα ήθελα να μην το ξέρω. Και επειδή έχω διαβάσει πολλά βιβλία μεταφυσικής, μου αρέσει πάρα πολύ να ξέρω το ότι ο θάνατος είναι απλώς μια μετάβαση. Θα ήθελα να γνωρίζω αν υπήρξα κι αλλού κάποτε. Ο θάνατος, ωστόσο, έχει μια πραγματικότητα, μια αλήθεια. Την αλήθεια του κόσμου που συνεχίζει κανονικά την πορεία του. Ο ήλιος ξαναβγαίνει και μετά τον θάνατό μας, το μόνο σίγουρο είναι αυτό.

Δεν είναι μηδενιστικό να λέμε ότι πεθαίνουμε και απλά παύουμε να υπάρχουμε;

Μα ο θάνατος αυτό είναι. Τέλος! Τι είναι; Η υστεροφημία σου ή το έργο σου που θα μείνει; ΟΚ… Σημασία έχει, όσο ζεις, να ευχαριστιέσαι από την ίδια την ύπαρξή σου. Και η ύπαρξή μας είναι ταυτισμένη με τις ανθρώπινες σχέσεις. Μ’ αυτό δεν παλεύουμε μια ζωή, με τις γαμημένες σχέσεις; Δεν μας αρέσει να μένουμε μόνοι μας. Μόνο με το μοίρασμα αξίζει η ζωή. Είμαι μόνη μου από επιλογή κι εγώ τώρα, δεν έχω σύντροφο, αλλά δεν νιώθω μοναξιά, γιατί είμαι άνθρωπος που ζει και μοιράζεται. Δεν είμαι απομονωμένος, μονόχνοτος άνθρωπος. Είναι πολύ εγωιστικό να θες να είσαι μόνος σου. Γιατί δηλαδή, τι έχουν οι άνθρωποι;

Κυρία Αλεξίου, είχα πάρει συνεντεύξεις απ’ όλους τους μεγάλους τραγουδιστές της γενιάς σας, εκτός από εσάς. Ήσασταν, έτσι, το απωθημένο μου. Ύστερα από δύο ώρες τόσο ζεστής κουβέντας, θα ήθελα να ξεχάσουμε το αναγνωστικό κοινό στο οποίο απευθυνόμαστε και να μου απαντήσετε στο εξής: Τι πιστεύετε ότι αποκόμισα εγώ, ως δημοσιογράφος, από εσάς;

Μια ερώτηση μου ’ρχεται μόνο κι εμένα: Χάρηκες που με γνώρισες; Τίποτε άλλο. Το ξαναλέω: Χάρηκες που με γνώρισες;

Μπόσκο - Χάρις Αλεξίου στη δισκοπαρουσίαση των Θάνου Μικρούτσικου - Μαριάννας Πολυχρονίδη «Στην ομίχλη των καιρών» (2017) 
* Η συνέντευξη με τη Χαρούλα Αλεξίου πραγματοποιήθηκε στο σπίτι της στη Φιλοθέη τον Μάρτιο του 2016 και δημοσιεύθηκε στο lifo.gr 

Κυριακή 5 Μαρτίου 2017

Ευστάθιος Δράκος: ''Στην Ελλάδα του σήμερα δε μπορείς να λες θα ψάξω μόνο το τι γίνεται μέσα μου και θ' αφήσω εκτός την κοινωνία''

Από τότε που θυμάσαι τον εαυτό σου ήθελες να είσαι μουσικός;
Όχι στο πλαίσιο του ''τι θες να γίνεις όταν μεγαλώσεις'', δεν το είχα κατά νου να κάνω κάτι τέτοιο, αλλά η μουσική υπήρχε από την αρχή. Σα δουλειά άρχισα να το σκέφτομαι όταν μεγάλωσα κι έπρεπε να συμπληρώσω μηχανογραφικά. Όχι επαγγελματικά ακριβώς, μα επειδή έγραφα και έπαιζα μουσική από μικρή ηλικία, θεωρούσα ότι θα τό'χω ως πάρεργο, ως ψυχανάλυση αν θες. 
Τα τραγούδια πάντα δίνουν την αφορμή για ψυχανάλυση;
Πάντα δεν ξέρω, αλλά σε μένα ναι! Ειδικά τώρα που γράφω στα ελληνικά...Η μουσική δεν ξέρω κατά πόσο είναι ψυχαναλυτική, η διαδικασία όμως του να γράψεις ελληνικά λόγια και να εκφραστείς με ελληνική σκέψη σε βάζει αυτόματα σε μια τέτοια διαδικασία!
Πρόλαβες και μία ερώτηση που θα σ'την έκανα αργότερα. Δεν ήξερα ότι γράφεις κι εσύ ελληνικό στίχο. 
Ούτε κι εγώ τό'ξερα, μετά μού βγήκε. Όταν ήμουν πολύ μικρός έγραφα στην προσπάθεια τού να καταλάβω πως μπορεί να συνδεθεί ένας στίχος με τη μουσική, επειδή μου άρεσε πολύ να γράφω σε ελληνικά μέτρα, 7/8, 5/8, 9/8. Έπρεπε να εξοικειωθώ με τις ελληνικές λέξεις που είναι πιο μεγάλες και σύνθετες, έχουν περίεργους τονισμούς και όλο αυτό γινόταν στο πλαίσιο ενός τεστ απ' τη μεριά μου. Πολλά απ' αυτά δεν μου άρεσαν, ήταν σε πειραματικό στάδιο. Πολύ μετά, όταν έγινε ο δίσκος με τη Γαλάνη και άρχισα να τραγουδάω στα ελληνικά, το επιχείρησα κανονικά πια.
Ο Ευστάθιος Δράκος με το τρίχορδο μπουζούκι του συχωρεμένου του πατέρα μου...
Μιλάμε για μια πρόσφατη διαδικασία, λοιπόν.
Ακριβώς. Τον τελευταίο χρόνο προσπαθώ να γράψω στα ελληνικά σε φάση που να μπορώ να αποτυπώνω δικά μου πράγματα.
Άρα ο στιχουργός Νίκος Μωραΐτης δεν μπήκε στο project λόγω της αδυναμίας σου να εκφραστείς ελληνικά.
Του Νίκου απ' ότι κατάλαβα τού άρεσε η αγγλόφωνη δουλειά με τους Minor Project και ξεκινήσαμε έτσι να γράφουμε μαζί χωρίς να το πολυαναλύσουμε. Ξέρεις, γιατί να γράφω εγώ εδώ, εκεί αυτός κλπ. Δεν ξέραμε καν ότι το project θα τραγουδιόταν από μένα ή από τη Γαλάνη. Όταν είδαμε ότι κάποια τραγούδια ''φώναζαν'' για γυναικεία φωνή ή για ντουέτα αντρικής με γυναικεία φωνή, προέκυψε η Δήμητρα. 
Είσαι από την Εύβοια, σπούδασες όμως στην Πάτρα.
Σπούδαζα και σπουδάζω ακόμα μηχανικός υπολογιστών. 
Φαντάζομαι την επαφή που θα απέκτησες με την εκεί αγγλόφωνη σκηνή.
Προφανώς δε γεννήθηκα κι εγώ για να γράφω αγγλόφωνα τραγούδια. Η περίοδος στην Πάτρα ήταν σημαντική με όλα αυτά τα συγκροτήματα και τις μπάντες πέραν των Raining Pleasure που ''έφυγαν'' απ' την Πάτρα κι απ' την Ελλάδα ίσως. Υπήρχαν πάρα πολλά συγκροτήματα που εκφράζονταν στα αγγλικά και με πολύ ιδιαίτερο ήχο.
Πες μου μερικά απ' αυτά.
Οι αγαπημένοι μου ήταν οι Flakes, όπως και οι An Orange End. Κι άλλα βέβαια συγκροτήματα, φοιτητικά της Πάτρας, που μετά διαλύθηκαν, όπως οι The Place Within που ήταν το πρώτο σχήμα του Logout και που εγώ δεν έχανα συναυλίες τους στο πανεπιστήμιο.
Κι έτσι βγήκαν κι οι Minor Project!
Ναι, με φοιτητές από την Πάτρα. Οι τρεις ήμασταν κι από την ίδια σχολή κιόλας. Ξεκινήσαμε με μια συμμετοχή σε ένα άλμπουμ με διασκευές σε ρεμπέτικα και ακολούθησε το ''In colors''. 
Πόσο καταλυτικό ρόλο έπαιξε στην όλη σκηνή η επιτυχία των Rianing Pleasure;
Μεγάλο. Ήμασταν φίλοι με τα παιδιά και από κοινές παρέες εκτός των στούντιο. Ο παραγωγός μας, ο Σάκης Μπάστας, ήταν ο μπασίστας των Raining Pleasure. 
Και τι απόμεινε απ' τη σκηνή αυτή συγκροτικά με έναν ''οργασμό'' αγγλόφωνων συγκροτημάτων το διάστημα 2008 - 2012;
Καλά πήγε αυτή η σκηνή, πράγματι, αλλά τώρα νομίζω ότι όλοι έχουμε την ανάγκη να εκφράσουμε τις σκέψεις μας και όχι μόνο την αισθητική μας. Σαν ακροατής βλέπω πόσο παίζονται ακόμα αυτές οι μπάντες, αλλά αυτό που επίσης βλέπω είναι ότι πολλοί άνθρωποι που έγραφαν σε αγγλικό στίχο, όπως ο Σαμόλης, ο Λόλεκ και η Nalyssa, πλέον έχουν τη θέληση να αποτυπώσουν το τι ακριβώς έχουν στο μυαλό τους. Αυτό το ένιωσα πολύ τελευταία, βλέποντας τη συναυλία της Nalyssa Green, η οποία έγραψε στίχους που χαιρόμουν να ακούω. 
Τώρα με τον ελληνικό στίχο θα διευρυνθεί το κοινό σου;
Δεν ξέρω να σου πω, τώρα θα ξεκινήσω να τραγουδάω στη γλώσσα μου. Είναι λίγο παράτολμο να μιλήσω για τραγούδια και την απήχηση τους, που μόλις έχω γράψει.
Μια πρώτη αίσθηση θα ήθελα να μου πεις.
Δεν τα έχω πολυτραγουδήσει τα κομμάτια αυτά, ούτε καν στις παρέες μου. Τα φτιάχνω μαζί με τον παραγωγό μου ακόμα. Ελπίζω σαν ακροατής πάντως το ίδιο και με τα δικά μου τραγούδια να συμβεί, όπως δηλαδή παρατηρώ εγώ ανθρώπους που γράφουν μουσικές με δικά τους λόγια. Με τα αγγλόφωνα δε νομίζω να ίσχυε αυτό, αφού συχνά αφήναμε εκτός λέξεις που έχαναν δύναμη με το να τις έλεγες στα αγγλικά. Λέξεις που συνδέονται με την παράδοση και ταιριάζουν όμορφα με τους ελληνικούς ρυθμούς.
Γιατί, ενώ υπάρχει ενθουσιασμός για το project, μου φαίνεσαι μονίμως ανόρεκτος; Έχω άδικο;
Όχι, η αλήθεια αυτή είναι. Δεν είμαι ακριβώς ανόρεκτος, όμως η ηδονή μου όλη εξαντλείται στο όταν γράφω. Σκέφτομαι πολύ το μετά, το τι κάνω, ξεπερνώντας τον ενθουσιασμό μου. Ίσως δείχνω και κουρασμένος, γιατί τώρα έχω την εξεταστική και πολλά πράγματα να μου τρώνε το κεφάλι. Όλοι κάνουμε πολλά πράγματα για να καλύψουμε βαθύτερες ανάγκες, πόσο μάλλον όταν υπάρχει και το άγχος του βιοπορισμού.
Αν σε ρωτούσα ποια είναι η δική σου βαθύτερη ανάγκη απ' τη μουσική;
Δεν τό'χω αναλύσει και τώρα καταλαβαίνω τις εμμονές που έχω με τη ζωή. Βλέπω ότι μου αρέσει πολύ να γράφω για έρωτες, κάτι που δεν μου έβγαινε με τον αγγλικό στίχο. Μιλάω επίσης για καταπίεση, για την ελευθερία που μας λείπει. Πως να το πω, μιλάω με τον ελληνικό στίχο, όπως θα μίλαγα με ένα φίλο. Αν έγραφα ένα γράμμα σήμερα, θα το έφτιαχνα τραγούδι και να σου πω την αλήθεια δεν έχω δοκιμάσει και κάτι άλλο. 
Πως αισθάνεσαι σαν μέλος της μουσικής βιομηχανίας;
Δεν ξέρω πως είναι, ούτε νιώθω ότι κάτι άλλαξε από τότε που δούλευα με τους Minor, πριν πέντε - έξι χρόνια. Απλά τότε δεν ξέραμε αν τα κομμάτια μας θα ακούγονταν πέραν του φιλικού μας κύκλου στην Πάτρα. Το μόνο που έχει αλλάξει είναι ότι πλέον αυτά που γράφω θα τα ακούσουν και περισσότεροι άνθρωποι, τίποτα άλλο. Δεν έχω επηρεαστεί στο πώς γράφω δηλαδή.
Θα φοβόσουν μήπως σε καταπιεί αυτή η μουσική βιομηχανία;
Όχι, γιατί η σχέση μου ενδυναμώθηκε μετά τη δουλειά με τη Δήμητρα και με τη ΜΙΝΟΣ. Ήταν το πιο ανθρώπινο πράγμα που μου συνέβη ποτέ, αφού η συνεργασία με τη Δήμητρα κύλησε άψογα, ενώ και όποιες δουλειές κλείνονται, συνεννοούμαι με την εταιρεία πρώτα. Δε βγήκα δηλαδή από μία κατάσταση για να μπω σε μιαν άλλη. Έτσι γίνεται και με τη ζωή μου, γι' αυτό και είμαι ήρεμος. Μου άρεσαν τα πριν δεδομένα και τα προσάρμοσα στα τωρινά.
Ποια είναι αυτά τα δεδομένα; Το νά'σαι ένα νέο παιδί με τους φίλους, τους έρωτες και τις βόλτες σου;
Αυτά όλα συν του ότι κάνουμε μουσική για να μας προκαλεί χαρά, προβληματισμό, διάθεση για χορό. Ίσως τώρα αλλάζουν τα διαδικαστικά πράγματα, να βγαίνεις από ένα μικρό κοινό, χωρίς αυτό να σου ορίζει τη ζωή σου.
Αν κι έχει γίνει καραμέλα η φράση ''επίγονοι του Χατζιδάκι'', εσύ έχεις δηλώσει πως δεν είχες ιδιαίτερη σχέση με τη μουσική του.
Είχα την κλασική σχέση του μέσου Έλληνα ακροατή. Δεν επηρεάστηκα σε μεγάλο βαθμό, αν και όντως πιάνω τον εαυτό μου να έχει αναφορές σ' αυτόν, όπως και στον Λοΐζο. Σε ελληνικά πράγματα που γράφω, νομίζω πως είμαι πολύ πιο κοντά στον Λοΐζο απ' ότι στον Χατζιδάκι.
Μεγάλωσες με Μάνο Λοΐζο;
Τον άκουγα περισσότερο και πολλά τραγούδια του τά'χω συνδέσει πολύ με την παιδική μου ηλικία. Μελωδίες από το σχολείο, ''Ο δρόμος'', το ''Ακορντεόν'', ''Η μέρα εκείνη δεν θ' αργήσει'' που το τραγουδάμε και μαζί με τη Δήμητρα. Η σταθερότητα των μελωδιών του μού άρεσε πάρα πολύ! 
Μεγάλωσες επίσης σε ένα σπίτι που δεν ακούγατε και Λοΐζο απ' το πρωί ως το βράδυ.
Δεν ήταν ότι καθόμασταν και το ψάχναμε πολύ και αργότερα που μπήκα σε σπίτια φίλων και είδα πολλά βινύλια, κατάλαβα τι άκουγαν με τις οικογένειες τους. Εμείς δεν το κάναμε πάρα πολύ αυτό και δεν το λέω σα γκρίνια τώρα...
Κάθε άλλο, αφού το δίσκο των Minor Project τον αφιέρωσες ''στο μπαμπά και τη μαμά''.
Οι δικοί μου χαίρονται πάρα πολύ με την πορεία μου. Με έχουν βοηθήσει πάρα πολύ ούτως ή άλλως, η μισή δουλειά είναι δική τους. Δεν προέρχομαι από καμιά μεγαλοαστική οικογένεια, το αντίθετο θα έλεγα, ήμασταν μια μέση οικογένεια της επαρχίας, όμως εγώ δε θα μπορούσα νά'χω βγάλει το ''In Colors'' χωρίς τη στήριξη των γονιών μου. Στην ουσία ήταν οι παραγωγοί του δίσκου κι εγώ μια ζωή ήξερα πως ότι τους ζητούσα, θα μου το έκαναν χωρίς πολλές - πολλές ερωτήσεις. Ήθελα να πάω καράτε, ξέρω γω, δέκα ετών βλαμμένο, και μου το έκαναν, ξέροντας ότι θα μου έδινε αυτό ένα συν στη ζωή μου. Πήγαινα ζωγραφική επίσης σε σχολή του Μυταρά στη Χαλκίδα, με στήριζαν πάντα. Έτσι, τους έπιασα και τους είπα ότι ήταν σημαντικό να γινόταν ένας δίσκος, αφού πίστευα πως θά'χει δυνατότητες εξέλιξης. Τους το χρωστάω πολύ όλο αυτό.
Έχεις αδέρφια;
Ναι, είμαστε τρίτεκνη οικογένεια.
Ποιος είναι ο πρώτος άνθρωπος που του παίζεις συνήθως τα τραγούδια σου;
Συγκατοικώ με μια καλή μου φίλη, επομένως όταν ακούει κάτι, λέει ''Α, το ξέρω αυτό, το τραγουδάς τόσες μέρες στο σπίτι'' (γέλια). Στους Minor, επίσης, στέλνω αμέσως ότι φτιάχνω, παρότι τώρα ένας είναι στην Πάτρα, ένας στο Λονδίνο κι ένας στην Αθήνα. Τους έρχεται ένα αρχείο σε email που λέει ''Ακούστε το''!
Τι ήταν αυτό που έκανε τη Γαλάνη ιδανική ερμηνεύτρια των τραγουδιών σου;
Η Γαλάνη, παρά το εκτόπισμα που έχει, είναι η μοναδική που μπορεί να τραγουδήσει μελωδίες με κλασικές γραμμές. Ένα στοιχείο της που μου αρέσει πολύ είναι το ότι όταν τραγουδάει κάποια κομμάτια, την ενδιαφέρει το πως υπάρχει ο λόγος μεσ' στο τραγούδι, να το ''μιλάει'' δηλαδή πριν το τραγουδήσει.
Χρειάστηκε να τη ''διδάξεις'' στο στούντιο ή αφέθηκες πάνω της;
Υπήρχε αλληλεπίδραση πάνω σ' αυτό, δεν έμαθε κάτι ο ένας τον άλλον. Είχαμε αφεθεί τόσο και οι δύο, ώστε όταν θέλαμε να προτείνουμε κάτι, εκείνη έλεγε πως ο κάθε δημιουργός ξέρει και πως να αποδοθούν τα τραγούδια του, στοιχείο που υπήρχε στα κομμάτια μου απ' τα demo. Η Δήμητρα ήταν και πολύ ανοιχτή, ναι μεν ήξερε καλά, αλλά ήθελε και τη δική μου αίσθηση από τα κοινά μας τραγούδια. 
Που εντάσσεις αισθητικά τον εαυτό σου;
Δε μπορώ να το κάνω, μια και είμαι στην αρχή μου. Γράφω τώρα και εντάξει, δεν έγινε και τίποτα επ' αυτού, επειδή βγήκε ο δίσκος με τη Γαλάνη και ένα κομμάτι, η ''Εκδρομή'', ακούστηκε πολύ και γρήγορα κιόλας. Δε μπορώ να με εντάξω κάπου, αν σκεφτείς ότι τον προηγούμενο χρόνο πειραματίστηκα με την ηλεκτρονική μουσική. Παλιότερα έκανα γαλλόφωνα κομμάτια, μετά πήγα στην ποπ και σε παλιά κλασικά ελληνικά πράγματα. Τώρα είναι η αρχή μου, παρόλο που έγραφα indie pop κομμάτια από παλιά. Ίσως με ενέταξαν στην indie pop σκηνή, λόγω Minor, αλλά δεν θα ήθελα να μείνω εκεί, αφού αυτό έδειχναν πάντα οι δραστηριότητες μου. 
Ωστόσο, ποιες είναι οι προτιμήσεις σου από το σύγχρονο ελληνικό τραγούδι;
Αγαπώ πολύ τον Σαββόπουλο και τη Δήμητρα σαν ερμηνεύτρια, όπως την έζησα από παιδί με τα τραγούδια της. Ακούω και παρακολουθώ πολύ και τη νέα σκηνή, την ελληνική αντεργκράουντ - αν μπορείς να την πεις αντεργκράουντ, γιατί πια έχει ''ανέβει'' και δεν το λέω για κακό. Με θυμάμαι στην Πάτρα να ακούω τους Modrec και τους Flakes, η Κατερίνα Duska είναι πολύ ενδιαφέρουσα καλλιτέχνιδα επίσης, η Σμαράγδα που τυχαίνει νά'ναι και φίλη μου και ματώνω όποτε ακούω τα κομμάτια της, πράγματα που τα ακούω και κολλάω. Με το ελληνικό έντεχνο - λαϊκό τραγούδι δεν έχω ιδιαίτερη σχέση, ότι ακούω από το ραδιόφωνο μόνο.
Σίγουρα θα σε έχεις ακούσει από το ραδιόφωνο. Πες μου την αντίδραση της πρώτης φοράς.
Ήταν λίγο αστεία η πρώτη φορά, αφού άκουσα τραγούδι από demo των Minor μια μέρα που έβαφα. Δε φαντάζομαι καν το λόγο μετάδοσης του συγκεκριμένου τραγουδιού. Σκάλωσα πολύ, αλλά δεν ασχολήθηκα μετά. Απλά χαίρομαι. Λογικό.
Μίλησε μου λίγο για τη Monika, αν υποτεθεί πως η επιτυχία της συμπαρέσυρε και άλλα αγγλόφωνα συγκροτήματα.
Δεν συμπαρέσυρε ακριβώς τα συγκροτήματα, παρέσυρε ανθρώπους που μέχρι τότε μπορεί να μην άκουγαν αγγλόφωνα. Άνθρωποι που άκουγαν mainstream ραδιόφωνα, μεγαλύτεροι ηλικιακά, έμαθαν τη Monika κι έτσι κάποιοι παραγωγοί είπαν ''Ας δώσουμε λίγο χώρο και στο αγγλόφωνο''. 
Δε θεωρείς ότι έγινε μια κατάχρηση της κριτικής και μιας υπερπροβολής των αγγλόφωνων καλλιτεχνών από τα μέσα, λες κι εδώ γίναμε ξαφνικά Λονδίνο και Νέα Υόρκη; Επιλέον έτσι, καλλιτέχνες που ''μιλούσαν'' ελληνικά πέρασαν σε ενός είδους αφάνεια παρά το ότι ήταν δημιουργικοί ακόμα...
Με την κριτική και με το τι προβάλλεται, δεν έχω ιδιαίτερη σχέση, αφού αυτά που άκουγα δεν ήταν για να μου τα πλασάρει κάποιος ''στο πιάτο''. OK, έμαθα και τέτοια, λόγω της υπερπροβολής, αλλά απ' την άλλη, άνθρωποι σαν τον Αλκίνοο ή τον Περίδη, αν μιλάς γι' αυτούς, δεν θα εντάσσονταν σε όλο αυτό. Μπορεί να μην ακούστηκαν πολύ οι τελευταίες δουλειές τους, όσο άλλα ποπ πράγματα, αλλά νομίζω πως η τέχνη θέλει το χρόνο της. Καλή η στιγμή, καλό το viral, αλλά το πέρασμα του χρόνου και το τι μένει είναι ο καταλληλότερος κριτής. Έχει σημασία να βλέπουμε την αξία κάποιων έργων κοιτώντας πίσω και υπό αυτή την έννοια δεν ασχολούμαι με το τι ''πήγε καλά'' το 2017 ή αν ακούστηκε πολύ το δικό μου τραγούδι - δεν ισχύει ότι θά'ναι και απαραιτήτως καλό τραγούδι. Η καλή δουλειά είναι η κλασική. Σε δέκα χρόνια από τώρα θα κοιτάξω κι εγώ στα τραγούδια του Αλκίνοου, της Monika ή τα δικά μου και θα δω πόσο όρισαν ηχητικά εκείνη την τάδε εποχή. Τώρα απλά ακούμε τι παίζουν δέκα σταθμοί και τι γράφουν δέκα κριτικοί. Αυτή είναι η δουλειά των κριτικών, να προτείνουν νέα πράγματα. Ο Αλκίνοος τώρα και ο Περίδης είναι αυτοί που είναι, έχουν τη δυναμική τους να παρουσιάζουν στο κοινό τους τα έργα τους και να συνεχίζουν να αγαπιούνται. Το ότι επίσης βγήκαν καλά πράγματα την περασμένη δεκαετία, καλό είναι κι αυτό. 
Προς τιμήν σου που τα λες έτσι. Θα σε χαρακτήριζες προσγειωμένο άνθρωπο;
Σε τέτοια θέματα είμαι. 
Σ'το αναγνωρίζουν οι δικοί σου άνθρωποι;
(σκέφτεται) Καλά, οι δικοί μου άνθρωποι μού αναγνωρίζουν και τα καλά και τα κακά.
Είναι σωστό ένας άνθρωπος να δέχεται έναν άλλον όπως είναι;
Ή να τον δέχεται ή να μην τον δέχεται. Δε μπορούμε να ταιριάζουμε όλοι με όλους και μένα ο φιλικός μου κύκλος είναι πέντε - δέκα άνθρωποι. Βάζω και τους κοντινούς μου συνεργάτες μέσα, αφού για μένα φιλία και συνεργασία είναι αλληλένδετα. Αυτοί θα μπορούσαν να με δεχτούν όπως είμαι. Απ' την άλλη, οι πιο δικοί μου άνθρωποι δεν έχουν σχέση με τον καλλιτεχνικό χώρο. 
Καλύτερα, γιατί γλιτώνεις και τους ανταγωνισμούς έτσι. Σχέσεις διαλύονται, γάμοι ολόκληροι, λόγω ανταγωνισμών.
Δεν τό'χα ποτέ αυτό, γιατί δεν είχα και απωθημένα. Ότι ήθελα να κάνω τό'κανα αμέσως χωρίς να με νοιάζει αν θα ''πάει'' ή το αντίθετο. Ακόμα και τώρα με νοιάζει να γίνει κάτι κι άπαξ και γίνει, κοιτάω μόνο μπροστά. 
Υπάρχουν κομμάτια σου που είναι προϊόντα εκρήξεων θυμού;
Βασικά δεν υπάρχει τραγούδι μου που να αποτυπώνει ένα συγκεκριμένο συναίσθημα. Ακόμα και η χαρμολύπη που γράφτηκε ότι υπάρχει στους Minor Project, υπάρχει σε όλα μου τα κομμάτια, όπως και σε όλα τα συμβάντα της ζωής μας. Τα κακά πράγματα σε στενοχωρούν, τα καλά σε χαροποιούν κι όλα αυτά μπλέκονται μεσ' στα τραγούδια. 
Θα δήλωνες πολιτικοποιημένος;
Όχι.
Καθόλου;
Καθόλου.
Το αποφεύγεις;
Δεν μου έχει προκληθεί η ανάγκη αυτή. Το να διαβάζω και να σκέφτομαι υπήρχε έτσι κι αλλιώς από παλιά. Με την πολιτική δεν έχω καμία σχέση.
Ένα ερωτικό μπορεί ενίοτε να ακουστεί και ως πολιτικό τραγούδι.
Εξαρταται τι εννοούμε πολιτικό. Όταν εκφράζομαι ελληνικά, σαφώς και με απασχολούν κοινωνικά ή ακτιβιστικά θέματα. Το πως θα αποτυπωθούν με στίχους είναι ένα στοίχημα που έβαλα με τον εαυτό μου, γιατί OK, καλοί είναι κι οι έρωτες, καλές κι οι εσωτερικές αναζητήσεις, αλλά πρέπει νά'χουν κάποια βάση. Στην Ελλάδα του σήμερα δε μπορείς να λες θα ψάξω μόνο το τι γίνεται μέσα μου και θ' αφήσω εκτός την κοινωνία, είναι λανθασμένος αυτός ο τρόπος προσέγγισης. 
Μιλάς σωστά, δεν αναφερόμουν σε κομματικό τραγούδι, αλίμονο!
Όχι, τότε, όντως, θά'θελα να συνδέσω την πηγή της καλλιτεχνικής μου δημιουργίας με το τι γίνεται γύρω μου.
Τι θα ήθελες να άλλαζε στην κοινωνία;
Φαντάζομαι ότι μιλάς γι' αυτό που μας επηρεάζει γύρω μας, το κοντινό μας. Όχι ότι το μακρινό δε μας επηρεάζει...
Ναι, δεν εννοώ να πούμε για τον Ντόναλντ Τραμπ!
Το κατάλαβα. Θα ήθελα όλοι να είμαστε πιο θετικοί σαν άνθρωποι, ότι δηλαδή έκανα εγώ με τον εαυτό μου τον ίδιο για να περνάω καλά, προσπαθώντας να βρω σε όλα, ακόμη και στα πιο στενόχωρα πράγματα, κάτι θετικό. Το internet μας έχει κάνει να εκφέρουμε ταχύτατα άποψη για όλα χωρίς να το σκεφτούμε πρώτα. Λείπει να είμαστε χαλαροί, να παίρνουμε την πληροφορία από γύρω μας, χωρίς να βγάζουμε γρήγορα και αβασάνιστα συμπεράσματα. Έτσι, με το να ξέρουμε πως ότι λέμε δεν είναι και το απόλυτο, γινόμαστε πιο ήρεμοι και αποφεύγουμε τις εκρήξεις θυμού, που έλεγες πριν.
Όντως, φταίει το internet γι' αυτό που περιγράφεις.
Εμείς φταίμε, κανείς άλλος!
Πώς, με το internet δόθηκε δημόσιο βήμα κυριολεκτικά στον κάθε πικραμένο.
Το βήμα υπάρχει και σε σένα και σε μένα. Το νά'χεις αυτοσυγκράτηση και να ξέρεις ότι είσαι ένας άνθρωπος μέσα στα επτά δισεκατομμύρια ολόκληρου του πλανήτη, είναι πολύ μεγάλο θέμα. Καλό είναι να εκφράζουμε ότι θέλουμε, αλλά καλό είναι και να συνειδητοποιούμε ότι άλλοι άνθρωποι επηρεάζονται κάπου από εμάς, είτε εκούσια, είτε ακούσια. Γενικά, προτείνω να χαλαρώσουμε.
Η απορία μου έχει να κάνει τώρα με τη συνειδητότητα που σε χαρακτηρίζει.
Δεν πήγα ποτέ σε ψυχολόγο, αλλά έχω φτάσει σε σημείο να τσακωθώ με ανθρώπους που αγαπώ πάρα πολύ, λόγω παρορμητισμού και αυθορμητισμού. Δεν είχα την τάση να ακούω προτού κρίνω. Έγινε μία, έγινε δύο, έγινε τρεις, ε μετά κατάλαβα ότι η αυτοσυγκράτηση είναι σοβαρότατο θέμα. Τι κάνεις λοιπόν για ν' αλλάξει αυτό, όταν δε μπορεί με τίποτα να αλλάξει ο κόσμος όλος; Αλλάζεις μικρά πράγματα στον εαυτό σου και τα πάντα διορθώνονται μαγικά. 
Υπέρτατη λύση, λοιπόν, η αυτογνωσία;
Γενικά το ''Αυτό'', κανένας άνθρωπος δεν είναι 100% μαλάκας και κανένας δεν είναι 100% άγιος. Όλοι στη φάση που βρισκόμαστε τό'χουμε χάσει από την πολλή επικοινωνία με τον κόσμο γύρω μας και δίπλα μας. Το βλέπω σε καθημερινή βάση αυτό, από το πως θα τσακωθείς στο δρόμο με το αυτοκίνητο ή το πως θα συνομιλήσεις με κόσμο άγνωστο στο internet.
Οδηγείς;
Οδηγώ, ναι, φανατικά. 
Με το αυτοκίνητο σου ήρθες για τη συνέντευξη;
Ναι, έψαχνα πολύ για να παρκάρω στην περιοχή σου.
Σε κουράζει απ' ότι κατάλαβα ο εαυτός σου μεσ' στην πολλή συνάφεια του κόσμου, που λέει κι ο ποιητής;
Όχι, μου αρέσει πάρα πολύ, θα έλεγα! Η συναναστροφή με πάρα πολύ κόσμο στα live είναι ότι καλύτερο έζησα και ζω από την ώρα που ξεκίνησα. 
Απολαμβάνεις να δέχεσαι τα καλά λόγια συναδέλφων και αγνώστων, που έρχονται κοντά σου;
Πάρα πολύ μεγάλη ήταν η σχέση μου με μουσικούς απ' την πρώτη στιγμή που ήρθα στην Αθήνα. Θεωρώ ωραία φάρα τους μουσικούς, είναι άνθρωποι ως επί το πλείστον φίλοι και συνεργάτες που πάντα έχω το θάρρος να ζητήσω τη γνώμη τους. 
Πες μου πως ακριβώς γράφτηκε το ''Βαλς των χαμένων μετά''. Έρχονταν οι στίχοι κι έβαζες μετά τις μουσικές;
Κυρίως έγραφα πρώτα τη μουσική με μία αίσθηση instrumental, κινηματογραφική περισσότερο, και μετά έμπαινε ο Μωραΐτης κι έγραφε πάνω στις μελωδίες. Μετά τα ξαναδούλευα ως τραγούδια. Εξαιρείται μόνο το ''Ευτυχισμένοι άνθρωποι'', ένα κείμενο του Νίκου, που μου άρεσε πολύ και το μελοποίησα. Στο δίσκο μπήκε και το demo του συγκεκριμένου τραγουδιού εκτός από τη βερσιόν με τη Δήμητρα.
Στο Gazarte θα ακούσουμε ολόκληρο το άλμπουμ ''ζωντανά'';
Στο Gazarte καταρχάς παίζουμε με τους μουσικούς της Δήμητρας πού'ναι όλοι τους εξαιρετικοί. Το πρόγραμμα είναι της Δήμητρας με τα πολύ γνωστά και αγαπημένα τραγούδια της και εγώ θα βγαίνω σε κάποια σημεία σαν guest, ας πούμε, δικός της. Δε θα παίξουμε ολόκληρο το άλμπουμ, αλλά τα πιο χαρακτηριστικά του κομμάτια. Θα λέω και Χατζιδάκι, το ''Dedication'' από τα ''Reflections''. 
Βγάζεις λεφτά από τη δουλειά σου;
Ναι, βγάζω πλέον. Μη φανταστείς ότι τά'χω κονομήσει, γιατί μ' αρέσει να κάνω λίγα πράγματα. Απλά χαίρομαι που μπορώ να βιοπορίζομαι από τη μουσική χωρίς να σκέφτομαι το οικονομικό κομμάτι όπως παλιά. 
Η σχέση σου με το χρήμα;
Είναι διαδικαστική. Νά'χουμε για να κάνουμε αυτά που θέλουμε. Αλίμονο αν από τα 27 μου ήταν στόχος ζωής μου το χρήμα! Και μόνο το να ζούμε χαλαρά με το χρήμα έξω απ' το μυαλό μας, θα ήμασταν ευτυχισμένοι.
Πες μου ένα ταξίδι που θα ήθελες πολύ να κάνεις.
Κάνω ταξίδια τα τελευταία χρόνια με μόνιμους προορισμούς το Βερολίνο και το Λονδίνο. Ειδικά στο Λονδίνο έχω πολλούς φίλους που χαίρομαι να τους συναντάω. Το Βερολίνο, πάλι, είναι μια πολη που με χαλαρώνει. Πήγα πέρσι πρώτη φορά κι άλλες δύο αμέσως μετά. Ησυχαστήριο μου θα χαρακτήριζα το Βερολίνο και δεν μου αρέσει να γυρίζω για να γνωρίζω τον κόσμο. Το ίδιο και με την Άνδρο που πηγαίνω σταθερά τα τελευταία εφτά χρόνια. 
Ευστάθιε, σ' ευχαριστώ, δεν έχω κάτι άλλο να σε ρωτήσω.
Μα ήδη είπαμε πάρα πολλά, τι θα τα κάνεις όλα αυτά; Σ' ευχαριστώ!
 * Ο Ευστάθιος Δράκος θα εμφανιστεί στο πλάι της Δήμητρας Γαλάνη σε έναν κύκλο παραστάσεων για όλες τις Δευτέρες του Μάρτη στο Gazarte