Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΑΝΑΣΗΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2025

Μάρθα Φριντζήλα: «Ρίζα του φασισμού είναι η βλακεία που νικιέται μόνο με την παιδεία»

 

Χώροι σαν το «Baumstrasse», που βρίσκεται σχεδόν χωμένο μέσα σ’ ένα στενάκι του Κολωνού, υπάρχουν πολλοί στο Λονδίνο, στο Βερολίνο και σε άλλες ευρωπαϊκές μητροπόλεις. Στην Αθήνα, πάλι, όχι, γι’ αυτό και από τότε που τον έφτιαξαν η Μάρθα Φριντζήλα με τον Βασίλη Μαντζούκη, «έπιασε» τόσο, ώστε μέχρι σήμερα να αποτελεί φυτώριο νέων καλλιτεχνών σε μουσική, θέατρο, αλλά και σε πολλές άλλες δράσεις. Η αίσθηση που αποκομίζει ο επισκέπτης απ’ τον προσωπικό και επαγγελματικό χώρο της πολυτάλαντης Φριντζήλα είναι αυτή ενός περιποιημένου και καλαίσθητου κοινοβίου, ενός ναού της Τέχνης για την ακρίβεια.

Με υποδέχτηκε η ίδια στην πόρτα, ευδιάθετη για μία συνέντευξη που μάλλον χρωστούσαμε εδώ και χρόνια ο ένας στον άλλο. Εντυπωσιάστηκα σαν με ξενάγησε στο τριώροφο κτίριο – πρώην αποθηκευτικό συγκρότημα, που πλέον σφύζει από ζωή: Μουσικές, γέλια, φωνητικές ασκήσεις και διαφορετικά φωνητικά ηχοχρώματα, παρατηρήσεις – ένα γοητευτικό χαρμάνι «για έναν ελεύθερο άνθρωπο», σύμφωνα και με τον Μάνο Χατζιδάκι. 

Μου έφτιαξε καφέ απ’ την εσπρεσσιέρα της. Χάιδεψα τις τρεις πανέμορφες θηριώδεις γάτες της – «Αυτή είναι 20 ετών, αλλά ακόμα καλά κρατεί» μου είπε για τη μία. Ύστερα κάτσαμε απέναντι σ’ έναν άνετο καναπέ με το φωτιστικό να κρέμεται λίγο πιο πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Της είπα ότι μου αρέσουν τα χαμηλά φωτιστικά, καθώς μου θυμίζουν εξώφυλλα rock συγκροτημάτων της δεκαετίας του ’70. Κάπως έτσι ξεκίνησε η δημόσια συζήτηση μας με τη Μάρθα Φριντζήλα, η οποία – όπως θα διαπιστώσετε – επεκτάθηκε σε πάρα πολλά και ενδιαφέροντα θέματα.  

Μου κάνατε ήδη ένα mini tour στον προσωπικό σας χώρο και σκέφτομαι πόσο θά’χετε την ψυχική σας υγεία για να ζείτε και να δουλεύετε χωρίς μετακινήσεις, να δέχεστε εδώ τους μαθητές, τους φίλους σας κλπ.

Πάντοτε ήθελα να είναι η ζωή μου και η δουλειά μου μαζί. Δεν ανήκα στους ανθρώπους που σηκώνονται το πρωί να πάνε σε μία δουλειά και το μεσημέρι θα γυρίσουν στο σπίτι τους να ξεκουραστούν. Και η αναψυχή μου, και η δουλειά μου, και η ζωή μου είναι μέσα στην τέχνη, επομένως μπορώ να ξυπνάω το βράδυ, να κατεβαίνω στο θέατρο και να δοκιμάζω τα φώτα για μία παράσταση. Είναι σαν να’χεις ανά πάσα στιγμή καλλιτέχνες στο σαλόνι σου, απλά θέλει έλεγχο και να βρίσκεις το χώρο που θά’ναι μόνο για σένα.

Κινδυνεύσατε κάπου να μπλέξετε τον επαγγελματικό με τον ιδιωτικό σας χώρο και χρόνο;

Ναι, κινδύνευσα και κινδύνευσα πολύ, γιατί εγώ είμαι άνθρωπος της ανοιχτής πόρτας. Μ’ αρέσει να μοιράζομαι τα πράγματα που έχω, μ’ αρέσει να τελειώνει η πρόβα και να μαγειρεύω μια μακαρονάδα που τρώμε όλοι μαζί, μ’ αρέσει να κάνουμε πρόβες με τους μουσικούς και να φτιάχνουμε τα καφεδάκια μας, μ’ αρέσει επίσης να βλέπουμε παρέα μία ταινία. Πριν το Baumstrasse, είχα συνηθίσει το δωμάτιο μου με τον υπολογιστή μου, όπως και ο Βασίλης το στούντιο του με τη ζωγραφική και τη μουσική του, άρα χρειάστηκε ν’ απομονώσουμε κάποιους χώρους για νά’χουμε την ησυχία μας, να κλείνω την πόρτα και να ξέρω ότι τώρα δεν θα μ’ ενοχλήσει κανείς, ότι είμαι μόνη μου.

Εδώ μέσα, πάντως, δεν υπάρχει καθόλου η αίσθηση της μοναξιάς.

Όχι. Το ήθελα, έτσι ήμουν πάντοτε, μ’ αρέσει ο συγχρωτισμός με ανθρώπους, όπως και το να βρίσκομαι μέσα στη γυάλα μου, στην οποία μπαίνουν μόνο αυτοί που θέλω εγώ. Βέβαια, έχω βρει πια το χρόνο και μπορώ να τον ελέγχω. Ξέρω, ας πούμε, ότι αυτές οι μέρες κι αυτές οι ώρες είναι αφιερωμένες σε μένα, στο γράψιμο μου, στις ξένες γλώσσες μου – τώρα μαθαίνω ρώσικα -, στη μουσική μου. Καταφέραμε με τον Βασίλη και φτιάξαμε ένα σπιτάκι στην τέλεια απομόνωση, στην ορεινή Αρκαδία, όπου μπορούμε και φεύγουμε δυο – τρεις φορές το χρόνο για δέκα μέρες χωρίς τηλέφωνο, χωρίς internet. Είναι και το ότι έφτασα πια 47 ετών και μπορώ να βιοπορίζομαι.

Είπατε την ηλικία σας και σκεφτόμουν πριν πως θα σας το ρωτούσα.

Δεν έχω θέμα. Εννοώ πως τώρα πια μπορώ να επιλέγω τα πράγματα που θα κάνω. Δεν ήμουν και ποτέ στο κυνήγι του μεροκάματου. 

Πόσα χρόνια θα λέγατε ότι υπάρχετε στο χώρο της τέχνης;

Ανέκαθεν! Ήμουν απ’ τα παιδιά που από πολύ νωρίς έδειξαν προς τα που πάει το πράγμα. Έχω άλλες δύο αδερφές. Ήμασταν τέσσερις, αλλά τη μία αδερφή μου τη χάσαμε…Σκοτώθηκε με μηχανή όταν ήταν 17 ετών κι εγώ 15…Ούτε τη μαμά μου έχω, χάθηκε από καρκίνο όταν ήμουν 6 ετών. Θυμάμαι την αύρα της, το τραγούδι της, το χαμογελαστό της πρόσωπο, μία πάρα πολύ καλή γυναίκα ήταν, απ’ ότι μου λένε σήμερα οι άλλοι. Μία αγία, έτσι την παρουσιάζουν! Μεγάλωσα με τον πατέρα μου, τον Δημήτρη…

Είναι καθοριστική η απώλεια ενός στενού συγγενικού προσώπου στην εφηβεία;

Είναι μία «περιοχή» που πάντοτε ανατρέχω για να δω τι συμβαίνει, τι έχει γίνει..Ακόμα βλέπω στον ύπνο μου την αδερφή μου, ακόμα γράφω γι’ αυτήν, ακόμα σκέφτομαι πράγματα και της τα αφιερώνω…Είναι μία ψυχή που πέρασε, έχοντας ζήσει μαζί και πολύ δύσκολα πράγματα. 

Όπως;

Είχαμε πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια. Είχα μητριά για 7 χρόνια και ήταν μία, πραγματικά, τραυματική κατάσταση. Όταν πέθανε η μητέρα μου, ο πατέρας μου παντρεύτηκε μία άλλη γυναίκα.

Η οποία αποδείχτηκε η κακιά μάγισσα του παραμυθιού;

Για μένα, ως παιδάκι, έτσι ήτανε! Έτσι φανταζόμουν τον εαυτό μου, ότι είμαι η μικρή Σταχτοπούτα, ενόσω έπεφτε πολύ ξύλο και κακοποίηση…

Είναι εν ζωή σήμερα;

Ναι, είναι, αλλά δεν έχουμε καμία επαφή και δεν θέλω νά’χω, εννοείται. Απ’ όταν έκλεισε η πόρτα, δεν ξανασχοληθήκαμε μ’ αυτό το πράγμα, γιατί η κακοποίηση ήταν τρομερή. Σκεφτείτε ότι η Νικολέτα, η μικρή μου αδερφή, είχε πάει στο νοσοκομείο απ’ το ξύλο…

Συγγνώμη, ο πατέρας σας τι έκανε μ’ αυτή τη μέγαιρα; Ήταν άβουλος;

Δεν ήταν αυτό τόσο, όσο το ότι τον βλέπαμε πολύ λίγο εκείνα τα χρόνια για καλοκαίρι ή κάνα Πάσχα. Δούλευε πάρα πολύ, ολημερίς, τον βλέπαμε σπάνια. 

Φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης

Που γίνονταν όλα αυτά;

Ελευσίνα.

Μάλιστα. Συνεχίστε.

Κάθε φορά που κανονίζαμε μάζωξη για συζήτηση μαζί του, η μητριά μας έλεγε: «Μην πείτε τίποτα, γιατί θα φάτε πολύ ξύλο». Είναι λίγο κινηματογραφικό, σαν παραμύθι, που το λέμε σήμερα με τις αδερφές μου καμιά φορά κι απορούμε πως το ζήσαμε όλο αυτό και το επιτρέψαμε! Ευτυχώς το έληξε η μεγάλη μου αδερφή, η οποία είναι 50 χρονών σήμερα. Όταν ήταν όμως 15 ετών, έφυγε από το σπίτι και πήγε σ’ ένα μοναστήρι, όπου πολύ απλά τους είπε: «Πρέπει να μας σώσετε»! Φύγαμε μαζί με τον πατέρα μου, ελευθερωθήκαμε, επιστρέψαμε στο πατρικό μας. 

Ο πατέρας σας δηλαδή παράτησε την κακιά δεύτερη σύζυγο και σας ακολούθησε.

Εννοείται! Βέβαια! Το επόμενο πρωί κιόλας! Για να καταλάβετε, αυτή είχε δυο παιδιά δικά της και ο πατέρας μου βρέθηκε στα 30 του με 6 παιδιά…Σκεφτείτε κατάσταση…Βιοπαλαιστής, επιπλοποιός, τον θυμάμαι όλα τα χρόνια να δουλεύει σαν σκυλί. Επιστρέψαμε, λοιπόν, στο πατρικό μας στην Ελευσίνα, που τό’χαμε αφήσει. Εκεί ζήσαμε τρία χρόνια σαν σε πενταήμερη εκδρομή και μετά έχασα την αδερφή μου.

Μετά ήρθε η μεγάλη τραγωδία.

Ναι, μεγάλη τραγωδία…Σημάδεψε πολύ την οικογένεια μου, κι εμάς, τα τρία κορίτσια, αλλά και πολύ περισσότερο τον πατέρα μου. 

Πιστέψατε τότε ότι ενδεχομένως σας καταδιώκει μία κατάρα;

Όχι, είχα πάντα την ψυχραιμία να μπορώ να συγκρίνω. Ήξερα ότι υπάρχουν πολύ πιο δυστυχισμένοι άνθρωποι από μένα. Είχα μεγάλη αγάπη, επίσης, κι εγώ κι οι αδερφές μου, στα βιβλία κι αυτό ήταν πάντα το καταφύγιο μου. Ήταν κάτι που το έβλεπε ο πατέρας μου κι από νωρίς μου έλεγε: «Γιατί δεν πας να κάνεις θέατρο, να μπεις σε μια ομάδα;» Όπως εγώ μπήκα στην τέχνη με παρότρυνση των δασκάλων μου, έτσι και η Νικολέτα η αδερφή μου ξεκίνησε τις μεταφράσεις της και την εκμάθηση ξένων γλωσσών. Η άλλη, η μεγάλη μου αδερφή, είχε μεγάλη αγάπη στα ζώα κι έφτιαξε έναν ωραίο κήπο που τα προστάτευε. Μπήκαμε σ’ αυτό που λέμε προσφορά και βαθιά παιδεία.

Είναι σαν τις μάνες που χάνουν το παιδί τους. Καταλήγουν είτε μάνες για όλα τα παιδιά, είτε «κλείνουν» και γίνονται στριφνές και κακές. 

Ακριβώς. Κι, επίσης, αν ήμουν μόνο εγώ όταν έχασα την αδερφή μου, δεν ξέρω τι θα γινότανε. Είχα άλλες δύο αδερφές και σ’ αυτό υπήρξα τυχερή. Είχαμε ένα πατέρα πάντα δοτικό, ελεύθερο και δίκαιο. Αργότερα, ήρθε η μητέρα του στο σπίτι, η γιαγιά μας, και ζήσαμε και μαζί της. Πάντα τα καλοκαίρια είχαμε σαν διαφυγή μας το χωριό τους, που λέγεται Ρηχιά κι είναι έξω απ’ τη Μονεμβασιά. 

Έχετε και καλά να θυμάστε. Ζώντας στην Ελευσίνα, δεν αισθανόσασταν κάπως παράμερα σε σχέση με την Αθήνα;

Η Ελευσίνα είναι ένα υπέροχο μέρος. Η έξοδος μας ήταν η Αθήνα, το Περιστέρι, ο Πειραιάς. Δεν ήταν ούτε η Κόρινθος, ούτε τα Μέγαρα. Ο πόλος έλξης ήταν πάντα στην Αθήνα κι εκεί βρίσκονταν κι οι σπουδές μου στη δραματική σχολή Βεάκη. Λεωφορείο και κατευθείαν Αθήνα. 

Σε τι ηλικία ήρθαν οι σπουδές θεάτρου;

Στα 18 μου αμέσως μετά το σχολείο. Ήξερα τι ήθελα, έκανα ήδη τραγούδι, ήμουν στη θεατρική ομάδα Ελευσίνας. Πρέπει να ξέρετε ότι μπορεί η Ελευσίνα νά’ναι μια πόλη εκτός Αθηνών, αλλά η καλλιτεχνική παραγωγή της ήταν πάντοτε υψηλή! 

Από την Ελευσίνα είναι και ο Χρήστος Δήμας, ο σκηνοθέτης.

Με τον Χρήστο είμαστε φιλαράκια από μικροί. Μαζί πηγαίναμε και βλέπαμε ταινίες στα θερινά, ο Χρήστος μου έμαθε τον Λουί Μαλ και τη γαλλική nouvelle vague, ο Χρήστος με μύησε στην αγάπη για το σινεμά κι έγινα τρελή σινεφίλ.

Και πότε εγκατασταθήκατε στην Αθήνα;

Την πρώτη χρονιά της σχολής πηγαινοερχόμουν. Τη δεύτερη έπιασα δουλειά στον «Ένοικο», στα Εξάρχεια, ως μπαργούμαν. Την τρίτη χρονιά ξεκίνησα να δουλεύω σε ρεμπετάδικα ως τραγουδίστρια. Δούλευα στην «Ωραία Ελλάδα» στην Πλάκα, δούλευα στον «Παππού» στην Κηφισιά, μετά δούλευα στο «Μαντείο» με τον Ιορδάνη Τσομίδη. Τη χρονιά που τελείωνα τη σχολή, πέρασα στο Εθνικό στην παράσταση της «Μήδειας» του Χαραλάμπους με την Αντιγόνη Βαλάκου. Αυτή ήταν η πρώτη μου δουλειά και έκτοτε το θέατρο πήγαινε παράλληλα με το τραγούδι, όλα τα χρόνια. Τραγουδούσα, έπαιζα,έπαιζα και τραγουδούσα.

Ο παράγοντας της φιλοδοξίας έπαιζε ρόλο σ’ όλα αυτά; Να γίνετε γνωστή, εννοώ, κάτι που δεν είναι μεμπτό για κάθε καλλιτέχνη στο ξεκίνημα του.

Όχι τόσο πολύ, γιατί υπήρχε πολύ περισσότερο το μικρόβιο που έλεγε «Θέλω κι άλλο, θέλω και κάτι παραπάνω να μάθω, θέλω να εξελιχτώ». Ήθελα να κάνω σκηνοθεσία και τό’ξερα από μικρή. Το ’93, με το που τελείωσα τη σχολή, έφτιαξα ομάδα. Πήγα στο Καποδιστριακό κι έγινα εμψυχώτρια στην ομάδα του πανεπιστημίου. Προσανατολίστηκα στη σκηνοθεσία και παράλληλα μάθαινα ιταλικά και ισπανικά – είχα κι αυτή την πετριά. Ποτέ δεν ήμουν ο τύπος που φανταζόταν να παίρνει το Όσκαρ και να ευχαριστεί το μπαμπά του. Ήμουν λίγο παραπάνω ψώνιο μόνο απ’ την άποψη του «Και ποιοι ειν’ αυτοί που θα κρίνουν εμένα; Ποιος θα πει αν εγώ αξίζω ή δεν αξίζω;», αυτά σκεφτόμουν. Ήξερα ότι ανήκα σ’ αυτό το χώρο, σ’ αυτό τον κόσμο.

Δεν ξέρω αν εσείς το βλέπετε αυτό στον εαυτό σας, πάντως είστε μια ηγετική φυσιογνωμία. 

Πάντα ήμουν, πολύ!

Ακόμα και στην εμφάνιση σας. Μπορεί να σας δει κάποιος και να πει «Αυτή είναι queen». Καταλαβαίνετε.

Ένιωθα πάντα σαν τον ηγέτη μιας θρησκείας που θα μαζευόμαστε όλοι και θα αποστηθίζουμε ποίηση, θα γνωρίζουμε τους μεγάλους ποιητές και συγγραφείς, θα κάνουμε αναγνώσεις, ακροάσεις μουσικών έργων. Κοινώς, θα κάνουμε ειρήνη για εμάς και την οικογένεια μας! 

Μια οικογένεια που περιλαμβάνει γνωστούς και αγνώστους.

Ναι. Αυτό ακριβώς!

Το νά’σαι ηγετική φυσιογνωμία και να σου πάνε όλα καλά, είναι OK. Αν δεν σου πάνε, όμως, η ίδια συνθήκη αποβαίνει έως και επικίνδυνη.

Η μεγάλη δυσκολία είναι να μάθεις να εμπιστεύεσαι τους συνεργάτες σου ώστε να μην είσαι δυνάστης. Εμένα μου πήρε πάρα πολύ καιρό να καταλάβω ότι «Κοπελιά, δεν είσαι για όλα, χρειάζεσαι ανθρώπους γύρω σου να μοιράζεσαι τις ευθύνες». Σ’ αυτό με βοήθησε πολύ ο άντρας μου, που είμαστε μαζί 22 χρόνια. Μέχρι δηλαδή να βρω συνεργάτη να αναλάβει τα social media, τα έκανα μόνη μου. Το ίδιο και τη γραφιστική δουλειά, που την κάναμε εγώ κι ο Βασίλης. Ήμουν control freak σε επικίνδυνο βαθμό. 

Να υποθέσω ότι με τον Μαντζούκη γνωριστήκατε μέσα απ’ τα καλλιτεχνικά.

Το ’96 έκανα εγώ μια παράσταση και πήγα στην Καλών Τεχνών να ζητήσω κάποιον φοιτητή που κάνει σκηνογραφία. Ήρθε ο Βασίλης, μου λέει «Κάνω και μουσική αν σ’ ενδιαφέρει», ερωτευθήκαμε, τελείωσε το πράγμα! 

Είστε κανονικά παντρεμένοι;

Παντρευτήκαμε το 2005 κανονικά με νυφικό, παπά, κουμπάρο και πορεία με όργανα μετά. 

Το ότι είστε τόσα χρόνια με έναν σύντροφο, είναι ακόμη ένα εξισορροπητικό στοιχείο;

Σκέφτομαι πάντα το ποίημα του Χριστιανόπουλου: «Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπο σας»…Νιώθω πολύ μεγάλη τύχη κι ευγνωμοσύνη γι’ αυτόν τον άνθρωπο που βρέθηκε εκεί, μπροστά μου. Είναι ο άνθρωπος που θα με σπρώξει, όποτε χρειάζομαι σπρώξιμο, και που θα με κρατήσει, όποτε χρειάζομαι κράτημα. 

Είστε λίγο το συντηρητικό μοντέλο ζευγαριού; Εννοώ, αν δείτε κάποιον και σας αρέσει, το ίδιο κι εκείνος, αν έβλεπε κάποια, θα μπαίνατε σε μια ελεύθερη σχέση ή δεν θα το κάνατε ποτέ;

Δεν μού’χει τύχει να δω κάποιον και να μου αρέσει πιο πολύ απ’ τον Βασίλη. Ή να θελήσω κάποιον άλλο, ας πούμε. Τώρα, το να φλερτάρω ή να φλερτάρει, εννοείται. Άνθρωποι και νέοι είμαστε, αλίμονο. Ωστόσο δεν μου’χει γεννηθεί ποτέ η ανάγκη να επενδύσω σε κάποιον άλλο και απ’ ότι μου λέει κι ο Βασίλης, ούτε του ίδιου του’χει τύχει. Ξέρει ότι αν ερωτευθεί και θέλει να φύγει, θα πρέπει εγώ να το μάθω πρώτη. 

Εισέρχομαι σε ιδιωτικές περιοχές τώρα, αλλά αναρωτιέμαι αν η διατήρηση στην ερωτική χημεία και έλξη οφείλει πολλά και στην τέχνη που μοιράζεστε.

Το βασικότερο είναι ο θαυμασμός. Τον θαυμάζω πάρα πολύ! Με εκπλήσσει πάντα, περιμένουμε ο ένας να δει το καινούργιο του άλλου. Ο αμοιβαίος θαυμασμός μας πηγαίνει μαζί όλα τα χρόνια. Επίσης, ερωτικό είναι να λειτουργεί ο ένας και ως ο πιο αυστηρός κριτής του άλλου. Ταιριάζουμε, αισθητικά πια δεν μιλάμε, καταλαβαινόμαστε, σχεδόν έχουμε γίνει ένα. Έτυχε επίσης να μεγαλώσουμε μαζί και να μας αρέσουν τα ίδια πράγματα, γιατί τα γνωρίσαμε μαζί. Ξεκινήσαμε μαζί να αγαπάμε τον Μπέκετ και το θέατρο σκιών, το αρχαίο δράμα και τα δικά μας κείμενα.

Βασίλης Μαντζούκης - Μάρθα Φριντζήλα (φωτογραφία: Αντώνης Μποσκοΐτης)

Ας πάμε στον Θανάση Παπακωνσταντίνου, που μέσα απ’ τη συνεργασία σας μαζί του γίνατε ευρέως γνωστή.

Βεβαίως, έτσι είναι. Έγινα η επόμενη τραγουδίστρια του μετά τη Μελίνα Κανά. Το 2002 ξεκίνησε αυτό. Ο Θανάσης είχε δει μια παράσταση που έπαιζα τότε, τη «Νύχτα του τράγου» του Σωτήρη Χατζάκη. Τον είχε στείλει να δει την παράσταση ο Γιώργος Χριστιανάκης, με τον οποίο είχαμε ήδη κάνει τη «Γέρμα» στο Εθνικό. Κατευθείαν μου πρότεινε ο Θανάσης να συνεργαστούμε. Βρεθήκαμε την άλλη μέρα, αλλά να πω ότι δεν είχα τους δίσκους του. Δεν άκουγα ιδιαίτερα σύγχρονη ελληνική μουσική. Δεν τον «είχα», δεν ήμουν απ’ τα παιδιά που θα πήγαινα στις Τρύπες ή θα ήξερα τον Μάλαμα και τα τραγούδια του. 

Δεν ήσασταν αυτό που λέμε γκρούπι.

Όχι, άκουγα πολύ περισσότερο Βαμβακάρη, Χατζιδάκι, Ξυδάκη και Λένα Πλάτωνος. Και πιο παλιά, ρεμπέτικα, λαϊκά, Θεοδωράκη. Περισσότερο άκουγα ξένη μουσική επίσης. Μου έφερε τα CD του ο Θανάσης και καθίσαμε με τον Βασίλη και τα ακούσαμε. Ανακάλυψα τη δική του προσωπική γλώσσα.

Μια γλώσσα που έχει επιρροές κι από τη δημοτική παράδοση, βέβαια. 

Πολύ! Και από την ποίηση! Μου άνοιξε μια πόρτα ο Θανάσης για το πως μπορεί τώρα η μεγάλη ποίηση να δώσει καρπούς, μέσα από’ναν άνθρωπο που κάνει μουσική για σήμερα, για το νέο κοινό. Ανέβηκα Θεσσαλονίκη και με φιλοξένησε ο Μπάμπης Παπαδόπουλος, με τον οποίο κάναμε καθημερινές πρόβες. Είναι υπέροχος ο Μπάμπης και με βοήθησε πάρα πολύ να μπω στον κόσμο του Θανάση, κάνοντας μου καθημερινά μαθήματα. Έπειτα ο Θανάσης μου έδωσε πολύ χώρο: «Διάλεξε εσύ τα τραγούδια που θα πεις, πες ότι σου αρέσει» κλπ. Ήταν η περίοδος που ο Θανάσης είχε φτιάξει τους Λαϊκεδέλικα με τον Χαρμπίλα και τον Καργιωτάκη κι εγώ ήρθα και «κούμπωσα» μ’ αυτό τον καινούργιο ήχο του. Θεωρώ ότι ο «Βραχνός Προφήτης», π.χ., έκανε μία τομή στη σύγχρονη ελληνική σκηνή. Βρέθηκα ξαφνικά σ’ ένα πάρτι μαζί με τον Μπάμπη, τον Μπαντούκ, τον Φώτη Σιώτα, σ’ ένα πράγμα που δεν τό’χα ζήσει ως έφηβη, νά’μαι το κορίτσι – party animal που θα πάμε να γλεντήσουμε με την ηλεκτρική μπάντα στην Ικαρία ή στην Κρήτη επί πέντε ώρες! 

Απ’ τον τρόπο που μιλάτε, φαίνεται πόσο ωραία ήταν για σας εκείνη η περίοδος.

Ήταν πάρα πολύ ωραία, απλά δεν το άντεξα πολύ! Ο Θανάσης ήταν εξαιρετικός σαν συνεργάτης, γιατί κι εγώ δεν ήμουν ένα κορίτσι που θα τραγουδούσα και θα έφευγα. Ήθελα να’χω τον χώρο μου και ποτέ δεν μου αρνήθηκε τίποτα. Επίσης, ο ίδιος λέει συχνά ότι είναι ναΐφ μουσικός, λέει «Εγώ δεν ξέρω μουσική» κι αυτό δεν με βρίσκει σύμφωνη. Θεωρώ πως όταν ένας άνθρωπος ασχολείται για έξι και για οχτώ ώρες την ημέρα με τη μουσική, μαθαίνει τελικά για καλά τη μουσική. Κι ας μην έχει να κάνει με ωδεία! Εγώ δεν άντεξα την ομηρία σε κάποια φάση. Ένιωσα όμηρος του κοινού, ότι ξαφνικά πήγαινα στη συναυλία του κοινού και όχι τη δικιά μου. Κάθε συναυλία οδηγούταν σε ένα τρομερό διονυσιακό ξεφάντωμα κι επειδή είμαι μεγάλο ψώνιο, ήθελα να μ’ ακούν όταν τραγουδάω! Κάποια στιγμή έτυχε να λέω ένα τραγούδι κι από κάτω να τραγουδάνε ένα άλλο ή να ζητάνε ένα άλλο. Ε, εκεί έγκωσα! Είπα: «Εγώ δεν είμαι γι’ αυτό», προερχόμενη κι απ’ το θέατρο. Δεν ήμουν αυτό το θα πιω και θα βγω στη σκηνή, δεν ήμουν των καταχρήσεων. 

Το δέχτηκε αυτό ο Παπακωνσταντίνου;

Του τό’πα και το κατάλαβε. Πολύ ωραία, ψύχραιμα και πολιτισμένα, του εξήγησα ότι εγώ θέλω να βγαίνω και να λέω τα τραγούδια μου. Σαφέστατα αναγνωρίζω ότι ο Θανάσης ήταν το εισιτήριο για τη γνωριμία μου με το μεγάλο κοινό, ακόμη κι αυτό των ραδιοφώνων. Ο Θανάσης έγραψε και γράφει ιστορία! 

Αλήθεια είναι πως τα επόμενα κορίτσια στο πλάι του μουσικού Παπακωνσταντίνου δεν είχαν την ίδια εξέλιξη με τη δική σας. Ίσως είχατε εσείς την υποδομή να αξιοποιήσετε δημιουργικά τα όσα ζήσατε.

Εγώ σίγουρα δεν ήμουν απ’ τα παιδιά που θα πήγαινα σ’ ένα συνθέτη να μου γράψει τραγούδια. Συνθέτη είχα μεσ’ στο σπίτι μου, στην οικογένεια μου. Είχα επίσης όλα τα χρόνια το θέατρο και μπορούσα να πω του Θανάση «Δεν μπορώ αυτό το καλοκαίρι, γιατί θα’χω μία παράσταση». Τα δεχόταν όλα αυτά ο Θανάσης. 

Ύστερα ήρθε ένα διάστημα που γίνατε περιζήτητη. Σας ήθελαν όλοι για συμμετοχή στις συναυλίες τους: Θυμίζω τον Νίκο Ξυδάκη, τη Λένα Πλάτωνος…

Την Τάνια Τσανακλίδου; Αμέσως μετά τον Θανάση, η Τάνια ήταν εκείνη που μου είπε πρώτη: «Έλα να κάνουμε κάτι μαζί» κι ένιωσα πολύ βαθιά συγγένεια. Κάναμε υπέροχα live στο Μετρό και μετά περιοδεία. Άκουσα μια ηχογράφηση που είχαμε κάνει με τον Τσάμπρα στο Δεύτερο Πρόγραμμα και συγκινήθηκα απίστευτα! Μετά πέρασα υπέροχα με την Αλεξίου! Με βοήθησε πολύ να φτιάξω και το Baumstrasse η Χαρούλα! Μας έδωσε τα έπιπλα που είχε στο παλιό της σπίτι, τις βιβλιοθήκες, τους καναπέδες, τα βιβλία της. Φυσικά, τα λεφτά που έβγαλα απ’ τις συναυλίες μας ήταν το ξεκίνημα για να φτιάξω το χώρο αυτό. Και με τη Φαραντούρη κάναμε πολλά πράγματα μαζί. Την αγαπώ πάρα πολύ! Πρώτα συνεργάστηκα με τη Μαρία, πριν τον Θανάση μάλιστα, και συνεχίσαμε μετά με τους Mode Plagal σε κοινά live. Η Μαρία δεν κάνει βραδινό πρόγραμμα, δεν βγαίνει να τραγουδήσει στα μαγαζιά, αλλά όποτε τηλεφωνηθούμε και της πω «Μαρία, κάνουμε μια μεγάλη συναυλία στην Ελευσίνα», θα’ρθεί πάντα! Τη θαυμάζω τόσο πολύ! 

Η Φαραντούρη ήρθε πρόσφατα και σας είδε στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο. «Είναι από τις ελάχιστες φορές» μου έλεγε την επόμενη μέρα, «που πήγα κάπου ποιοτικά και γέλασα επίσης, πέρασα πραγματικά καλά».

Ίσως γιατί τα τραγούδια που επιλέγω εγώ είναι πολύ ωραία μεγάλα και σημαντικά τραγούδια, οπότε μία γυναίκα που τα’χει ζήσει και τα εκτιμά, της αρέσει αυτό που βλέπει και ακούει. 

Πείτε μου κάποια κοινά σημεία και διαφορές μεταξύ Τσανακλίδου, Αλεξίου και Φαραντούρη.

Α, είναι τόσο, μα τόσο διαφορετικές! Κι έχω κι εγώ αναπτύξει τελείως διαφορετική σχέση με τις τρεις τους. Με τη Χαρούλα κρατάμε μια σχέση σχεδόν αδερφική. Τη Χαρούλα τη νιώθω σαν τη μεγάλη μου αδερφή. Πάντα θα με συμβουλέψει, θα την πάρω να της πω «Μου προτείνουν αυτό, τι να κάνω;» ή «Χρειάζομαι αυτό», από ένα φουστάνι μέχρι τη βοήθεια της για μία συνεργασία. Την Τάνια τη θαυμάζω επίσης πολύ, αν και δεν κρατήσαμε την καθημερινή επαφή που έχουμε με τη Χαρούλα – το ίδιο και με τη Φαραντούρη. Πρόκειται για τρεις ογκόλιθους, τρεις πολύ μεγάλες τραγουδίστριες και πολύ διαφορετικές μεταξύ τους. 

Φαντάζομαι χαρά ο πατέρας σας, σου λέει «Σήμερα η κόρη μου τραγουδάει με την Αλεξίου»!

Πολύ μεγάλη χαρά! Και με τον Νταλάρα όταν κάναμε στο Ηρώδειο τα «Τραγούδια με ουσίες» ή πέρσι το αφιέρωμα στον Ελευθερίου, ο μπαμπάς μου πήρε μεγάλη χαρά! Μεγάλος πια, είναι δυνατόν να μη χαίρεται μ’ αυτούς τους καλλιτέχνες που τους παρακολουθούσε; Και με την Πλάτωνος, όμως, που δεν την ήξερε ο μπαμπάς μου, χάρηκε απίστευτα. 

Το «πάντρεμα» με την Πλάτωνος σας πήγε πολύ, επίσης, το είδαμε στο Ηρώδειο το 2008 κι ένα χρόνο αργότερα στο «Κύτταρο» της οδού Ηπείρου.

Η Πλάτωνος είναι ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο της μουσικής, εγώ δηλαδή ένιωσα μεγάλη τιμή που βρέθηκα μαζί της. Η Πλάτωνος είναι ένας απέραντος ατέλειωτος κόσμος. Όλο μουσική και όλο ομορφιά είναι αυτή η γυναίκα! Πέρασα υπέροχα! Με τον Ξυδάκη, πάλι, σκηνοθέτησα την παράσταση του για τον Καβάφη που τραγούδησε ο Τάσσης Χριστογιαννόπουλος. Συμμετείχα ακόμη, ως τραγουδίστρια, στις παραστάσεις του με τίτλο «Συνέβη στην Αθήνα» στο Παλλάς και αλλού. Μοναδική εμπειρία κι εκείνη! Ξέρετε ωστόσο ποια άλλη παράσταση θεωρώ μοναδική; Του Σταμάτη Κραουνάκη, «Αυτά που κάψαν το σανίδι», που βρέθηκα στη σκηνή με τις μεγαλύτερες μορφές του ελληνικού θεάτρου: Καλουτά, Σαπουντζάκη, Σπεράντζα Βρανά – υπέροχες γυναίκες! Ο Κραουνάκης ήταν εξαιρετικός σαν συνεργάτης, ένιωσα ότι με αντιμετώπιζε το ίδιο με την Καλουτά, παρότι ήμουν στο ξεκίνημα μου. 

Μετά απ’ όλα αυτά, ακολούθησε μια περίοδος παύσης, δεν είναι έτσι;

Ναι, ίσως έκανα πιο πολύ θέατρο.

Το λέω, γιατί φάνηκε σαν να θέλατε τη σιωπή σας.

Το κάνω αυτό, Αντώνη, το κάνω.

Παρακινδυνευμένο λίγο, δείχνει όμως πως δεν έχετε το άγχος της «κορυφής».

Ποτέ δεν είχα την αγωνία της δισκογραφίας. Μου άρεσε και μου αρέσει να βγαίνω μόνο όποτε νιώθω την ανάγκη να τραγουδήσω. Ως νεότερη, τό’θελα πολύ περισσότερο. Τώρα πια χρειάζομαι περιόδους, όπου δεν θα κάνω τίποτα, θα ετοιμάσω ένα καινούργιο έργο. Επίσης, έχω την τύχη να εργάζομαι και ως δασκάλα θεάτρου. Έχω συνεργασία με δύο αμερικανικά πανεπιστήμια, με το Πρίνστον και με το Στόκτον, όπου από το 2015 ξεκίνησε μια σταθερή «σχέση». Από το 2017 ήμουν καθηγήτρια επισκέπτρια στο Πρίνστον και τα πράγματα ήταν καλύτερα οικονομικά, μην έχοντας την αγωνία για το μεροκάματο. Αυτό – χτυπάω ξύλο – συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Άρχισε, λοιπόν, να αποδίδει ο ρόλος μου ως δασκάλα και νά’χω μαθητές. 

Δεν έχετε καταφέρει και λίγα, ολομόναχη στην ουσία.

Ναι, μόνη μου μαζί με τον Βασίλη. 

Ο ένας στους εκατό τα καταφέρνει όλα αυτά δίχως στήριξη από υπουργεία, χορηγούς και παρατρεχάμενους.

Αν επιμένεις σ’ αυτό που θες και δεν χάνεις το στόχο σου, οι χορηγίες θα έρθουν κάποια στιγμή. Εμείς κάναμε το 2012 το πρώτο σχολείο αρχαίου δράματος στην Ελλάδα.

Και στις δραματικές σχολές, τι γίνεται; Στο Εθνικό, ας πούμε;

Διδασκόταν για επαγγελματίες. Εμείς κάναμε ένα σχολείο στην Ελευσίνα, έχοντας εξαιρετική συνεργασία με τον δήμο, που με αγκάλιασε αμέσως επειδή είμαι παιδί της Ελευσίνας. Απ’ το ’12 μέχρι τώρα και για δέκα μέρες κάθε χρόνο, πάμε στην Ελευσίνα, παρουσιάζουμε καινούργιο έργο, κάνουμε παραστάσεις, φέρνουμε δασκάλους και καλλιτέχνες απ’ το εξωτερικό! Το 2017, επί Λυδίας Κονιόρδου, αυτό αναγνωρίστηκε απ’ το ΥΠΠΟ και ιδρύθηκε ο θεσμός του Δικτύου Αρχαίου Δράματος, όπου συμπεριληφθήκαμε κι εμείς στο ίδιο δίκτυο με το Εθνικό, με το Φεστιβάλ Αθηνών, με το Κρατικό κλπ. Μπήκαμε κάτω από την κρατική ομπρέλα μαζί και με άλλες πλέον ιδιωτικές πρωτοβουλίες. Ήμασταν οι πρώτοι που μπήκαμε, γιατί αναγνωρίστηκε το έργο μας κι έτσι πήραμε και την πρώτη μας επιχορήγηση. 

Δεχτήκατε ανταγωνισμό; Εννοώ, ξαφνικά εμφανίστηκε η Μάρθα Φριντζήλα κι έχτισε ότι έχτισε. Δεν ενόχλησε όλο αυτό το θεατρικό σινάφι;

Σίγουρα αναπτύχθηκε μεγάλη παραφιλολογία γύρω απ’ το «Ποια ειν’ αυτή και τι νομίζει ότι κάνει;», εννοείται. Δεν ακούω, όμως! Δεν με ενδιαφέρει καθόλου η γνώμη που θα σχηματίσουν οι άλλοι. Εκτός απ’ τα κακά πράγματα που γράφονται – λέγονται για μένα, η τάση μου είναι να μην ακούω ούτε τα καλά. Εμείς είχαμε την τύχη να ζήσουμε την αναλογική εποχή και να δούμε πως σιγά – σιγά κατακτήθηκε ένα δημόσιο βήμα, το οποίο οδήγησε όμως στον εκφυλισμό του δημόσιου λόγου. Όλη την καφρίλα που μπορεί να’χει κανείς, τη βγάζει πια στο διαδίκτυο. Παλιά αυτό συνέβαινε μόνο στις παρέες, στις ταβέρνες και τις μαζώξεις, που σήμερα αντικαταστάθηκαν από τα social media. Είναι κι ένας λόγος γιατί σιωπούν οι διανοούμενοι και δεν παίρνουν θέση. Οδηγηθήκαμε στη λογοκρισία της πολυφωνίας, αφού μέσα σ’ όλες αυτές τις φωνές, είναι αδύνατο ν’ ακουστεί μία σοβαρή φωνή.

Συμφωνώ και συν τοις άλλοις δεν ήταν ανάγκη να μάθουμε αν ο τάδε αγαπημένος μας καλλιτέχνης πετάει ξαφνικά ακροδεξιά τσιτάτα απ’ το facebook του.

Εγώ δε νιώθω την ανάγκη να πω τη γνώμη μου. Πράγματα που θα έλεγα με την παρέα μου δεν θα έβγαινα να τα πω σε όλους, δημόσια. Φυσικά θα πάρω θέση για φλέγοντα ζητήματα αν μου ζητηθεί. Χρησιμοποιώ τα social media σαν το γραφείο μου ή σαν ένα πίνακα ανακοινώσεων. Θα αναρτήσω πράγματα που θα χαιρόμουν να δω το πρωί όταν ξυπνήσω, όπως ένα τραγούδι που το μοιράζομαι, ένα κείμενο που διάβασα ή μια φωτογραφία του Μάρλον Μπράντο με τη γάτα του. Να σχολιάσω όμως τα λεγόμενα ενός άλλου καλλιτέχνη, όχι, δεν το κάνω.

Απ’ την άλλη, όταν η Ελένη Βιτάλη έκραξε διαδικτυακά την Πάολα και τον Αντώνη Ρέμο, δεν ήταν και λίγοι αυτοί που είπαν: «Πες τα, χρυσόστομη».

Γιατί είναι η Βιτάλη! Δικαίωμα έχει ο καθένας να λέει τη γνώμη του, αλλά το σαλόνι που ανοίγει και μπαίνει μέσα ο κάθε πικραμένος, δεν είναι της νοοτροπίας μου. Η Βιτάλη, όπως θα της έβαζαν ένα μικρόφωνο μπροστά της, είπε τη γνώμη της στο facebook. Πολύ καλά έκανε, δεν το συζητώ. 

Πείτε μου τώρα ένα κακό που σας έγραψαν.

Για κάποιες παραστάσεις που μπορεί να μην τους άρεσαν. Κακές κριτικές, πάρα πολλές! Ή, ας πούμε, επειδή μπορεί να πάρω ένα τραγούδι και να το κανιβαλίσω. Αυτό για κάποιους μπορεί να χτυπάει κόκκινο. 

Σαν το «Εγώ δεν πάω Μέγαρο» της Ρίτας Σακελλαρίου που συνήθως το λέτε στα live σας;

Βέβαια, αλλά αυτό δεν το κανιβαλίζω, το λέω σαν να είναι έπος! Έχω και μία ιδιαίτερη σχέση…Ήμασταν μέσα σ’ ένα αυτοκίνητο με τον Βασίλη τη μέρα που πέθανε η Σακελλαρίου. Πηγαίναμε στην Καλαμάτα για να δούμε τους γονείς του κι ακούμε στο ραδιόφωνο την είδηση του θανάτου της. Έκλαιγα από την Κόρινθο μέχρι την Καλαμάτα! Σκεφτόμουν πως δεν μπορεί να πέθανε η γυναίκα αυτή μαζί με τα τραγούδια που μας άφησε για να τη θυμόμαστε. Έτσι μόνο δεν πεθαίνουν οι καλλιτέχνες, οι τραγουδιστές! Δεν το πιστεύω ότι πέθανε, ακούω τη φωνή της και με συγκινεί ακόμα και με τα σαχλά τραγούδια που άφησε μέσα στα 90s. Να σας πω και κάτι άλλο; Το «Εγώ δεν πάω Μέγαρο» είναι ένα πολύ αληθινό, ειλικρινές τραγούδι μακριά απ’ τη θολοκουλτούρα του έντεχνου, που δεν καταλαβαίνεις τι λένε. Εγώ προτιμώ να πω το «Μέγαρο» παρά κάτι ακαταλαβίστικο, επειδή ανήκει στο λεγόμενο έντεχνο.

Αυτό το είδαμε κατά κόρον στα 90s. Η φίλη σας, η Χάρις Αλεξίου, μου είχε σχολιάσει σε συνέντευξη της πως ήταν τότε που γεμίσαμε από υδροκέφαλα του Χατζιδάκι.

Και από κλώνους της Λίνας Νικολακοπούλου, που δεν ξέρουν τι λένε. Η Νικολακοπούλου είναι μία γυναίκα που άλλαξε τα πράγματα, γράφοντας στίχο, τον οποίο στίχο είδαμε κι εμείς από μία άλλη σκοπιά. Ξαφνικά γεμίσαμε από νικολακοπουλάκια που λένε γενικότητες χωρίς να εστιάζουν. Βλέποντας κι ακούγοντας σήμερα, πραγματικά προτιμώ ν’ ακούω το «Εγώ δεν πάω Μέγαρο». Και τι λέει το τραγούδι; Εγώ παίζω το ρόλο αυτής της γυναίκας που λέει στην ουσία «Κοίτα να δεις, εγώ έχω τώρα το γκομενάκι, σιγά μην τρέχω στο Μέγαρο» ειδικά σε μία περίοδο που και η κουτσή Μαρία έτρεχε στο Μέγαρο μην έχοντας φυσικά καμία σχέση με κλασική μουσική. Δεν το λέω τόσο γι’ αυτό που ήταν το Μέγαρο, όσο γι’ αυτό που ήταν η Σακελλαρίου. Το τραγουδώ σαν να το λέω σ’ αυτήν, έτσι νιώθω.

Κάνει γκελ στον κόσμο, πως το βλέπετε;

Αρέσει πολύ! Υπάρχουν και πολλοί που με βρίζουν, του στυλ «Τι τραγούδια ειν’ αυτά τώρα;» ή «Τι ανάγκη τά’χεις αυτά;», τέτοια, θολοκουλτούρες. Εμένα μ’ αρέσει να «αναλαμβάνω» τα τραγούδια, να παίζω ρόλους μαζί τους.

Τι ακριβώς σας αρέσει στη Σακελλαρίου; Η ερωτική της ελευθεριότητα, το ότι είχε χαρακτηριστεί «τεκνατζού»; 

Όχι τόσο πολύ το τι ήταν η ίδια ως προσωπικότητα, αλλά το τσουνάμι που σήκωνε με τη φωνή της! Οι καταλήξεις της που όλες έπεφταν με μια μαγκιά που είχε. Ένα δόσιμο, ένα χύμα, μια φωνάρα που έβγαινε και τα σάρωνε όλα!

Αν ζούσε σήμερα και σας πρότεινε να την ακολουθήσετε σε κάποιο σχήμα, θα πηγαίνατε;

Σε μαγαζί δεν ξέρω, δεν είμαι πολύ του μαγαζιού, αλλά αν ήταν να την ακολουθούσα σε συναυλίες, ναι, θα πήγαινα! 

Και δεν θα ήταν…χαρντ κορ από τη Μαρία Φαραντούρη στη Ρίτα Σακελλαρίου;

Όχι, γιατί; Είναι δύο πολύ μεγάλες τραγουδίστριες σε τελείως διαφορετικούς χώρους. Εγώ δεν έχω ούτως ή άλλως την πρεμούρα ν’ αποκτήσω ταυτότητα καλλιτεχνική, να δηλώσω που ανήκω. Μ’ αρέσει ένα τραγούδι του Γονίδη περισσότερο από ένα τραγούδι του Καραμουρατίδη – λέω εγώ τώρα. Μπορεί να συμβεί. Μ’ αρέσει ένα τραγούδι του Lex πολύ περισσότερο από’να τραγούδι του Λοΐζου.

Τι εστί Lex; Δεν γνωρίζω…

Ο Lex είναι ένας καλλιτέχνης της ραπ, Έλληνας, καταπληκτικός. Οι στίχοι του είναι υπέροχοι! 

Πείτε μου μερικά ακούσματα που σας συγκίνησαν τελευταία.

Ο Lex, που τον αναφέραμε τώρα! Οι Usurum που ψάχνονται πολύ με τη μουσική, τον ήχο και την ενορχήστρωση. Τα παιδιά αυτά τα γνώρισα στο Μουσικό Χωριό στο Πήλιο, όταν ήταν 16 – 17 ετών. Μ’ αρέσει η Μαρία Παπαγεωργίου, που έρχεται κι εδώ στις συναντήσεις του Φοίβου Δεληβοριά για το σινεμά. Μ’ αρέσουν επίσης αυτά τα δύο παιδιά από την Κρήτη, τα Καλογεράκια, που αγαπούν την ποίηση και την ψάχνουν μέσα απ’ αυτό. Εκτιμώ πολύ και τον Πέτρο Μάλαμα, που έχει δικό του ισχυρό λόγο και ως στιχουργός!

Το ξέρετε, υποθέτω, ότι όλοι αυτοί σας έχουν κάπως σαν μαμά τους.

(χαμογελάει) Μ’ αγαπάνε. Κι εγώ τους αγαπάω! Εγώ θέλω να το βλέπουν εδώ σαν το σπίτι τους που θα’ρθούν να κάνουν τις πρόβες τους, τις ακροάσεις τους ή να παρουσιάσουν τη δουλειά τους, όπως θα γίνει με τον Θέμο Σκανδάμη.

Ο οποίος Σκανδάμης έβγαλε δισκάρα, να το πούμε κι αυτό.

Πράγματι, είναι πολύ ωραίος δίσκος! Επίσης, μ’ αυτό το παιδί είμαστε μαζί απ’ την ομάδα του πανεπιστημίου. Εδώ ειν’ ένας χώρος που θα φιλοξενήσει την εργασία τέτοιων καλλιτεχνών. Ακόμη και οι παλιότεροι, σαν τον Σιώτα, συνεχίζουν να είναι στην παρέα και να ακούμε μαζί καινούργια πράγματα. 

Γι’ αυτούς που μας διαβάζουν, θα είναι καλό να μάθουν αν πληρώνονται δίδακτρα στο Baumstrasse.

Υπάρχει μια μικρή συνδρομή της τάξης 50 – 60 ευρώ το μήνα με το κάθε παιδί να μπορεί να παρακολουθεί από ένα έως πέντε εργαστήρια. Ούτως ή άλλως και ο Βασίλης κι εγώ βιοποριζόμαστε απ’ τη δουλειά μας, οπότε τα λεφτά αυτά πάνε στη συντήρηση του χώρου εν είδει μιας καλλιτεχνικής κιβωτού. 

Λογικό, μιλάμε για ένα χώρο χιλίων τετραγωνικών μέτρων.

Ακριβώς. Ευτυχώς έχουμε πάρα πολλούς μαθητές, αφού το κάθε μάθημα μπορούν να το παρακολουθούν 15 – 20 άτομα. Αυτή τη στιγμή «τρέχουν» περίπου δέκα μαθήματα.

Και μετά, τους δίνετε κάποιο χαρτί, κάποιο πιστοποιητικό;

Μπορούν να πάρουν ένα πιστοποιητικό παρακολούθησης των εργαστηρίων, όπως γίνεται με τα παιδιά του Αττικού Σχολείου. Συνήθως τα παιδιά έρχονται για να είναι στο χώρο. Δηλαδή ένα παιδί που θα κάνει φέτος μαζί μου δημοτικό τραγούδι, του χρόνου θα κάνει πολυφωνικό με τη Λαμπαδάκη. Μετά θα κάνει σινεμά ή χορό. Όλα τα παιδιά που έρχονται εδώ, ξανάρχονται του χρόνου. Είναι πολύ ωραίο! Φιλοξενούμε και δασκάλους που κάνουν κύκλους μαθημάτων σαν τους Rootless Roots, Ανδρέα Σεγδίτσα κ.α. Το κρατάμε σ’ ένα εκπαιδευτικό προφίλ το Baumstrasse, εφόσον υπάρχουν υπέροχα θέατρα στην Αθήνα και υπέροχες μουσικές σκηνές, δεν χρειαζόμαστε άλλη μία! 

Είστε άνθρωπος με θετική σκέψη;

Είμαι, ναι. Όταν νιώθω «μαυρισμένη» μέσα μου, καταφεύγω στο σινεμά, τη μουσική και την ποίηση, αυτά είναι τα καταφύγια μου. Δεν είμαι αισιόδοξη για το που τραβάει ο κόσμος, που βυθίζεται η Ελλάδα, που πάει η τέχνη, η παιδεία. Δεν είμαι αισιόδοξος άνθρωπος να πω «Α, τι ωραία», αλλά με παρηγορεί οτιδήποτε καινούργιο βγαίνει. Παίρνω μεγάλη χαρά από τον καινούργιο δίσκο του Nick Cave μέχρι μία συνέντευξη κάποιου καλλιτέχνη που αγαπώ ή κι από μία ποιητική συλλογή που θα πέσει στα χέρια μου. Με παρηγορεί το ότι ακόμη επιμένουν οι άνθρωποι και παράγουν καλλιτεχνικά έργα παγκοσμίως.

Πείτε μου μία είδηση που ακούσατε και σας σόκαρε.

Ο βανδαλισμός του εβραϊκού νεκροταφείου, προ ημερών.

Αναφέρεστε προφανώς στην άνοδο του φασισμού.

Που νικιέται μόνο με την παιδεία! Η ρίζα του προβλήματος είναι η ανοησία, η βλακεία. Πρέπει να’σαι πολύ ηλίθιος για να μην καταλαβαίνεις ότι δεν μπορείς να κάνεις διακρίσεις, να θεωρείς κάποιον κατώτερο από σένα, από κει ξεκινάμε! Αυτό μόνο με την παιδεία και με τα ταξίδια, που λένε, ξεπερνιέται. Άνοιξε λίγο τα μάτια σου, δες που βρίσκεσαι, σε ποια χώρα είσαι, σε ποιο πλανήτη ζεις και ποιο νούμερο είσαι μέσα σ’ αυτόν τον πληθυσμό. Μόνο περί ηλιθιότητας πρόκειται και δεν το χωράει το μυαλό μου! Ήμουν μέσα σε ταξί στη Δροσοπούλου και κάνει ο ταξιτζής: «Κοίτα που μας αμόλησαν όλα τα πιθήκια»…Του λέω «Για κάντε μία στάση εδώ» και εννοείται πως κατέβηκα. Τι θα έκανα; Θα έδινα τα τέσσερα ευρώ μου σε έναν ηλίθιο; Ούτε καν αυτό! Δεν παλεύεται η ηλιθιότητα, δεν παλεύεται!

Έχει λίγο πλάκα αυτό που συζητάμε τώρα, αν σκεφτεί κανείς ότι εσείς κάνετε το ακριβώς αντίθετο απ’ το «Έρχονται οι ξένοι να αλλοιώσουν το μπολιτισμό μας»…

Εγώ είμαι υπέρ της ανάμιξης των πολιτισμών! Και για να πω ένα απλό παράδειγμα, θα ήταν αλλιώς η ζωή μου αν δεν μπορούσα να παραγγείλω ένα ωραίο κινέζικο. Μ’ αρέσει να πάω να φάω φαλάφελ στη Μενάνδρου, μ’ αρέσει να ψωνίζω υφάσματα απ’ τους Πακιστανούς και μπαχάρια απ’ τους Ινδούς. Ζούμε σε μία Μητρόπολη, όχι σ’ ένα απομονωμένο νησί στον Ειρηνικό. Πρέπει να χωνέψουμε ότι οι μητροπόλεις είναι πολυπολιτισμικές και θα υπάρξει το τζαμί, η εκκλησία και το αποτεφρωτήριο. Δεν το συζητάμε! 

Σας ανησυχεί η επεκτατική πολιτική των Τούρκων;

Είμαι σίγουρα αναρμόδια να μιλήσω γι’ αυτό, αλλά είμαι κι ένας άνθρωπος που δεν το καταλαβαίνω όλο αυτό: Τα σύνορα, τον πόλεμο, δεν υπάρχει μεσ’ στο μυαλό μου αυτό το «Μέχρι εδώ εισ’ εσύ κι από κει και πέρα είμαι εγώ». Όταν σκότωσαν στο ξύλο τον Ζακ Κωστόπουλο, δεν χώραγε ο νους μου τη φράση «Προστασία της περιουσίας». Μου ακούγεται…σανσκριτικά, δεν μπορείς να προστατεύεις την περιουσία σου, χτυπώντας και σκοτώνοντας έναν άνθρωπο. Δεν προστατεύεις την περιουσία σου, αλλά πάνω απ’ όλα έναν άλλο άνθρωπο! 

Θα οδηγηθεί τελικά «η βλακεία στην τελευταία της κατοικία», που έλεγε κι ο Νίκος Γκάτσος;

Δεν ξέρω…Μπορεί να προλάβει ο πλανήτης να καταστραφεί από μόνος του, οπότε τι λέμε εμείς τώρα (γέλια) Εκτός αν δούμε πιο σοβαρά αυτό που γίνεται στη Χιλή ή τη Βολιβία, όπου οι άνθρωποι ενώνονται για έναν σκοπό. Θυμάμαι αυτή τη γυναίκα από το Αϊβαλί στην «Αγέλαστο Πέτρα» του Κουτσαφτή: «Μ’ έναν καημό θα πεθάνω» έλεγε, «γιατί δεν μπορούμε να ενωθούμε»…Αυτό! Δεν μπορούμε, γιατί δεν καταλαβαίνουμε ότι είμαστε κλαδιά του ίδιου δέντρου. Τελικά μάλλον απαισιόδοξη είμαι, αλλά έχω το νησί μου και τα χωρικά μου ύδατα που θέλω να τα προστατέψω απ’ τη βλακεία. 

Το ίδιο κι εγώ, αλλά τι γίνεται με τον υπόλοιπο κόσμο; Μην ξεχνάμε ότι εμείς σ’ ένα μικρόκοσμο κινούμαστε στην ουσία.

Εδώ θα πω ότι έχουμε πάρα πολύ κακούς δημοσιογράφους, είναι καταστροφικός ο ρόλος τους! Μου τη σπάνε, γιατί γλείφουν ασύστολα και δαγκώνουν χωρίς λόγο. Ελάχιστους εμπιστεύομαι και ελάχιστοι μ’ ενδιαφέρει τι θα γράψουν. Η γνώμη τους με ενδιέφερε μόνο όταν εκτιμούσα την πένα τους και θεωρούσα ότι κάνουν καλά τη δουλειά τους. Μου έτυχε να με ρωτήσει δημοσιογράφος από free press, νέο παιδί: «Εσείς ακριβώς τι κάνετε; Για να ξέρω τι θα σας ρωτήσω»…Στο καφέ που συναντηθήκαμε κιόλας! Κι εγώ απάντησα: «Μπορείτε εσείς να μου πείτε τι ακριβώς κάνετε ώστε να ξέρω και τι θα σας πω;» Και πήγα προχθές στον Σιδερή Πρίντεζη που είχε όλους τους δίσκους μου ή έρχεστε εσείς εδώ και κάνουμε τέτοια ωραία κουβέντα. Καταλάβατε; Δεν τους ενδιαφέρει η δουλειά τους! 

Σας αρέσουν τα χρώματα;

Πάρα πολύ! Το καλοκαίρι φοράω πολλά χρώματα, ένα ρούχο διαφορετικό μπορεί ν’ αλλάξει τη διάθεση μου. Αγαπώ πολύ και το μαύρο και το χειμώνα, που μ’ αρέσει νά’μαι απαρατήρητη, φοράω μαύρα. Εκτός που αδυνατίζει, το μαύρο καδράρει κι αλλιώς το πρόσωπο, δείχνει αλλιώς τα χέρια.

Το παράδοξο είναι πως, ενώ δείχνετε χύμα στην εμφάνιση, βγάζετε και μία κοκεταρία. Τα μαλλιά σας, για παράδειγμα, τα βάψατε ξανθά.

Δεν βάφομαι ποτέ στη ζωή μου την ιδιωτική, αλλά στη σκηνή δεν θα βγω ποτέ χωρίς τακούνι και απεριποίητη. Προσέχω πολύ πως θα εμφανίζομαι, θέλω να’μαι περσόνα πάνω στη σκηνή.

Κατά βάθος, λοιπόν, είστε κοκέτα.

Βέβαια, στη σκηνή πάντα. Στη ζωή μου θέλω νά’μαι υγιής, να περπατάω, να ασκούμαι, να τρώω πολύ καλά. Δεν έχω νιώσει ότι θέλω να μου πουν τι όμορφη που είμαι. Πάντα όμορφη ένιωθα, ότι είμαι ωραία, ότι τρέφομαι σωστά και ότι η υγεία μου είναι καλή. Δεν έχω υστερία με τα κιλά, με το δέρμα μου. 

Θα δεχόσασταν εδώ, στο Baumstrasse, να έδινε ένα σεμινάριο η Άντζελα Δημητρίου;

Χμμ…Για ποιο λόγο;

Ας πούμε για τις εμπειρίες της απ’ τα σκυλάδικα και τις πίστες.

Κάτι που δεν θα ήθελα να μαθητεύσω κι εγώ, δεν θα το έφερνα εύκολα. Δεν είμαι άνθρωπος που θα πάω στα μεγάλα μαγαζιά ν’ ακούσω τον Ρέμο. Δεν παρακολουθώ καθόλου αυτή τη σκηνή και δεν τη γνωρίζω. Δεν ξεχωρίζω τη φωνή του Βέρτη απ’ του Οικονομόπουλου, για να καταλάβετε. Δεν τους ξέρω.

Θα αναγνωρίζατε ωστόσο ένα ρεπερτοριακό στίγμα;

Φυσικά. Αυτό, οπωσδήποτε. Η Δημητρίου έχει πει και πάρα πολύ ωραία τραγούδια κι είναι και μια γυναίκα που την έχει ιδρώσει τη φανέλα. Δεν τη λες τυχαία, απλά δεν είναι του γούστου μου να πάω να την ακούσω ή ν’ ανοίξω σαμπάνια. Απ’ την άλλη, ούτε στον Χαρούλη θα πάω εύκολα, που’ναι μια χαρά παιδί. Δεν είμαι τόσο γκρούπι κανενός «στρατοπέδου», άμα όμως βγάλουν καινούργιο δίσκο ο Σιγανίδης ή οι Χειμερινοί Κολυμβητές θα τρέξω να τους ακούσω. Ή ο Δεληβοριάς, θέλω να ξέρω τι κάνει!

Εκκλησιάζεστε καθόλου;

Όχι. Μ’ αρέσει παραδοσιακά το Πάσχα στο χωριό. Στον Άγιο Βασίλειο στην Αρκαδία, που πάμε 12 χρόνια τώρα, μ’ αρέσει να πάω με τις γυναίκες του χωριού και να στολίσουμε τον Επιτάφιο. Δεν θα αναζητήσω όμως το εκκλησίασμα, δεν έχω πνευματικό, δεν πιστεύω στο Θεό, δεν θα ζητήσω την εξομολόγηση. 

Ταφή ή αποτέφρωση;

Νομίζω, αποτέφρωση. Πολύ χώρο δεν πιάνουμε; Είχα μια συζήτηση με τον Άγγελο Παπαδημητρίου, τον οποίο λατρεύω. Μου λέει: «Άντε, να πεθάνουμε σιγά – σιγά. Πόσα κατσικάκια και πόσα κοτόπουλα έχω φάει στη ζωή μου; Έχω σφάξει τόσα ζώα στη ζωή μου για να φάω μόνο εγώ. Πρέπει να πεθάνουμε κάποια στιγμή μπας και γλιτώσει κάνα ζωάκι». Σκεφτόμουν τι ωραίο ήταν αυτό που είπε ο άνθρωπος! Πάντως, την καλύτερη απάντηση για τη θρησκεία, την έδωσε ο Ρίκι Τζερβές που επίσης θαυμάζω πολύ: Τον ρώτησε ένας δημοσιογράφος γιατί είναι άθεος και του απάντησε: «Κοίταξε, υπάρχουν περίπου 3.000 θεοί στη γη. Εσύ δεν πιστεύεις σε 2.999 κι εγώ δεν πιστεύω σε 3.000, άρα έχουμε έναν θεό διαφορά»! Σέβομαι την πίστη όλων των ανθρώπων, οφείλω να πω όμως.

Ας υποθέσουμε ότι συναντιόμαστε ξανά μετά από 40 χρόνια που θα’χουμε περάσει αμφότεροι τα 80. 

Εδώ να’μαστε πάλι, δεν θα’θελα να’χω αλλάξει χώρο! Να μπορώ μόνο ν’ ανεβαίνω τους τρεις ορόφους με τις σκάλες. Μακάρι νά’μαι γερή. Να δω τα ανίψια μου, που είμαι ερωτευμένη μαζί τους, να μεγαλώνουν. 

Θέλω να μου περιγράψετε μια σκηνή μέσα στο Baumstrasse όταν αισίως θα είστε λίγο πριν το βιολογικό σας τέλος.

Αν είμαι εδώ και όχι στο χωριό, όπου θα’χω ένα κηπάκι για νά’ρχονται τα καλοκαίρια οι φίλοι μου και να ψελλίζουμε τραγούδια, θα ήθελα να συνεχίζω να γράφω και να ζωγραφίζω αν δεν θα μπορώ να τραγουδάω. Μπορεί βέβαια νά’χω την τύχη της Mina, αυτού του ιερού τέρατος, που κάνει καινούργιο δίσκο στα 80 φεύγα της. Να βλέπω ταινίες στον προτζέκτορα μου, λοιπόν, οι μαθητές μου να μου φέρνουν ν’ ακούω τα δισκάκια τους και να βρίζω πάντα τους δημοσιογράφους για τα κατευθυνόμενα πράγματα που μας προτείνουν. Να είναι μαζεμένοι φίλοι γύρω από μια παλιόγρια, όπως θα’χω καταντήσει, και να τραγουδάμε όλοι παρέα.

Ποιο είναι το πιο αρνητικό γνώρισμα σας;

Το ότι είμαι control freak, κάτι που μ’ έχει φέρει πολλές φορές σε δύσκολη θέση, όπως το να διστάζει ένας φίλος να μου παρουσιάσει κάτι με το φόβο πως δεν θα το αποδεχτώ.

Και το πιο θετικό σας;

Θέλω να’μαι δίκαιη. 

Σας ευχαριστώ πολύ.

Εγώ σας ευχαριστώ. 

Μάρθα Φριντζήλα - Μπόσκο (Βρυξέλλες, 11 Ιουνίου 2023)
* Τη Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου η Μάρθα Φριντζήλα δίνει την τελευταία παράσταση - Party Encore στο «Κύτταρο» της οδού Ηπείρου με τη συμμετοχή των Kubara Project + Kalogeraki Bros

** Πρώτη δημοσίευση: koutipandoras.gr

Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2024

Παρασκευή 11.10.2024: Μια συναυλία ιστορικής σημασίας παρακολουθήσαμε στο κατάμεστο Καλλιμάρμαρο

Φροντίσαμε να είμαστε στο Καλλιμάρμαρο ακριβώς στις 6 το απόγευμα, αφού η προσέλευση του κόσμου προβλεπόταν τεράστια και θέλαμε να προλάβουμε θέσεις σε κάποια κερκίδα κοντά στο stage. Τα καταφέραμε! Ήδη ακριβώς μια ώρα πριν την έναρξη της συναυλίας η αρένα μπροστά άρχισε να γεμίζει ασφυκτικά από νέα παιδιά, αλλά και ανθρώπους όλων των ηλικιών που κρατούσαν παλαιστινιακές και «πειρατικές» σημαίες (με τη νεκροκεφαλή). Λογικό και το πρώτο και το δεύτερο. Ο θάνατος ήταν η αιτία που μαζευτήκαμε όλοι εκεί, όχι μόνο των 57 ατόμων που χάθηκαν στα Τέμπη τον Φλεβάρη του 2023, μα και των χιλιάδων αμάχων που ακόμη ξεκλειρίζονται στη Λωρίδα της Γάζας. Στις 7 ξεκίνησε η συναυλία με τον Λουδοβίκο των Ανωγείων, που ήταν μια ευχάριστη έκπληξη, καθώς δεν είχε ανακοινωθεί η συμμετοχή του. 

Ο αγαπημένος τροβαδούρος βγήκε στη σκηνή για δεκαπέντε λεπτά, μέσα στα οποία τραγούδησε με το μαντολίνο του τη «Ριρίκα», ένα μοιρολόι από τα μέρη του, τα Ανώγεια, αλλά και μία μπαλάντα που έγραψε για την εθνική τραγωδία. Η σπαραξικάρδια ιστορία της «Ριρίκας» ήταν το κομμάτι που άνοιγε κάποτε το δίσκο του, «Μοιρολόγια» (1985), που είχε βγει από τον Σείριο του Χατζιδάκι, ενώ είχε επανακυκλοφορήσει στο άλμπουμ «Το τελευταίο τραγούδι» (2008). Με το «καλημέρα» της εκδήλωσης μνήμης, είχα την εντύπωση πως στο Καλλιμάρμαρο βρισκόταν και ο Μάνος Χατζιδάκις διαμέσου ενός δικού του «παιδιού» που εδώ και σαράντα χρόνια υπηρετεί μια τέχνη λιτή, ασκητική και άκρως επικοινωνιακή αν υποτεθεί πως το «τραγούδι του πόνου, πόνο άλλο δεν έχει» παρά μόνο συγκινεί μέχρι δακρύων τους αποδέκτες του. 

Στις 7.15 με την αποχώρηση του Λουδοβίκου των Ανωγείων από τη σκηνή, τη θέση τους πήραν οι Κοινοί Θνητοί, το συγκρότημα από το Αλιβέρι Ευβοίας. Με εντυπωσίασαν και με κέρδισαν, εμένα που δεν τό'χω με το χιπ χοπ, πρωτίστως για τη φύση της μουσικής τους και, φυσικά, για τους στίχους τους που τσάκιζαν κόκαλα! «Για εμάς το έγκλημα στα Τέμπη ήταν κρατική δολοφονία» είπε από μικροφώνου ο Αντώνης Μεϊμάρης εκ μέρους της μπάντας και εν είδει παρέμβασης στο μουσικό πρόγραμμα. Προηγουμένως, μαζί με τους Κοινούς Θνητούς τραγούδησε και ο Δημήτρης Μυστακίδης ένα κομμάτι που ένωνε τη ραπ με το ρεμπέτικο, αφού η μουσική των Κοινών Θνητών ήταν αυτή που - όπως ήδη είπα - κέρδισε τις εντυπώσεις. Στα τραγούδια τους που ακούσαμε, υπήρχαν στοιχεία από τη funk και τα blues μέχρι το ρεμπέτικο πάντα μέσα από το δικό τους χιπ χοπ ιδίωμα. Άσε που οι Κοινοί Θνητοί έχουν ρεύμα τα τελευταία δύο χρόνια που εμφανίστηκαν, κάτι που έγινε αντιληπτό χθες με χιλιάδες νέα παιδιά να τους σιγοντάρουν! Δεν γνωρίζω ποιος τους κάλεσε (άκουσα πως ήταν επιλογή του Θανάση Παπακωνσταντίνου), πάντως τους βρήκα τρομερά ταιριαστή «εισαγωγή» στη συγκεκριμένη συναυλία μνήμης και διαμαρτυρίας. 

Στις 8 ακριβώς ανέβηκε στη σκηνή ο Φοίβος Δεληβοριάς με το συγκρότημα του. Τι να πεις για τον Φοίβο που, αν και μεσουράνησε τις δεκαετίες του 1990 και του millennium, είναι απ' αυτούς τους τραγουδοποιούς που ανανέωσαν τη σχέση τους με το κοινό και ανακαλύφθηκαν εκ νέου. Θαυμάζω κι εγώ λοιπόν την πολιτική σκέψη του Δεληβοριά που καταφέρνει να την εμποτίζει πάντα με τις προσωπικές του ιστορίες, τις οποίες κάνει τραγούδια άμεσα και ευθύβολα, φροντίζοντας πάντα τον ήχο του. Πολύ σωστή η επιθυμία του να παίξει εκεί, μπροστά σε 50.000 κόσμου, την καινούργια μπαλάντα του, που έγραψε το προηγούμενο βράδυ - όπως είπε ο ίδιος - και που αφιέρωσε στους συγγενείς των θυμάτων. Έτυχε να καθίσω στην ίδια κερκίδα που κάθονταν και οι περισσότεροι χαροκαμένοι γονείς. «Δεν θα κάνω πίσω και δεν θα ξεχάσω/ θα σε πάρω εγώ, παιδάκι μου, όταν φτάσω»: Μ' αυτούς τους στίχους έκλεισε ο Φοίβος το τραγούδι του και ξαφνικά είδα ανθρώπους δίπλα μου, εκεί που πριν συζητούσαν μεταξύ τους, να έχουν σκύψει τα κεφάλια και να σκουπίζουν τα μάτια τους. Για μένα η κορυφαία στιγμή της βραδιάς, όταν ένα τραγούδι που κανείς δεν είχε ξανακούσει, πέτυχε να ενώσει τον κόσμο και να προκαλέσει τα πιο ευγενή συναισθήματα του. Παραδόξως ο Φοίβος δεν ενέταξε στο πρόγραμμα του την «Υβρεοπομπή» που θα ταίριαζε πολύ. Ορθότατα έπραξε κατά τη γνώμη μου. Δεν ήθελε προφανώς ένα τόσο χαβαλεδιάρικο τραγούδι, μες στα μπινελίκια, να επισκίαζε την καινούργια σπαρακτική μπαλάντα του. Τραγούδησε όμως τον «Καθρέφτη» του, μια δημιουργία που ακόμη κατατάσσω μέσα στα σημαντικότερα ελληνικά τραγούδια των τελευταίων 25 χρόνων. Η ίδια χατζιδακική αίσθηση που μου έβγαλε ο Λουδοβίκος των Ανωγείων, ίσχυσε και για τον Φοίβο Δεληβοριά, αφού ο νους μου έτρεξε στην «Παρέλαση» του από το 1989, τότε που ο μέντοράς του, Μάνος Χατζιδάκις, τον σύστηνε στη δισκογραφία. Για δες! Ένας δημιουργός που ξεκίνησε στα 16 του και που σήμερα, στα πενήντα του, κατάκτησε την κορυφή με σκληρή δουλειά και συνέπεια. Κάτι τέτοια εμένα με συγκινούν στους καλλιτέχνες που θεωρώ την παρουσία τους χρήσιμη για το κοινωνικό σύνολο. 

Ακριβώς στις 8.45 τον Δεληβοριά διαδέχτηκε η Τάνια Τσανακλίδου με τους μουσικούς - μουσικάρες της, σαν τον Σπύρο Μάνεση στο πιάνο και τον Κώστα Νικολόπουλο στις κιθάρες. Σταθερή αξία η Τσανακλίδου! Με ένα μακρύ φουλάρι στα χρώματα της παλαιστινιακής σημαίας και, κυρίως, με μιαν ηρεμία στο λόγο της, η δημοφιλής ερμηνεύτρια (ίσως η πλέον δημοφιλής ακόμη από τη γενιά της) επέλεξε να λειτουργήσει και ως (μετα)φορέας πολλών ακόμη δημιουργών που δεν μπόρεσαν να είναι στο Καλλιμάρμαρο: Ξεκίνησε με το «Γράμμα στον κύριο Νίκο» του Γιώργου Ανδρέου, συνέχισε με το αριστουργηματικό «Νανούρισμα» («προσευχή» το χαρακτήρισε) του Χρήστου Λεοντή και του Federico Garcia Lorca, μας θύμισε τις «Μοίρες» του Σταμάτη Κραουνάκη και της Λίνας Νικολακοπούλου, ενώ έκλεισε με τον «Ανθρωπάκο» των Γιώργου Χατζηνάσιου - Λευτέρη Παπαδόπουλου. Εκεί να δεις νεολαίους να τα σπάνε με τους στίχους «Θέλω να ζήσω ελεύθερος δίχως ταυτότητα πια». Η πιο επαναστατική νότα, όμως, στο απολύτως εναρμονισμένο με τη συναυλία ρεπερτόριο της Τσανακλίδου, ίσως και σε ολόκληρη την εκδήλωση, ήταν ο «Μικρόκοσμος» του Θάνου Μικρούτσικου σε στίχους Ναζίμ Χικμέτ. Η Τσανακλίδου που βρισκόταν σε μεγάλες φωνητικές φόρμες το έσκισε κυριολεκτικά το εν λόγω πολιτικό τραγούδι του Μικρούτσικου, ξεσηκώνοντας τα πλήθη στο στάδιο! 




Στις 9.15, μισή ώρα αφότου ανέβηκε στο stage, η Τσανακλίδου έδωσε τη θέση της στον Σωκράτη Μάλαμα, τον έναν από τους δύο...highlight καλλιτέχνες της βραδιάς. Περίπου ένα τέταρτο περιμέναμε μέχρι να στηθούν οι μουσικοί του και να φροντιστούν τα του ήχου, όταν όμως εμφανίστηκε ο Μάλαμας έδωσε το λόγο για λίγα λεπτά στη Μαρία Καρυστιανού, τη γυναίκα που βίωσε τη μεγαλύτερη τραγωδία στα Τέμπη μαζί και με τους άλλους γονείς. Εκεί να έβλεπες κλάμα από κάτω! Η Καρυστιανού μίλησε με οργή, πάθος και πόνο: «Όλη η Ελλάδα τραγουδάει τόσο δυνατά που σίγουρα ακουγόμαστε στους ουρανούς». Πραγματικά, όλη η Ελλάδα χθες είδε και άκουσε την Καρυστιανού να λέει πράγματα, τα οποία οδήγησαν σ' ένα παρατεταμένο χειροκρότημα, που έκανε ένα ολόκληρο Καλλιμάρμαρο να σειστεί απ' άκρη σ' άκρη! Αυτές οι Μάνες που είδαν τα παιδιά τους να σκοτώνονται από το κράτος και που επιδίδονται σ' έναν δύσκολο αγώνα είναι και οι Μάνες που ήδη έχουν αναγορευθεί σε σύμβολα δημοκρατίας στη σύγχρονη πολιτική ιστορία της χώρας μας. 

Μία ώρα ακριβώς, από τις 9.30 έως τις 10.30 το βράδυ, έπαιξε ο Σωκράτης Μάλαμας με τη μπάντα του και την Ιουλία Καραπατάκη στο τραγούδι. Τίποτα δεν άφησε απ' έξω απ' τα δεκάδες πιο κοσμαγάπητα τραγούδια του: Και την «Πριγκιπέσσα» είπε, και το «Να βάλω τα μεταξωτά», και το «Για την Ελλάδα», όταν όμως τραγούδησε την «Κοιλάδα των Τεμπών» του Θανάση Παπακωνσταντίνου, δεν μπορούσαμε να μη σηκωθούμε όλοι όρθιοι με ιαχές και επευφημίες! Άλλη τεράστια στιγμή της βραδιάς! Στο μεταξύ, με το που βγήκε ο Μάλαμας άρχισαν να γεμίζουν ασφυκτικά έως και οι διάδρομοι του Καλλιμάρμαρου που οδηγούσαν στις εξόδους. Κι εγώ πάλι σκεφτόμουν πώς θα ένιωσε αυτός ο καλλιτέχνης που ναι μεν γεμίζει όλους τους χώρους την τελευταία εικοσαετία, χθες όμως βρέθηκε μπροστά σε 50.000 ανθρώπους! Αυτός που το 1985 έγραφε στη Θεσσαλονίκη τις «Ασπρόμαυρες ιστορίες» του, μη μπορώντας να διανοηθεί την τροχιά που θα έπαιρνε η πορεία του στο ελληνικό τραγούδι. Βλέποντας τον χθες είχα την αίσθηση πως ο Μάλαμας είναι πια μια κατηγορία από μόνος του μέσα ακριβώς στο ελληνικό τραγούδι. 

Το ίδιο θα έλεγα και για τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, το «μεγάλο όνομα» της βραδιάς που - κακά τα ψέματα - πολλοί ήταν εκεί για να τον ξανάβλεπαν, μια και, όπως έχει δηλώσει, προτίθεται να σταματήσει τις συναυλίες του. Μαζί του τραγούδησαν και πολλοί άλλοι από το συγκρότημα του, ωστόσο η Μάρθα Φριντζήλα που κι αυτή βγήκε με παλαιστινιακή μαντίλα, ερμήνευσε συγκλονιστικά το «Θα με δικάσει» των Δημήτρη Λάγιου - Μιχάλη Μπουρμπούλη φέρνοντας μνήμες στους λίγο μεγαλύτερους από την «έντεχνη» Σωτηρία Μπέλλου και το μεγάλο τραγούδι των Ελλήνων δημιουργών. «Ας ήταν οι άνθρωποι ζωντανοί ανάμεσά μας κι ας μη γινόταν ποτέ αυτή η συναυλία» είπε ο Παπακωνσταντίνου προτού ενώσει τη φωνή του μ' αυτή του κόσμου στο «San Michele», στην «Ανδρομέδα», στον «Διάφανο», στα «Έρημα κορμιά» και σ' όλα τα τραγούδια του, που, με μια δόση υπερβολής τώρα - το ομολογώ, τον έχρησαν «Έλληνα Johnny Cash» για την στοιβαρή πολιτική του θέση και τη στήριξη του πάντα στους αδικημένους του κόσμου όλου. 

Μέχρι λίγο πριν τα μεσάνυχτα που αποχώρησα από το Καλλιμάρμαρο, περνώντας ανάμεσα από χιλιάδες όρθιους που είχαν κατακλύσει τους διαδρόμους, ο Παπακωνσταντίνου βρισκόταν ακόμη στο stage. Ευτυχώς βρήκα αμέσως ταξί και γύρισα στο σπίτι μου ταραγμένος με ότι είχα την τύχη να ζήσω για πέντε ολόκληρες ώρες. Όπως ακριβώς σχολίασε λίγες ώρες αργότερα και η Τάνια Τσανακλίδου σε ανάρτηση μου στο facebook: «Αδύνατο να κοιμηθώ»...Μήπως μπορούσα εγώ και τόσοι άλλοι που έκαναν viral στα social media τα πολλά βιντεάκια από τη μοναδική αυτή συναυλία; 

Αναλυτικά το πρόγραμμα είχε ως εξής:

19.00 - 19.15: Λουδοβίκος των Ανωγείων

19.15 - 20.00: Κοινοί Θνητοί

20.00 - 20.45: Φοίβος Δεληβοριάς

20.45 - 21.15: Τάνια Τσανακλίδου

21.30 - 22.30: Σωκράτης Μάλαμας με Ιουλία Καραπατάκη 

22.50 - 24.00: Θανάσης Παπακωνσταντίνου με Μάρθα Φρντζήλα

Και κάτι τελευταίο: Διαβάζω ήδη γκρίνιες για το ποιος ήταν πιο πολιτικός χθες, ποιος πιο ευαίσθητος κλπ. από ανθρώπους που έχουν γνώμη για τα πάντα και, φυσικά, δημόσιο βήμα μέσω των social media. Φαντάζεστε τι θα γινόταν αν ο Θανάσης και ο Σωκράτης έκαναν «κήρυγμα» από μικροφώνου (ειδικά ο Θανάσης), όπως κάνουν στις συναυλίες τους; Σκέφτηκε κανείς πως οι δύο αυτοί καλλιτέχνες βγήκαν στη σκηνή με το φόβο να αρχίσουν τα καπνογόνα και τα συνήθη έκτροπα από κάτω, που θα γίνονταν αφορμή για να αμαυρωθεί ο σκοπός της συναυλίας; Εκεί πήγαμε για να διαμαρτυρηθούμε μετά μουσικής και να αποτίσουμε φόρο τιμής σε 57 χαμένες ψυχές. Δεν πήγαμε για να τα σπάσουμε λες και βλέπαμε τους Sex Pistols και τους Clash. Εννοείται πως με τη συμμετοχή τους, ΟΛΟΙ οι καλλιτέχνες το σκοπό της διαμαρτυρίας και της ψυχαγωγίας υπηρετούσαν. Αυτό έφτασε για να τους κάνει πολιτικοποιημένους, όπως τους ξέρει και τους αγαπάει ο κόσμος επί σειρά δεκαετιών. Μην τα θέλετε όλα δικά σας, σεβασμός πρωτίστως στον ιερό σκοπό της συναυλίας και έπειτα σ' αυτούς τους ανθρώπους που ασκούν μια τέχνη με συνέπεια. Εμένα αυτή είναι η γνώμη μου. Ας κρατήσουμε το ότι συμμετείχαμε κι εμείς με την παρουσία μας σε μία συναυλία ιστορικής σημασίας, απ' αυτές που όταν τα χρόνια περάσουν, θα λέμε «Ήμουν κι εγώ εκεί»! Και δίκιο θά'χουμε! 

* Στη συναυλία παρευρέθηκαν ακόμη ο Γεράσιμος Ανδρεάτος, η Φωτεινή Λαμπρίδη, η Μυρσίνη Λοΐζου, ο Στέλιος Κούλογλου, ο Στέφανος Κασσελάκης, η Κυριακή Μάλαμα, η Δήμητρα Ματσούκα, ο Πέτρος Κόκκαλης, ο Σωκράτης Φάμελλος, ο Χάρης Τζωρτζάκης και πολλοί ακόμη εκπρόσωποι του πολιτικού και του καλλιτεχνικού χώρου.   

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2024

Μελίνα Κανά: «Πω, πω, τι σου είπα, μη νομίζεις ότι μιλάω παντού γι' αυτά»


Η συνέντευξη με τη Μελίνα Κανά πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του 2014 στον Χολαργό και δημοσιεύθηκε στο blog μου στο LIFO.gr - ήταν η δεύτερη από τις συνολικά τρεις συνεντεύξεις που μου έχει παραχωρήσει η ερμηνεύτρια μέσα σε μία εικοσαετία. Η πρώτη ήταν για το περιοδικό ΗΧΟΣ όταν είχε συνεργαστεί δισκογραφικά με τον Χρήστο Νικολόπουλο και η τρίτη για το koutipandoras.gr - ίσως αναδημοσιευθούν μια άλλη στιγμή εδώ και οι άλλες δημόσιες συζητήσεις μας. Θυμάμαι την Κανά πόσο όμορφα ντυμένη, μέσα στα χρώματα, είχε έρθει στο ραντεβού μας. Καθίσαμε σ' ένα καφέ εκατό μέτρα από το σπίτι της Λένας Πλάτωνος και κάναμε μία μεγάλη κουβέντα, η καταγραφή της οποίας ακολουθεί ευθύς αμέσως. Ακόμη βρίσκω τρομερά ενδιαφέρουσα τη συγκεκριμένη εξομολόγηση της Κανά που έδωσε και σε μένα την ευκαιρία να τη γνωρίσω καλύτερα. Απολαύστε την! 

Με τη Μελίνα Κανά, Ιανουάριος 2014, Χολαργός
Μου έλεγες πριν ανοίξει το μαγνητοφωνάκι ότι δεν μπορείς τις ψηφιακές φωτογραφίες πια. Θες να επεκταθείς;

Δεν την αποκηρύσσω την ψηφιακή φωτογραφία, δεν έχω κάτι μαζί της, απλά δεν είμαι άνθρωπος εξοικειωμένος μ' αυτό το είδος τεχνολογίας. Πέρα απ' αυτό, μου λείπει η τυπωμένη φωτογραφία, γιατί την ψηφιακή την αποθηκεύεις, την ''κατεβάζεις'' ή την τυπώνεις στην καλύτερη περίπτωση. Παλιά, άνοιγα να πάρω κάτι από ένα συρτάρι και έπεφταν οι φωτογραφίες χύμα, ξέρεις, αυτές που δε χωρούσανε στο άλμπουμ, και σταματούσε ο χρόνος. Έμπαινα κι εγώ μεσ' στις φωτογραφίες κι έλεγα ''Αχ, που είναι αυτή τώρα;'', θυμόμουν μια κατάσταση, έναν φίλο...

Που δεν είναι πια εν ζωή...

Ίσως, ναι, αλλά μπορεί και να ζει και να πούμε να τον πάρουμε ένα τηλέφωνο για να δούμε τι κάνει ο άνθρωπος. Έτσι έρχεται κι η επαφή! Αυτό μού'χει λείψει, το ομολογώ!

Θα έλεγες ότι το ίδιο ισχύει και στη μουσική; Εννοώ τη μετάβαση από το cd στο downloading πλέον.

Κοίτα, αυτός ο εφιάλτης με τα cd είχε παραγίνει. Είχε γεμίσει το σπίτι cd και δεν ξέραμε τι να τα κάνουμε, οπότε η ηλεκτρονική μορφή καταχώρησης το έσωσε όλο αυτό. Υπάρχει και η αρνητική πλευρά: Επειδή τά'χεις όλα σπανίως ψάχνεις να βρεις κάτι συγκεκριμένο. Εγώ όταν θελήσω ν'ακούσω μουσική, αποζητώ μιαν άλλη διάθεση. Η διάθεση με οδηγεί, ούτε το είδος, ούτε το ύφος της μουσικής.

Χρησιμοποιείς email, ασχολείσαι με τα κοινωνικά δίκτυα;

Λίγο, όχι πολύ, είμαι παλαιών αρχών.

Δεν είσαι όμως τεχνοφοβική.

Όχι βέβαια, ίσα – ίσα που χαίρομαι να βλέπω ανθρώπους εξοικειωμένους με την τεχνολογία, τους καμαρώνω.

Μελίνα, πόσα χρόνια τραγουδάς επαγγελματικά;

Τραγουδάω από 22 ετών, τώρα είμαι 47, άρα 25 χρόνια αισίως.

Και όπως όλες οι τραγουδίστριες, από μικρή που ήσουν, έτσι;

Τραγουδούσα συνέχεια, σε βαθμό εκνευριστικό! Μέχρι που η γιαγιά μου, με την οποία περνούσα πολλές ώρες, μού'λεγε ''φτάνει, παιδί μου, πόνεσε το κεφάλι μου'' (γέλια). Κι έτσι, έμαθα να παίζω μουσική μεσ' στο δικό μου κεφάλι για να μην τραγουδάω, δηλαδή έπαιζα κρουστά με τα δόντια και έκανα ήχο με τη μύτη για ν' ακούω μόνο εγώ.

Τραγουδάς ακόμη κι όταν είσαι μόνη μου;

Ναι. Η σχέση μου με το τραγούδι δεν είναι πολλή, αλλά είναι ουσιαστική. Έχω ερωτική και όχι συζυγική σχέση με το τραγούδι. Δε μπορώ να τραγουδώ κάθε μέρα, το παραδέχομαι, με κουράζει.

Μπροστά στο κοινό;

Και χωρίς κόσμο! Για να τραγουδώ θέλω να το αναζητώ ή να μου το προξενεί κάτι, όπως ένας ξαφνικός έρωτας, ένα βλέμμα.

Αδερφή σου είναι η Λιζέτα Καλημέρη, επίσης τραγουδίστρια. Ο μπαμπάς, η μαμά, είχαν έφεση στη μουσική;

Και οι δύο γονείς μου ήταν από οικογένειες καλλίφωνες και με μουσικό αισθητήριο. Ο μπαμπάς μας από Χαλκιδική, οπότε κουβαλούσε το στοιχείο της μακεδονίτικης παράδοσης, αλλά και της βυζαντινής, λόγω του Αγίου Όρους που πήγαιναν ως παιδιά. Η οικογένεια της μάνας μας ήταν από την Ήπειρο με τη γνωστή μουσική παράδοση, οπότε στις οικογενειακές συνευρέσεις τραγουδούσαν σχεδόν όλοι.

Ως κορίτσι κι εσύ, όμως, θα μεγάλωσες και με ροκ μουσική.

Και με το ροκ, βέβαια, αλίμονο. Με τους Smiths, με τους Cure, αυτή τη σκηνή. Υπήρχαν οι παρέες της εφηβείας, οι γειτονιές της Θεσσαλονίκης και γενικά εφηβεία χωρίς ροκ δε μπορούσαμε να τη διανοηθούμε.

Ανυπομονώ ν'ακούσω πως μπήκες στη δισκογραφία με τον Νίκο Μαμαγκάκη.

Ξεκίνησα από το ''Πλατό'' της Θεσσαλονίκης. Εκεί μ' άκουσε ο Νίκος ο Παπάζογλου – τον χάσαμε κι αυτόν -, ο οποίος ήξερε μέσω της Lyra πως ο Μαμαγκάκης έψαχνε μια νέα τραγουδίστρια για τα καινούργια τραγούδια του. Έτσι έγινε και κάναμε με τον Μαμαγκάκη τα ''Μυστικά τραγούδια''. Αγαπημένος! Έφυγε κι αυτός...

Ωστόσο, το μπαμ το έκανες με ένα από τα ωραιότερα ελληνικά τραγούδια, το ''Να βάλω τα μεταξωτά'' του Σωκράτη Μάλαμα και του Γιάννη Τσατσόπουλου.

Είχα την τύχη να με πάρει μαζί του ο Νίκος Παπάζογλου σε μια καλοκαιρινή περιοδεία, όπου στο team των μουσικών του γνώρισα τον Μάλαμα. Εγώ τότε ήμουν εντελώς άπειρη και άγνωστη, αλλά είχα τρομερή όρεξη και ενθουσιασμό να μπω μέσα σ' όλο αυτό το πράγμα. Με έπλασε η επαφή μ'αυτούς τους ανθρώπους που είχαν καθαρή ματιά και ήξεραν να πουν τα όχι τους. Μου έστρωσαν όχι μόνο ένα μουσικό, αλλά και ένα κοινωνικό μονοπάτι, αν θέλεις.

Όταν έγραφες τα ''Μεταξωτά'' στο στούντιο, διέβλεπες το πόσο πολύ θα το αγαπούσε ο κόσμος;

Όχι, γιατί δεν είχα καμιά σχέση με το πάρε – δώσε της αγοράς και δεν ήξερα ποιο τραγούδι μπορεί ν' αρέσει ή να μην αρέσει στον κόσμο. Αυτό βεβαια που μπορώ να πω με βεβαιότητα είναι ότι κέρδισε εμένα μόλις το πρωτοάκουσα, μου άρεσε πάρα πολύ και μάλιστα είπα στον Σωκράτη ''Θα μου δώσεις εμένα τέτοιο τραγούδι; Πως δεν το κρατάς για σένα που το λες τόσο ωραία;'', γιατί απ' αυτόν το πρωτοάκουσα. Και μου είπε ''Το έφτιαξα για σένα αυτό το τραγούδι, τη φωνή σου άκουγα''.

Πες μου την ιστορία με τους στίχους του εν λόγω τραγουδιού. Δεν ήταν αλλιώς μελοποιημένοι αρχικώς;

Έτσι είναι! Η Ντόρα Ρίζου της τότε Lyra μας έφερε τον Γιάννη Τσατσόπουλο, ο οποίος είχε δώσει αυτούς τους στίχους σε άλλον συνθέτη της Θεσσαλονίκης που τους είχε μελοποιήσει φυσικά αλλιώς. Εμένα δεν μου πολυπήγαινε εκείνη η μουσική και η Ντόρα πρότεινε να δώσει τα λόγια στον Σωκράτη, ξέροντας πως θα μου έφτιαχνε ωραία τραγούδια. Με εκτιμούσε ως τραγουδίστρια ο Σωκράτης, όπως κι εγώ είχα πάθει πλάκα με τις ''Ασπρόμαυρες ιστορίες'' του!

Να ένας υπέροχος ελληνικός ροκ δίσκος!

Βέβαια, ένας πολύ ωραίος ελληνικός ροκ δίσκος, όπως το λες, χωρίς να αμερικανίζει ή να δανείζετα εκφραστικά στοιχεία απ' άλλους πολιτισμούς. Και στην παραγωγή πάλι ο Παπάζογλου.

Από κει και πέρα, ξεκινά το μεγάλο ταξίδι σου και οι συνεργασίες σου με σπουδαίους τραγουδοποιούς και συνθέτες: Νίκος Ξυδάκης, Θανάσης Παπακωνσταντίνου, Λουδοβίκος των Ανωγείων...

Νίκος Κυπουργός, Κώστας Παρίσης, Θοδωρής Παπαδόπουλος, Ηλίας Λιούγκος, Παντελής Θαλασσινός, Νικολόπουλος και πολλοί άλλοι.

Εκεί πια θά'χες μπει καλά στο πάρε – δώσε της αγοράς και θα επέλεγες που θα έλεγες ναι ή όχι, υποθέτω.

Κοίτα, άρχισα να περνάω ένα σοκ με ότι συνέβαινε, όχι απ' τα ''Μεταξωτά'' και μετά, αλλά κι απ' τον Μαμαγκάκη, που τον λάτρευα από τη μουσική του στην ''Εκδρομή'' του Κανελλόπουλου κι ήταν σα νά'βρισκα το παραμύθι μου όταν τον συνάντησα. Ήταν ένα σοκ όλη η αγάπη του κόσμου και να φτάσω στο σημείο να λέω ''η Μελίνα είμαι που τραγουδώ και με αποδέχονται''. Αφού είχα ξεκινήσει για φιλόλογος, καμιά σχέση μ' αυτό που λένε επαγγελματισμός και τραγούδι.

Έφτασες σε σημεία πνευματικής ανισορροπίας στο πλαίσιο μιας εσωτερικής διαδρομής;

Βέβαια, βέβαια. Πάρα πολλές φορές ήρθα σε κόντρα με το εξωτερικό περιβάλλον. Άκουγα μία φωνή μέσα μου και όχι αυτό που μού'λεγε ο περίγυρος όσο αγαθά και να ήταν διακείμμενος. Σέβομαι και αγαπώ το τραγούδι, πιστεύω ότι και επαγγελματίας τραγουδίστρια να μην ήμουν πάλι θα τραγουδούσα, αλλά υπάρχουν κι άλλα πράγματα που θέλω να προσέχω στη ζωή μου. Αυτό που είπες πριν, η εσωτερική διαδρομή, αυτό το χωράφι που είτε το σκάβουμε και το καλλιεργούμε, είτε το παραμελούμε.

Την ψυχή, ε;

Την ψυχή, τον πυρήνα μας, ψυχή θες να το πεις; Εγώ και κατάθλιψη έπαθα, και στον εαυτό μου κλείστηκα και δεν ήθελα να δω κανέναν. Η δική μου ανισορροπία έχει δύο πόλους, δηλαδή έχω και μια πλευρά που μπορεί να κάνω πράγματα τρελά, έντονα, ακαταλαβίστικα για τους άλλους. Ακραία!

Ωραία ειν' αυτά, μ' αρέσει!

Και μένα μ' αρέσει!

Ίδιον του ορίτζιναλ καλλιτέχνη, λες;

Κοίταξε, οι καλλιτέχνες ανέκαθεν ήταν άνθρωποι με πιο ιδιαίτερες κεραίες. Αυτό όμως τους κάνει πιο ευάλωτους απέναντι σε καταστάσεις δραματικές και δύσκολες για όλους, όχι μόνο για τους καλλιτέχνες. Η ζωή η ίδια έχει τον τρόπο να σε φέρει σε αδιέξοδα. Και μπορει να συμβαίνει σ' έναν άνθρωπο στην απέναντι πολυκατοικία και να μην παίρνουμε χαμπάρι, σ' έναν άνθρωπο που δεν έχει καμιά σχέση με το ίματζ, με την τηλεόραση, με το χειροκρότημα, με όλα τα αποπροσανατολιστικά στοιχεία. Δυστυχώς ο τρόπος που ζούμε και η εποχή ευνοεί τις ψυχασθένειες. Όλες όμως οι εποχές είχαν δυσκολίες για τους ανθρώπους τους. Δε λέω όχι στις ψυχικές διαδρομές, ο καθένας χαράζει την πορεία του, αλλά η επέμβαση της κοινωνίας στον ψυχισμό του ανθρώπου είναι ένα θέμα προς συζήτηση. Πολλοί άνθρωποι, οι οποίοι ήταν ''φεύγα'' και που ταυτόχρονα είχαν ένα δημιουργικό κομμάτι, έτυχε να ζήσουν σε κοινωνίες που με ευγένεια και υπομονή είδαν τη θετική πλευρά τους. Που προσπάθησαν να τους κάνουν να φέρουν τα δώρα τους, γιατί οι άνθρωποι αυτοί σίγουρα φέρουν κάτι. Αν έχεις βέβαια τα αυτιά να τους ακούσεις και τον κώδικα να επικοινωνήσεις και όχι να τους πλακώσεις στα φάρμακα για να τους εξισώσεις με κάτι, το οποίο τι είναι; Τι θες να τους κάνεις; Ίδιο με τι;

Με τη Μελίνα Κανά στον «Μπλε Παπαγάλο» του Μεταξουργείου, Ιούνιος 2022
Εγώ μαζί σου είμαι αν και θα μας ξεφώνιζε άνετα ένας κλασικός ψυχίατρος...

Πέρα απ' τις παθογόνες περιπτώσεις, απ' τη μήτρα τους, που λένε, που το άτομο θα νοσήσει γιατί είναι έτσι δυστυχώς κι όταν λέω θα νοσήσει, εννοώ δε θα χωρέσει στα κοινωνικά πλαίσια που ζει, υπάρχουν κι άλλοι που τους χαστουκίζει η ζωή: θες χρεοκοπία, θες ερωτικός χωρισμός, θες ατύχημα, θες ξαφνικός θάνατος, θες αναπηρία, χίλια δυο μπορώ να σου βρω, που οι άνθρωποι χάνουν τη γη κάτω απ' τα πόδια τους και τρελαίνονται. Γιατί δηλαδή μας πλακώνουν στα χάπια και δε μπορούμε να σηκώσουμε κεφάλι; Κάτι άλλο θέλει...(σκύβει το κεφάλι)

Στα 90s φάνηκε σα να πήρες τη σκυτάλη απ' τις μεγάλες τραγουδίστριες της Μεταπολίτευσης, υπηρετώντας ένα λαϊκό έντεχνο τραγούδι. Ούσα παραγωγική ακόμη, πως βλέπεις σήμερα εκείνη την εποχή εξ αποστάσεως πλέον;

Χαίρομαι γιατί δεν είχα πλήρη συνείδηση του τι είναι να βυθίζομαι μεσ' στα τραγούδια και στον εαυτό μου. Υπήρξα τυχερή γιατί μου έπεσαν ωραία τραγούδια του Θανάση, του Σωκράτη, του Σέμση, του Ξυδάκη.

Θα χτύπαγε κάθε λίγο και λιγάκι το τηλέφωνο σου για συνεργασίες, έτσι;

Όντως, ήμουν αρκετά επιθυμητή στους τραγουδοποιούς. Νιώθω πολύ ευχαριστημένη με ότι έκανα. Και είμαι και χορτάτη! Περιέργως, πώς; Δεν έχω πρεμούρα να βρω το καινούργιο, γιατί το υλικό πού'χω τραγουδήσει δεν παλιώνει με τίποτα. All time classic, αλλά και σημερινό θα έλεγα.

Δεν έχεις άδικο. Απ' τα χρόνια του ΄60 ακούμε ακόμη τη ''Δραπετσώνα'' του Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι κ.α. Απ' τα 90s, όμως, έμειναν τα ''Έρημα κορμιά'', το ''Αερικό'', η ''Φεϊρούζ''.

Άφησε τραγούδια αυτή η εποχή: Παντελής Θαλασσινός, Γιώργος Ανδρέου, ο Αλκίνοος, ο Γιώργος Καζαντζής, ο Περίδης, ήταν η χρυσή 15ετία που έγιναν όμορφα πράγματα. Κι εγώ θα πάω λίγο πιο πίσω ακόμη, στον Παπάζογλου, στους Χειμερινούς Κολυμβητές, στον Γιάννη Αγγελάκα με τις Τρύπες λίγο...

Γιατί λίγο; Πολύ πες!

Γιατί ο Γιάννης ήταν πιο ροκ...

Και διαχώρησε τη θέση του από το έντεχνο;

Καλά έκανε! Αυτές οι ταμπέλες ας φύγουν, για μένα υπάρχουν μόνο το παλιό και το καινούργιο. Και ξέρεις, το παλιό ακόμη γεννιέται. Υπάρχουν παραγωγές που γίνονται σαν παλιές.

Τι εννοείς ακριβώς;

Η φιλοσοφία τους. Η νοοτροπία τους. Θυμήσου τις ''Μέλισσες'' του Καζαντζή και της Φωτάκη με τη Βελεσιώτου, ένα υπέροχο λαϊκό τραγούδι δυο-τρία χρόνια πριν. Το ότι θυμίζει παλιό τραγούδι δεν το φτωχαίνει, αλλά του δίνει κληρονομιά, ρίζες.

Θα έθετες εαυτόν εντός της λεγόμενης εντεχνίλας που πολλοί σνομπάρουν σήμερα;

Υπήρχε εντεχνίλα, ναι. Εφόσον υπήρξα ένας άνθρωπος που ασχολήθηκε με το είδος, έχω κι εγώ την ευθύνη μου μάλλον, αλλά κάποιοι το πήραν είδηση και κουνήθηκαν. Εγώ δεν ξέρω κανέναν από μας που να λέει τον εαυτό του έντεχνο. Απ' έξω το ακούμε. Θέλει προσοχή και ανοιχτό μυαλό ν'ακούσεις τον άλλον που θα σου πει ''επ, μην κολλάς, πήγαινε παραπέρα'', διότι κάποιοι κάθονται σ' ένα είδος που έκαναν και πριν 20 χρόνια και το λιβανίζουν.

Είναι φοβερό πάντως που όταν ''χώρισες'' με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, οι φαν σας είχαν σκάσει...

Μα με τον Θανάση δεν κάναμε καθόλου live μαζί. Σμίξαμε στις αρχές λίγες μέρες Θεσσαλονίκη και λίγες Αθήνα. Αυτό ήταν όλο! Και πέρσι που παίξαμε μία στη Θέρμη στη Θεσσαλονίκη και μία στο Βράχων στην Αθήνα. Εξαιρετικές βραδιές!

Άρα σας ταύτισε τόσο πολύ το κοινό δια της δισκογραφίας.

Τό'χω εισπράξει αυτό. Και με τον Σωκράτη συνέβη το ίδιο. Τα τραγούδια το έκαναν αυτό και το πως εγώ εκφράστηκα μέσα από τη δημιουργία τους. Η σχέση αυτή ανήκει στον κόσμο. Κι εδώ συνέβη κάτι πρωτοφανές: Ο καλλιτέχνης συνήθως κάνει πολλά κι ο κόσμος εισπράττει λίγα. Εμείς κάναμε ένα κι ο κόσμος πήρε πολλά. Χαλάλι τους!

Ωστόσο, έχεις τραγουδήσει και Μίκη Θεοδωράκη.

Ναι, το ''Αστέρι μου – φεγγάρι μου'' και ''Στα περβόλια''. Είχα την τύχη να τον γνωρίσω μ' αυτή την αφορμή. Εκθαμβωτικός! Σεβάσμιος, Ιερός!

Και Χατζιδάκι, όμως, τραγουδάς στα live σου, το ''Περί πάθους'' απ' τον ''Κοινό Βίο'' σε ποίηση Χρονά.

Απ' τα αγαπημένα μου!

Πάντα ήθελα να ρωτήσω μια τραγουδίστρια με τόσο έντονη θηλυκότητα σαν εσένα πως είναι να τραγουδάς ένα τραγούδι σε gay ποίηση.

Μα ένας gay συνήθως έχει έντονη θηλυκότητα. Εγώ είμαι γυναίκα. Ένας gay υπηρετεί το κομμάτι της γυναικείας υπόστασης. Κι εγώ υπηρετώ την ερωτική του επιθυμία, τραγουδώντας. Ως στρέιτ γυναίκα, μου είναι πολύ οικεία η γυναικεία φύση, αλλά ερωτικά – σεξουλικά ξέρω την ανδρική φύση καλύτερα.

Σε βλέπω σήμερα πολύ κομψά ντυμένη, μια κούκλα. Σ' απασχολεί η θηλυκότητα σου;

Σ' ευχαριστώ (χαμογελάει) Δε με απασχολεί, μ' αρέσει να είμαι όμορφη. Είμαι προικισμένη σ' αυτό, δεν έχω παράπονο απ' την εμφάνιση μου. Αυτό όμως έχει και ένα βάρος, γιατί οι άνθρωποι αντιδρούν απέναντι του.

Θες να πεις ότι η ωραιότητα σνομπάρεται ως υποδεέστερη;

Οι άνθρωποι είναι έτοιμοι συχνά να την σνομπάρουν, να την πατήσουν χάμω. Υπάρχει ένας φασισμός του μέτριου.

Είσαι και μητέρα μέσα σ' όλα τ'άλλα.

Ναι, η κόρη μου είναι στα 20, σπουδάζει νηπιαγωγός στο δεύτερο έτος.

Το ήθελες ένα παιδί ή σου προέκυψε;

Ήθελα πάντα να κάνω οικογένεια, από μικρή.

Ολοκλήρωση είναι η οικογένεια ή η μητρότητα;

Η μητρότητα. Όταν βέβαια μπορεί να λειτουργήσει σ' ένα υγιές οικογενειακό πλαίσιο, τα αποτελέσματα είναι θαυμαστά. Η οικογένεια σήμερα βάλλεται από την κοινωνία την ίδια και το life – style. Απ' την άλλη έχω δει και οικογένειες που τελούν υπό καθεστώς σαρκοβόρας αγάπης και κατασπαράζουν τα παιδιά τους. Οικογένεια δεν είναι να επωμιστείς εσύ τις αδυναμίες μου, αλλά να είμαστε κι οι δυο δυνατοί και ανεξάρτητοι.

Σε ένα δίσκο του Λουδοβίκου των Ανωγείων που συμμετείχες κι εσύ, σε ένα τραγούδι παρομοιάζεται η αγάπη της μάνας με φυλακή δίχως πόρτα.

Η μητρική είναι η απόλυτη ανιδιοτελής αγάπη που πλησιάζει την αγάπη του θεού για την πλάση. Όλη αυτή η πρεμούρα του που είναι το παιδί τους και τι κάνει τώρα, δε μου δείχνει αγάπη, αλλά έλεγχο. Νομίζουμε ότι μπορούμε να έχουμε τον έλεγχο.

Απέναντι στο παιδί;

Απέναντι σε κανέναν, ούτε στον ίδιο τον εαυτό μας.

Πρεσβεύεις δηλαδή την απόλυτη ελευθερία.

Βεβαίως. Μόνο ο δρόμος της ελευθερίας οδηγεί στην αγάπη. Δεν ξέρω άλλον. Και επειδή λόγω δουλειάς έλειψα πολύ από κοντά της, τον πόνο της έλλειψης της κόρης μου τον ένιωσα εδώ, στο διάφραγμα, ανάμεσα στο στήθος μου. Η ενοχή μου έγινε φλόγα που με έκαιγε. Δέχτηκα όμως ότι δεν είναι ανθρωπίνως δυνατό να ξέρω ανά πάσα στιγμή τι κάνει το παιδί μου, όπως δε μπορώ να ξέρω τι σκέφτεται ο δίπλα μου και τι έχει στο μυαλό του. Δεν ήθελα να βλέπω ότι μεγαλώνω το παιδί μου, αλλά έναν καινούργιο άνθρωπο.

Ας πάμε λίγο στο άλμπουμ ''Juke – Box''. Πως αισθάνθηκες την ανάγκη να ηχογραφήσεις τραγούδια της πίστας;

Ξεκίνησε η επιθυμία από ένα πρόγραμμα που έκανα στα ''13 Φεγγάρια'' με τον Γιάννη Χαρούλη μάλιστα στα πρώτα του βήματα. Εγώ λοιπόν, επειδή είμαι καψοκαλυβού – έτσι με φωνάζει η αδερφή μου...

Που θα πει;

Κατηγορία μοναχών που κάποια στιγμή καίνε το καλύβι τους, τα υπάρχοντα τους, για να μη δένονται με την ύλη και ξεκινούν απ' την αρχή. Εγώ έχω μια τάση να ανατρέπω την εικόνα μου. Από μικρή το κάνω αυτό, μεταμφιέζομαι, μ' αρέσουν τα προσωπεία. Ότι και να έλεγα, λοιπόν, για μια περίοδο, όλοι περίμεναν να μ' ακούσουν σε Μάλαμα και Παπακωνσταντίνου. Εκεί είδα και τα όρια της εντεχνίλας που λέγαμε πριν, αφού πολλοί έντεχνοι όταν τέλειωνε το πρόγραμμα τους θέλανε και να πάνε να τα χώσουν σ' ένα σκυλάδικο. Ήμουν και στα δύο. Ήθελα να δω την πιο άμεση επικοινωνία με τον κόσμο. Έτσι έβαλα στο πρόγραμμα μου τραγούδια λίγο πιο λούμπεν λαϊκά, όχι δηλαδή του στυλ ''Το πέλαγος''. Φτάνει! Τότε οι έντεχνες τραγουδίστριες τολμούσαν να πουν μέχρι ''Κι αν κάνω άτακτη ζωή'', να υπαινιχθούν δηλαδή την αλητεία. Ε, εγώ ήμουν λίγο πιο θρασύς, ας πούμε. Υπ' όψιν, ο δίσκος αυτός μού'φερε και ένα άλλο κοινό, όχι έντεχνο. Γιατί έντεχνο είναι και το κοινό, όχι μόνο οι τραγουδιστές.

Καψοκαλυβού σε λέει η Λιζέτα, το Άγιο όρος αναφέρθηκε στη συζήτηση μας, δε μπορώ να μη σε ρωτήσω: θεωρείς τη θρησκεία ανάγκη βαθύτερη ή αποκούμπι του ανθρώπου;

Και τα δύο. Σεβαστά!

Πιστεύεις;

Το ''Πιστεύω'' είναι μεγάλη κουβέντα. Θέλω να πιστεύω κι η πίστη ξεκινάει εκεί που τελειώνει η λογική, το σίγουρο, το διαπιστωμένο.

Θα ήλπιζες σ' ένα θαύμα;

Πιστεύω στα θαύματα.

Από προσωπική εμπειρία;

Ναι...

Θες να μου πεις;

Κοίταξε, αρρώστησα, έκανα μπαλονάκι στην καρδιά και μια πολύ δύσκολη επέμβαση στον αυχένα για να μη μείνω παράλυτη. Από μικρό κορίτσι είχα μια πολύ ιδιαίτερη σχέση με την Παναγία (σταματάει) Θα βάλω τα κλάματα τώρα...Το ομολογώ και δε σηκώνω και αντίρρηση, την έβλεπα τη βοήθεια της. Και όχι μέσα από τον ουρανό, αλλά από ανθρώπους δίπλα μου, από συνθήκες. Στο έμφραγμα, μετά το μπαλονάκι, από ένα λαθάκι μου τρύπησαν και φλέβα μαζί με την αρτηρία στο πόδι και η αιμορραγία ήταν τρομερή. Αφού ο γιατρός φώναξε βοήθεια, δεν άντεχε άλλο να με πιέζει για να σταματήσει το αίμα. Αρχίζω να χάνω τις αισθήσεις μου, ζαλισμένη, εξαντλημένη, κι ο γιατρός να με εκλιπαρεί ''Σας παρακαλώ, κυρία Κανά, μην κοιμηθείτε, δεν πρέπει να χάσετε τις αισθήσεις σας, σκεφτείτε κάτι ευχάριστο''. Τι ευχάριστο να σκεφτόμουν που ένιωθα ότι πεθαίνω; Άρχισα τότε να λέω ''Παναγία μου, Παναγίτσα μου, βοήθησε με'' και ότι προσευχές μου έρχονταν, ''Χριστός ανέστη εκ νεκρών'' ξέρω γω...Κι ο γιατρός να λέει ''Τώρα, τώρα, αυτό σκεφτείτε, αυτό'', διότι η βελόνα στο μηχάνημα άρχισε να κινείται. Τι να πω; Αυθυποβολή; Προσευχή!

Μελίνα Κανά, εδώ νομίζω ότι η συνέντευξη μας έλαβε τέλος.

Πω, πω, τι σου είπα, μη νομίζεις ότι μιλάω παντού για όλα αυτά, τι μ' έπιασε; Να το γράψεις αυτό!

*Οι φωτογραφίες της Μελίνας Κανά είναι του Αλέξανδρου Ακρίβου