Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΛΗ ΚΑΛΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΑΛΗ ΚΑΛΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2024

Γιώργος Πάντζας: «Ναι, έχω γαλήνη μέσα μου, αλλά όχι σε...slow motion»


Διαβάζω το προεκλογικό φυλλάδιο που μου έδωσε ο ίδιος: Κάτω από τη φωτογραφία και το ονοματεπώνυμό του, αναγράφεται πρώτη – πρώτη η ιδιότητα «Ηθοποιός» και αμέσως μετά «Υποψήφιος Βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ Δυτικής Αττικής». Μα, ποιος δεν ξέρει τον Γιώργο Πάντζα που μας έχει χαρίσει πολύ γέλιο μέσα από τις κινηματογραφικές ταινίες του, οι οποίες δεν έχουν πάψει να προβάλλονται από την τηλεόραση; Όχι πως δεν ήταν εξίσου γνωστή η έντονη πολιτικοποίησή του. Από τα γεννοφάσκια του, θα έλεγα, τώρα που τον γνώρισα προσωπικά και είχα την ευκαιρία να μου αφηγηθεί όλη του τη ζωή. Γιος ενός αντιστασιακού ποιητή, του Σπύρου Πάντζα, που γνώρισε την αγριότητα του κράτους (και του παρακράτους) της δεξιάς σ’ αυτόν τον τόπο, ο Γιώργος μεγάλωσε με το όνειρο να γίνει ηθοποιός. Κι αν και τα κατάφερε μια χαρά, ποτέ δεν ξέχασε το πολιτικό οικογενειακό του υπόβαθρο. Αυτό που τον έφερε κοντά στον Ανδρέα Παπανδρέου από την εποχή που φτιαχνόταν το ΠΑΣΟΚ με το όραμα της Αλλαγής και που σήμερα τον έκανε να συστρατευθεί με τον ΣΥΡΙΖΑ. «Έφυγα από το ΠΑΣΟΚ το 1996 που πέθανε ο Ανδρέας, αφού για μένα αυτός ήταν το ΠΑΣΟΚ» εξομολογείται στη συνέντευξη που θα διαβάσετε. Ο Γιώργος Πάντζας κατοικεί με την οικογένεια του σ’ ένα πανέμορφο σπίτι στα ψηλά της Καλλιτεχνούπολης, στη Ραφήνα, απ’ όπου η θέα είναι εντυπωσιακή. «Το μοναδικό περιουσιακό μου στοιχείο είναι το σπίτι αυτό» νιώθει την ανάγκη να μου πει σ΄ ένα άλλο σημείο της συζήτησής μας. Δίπλα του, πάντα η κυρία Στέλλα, η αγαπημένη σύζυγός του, που είναι μαζί από τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Τον συνάντησα ευδιάθετο και ναι, θα το πω, άνευ ηλικίας, σαν να έβλεπα έναν άνθρωπο άχρονο. Μου φαινόταν σχεδόν παράδοξο να τον ακούω να μιλάει για ιστορίες από τη δεκαετία του 1950 ή να πέφτουν στο τραπέζι ονόματα «αρχαία», σαν του Αυλωνίτη, του Σταυρίδη και του Κωνσταντάρα. Αυτές είναι, όμως, οι περγαμηνές του Γιώργου Πάντζα, ενός καλλιτέχνη δουλευταρά καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του κι ενός ανθρώπου με περιεχόμενο.


Πότε συνειδητοποιήσατε την τάση αυτής της εμπλοκής σας με τα κοινά;

Από έξι – εφτά χρονών. Ήμουν πάντα κοντά στους ανθρώπους και τα προβλήματά τους, που δεν ήταν μόνο δικά τους, αλλά και δικά μου. Ο πατέρας μου ήταν για δεκαεφτάμισι χρόνια εξορία, εγώ τελείωσα νυχτερινό γυμνάσιο γιατί δεν είχαμε τα βασικά και σ’ όλη μου τη ζωή, τόσο με το θέατρο και τον κινηματογράφο, όσο και με τα πολιτικά, πάντα με τον άνθρωπο ασχολούμουν. Ήθελα όλοι να ζουν ανθρώπινα και με αξιοπρέπεια. Αυτός ήταν ο στόχος της ζωής μου, και επαγγελματικά, και ιδεολογικά.

Όταν λέτε «από έξι – εφτά χρονών», είναι μια πολύ καθοριστική ηλικία.

Είχα κλείσει τα εφτά μου, όταν τον Δεκέμβρη του ΄44 έγινε το μεγάλο συλλαλητήριο στην πλατεία Συντάγματος και τότε είχαν κατέβει όλες οι οργανώσεις του ΕΑΜ κι εγώ ήμουν αετόπουλο. Ο πατέρας μου ήταν πολιτικός καθοδηγητής Ανατολικών συνοικιών. Τον έχω δει με βγαλμένα νύχια στα χέρια επί Κατοχής, μαχαιρωμένο με ξιφολόγχη επίσης, πέντε μήνες ετοιμοθάνατο στο νοσοκομείο, από Χίτες και Ιταλούς φασίστες μαζί. Τα ζούσα στο πετσί μου. Σε εκείνο το συλλαλητήριο ήταν περίπου 300.000 άνθρωποι κι απ’ όλα τα γύρω κτίρια αγγλικά στρατεύματα, Χίτες, δωσίλογοι, φασίστες, ότι χειρότερο είχε η κοινωνία μας, πυροβολούσαν στο ψαχνό. Εμείς είχαμε σταθεί με τη μάνα μου έξω από τον Εθνικό Κήπο στην οδό Αμαλίας. Ο πατέρας μου είχε προχωρήσει πιο μέσα. Εκεί έφερναν τους νεκρούς, εκατοντάδες τραυματίες και το αίμα να τρέχει ποτάμι. Στις 3 Δεκέμβρη του ΄44 ξεκίνησε ο Εμφύλιος πόλεμος κατά τη γνώμη μου. Στην πορεία, εγώ αγωνίστηκα με την ΕΔΑ του Ηλία Ηλιού, αυτού του σπουδαίου ανθρώπου και ιδεολόγου. Από το ’65 αγωνίστηκα δίπλα στον Παπανδρέου και από το ’74 ανήκα στα ιδρυτικά μέλη του ΠΑΣΟΚ και μέχρι σήμερα, όπου σταθώ κι όπου βρεθώ, επαναλαμβάνω τη φράση του προέδρου: «Ο λαός δεν ξεχνά τι σημαίνει δεξιά».

Πάντως, η μισή κυβέρνηση του Μητσοτάκη σήμερα αποτελείται από Πασοκτζήδες κι η άλλη μισή από ακροδεξιούς. Αυτή είναι η αλήθεια. Τι θα έλεγε επ’ αυτού ο Παπανδρέου;

Διαφωνώ και θα σας εξηγήσω τι εννοώ: Η δεξιά πάντοτε ήταν δεξιά. Δεν έχει αλλάξει από την εποχή του βασιλέως Κωνσταντίνου μέχρι τη δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά, στη συνέχεια με τους δωσίλογους πρωθυπουργούς που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή, πιο μετά με όλες τις δεξιόφρονες κυβερνήσεις και τον Εθνάρχη Καραμανλή που έφυγε κρυπτόμενος ως Τριανταφυλλίδης. Πέσαμε στη χούντα και σ’ όλες τις επόμενες κυβερνήσεις της δεξιάς. Αυτή την πορεία συνεχίζει η δεξιά του Μητσοτάκη και δεν αλλάζει ποτέ. Μέσα στο DNA της δεξιάς υπάρχει ο φασισμός. Είναι βασικό συστατικό της δεξιάς και της ακροδεξιάς μυθολογίας της. Σήμερα έχουμε μια κυβέρνηση που λέει ότι είναι νεοφιλελεύθερη. Όχι, δεξιά – ακροδεξιά είναι, όταν έχει υπουργούς τον Βορίδη, τον Γεωργιάδη και τον Πλεύρη με τα τσεκούρια και τις τσουγκράνες…Πολλά φρούτα της ακροδεξιάς περιέχονται στην κυβέρνησή του και ο ίδιος ο Μητσοτάκης είναι φορέας αυτών των πραγμάτων. Θα το καταλάβετε απ’ τον τρόπο που αντιμετώπισε τον πρώην βασιλιά, τον Κοκό, με την κηδεία του. Πως να έκανε αλλιώς αφού μια ζωή η δεξιά ήταν ταυτισμένη με το βασιλικό και το φασιστικό κίνημα.

Η Ελλάδα είναι μια παραδοσιακά συντηρητική «δεξιά» χώρα;

Εάν βάλουμε κάτω τα ποσοστά των κομμάτων, σαφώς όχι. Η νίκη της δεξιάς του Καραμανλή ας πούμε, είχε πάει στο 53%. Αν προσθέσουμε τα ποσοστά του ΠΑΣΟΚ, της ΕΔΑ, του ΚΚΕ, όλων των προοδευτικών εξωκοινοβουλευτικών ομάδων κλπ., θα δούμε ότι είναι πολύ περισσότεροι όλοι αυτοί. Ένα 38% μάξιμουμ είναι το ποσοστό της δεξιάς στην Ελλάδα.

Είστε γιος του Σπύρου Πάντζα, ο οποίος ήταν ποιητής και πολυγραφότατος.

Όντως, είχε βγάλει πολλές ποιητικές συλλογές ο πατέρας μου. Μια είχε βραβευθεί με το βραβείο Λένιν στη Μόσχα μέσα σε εφτά – οχτώ συνολικά βιβλία του. Κερκυραίος ήταν ο πατέρας μου, ευαίσθητος και μορφωμένος. Ήταν απόφοιτος Γυμνασίου, μιλούσε δύο γλώσσες, γαλλικά και ιταλικά, ενώ εργαζόταν στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων. Γεννημένος το 1914, κυνηγήθηκε πολύ από τον Μεταξά. Πέθανε το 1987.

Στα χέρια σας, νομίζω…

Ακριβώς, στην αγκαλιά μου πέθανε. Βασανισμένος, στα 73 του έφυγε.

Σας έλειψε η παρουσία του με τόσα χρόνια εξορίας.

Είχα κι άλλον έναν πατέρα. Τον θείο μου, τον Σπύρο Αναγνωστόπουλο, απ’ τη μεριά της μάνας μου. Μεσολογγίτης, φιλόλογος, αλλά όχι αριστερός. Πολέμησε το 1912 – 13, μετά στη Μικρά Ασία 1919 – 22, το ΄40 ήταν έφεδρος λοχαγός και διοικητής στρατοπέδου Ιταλών αιχμαλώτων. Φιλοξενούσε 4.000 Ιταλούς αιχμαλώτους από το αλβανικό μέτωπο στο στρατόπεδο που διοικούσε. Ήταν ήρεμος άνθρωπος, δεν τον ενοχλούσε που ο πατέρας μου ήταν αριστερός, ενώ ήξερε και για μένα. Με είχε σαν παιδί μου, δεν μ’ αγαπούσε απλά, με λάτρευε.

Και πότε πέθανε ο θείος;

Το 1965. Ήταν γεννηθείς το 1889 και πέθανε 76 χρονών.

Από τον ποιητή πατέρα, πάντως, προήλθε το καλλιτεχνικό σας μικρόβιο.

Πιστεύω ότι ο καλλιτέχνης έχει κάτι στο αίμα του. Εγώ από παιδάκι δεν ασχολούμουν με τίποτα άλλο εκτός από τον κινηματογράφο. Με βάζανε τζάμπα επειδή ο θείος μου ήταν καθηγητής στο γυμνάσιο, οπότε έμπαινα στο σινεμά στις 6 το απόγευμα και έβλεπα τρεις φορές το έργο.

Θυμάστε ποιες ταινίες της εποχής βλέπατε;

Λάτρεψα την κωμωδία, τον Τσάρλι Τσάπλιν, τον Ντάνι Κέι, τον Τζέρι Λούις, τους Marx Brothers, τους Άμποτ και Κοστέλο (σ.σ. προφέρει σε καλά αγγλικά τα ονόματα αυτά). Μου άρεσαν όλα τα υπέροχα χολιγουντιανά μιούζικαλ, Φρεντ Αστέρ, Τζιν Κέλι κλπ. Μάθαινα τα έργα απ’ έξω και μετά μάζευα τα παιδάκια στη γειτονιά μου στο Παγκράτι. Καθόντουσαν έξω από ένα σπίτι, θυμάμαι, που είχε λίγα σκαλοπάτια και τους έπαιζα το έργο που είχα δει. Από κει ξεκίνησαν όλα.

Είχατε όμως υποστήριξη κι από το σπίτι.

Η μάνα μου! Ότι έχω κάνει στη ζωή μου το οφείλω στη μητέρα μου. Την έχασα πολύ νωρίς, το ’74, σε ηλικία 57 ετών. Καρκίνο…Σε εννιά μήνες, δυστυχώς. Η μάνα μου είναι ο μεγαλύτερος έρωτας της ζωής μου. Ήμουν και μοναχοπαίδι και όπως καταλαβαίνετε, ήταν το σημαντικότερο πρόσωπο στη ζωή μου. Πάντα δίπλα μου την έχω, στο δωμάτιό μου υπάρχουν δύο φωτογραφίες της στο κομοδίνο.

Μου θυμίζετε τον συνάδελφό σας, τον Γιώργο Κωνσταντίνου, που του είχε κοστίσει πολύ επίσης ο θάνατος της μητέρας του.

Ναι, ο Γιώργος την αγαπούσε πολύ τη μάνα του. Το ίδιο κι εγώ. Στην κηδεία της, είχα ορμήξει να μπω μες τον λάκκο και ο Λάμπρος Κωνσταντάρας μ’ άρπαξε και μ’ έβγαλε έξω. Ήταν φοβερό πλήγμα και δεν μπόρεσα να της δώσω περισσότερα πράγματα να χαρεί (σ.σ. δακρύζει). Η ζωή της όλη ήμουν εγώ. Το κομμάτι της απουσίας του πατέρα μου το κάλυπτε ο θείος, που σας είπα. Μια φορά τον είδα το 1960 – 61, μετά τον έπιασαν πάλι επί χούντας κι έτσι συμπληρώθηκαν τα δεκαεφτάμισι χρόνια εξορίας. Είχε πλήρη ένσημα (γέλια).

Απορούσατε ως πιο νέος με όλη αυτή τη θαρραλέα ιδεολογική του στάση;

Πολλές φορές ρώτησα τον εαυτό μου αν θα έκανα όλα αυτά που έκανε ο πατέρας μου. Για να είμαι ειλικρινής, η απάντηση ήταν όχι, ότι δεν θα μπορούσα. Τα έζησα αυτά τα χρόνια και είδα όλους αυτούς τους ανθρώπους που έδωσαν το αίμα τους μέσα στις πόλεις και στα βουνά της Ελλάδας. Ένα μόνο κράτησα απ’ όλα αυτά: Να πολεμάω τον φασισμό. Απ’ την πρώτη μέρα που κατάλαβα τον κόσμο γύρω μου μέχρι την τελευταία μέρα που θα πεθάνω! Θα πολεμάω τον φασισμό!

Κι εδώ πάλι μου θυμίζετε μια άλλη συνάδελφό σας, αγωνίστρια, που είναι εν ζωή και αρκετά μεγαλύτερή σας: Την Καλή Καλό (σ.σ. Η Καλή Καλό πέθανε τον Μάρτιο του 2024 σε ηλικία 97 ετών).

Α, βέβαια, έχουμε κάνει και μια ταινία μαζί. Σπουδαία γυναίκα. Πρέπει να ξέρετε ότι έχω μια τεράστια εκτίμηση στις γυναίκες μαζί με σεβασμό. Θα ήταν πολύ άσχημη η ζωή των ανθρώπων χωρίς τη γυναίκα. Η γυναίκα είναι η μάνα, η σύζυγος. Την είχα από πολύ νέος αυτή την αξία κι ήταν κι η αδυναμία μου οι γυναίκες. Τις λάτρευα. Ακούω πολλές φορές για βιασμούς και σκέφτομαι κάτι πολύ απλοϊκό: Μα πως γίνεται να σκοτώνεις ή να δέρνεις μια γυναίκα και να είσαι σε θέση, ικανός δηλαδή, να κάνεις έρωτα μαζί της; Δεν μπόρεσα ποτέ να το καταλάβω, αφού εμένα, αυτό που με τράβαγε πάντα, ήταν η διάθεση της γυναίκας. Να με θέλει και να τη θέλω.

Ε, ναι, γιατί είστε νορμάλ άνθρωπος και όχι ανώμαλος.

Τουλάχιστον στη σχέση άνδρα και γυναίκας, το «ναι» της γυναίκας είχε τη νοστιμιά, όχι το «όχι» της. Σε ότι αφορά το κίνημα metoo, διότι είναι σχετικό το θέμα που συζητάμε, εγώ θα έλεγα ότι είναι ο άνθρωπος ο ίδιος και το πώς νιώθει. Είναι αποδεκτό και το μεταφράζω ως δημοκρατία στον τρόπο ζωής των ανθρώπων.

Ο Κουν δεν θα άκουγε τα σχολιανά του σήμερα; Πολλοί το έχουν πει αυτό.

Ο Κουν είχε μια άποψη ζωής και ήταν πολύ μεγάλος δάσκαλος. Σας είπα, το metoo είναι η άποψη των ανθρώπων για το πώς θέλουν να ζήσουν. Τι να κριτικάρουμε τώρα εκ των υστέρων για ανθρώπους που δεν είναι στη ζωή… Εγώ παντρεύτηκα στα 42 μου, αλλά παράσημα στον εαυτό μου δεν θα αποδώσω ως προς τις γυναίκες. Πρώτα απ’ όλα παντρεύτηκα γιατί την αγάπησα τη γυναίκα μου. Η Στέλλα είναι ο άγγελός μου, ο προστάτης μου κι όχι μόνο εμένα, αλλά και των παιδιών μας και των εγγονιών μας. Είμαι σίγουρος πως τη Στέλλα μού την έστειλε η μάνα μου. Άσε που ήταν μια κούκλα που είχε βγει Μις Θεσσαλονίκη. Είδα κι έπαθα για να την ψήσω (γέλια). Δεν είχε καμία σχέση με τον καλλιτεχνικό χώρο.

Δεν κάνουν δηλαδή χωριό δυο καλλιτέχνες μεταξύ τους;

Θα μπορούσα, πράγματι, να είχα παντρευθεί κάποια συνάδελφο. Υπήρχαν καλές ηθοποιοί και πολύ ωραίες γυναίκες, που δούλεψα μαζί τους σε θέατρο, κινηματογράφο και τηλεόραση. Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ να προχωρήσω σε γάμο. Όταν πια έγινα 42 κι ήμουν μόνος μου – η μάνα μου είχε φύγει, η θειά μου είχε φύγει και μόνο τον πατέρα μου είχα – θεώρησα ότι δεν έπρεπε να είμαι τόσο κουμπωμένος απέναντι στο γάμο. Ξέρετε γιατί; Φοβόμουν μήπως δεν ήμουν συνεπής και δημιουργούσα δυστυχισμένους ανθρώπους γύρω μου.

Ώριμη σκέψη.

Ναι, αλλά εν πάση περιπτώσει ήρθε η Στέλλα μου και όλα πήγαν καλά μέχρι τώρα. Είμαστε 44 ολόκληρα χρόνια μαζί, σχεδόν μισό αιώνα. Μας δίνει ο Θεός, ο δημιουργός, υγεία κι αυτό είναι το πιο βασικό.

Έχετε θρησκευτικές πεποιθήσεις;

Έχω. Πιστεύω στον Χριστό. Όλοι πλάσματα κάποιας δημιουργίας είμαστε. Τώρα, αν ο Χριστός είναι Γιος του Θεού ή κάποιος μεγάλος φιλόσοφος ή επαναστάτης ή προοδευτικός άνθρωπος, εγώ πίστεψα αυτά που είπε. Και πιο πολύ αυτό το «Ο έχων δύο χιτώνες, να δίνει τον ένα σ’ αυτόν που δεν έχει κανένα χιτώνα». Το ότι έκανε από ένα καλάθι με ψάρια να χορτάσουν τόσοι άνθρωποι, τι είναι αυτό; Μια αλληγορία δεν είναι; Απ’ την άλλη, βλέπω και ότι γίνεται με τους παπάδες και δεν…Οι παπάδες έχουν ενταχθεί στο σύστημα εξουσίας. Τους βλέπεις με κορώνες στο κεφάλι να είναι δίπλα στην εκάστοτε εξουσία και ιστορικά, με τους φασίστες. Να έχουν περιουσία και να μη βοηθάνε τον αδύναμο. Βλέπω και τα εγκλήματα της Καθολικής Εκκλησίας, θυμάμαι που στον Β’ ΠΠ ήταν σύμμαχοι με τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι. Είναι κομμάτι της εξουσίας που στόχο έχει, σαν εξουσία, να εκμεταλλεύεται τη μάζα και τον λαό.

Ως νέο, πόσο σας επηρέασαν τα προοδευτικά κινήματα της δεκαετίας του ’60;

Το ’68 είχαμε πάει με τον Αλέκο Τζανετάκο στο Παρίσι. Λίγο μετά είδαμε το «Ζ» του Γαβρά που δεν μπορούσε να παιχτεί εδώ. Συμμετείχα στα κινήματα, αλλά χίπης δεν ήμουν (γέλια). Ήταν κι η δουλειά μου, που έπρεπε να είμαι ευπαρουσίαστος και καλοντυμένος. Οι αγώνες μου ήταν πάντα δίπλα στο λαό για σοσιαλισμό και δημοκρατία.

Βλέπετε τις παλιές ταινίες σας; Εγώ, π.χ., έβλεπα πρόσφατα τον «Αρχιψεύταρο» και σερνόμουν απ’ τα γέλια.

(γελάει) Θα δεις πολλές δικές μου να παίζονται κάθε εβδομάδα. Εγώ πάλι θυμάμαι μια ωραία ατάκα μου στο «Ο εμίρης κι ο κακομοίρης»! Έρχεται ο Σειληνός, που έκανε τον γιο του εμίρη, με κάποιους επαναστάτες. Λέει στην αδερφή του: «Μήπως έχεις τίποτα λεφτά να μου δώσεις γιατί δεν έχουμε φάει τίποτα;» Απαντά αυτή: «Ναι, να σου δώσω», αλλά εκεί πετάγομαι εγώ και λέω: «Πολύ ωραία! Ο δημοκρατικός αγώνας γίνεται με βασιλικά έξοδα» (γέλια).

Είναι γεγονός πως σας χαρίστηκε η ζωή, παίξατε με πολλούς μεγάλους πρωταγωνιστές.

Βουγιουκλάκη, Καρέζη, Κωνσταντάρα, Λάσκαρη, Σταυρίδη, Γκιωνάκη, Παπαγιαννόπουλο, Βέγγο, Αυλωνίτη – μ’ όλους αυτούς έπαιξα! Μου λείπουν πολύ, πάρα πολύ. Σπουδαίοι ηθοποιοί! Ξέρετε πόσο σημαντικό ήταν να παίζεις δίπλα σ’ όλα αυτά τα τεράστια ταλέντα και να συμπρωταγωνιστείτε; Και την ευθύνη που ένιωθα ταυτόχρονα.

Τελειώσατε το Εθνικό, έτσι δεν είναι;

Με άριστα μπήκα το 1955, με άριστα βγήκα το ΄58. Είχα δασκάλους την Παξινού, τον Μινωτή, τον Κωτσόπουλο, τον Γιώργο Παππά, τον Αλέξη Σολωμό, τον Δημήτρη Χορν, τον Γρηγόρη Βαφιά κ.α. Ζητώ συγγνώμη αν ξεχνάω κάποιον. Πάντα με τη συμπαράσταση της μάνας μου, αφού μαζί πήγαμε και δώσαμε εξετάσεις.

Σας πήγε εκείνη, εννοείτε.

Ναι, αφού ήξερα από παιδάκι, όπως σας είπα, τι ήθελα να κάνω.  Φτώχεια μεγάλη, ο πατέρας εξορία και ο θείος, έχοντας βγει στη σύνταξη, δεν μπορούσε πια να με πριμοδοτεί. Χρειαζόμουν χρήματα. Τελείωσα το νυχτερινό και συζητούσαμε με τον θείο μου για μια δουλειά που θα είχα οικονομικό μέλλον. Τη βρήκαμε, βγάζοντας ναυτικό φυλλάδιο που εκείνα τα χρόνια θα μπορούσα να πάω τρίτος καπετάνιος, εφόσον ήμουν απόφοιτος γυμνασίου. Μόλις το άκουσε αυτό η μάνα μου, απογειώθηκε! «Τι είναι αυτά, εσύ δεν ήθελες να γίνεις ηθοποιός;» γύρισε και μου είπε, αλλά της εξήγησα ότι δεν έχω λεφτά να πληρώνω τη σχολή. «Θα πας στο Εθνικό Θέατρο που είναι δωρεάν» επέμενε εκείνη. Βρήκε δυο αριστερούς φίλους του πατέρα μου, ηθοποιούς, που μου κάνανε μαθήματα όλο το καλοκαίρι. Έδωσα εξετάσεις με τρία κομμάτια: Ένα από αρχαία τραγωδία, ένα μονόλογο από Σαίξπηρ και ένα δημοτικό ποίημα, το «Μάνα με τους εννιά σου γιους και με τη μια την κόρη». Διευθυντής της σχολής ήταν ένας μεγάλος θεατράνθρωπος, ο Άγγελος Τερζάκης. Για όλα αυτά που έζησα, είμαι κάθετα αντίθετος με το ντροπιαστικό προεδρικό διάταγμα του 2022, που θα το καταργήσουμε εμείς αμέσως, γιατί προσβάλλει τους καλλιτέχνες και την πατρίδα μας. Η πατρίδα αυτή γέννησε το θέατρο με χιλιάδες θεατές. Είναι δυνατό να απαξιώνονται όλοι οι άνθρωποι που δουλεύουν σήμερα στις τέχνες και στον πολιτισμό;

Πώς δρα τόσο αψυχολόγητα η Μενδώνη; Πραγματικά απορώ.

Είναι θέμα ιδεολογίας. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν καμία σχέση με τον πολιτισμό και τις τέχνες.

Συγγνώμη, η Μενδώνη ήταν όμως στενή συνεργάτιδα του Ευάγγελου Βενιζέλου από το ΠΑΣΟΚ.

Και; Το ΠΑΣΟΚ τελείωσε μετά το θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου. Οι εναπομείναντες δημιούργησαν ένα άλλο κόμμα, δικαιολογημένα το βγάλανε ΚΙΝΑΛ, αλλά τώρα επανέφεραν το όνομα ΠΑΣΟΚ. Δικαίωμά τους, αλλά συμμετείχαν στη συγκυβέρνηση με τη δεξιά. Και το 45% που έπαιρνε ο Παπανδρέου στις εκλογές, στις τελευταίες εκλογές έπεσε στο 8%. Αυτό δείχνει πως ο κόσμος τους εγκατέλειψε και οι ψήφοι του πήγαν στα προοδευτικά κόμματα. Το μεγαλύτερο ποσοστό πήγε στον ΣΥΡΙΖΑ – ΠΣ.

Πάμε πάλι στο Εθνικό. Ποιοι ήταν συμμαθητές σας;

Ο Νίκος Κούρκουλος, η Ελένη Καρπέτα, που μετά έγινε σύζυγος του Νίκου Ξανθόπουλου, η Ελένη Βουλισμά και η Κατερίνα Χέλμη, που πέθανε πρόσφατα. Είχαμε δώσει 316 άτομα και περάσαμε οι 12 μόνο. Μέχρι σήμερα 12 μαθητές παίρνει το Εθνικό, μόνο που δίνουν εξετάσεις γύρω στα 800 παιδιά.

Ισχύει ότι τη θητεία σας στο σινεμά την οφείλετε στον Λάμπρο Κωνσταντάρα;

Απόλυτα! Τον γνώρισα όταν έπαιξα στο θίασο της Κατερίνας Ανδρεάδη, η οποία με είχε πάρει απ’ άλλο θίασο. Πολλοί χρωστάνε την καριέρα τους στην Κυρία Κατερίνα. Η Βουγιουκλάκη, η Καρέζη, η Φόνσου, ο Αλέκος Αλεξανδράκης, λέγε μου ονόματα που να μην έπαιξαν στο θίασό της! Πρωτόπαιξα μαζί της στη «Μαριάννα Πινέδα» του Λόρκα, αλλά δυστυχώς πέσαμε σε μια μεγάλη απεργία των εφημερίδων και δεν «πήγε» το έργο. Μετά έπαιξα ακόμη μερικά έργα μαζί της κι εκεί γνώρισα τον Κωνσταντάρα, που ναι μεν ήταν μεγαλύτερός μου ηλικιακά, αλλά ο Λάμπρος δεν είχε ηλικία στην πραγματικότητα. Δεν ήταν ποτέ μεγάλος! Κι αν ήταν δεξιός, εμένα δεν μου το έδειξε ποτέ αυτό, παρότι ήξερε από που προερχόμουν.

Γνωστό πως πολλοί ηθοποιοί του καιρού εκείνου ήταν είτε δεξιοί, είτε φιλομοναρχικοί.

Εγώ πάλι λέω ότι στο μεγαλύτερο ποσοστό του κλάδου μας ήταν προοδευτικοί άνθρωποι.  Δεξιά, ας πούμε, ήταν η Ρένα Βλαχοπούλου, που την αγαπώ πάρα πολύ και παίξαμε τρεις – τέσσερις σαιζόν μαζί. Θίασος Βλαχοπούλου – Πάντζα στο Ακροπόλ και αλλού. Διαφωνούσαμε πολιτικά, αλλά ήρεμα. Πάντως, κατά 85% οι συνάδελφοι ήταν αριστεροί.

Ίσως εκεί να έγκειται, ιστορικά, η απαξίωσή τους από τις δεξιές κυβερνήσεις.

Όχι, δεν είναι αυτό, αλλά αυτό που σας είπα. Δεν είχαν και δεν έχουν καμία σχέση με τις τέχνες, με τον πολιτισμό, με τις ευαισθησίες και με τον ανθρωπισμό στην τελική. Δεν την ενδιαφέρει τη δεξιά τι συμβαίνει στον πολύ κόσμο και πάντα στηρίζει μια μικρή κάστα ανθρώπων με όλο το χρήμα στα χέρια τους. Είναι τυχαίο που σήμερα όλα τα κανάλια, οι εφημερίδες και τα μεγάλα αθλητικά σωματεία ανήκουν σε εκατομμυριούχους, οι οποίοι παίζουν το παιχνίδι της δεξιάς και της ΝΔ; Κι αν είναι και αμφιβόλου ηθικής, αυτά λέγονται, ακούγονται και άλλοι δικάζονται, αθωώνονται ή όχι. Αυτά τα βρίσκει η δικαιοσύνη, όπως και πρέπει να βρει η δικαιοσύνη το τι ακριβώς έγινε μ’ αυτή τη δολοφονία στα Τέμπη. Οι έχοντες την πολιτική και την ποινική ευθύνη πρέπει άμεσα να λογοδοτήσουν και πρώτα απ’ όλα ο άμεσα υπεύθυνος, ο υπουργός Μεταφορών. Γνώριζε τι ακριβώς συνέβαινε, πολύ καλά, μόνο που στη Βουλή βγήκε κι είπε άλλα αντ’ άλλων. Πρέπει κι αυτός να απολογηθεί. Δεν ενδιαφέρονται γι’ αυτά τα πράγματα στη ΝΔ. Αν ήταν εν ζωή ο Κοκό, μπορεί να κατέβαζαν κι αυτόν υποψήφιο. Ακόμη και τον Παπαδόπουλο τον δικτάτορα. Δεν έχουν τέτοια προβλήματα στη δεξιά, μια οικογένεια είναι όλοι αυτοί, μια φάρα.

Ποια ήταν η πρώτη ταινία που σας πρότεινε, λοιπόν, ο Κωνσταντάρας;

«Ερωτικά παιχνίδια» λεγόταν. Μου λέει: «Γιατί δεν παίζεις εσύ στον κινηματογράφο; Δεν θες να παίξεις;» Λέω: «Όχι, θέλω, αλλά νομίζετε, κύριε Κωνσταντάρα, πως μπορώ να παίξω μεγάλους ρόλους;» Εκεί μου απάντησε: «Αν μπορείς; Μπορείς και παραμπορείς»! Δεν πέρασαν είκοσι μέρες και με ειδοποιεί να πάω στον Γιώργο Θεοδοσιάδη τον σκηνοθέτη. «Θα πάρεις πέντε χιλιάρικα και θα παίξεις πρωταγωνιστής» μου είπε. «Θα κάνεις το ζευγάρι με τη Μίρκα Καλαντζοπούλου». Οι πάντες έπαιξαν σ’ αυτή την ταινία του 1960, το μισό ελληνικό θέατρο.

Ήταν μια μεγάλη εμπειρία ο κινηματογράφος;

Τεράστια εμπειρία. Άλλο η σκηνή, άλλο ο φακός. Το θέατρο για τον ηθοποιό και ειδικά για τον κωμικό είναι απόλαυση. Πετάει το αστείο του και βλέπει από κάτω το θέατρο να σείεται από το γέλιο. Οι άνθρωποι ξεχνάνε για δύο ώρες τα προβλήματά τους, τους έχεις κερδίσει και διασκεδάζουν. Ταξιδεύουν μαζί σου. Στο σινεμά δεν υπάρχει τίποτα απ’ όλα αυτά. Υπάρχουν κάτι προβολείς, τα στάνταρ πλάνα και ο τρόπος ερμηνείας, που πρέπει να είναι πιο μαζεμένος. Είναι σαν να βλέπεις από πολύ κοντά έναν άνθρωπο, ο οποίος όμως δεν μεγεθύνει την υποκριτική του.

Υπήρξε περίοδος που γυρίζατε τη μια ταινία μετά την άλλη.

Άσε, άσε…Πολλή κούραση. Δούλευα 16 ώρες την ημέρα. Συν τέσσερις που ήθελα για την προσωπική ζωή μου, σύνολο: 20 ώρες. Κοιμόμουν ένα τετράωρο και κυνηγούσα να κλέψω ένα τεταρτάκι στα διαλείμματα των παραστάσεων για να ρίξω έναν υπνάκο. Ήμουν και ζωηρούλης και ξενυχτούσα τα βράδια μετά το θέατρο.

Οι φίλοι σας ποιοι ήταν;

Φίλοι μου ήταν αυτοί που μεγάλωσα μαζί τους, απ’ τη γειτονιά μου κι απ’ το Παγκράτι. Δεν είχαν καμία σχέση με το επάγγελμα. Οι περισσότεροι έφυγαν πια. Και με αρκετούς απ’ τον καλλιτεχνικό χώρο έκανα παρέα αλλά όταν τύχαινε να παίζουμε μαζί. Δεν ήταν ποτέ, όμως, οι σταθεροί φίλοι μου.

Τον ίδιο καιρό πώς βλέπατε τις ταινίες του Κακογιάννη και του Κούνδουρου;

Ωραίες ταινίες, αλλά το σινεμά είναι ένα: Υπάρχει ωστόσο το σινεμά που έχει μια πιο έντονη πινελιά τέχνης και κουλτούρας και υπάρχει και το σινεμά για να διασκεδάζει ο κόσμος. Θεωρώ ότι όλες οι ταινίες που κάναμε τότε είχαν πολύ ωραίους σκηνοθέτες, οπερατέρ, σκηνογράφους, σεναριογράφους και φυσικά, ηθοποιούς συναδέλφους. Ότι καλύτερο έβγαλε η φυλή μας τα τελευταία 70 χρόνια πέρασαν από το θέατρο και τον κινηματογράφο της εποχής μου.

Πάντως, ο Μάνος Χατζιδάκις είχε πει πως τον καιρό του Φίνου μόνο με τους τεχνικούς των ταινιών μπορούσες να κάνεις ενδιαφέρουσες κουβέντες.

(χαμογελάει) Με τον Χατζιδάκι συνεργαστήκαμε στο θέατρο. Το ’63 στο «Καίσαρ και Κλεοπάτρα» με την Αλίκη. Εγγονόπουλος σκηνικά, Χατζιδάκις μουσική. Έπαιζα τον Απολλόδωρο, θυμάμαι, και ο Χατζιδάκις μου είχε γράψει ένα είδος τουίστ την ώρα που κατέβαζα κάτι τελάρα και έπεφτε κάτω το θέατρο. Δυστυχώς το έργο δεν «πήγε», λόγω μελαχρινής Αλίκης, κι έτσι ανεβάσαμε στη συνέχεια τα «Χτυποκάρδια στο θρανίο». Στο σινεμά το δικό μου ρόλο τον έπαιξε ο καλός συνάδελφος, που έφυγε κι αυτός, Δημήτρης Παπαμιχαήλ.

Η Βουγιουκλάκη δεν είναι ένα κομβικό πρόσωπο στη ζωή σας;

Τεράστιο πρόσωπο και της οφείλω πολλά. Όπως οφείλω και στον Κωνσταντάρα. Η Αλίκη με πήρε πρωταγωνιστή, παρτενέρ της στο θέατρο και παίξαμε τρία χρόνια μαζί. Μεγάλες επιτυχίες κάναμε μαζί. Όπως και μια τεράστια περιοδεία σ όλη την Ελλάδα και στην Κωνσταντινούπολη. Θυμάμαι πως πηγαίναμε όλοι μαζί με το καράβι. Εγώ θα ήμουν πρωταγωνιστής στο θέατρο και ο Παπαμιχαήλ στην ταινία «Χτυποκάρδια στο θρανίο», την τουρκική βερσιόν. Το γιατί δεν έπαιξα στην ταινία, είναι μια μεγάλη ιστορία που δεν ξέρω αν θέλω να την πω. Δεν έφταιγε απόλυτα η Αλίκη, αλλά μπορεί και να έφταιγε….Μην τα ψάχνεις, την αγαπώ πολύ και τη σκέφτομαι συχνά. Η Αλίκη και ο κινηματογραφικός φακός είχαν μια καθαρά ερωτική σχέση. Αν τη βλέπατε πως έπαιζε μπροστά στην κάμερα! Την αγαπούσε εξίσου η κάμερα και είχε πάθος μαζί της. Και αυτή το ίδιο με την κάμερα. Θεωρώ ότι σ’ αυτά που έπαιζε η Αλίκη ήταν η καλύτερη απ’ όλους. Η Καρέζη, πάλι, ήταν άλλη περίπτωση και είχαμε κάνει μαζί μια τεράστια επιτυχία, το «Μαίρη – Μαίρη». Πέντε άτομα παίζαμε όλοι κι όλοι με το θέατρο Χατζηχρήστου να είναι πίτα απ’ τον κόσμο κάθε μέρα, διπλή παράσταση, απογευματινή και βραδινή. Και μιλάμε για μεγάλο θέατρο, που έπαιρνε πάνω από 600 άτομα. Η Καρέζη, που τότε ήταν με τον Ζάχο Χατζηφωτίου, είχε βγάλει πολλά χρήματα γιατί ήταν και δική της επιχείρηση.

Πάντως, απ’ τον Καζάκο και μετά, η Καρέζη καλλιέργησε το αριστερό προφίλ της.

Ναι, άλλαξε ρεπερτόριο, αλλά, κοιτάξτε, ήταν και λεβέντισσα η μακαρίτισσα. Αντράκι με προσωπικότητα!

Η Αλίκη δεν ήταν αντράκι;

Ήταν και η Αλίκη, αλλά άλλο στυλ. Ήταν πιο σφιχτός χαρακτήρας η Τζένη. Καλλιτεχνικό ζευγάρι υπήρξα και με την Ελένη Προκοπίου, ήμασταν πολύ καλοί φίλοι. Ποιον να αφήσουμε απ’ έξω; Τον Σωτήρη Μουστάκα; Μέγας ηθοποιός! Στον «Αρχιψεύταρο», που σας αρέσει, γυρίζαμε μια σκηνή μέσα σ’ ένα μπαράκι. Έκανε πολύ ψιλή τη φωνή του και γυρνάω και του λέω: «Σωτήρη, μ’ αυτή την ψιλή νότα που πιάνεις, θα κάνεις μεγάλη καριέρα»! Τον θεωρούσα πολύ μεγάλο κωμικό και ό,τι του είπα, έγινε.

Σωστό, αφού ο Μουστάκας πρωτοβγήκε στο σινεμά το ΄65 με τον «Ζορμπά» του Κακογιάννη.

Ακριβώς, αλλά έκτοτε κάναμε πολλές δουλειές μαζί σε σενάρια του Γιώργου Λαζαρίδη, ο οποίος ήταν άλλη μεγάλη προσωπικότητα.

Πώς σας «έπιασε» το πέρασμα από το εμπορικό σινεμά του Φίνου στον ΝΕΚ του Αγγελόπουλου και του Βούλγαρη;

Το σινεμά ήταν και είναι ένα, όπως είπα. Αυτοί έφτιαχναν ένα είδος συγκεκριμένης τέχνης με ένα δικό τους όραμα και συγκεκριμένο τάιμινγκ.

Κι όχι μόνο αυτό, αλλά αυτοί οι δημιουργοί ήταν πιο κοντά και στο δικό σας σοσιαλιστικό όραμα.

Ναι, σαφώς κι έκαναν σπουδαίες δουλειές. Του Αγγελόπουλου έχω δει δυο – τρεις ταινίες. Στην πρώτη, θυμάμαι, μέτρησα ένα μονοπλάνο γύρω στα τέσσερα λεπτά. Εκεί κάπου προβληματίστηκα, είπα «για κάτσε λίγο, ταινίες κάνω κι εγώ, άνθρωπος του κινηματογράφου είμαι». Κι όμως, βλέποντας την ταινία στο σύνολο της και καταλαβαίνοντας το πνεύμα του Αγγελόπουλου, συνειδητοποίησα ότι κανένα πλάνο δεν ήταν τυχαίο, απλά για να γεμίσει την ταινία. Αν το δεις συνολικά μες την ταινία, θα καταλάβεις τι εστί Αγγελόπουλος.

Η τηλεόραση σας εξέφρασε στη συνέχεια;

Έκανα κι εκεί πολλές δουλειές. Πήγαινα, θυμάμαι, στις εκπομπές του Φρέντυ Γερμανού, που ήταν και φίλος μου.

Ας ξαναπάμε στον πατέρα σας. Όντας ποιητής, είχε σχέση με τους άλλους ποιητές τους γνωστούς ως «ποιητές της ήττας»;

Δεν το θυμάμαι πολύ καλά αυτό, αλλά με τον Ρίτσο ξέρω ότι κάνανε μαζί εξορία. Δεν είχε πολλές επαφές με το ποιητικό συνάφι και δεν προλάβαινε κιόλας. Αισθανόταν, βέβαια, μέρος του λεγόμενου ποιητικού κυκλώματος. Έχει γράψει κι ένα ποίημα για μένα, που λεγόταν «Στη γιορτή σου» (σ.σ. το απαγγέλλει και δακρύζει. Το ποίημα κατέληγε ως εξής: «Λείπω, μα δεν θα μετανιώσεις. Ετοιμάζω τη μεγάλη τη γιορτή σου») Εννοούσε τη γιορτή της νίκης του σοσιαλισμού.

Να που οι άνθρωποι, παρόλες τις κακοτοπιές, δεν έχαναν την πίστη και την ελπίδα τους.

Και σήμερα υπάρχουν αγωνιστές, ιδεολόγοι, αγωνιζόμενοι σε σαφώς καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και προοπτικής. Είναι μεγάλη διαφορά αυτή. Η Έλενα Ακρίτα, ας πούμε, είναι σπουδαίος άνθρωπος. Τη διαβάζω και την παρακολουθώ στα social media. Κι αν είναι μια πλούσια κυρία, δεν τα πήρε από πουθενά τα χρήματα. Δεν τα στέρησε από άλλους. Από τη δουλειά της τα έβγαλε και από το οικογενειακό background της, προερχόμενη από μια σημαντική πολιτική οικογένεια. Εγώ μπορεί να μην είχα δεύτερο παντελόνι να βάλω, αλλά θα μπορούσε να μου είχε τύχει το αντίθετο. Να μη δανειζόμουν δηλαδή κοστούμι από φίλο μου για να φωτογραφιζόμουν για το Εθνικό Θέατρο. Κουράστηκα από τη δουλειά μου, αλλά κι εγώ έβγαλα χρήματα. Τα διαχειρίστηκα βάσει της οικογένειας και των παιδιών μου, των αναγκών μας. Αυτό το σπίτι που βλέπετε, είναι το μοναδικό περιουσιακό μου στοιχείο.


Έχετε κατακτήσει τη γαλήνη, κύριε Πάντζα;

Ναι, έχω γαλήνη μέσα μου, αλλά όχι σε slow motion. Την έχω στους ρυθμούς και στις ώρες που θέλω εγώ. Αν την είχα σε μόνιμη βάση, δεν θα μπορούσα να λειτουργήσω, ούτε τότε σαν ηθοποιός, μα ούτε και τώρα ασκούμενος με την ιδεολογική μου μάχη. Η ηρεμία θέλει και speed. Και μη σας περάσει από το μυαλό ότι πολιτεύομαι, δεν είμαι επαγγελματίας πολιτικός. Εγώ είμαι ηθοποιός, καλλιτέχνης, που αγωνίζομαι γι’ αυτό που πιστεύω.

Η τέχνη από μόνη της είναι πολιτική;

Βεβαίως! Μπαίνοντας ο θεατής στο θέατρο για να δει μια παράσταση, ξέρει πέντε πράγματα. Βγαίνοντας, όμως, θα ξέρει δέκα ή δώδεκα πράγματα που αγνοούσε και σ’ αυτό τον βοήθησε το κείμενο και η ερμηνεία των συναδέλφων μου. Άνοιξε το μυαλό του, έμαθε κάτι επιπλέον που δεν το ήξερε. Γι’ αυτό και το θέατρο είναι μεγάλο πανεπιστήμιο και γι’ αυτό και το προεδρικό διάταγμα 85 του 2022 είναι κατάπτυστο και οφείλουμε να το καταργήσουμε αμέσως.

Πόσο αισιόδοξος είστε ως προς το αποτέλεσμα των επερχόμενων εκλογών;

Πιστεύω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα βγει πρώτο κόμμα με μια – μιάμιση μονάδα μπροστά από τη ΝΔ. Κι από την πρώτη Κυριακή με απλό αναλογικό σύστημα. Την απλή αναλογική τη ζητούσαν εδώ και χρόνια όλες οι προοδευτικές δυνάμεις. Για πρώτη φορά ο ΣΥΡΙΖΑ το υιοθέτησε για μια Κυριακή και πιστεύω ότι δεν θα χρειαστεί να πάμε σε δεύτερη αναμέτρηση. Όλες οι προοδευτικές δυνάμεις – άσε τι λένε προεκλογικά – θα αντιμετωπίσουν την υποχρέωση που έχουν απέναντι στον λαό μας. Δεν γεννηθήκαμε κι αγωνιστήκαμε για να φτιάξουμε ένα κόμμα, αλλά για να ζήσουν όλοι οι άνθρωποι καλύτερα. Με αξιοπρέπεια!

Και από που θα έρθει αυτή η σύμπνοια των προοδευτικών δυνάμεων;

Από το εκλογικό αποτέλεσμα. Θα είναι καθοριστικό. Όποιος δεν συντρέξει σε μια προοδευτική αριστερή συμμαχία, σε μια κυβέρνηση συνεργασίας, θα δει τεράστια απώλεια των ποσοστών του στις επαναληπτικές εκλογές.

Ο Μητσοτάκης είπε ότι με το να θέλει ο ΣΥΡΙΖΑ να κατέβει στις εκλογές ο Κασιδιάρης, στην ουσία πριμοδοτεί την ακροδεξιά.

Ακούστε, το Μητσοτακαίικο είναι ένα σόι που δεν έχει δουλέψει ποτέ κανείς στη ζωή του και δεν ξέρουν τι έχουν. Όλα τα βρήκαν απ’ τον πατέρα τους, τον γνωστό Αποστάτη ή Εφιάλτη, επικεφαλής των 45 που αποστάτησαν και πληρώθηκαν αδρά από τους Αμερικάνους. Τα λένε όλες οι εφημερίδες, μέχρι και μέσα στη Βουλή γινόταν η συναλλαγή. Τώρα τελευταία ο Κυριάκος αποκάλεσε τερατογένεση την αριστερή προοδευτική κυβέρνηση συνεργασίας, που θα προκύψει μετά τις εκλογές. Ο λαός ρωτάει εν προκειμένω: «Μα, ποιος είναι το τέρας; Ο Μητσοτάκης ή αυτά που λέει ο απόγονός του;» Όντας βουλευτής για εφτά χρόνια με τον ΣΥΡΙΖΑ, το μεγαλύτερο γέλιο που έχω ρίξει στη ζωή μου, ήταν όταν βγήκε ο Κούλης στη Βουλή των Ελλήνων κι είπε ότι ήταν εξόριστος μαζί με τον πατέρα του. Το γέλιο της αρκούδας έπεσε! Κλαίγοντας απ’ τα γέλια, του φώναζα από κάτω: «Σύντροφε Κυριάκο, σύντροφε αγωνιστή»! Καταλαβαίνετε τώρα! Ν’ ακούς τον Κούλη τον Μητσοτάκη να λέει πως ήταν εξορία στο Παρίσι. Ναι, ναι, τον θυμάμαι εγώ που πήγα στο Παρίσι το ΄68 και το ΄69 να έχουν στήσει οικογενειακώς ένα αντίσκηνο στο δασάκι δίπλα από τον Πύργο του Άιφελ και να κρατάνε μια ταμπέλα: «Είμαστε πολιτικοί πρόσφυγες, μας έδιωξε η χούντα. Βοηθήστε, δώστε κάτι»! Όλοι, ο μπαμπάς, η μαμά, η κόρη και ο γιος στο καροτσάκι. Ήθελαν να έδινε ο λαός γιατί δεν είχαν στον ήλιο μοίρα οι κακόμοιροι.

Αναρωτιέμαι αν έχετε συνομιλήσει ποτέ με τον Κυριάκο Μητσοτάκη.

Τι να μιλήσω με τον Κούλη; Να χάσω τα λόγια μου; Δεν θα ήθελα! Μια φορά που τον είδα να έρχεται προς το μέρος μου, έκανα μια στροφή αριστερά το κεφάλι μου. Ούτε να τον κοιτάξω δεν ήθελα! Διότι ξέρω την ιστορία, ξέρω τι ήταν το Μητσοτακαίικο. Πιστεύω ότι είναι το χειρότερο σόι στην πολιτική ιστορία της πατρίδας μας.

Ποια ήταν η τελευταία φορά που ασκήσατε την τέχνη της υποκριτικής;

Το 2007. Με δικό μου θίασο, έκανα μια περιοδεία σ’ όλη την Ελλάδα, αν και ήμουν ενεργά αναμεμιγμένος με την πολιτική. Ήμουν και υποψήφιος δήμαρχος το ’86 με το ΠΑΣΟΚ στην Καισαριανή, όπως και υποψήφιος νομάρχης με τη ΝΑΣ λίγο αργότερα.

Ποιος ο λόγος που αποσυρθήκατε από την ηθοποιία;

Είχα παίξει πια πενήντα χρόνια και βάλε. Δεν κουράστηκα, αλλά ήθελα να κλείσει αυτός ο κύκλος. Ήθελα το πολιτικό όραμα να πάρει μια συγκεκριμένη μορφή που είδα με τον Ανδρέα Παπανδρέου και ξανάδα με τον Αλέξη Τσίπρα. Προσπαθώ να το ξαναδώ με τον Τσίπρα και πάλι!

Τέλος πάντων, εγώ σας βλέπω κοτσονάτο…

(με διακόπτει) Α, δεν σου είπα! Με παρουσιάζουν ότι είμαι ετοιμοθάνατος. Κι αν είμαι μεγάλος σε ηλικία, έχω να πω το εξής: Οι αγώνες στην Αριστερά δεν έχουν ηλικίες, είναι σημαίες. Λοιπόν, όποιος λέει τέτοια πράγματα, να είναι πιο προσεκτικός στο τι λέει.

Κι αν έρθει ένας νέος σκηνοθέτης και σας πει: «Κύριε Πάντζα, σας γουστάρω και θέλω να κάνετε ένα ρόλο».

Όχι ρόλο! Εγώ αγωνίστηκα πολύ στη ζωή μου για να γίνω πρωταγωνιστής και δεν προτίθεμαι στη φάση που είμαι να παίξω δεύτερους ρόλους. Έπειτα εξαρτάται από το τι θα μου προτείνει, τι θα είναι αυτό. Επαγγελματίας ηθοποιός ήμουν κι έκανα καλές, μέτριες και πιο αδιάφορες ταινίες – ζούσα απ’ αυτή τη δουλειά. Σήμερα, αν θα έκανα κάτι και δεν λέω κύκνειο άσμα, γιατί προτίθεμαι να ζήσω πολλά χρόνια ακόμη, θα ήθελα να είναι κάτι ωραίο, καλό.

Τι ρόλο έπαιξε το χιούμορ στη ζωή σας;

Μοναδικό, πάντα στις παρέες μου άρεσε το χιούμορ και το καλαμπούρι. Μόνο στο γήπεδο καυγάδιζα κι αυτό λόγω της Μικρασιάτισσας μάνας μου, που ήταν ΑΕΚ. Η ΑΕΚ είναι η ομάδα της προσφυγιάς και των χαμένων πατρίδων, αυτά πρεσβεύει κι όχι μόνο η ΑΕΚ, αλλά και ο ΠΑΟΚ. Η μάνα μου ήταν πρόσφυγας, γι’ αυτό και έγινα ΑΕΚ κι εγώ. Μπορεί να λογοφέρναμε με άλλους στις κερκίδες, αλλά όχι αυτά που γίνονται σήμερα. Ε, καμιά φορά στις χίλιες, έπεφτε και καμιά ψιλή, τι να κάναμε; (γέλια) Δεν χάλασε κι ο κόσμος!


Αποτυπώθηκε ποτέ η φωνή σας σε δίσκο;

Εμένα μου άρεσε φυσικά η ελληνική μουσική, αλλά η μεγάλη μου αγάπη ήταν η τζαζ. Ο Φρανκ Σινάτρα ήταν η αδυναμία μου. Δίσκο δεν έκανα, αλλά σε μια βιντεοταινία απέδωσα στα ελληνικά τρία – τέσσερα τζαζ στάνταρ. Όταν πήγαινα στα κλαμπ, ανέβαινα πάνω στην ορχήστρα και τραγουδούσα. Με γνώριζαν οι μουσικοί, με καλούσαν να πω μερικά τραγούδια και χάλαγε ο κόσμος. Πήγαινα συχνά και στα μπουζούκια, αφού αγάπησα το λαϊκό τραγούδι μέσα από τον κινηματογράφο. Μια φωνή που θεωρούσα σπουδαία ήταν η Τζένη Βάνου. Θυμάμαι και τη Νάνα Μούσχουρη που κάναμε παρέα στο Παγκράτι από παιδιά και μου τραγουδούσε τζαζίστικα τραγούδια. Ωραία χρόνια.

Και πιο ωραίο που οι μνήμες από την καλλιτεχνική ζωή συμβαδίζουν μ’ αυτές από την πολιτική.

Είναι σφιχταγκαλιασμένες αυτές οι δύο μνήμες. Αγώνες για θέατρο και κινηματογράφο μαζί με αγώνες για την ιδεολογία. Και η διασκέδαση μέσα, εφόσον η ζωή μου ήταν μια μείξη αυτών των πραγμάτων. Πήγαιναν χέρι – χέρι, όχι με τον Καρατζαφέρη βέβαια (γέλια).

Πόσο σας άλλαξε η πατρότητα;

Είχα αντιμετωπίσει κι άλλες εγκυμοσύνες γυναικών που ήμουν μαζί τους στο παρελθόν. Είναι άλλο, όμως, να φέρνεις στον κόσμο ένα παιδί με τον άνθρωπο σου, να γεννηθεί και να το πιάνεις στα χέρια σου. Να νιώθεις τη ζεστασιά, το κλάμα, την ανάσα του.

Λοιπόν, για να κλείνουμε, ας υποθέσουμε ότι σήμερα είναι 22 Μαΐου του 2023 και ο ΣΥΡΙΖΑ πράγματι έχει προπορευθεί με αυτή τη μιάμιση μονάδα μπροστά, που είπατε. Εσείς, ως Γιώργος Πάντζας, τι θα κάνατε;

(σ.σ. φωνάζει τη σύζυγο του να του φέρει ένα από τα προεκλογικά προσπέκτους του). Αυτό είναι το φυλλάδιό μου κι εκεί μέσα θα βρείτε αυτό που με ρωτάτε. Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε ότι θελήσετε.

Σας ευχαριστώ πολύ γι’ αυτή τη συζήτηση.

Εγώ σας ευχαριστώ και πραγματικά, απόλαυσα αυτό το πισωγύρισμα στο χρόνο περί τέχνης και πολιτικής.

* Οι φωτογραφίες του Γιώργου Πάντζα αποσπάστηκαν από το διαδίκτυο.

Σάββατο 9 Μαρτίου 2024

R.I.P. Καλή Καλό (1926 - 2024): Η συνέντευξη της ζωής της μέσα από μία αφήγηση - ποταμός της ίδιας

Κυρία Καλό, έχω απέναντί μου τη ζωντανή ιστορία του ελληνικού θεάτρου. Καλύτερα κάντε εσείς την έναρξη στην κουβέντα μας.

(σ.σ. μου δείχνει τον τοίχο με τα πολλά κάδρα) Όλα αυτά που βλέπετε είναι το καθένα και μία ιστορία. Εκεί, ας πούμε, είμαι δυόμισι ετών στα χέρια της μαμάς μου, όταν με πήρε η Κοτοπούλη και μ' έβγαλε στη «Δασκαλίτσα» του Νικοντέμι. Η Κοτοπούλη, δηλαδή, με έβγαλε στη σκηνή, διότι εγώ γεννήθηκα μες στο θέατρό της.

Κι αυτό πώς έγινε;

Ο μπαμπάς μου ήταν ο Δαμβέργης, της γνωστής οικογένειας των φαρμακοβιομηχάνων, άλλη κατάσταση. Η μαμά μου ήταν ο αλητάμπουρας της οικογένειας, ηθοποιά! Το 'χε σκάσει από το σπίτι για ν' ακολουθήσει τον θίασο της Κοτοπούλη, έγκυος σε μένα και με φοβερούς πόνους, αφού φόραγε τα κρινολίνα. Ο Χέλμης με την Κοτοπούλη την κουβάλησαν για να πάει να ξεγεννήσει. Στην ουσία, λοιπόν, γεννήθηκα μες στο θέατρο. Πώς να ξέφευγα;

Πείτε μου όμως πώς σας έβγαλε στη σκηνή η Κοτοπούλη.

Χρειαζόταν ένα μωρό για να παίξει στη «Δασκαλίτσα» και ποιο άλλο μωρό να έπαιρνε, που εγώ τριγύρναγα μες στα πόδια της; Αμέσως μετά με πήρε ο Βασίλης Λογοθετίδης. Τότε έγραφε ο Μελάς για τον θίασο Μουσούρη, ο οποίος Μουσούρης ήταν παντρεμένος με την Αλίκη, την κόρη της Κυβέλης, που μετά παντρεύτηκε τον Νορ στην Αμερική κι έγινε η Αλίκη Νορ. Ιουλιανού γωνία, είχαν ανεβάσει στο καλοκαιρινό θέατρο ένα έργο που δεν πήγαινε καλά. Έπαιζε η μητέρα μου στο έργο αυτό κι εγώ πάλι πηγαινοερχόμουν στα παρασκήνια, κοριτσάκι μικρό. Έχοντας πάθει οικονομική ζημιά, ο Μουσούρης φώναξε τον Σπύρο Μελά μπας κι έγραφε τάκα-τάκα ένα νέο έργο για να «πιάσει». Πραγματικά, ήρθε ο Μελάς κι έγραψε το «Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται». Εγώ πήγαινα και τον τράβαγα, «θείο, θείο, γράψε και για μένα ρόλο», κι αυτός μου 'δινε κλοτσιά, «φύγε από δω, ρε σπερδούκλι». Ε, μία-δύο, έρχεται σε μια δύσκολη πλοκή το έργο, όπου κάποιος έπρεπε να μαρτυρήσει στον Λογοθετίδη ότι τον γιο του τον απατάει η γυναίκα του. Ποιος να του το 'λεγε μέσα από το σπίτι; Γυρίζει και μου λέει ο Μελάς: «Ε ρε, σπερδούκλι, σου βρήκα ρόλο»! Και τι ρόλος! Εμφανίστηκα σε δύο πράξεις κι έγινε ο χαμός!

Τι άνθρωπος ήταν ο Λογοθετίδης;

Πρώτα απ' όλα, ο άνθρωπος ήταν επαγγελματίας! Ως συνάδελφος ήταν ευγενέστατος επίσης. Αργότερα, έχοντας πάντα επαφές με ανθρώπους της πρόζας, γνώρισα και την Ίλυα Λιβυκού και γίναμε πολύ φίλες, ασχέτως της διαφοράς ηλικίας. Το ίδιο και με τη Σμάρω Στεφανίδου, ήμασταν πολύ φίλες. Ο Λογοθετίδης ήταν συνεπής με τις υποχρεώσεις του και πάντα το team του, αυτοί οι πέντε άνθρωποι που έπαιρνε, είχαν σίγουρη δουλειά.

Συμφωνείτε με αυτό που λέγεται ότι επρόκειτο για τον μεγαλύτερο Έλληνα ηθοποιό;

Όχι, δεν το νομίζω. Μεγάλος ήταν, διότι δούλευε πάρα πολύ τη μούτα του, τις εκφράσεις του. Είναι μεγάλη υπόθεση να δουλεύεις τη μούτα σου και αυτό δεν το έχουν πολλοί Έλληνες πρωταγωνιστές. Θυμάμαι ότι κάποτε έκατσα στο Λονδίνο δεκαπέντε μέρες επιπλέον για να δω τον Άλεκ Γκίνες στην «Έξοδο» του Ιονέσκο. Μόνος του επί σκηνής για δύο ώρες σχεδόν, έβγαινε 40 χρονών, και χωρίς ν' αλλάξει κοστούμι ή μακιγιάζ, παρά μόνο με τους φωτισμούς και τις εκφράσεις του, γινόταν 80. Αυτό είχε και ο Λογοθετίδης! Είχα την τύχη, όμως, επειδή τότε τα έργα δεν κρατούσαν πολύ, να παίξω στη δεύτερη σεζόν του «Ο μπαμπάς εκπαιδεύεται» με τον Χριστόφορο Νέζερ. Καταλάβατε γιατί δεν μπορώ να πω ποιος ήταν ο μεγαλύτερος Έλληνας ηθοποιός;

Πήγατε στην κηδεία του Λογοθετίδη; Ήταν πάνδημη, απ' όσο διαβάζουμε.

Όχι, δεν πάω ποτέ σε κηδείες! Να σου πω ένα μυστικό, Αντώνη μου; Απ' τον καιρό που έχασα το παιδί μου, το παλικάρι μου, δεν πάω ούτε σε κηδείες, ούτε σε νοσοκομεία, ούτε πουθενά. Κατ' εξαίρεσιν πήγα σε μία κηδεία, της Ναυσικάς, της γυναίκας του πολύ φίλου μου, του Κώστα Γεωργουσόπουλου. Μου είχε τηλεφωνήσει αποβραδίς: «Αύριο κηδεύουμε τη Ναυσικά στο Πρώτο, σε παρακαλώ, Καλή, έλα». Όμως δεν ακολούθησα πουθενά μετά.

Κάπου μετά τον Λογοθετίδη βγαίνετε ως παιδί-θαύμα στη Μάντρα του Αττίκ. Δεν το περίμενα ότι θα συνομιλούσα με άνθρωπο που είχε γνωρίσει τον Αττίκ, το ομολογώ!

Ο Αττίκ με βάφτισε Καλή Καλό, επειδή με λένε Καλλιόπη. Το επίθετό μου, το Δαμβέργη, «βρομάει φαρμακείο» έλεγε και μου πρότεινε να κρατήσουμε το Καλό, από το Καλοχριστιανάκη, το επίθετο της μητέρας μου. «Θα σε έχουν όλοι» μου έλεγε ο Αττίκ. «Άλλος με το "καλημέρα", άλλος με το "καλό ταξίδι"». Δεν θα ξεχάσω την τσιγκουνιά που είχε ως άνθρωπος. Με πέθανε στην πείνα ο Αττίκ (γέλια). Με πήγαινε η μαμά μου τα μεσημέρια στο σπίτι του για να μου μάθει τα τραγούδια. Είχε τη γυναίκα του άρρωστη από μια δηλητηρίαση που είχε πάθει και η Κομποστέλλα, η ψυχοκόρη του, γύρναγε με έναν δίσκο με μεζέδες. Έπαιρνα εγώ τη μία, δεύτερη δεν είχε... «Δεν θέλει άλλο η μικρή» πεταγόταν ο Αττίκ κι η Κομποστέλλα έφευγε με τον δίσκο. Μετά, στη Μάντρα, έκανα σκηνή, ήμουν φαγούδικο παιδί απ' το σπίτι μου. Τους έλεγα: «Ή με πάτε στην ταβέρνα να φάω ή δεν θα βγω να τραγουδήσω»!

Θράσος όμως που το είχατε!

Ε, μα, εγώ ήμουν έξι-εφτά ετών παιδί κι αυτός ήταν εξήντα ετών άνθρωπος! Έλεγα στη Μάντρα το «Φαληράκι» και μου 'χε γράψει το «Κατινιώ». Κι ένα ποίημα έλεγα, που το δάκρυ έτρεχε κορόμηλο.

Ήταν τόσο ευαίσθητος άνθρωπος ο Αττίκ, όσο λέγανε;

Δεν το νομίζω. Μάλλον σκληρός άνθρωπος ήταν. Πιστεύω πως επειδή τότε είχε δίπλα του τη Δανάη, τον Τραϊφόρο, τη Μένδρη και τον Λάσκο πρέπει να ήταν συνεπής απέναντί τους, να ήταν εντάξει άτομο δηλαδή. Ήμουν πολύ μικρή για να μπορώ να κρίνω τον Αττίκ σήμερα. Εμένα μόνο το φαΐ με ένοιαζε τότε (γέλια).

Φαντάζομαι όμως πως στα χρόνια που ακολούθησαν θα συνειδητοποιήσατε το μέγεθός του.

Ε, πώς, είχε αξία μεγάλη! Άφησε συγκλονιστικά τραγούδια, το «Ζητάτε να σας πω», το «Οργανάκι» ‒ ήταν σπουδαίος ο Αττίκ!  

Το οικογενειακό σας background ήταν αριστερό;

Κοίτα να δεις, από τον πατέρα ήμασταν μεγαλοαστική οικογένεια. Δεν το επιδιώκω, αλλά το DNA μου κρατάει πολλά από κει: στην κουζίνα πιάνω τον εαυτό μου να τρώει με μαχαίρι και πιρούνι, ενώ θα μπορούσα να φάω με το χέρι. Η μητέρα μου ήταν ωραίος τύπος, άλλος απ' αυτόν του πατέρα μου. Ήταν η θεατρίνα της εποχής εκείνης, με όλα τα κουσούρια των ηθοποιών: ξενύχταγε, έπαιζε χαρτιά, ξημερωνόταν...

Τα πήγαιναν καλά όμως με τον μπαμπά σας.

Μέχρι ενός σημείου. Στα δέκα χρόνια πάνω τη χώρισε, δεν την άντεξε (γέλια).

Τη γουστάρατε, βλέπω, τη ζωή της μαμάς!

Τώρα κάνω αυτοκριτική γιατί της φερόμουν κάπως σκληρά, ακριβώς λόγω του τρόπου ζωής που είχε. Ήμουν με 15 άτομα οικογένεια, τη μαμά μου, τον άντρα μου, την πεθερά μου, την κόρη μου, υπηρέτριες, φίλους, κόσμο και κοσμάκη. Ξέρεις τι είναι να βλέπεις τα πιάτα να λιγοστεύουν σιγά-σιγά απ' το τραπέζι; Από κει που 'ναι, δηλαδή, 25, βρίσκονται 20, μετά 15, μετά 10, μετά 6, μετά 3, μετά 2 και μετά...

Καταλήγεις μόνος.

Ακριβώς. Και γι' αυτό σκέφτομαι τη μητέρα που έπαιζε χαρτιά. Έφυγε νέα με τα τωρινά δεδομένα, 82 ετών. Μου λείπει τρομερά, αφού έχασα δύο στυλοβάτες της ζωής μου. Τη μαμά μου και το παιδί μου.

Πείτε μου για την εμπλοκή σας με την Αριστερά.

Η μητέρα μου, επειδή ήταν κόρη του στρατηγού Καλοχριστιανάκη, το δεξί χέρι του Βενιζέλου, όλοι κοκορεύονταν. Εγώ, πάλι, έλεγα «ο παππούς ο χωροφύλακας» κι εκεί τσαντίζονταν οι άλλοι και μένα δεν με ένοιαζε καθόλου! Έχω 22 πρώτα ξαδέρφια, αλλά μόνο με 5-6 απ' αυτά τα 'χουμε καλά. Η μητέρα μου, λοιπόν, είχε συνδεθεί πολύ με τον αριστερό κύκλο του θεάτρου. Ο δημοσιογραφικός κόσμος τότε δεν ήταν σαν σήμερα. Καμία σχέση, οι άνθρωποι ήταν κομμουνιστές διανοούμενοι. Είχαν παιδεία και προσωπικότητα, ο Κοκκινάκης, ο Νίτσος. Όλοι αυτοί μετά τις παραστάσεις πήγαιναν στον «Μεγαλέξανδρο» στην Ομόνοια που έφτιαχνε πατσά. Συγγραφείς, ηθοποιοί, πολιτικοί και ποιητές συναντιόντουσαν εκεί μέχρι τα ξημερώματα και συζητούσαν. Η ωραία Αθήνα, που λέω εγώ! Θα σας πω ένα περιστατικό: στην κηδεία του Βενιζέλου, θα πέρναγε η σορός του από την Πατησίων, μπροστά απ' το σπίτι μας. Επειδή η μητέρα μου έπαιζε τότε σε ένα έργο του Θεόφραστου Σακελλαρίδη την είχε παρακαλέσει αυτός ο μεγάλος μαέστρος να έρθει στο μπαλκόνι μας να παρακολουθήσει την εκδήλωση. Άργησε να έρθει και κατέβηκε κάτω η μητέρα μου να τον υποδεχτεί, αλλά οι αστυνομικοί είχαν κλείσει τον δρόμο και δεν του επέτρεπαν να περάσει. Αρχίζει τον καβγά η μητέρα μου και την πιάνουν να την πάνε φυλακή. Με θυμάμαι να έχω αγκαλιάσει τα πόδια των αξιωματικών και να τους φωνάζω: «Μη μου πάρετε τη μανούλα μου»! Είχε χωρίσει εν τω μεταξύ με τον μπαμπά μου και ζούσα μαζί της και με την νταντά μου. Την πιάσανε, λοιπόν, και πήγε σύσσωμο το θέατρο στο τμήμα, με επικεφαλής τον Σακελλαρίδη, για να τη γλιτώσουν.

Θέλετε να μου πείτε δηλαδή πως από παιδί βιώσατε την καταστολή της κρατικής εξουσίας.

Έτσι όπως το λες! Αργότερα, επειδή η μητέρα μου ήταν Χανιώτισσα και συμμαθήτρια του Μανιαδάκη του υπουργού, μόλις έπιαναν έναν αριστερό, έτρεχε κατευθείαν σ' αυτόν. «Να τον βγάλεις» του έλεγε. Ξέρεις πόσες φορές είχε τρέξει για τον Πολ Νορ; Με έστελνε εμένα στην Ασφάλεια με κάτι τσίγκινα σκεύη, τα τάπερ της εποχής, κι έτσι του πήγαινα φαΐ. Στα δε χρόνια της Κατοχής που ακολούθησαν έγινα Αετόπουλο. Το '40-'41 μου έβαζαν στα καλτσάκια μου προκηρύξεις κι έτρεχα να τις μοιράσω στα σπίτια. Στα 15 μου ήξερα να δουλεύω πολύγραφο με μελάνι! Μέσα σε όλα αυτά είχα και τα προσωπικά μου: με έκλεψε ο άντρας μου, Κρητικός κι αυτός γεννημένος στην Αθήνα, αφού δεν ενέκρινε η μητέρα μου τον γάμο μας, επειδή ήμουν ανήλικη. Εκ των υστέρων είχε δίκιο η μητέρα μου: στα 15 εγώ, στα 20 εκείνος, τι μέλλον θα είχαμε; Πλούσιο παιδί, βέβαια, μεγαλοκτηματίας! Με απήγαγε και με πήγε σε μια θεία του στη Νέα Σμύρνη για να μη με βρει η μητέρα μου μέχρι να βγουν οι άδειες, που ούτως ή άλλως δεν θα έβγαιναν χωρίς τη συναίνεση των γονιών. Ο άντρας μου βρήκε τον πατέρα μου στο Φάληρο όπου ζούσε και πήγαν μαζί στο Ληξιαρχείο, όπου τελικά υπέγραψε ο μπαμπάς μου για τον γάμο. Με τη μητέρα μου ξαναμιλήσαμε ύστερα από δύο χρόνια! Ο άντρας μου, όμως, όντας Κρητικός, είχε προσχωρήσει στον ΕΛΑΣ, στο αντάρτικο της πόλης. Οπότε, μη συζητάς, καταλαβαίνεις, Κατοχή, ΕΛΑΣ, μέσα κει κι εγώ. Θέλω να τονιστεί ότι εγώ είμαι κομμουνίστρια του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ! Να μη με λένε αριστερή, δεν είμαι αριστερή, διότι έχουν ξεφτιλίσει την έννοια αριστερά και απ' τον καιρό που έφυγαν ο Φλωράκης και ο Κύρκος τελείωσε η αριστερά στην Ελλάδα! Ξεπουλήθηκε από την άγνοια του Αλέκου του Αλαβάνου!

Με εντυπωσιάζει πόσο μέσα είστε στα πράγματα που σας αφορούν.

Μα, στο τελευταίο συνέδριο του Συνασπισμού μάς είχε καλέσει ο Αλαβάνος μαζί με τον Λυκούργο Καλλέργη στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας για να μας παρουσιάσει το παιδί-θαύμα, το νέο αστέρι της πολιτικής. Κοιταχτήκαμε με τον Καλλέργη ‒καλή του ώρα‒ και μου είπε: «Τι είναι αυτό;». «Το αυγό του φιδιού» του απαντάω! «Αυτός», του λέω, «Λυκούργο μου, θα φάει τον Συνασπισμό και όλους μας μαζί». «Ναι», μου απαντάει, «ρε, Καλή, έτσι τον κόβω κι εγώ». Κι όταν μας ξεπροβόδιζε ο Αλέκος, αφού πριν έτρεχε να μας συστήσει το Τσιπράκι, τον πιάνω ιδιαιτέρως και του λέω: «Αλέκο, εσύ μπορεί να γαρνίρισες ωραία την πιατέλα, αλλά έχε υπ' όψιν ότι αυτός θα καταστρέψει και σένα και τον Συνασπισμό». «Έλα, μωρέ Καλή, υπερβολές» μου κάνει! Ε, πριν από δύο χρόνια βγήκε ο Αλαβάνος και ζήτησε συγγνώμη! Κι έρχομαι εγώ τώρα και υπογραμμίζω: «Δυστυχώς, Αλέκο μου, πολύ αργά για συγγνώμη τώρα πια!». Γι' αυτό σου λέω, έτσι που το «αριστερός» θεωρείται ύβρις, μη με βρίζεις, δηλώνω κομμουνίστρια! Όλοι αυτοί οι παλιοί σύντροφοι έγιναν υπουργοί και είναι ντροπή τους να παίρνουν αποφάσεις για ανθρώπους που έχουν προσφέρει. Πηγαίνω 22 Δεκεμβρίου να εισπράξω τα 720 ευρώ της τιμητικής σύνταξης, ύστερα από τόσα χρόνια παρουσίας μου στα καλλιτεχνικά δρώμενα, και βγαίνει ένας ευτυχισμένος κύριος Κατρούγκαλος και μου κόβει μαχαίρι τα 500. Όπως τ' ακούς. «Δεν θα πάρετε 720, κυρία Καλό», μου λένε, «αλλά 220 ευρώ»! Αυτό το πεντακοσάρικο που μου κόψανε ήταν σαν να μου κόψανε το γόνατο από το πονεμένο πόδι μου. Φέτος ήταν η πρώτη φορά που δεν πήγα για θαλάσσια μπάνια. Ένα σου λέω και είμαι Κρητικιά και θα πιάσει: τους εύχομαι, γιατί τους βλέπω μαυρισμένους και καλοπερασάκηδες στις διακοπές τους εις βάρος όλων μας, να κουτσαίνουν για όλη την υπόλοιπη ζωή τους και να παθαίνουν τα χειρότερα!

Ας μην αναλώνεστε σε κατάρες, σας κατανοώ, ωστόσο στη συνέντευξη αυτή με ενδιαφέρει περισσότερο το ιστορικό κομμάτι. Μιλήστε μου τώρα για τη γνωριμία και τη φιλία σας με τον Γιάννη Ρίτσο.

Το '39 και πιο πριν, το '36, η πλατεία Βάθη ήταν η «συνοικία των αγγέλων», κυριολεκτικά όμως: Βεάκης, Τερζάκης, Γιαννίδης, Αυλωνίτης, Σταυρίδης, όλοι οι μεγάλοι εκεί έμεναν. Ο Βόκοβιτς του Εθνικού, το Σωματείο των Ηθοποιών, το καφενείο των ηθοποιών επίσης εκεί ήταν! Εμείς μέναμε στη Φαβιέρου και απέναντί μας έμενε ο Ρίτσος με την αδερφή του. Παράλληλα, με τον Ρίτσο, που ήτανε γύρω στα 27-28, πηγαίναμε μαζί στο μπαλέτο του Εθνικού και μάλιστα έπαιρνε κάτι ανάποδες στροφές, τελείως άχαρες, που τον κοροϊδεύαμε όλοι. «Καλούλα μου» με έλεγε πάντα, αφού με θυμόταν από εννιά ετών κοριτσάκι. Μεγαλώνοντας, δέσαμε πολύ. Πήγαινα στο ατελιέ του στην οδό Κόρακα, ένα μικρό ρετιρέ που είχε μέσα ένα ντιβανάκι, έναν καναπέ το μισό απ' αυτόν όπου καθόμαστε τώρα, ένα τραπέζι με μία τάβλα απάνω, 10-20 πακέτα τσιγάρα και πολλά τασάκια. Δεν μπορούσες να προχωρήσεις άνετα στον χώρο του, γιατί το πάτωμα ήταν γεμάτο από κλαδιά δέντρων και πολλές πέτρες που τις ζωγράφιζε. Τύχαινε να τον πηγαίνω όπου ήθελε, γιατί πάντα είχα αυτοκίνητο. «Καλούλα, πήγαινέ με εκεί» μου έλεγε, εκτός απ' τις φορές που το Κόμμα έστελνε και τον έπαιρναν. Ως γνωστόν, ήταν πάρα πολύ άρρωστος από φυματίωση. Φόρεσε το καμηλό παλτό του και τον πήγα στο Ιπποκράτειο. Μπαίνουμε μέσα, ειδοποιημένοι όλοι από τον γιατρό του ‒«ο κ. Ρίτσος» άκουγες παντού‒, παίρνουν το παλτό του, το κρεμάνε σ' έναν καλόγερο, εκείνος πάφα-πούφα τα τσιγάρα, άρχισε να ψάχνει τασάκι. «Κύριε Ρίτσο, δεν θα καπνίσετε, εδώ ήρθατε για εξετάσεις» του λένε. «Το παλτό μου γρήγορα» κάνει αυτός.  

Και τον πήρατε και φύγατε;

Όχι. Του φέρανε τασάκι!

Πώς σας είχαν φανεί οι μελοποιήσεις του από τον Θεοδωράκη;

Δεν ασχολιόμουν, εγώ περιείχα τα βιβλία του Ρίτσου.

Σαν να μην τον συμπαθείτε τον Θεοδωράκη.

Όχι, δεν τον εκτιμώ. Τον είχα γνωρίσει μέσω του Κομμουνιστικού Κόμματος, παρουσιάσαμε μαζί κάποτε τα 80χρονα της ΕΠΟΝ, αλλά εμένα ποτέ δεν μου άρεσαν οι άνθρωποι «όπου φυσάει ο άνεμος». Ήταν ακραίο για έναν Θεοδωράκη να πει «Καραμανλής ή τανκς». Δεν θα ερχόταν ως εθνοσωτήρας ο Καραμανλής, τον Θεοδωράκη θα περίμενε; Κρίμα για έναν άνθρωπο που έδωσε τόσα επαναστατικά, επικά τραγούδια. Να σας πω ότι έχω τα τραγούδια όλα του Χατζιδάκι και δεν έχω του Θεοδωράκη; Ο Χατζιδάκις ήταν το όνειρο, ο Θεοδωράκης εξαργύρωσε τα πάντα. Θέλω να σας πω κάτι ακόμη για τον Ρίτσο: τον είχα συναντήσει, μεγάλο πια, και μου είπε: «Καλούλα, δεν αντέχω άλλο, με σέρνουν». Ξέρεις τι θα πει αυτό; Το Κόμμα τον έστυβε, τον τράβαγε εδώ κι εκεί. Πίστεψέ με, εκείνη τη στιγμή σιχάθηκα και το Κόμμα και τα πάντα, αφού δεν έχει καμιά ανθρωπιά προκειμένου να εξυπηρετήσει τον σκοπό του.

Πιστεύετε πως ο Ρίτσος είναι από τους μεγαλύτερους ποιητές του 20ού αιώνα;

Βεβαίως! Ο Ελύτης, ας πούμε, ήταν μια αριστοκρατική μορφή που έγινε της μόδας λόγω Κολωνακίου και λόγω της παρέας του Μπραζίλ. Εκεί τον συνάντησα κάποτε να πίνει όρθιος το καφεδάκι του με ένα τρομερά σνομπ ύφος. Δεν είχε το μποεμιλίκι του καλλιτέχνη ο Ελύτης, ήταν αστός!

Κι εσείς αστή δεν ήσασταν;

Ακριβώς επειδή ήμουν αστή σιχαίνομαι τους αστούς και τον κύκλο τους, διότι είναι δήθεν.

Μια αστική καταγωγή σε κάνει ενδεχομένως ανελεύθερο;

Όχι, το επιδιώκεις κι εσύ, αφού τέτοιος είναι ο κύκλος σου και τέτοιους συναναστρέφεσαι. Από κει και πέρα, όμως, γίνεται σαν μόδα, κάτι σαν τη γραβάτα, σαν το κασκόλ.

Κατανοητό. Έχετε σκεφτεί όμως πως ο Ελύτης μπορεί μέσα του να πίστευε ότι είναι ο μεγαλύτερος Έλληνας ποιητής;

Ασφαλώς, όπως έχω σκεφτεί επίσης ότι λόγω φρονημάτων και πεποιθήσεων αδικήθηκε ο Ρίτσος και δεν πήρε το Νόμπελ.

Υπήρχαν κι άλλοι εξαιρετικοί αριστεροί ποιητές, σαν τον Τίτο Πατρίκιο.

Με τον Τίτο έχουμε μεγαλώσει μαζί. Έπαιζαν χαρτιά οι γονείς μας κι εμείς στο μπαλκόνι, με μια άλλη τράπουλα, φτιάχναμε σπιτάκια. Βρε, τον Τίτο! (γέλια) Καλός ποιητής κι αυτός, αν και δεν τον είχα παρακολουθήσει πολύ. Κάποια στιγμή, επειδή ήθελα να διευρύνω τις γνώσεις μου, τον είχα για τα φιλολογικά μαθήματα, όχι ως δάσκαλο αλλά ως συζητητή. Διαλόγους κάναμε περισσότερο.

Πείτε μου κάτι, το ότι ήσασταν κομμουνίστρια σας έφερε σε αντιπαλότητα με συναδέλφισσές σας που μπορεί να ήταν δεξιές, βασιλόφρονες, εθνικόφρονες κ.λπ.;

Παναγία μου, τι λες τώρα! Γυρίζαμε απ' την εξορία οι κομμουνιστές και δεν είχαμε πού την κεφαλήν κλίναι. Μια ζωή κυνηγημένοι απ' το επίσημο κράτος. Αν είχες δικό σου σπίτι, ήταν καλά, χωνόσουν, καίτοι ήσουν υπό παρακολούθηση μονίμως. Με ζητούσε ένας θεατρώνης κι έβγαινε η Καλουτά και φώναζε: «Αυτή την κομμουνίστρια δεν τη θέλω στον θίασό μου»! Άσε τη Βέμπο, χειρότερη ήταν αυτή! «Τι θες, μωρ' συ, δω; Κατέβα κάτου» (μιμείται την επαρχιώτικη εκφορά λόγου της Βέμπο). Δεν με έχει κατεβάσει εμένα απ' τη σκηνή, από πρόβα, η Βέμπο; Τι να λέμε τώρα. Καλά, δεν έχεις διαβάσει το βιβλίο μου; Τα λέω όλα μέσα.

Όχι, κυρία Καλό, συνειδητά δεν διαβάζω τίποτα για να γνωρίσω κι εγώ τον συνομιλητή μου κατά τη διάρκεια της συνέντευξής μας.

Εντάξει, είναι κι αυτή μια μέθοδος, αν σου πετυχαίνει εσένα! Δέχτηκα, λοιπόν, bullying από τις εθνικοβασιλοφρονοδεξιές, μέχρι που βρέθηκαν η Ηρώ Χαντά, ο Αυλωνίτης, ο Κυριάκος Μαυρέας και ο Ορέστης Μακρής. Εντάξει, η Χαντά ήταν πάμπλουτη αλλά από πεποίθηση τα 'χε αφήσει όλα στο Κομμουνιστικό Κόμμα, και μαζί αυτοί οι τρεις-τέσσερις άλλοι άνθρωποι με πήραν στον θίασό τους και μου έδωσαν δουλειά.

Στην Ικαρία πώς βρεθήκατε εξόριστη;

Είμαστε το 1947 μες στον Εμφύλιο και οι συλλήψεις γίνονταν η μία μετά την άλλη. Εκεί να φχαριστιόταν η ψυχή σου συλλήψεις! Παίζαμε την επιθεώρηση «Το παρδαλό κατσίκι» κι έβλεπα κάθε βράδυ δύο τύπους να παρακολουθούν όρθιοι την παράσταση. «Αυτοί είναι καλόπαιδα», σκεφτόμουν, «Καλή, ετοιμάσου»! Μοιραζόμουν το καμαρίνι με τη Δάφνη Σκούρα και δυο-τρεις άλλες από τον θίασο Βέμπο, χωρίς τη Βέμπο, που ήταν σε περιοδεία στην Αμερική. Αν ήταν η Βέμπο, δεν θα ήμουν εγώ, αλλά ευτυχώς που ήταν εκεί ο Τραϊφόρος, ο οποίος με ήξερε από μωρό και μ' αγαπούσε. Στο «Παρδαλό κατσίκι» έπαιζαν οι πέντε άσοι: ο εξαίρετος Φιλιππίδης της οπερέτας, ο Μαυρέας, ο Κοκκίνης, ο Αυλωνίτης και ο Μακρής. Για πρώτη φορά είχε γραφτεί «Σύμπραξη Καλής Καλό» κι εγώ έκανα χαρούλες, αλλά, από την άλλη, βλέποντας τις καθημερινές συλλήψεις, είχα ετοιμάσει ένα βαλιτσάκι με εσώρουχα και τα βασικά και το 'χα πάντα στο καμαρίνι μου. Στο διάλειμμα, μεταξύ δύο παραστάσεων ‒διότι είχαμε την τύχη να παίζουμε δύο παραστάσεις ημερησίως‒, έρχονται πάνω τα καλόπαιδα: «Κυρία Καλό, έρχεστε μαζί μας δυο λεπτάκια; Μια ερώτηση θα σας κάνουν». Απαντώ: «Ξέρω την ερώτηση που θα μου κάνουν, την έχω έτοιμη τη βαλίτσα μου». «Μα, δεν χρειάζεται» μου κάνουν αυτοί. Ήταν και παλιάνθρωποι δηλαδή, αλλά εγώ επέμενα και είχα και την κόρη μου μωρό παιδί. Έρχονται ξοπίσω μου στην Ασφάλεια η Ρένα Ντορ, ο Κοκκίνης και ο Μακρής. Θυμάμαι και τα ονόματα, διοικητής ήταν τότε ο Ρακιντζής. «Κυρία Καλό, ξέρετε πολύ καλά γιατί είστε εδώ» μου λέει. «Θα σας δώσω ένα χαρτάκι να υπογράψετε να τελειώνουμε». «Τι να υπογράψω;» ρωτάω εγώ. «Την ατίμωσή μου; Εγώ έχω μία ιδέα και στην Ισπανία για μία ιδέα εκτέλεσαν και τον Λόρκα. Αν νομίζετε ότι κι εδώ πέρα μπορείτε να εκτελείτε για μια ιδέα τον κόσμο, τότε σκοτώστε με». Ο καημένος ο Κοκκίνης να μου λέει: «Έλα, παιδάκι μου, μια υπογραφή είναι, μισό γραμμάριο μελάνης κάνει». Ο δε Ορέστης Μακρής: «Την Μπουμπουλίνα θες να μου παραστήσεις; Βάλε εκεί την υπογραφή να βγάλουμε την παράσταση» (γέλια). Εγώ, όμως, αισθανόμουν όχι Μπουμπουλίνα αλλά κι εγώ δεν ξέρω τι. Ζαν Ντ' Αρκ!  

Και καλά κάνατε.

Θα πρόδιδα την ιδέα μου; Δεν είμαστε καλά! Ξέρεις τι κατάλαβα όμως μετά και το έγραψα κιόλας; Το Κόμμα μάς είχε ποτίσει, μας είχε κάνει πλύση εγκεφάλου. «Μην τύχει και βάλεις υπογραφή, είναι προδοσία». Δηλαδή, όταν υπέγραψα στην Ικαρία και γύρισα και με ξαναπιάσανε κι άφησα το μωρό μου στη μητέρα μου στις Φυλακές Αβέρωφ, η οποία ήταν κατηγορούμενη εις θάνατον, να μην υπέγραφα; Να το μεγάλωνε το παιδί μου η γειτονιά; Σήμερα, που έχουν περάσει τόσες δεκαετίες, δεν αισθάνομαι καμία ντροπή, απεναντίας αισθάνομαι ντροπή για το Κόμμα και την πλύση εγκεφάλου! Πόσοι ήρωες έφυγαν γι' αυτό το γραμμάριο μελάνης; Μου άλλαξε κανείς εμένα την ψυχή μου, τα πιστεύω μου; Εκατό υπογραφές να βάλεις, λοιπόν, τι έγινε; Αυτό, δυστυχώς, ήταν το μεγάλο λάθος του ΚΚΕ και πήρε πάρα πολύ κόσμο στον λαιμό του.

Σήμερα πώς το κρίνετε το ΚΚΕ; Ας αφήσουμε κατά μέρος την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ.

Αυτός ο καημένος ο Κουτσούμπας κάτι προσπαθεί να κάνει, αλλά εγώ έχω κρατήσει μια κουβέντα που μου είχε πει ο Φλωράκης! Ήμασταν πάρα πολύ δεμένοι με τον Χαρίλαο, άσχετα με το αν εγώ στη διάσπαση ακολούθησα τον Κύρκο και το ΚΚΕ Εσωτερικού. «Γιατί παραιτήθηκες;», τον είχα ρωτήσει τον Φλωράκη, «και μας έφερες αυτή την ποντικομαμή την Παπαρήγα; Τι είναι αυτή τώρα;».

Την αδικείτε την Αλέκα, νομίζω.

Μα, ξέρεις πόσους άφησε άνεργους με το Πάμε-Πάμε; Να κλείνει τα βαπόρια και να μην κατεβαίνουν οι τουρίστες καλοκαιρινή σεζόν; Τι σόι πολιτική είναι αυτή; Έστειλε όλες τις μικρές επιχειρήσεις σε Βουλγαρία και Αλβανία κι έχασαν εδώ οι εργάτες το μεροκάματό τους!

Τι σας απάντησε, τελικά, ο Φλωράκης τότε;

Ότι είδε στην τηλεόραση τον Μπρέζνιεφ να τον κρατάνε δύο όταν κατέβαινε απ' το αεροπλάνο στο Παρίσι και δεν μπορούσε να φανταστεί έτσι τον εαυτό του. «Κάτσε, ρε Χαρίλαε», του είπα εγώ, «μια χαρά άντρας, δύο μέτρα, καλά βαστάς, πώς θα καταντήσεις έτσι κι εσύ;». Του τα 'πα, αλλά καταδίκασε το Κόμμα κι αυτός. Η μεγάλη κουβέντα όμως που μου είπε αυτή ήταν: «Το Κόμμα εμείς οι ίδιοι θα το καταστρέψουμε, αν δεν εγκαταλείψουμε την ξύλινη γλώσσα μας!».

Ο Κύρκος ήταν άλλη περίπτωση, έτσι;

Α, ο Κύρκος ήταν ο Άγιος Κύρκος! Ο Φλωράκης ήταν αυτός που ήτανε, βλάχος, ωραίος, που τα 'λεγε σταράτα, τη βαθιά καλλιέργεια όμως ο Κύρκος την είχε! Ήταν λόγιος, άνθρωπος του πνεύματος, είχαν και μεγάλη φιλία με τον Μάνο Χατζιδάκι, μπορούσες να κάνεις κουβέντες σε βάθος μαζί του. Τους τελευταίους μήνες πριν πεθάνει από διάχυτο καρκίνο η γυναίκα του, που την είχε στο σπίτι κατάκοιτη, πηγαίναμε εναλλάξ μερικές συντρόφισσες και του σιδερώναμε τα πουκάμισα.

Πόσο σας λείπουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι, κυρία Καλό;

Πάρα πολύ! Ιδιαίτερα ξέρεις ποιοι; Όχι τα μεγάλα κεφάλια, οι τιτλούχοι, αλλά οι απλοί άνθρωποι με τους οποίους συνεργαζόμουν στο θέατρο.

Ξέρετε τι με έχει εντυπωσιάσει; Τόση ώρα μιλάμε για τα κομμουνιστικά ιδεώδη, τους αγώνες σας, αλλά παρακάμπτουμε τους ανθρώπους του σιναφιού σας.

Καμία σχέση! Τους προσπερνάω όλους αυτούς που γι' άλλους είναι μύθοι. Άκουσε να σου πω, είχα την ατυχία να προέρχομαι από μεγαλοαστική οικογένεια. Διψούσα, όμως, για μάθηση και στα 12-13 μου μιλούσα πολλές ξένες γλώσσες. Όταν συγχρωτιζόμουν με τον Βόκοβιτς ή τον Κατράκη, μπορούσα να μπαίνω σε βαθιές συζητήσεις. Τι να έλεγα με τη Βέμπο, τη Βεμπάρα, που άμα άνοιγε το στόμα της είχε το χυδαιότερο υβρεολόγιο; Η Καλουτά δεν ήταν έτσι, δεν έβριζε, αλλά ειρωνευόταν και ήταν τρομερά ανταγωνιστική και μικρόψυχη. Αν έπαιζες μαζί της στη σκηνή, μπορεί να φορούσε μια τεράστια ουρά στο φόρεμα για να περάσει από μπροστά σου και να σε κρύψει απ' τον κόσμο.

Κάτι που μπορεί να μην είχαν οι πιο λαϊκοί κωμικοί σαν τον Αυλωνίτη.

Πώς να ανταγωνιζόταν εμένα ο Αυλωνίτης; Καλός άνθρωπος ήτανε και είχε μεγάλο καλαμπούρι. Υπήρχαν όμως κι άλλοι, κακοί άνθρωποι: ο Γιώργος Γαβριηλίδης με τη Μαρίκα Κρεβατά, που μόλις τα είχαν φτιάξει, λίγο πριν παντρευτούν, έπαιζαν μαζί και μου έκαναν τον βίο αβίωτο από καθαρή ζήλια της Κρεβατά. Φορούσα έναν φιόγκο στο νούμερο και με τράβηξε ο Γαβριηλίδης να μη βγω να χαιρετήσω, που γινόταν χαμός από το χειροκρότημα! Τελικά, βγήκα και του 'μεινε ο φιόγκος στο χέρι!

Έχετε και μία δυσάρεστη ιστορία με τη Ρένα Βλαχοπούλου νομίζω.

Α, καλά είσαι! Παιδιά μου, ο κόσμος έβλεπε τους ηθοποιούς στο θέατρο και τον κινηματογράφο και νόμιζε πως ήταν ίδιοι με τους ρόλους τους, οι καλοί οι κωμικοί κ.λπ. Δεν ήταν έτσι! Η εικόνα τους δεν είχε καμία σχέση με την πραγματικότητα. Να σου πω και για τη Βλαχοπούλου. Η γυναίκα αυτή ήταν αφόρητα τσιγκούνα. Στις πρεμιέρες κρυβόταν για να μη δώσει πουρμπουάρ στα παιδιά που μας έφερναν τα λουλούδια. Κανείς δεν είχε δει το φράγκο της, ούτε και τα καφενεία των θεάτρων. Έφερνε πάντα τον καφέ από το σπίτι της! Φρικτή ήτανε!

Εντούτοις δεν είχατε τσακωθεί ποτέ.

Καλέ, μόνο; Την είχα χαστουκίσει τότε που παίζαμε στο «Σαμπάνια και ρετσίνα». Τότε ήμασταν τρεις συνθιασάρχες, Βλαχοπούλου - Χατζηχρήστος - Καλή Καλό. Είχε έρθει να μας δει ο πρωθυπουργός, ο Καραμανλής. Όπως συνηθιζόταν, ανέβαιναν μετά οι επίσημοι προσκεκλημένοι να συγχαρούν τους ηθοποιούς. Κάποια στιγμή ζήτησαν οι φωτορεπόρτερ να βγάλουμε μια φωτογραφία με τον πρωθυπουργό ‒ ακόμα έχω τη φωτογραφία αυτή που κρατάω αγκαζέ τον Καραμανλή. Η οποία φωτογραφία, όπως καταλαβαίνεις, την επομένη μπήκε στα «Νέα», στην ειδική σελίδα που είχαν με τα καλλιτεχνικά του Μαμάκη. Είναι Κυριακή και μπαίνω στο θέατρο πριν αρχίσει η παράσταση. Διασχίζω τη σκηνή ‒ αυτηνής το καμαρίνι ήταν πάνω και το δικό μου κάτω. Μαζί μου είχα και τη Γιουλίτσα μου, που δεν είχε σχολείο. Σαν να τη βλέπω τώρα τη Βλαχοπούλου: κρεμιόταν απ' την κουπαστή και την ακούω να λέει σε μια άλλη συνάδελφο για να τ' ακούσω εγώ: «Δεν μου λες, εσύ δεν έκανες νυχτιά με τους δημοσιογράφους για να σου βάλουν τη φωτογραφία σου με τον Καραμανλή;».

Συγγνώμη που το ρωτάω έτσι, αλλά εννοούσε «εσύ δεν πηδήχτηκες με τους δημοσιογράφους»;

Μάλιστα! Αυτήν τη γλώσσα χρησιμοποιούσε! Έλα όμως που την προηγούμενη εβδομάδα την είχαν πιάσει μέσα σ' ένα αμάξι στη λεωφόρο Συγγρού για προσβολή της δημοσίας αιδούς!

Τι έκανε δηλαδή και την έπιασαν;

Αυτό που φαντάζεσαι, το 'χαν γράψει και οι εφημερίδες της εποχής! Γυρνάω λοιπόν και της λέω: «Εγώ έβγαλα μια φωτογραφία μπροστά σε όλο τον κόσμο. Τουλάχιστον εμένα δεν με πιάσαν για προσβολή της δημοσίας αιδούς!». Κλείνομαι στο καμαρίνι μου και κατεβαίνει αυτή επιθετική. Γυρνάω και της τραβάω ένα χαστούκι που ήταν όλο δικό της: «Δε ντρέπεσαι λίγο! Δεν σεβάστηκες ούτε το παιδί μου, που το 'χω μαζί μου»! Κι ήμασταν φίλες, παρακαλώ πολύ, και δεμένες μάλιστα. Δεν ξαναμιλήσαμε έκτοτε.

Παρ' όλα αυτά, ενώ η Βλαχοπούλου ακόμα μπαίνει στα σπίτια όλων μέσω των ταινιών της, εσείς δεν κάνατε σχεδόν καθόλου κινηματογράφο.

Ποτέ δεν με τράβηξε ο κινηματογράφος και τώρα μετανιώνω που δεν εισπράττω ποσοστά από ταινίες που μπορεί να είχα γυρίσει. Μια-δυο ταινίες είχα κάνει, αλλά θεωρώ καλύτερη τις «Ερωτικές ιστορίες» του Καψάσκη, σπονδυλωτή ταινία, σε σενάριο της Λούλας Αναγνωστάκη. Εκεί είχαμε παίξει με τη Βουγιουκλάκη, τον Διαμαντόπουλο, την Παΐζη, τον Κούρκουλο. Παίζεται ακόμα στα κρατικά κανάλια, θεωρείται από πολλούς μία από τις καλύτερες ταινίες της Βουγιουκλάκη. Φιλία δεν είχαμε ποτέ με την Αλίκη, αλλά πάντα θα πέρναγα να τη χαιρετήσω από το καμαρίνι της ή κάναμε χαρές όποτε βλέπαμε η μία την άλλη σε εκδηλώσεις στον Αστέρα και αλλού.

Γενικά, δεν κάνατε φιλίες με ανθρώπους του χώρου σας.

Όχι, ποτέ. Πίστεψέ με, ο καλύτερός μου φίλος, που με πούλησε μετά από τριάντα χρόνια κολλητής φιλίας, ήταν ένας πολιτευόμενος με τη Νέα Δημοκρατία. Είχε κλάψει στους ώμους μου, ήξερε τα μύρια όσα της ψυχής μου. Τον έπιασα σε ένα τηλεφώνημα να με κουτσομπολεύει. Μου γκρέμισε όλη μου την πίστη για τον άνθρωπο, δεν φαντάζεσαι την απογοήτευσή μου.

Είστε απόλυτη ως άνθρωπος, άμα σας κάνουν τη «στραβή»;

Κατεβάζω ρολά με τη μία! Τελείωσε, δεν ξανανεβαίνουν.

Αυτό πάλι προϋποθέτει να έχεις βαθιά αυτογνωσία σχετικά με το αν είσαι κι εσύ σωστός ή όχι απέναντι στους άλλους.

Σαφώς. Δεν μπορείς να είσαι εσύ ακέραιος και ο άλλος να 'ναι μισός.

Θεωρείτε ότι έχετε βλάψει άνθρωπο σε μια τόσο μεγάλη πορεία ζωής;

Είναι δυνατόν να μην έχουμε κάνει λάθη; Αλλά λάθη που να 'χουν κάνει κακό στους άλλους, όχι, δεν νομίζω. Εκτός, βέβαια, από κάτι ερωτευμένους, στους οποίους δεν ήμουν διατεθειμένη να ενδώσω. Και να το γράψεις αυτό, ποτέ δεν έκανα σχέση ερωτική με ανθρώπους του χώρου. Και τις τρεις φορές από έρωτα και συναίσθημα παντρεύτηκα, αλλά με εξωθεατρικούς άντρες.

Με την απόσταση τόσων χρόνων επίσης, θα λέγατε ότι έχετε συγχωρήσει τους βασανιστές σας στην Ικαρία;

Δεν έχω συγχωρέσει την τότε πολιτική των φασιστών και της δεξιάς. Πώς να συγχωρέσω τον Κανταράκια, που τον λέγαμε Καθικάκια, και που για να πάω να κάνω ένα μπάνιο στον Άγιο Κήρυκο έπρεπε να πάρω ειδική άδεια από τη Χωροφυλακή; Όχι, αυτό δεν το συγχωρώ!

Φοράτε έναν μεγάλο σταυρό στον λαιμό σας. Ως κομμουνίστρια είστε θρησκευόμενη, χριστιανή;

Βεβαίως. Συνειδητά πιστεύω σε μια μεγάλη δύναμη της φύσης που λέγεται αύρα, ψυχικό σθένος, αόρατη δύναμη.

Εδώ όμως έχουμε κάτι πιο συγκεκριμένο, τον Εσταυρωμένο.

Πιστεύω στην Παναγία και στον Χριστό γιατί υπήρξαν.

Ως ιστορικά πρόσωπα; Βεβαίως.

Χωρίς σταυρό δεν μπορώ. Δεν το κάνω από επίδειξη, αλλά νιώθω την ανάγκη να κουβαλάω πάνω μου έναν σταυρό. Όπως πιστεύω στον Λένιν, στον Μπαλζάκ και στον Βολταίρο, έτσι πιστεύω στον Χριστό και στην Παναγία!  

Μου αρέσει όπως τα λέτε, αλλά πως την «παλεύατε» με κομμουνιστές της σειράς σας, που ούτε ν' ακούσουν δεν ήθελαν για Χριστούς και Παναγίες;

Από μικρό παιδί τίποτα δεν με επηρέαζε επ' αυτού. Με θυμάμαι να κάνω τον σταυρό μου και πρωί και βράδυ, αυτό μόνο. Ίσως είχα ισχυρή προσωπικότητα και δεν κρατιόμουν απ' την αθεΐα των άλλων συντρόφων. Η μητέρα μου, βέβαια, δεν ήταν έτσι, δεν είχε ιδιαίτερη θρησκευτική συνείδηση, αλλά για να το ξεκαθαρίσω κι αυτό, μέχρι σήμερα ούτε εγώ πηγαίνω στην εκκλησία. Πιστεύω πολύ στο μάτι, στην κακή ενέργεια, στον αρνητισμό του άλλου. Πρώτη φορά πήγα στην εκκλησία και ζήτησα από τον παπα-Χαράλαμπο να με ξεματιάσει.

Μιλήστε μου λίγο και για τα χρόνια της χούντας.

Δυστυχώς, τα χρόνια της χούντας είναι συνδεδεμένα με τη μεγαλύτερη τραγωδία που έχω βιώσει στη ζωή μου (σ.σ. βαριανασαίνει). Παραμονή Πρωτοχρονιάς του '73 έχουμε πάει με τον τρίτο και τελευταίο μου άντρα, καπετάνιο στο επάγγελμα, να παίξουμε χαρτιά σε φιλικό σπίτι. Επιστρέφοντας τα ξημερώματα ακούμε ένα «μπαμ» και γκρεμίζεται όλο το σπίτι. Και μαζί με το σπίτι γκρεμίστηκε και το παιδί μου! Ολόκληρη η αριστερή πλευρά του Χρήστου μου εξαφανίστηκε!

Τι συνέβη ακριβώς δηλαδή;

Ο Χρήστος μου από έξι ετών είχε αρχίσει να πειραματίζεται με τη χημεία, να φτιάχνει ξίδι, σαπούνια κ.λπ. Σε ένα από τα πειράματά του, λοιπόν, ανατινάχτηκε και ο ίδιος! Του 'φυγε το χεράκι του, το ένα του ματάκι. Από το '73 μέχρι το '87 που έφυγε, στα 27 του, δεν υπήρξε πόλη της Ευρώπης με κλινική ή νοσοκομείο που να μην πήγαμε. Ο άντρας μου έτρεξε μέχρι ένα σημείο, δεν άντεξε, χωρίσαμε και το τράβηξα όλο μόνη μου.

Το παιδί όλα αυτά τα χρόνια «λειτουργούσε» βιολογικά;

Απόλυτα. Ήταν τυφλό και έδωσε προφορικές εξετάσεις στο υπουργείο, όπου πέρασε με υποτροφία ‒ και όχι μόνο. Ο Βαρώτσος τον πήρε στην ομάδα του που έφτιαξε το μηχάνημα ΒΑΝ, τον σεισμογράφο. Ήταν ο πρώτος που πήρε κομπιούτερ μεγάλο σαν δωμάτιο στην Αθήνα του 1979 -80. Έρχονταν ο Βαρώτσος με το team του και συμβουλεύονταν έναν 19χρονο. Για τον Αϊνστάιν της Ελλάδας τον είχανε όλοι! Δεν είναι τυχαίο ότι τα εξάμηνα από τον θάνατό του τα έκανε το πανεπιστήμιο.

Πόσο έχετε αγωνιστεί στη ζωή σας, κυρία Καλό, είναι τρομερό πραγματικά.

Πούλησα τα πάντα για το παιδί μου, γι' αυτό σήμερα περνάω δύσκολα. Έδωσα κτήματα, σπίτια, πούλησα και τη σχολή που είχα ανοίξει στα τέλη του '60. Βοήθησε και ο Βαρδινογιάννης, με τον οποίο έχουμε στενή συγγένεια. Πήγαμε στο Λονδίνο και ο Χρήστος έμεινε στην ίδια κλινική, στο ίδιο δωμάτιο όπου είχε μείνει και η Ελίζαμπεθ Τέιλορ όταν είχε κάνει την τραχειοτομή μετά από πνευμονία. Σκέψου τι κλινική ήτανε! Τι σημασία έχουν όλα αυτά, τα λέω για να δεις τι λεφτά έχουν ξοδευτεί για έναν και μοναδικό σκοπό, τη βελτίωση της ζωής του Χρήστου μου. Όλο το αποθεματικό που είχαμε με τον άντρα μου έφυγε. Τα δε κοσμήματα έφευγαν με το κιλό! Τελικά, το παιδί μου έφυγε σε μια νύχτα, στα 27 του. Είχε καταρρεύσει ο οργανισμός του από τα φάρμακα και τις επεμβάσεις. Σάββατο βράδυ μου παραπονέθηκε για αιματουρία και ένα 24ωρο μετά έφυγε. Σηψαιμική νεφροπάθεια, είχαν σαπίσει οι νεφροί του και δεν το πήραμε χαμπάρι.

Πώς να ξεπεραστεί αυτή η πληγή, κυρία Καλό;

Με τίποτα δεν ξεπερνιέται, πιστέψτε με, με τίποτα. Μετά τα εννιάμερα, πήρα τη γραμματέα μου με τη μικρή της οικογένεια και πήγα στην Αστυπάλαια. Έζησα για έξι χρόνια σαν απόλυτη ερημίτισσα! Τότε η Αστυπάλαια είχε τριακόσιους κατοίκους. Το μοναδικό σπίτι πάνω στον λόφο εγώ το 'χα νοικιάσει για να βλέπω το λιμάνι και την Πορταΐτισσα απέναντι. Έκανα παρέες με τους εκεί Αθηναίους, τον αστυνόμο, τον γιατρό. Είχα πάρει και μια βάρκα, πήγαινα για ψάρεμα, κολυμπούσα, ξεχνιόμουν.

Πάλι καλά που είχατε κάνει νωρίς-νωρίς και την κόρη σας από τον πρώτο γάμο.

Την κόρη μου την είχα στείλει στα 18 της στην Ελβετία να κάνει μεταπτυχιακό. Γνώρισε τον Βάλτερ, τον πρώτο της άντρα, ένα πολύ καλό και πολύ όμορφο παιδί από τη Ζυρίχη, αλλά χώρισε γρήγορα, καθώς είναι αψίκορη. Έχοντας και δικό της εισόδημα, ξαναπαντρεύτηκε τον Χάραλντ, που είναι μαζί του πλέον 35 χρόνια.

Θα έχετε και εγγόνια, λοιπόν.

Όχι, ευτυχώς. Γιατί ευτυχώς; Γι' αυτό σου τη χαρακτήρισα αψίκορη! Έπαιρνε ένα παπάκι, το χαιρόταν, μετά από μια βδομάδα: «πάρ' το, μαμά».

Ένα παιδί, όμως, δεν θα ήταν παπάκι ούτε κοτοπουλάκι.

Δεν είσαι καλά! Ζωή να 'χει το πουλάκι μου, αλλά το παιδί θα μου το άφηνε εμένα, να 'σαι σίγουρος! Είναι ζωγράφος αυτή εκεί τώρα, κάνει εκθέσεις, είναι αναγνωρισμένη. Μιλάμε στο τηλέφωνο, πιο πολύ με τον Χάραλντ, τον άντρα της. Με το που έρχονται στην Ελλάδα, περνάνε κατευθείαν στους Φούρνους Ικαρίας, δεν μένουν Αθήνα. Πήγαινα κι εγώ και τους έβλεπα, αλλά τα τελευταία χρόνια δεν βγαίνω οικονομικά για να το κάνω. Πάντως, το ότι δεν φούνταρα αμέσως μετά τον θάνατο του γιου μου πιστεύω ότι το οφείλω στην κόρη μου. Με τον Χρήστο είχαμε τελείως άλλη σχέση. Ήταν με ένα χεράκι και μου έλεγε: «Μανούλα, να σε τρίψω, να σου ρίξω βεντούζες;».

Δεν μπορώ να μη σας ρωτήσω και για τη συμμετοχή σας στην τηλεόραση, π.χ. στη «Λάμψη» του Φώσκολου.

Όταν αποφάσισα να μαζέψω τα κομμάτια μου και να γυρίσω από το νησί, είχα συνειδητά αποκοπεί από το θέατρο και δεν επιθυμούσα επανασύνδεση. Με διευκόλυναν ο Φώσκολος και ο Μανουσάκης, που μου έδωσαν ρόλους στην τηλεόραση. Ο Φώσκολος με «αυτοκτόνησε» γιατί ζήτησα παραπάνω χρήματα, με «εξετέλεσε». Μάλιστα, επειδή αυτός έγραφε τα σενάρια και δεν ερχόταν στα γυρίσματα, ρωτούσα τον σκηνοθέτη: «Δεν μου λες, πώς να πεθάνω, με ανοιχτά ή κλειστά μάτια;» κι αυτός μου απαντούσε: «Αν πεθάνεις με ανοιχτά μάτια, πεθαίνεις μια και καλή. Πέθανε, λοιπόν, με κλειστά μάτια καλύτερα, διότι Φώσκολος είναι αυτός, μπορεί να σε αναστήσει σε επόμενα επεισόδια» (γέλια). Το τι γέλια έχουμε κάνει με τη Δανδουλάκη! Αυτοσχεδιάζαμε στις ατάκες και σερνόμασταν χάμω από τα γέλια! Έχει τρομερή αίσθηση του χιούμορ η Δανδουλάκη, να το ξέρετε! Είχε κι ένα άλλο καλό η Δανδουλάκη, δεν παράτησε το θέατρο ενόσω έπαιζε στη «Λάμψη», εν αντιθέσει με τον Χρήστο Πολίτη που τον «έφαγε» ο Δράκος, γιατί είχε παρατήσει όλα τα άλλα. Και μιλάμε για έναν εξαίρετο ηθοποιό, που τον είχα δει στον πιο καταπληκτικό «Ιππόλυτο» στο Ηρώδειο! Μια ταφόπλακα ήταν τελικά η «Λάμψη» για τους ηθοποιούς της, όπως ταφόπλακα ήταν και το Εθνικό Θέατρο. Δεν ήμουν κι εγώ πρωταγωνίστρια για πέντε χρόνια με το ΚΘΒΕ; Έπαιζα ένα έργο μία στο τόσο, δεν υπήρχε δουλειά.

Με το Τέχνης του Κουν δεν είχατε ποτέ σχέσεις;

Όχι, αν και τον Κουν τον ήξερα, είχαμε γνωριστεί. Τον θεωρώ καταστροφέα της αρχαίας τραγωδίας και θα σας πω γιατί. Ήθελε να κάνει τα δικά του, υποτίθεται μοντέρνα, και δυστυχώς σήμερα έχει αφήσει επιγόνους. Η «κουνική» γραμμή λέει να καταργήσουμε κάθε παράδοση, όπως τώρα οι ανόητοι αυτοί θέλουν να καταργήσουν τα εθνικά σύμβολα για να μη θυμίζει τίποτα την Ελλάδα! Τα ίδια έκανε και ο Κουν, ήθελε να καταργήσει οτιδήποτε θύμιζε αρχαίο θέατρο ή αρχαία τραγωδία ή αρχαία κωμωδία. Για μένα, και μιλάω εντελώς προσωπικά, τραγωδία χωρίς τα αρχαία κοστούμια δεν είναι τίποτα! Με συγχωρείς πάρα πολύ, αλλά όταν εγώ πηγαίνω στην Επίδαυρο και βλέπω μπλουτζίν, ψηλά καπέλα και αυτοκίνητα επί σκηνής, το θεωρώ την απόλυτη ξεφτίλα του αρχαίου ελληνικού θεάτρου.

Είναι τρομερά συντηρητική αυτή η άποψη, κυρία Καλό.

Όχι, τι θα πει συντηρητική; Είναι σαν να μου αλλάζεις τα πρόσωπα του Χριστού και της Παναγίας! Δεν θέλω, αφού έτσι τα μάθαμε, έτσι τα ξέρουμε, τι να κάνουμε τώρα;

Καλύτερα τότε να μην ξαναπατήσετε στην Επίδαυρο, δεν θα περάσετε καλά.

Μα, δεν πάω! Από τότε έχω να πάω, από τις παραστάσεις του Κουν! Στην Ελλάδα, δυστυχώς, οι σχολές θεάτρου καταστρέφουν τα ταλέντα και οδηγούν στη γραμμή δημιουργίας ιδιωτικών σχολών. Βλέπαμε από παλιά κάποιον και λέγαμε αυτός είναι «κουνικός» ή «ροντηρικός» ή «μουζενιδικός». Αλλοιώνονταν τα ταλέντα που έβγαιναν. Μόνο ο Κωστής Μιχαηλίδης άφηνε ελεύθερους τους ηθοποιούς του! Κάποτε είχα τσακωθεί με τον Αλέξη Σολομό, με τον οποίο ήμασταν πολύ φίλοι, μέχρι που έφυγε το χρυσό μου. Έπρεπε να πω το κείμενο του Μπρεχτ, έκανα μια πόρνη που έλεγε «σε γράφω στον πισινό μου», αλλά ξέρεις ποια λέξη...

«Στον κώλο μου» εννοείτε.

Ναι, αυτό. Να, είδες; Ντρέπομαι να το πω. Έλα όμως που εγώ δεν είχα πει στη ζωή μου κανέναν κακό λόγο ως κόρη καλής οικογενείας. «Θα το πεις» μου έλεγε ο Σολομός. «Δεν μπορώ, Αλέξη μου» του απαντούσα κι αυτός συνέχιζε: «Μα, θα αλλάξεις το κείμενο του Μπρεχτ;». Δεν το είπα, αλλά και ο Σολομός δεν με μίσησε, παραμείναμε αγαπημένοι.

Ζείτε στην Κυψέλη, κυρία Καλό, εδώ που έμεναν και οι συγχωρεμένες Σπεράντζα Βρανά και Ζωή Φυτούση.

Είμαι γέννημα θρέμμα Αθηναία, Κυψελιώτισσα. Με τη Σπεράντζα δεν κάναμε παρέα, αλλά ήταν απ' τους λίγους συναδέλφους που αγαπούσα πολύ. Ούτε με τη Φυτούση ήμασταν φίλες, αλλά είχαμε δουλέψει μαζί κι έχω καλές μνήμες. Η Σπεράντζα πάντως δεν ήταν κουτσομπόλα, δεν σε σχολίαζε πισώπλατα, μια χαρά κοίταγε τη ζωή της και δεν έδινε σημασία στους άλλους. Πρώτα απ' όλα αυτοσαρκαζόταν, ίδιον ευφυών ανθρώπων. Μπορεί να έβγαινε άφτιαχτη, απεριποίητη στη σκηνή, αν δεν κοιταζόταν τελευταία στιγμή. Μια φορά παίζαμε μαζί στο Ακροπόλ και της έσπασε μια σούστα. Μας φώναζε: «Μια παραμάνα, βρε παιδιά, βγαίνω, βγαίνω» (γέλια). Ήταν ωραίος άνθρωπος η Σπεράντζα!

Σας άρεσαν ανέκαθεν οι χύμα άνθρωποι;

Ναι, οι ντόμπροι, οι ευθείς, καθαροί άνθρωποι!

Τελικά, κυρία Καλό, στη ζωή σας ποτέ δεν φοβηθήκατε να πείτε ευθαρσώς τη γνώμη σας. Αυτό είναι, θα έλεγα, το βασικό σας χαρακτηριστικό.

Εδώ δεν φοβήθηκα να την πω στον Ζαχαριάδη, για ποιον άλλο να φοβόμουν; Είχε έρθει από την εξορία στην Ελλάδα για να δει τους συντρόφους του. Μαζευτήκαμε όλοι με την κομμουνιστική ομάδα του Θεάτρου. Εγώ θα ήμουν 17 ετών τότε. Μπαίνει μέσα, σηκώθηκαν όλοι, χειροκρότημα. Κάτι λέει, φεύγει, όρθιοι πάλι, χειροκρότημα. Ξανάρχεται, το ίδιο! Αυτό θα έγινε άλλες πέντε-έξι φορές. Με την παιδική μου αφέλεια, όταν μας έδωσε τον λόγο, σήκωσα πρώτη-πρώτη το χέρι. «Σ' ακούμε, συντρόφισσα» μου κάνει. Λέω: «Σύντροφε Ζαχαριάδη, μπαίνεις-βγαίνεις, ξαναμπαίνεις-ξαναβγαίνεις και σηκωνόμαστε όλοι και χειροκροτάμε. Γιατί να γίνεται αυτό, μία φορά καλά δεν είναι;». Τα έχασε προς στιγμήν ο άνθρωπος και μου απάντησε ήπια: «Σωστό! Κοίτα, μικρή συντρόφισσα, άμα θες, εσύ μην το κάνεις». Οι άλλοι, όμως, οι σκληροπυρηνικοί κομμουνιστές, φώναζαν: «Διαγραφή! Έξω γρήγορα!». Με πιάνει ένα κλάμα και πάω κάτω στο υπόγειο και βρίσκω τον καθοδηγητή μου, τον μπαρμπα-Λυκούρη, θεός σχωρέστον. «Μη μου κλαις» μου κάνει. Και συνεχίζει: «Θέλεις να είσαι καλός κομμουνιστής; Θα είσαι "βλέπε - άκου - σώπα"». «Και πώς θα λέμε τη γνώμη μας;» τον ξαναρωτάω. «Μόνο εκεί όπου χρειάζεται» ήταν η απάντησή του.

Πώς περνάτε τον χρόνο σας σήμερα, την καθημερινότητά σας;

Πηγαίνω στη Φωκίωνος με φίλους, καμιά φορά και στο Άλσος Γαλατσίου που είναι όμορφα. Όσο με βαστάει το σώμα μου πηγαίνω και καμιά εκδρομούλα. Οδηγώ κιόλας.

Οδηγείτε;

Ναι! Γιατί πολλοί με ρωτάνε παράξενα, σαν και σένα, όταν λέω ότι οδηγώ;

Είναι που δεν μπορώ να οδηγήσω εγώ και ούτε πρόκειται, τόσο αγχώδης και νευρικός που είμαι.

Αλήθεια; Εγώ, αγόρι μου, οδηγώ από 15 χρονών παιδί. Στα 16 μου ο πατέρας μου μού πήρε από τη Λιβύη ένα απ' τα χακί τζιπάκια που είχαν αφήσει οι Εγγλέζοι. Έχω κάνει και εγχείρηση καταρράκτη, μια χαρά οδηγώ, σε βεβαιώνω.

Με τον χρόνο που κυλάει τι σχέση έχετε, τον φοβάστε;

Με προβληματίζει. Έχε υπ' όψιν, είμαι σχεδόν 90 ετών. Θέλω να καλέσω τον φίλο μου τον Σπύρο Μπιμπίλα να μιλήσουμε και να του παραδώσω το αρχείο μου, όταν έρθει και μένα η ώρα μου. Βλέπεις εκεί κάτι σπανιότατους κλασικούς δίσκους που έχω με τον Φον Κάραγιαν; Και να ήταν αυτά τα βινύλια μόνο...

Να το κάνετε, κι εγώ έχω κληρονομήσει τη δισκοθήκη του Κούνδουρου. Αυτό τον είχατε γνωρίσει άραγε;

Ήμασταν πολύ φιλαράκια με τον λεβέντη τον Νίκο! Έχουμε κάνει μαζώξεις σ' εκείνο το υπέροχο σπίτι του στο Μετς με το Κομμουνιστικό Κόμμα! Ωραίος άνθρωπος κι αυτός, αν και από πολλούς παρεξηγημένος. Δεν τον δεχόντουσαν εύκολα τον Κούνδουρο, γιατί ήταν Κρητίκαρος, αυτός δηλαδή που ήτανε.

Πάντως, δεν θα έπρεπε να σας προβληματίζει τόσο ο χρόνος, αφού παραμένετε η Καλή Καλό, όλοι σας θυμούνται κάπως σαν παιδάκι.

Με προβληματίζει το ότι μέχρι να μπω στο σπίτι, έχω παρέα. Μόλις όμως κλείσει η πόρτα, είμαι ολομόναχη. Ξέρεις κανέναν που να θέλει να τον φιλοξενήσω, να τον ταΐζω, να τον ποτίζω, άντρα, γυναίκα, ότι να 'ναι;

Το εννοείτε αυτό που λέτε;

Το εννοώ!

Καλά, κάποιον δεν μπορέσατε να βρείτε;

Πού να απευθυνόμουν; Πήγα στην εκκλησία και μου στείλανε μία ναρκομανή. Ευτυχώς, είχα την πρόνοια να της δώσω ραντεβού στο καφενείο έξω και την κατάλαβα με την πρώτη.

Με συγχωρείτε, αλλά μια και το 'φερε η κουβέντα, εσείς θέλετε κάποιον για παρέα ή και για να σας κάνει τις δουλειές; 

Κοίτα, αν κάνει και τις δουλειές του σπιτιού, θα τον πληρώνω κιόλας. Ας είναι ένας άντρας ή μια γυναίκα που να δουλεύει κάπου τη μισή μέρα και να έρχεται εδώ τα βράδια, να κάνει ένα μπάνιο, να τρώει και να κοιμάται.

Σας λείπει δηλαδή η ανθρώπινη παρουσία τόσο πολύ.

Ναι, αυτό μου λείπει, το χνότο!

Και να ξυπνάτε μαζί το πρωί, να πίνετε έναν καφέ, να τα λέτε.

Μπράβο! Όπως το λες, έτσι.

Είστε πολύ συγκινητική και το εννοώ κι εγώ τώρα!

Εσύ τώρα θα φύγεις. Εγώ θα ξεντυθώ και θα κάτσω έξω στο μπαλκόνι. Θα βάλω τον ανεμιστήρα να με φυσάει λιγάκι και θα πιάσω για ώρες να λύνω σταυρόλεξα. Τηλεόραση δεν βλέπω, μόνο ειδήσεις μία φορά κάθε μέρα, αφού έχει γεμίσει κι αυτή από άσχημες και άθλιες φάτσες.

Να μια ωραία ερώτηση λίγο πριν σας αφήσω! Μιλήσαμε για Αττίκ, Ρίτσο, Ζαχαριάδη, Κύρκο και πολλούς άλλους, μύθοι ο καθένας τους. Πώς είναι για εσάς, εν έτει 2017, να πέφτετε πάνω σε άθλιες και άσχημες φάτσες;

Δεν θα έλεγα ότι ασφυκτιώ στον ίδιο μου τον τόπο. Όχι, την αγαπάω την Ελλάδα, την αγαπάω πολύ, μα πάρα πολύ! Δεν θέλω να μου τη βιάζουν καθημερινά! Είναι τραγική η μοίρα αυτής της χώρας!

Μου επιτρέπετε να μεταφέρω τη συνέντευξη που μόλις μου δώσατε σε θεατρικό μονόλογο;

Σου κάνω αντιπρόταση: μόνο αν παίξουμε σε μία σκηνή οι δυο μας, όπως ακριβώς μου πήρες τη συνέντευξη αυτή.

Υπόσχομαι!

Έκλεισε!

* Η συνέντευξη με την Καλή Καλό πραγματοποιήθηκε στο σπίτι της στην Άνω Κυψέλη τον Αύγουστο του 2017. Ήταν η αρχή μιας φιλίας που διήρκεσε μέχρι και λίγα χρόνια πριν τον θάνατο της, την Παρασκευή 8 Μαρτίου του 2024, στα 98 της χρόνια. Τον Ιανουάριο του 2019 η Καλή Καλό συμμετείχε στο πάνελ της τηλεοπτικής εκπομπής «Η Αυλή των Χρωμάτων» με την Αθηνά Καμπάκογλου, που ήταν αφιερωμένη στο πρώτο βιβλίο με συνεντεύξεις μου, το «18 συνεντεύξεις - Σαν μονόπρακτα», μέσα στο οποίο συμπεριέλαβα τη συνέντευξη μας. Λίγο καιρό μετά συμμετείχε επίσης στην εκδήλωση αφιερωμένη στον Νίκο Κούνδουρο, στον Δήμο Ηλιούπολης, παρουσία του Χρήστου Λεοντή, τότε προέδρου της ΕΡΤ, όπου μίλησε για τον φίλο της τον Κούνδουρο, αμέσως μετά την προβολή του ντοκιμαντέρ «Οδύσσειες σωμάτων - Μπαλάντα για τον Νίκο Κούνδουρο». Θυμάμαι μάλιστα ότι είχαμε πάει να την πάρουμε από το σπίτι της με τους φίλους ηθοποιούς Νίκη Σερέτη και Χάρη Φλέουρα και στη διαδρομή έκανε υποδείξεις στον ταξιτζή από που έπρεπε να πάμε για να γλιτώσουμε την κίνηση. Τόσο καλά ήξερε τους δρόμους. Την αποχαιρετώ μ' ένα αίσθημα οδύνης και με την ελπίδα μιας ξεκούρασης, μιας «καλής ανάπαυσης» που λένε. Διότι, όπως θα διαπιστώσατε και απ' αυτή τη συνέντευξη, η Καλή Καλό δεν πέρασε και λίγα στη μακρά πορεία της ζωής της. Ήταν σοκαριστικό όταν έμαθα, αρχές της περασμένης χρονιάς, απ' όταν δηλαδή μεταφέρθηκε στο γηροκομείο, πως κάτω από το κρεβάτι της, στο διαμέρισμα της, κρατούσε τα οστά του ίδιου του παιδιού της μέσα σ' ένα κασελάκι. Πλέον έχει περάσει στην ιστορία κι αυτή ως τελευταία μιας γενιάς που έχει αφήσει προ πολλού τα επίγεια. Καλό της ταξίδι. 

* Η cover photo είναι της Αγγελικής Παπαϊωάννου. Δύο φωτογραφίες - μία σέλφι - είναι δικές μου. Οι υπόλοιπες ανήκουν στο αρχείο της Καλής Καλό.