Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΙΖΑ ΚΩΧ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΑΡΙΖΑ ΚΩΧ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 14 Αυγούστου 2025

Γιώργος Σαλβάνος: «Το πιάνο δεν με ''έζησε'' μόνο οικονομικά, αλλά και ψυχολογικά»

 

Μεταφέρω αυτούσιο κάτι που γράφτηκε πρόσφατα στα social media για τον μουσικό Γιώργο Σαλβάνο: «Η μορφή των μπουάτ! Υπήρχε διάχυτο ένα φως όταν καθόταν στο πιάνο και ας ήταν σκοτεινή η μπουάτ». Εγώ πάλι θα χαρακτήριζα τον συγκεκριμένο μουσικό, αφανή ήρωα των μεγαλύτερων στιγμών του ελληνικού τραγουδιού στις μπουάτ, τα πάλκα και τις συναυλίες. Ένας ακάματος εργάτης που του έτυχε να δουλέψει κυριολεκτικά με τους πάντες, αλλά και να ταυτιστεί με το περιβόητο Νέο Κύμα, μολονότι το εν λόγω μουσικό κίνημα βρισκόταν στα τελειώματα του. Θεώρησα καλό να δοθεί βήμα σ’ έναν καλλιτέχνη που για μισό αιώνα ποτέ δεν βγήκε μπροστά, καθαρά από προσωπική επιλογή του και στάση ζωής. Με δέχτηκε ένα απόγευμα στο σπίτι του, τον Οκτώβρη του 2021, τότε που ανάρρωνε από μία σοβαρή περιπέτεια με την υγεία του, και με προθυμία άνοιξε το αρχείο του, κυρίως όμως ανέσυρε μνήμες και θυμήθηκε ιστορίες άγνωστες από τη συμπόρευση του με καλλιτέχνες – ιερά τέρατα του 20ου αι. στον τόπο μας.

Έχω την αίσθηση πως ενώ μετράτε πενήντα χρόνια και παραπάνω στα μουσικά πράγματα, είστε παρασκηνιακός τύπος, σαν να κρύβεστε.

Εντελώς! Κοιτάξτε, όπως θα ξέρετε η δουλειά του μουσικού είναι μες τη διαπλοκή. Διάφοροι χρησιμοποιούν διάφορους τρόπους για να μπορέσουν να αναρριχηθούν ή να επιβιώσουν. Εμένα δεν μου πήγαινε ποτέ αυτή η κατάσταση και ότι έκανα στη ζωή μου, μάλλον το έκανα τυχαία. Απ’ το ’74, δηλαδή, που πήρα κάποιες καλές δουλειές, κανείς δεν με ήξερε ίσαμε τότε.

Και ο ένας σας πρότεινε στον άλλον.

Έτσι, ναι. Το ’74 μπήκα σ’ ένα σχήμα με τη συχωρεμένη Μαρία Δημητριάδη και την αδερφή της, την Αφροδίτη Μάνου, τον Κώστα Θωμαΐδη και τον Θόδωρο Δημήτριεφ. Πιάνο έπαιζε ο Θάνος Μικρούτσικος που θα αποχωρούσε για δικούς του λόγους, οπότε μέσω ενός φίλου, με ειδοποίησαν και τον αντικατέστησα.

Μιλήστε μου για τη ζωή σας, για τις σπουδές σας.

Ήρθα το 1964 στην Αθήνα από την Κέρκυρα σε ηλικία 14 ετών. Ήμουν γνώστης μουσικής, καθώς έπαιζα στη Φιλαρμονική της Κέρκυρας. Ήμουν τρομπετίστας. Πήγα κατευθείαν στο Ελληνικό Ωδείο, στη Φειδίου, με το ενδιαφέρον μου να εστιάζεται στα θεωρητικά. Και γι’ αυτά, όμως, έπρεπε να έχω κάποιες γνώσεις πιάνου. Το πιάνο, λοιπόν, ήρθε κι αυτό από σύμπτωση ή μάλλον από ανάγκη. Το ωδείο το παράτησα όταν πήγα φαντάρος, αλλά και γιατί δεν μου πήγαινε.

Έπρεπε κάπως να συντηρηθείτε.

Αυτός ήταν ο κύριος λόγος, μια και δεν προερχόμουν από ευκατάστατη οικογένεια. Έτσι αποφάσισα να βγω στο κουρμπέτι. Η πρώτη – πρώτη μου δουλειά, όσο κι αν σας φανεί περίεργο, ήταν μ’ έναν τραγουδιστή που τότε δεν τον ήξερε κανένας και που παίζαμε σ’ ένα μαγαζί στη γέφυρα του παλιού ανατολικού αεροδρομίου. Για τον Γιώργο Μαργαρίτη μιλάω. Λαϊκά τραγούδια έλεγε και το πράγμα πήγαινε ως τις εφτά το πρωί. Παρ’ όλη τη δουλειά που έχω ρίξει τόσα χρόνια, το μόνο πράγμα που δεν συμβιβάστηκα ποτέ, ήταν το ξενύχτι. Ποτέ δεν το ήθελα και η απόφαση μου να δουλέψω δεν εξαρτιόταν σε πρώτο βαθμό από το οικονομικό θέμα.

Όσο από το ωράριο;

Από το ωράριο και από το με ποιους θα δούλευα. Τον Μαργαρίτη, ας πούμε, δεν τον ήξερα, ιδέα δεν είχα, γιατί ήμουν και στραβός απ’ το ωδείο. Άντεξα γύρω στους δυόμισι μήνες και μετά έφυγα. Την ίδια περίοδο έγινε και η Μεταπολίτευση. Έτσι τον Δεκέμβρη του ’74 βρέθηκα με τη Δημητριάδη στη μπουάτ «Ορίζοντες».

Είστε χαρακτηρισμένος ωστόσο ως ακομπανιατέρ στο πιάνο των λεγόμενων «νεοκυματικών» καλλιτεχνών, της Αστεριάδη, της Κουμιώτη, του Λάκη Παππά.

Μ’ αυτούς έμπλεξα λίγο αργότερα. Πρώτα γνώρισα τον Λάκη Παππά στον «Τιπούκειτο» της Βαλτετσίου στα Εξάρχεια. Επιχειρηματίας ήταν ο Μπουκουβάλας, που άμα τον έβλεπες στο δρόμο, θα έβγαζες δεκάρικο να του δώσεις να φάει καμιά τυρόπιτα. Κι όμως υπήρξε φοβερός τύπος, απίστευτος κουλτουριάρης! Στον «Τιπούκειτο» έκατσα δυο χρόνια με τον Λάκη Παππά, τον μακαρίτη Αλέξη Γεωργίου και αργότερα προστέθηκε η Αρλέτα. Ο Λάκης και ο Αλέξης δούλευαν στο θέατρο και έρχονταν αργά, οπότε έπρεπε να καλυφτεί το πρόγραμμα, στο οποίο συμμετείχαν ακόμη η Κρίστη Στασινοπούλου και ο Ηλίας Λιούγκος. Χρειαζόταν, όμως, ένα ακόμη μεγάλο όνομα για εκείνη την εποχή και γι’ αυτό ήρθε η Αρλέτα. Ναι μεν έβγαινε μόνη της, αλλά σε δυο – τρία τραγούδια παίζαμε μαζί.

Ζήσατε με λίγα λόγια τον απόηχο του Νέου Κύματος.

Ισχύει εν μέρει, γιατί το Νέο Κύμα ανήκε στα βασικά ακούσματα μου ως έφηβος και στη συνέχεια μού έμελλε να συνδεθώ με τους εκπροσώπους του. Προηγουμένως, όμως, αμέσως μετά τους «Ορίζοντες» με τη Δημητριάδη και πάλι μέσω κοινού γνωστού, βρέθηκα να παίζω με τη Μαρίζα Κωχ. Ήταν άνοιξη του 1975 και κάναμε πρόβες για τη μεγάλη περιοδεία της Κωχ στην πρώην Σοβιετική Ένωση μαζί με τον Θανάση Γκαϊφύλλια, τη Λήδα Χαλκιαδάκη και το χορευτικό συγκρότημα Δοϊτσίδη. Θυμάμαι ότι φύγαμε με καράβι από τον Πειραιά: Πειραιάς – Οδησσός – Μόσχα – Μπακού – Τυφλίδα και μετά πάλι πίσω μέσω Μόσχας. Σύνολο: Εικοσιπέντε μέρες.

Αυτή ήταν η πρώτη σας μεγάλη δουλειά.

Σίγουρα ήταν η πρώτη δουλειά που βγήκα εκτός συνόρων.

Και ήσασταν απλά συνοδός των τραγουδιστών ή σας ενδιέφερε να πειράζετε και λίγο τα κομμάτια;

Όχι, αυτό που δεν μ’ άρεσε και δεν μου αρέσει είναι να πειράζω τα κομμάτια. Σέβομαι απόλυτα τον κάθε δημιουργό έτσι όπως τα έχει φτιάξει. Θα τα πείραζα μόνο σε περιπτώσεις σαν αυτή που συνέβη τελευταία: Κάναμε ένα γκρουπάκι, κλασική κιθάρα, τσέλο, μαντολίνο και πιάνο, όπου εκεί έπρεπε να προσαρμόσω κάπως τα κομμάτια. Ηχητικό ήταν, όμως, το θέμα, πάλι δεν τα άλλαξα επί της ουσίας. Το γκρουπ το ονομάσαμε Psycho και παίζουμε ελληνικά και ξένα all time classic κομμάτια.

Φαντάζομαι δεν θα σας αρέσει ιδιαιτέρως η τζαζ μουσική με τους αυτοσχεδιασμούς της.

Δεν είχα ποτέ έφεση στη τζαζ. Ακόμη και να ήθελα ν’ ακούσω κάποιον μεγάλο τζαζίστα, δεν θα ήταν στις προτεραιότητες μου. Θαυμάζω πιανίστες τζαζίστες, σαν τον Thelonius Monk, αλλά και πιο παλιούς, που έχουν τις ρίζες τους στα μπλουζ. Παραδέχομαι το παίξιμο τους, μην ξεχνάτε όμως πως εμένα οι συγκυρίες με οδήγησαν ν’ ασχοληθώ μ’ ένα πολύ πιο περιορισμένο ρεπερτόριο, αυτό του ελληνικού τραγουδιού. Επιλεγμένο κιόλας, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Σπανό, Πλέσσα, τέτοια πράγματα. Ξαναπάω πίσω για να σας πω ότι με την Κωχ κάναμε κι ένα μεγάλο ταξίδι – περιοδεία. Στην Κωχ υπήρχε η δυνατότητα του αυτοσχεδιασμού των μουσικών. Φύγαμε, θυμάμαι, στις 8 Μαΐου και γυρίσαμε στις 2 Σεπτεμβρίου του 1980. Κάναμε κυριολεκτικά το γύρο του κόσμου, έχοντας κιόλας εγώ μεγάλο πρόβλημα με τα αεροπλάνα.

Τι να κάνεις, όμως, να έχανες τέτοια δουλειά;

Αυτό ακριβώς σκέφτηκα κι εγώ, μ’ έπιασε το φιλότιμο. Πήγαμε πρώτα Παρίσι, μετά Καναδά, Ηνωμένες Πολιτείες, Ανατολική Ακτή και κατόπιν Λος Άντζελες, Βανκούβερ κι απ’ το Βανκούβερ στην Αυστραλία σε τέσσερις μεγάλες πόλεις. Από την Αυστραλία βρεθήκαμε στην Κίνα στο πλαίσιο πολιτιστικής ανταλλαγής. Δώσαμε δύο συναυλίες στο Πεκίνο κι άλλες δύο στην Καντόνα, στα σύνορα του Χονγκ Κονγκ. Ακολούθησε το Νέο Δελχί κι από κει γυρίσαμε πίσω. Το πακέτο όλο κράτησε τέσσερις μήνες.

Τι είναι ο φόβος για τα αεροπλάνα μπροστά στο γύρο του κόσμου;

Κι όμως, δεν το απόλαυσα όπως έπρεπε το τουρ αυτό, καθώς είχα πολύ μεγάλο φόβο με τις πτήσεις. Ένιωθα καλά όπου πηγαίναμε μόνο όταν η επόμενη πτήση θα ήταν μετά από είκοσι μέρες. Εν πάση περιπτώσει, όλα πήγαν καλά και δεν κινδυνεύσαμε.

1975, Γιώργος Σαλβάνος - Αντώνης Τουρκογιώργης 

Ξέρετε ότι μεγάλο φόβο για τα αεροπλάνα έχουν κι άλλοι συνάδελφοί σας; Ο Τάσος Καρακατσάνης, ας πούμε.

Το ξέρω, ναι, ο Τάσος, όπως και ο Σαράντης Κασσάρας. Το ίδιο πρόβλημα είχε και ο Κώστας Γανωσέλλης. Με τον Κώστα έχουμε ταξιδέψει μαζί, έχουμε πάει στην Κούβα. Όταν γυρίσαμε στην Ελλάδα από την περιοδεία με την Κωχ, είχα αποφασίσει ότι δεν θα ξαναμπώ σ’ αεροπλάνο, έλεγα πως δεν θα το ξανακάνω. Ένα μεσημέρι, όμως, μου λέει η μάνα μου: «Σε ζήτησε η Μαρία Φαραντούρη». Σκέφτηκα «Από που κι ως που εμένα η Φαραντούρη;» Δεν την ήξερα, δεν είχαμε γνωριστεί κάπου. Τηλεφωνώ της Μαρίας και με ενημερώνει ότι συγκροτεί μια ορχήστρα για περιοδεία στην Ευρώπη. Με ζώσανε τα φίδια! Μου κλείνει ένα ραντεβού την επόμενη σ’ ένα στούντιο στα Πατήσια και η πρώτη μου κουβέντα, όταν πήγα, ήταν: «Πως ταξιδεύουμε;» Μου λέει η Μαρία πως θα φύγουμε αεροπορικώς για το Ανατολικό Βερολίνο κι από κει όλη η υπόλοιπη περιοδεία θα είναι οδικώς. Τελευταία συναυλία θα δίναμε στη Βιέννη, όπου από κει ο καθένας θα γύρναγε σπίτι του όπως γούσταρε. Εγώ, λοιπόν, έφυγα απ’ τη Βιέννη και πήγα στο Μόναχο, απ’ όπου πήρα το τραίνο για Ελλάδα.

Η συνεργασία με τη Φαραντούρη δεν περιορίστηκε στη συγκεκριμένη περιοδεία.

Γυρνώντας, κάναμε συναυλίες στην Ελλάδα το καλοκαίρι του ’81. Πήγαμε και στην Αλβανία για δύο εβδομάδες στο πλαίσιο πολιτιστικών ανταλλαγών με τη γειτονική χώρα. Και μετά ήρθε η Κούβα, αλλά για δουλειά του Μίκη Θεοδωράκη. Δεν είχε ορχήστρα τότε ο Θεοδωράκης και χρησιμοποίησε αυτήν της Μαρίας. Είχε έρθει και ο Γιώργος Νταλάρας μαζί ως γκεστ, αλλά βασικοί τραγουδιστές ήταν η Φαραντούρη και ο Πέτρος Πανδής. Το πρόγραμμα ήταν μοιρασμένο στο «Canto General» με την Ορχήστρα της Κούβας, που διηύθυνε ο Θεοδωράκης, και στα λαϊκά τραγούδια του.

1981, Κούβα, η γνωριμία του Γιώργου Σαλβάνου με τον Φιντέλ Κάστρο
Μεγάλη εμπειρία κι αυτή.

Πιστεύω πως το ότι γύρισα τον κόσμο όλο με τη δουλειά μου, είναι τεράστια υπόθεση. Και το κυριότερο: Γνώρισα έναν κόσμο, ο οποίος σήμερα δεν υπάρχει! Όταν ξαναπήγα στο Πεκίνο το 2009, πάλι με την Κωχ, ήταν μια πόλη άγνωστη, δεν είχε καμία σχέση με το Πεκίνο του 1980. Το ίδιο και η Σοβιετική Ένωση το ’75 επί Μπρέζνιεφ. Ένα καθεστώς σκληρό, που σήμερα δεν υφίσταται. Πιστεύω πως και η Κούβα, μετά τον Κάστρο που γνώρισα προσωπικά, δεν θα’ναι πια όπως την ήξερα. Υπάρχει όμως κι ένα άλλο: Θεωρώ σημαντικό που απομυθοποίησα καλλιτέχνες, με τους οποίους μεγάλωσα και στη συνέχεια δούλεψα μαζί τους.

Λογικό δεν είναι αυτό, όμως;

Απολύτως, αλλά εγώ δε μιλάω απαραιτήτως για απομυθοποίηση με την κακή έννοια. Τον Λάκη Παππά, ας πούμε, τον είχα θεό στα φοιτητικά μου χρόνια και φτάσαμε στο σημείο να κοιμόμαστε στο ίδιο δωμάτιο και να ταξιδεύουμε παρέα. Γίναμε αδερφικοί φίλοι. Ερχόμενοι απ’ την Κούβα, που γνώρισα και τον Νταλάρα, μου τηλεφώνησε ο Γιώργος και με ζήτησε για την ορχήστρα του. Θα παίζαμε στο θέατρο «Σούπερ Σταρ» στην Αγίου Μελετίου σε μια σειρά παραστάσεων σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη. Το concept ήταν ένα αφιέρωμα στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού από τη Σμύρνη μέχρι τη Μεταπολίτευση. Τραγουδούσαν Νταλάρας, Γλυκερία και Μαργαρίτα Ζορμπαλά και εκτός απ’ τις παραστάσεις στο θέατρο, περιοδεύσαμε σ’ όλη την Ελλάδα και το εξωτερικό, Βρυξέλλες και Στοκχόλμη.

Μ’ αρέσει που φοβόσασταν τα αεροπλάνα.

Τότε τον είχα ήδη ξεπεράσει το φόβο μου. Ύστερα ανακατεύτηκα με τους νεοκυματικούς καλλιτέχνες, πρώτα με τον Παππά, που δεν του άρεσε να τον λένε νεοκυματικό, γιατί ένιωθε ότι περιχαρακωνόταν. Ο Λάκης, άλλωστε, προηγήθηκε του νέου κύματος. Εγώ δούλεψα πολύ με τον Βιολάρη, την Χωματά, την Αστεριάδη και την Κουμιώτη, όπως και με τον Γιώργο Ζωγράφο – με όλους ανεξαιρέτως τους νεοκυματικούς, εκτός απ’ τον Πουλόπουλο, αν τον θεωρήσουμε κι αυτόν νεοκυματικό τραγουδιστή. Γνωρίστηκα με τον Γιάννη Σπανό, τον οποίο εκτιμούσα και εκτιμώ αφάνταστα. Είχαμε συμπράξει σε μερικές παραστάσεις.

Να γιατί ταυτιστήκατε, λοιπόν, με το Νέο Κύμα, ενώ ουσιαστικά δεν το είχατε ζήσει στην ακμή του.

Το ’64 – ’65 που πρωτοστατούσε το Νέο Κύμα, εγώ ήμουν έφηβος, αλλά το ζούσα δισκογραφικά. Το θέμα το ήξερα γιατί ήταν μέσα στα ακούσματα μου μαζί με την πιο κλασική μουσική. Έπειτα πέρασα ως θαμώνας απ’ όλες τις μπουάτ, που λίγο αργότερα δούλεψα ως μουσικός. Το ίδιο διάστημα γνώρισα ποιητές και στιχουργούς, σαν τον Άκο Δασκαλόπουλο και τον Δημήτρη Ιατρόπουλο. Με τους νεοκυματικούς τραγουδιστές πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου, κάναμε πάρα πολλές δουλειές, έχοντας μάλιστα την ευθύνη της ορχήστρας τους. Έγραφα τις παρτιτούρες τους, ενορχήστρωνα, ήμουν κατά ένα τρόπο ο μαέστρος τους.

Απορώ πως και δεν σας βγήκε ποτέ να γράψετε δική σας μουσική.

Όχι, ποτέ, γιατί πολύ απλά δεν μου βγαίνει. Ούτε ποτέ προσπάθησα, γιατί δεν με ενδιέφερε.

Αν σας ζητούσα να ξεχωρίσετε μια δουλειά σας ως την καλύτερη;

Απ’ την άποψη του πρεστίζ, όταν μου ζήτησε ο Καλκάνης, ο μαέστρος του δήμου της Αθήνας, να οργανώσω δυο βραδιές με τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι. Μου διέθετε τη λαϊκή ορχήστρα του δήμου, αλλά επειδή τα τραγούδια είχαν ανάγκη κι άλλων οργάνων, θα μου έδινε από τη Λυρική ότι άλλο χρειαζόμουν. Ο Χατζιδάκις στο μεταξύ είχε φύγει από τη ζωή. Πρόλαβα και τον γνώρισα κι αυτόν σ’ ένα ξενοδοχείο έξω απ’ τη Νάουσα. Φευγαλέα, ένα «χαίρετε». Έτυχε να μένουμε στο ίδιο ξενοδοχείο, εκείνος με το σχήμα του κι εγώ με το σχήμα της Κωχ. Πηγαίναμε για δουλειά, θυμάμαι, και τον βλέπουμε να κάθεται στο φουαγέ με τον Τάσο Καρακατσάνη. Ο Τάσος, φίλος μου από το ’75, ευγενής όπως είναι μια ζωή, σηκώθηκε και με σύστησε στον Χατζιδάκι. Τι με εντυπωσίασε: Ο Χατζιδάκις σηκώθηκε από την καρέκλα του για να με χαιρετίσει. Έδειξε δηλαδή σεβασμό σ’ έναν πολύ νεότερο του μουσικό, που αμφιβάλλω αν είχε ακούσει ποτέ το όνομα μου.


Για τον Χατζιδάκι μου μιλάτε, για τον Θεοδωράκη δεν μου είπατε κάτι πριν.

Κοιτάξτε, έχω πει κάτι εδώ και πολλά χρόνια σε μερικούς – μερικούς που κατηγορούν τον μουσικό Θεοδωράκη: Αν υπάρχουν πέντε μουσικοί στην Ελλάδα που υπερασπίζονται τον συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, οι πέντε είμαι εγώ! Μιλάω για τον μουσικό, γιατί ο άνθρωπος Θεοδωράκης είναι μία άλλη ιστορία. Ως εδώ. Σε εκείνη τη χατζιδακική συναυλία, λοιπόν, ο Καλκάνης με άφησε ελεύθερο. Μου είπε να έπαιρνα όποιους τραγουδιστές ήθελα, αφού προφανώς υπήρχε μπάτζετ. Του πρότεινα να παίζαμε «Ματωμένο Γάμο» και «Παραμύθι χωρίς όνομα» με τον Λάκη Παππά συν κάποια άλλα τραγούδια με τον Βασίλη Λέκκα και τον συχωρεμένο Δημήτρη Ψαριανό. Παίξαμε και ολόκληρο τον «Σκληρό Απρίλη του ’45», τα ορχηστρικά. Τη συναυλία τελικά παρακολούθησαν δυόμισι χιλιάδες άτομα, αλλά ο Καλκάνης μου επέβαλε να διευθύνω και την ορχήστρα. Με ανάγκασε να κάνω τον μαέστρο κι ένιωσα ντροπή, γιατί εγώ δεν είχα καμιά δουλειά μ’ αυτό το πράγμα. Κάναμε και δύο ακόμη συναυλίες με τον «Καπετάν – Μιχάλη» του Χατζιδάκι στην Κρήτη, την πρώτη με τον Λέκκα και τη δεύτερη με τον Ψαριανό. Εκεί ξανάκανα αναγκαστικά τον μαέστρο, γιατί επρόκειτο για ένα στριφνό έργο που έπρεπε κάποιος να το κουμαντάρει. Πάντως, η καλύτερη για μένα δουλειά από πλευράς συνθηκών, ήταν οι συναυλίες με τη Φαραντούρη. Ξεκινούσαμε στις 6.30 το απόγευμα και τελειώναμε στις 8 το βράδυ. Στο εξωτερικό δεν κρατάνε πολλή ώρα οι συναυλίες. Θυμάμαι ότι έπαιζα στο πιάνο, που ήταν στην άκρη της σκηνής κι αν καμιά φορά ξεφεύγαμε λίγο, ερχόταν ο φροντιστής και μου έδειχνε το ρολόι του. Η παράσταση έπρεπε να’ναι μιάμιση ώρα ακριβώς και μιλάμε για Γερμανία, έτσι;

Με τους νεοκυματικούς ακόμη παίζετε, πάντως.

Σωστά, δούλευα και ακόμα δουλεύω, αν και τώρα με την κρίση του κορονοϊού, σταματήσαμε. Σταθερά δουλεύω με τον Μιχάλη Βιολάρη, ο οποίος, επειδή πρόσεχε και έκανε καλή ζωή, μπορώ να σας πω ότι φωνητικά είναι καλύτερος απ’ ότι στα νιάτα του. Τους έζησα όλους, πάντως, όπως σας είπα, τη χρυσή εποχή των μπουάτ, καθώς οι μπουάτ κράτησαν μέχρι και τα τέλη του 1970 σε κατάσταση ακμαία. Κατά καιρούς έπαιζα στην Πλάκα σε μικρά μαγαζάκια, εκτός από το «Θεμέλιο» που τη σαιζόν 1976 – 77 παίξαμε με τη Μαρίζα Κωχ και τον Μανώλη Μητσιά. Στο ίδιο σχήμα ήταν ακόμη η Τάνια Τσανακλίδου και ο Δημήτρης Πουλικάκος. Καλά τα πήγαμε μέχρι που, δεν ξέρω για ποιο λόγο, η Μαρίζα έφυγε στη μέση της σαιζόν. Πιθανώς να μην τα βρήκαν με τον επιχειρηματία στα οικονομικά – ο θεός να τον έκανε επιχειρηματία!

Γνωρίζω πως το χιούμορ σας είναι παροιμιώδες, αυτό κυκλοφορεί μεταξύ των μουσικών. Θα ήθελα να μου αφηγηθείτε μια αστεία ιστορία.

Πολλές αστείες ιστορίες, πράγματι. Θα σας πω μία με την Αλίκη Καγιαλόγλου. Στα μέσα του ’80 παίξαμε σ’ ένα φεστιβάλ στο Μεξικό ανάμεσα σε πολλές άλλες χώρες. Εκεί ήταν και ένα γκρουπ Αβορίγινων μουσικών, ντυμένοι όλοι τους με παραδοσιακά πετσιά και δέρματα. Ένας απ’ αυτούς ερωτεύθηκε την Καγιαλόγλου! Καθόμασταν ένα βράδυ έξω απ’ το ξενοδοχείο κι ο τύπος είχε βγει στο παράθυρο από πάνω μας κι έκανε σήματα στην Αλίκη. Λέει αυτή: «Τελικά εμπνέω μεγάλους έρωτες», οπότε γυρνάει και της κάνει ο Κώστας Γρηγορέας ο κιθαριστής: «Αλίκη μου, αυτός σε φαντάζεται μέσα σ’ ένα ταψί και μ’ ένα μήλο στο στόμα» (γέλια). Δουλέψαμε αρκετά με την Καγιαλόγλου, αλλά αραιά, όχι συνεχόμενα. Παίξαμε στη Νάπολη, θυμάμαι, αλλά και στο Τρεβίζο – οι δυο μας μόνο, πιάνο – φωνή. Γενικά, πάντως, το χιούμορ έπαιζε μεγάλο ρόλο στη σχέση μου με τους άλλους. Δεν έβγαινε αλλιώς, το καταλαβαίνετε. Ακόμα και τώρα που ήμουν στο νοσοκομείο, στον Ευαγγελισμό για ένα μήνα σχεδόν, δε μπορούσα να μην αστειεύομαι με τους γιατρούς και τις νοσοκόμες παρά τη σοβαρότητα της κατάστασης μου.


Θέλετε να μου πείτε τι ακριβώς σας συμβαίνει, μια κι εσείς το αναφέρατε;

Για ένα διάστημα πριν πάω στο νοσοκομείο δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου. Κάποια στιγμή με έτρεξε ο κουμπάρος μου στο Γεννηματάς κι έκανα εξετάσεις αίματος, που ποτέ μου δεν είχα κάνει κι αυτή ήταν ίσως η μεγαλύτερη βλακεία. Την επόμενη πήρε τα αποτελέσματα ο κουμπάρος και τα έστειλε σ’ έναν αδερφικό μας φίλο, γιατρό, στην Κέρκυρα. Τα βλέπει αυτός, μου τηλεφωνεί και μου λέει: «Τσακίσου τώρα και πήγαινε για εισαγωγή σε νοσοκομείο». Μέτραγα μέρες, απ’ ότι μου είπαν…Κατά τα μεσάνυχτα, μου βάλανε κάτι σωληνάκια που φτάνουν στην καρδιά και μετά απ’ αυτή την επώδυνη διαδικασία με στείλανε κατευθείαν για αιμοκάθαρση. Με πήγαν σε δωμάτιο και την άλλη μέρα ξανά αιμοκάθαρση. Βγήκα απ’ το νοσοκομείο μόνο όταν έπρεπε να αδειάσει το κρεβάτι και μου βρήκαν μια κλινική κοντά μου, στα Ιλίσια, όπου συνεχίζω τις αιμοκαθάρσεις.

Σας βλέπω καλά τώρα, ευδιάθετο και δυνατό.

Πέρασε μεγάλο διάστημα, πάνω από μήνας, μέχρι να ανακτήσω τις δυνάμεις μου μετά το νοσοκομείο. Το μόνο που μ’ ενοχλεί είναι αυτός ο δεσμευτικός μπελάς, να πηγαίνω τρεις φορές τη βδομάδα για αιμοκάθαρση. Υπάρχει μια μικρή πιθανότητα, απ’ ότι μου λένε, οι αιμοκαθάρσεις να αραιώσουν ή και να σταματήσουν – αυτό θα’ναι και το ζητούμενο.

Σας φόβισε η περιπέτεια αυτή;

Παραδόξως, όχι. Ξέρετε με τι έπαθα σοκ μες το νοσοκομείο; Μ’ αυτά που έβλεπα που τραβούσαν οι άλλοι δίπλα μου, όχι δηλαδή με τη δική μου πάθηση. Κάποια στιγμή μου φέρανε γιατρό ψυχολόγο, γιατί τους δήλωσα πως δεν μπορώ να διαχειριστώ αυτή την τραγική κατάσταση.

Ισχύει αυτό που λένε ότι τα καλύτερα παιδιά είναι οι λαϊκοί έναντι των λόγιων – έντεχνων μουσικών;

Όντως έτσι λένε, αλλά εγώ δεν τους γνώρισα καλά τους λαϊκούς, γιατί δεν ήμουν ποτέ μέσα σ’ αυτό το χώρο. Από επιλογή μου, βέβαια, αφού η νύχτα δεν μ’ άρεσε. Θυμάμαι το ’87 περίπου όταν η Πόπη Αστεριάδη μας είχε φέρει τον Θανάση Βασιλά, τον μπουζουξή, που ήταν πιτσιρίκι, 16 – 17 χρονών παιδί. Έξυπνος και ταλαντούχος, έκανε καριέρα, αν και λίγο το σκύλεψε στην πορεία του. Περί ορέξεως, βέβαια…

Ποια είναι η σχέση σας με το πιάνο;

Μ’ αρέσει πάρα πολύ να βλέπω κάποιους να παίζουν κλασικό ρεπερτόριο, κυρίως ξένους πιανίστες. Τους θαυμάζω και τους ζηλεύω με την καλή έννοια. Μακάρι να έπαιζα το ένα εκατοστό απ’ το πιάνο που παίζει ο Κινέζος Λανγκ Λανγκ, ας πούμε. Παρόλα αυτά, δεν με χάλασε και μένα το πιάνο. Του χρωστάω. Δεν με έζησε μόνο οικονομικά, αλλά και ψυχολογικά. Γύρισα τον κόσμο με την τέχνη μου, άνοιξε το μάτι μου.

Πόσο μοναχικός άνθρωπος είστε;

Έκανα εργένικη ζωή. Μπορώ να είμαι μόνος μου, αν και λίγο τα χρειάστηκα όταν γύρισα από το νοσοκομείο. Φοβήθηκα μην μου τύχει καμιά ανωμαλία και τρέχα – γύρευε μετά. Μου είχε πει κάποτε ο Γιάννης Γλέζος το εξής: «Μου κάνει εντύπωση πως μπορείς και κάθεσαι σε μια πολυθρόνα για τέσσερις ώρες χωρίς να κάνεις τίποτα». Του απάντησα: «Μπορώ, γιατί τά’χω καλά με μένα και δεν έχω κανένα πρόβλημα». Δεν σημαίνει αυτό ότι είμαι αντικοινωνικός.

Σας ρώτησα γιατί έχω συναντήσει μουσικούς, αρκετά μεγαλύτερους σας ηλικιακά, που προσπαθούσαν να με πείσουν για το πόσο απέχουν απ’ τη μοναξιά, ενώ σαφώς ήταν βυθισμένοι μέσα σ’ αυτή.

Οι αναμνήσεις είναι κάτι καλό, που σε βοηθάνε σ’ αυτό το κομμάτι. Εγώ καμαρώνω για το γεγονός ότι έζησα, και επαγγελματικά, και κοινωνικά – δεν ήμουν ποτέ χωμένος σ’ ένα μαγγανοπήγαδο. Έζησα και απολάμβανα την καθημερινότητα με τους φίλους, τις γυναίκες, τις δουλειές.

Υπάρχει κάτι που δεν είπαμε και θα θέλατε να το πείτε;

Α, θα σας πω μια ιστορία που μου τη θύμισε η Μαρίζα, η οποία ήρθε εδώ τις προάλλες και μου έφερε φαγητά, νά’ναι καλά! Ξέρετε, καμιά φορά η Μαρίζα λέει με τη Νένα Βενετσάνου για μένα: «Αυτός εδώ έτσι κι ανοίξει το στόμα του, δεν μας ξεπλένει κανείς» (γέλια)

1976, Άννα Βίσση - Γιώργος Σαλβάνος

Δεν μου είπατε και τίποτα συνταρακτικό, μην ανησυχείτε.

Φυσικά, τα προσωπικά του καθενός δεν αφορούν κανέναν. Ακούστε την ιστορία: Είμαστε στο Κουβέιτ και παίζουμε σ’ ένα ξενοδοχείο με σφραγίδα ενός απ’ τα καλύτερα ξενοδοχεία στον κόσμο. Αν και είχαμε επίσημη πρόσκληση από την κυβέρνηση, εκεί είχαν ένα θέμα με τις γυναίκες που τραγουδούν. Καθυστερήσαμε πολύ στο αεροδρόμιο, θυμάμαι, μέχρι να την αφήσουν τη Μαρίζα να φύγει. Στο ξενοδοχείο έρχεται και μας βρίσκει ένας Έλληνας ναυτικός με καταγωγή απ’ τα Τρίκαλα. Αυτός είχε κάποτε μια ψαρόβαρκα στον Περσικό Κόλπο και ψάρευε. Σε κάποια φουρτούνα είχε κινδυνεύσει μια θαλαμηγός ζάπλουτων σεΐχηδων από το Κουβέιτ. Έμπειρος ναυτικός αυτός, τους έσωσε. Η θαλαμηγός βούλιαξε, αλλά οι άνθρωποι γλίτωσαν. Δεδομένου ότι σ’ αυτά τα μέρη, η μαγική λέξη είναι μία, «Γιουνάν», «Έλληνας» δηλαδή, συν του ότι τους έσωσε τη ζωή, του έδωσαν την εποπτεία ολόκληρου του εμπορίου ψαριών στο Κουβέιτ! Έκτοτε αυτός ζούσε δυο μήνες στο Κουβέιτ, δυο μήνες στο Σαν Φρανσίσκο, δυο μήνες στην Ελβετία, δυο μήνες στο χωριό του κ.ο.κ. Αυτός, λοιπόν, μας είχε κανονίσει τα τραπέζια εκεί που θα παίζαμε και είχε βάλει τύπους με σαρίκια να μας εξυπηρετούν. Θεώρησε ως Έλληνας ότι σε μία ελληνική βραδιά εκεί πρέπει να διασκεδάσουν όπως διασκεδάζουμε στην Ελλάδα. Βγήκε στην αγορά το μεσημέρι και αγόρασε όσα πιάτα υπήρχαν για να τα φέρουν στο ξενοδοχείο και να τα σπάσουν οι πελάτες το βράδυ. Έλα, όμως, που τα πιάτα ήταν κινέζικη πορσελάνη! Τι άλλο θα μπορούσαν να έχουν στο Κουβέιτ εκτός από πανάκριβα πιάτα; Έπαιζε ο Γλέζος στο πιάνο την «Κόρντοβα» κι έφευγε το πιάτο! Κάποια πιάτα σπάγανε, κάποια όχι. Είχα τη Μαρίζα πίσω απ’ το παραβάν να φωνάζει: «Ότι δεν σπάει, φέρνε το μέσα» (γέλια)

Πόσο καιρό έχετε να δουλέψετε;

Κανονικά έχω να δουλέψω γύρω στους 18 μήνες. Ποτέ δεν κάνω σχέδια, όμως, είμαι λίγο έως πολύ αναβλητικός τύπος. Κι αν η κατάσταση της υγείας μου δεν εγκυμονεί κινδύνους άμεσα, δεν παύει νά’ναι ένα πρόβλημα. Μην ξεχνάμε ότι είμαι 71 ετών, κλεισμένα, οπότε από δω και πέρα αρχίζει η σοβαρή φθορά. Δεν είμαι σίγουρος, επίσης, αν ο καλλιτεχνικός κόσμος, με τον οποίο συνεργάζομαι, με εμπιστεύεται πια. Δεν ξέρουν αν μπορώ να ανταποκριθώ στις απαιτήσεις της δουλειάς. Μπορώ και ξέρω ότι μπορώ, ειδικά τώρα που νιώθω καλά σε σχέση με το πως ήμουν πριν. Για το τέλος θα ήθελα να ευχαριστήσω κάποιους ανθρώπους που μου στάθηκαν και μου στέκονται: Τον κλαρινίστα Θωμά Δρόσο, ο οποίος έρχεται κάθε μεσημέρι και με παίρνει απ’ την κλινική για να με γυρίσει σπίτι. Τη Μαρίζα Κωχ που με συντρέχει στο βαθμό που μπορεί κι αυτή, γιατί έτυχαν όλα μες το καλοκαίρι. Τη Μαργαρίτα Πικιώνη, εγγονή του μεγάλου Πικιώνη, που έχω ενορχηστρώσει δύο δουλειές της και κάθε μέρα, κάθε πρωί, είναι από κάτω για να με πάει για την αιμοκάθαρση. Την Κοκό, την ιδιοκτήτρια του «Ενθύμιου», που επίσης μου φέρνει ένα πιάτο φαΐ εκεί που εγώ δεν είμαι σε θέση να μαγειρέψω. Δεν υπάρχει τίποτα σημαντικότερο από την ανθρώπινη αλληλεγγύη.

Εύχομαι η υγεία σας να βελτιωθεί κι άλλο και να σας δούμε σύντομα στη θέση σας στο πιάνο.

Πολύ σας ευχαριστώ. Πρέπει να είναι η πρώτη συνέντευξη που δίνω στα πενήντα χρόνια πορείας μου στο χώρο.


* Η συνέντευξη με τον μουσικό Γιώργο Σαλβάνο πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του τον Οκτώβριο του 2021

** Πρώτη δημοσίευση: Documento/ koutipandoras.gr

*** Οι φωτογραφίες είναι από το προσωπικό αρχείο του Γιώργου Σαλβάνου

Κυριακή 27 Ιουλίου 2025

Στη μνήμη μιας παλιάς φωτογραφίας Ι


Τέλη της δεκαετίας του 1970, 1977 ή '78, στο εξοχικό του Μίκη Θεοδωράκη στο Βραχάτι. Η Μαρίζα Κωχ, ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης. «Πριν από συναυλία» αναγράφεται πίσω από τη φωτογραφία, που βρέθηκε στο αρχείο της Κωχ. Ποια συναυλία άραγε; Μήπως για τον Μουσικό Αύγουστο στον Λυκαβηττό το 1977 όπου παρουσιάστηκε ξανά «Το Άξιον Εστί» με τον Μπιθικώτση; Μήπως κάποια ζωντανή παρουσίαση των τραγουδιών του «Οκτώβρη '78», που είχε γράψει τότε ο Θεοδωράκης για τον Μπιθικώτση σε στίχους πολλών στιχουργών; Με την Κωχ, πάντως, σίγουρα δεν είχε γίνει κάποια συναυλία του Θεοδωράκη που τραγούδησε η ίδια. Εκτός κι αν η συγκεκριμένη συνάντηση περιλάμβανε κι εκείνη στα συναυλιακά σχέδια του συνθέτη, κάτι που ποτέ δεν θα μάθουμε, αφού η Κωχ δεν έχει κάποια σχετική μνήμη. Και τι να συζητάνε άραγε τη στιγμή του φωτογραφικού κλικ; Ο Μίκης πίνει μια τζούρα από τον καφέ του. Σαν να κάνει ένα διάλειμμα από τις ιστορίες που θα είχε πιάσει για τις περιοδείες του στη Λατινική Αμερική λίγα χρόνια πριν. Οι άλλοι τον ακούνε. Μα δεν μπορούσες να κάνεις και τίποτα άλλο άπαξ και ο Μίκης άρχιζε τις ιστορίες του. Ειδικά άμα βρίσκονταν με τον Νίκο Κούνδουρο - θυμάται η Κωχ - ήταν αδύνατο να μιλήσει άλλος άνθρωπος. Καθόσουν και τους άκουγες. Δεν μάθαινες απλώς ιστορία, τέχνη και μουσική, αλλά τη ζωή την ίδια. 

* «Στη μνήμη μιας παλιάς φωτογραφίας» είναι στίχος του Άρη Δαβαράκη και τίτλος τραγουδιού του Μάνου Χατζιδάκι 

Σάββατο 26 Ιουλίου 2025

Αλεξάνδρα (1951 - 2015): «Με ελκύουν οι παράνομοι και οι τσακισμένοι» (Μία σπάνια συνέντευξη με την τραγουδίστρια που πραγματοποιήθηκε πριν από 25 χρόνια)

 

Δεν θυμάμαι ποιος με είχε στείλει στην Αλεξάνδρα για συνέντευξη και, μάλιστα, μία από τις πρώτες μου συνεντεύξεις. Η Μαρίζα Κωχ; Ο Γιάννης Bach Σπυρόπουλος; Δεν θυμάμαι καθόλου 25 χρόνια μετά. Θυμάμαι μόνο πως περίμενα να ανοίξει η πόρτα του σπιτιού, κάπου στα Ιλίσια, και νά'βλεπα ένα κορίτσι με αγορίστικο μαλλί και με παντελόνι - καμπάνα, που θά'χε μια μαργαρίτα κεντημένη απάνω του. Έτσι την είχα δει από φωτογραφίες στο «Χάραμα» δίπλα στον Τσιτσάνη. Τελικά με υποδέχτηκε μία ώριμη γυναίκα με μακριά μαλλιά και ένα μακρύ αέρινο φόρεμα. Δεν ήταν η Μία Φάροου της Μεσογείου, όπως θα την κινηματογραφούσε ένας Πολάνσκι, αλλά η Τσαβέλα Βάργκας ενός Αλμοδόβαρ στο κέντρο μιας άδειας - καληώρα - καλοκαιρινής Αθήνας.

«Έλα, πέρασε, αλλά ξέχνα το κασετόφωνο σου» μου είπε, «θα πούμε πράγματα μόνο για τους δυο μας». Άλλη μία φορά θα μου ξανασυνέβαινε αυτό, πολλά χρόνια μετά, με τον Γιώργο Ρωμανό. Ευτυχώς και στις δύο περιπτώσεις, το κασετοφωνάκι έγραφε ερήμην των συνομιλητών μου. Αδύνατο να πήγαινα στης Αλεξάνδρας και να μην έπαιρνα μαζί μου τα λόγια της! Ήταν Ιούλιος του 2001 ή του 2002, νομίζω.

Ένα πέπλο καπνού μας σκέπαζε μονίμως. Και βαριά μυρωδιά από ινδικά sticks. «Σε πειράζουν;» με ρώτησε. Και μετά: «Μου τα έμαθε η Φλέρυ Νταντωνάκη το 1973 στην Πλάκα».

Η Αλεξάνδρα πήρε στα χέρια της τον ταμπουρά. «Μελετώ ταμπουρά, γράφω τα απομνημονεύματα μου κι εγώ» με ενημέρωσε. Μην έχοντας ξαναδεί ταμπουρά, της τον πήρα σχεδόν από τα χέρια για να τον παρατηρήσω. Συνέχισε: «Ο Μάνος ήθελε να κάναμε δίσκο στον Σείριο μόνο φωνή - ταμπουρά. Πήγα τις προάλλες στου Γιώργου Μητρόπουλου την εκπομπή και έπαιξα επί δύο ώρες ταμπουρά. Μου λες τι θα γίνει αυτή η ηχογράφηση;» Και τότε συνέβη το θαύμα! Η Αλεξάνδρα άρχισε να παίζει την «Προσωπογραφία της Μητέρας μου» από «Το χαμόγελο της Τζοκόντας»! Ναι, Χατζιδάκις με ταμπουρά κι εγώ είχα απέναντι μου ένα στοιχειό από παραμύθια Ανατολής και Δύσης. Την ίδια απερίγραπτη αίσθηση θα βίωνα πάλι πολλά χρόνια μετά στα Ανώγεια, εκεί που ο Ψαραντώνης έπιασε τη λύρα του και έπαιξε «Όμορφη πού'ναι η Κρήτη» από τον «Καπετάν - Μιχάλη».

Πως να ξεκινούσα μία συνέντευξη που γινόταν και δε γινόταν; Πως να έχανα τη μαγεία μιας κατ' ιδίαν επαφής με έναν καλλιτέχνη που γούσταρα; Επέλεξα να την «πάω» στην τέχνη της υποκριτικής. Αυτό μου έβγαζε ως περσόνα, μία γυναίκα που έφερε την απώλεια εντός της και έπαιζε μουσική, τραγουδούσε για να ξορκίσει το αρνητικό τούτο συναίσθημα.

Και η Αλεξάνδρα ξεκίνησε την αφήγηση της. Πάντα με τον ταμπουρά στα χέρια, ραψωδός σκοτεινών Μεγάρων και ταπεινών μετεμφυλιακών αυλών:

Ναι, ξεκίνησα σαν ηθοποιός δίπλα στον Κατράκη, αλλά δε με έφτιαχνε το κύκλωμα. Ξεκίνησα καλά, αλλά δε θα έμενα εκεί φυσικά. Γίνονταν πολλά σπουδαία με το «Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο» κι εγώ είχα συνείδηση από τα 15 - 16 μου, τόσο ήμουν τότε. Το 1965 ήμουν στη Χορωδία των Λαμπράκηδων στον Πειραιά. Ήμουν και είμαι πολιτικοποιημένη στην Αριστερά. Με ελκύουν οι παράνομοι και οι τσακισμένοι. Τα ξερονήσια και οι υπόγες. Μισώ τους λαμέ και τα στρας τους. Ήμουν όπως όλοι που τραβήξαμε στον ίδιο δρόμο...

Ήμουν ένα κορίτσι που του άρεσαν οι Beatles και το shake, αλλά με κέρδισε το λαϊκό τραγούδισμα της χώρας μου.

Μπήκα στη δισκογραφία το ΄70 περίπου. «Η δουλειά κάνει τους άντρες» του Λοΐζου ήταν το πρώτο μου κομμάτι. Γινόταν αυτό τότε, τα τραγούδια ταξίδευαν με πολλούς διαφορετικούς τραγουδιστές.

Κάπου εκεί γνώρισα τον Βασίλη Τσιτσάνη. Ωραίος! Ένας! Αγαπούσε τα κορίτσια και δεν φερόταν τσιγγούνικα! Έγραψα τα «Μούρα» του και μοιράστηκα δισκάκι με την Πόλυ Πάνου. Από τον Τσιτσάνη γνώρισα όλους τους μεγάλους της εποχής, τον Μπιθικώτση, τη Γαλάνη, τον Πουλόπουλο, τη Ρένα Κουμιώτη, τον Κόκοτα. Του άρεσαν τα επιφωνήματα που έβγαζα, με έλεγε «σοπράνο μου»! Με τον Τσιτσάνη είχαμε τραγουδήσει και με την Κωχ. «Ρεμπετάκι μου» με φώναζε η Μαρίζα, καλή της ώρα, δίνοντας μου θάρρος στα πρώτα μου βήματα! Ήμουν η πρώτη που ξανάγραψα το «Κάθε βράδυ πάντα λυπημένη» μετά τη Μαρίκα Νίνου. Από μένα η Κωχ το άκουσε και το έβαλε σε δικό της δίσκο λίγο μετά. 

Και ο Πατσιφάς από τον Τσιτσάνη με γνώρισε. Μεγάλο κεφάλι αυτός. Σκοτωνόμασταν, αλλά και ποιος δεν είχε σκοτωθεί με τον Πατσιφά; Ο Πατσιφάς μού γύρισε τον πρώτο μου μεγάλο δίσκο στη Lyra του. Επιμέλεια έκανε ο Χρήστος Νικολόπουλος. Και τον επόμενο, το ΄77, ένα χρόνο μετά. Τραγουδούσα ρεμπέτικα του Μάρκου, του Τούντα, του Σκαρβέλη. Τα έλεγα πιο ροκ, όχι από ήχο, αλλά από ερμηνεία εννοώ. Συμφωνείς; Τα μακριά σου μαλλιά, ναι λένε! Τη φήμη της «καυγατζούς», ο Πατσιφάς μου την έβγαλε. Καλή του ώρα κι αυτουνού. 

Τραγούδησα Μαρκόπουλο σε στίχους Μιχάλη Κατσαρού. Μεγάλος ο Μαρκόπουλος, ήξερε από μουσική όσο λίγοι. Επιστροφή στις ρίζες και στις πρίζες! Εκεί ήμουν με τον Παύλο Σιδηρόπουλο στο στούντιο. Τον ξέρεις τον Παύλο; Τά'δε όλα το παλικάρι κι έφυγε. Τον γούσταρα και με γούσταρε, κάναμε παρέα, ταιριάζαμε. Ένας Θεούλης ήταν ο Παύλος. Σεβόταν το διαφορετικό από τον εαυτό του. 

Ιδιαίτερη δουλειά αυτή με τον Θεόφιλο, με τον Νότη Μαυρουδή και τον Άκο (σ.σ. εννοούσε το άλμπουμ «Ζωγραφιές απ' τον Θεόφιλο» σε μουσική Νότη Μαυρουδή και στίχους Άκου Δασκαλόπουλου). Δεν ήταν λαϊκός δίσκος, είχε κάτι το μυθολογικό. Τραγουδούσα με τον Χάρη Γαλανό και τον Γιώργο Μουφλουζέλη - με τον Μουφλουζέλη και τους παλιούς ρεμπέτες είχε κόλλημα ο Πατσιφάς, ήθελε να τους αναστήσει και το πετύχαινε! Καλός άνθρωπος ο Μουφλουζέλης. Εκείνες τις μέρες συνάντησα τη Σωτηρία Μπέλλου στη Lyra. Υπήρχε ένας πίνακας με τα πορτραίτα όλων των νέων τραγουδιστριών που προωθούσε ο Πατσιφάς - και το δικό μου μέσα σ' αυτά. Η Μπέλλου όλες μας «έψελνε», αλλά είχε μεγάλη πλάκα. 

Τον δίσκο μου με τον Ζαμπέτα τον ξέρεις ή όχι; Τον θάψανε κι αυτόν, όπως θάψανε τον Ζαμπέτα πριν την ώρα του για να μας φορέσουν τους πειναλέους για φώτα και δόξα. Είχε ωραία κομμάτια μέσα! Είχε τον πόνο ενός θηρίου παροπλισμένου και αγαθού. (σ.σ. εννοούσε το άλμπουμ «Η δική μας η αγάπη» του 1978 που, πράγματι, είχε περάσει απαρατήρητος). Ερχόταν στη Lyra ο Ζαμπέτας ζοχαδιασμένος. Κι από που δεν είχε περάσει για να γυριστούν τα τραγούδια του...Ποιος; Ο Ζαμπέτας! Τον θυμάμαι που φορούσε καπέλο με φτερό σαν ιππότης.

Δεν ήμουν η Βούλα Σαββίδη που είπε «Τα Πέριξ» και έγραψε ιστορία δίπλα στον Χατζιδάκι. Εμένα με προστάτευε ο Πατσιφάς, μου έδωσε βήμα από το ξεκίνημα μου μέχρι το θάνατο του. Αυτός με γνώρισε στον Χατζιδάκι. Ο Μάνος πρόθυμα δέχτηκε να πω τα τραγούδια του, τα παλιά τα λαϊκά. Ήθελε να με δοκιμάσει κιόλας, σκεπτόμενος και την πορεία μου με τον Τσιτσάνη. Έτσι, μου έδωσε και μερικά από την «Ελένη» που τά'χε μόλις βγάλει με έναν τραγουδιστή που δεν τον πολυπίστευε. Τα είχαν μαγειρέψει καλά ο Πατσιφάς με τον Μάνο για εκείνο το δίσκο που τελικά ξανάπε η Δημητριάδη και τον κέρδισε με το σπαθί της. 

Το ίδιο διάστημα γυρνούσα με τους ρεμπέτες και συναντούσα τον Μάνο και τον Μίκη. Τραγούδησα με τη Ζορμπαλά στο «Zoom» σε ένα πρόγραμμα Χατζιδάκι - Θεοδωράκη με τον Τάσο Καρακατσάνη στις ενορχηστρώσεις. Μετά μας πήγε ο Γιώργος Μητρόπουλος στα Ανώγεια και τραγουδήσαμε στις Γιορτές του Χατζιδάκι.

Το ΄81 ήμουν η πρώτη που άκουσα το «Σαμποτάζ» της Πλάτωνος και έπαθα πλάκα! Πήγα στον Πατσιφά, «Τι αριστούργημα είναι αυτό που κάνατε;» του λέω, «Κάτσε να πάρουμε τη Λένα να της το πεις» μου κάνει. Την πήραμε, της ευχήθηκα τα καλύτερα, ξαναβρεθήκαμε με τη Λένα χρόνια μετά στο σπίτι της Νίνα Ναχμία. Κι αυτή μού ταίριαζε πολύ σαν άνθρωπος, η ηλεκτρονική μάγισσα, λέγαμε για τα ερωτικά μας για ώρες στο τηλέφωνο.

Τραγούδησα σε πρώτη εκτέλεση τις «Μπαλάντες της οδού Αθηνάς». Η Νένα Βενετσάνου, πρωτόβγαλτη, έλεγε κάποια από «Τα Παράλογα» στο ίδιο πρόγραμμα. Την αγαπώ τη Νένα, επίσης μία καλλιτέχνις που σέβεται και αποπνέει σεβασμό. Κάναμε πολλά με τη Νένα, όχι μόνο εδώ, αλλά και στο εξωτερικό. Η «Μαριάνθη των Ανέμων», όμως, δεν μου άρεσε! Μια μέρα τα παίρνω άγρια και φωνάζω «Εγώ αυτό το τραγούδι δεν το λέω! Δεν είμαι τυχάρπαστη, δεν πατάω επί πτωμάτων εγώ! Τι θα πει ''Περπάτησα και πάτησα σε ζώντες και νεκρούς''»; Η Νένα να προσπαθεί να με ηρεμήσει, «Βρε Αλεξάνδρα, είναι υπέροχο τραγούδι, γιατί δεν το θες;» Τίποτα εγώ! Τελικά τό'πε η Νένα στο δίσκο, που της άρεσε και το σκίζει κιόλας! Ο Μάνος μου θύμωσε. Με αντικατέστησε από τη Σαββίδη. Μη σου φαίνονται περίεργα όλα αυτά, ποτέ δεν έβαλα τραγούδια στα χείλη μου που δεν μου μιλούσαν στην ψυχή μου. Τους αναστάτωσα, όμως! Θυμάμαι τα παιδιά, τη Νένα, τον Λιούγκο, τον Λέκκα να βγαίνουν στη σκηνή με χαρτάκια στα χέρια που έγραφαν τα λόγια από τις «Μπαλάντες της οδού Αθηνάς». Παρ' όλα αυτά ο Μάνος με αγαπούσε, ίσως αυτό ακριβώς να αγαπούσε σε μένα, την ελευθερία και την άποψη που είχα συν τη φήμη της «καυγατζούς» που σού'λεγα από τον Πατσιφά. Λίγο πριν πεθάνει, βρεθήκαμε με σκοπό να κάνουμε το δίσκο με τον ταμπουρά. Έφυγε, όμως...

Κάπου εδώ η κασέτα με τη φωνή της Αλεξάνδρας τερμάτισε. Η συνέντευξη θα δημοσιευόταν στον «ΗΧΟ», κάτι που ποτέ δεν έγινε, αφού δεν είχα παραδώσει τίποτα. Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά ηλεκτρονικά με ελάχιστες περικοπές στο LIFO.gr στη μνήμη μιας μοναδικής ιδιοσυγκρασιακής καλλιτέχνιδας που έφυγε από τη ζωή στις 25 Ιουλίου του 2015 σε ηλικία 64 ετών.

Τετάρτη 14 Μαΐου 2025

Βασίλης Ρακόπουλος: «Από το λούμπεν στοιχείο βγήκαν τα blues, το ρεμπέτικο και η jazz - από το περιθώριο, τη φτώχεια, τον πόνο, την κοινωνική αδικία»

Υπάρχει στην ελληνική μουσική από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, απ' όταν ήταν έφηβος και μαζί με τον συμμαθητή του, Αχιλλέα Περσίδη, είχαν φτιάξει ένα folk - rock ντουέτο της εποχής. Στα πρώτα χρόνια των 70s συνεργάστηκε με τον Θάνο Μικρούτσικο στη μπουάτ «Δον Κιχώτες» και με τη Μαρίζα Κωχ στη δισκογραφία. Το 1978 παρουσιάζουν με την Αρλέτα (για δύο κιθάρες) το έργο του Μίκη Θεοδωράκη «Romancero Gitano» σε ποίηση Federico Garcia Lorca και σε απόδοση Οδυσσέα Ελύτη. Αρκετά χρόνια μετά κι ενώ συνεχίζονταν οι συνεργασίες του με την πλειονότητα των Ελλήνων μουσικών και τραγουδιστών, κυκλοφορεί στα 1993 τη «Ρωξάνη», το πρώτο δικό του έργο. Μάλλον δεν τον ενδιέφερε ιδιαίτερα η δισκογραφία, αν υπολογίσει κανείς πως ο «Χορός των Πυρσών», το δεύτερο οργανικό έργο του, βγήκε το 2001, καταφέρνοντας όμως να αλλάξει το τοπίο της εγχώριας οργανικής μουσικής. Ακολούθησε ακόμη ένας ζωντανά ηχογραφημένος δίσκος του, από κοινού με τον συνθέτη Νίκο Ξυδάκη, όπως και το «Ammon» (2005), το τρίτο οργανικό έργο του. Εκείνα τα χρόνια έτυχε να τον δω σε συναυλία στη Δράμα μαζί με τον Μίμη Πλέσσα και τον Αντώνη Λαδόπουλο - μία πολύ ιδιαίτερη συνεργασία, απ' την οποία θα προέκυπτε το άλμπουμ «3G - Three Generations Jazz Trio» (2018). Αφορμή γι' αυτή τη συνέντευξη ήταν η παράσταση με τον «Χορό των Πυρσών» του, που θα δοθεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών αύριο, Τετάρτη 14 Μαΐου του 2025, με τη συμμετοχή της ελίτ των Ελλήνων μουσικών της jazz και της world music (Χάρης Λαμπράκης, Ross Daly, Τάκης Φαραζής κ.α.), της Σαβίνας Γιαννάτου στο τραγούδι, αλλά και της Χαρούλας Αλεξίου στις απαγγελίες (κείμενα των Κ. Π. Καβάφη, Bob Dylan κ.α. με την επιμέλεια του Διονύση Καψάλη). Κυρίες και κύριοι, ο Βασίλης Ρακόπουλος, ένας από τους πιο ενδιαφέροντες μουσικούς και συνθέτες, σε μία απολαυστική κουβέντα που κάναμε προχθές το μεσημέρι, Δευτέρα 12 Μαΐου, στο «Καφέ των Ποιητών» της πλατείας Βικτωρίας. 


Έχουν περάσει πάνω από 20 χρόνια που κυκλοφόρησε ο «Χορός των Πυρσών». Πότε ακριβώς συλλάβατε ως ιδέα το συγκεκριμένο έργο;

Δισκογραφικά βγήκε στις αρχές του 2000, αλλά μη φανταστείτε ότι υπήρχε κάποια πρόθεση από πίσω για να κάτσω να κάνω ολόκληρη μουσικολογική ή εθνομουσικολογική εξερεύνηση. Ο κάθε συνθέτης, ξέρετε, πιάνεται από ένα σημείο και μ' αυτό αρχίζει την εξερεύνηση του. 

(εκείνη τη στιγμή χτυπάει το κινητό του και είναι ο Αχιλλέας Περσίδης. Μιλάνε για λίγο. Τον ακούω να τον αποκαλεί «Αχίλλο». Συνεχίζουμε την κουβέντα μας)

Μονίμως, έλεγα, παίρνουμε ερεθίσματα επιλεγμένα από την τυχαιότητα των συγκυριών. Εάν σε ακουμπήσει και σου κινητοποιήσει κάτι πιο βαθύ, εσωτερικό, ξεκινάς την εξερεύνηση.

Τελικά, λοιπόν, αποδίδετε στο έργο τον χαρακτήρα της εξερεύνησης.

Ακριβώς. Το τυχαίο ερέθισμα – άκουσμα που έφτιαξε το χορό των πυρσών ήταν συγγενές με βυζαντινό ή αν θες τουρκικό η και αραβικό άκουσμα. Όλα μαζί τα ηχοχρώματα οδήγησαν σ' ένα νέο υβριδικό άκουσμα, το οποίο έκανε επαφή με όλες αυτές τις πτυχές. Θυμάμαι πως όταν έφτιαξα τα πρώτα μοτίβα, αναρωτιόμουν: «Τι είναι αυτό; Ακούγεται βυζαντινό»! Ρωτάω και μου λένε «Αυτό είναι βυζαντινός πλάγιος του πρώτου», ο Ρος Ντέιλι πάλι λέει «Όχι, αυτό είναι Χουσεϊνί του τάδε», ο Λαμπράκης απεφάνθη «Όχι, αυτό είναι ουσάκ τάδε». Όμως  έβλεπα ότι όλοι το θεωρούσαν οικείο. Οι γνώστες των μακάμ και οι βυζαντινοί. Διαπίστωσα πως ο καθένας κάνει μία νύξη στα εσωτερικά του αρχεία για να το παρακολουθήσει και να τριπάρει όπως γουστάρει. Εκεί το είδα σαν ευκαιρία να το ψάξω περαιτέρω. Περί αυτού πρόκειται. Α, Θυμάμαι και στην Αμερική που παίχτηκε και εκεί τα ίδια, οικειότητα στα μικροδιαστήματα…

Θα πάθανε την πλάκα τους, φαντάζομαι.

Πάθανε την πλάκα τους και αναρωτιέμαι πως το κοινό εκεί τσίμπησε με τα microtones. Παίξαμε το 2007 στην Αμερική κατόπιν προσκλήσεως από καθηγητές του USC, που είχε φτάσει στα χέρια τους το CD. Το άκουσαν και μου τηλεφώνησαν: «Θέλετε να έρθετε για σεμινάρια περι του πως κάνουμε χρήση των microtones στα πλαίσια της δυτικής αρμονίας;» Απάντησα θετικά και πήγα. Το έργο παίχτηκε με κάτι φοβερούς μουσικούς δικούς τους, Καλιφορνέζοι οι περισσότεροι, με τους οποίους εγώ κόμπλαρα στην αρχή. Η συναυλία πήγε πολύ καλά και οδήγησε σε ακόμη δυο - τρεις συναυλίες σε αξιόλογα venues εκεί πέρα.


Ηχογραφήθηκε κάποια συναυλία απ' αυτές;

Μπορεί, ίσως, αλλά εγώ δεν είμαι πολύ καλός σ' αυτά. Δεν μαζεύω αρχεία. Μου λέει καμιά φορά ο Ιλάν «Ρε συ, έχω μια ηχογράφηση από το Μπαράκι του Βασίλη»...Χαμπάρι εγώ...

Μια και αναφέρετε τον Ιλάν και σας τηλεφώνησε και ο Περσίδης, θυμάμαι μία αφήγηση του Ιλάν όταν κάναμε το ντοκιμαντέρ «Ζωντανοί στο Κύτταρο - Σκηνές Ροκ»: Μιλούσε ο Ιλάν για μια επεισοδιακή συναυλία σας με τον Περσίδη στη Λαμία τότε που λεγόσασταν Α + Β.

Ο Θάνος Μικρούτσικος μας είχε ονομάσει έτσι. Εμείς αποκτήσαμε υπόσταση σ' ένα πάρτι αποφοίτων λυκείου, που μαζί μας ήταν και αρκετοί άλλοι, μεταξύ των οποίων και η Φλέρυ Νταντωνάκη. Πιθανώς ήταν τότε που τη Φλέρυ την είχε φέρει στην Ελλάδα ο Ξαρχάκος πριν τη συνεργασία της με τον Χατζιδάκι. Τέλος πάντων, με τον Αχιλλέα ήμασταν συμμαθητές και στο ίδιο θρανίο από την πέμπτη δημοτικού. Αρχίζουμε και παίζουμε σ' εκείνο το πάρτι παρουσία επίσης του Μικρούτσικου - όλοι ήμασταν από 17 μέχρι 21 ετών. Με τον Αχιλλέα είχαμε μια τρομερή χημεία μεταξύ μας. Παίζαμε ολόκληρο το «Aftermath» των Rolling Stones απ' την αρχή ως το τέλος. Κάπου εκεί μπήκε και η Φλέρυ στο παιχνίδι με φοβερούς βοκαλισμούς. Μπαίνει μέσα ο Μικρούτσικος και μας λέει «Ρε σεις, κάνω ένα πρόγραμμα στους ''Δον Κιχώτες'', θέλετε να ακολουθήσετε;» Σε εκείνο το σχήμα ήταν ακόμη η Μαρίζα Κωχ, η Μαρία Δημητριάδη και τα Ανάκαρα, το συγκρότημα του Κώστα και της Νάγιας Γεωργίου από τη Βέροια. Μας πήρε, λοιπόν, να ανοίγουμε το πρόγραμμα. Βγαίναμε με δύο κιθάρες - δύο φωνές, ενώ ο Αχιλλέας έπαιζε και φυσαρμόνικα. Είχαμε διασκευάσει μπαλάντες του Bob Dylan, των Peter, Paul & Mary, Crosby, Stills, Nash & Young και διάφορα blues. 

Από που κατάγεστε;

Είμαι γεννημένος στην Αθήνα το 1951, αισίως έφτασα 74 ετών. Οι ρίζες μου κρατάνε από Κάιρο και Κεφαλλονιά απ' τη μεριά του μπαμπά. Και εγώ, όπως και ο πατέρας μου, γεννηθήκαμε στην Αθήνα ωστόσο. Απ' τη μεριά της μάνας μου έχω ρίζες σε Σμύρνη και Πελοπόννησο. Με τη μουσική άρχισα να ασχολούμαι λίγο πριν τελειώσω το δημοτικό. Μου χάρισαν μία κιθάρα και προσπαθούσα να την εξερευνήσω, επειδή όμως ήμουν και αρκετά εσωστρεφής και μονήρης τύπος, είχα ένα τρανζιστοράκι και άκουγα συνέχεια. Η μεγάλη έκρηξη έγινε όταν στα 14 μου άκουσα τους «15 Εσπερινούς» του Χατζιδάκι με τις δύο κλασικές κιθάρες του Φάμπα και του Μηλιαρέση. Έτσι μπήκα στην όλη φάση.

Δηλαδή μέσω Χατζιδάκι...

Ναι, ειδικά σε σχέση με την κλασική κιθάρα. Από κει και πέρα επηρεάστηκα απ' όλα τα ρεύματα της εποχής, Beatles και Stones.

Γι' αυτό και δεν ακολουθήσατε το δρόμο του Νότη Μαυρουδή, ας πούμε, που ήταν ένας σπουδαίος κλασικός κιθαριστής.

Όχι, γιατί δεν ήμουν ποτέ της κλασικής παιδείας. Αυτά τα βρήκα μετά μόνος μου. Στα 30 μου έμαθα, να φανταστείτε, που είναι το σολ στη δεύτερη γραμμή. Και με τον Χατζιδάκι που έπαιζα, δεν ήξερα να διαβάζω νότες.

Πότε παίζατε με τον Χατζιδάκι;

Το 1981 στους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού Κέρκυρας. Έπαιζα στα περισσότερα τραγούδια ως μέλος της ορχήστρας που διήθυνε ο Χατζιδάκις. Χωρίς να διαβάζω, επαναλαμβάνω. Πρόσεξε όμως! Όταν ακούς από τρανζίστορ και μετά προσπαθείς να βγάλεις τα κομμάτια, αρχίζει η οργάνωση της αποκωδικοποίησης του ακούσματος που είναι και η βάση της μουσικής σου επαφής. 


Με τους Α + Β αφήσατε ηχογραφήσεις;

Ναι, υπάρχουν στο αρχείο του Περσίδη καταπληκτικές ηχογραφήσεις, πρόχειρες, με κασετοφωνάκι. Μακάρι να έβγαιναν σε βινύλιο κάποια στιγμή. Συγκινητικές ηχογραφήσεις! Είμαστε δύο φωνές και δεν στονάρουμε καθόλου! Μιλάμε για περίπου δέκα καλά κομμάτια, αγγλόφωνα όλα, από το διάστημα τέλη του 1960 - αρχές του '70. Να'ναι καλά ο υποθηκοφύλαξ ο Περσίδης! Παραμένουμε κάτι παραπάνω από αδέρφια. Συχνά έλεγα «Ας πάω να κοιμηθώ στο σπίτι του» και με περίμενε η μάνα του, όπως κι εκείνος πήγαινε σπίτι μου για να φάει κι έμπαινα και τον έβλεπα εκεί. 

Θυμάμαι κι εκείνο το τρομερό άλμπουμ που είχατε κάνει με την Αρλέτα στα τέλη του 1970. Μιλάω για το «Romancero Gitano».

Υπήρχε μία περίοδος που η Αρλέτα ασχολιόταν με τη ζωγραφική και δεν πολυήθελε να τραγουδάει. Έτυχε ως φοιτητής του Πολυτεχνείου, που έκανα παρέα με πολλά παιδιά της Καλών Τεχνών, να έχω νοικιάσει ένα σπίτι στην οδό Τσαμαδού απέναντι απ' αυτό της Αρλέτας. Την είδα μια μέρα να περπαταέι στο δρόμο, αναρωτήθηκα «Είναι αυτή;» και πήγα δειλά και της μίλησα. Πιάσαμε την κουβέντα, αφού κι αυτή με είχε δει να πηγαινοέρχομαι με κιθάρες. Μιλάω τώρα για το 1971, ασχέτως αν το «Romancero Gitano» βγήκε το 1977 - 78. Ενώ η ίδια μου έλεγε πως δεν έπαιζε πια, με κάλεσε μια μέρα απ' το σπίτι της. Αρχίσαμε να παίζουμε και χαιρόταν που της έδειχνα καινούργια πράγματα, ακόρντα κλπ. Κάποια στιγμή μου πρότεινε να πάμε να παίξουμε κρυφά στην Πάτρα. Δεν ήθελε να εκτεθεί στο αθηναϊκό κοινό. Πήγαμε σε μια μικρή μπουάτ στην Πάτρα και από κει η Αρλέτα ξαναμπήκε δυναμικά στη μουσική λίγο πριν αποκτήσει το δικό της στέκι στο Καφεθέατρο της Κοδριγκτώνος. Για το «Romancero Gitano», που ήταν να το κάνει μια δεκαετία πριν με τον Μίκη, αλλά τους πρόλαβε η δικτατορία, με ρωτάει «Είσαι; Πάμε να το κάνουμε;» Της άρεσε πιο πολύ, όχι το σχήμα για δύο κιθάρες, αλλά η ψυχική επαφή που μοιραζόταν κι εγώ δεν αποσκοπούσα σε τίποτα άλλο παρά μόνο στο να τη στηρίξω. Όλα έτσι τα κάναμε με την Αρλέτα. 


Φιλίες θα κρατήσατε, να υποθέσω, όχι μόνο με την Αρλέτα, αλλά και με όλους τους Έλληνες που έκαναν ροκ μουσική, σαν τον Μαγκλάρα, τον Πουλικάκο κ.α.

Πλάκα κάνεις; Με όλους! Και με τη Μαρίζα Κωχ συνεργάστηκα πάρα πολύ και στη δισκογραφία και σε συναυλίες. Σ' ένα κομμάτι που έπαιζα μια φράση σε δωδεκάχορδη, η Μαρίζα μου έκανε μασάζ στα χέρια για να μην κουράζομαι. Αργότερα παίξαμε μαζί με τη Μαρίζα και τον μπασίστα Γιώργο Φιλιππίδη, μιλάω για το δίσκο «Μια στο καρφί και μια στο πέταλο» το 1973. Οι μπάσες φωνές που απαντάνε στο τραγούδι «Καροτσέρη τράβα» με τη φράση «Πόσα τάλιρα γυρεύεις» κλπ. ήταν του Κώστα Γεωργίου και η δική μου κατόπιν επιθυμίας της Μαρίζας. 

Με εντυπωσιάζει που τώρα στο Μέγαρο Μουσικής θα συμπράξετε με τη Χαρούλα Αλεξίου. Και το λέω διότι όταν εσείς κάνατε τα δικά σας πράγματα, εκείνη έκανε τη μεγάλη καριέρα της σε εντελώς διαφορετική φάση. 

Ναι, έπαιζα εκείνο τον καιρό για κάμποσο διάστημα με την Αλεξίου. Άρχισα στο πρόγραμμα της «Διαγωνίου» στην οδό Κυδαθηναίων με τη Χαρούλα, τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, την Άννα Βίσση και άλλους ερμηνευτές. Μετά περιοδίες. Εν πάσει περιπτώσει, Θέλω να πω ότι με την Αλεξίου γνωριζόμαστε σχεδόν πενήντα χρόνια και έχουμε κρατήσει μια πολύ καλή επαφή. Της έκανα εγώ την πρόταση για την τωρινή συνεργασία. Είμαι ίσως απ' τους λίγους που ξέρουν τη βαθύτατη καλλιέργεια της Χαρούλας. 

Δεν θα διαφωνήσω. Καθόλου.

Δεν το ξέρει πολύς κόσμος αυτό. Όταν παίζαμε στη «Διαγώνιο», η τότε κοπέλα μου, που ήταν Γαλλίδα, της έκανε μαθήματα γαλλικής λογοτεχνίας  ! Πολύ υψηλού επιπέδου. Η Μιρέιγ μου έλεγε «Δεν φαντάζεσαι πόσο ζεστή και φιλομαθής είναι».

Λογικό. Η Αλεξίου είχε έρθει πολύ κοντά στη γαλλική κουλτούρα μέσω Αχιλλέα Θεοφίλου.

Έτσι ακριβώς. Η Χαρούλα είναι άνθρωπος που εξετάζει σοβαρά το που θα λάβει μέρος. Θέλει να κατανοεί απόλυτα το βαθύτερο περιεχόμενο αυτού που πρόκειται να διαβάσει. Μετά μπαίνει στη βαθύτερη υποκριτική διάσταση. Της είχα δώσει ήδη τα κείμενα και τα'χαμε περάσει ένα πρώτο «χτένισμα». Προ ημερών κάναμε την πρώτη πρόβα. Της άρεσε που βρισκόταν μέσα σ' ένα σύνολο μουσικών, οι περισσότεροι γνωστοί φίλοι και παλίοί συνεργάτες. Αναζωπυρώθηκε μέσα μας κάτι πολύ όμορφο και δημιουργικό. Αρχίζει, λοιπόν, να διαβάζει ένα απόσπασμα από το «A hard-rain's-a-gonna-fall» του Bob Dylan, μεταφρασμένο στα ελληνικά από τον Διονύση Καψάλη. Θα γνωρίζεις ότι οι στίχοι αυτοί του Dylan κρατάνε από τον Λόρδο Ραντάλ τον 19ο αιώνα. Ακόμη και η μελωδία του είναι παρμένη από την παλιά των Ιρλανδών τροβαδούρων. Η Χαρούλα απέδωσε αμέσως τη βαθύτερη διάσταση αυτού του διαλόγου μεταξύ Μητρός και Υιού, που αν το δεις και λίγο απ' τη θρησκευτική περίοδο του Dylan, είναι διάλογος μεταξύ Virgin Mary και Jesus. 

Βέβαια, η χριστιανική στροφή του Dylan είχε γίνει αρκετά αργότερα, ενώ το «A -hard-rain's-a-gonna-fall» είναι τραγούδι των αρχών του 1960.

Ναι, αλλά νομίζω πως από τότε τις είχε τις πνευματικές αναζητήσεις του. Στο σημείο αυτό η αφήγηση της Χαρούλας γίνεται πάνω σε υπόκρουση αργού ζεϊμπέκικου ρυθμού. Πολύ αργό κιόλας. Οι μουσικοί πάθανε πλάκα! Έβγαλε έναν απίστευτο τσαμπουκά η Αλεξίου. Μείναμε άφωνοι. Κάγκελο.. Αυτό που μοιραστήκαμε με την παρουσία της Χαρούλας ήταν πολύ δυνατό, ενοποιητικό, ουσιαστικό. Θα τολμούσα να πω ότι μας έδωσε να καταλάβουμε τι κάναμε! Δε βάλαμε Dylan σε μια γέφυρα του Βυζάντιου με τη jazz, όπως αναφέρει η περιγραφή του Mεγάρου για λόγους εντυπωσιασμού ή έκπληξης. Κατ' αρχάς διερωτάται κανείς πώς να συνδέονται; Εν τούτοις όμως, υπάρχει ενας κοινός παρονομαστής. Η κατάνυξη! Ξέρουμε ότι η κατάνυξη των Ορθόδοξων για το Βυζάντινό ήχο είναι μία ισχυρή αίσθηση και  μεταφέρεται σε άλλες εποχές και σε άλλες μουσικές η λόγιες γραφές, όπως π.χ. στο τραγούδι του Dylan, το «Father of night, father of day», το οποίο δεν έχει καμία συγκεκριμένη θρησκευτική αναφορά, είναι όμως βαθύτατα θρησκευτικό. Θέλαμε στην ουσία να δείξουμε πως η μουσική προχωράει και εξελίσσεται παράλληλα με τον λόγο και τα ποιητικά κείμενα -ενδεχομένως δε να οδηγεί και να πρωτοστατεί. Μας φέρνει σε σύγχρονες έκδοχές έκφρασης συναισθημάτων, μας φέρνει στο σήμερα όπου για να επανέλθω η κατανυκτικότητα δεν μπορεί να εκφραστεί με όρους «πήγα στην Εκκλησία», παλαιού τύπου. Είναι κάτι πολύ βαθύτερο, καθολικό και, σίγουρα υπεράνω θρησκειών. 


Ποιος επιμελήθηκε τη σύνθεση των κειμένων που θ' ακουστούν στην παράσταση; 

Την επιλογή την έκανα εγώ με τη πολύτιμη βοήθεια του αγαπημένου μου φίλου Διονύση Καψάλη, ενός ανθρώπου που γνωρίζει πολύ καλά την ελληνική γραμματεία, αλλά ταυτόχρονα ξέρει το συγκεκριμένο μουσικό έργο. Η επιλογή δεν είναι μονοσήμαντη. Μου υπέδειξε πολλά κείμενα. Δεν ήταν εύκολο να διαλέξω. Θα μπορούσαν να επιλεγούν διαφορετικά κείμενα και να εξυπηρετήσουν το ίδιο ή και καλύτερα τον ίδιο σκοπό. Θα έλεγα ότι η τελική επιλογή έγινε με «σκηνοθετικά» κριτήρια. Το δικό μου κριτήριο βασίζεται στο πως νιώθω. Δεν έχει όμως από πίσω τη σφαιρικότητα και το ψάξιμο του ειδήμονα. Μόλις πήγα σπίτι του Διονύση, που'ναι μια φοβερή βιβλιοθήκη ο ίδιος, μου έδωσε από 12 μέχρι 15 κείμενα, τα οποία έπρεπε να συνδέσω. Ο τίτλος του έργου: «Ο Χορός των Πυρσών» ναι μεν έχει να κάνει με τη χλιδή μιας αυτοκρατορίας, αλλά σε τι εξελίχτηκε; Στον χορό του Υποκόσμου που κανόνιζε ακόμα και τις πολιτικές εξελίξεις. Για μένα αυτό ήταν ένα βασικό κίνητρο για να ασχοληθώ με το Χορό των Πυρσών που έχει σχέση με το λούμπεν στοιχείο, που θεωρώ ότι έχει πλεονεκτήματα γνήσιας έκφρασης έναντι των άλλων λόγιων μουσικών παραδόσεων. Από κει βγήκαν τα blues, το ρεμπέτικο, η Jazz και τόσα άλλα. Από το περιθώριο, τη φτώχεια, τον πόνο, την κοινωνική αδικία. Χωρίς να έχω εντρυφήσει στο τι ήταν ιστορικά ο Χορός των Πυρσών, εγώ κρατάω ένα: Χορός του Υποκόσμου. Και στο Βιετνάμ ή στην Κίνα το ίδιο γίνεται, με τις πεντατονικές τους κλίμακες. Ο κύκλος ζωής είναι κοινός παντού.

Πως σας ακούγεται ο χαρακτηρισμός «Μουσικάρα», όταν σχολιάζουν το όνομα σας λαϊκοί, ροκάδες και τζαζίστες;

Δεν το ακούω άσχημα, αλλά πάντα έχω μία απόσταση του στυλ «Έλα, μωρέ, τώρα, υπερβολές». Μπορεί κάποιος να εντυπωσιάζεται από διάφορα στοιχεία, εγώ όμως αναζητώντας κάτι πιο ολοκληρωμένο, θεωρώ ότι δεν θα το έλεγα αυτό το πράγμα για μένα έτσι αβασάνιστα. Ίσως να το έλεγα για ένα κείμενο που έχω γράψει, και έχω ταυτιστεί. Όταν είμαι σίγουρος πως εκφράζει ξεκάθαρα αυτό που πιστεύω.

Γράφετε;

Καμιά φορά. 

Σκοπεύετε να εκδώσετε κάτι;

Όχι. Είναι απλά άλλη μία ανάγκη έκφρασης.


Στην παράσταση στο Μέγαρο έχετε μαζί σας την αφρόκρεμα των μουσικών: Λαμπράκης, Φαραζής, Ross Daly κ.α. Είναι μουσικοί που είχαν παίξει και στη δισκογράφηση του έργου;

Όχι, πέραν του Λαμπράκη. Τότε που δεν μπορούσαμε να έχουμε βυζαντινή χορωδία, τραγουδήσαμε οι δυο μας. Φέραμε μόνο, θυμάμαι, τον Χατζηχρόνογλου, τον πρεσβευτή του βυζαντινού ήχου, που έτυχε να'ναι πολύ καλός φίλος και εξίσου πολύ καλός άνθρωπος.

Σας βλέπω πολύ χαρούμενο, λάμπετε θα έλεγα. Παίζει ρόλο σ' αυτό και ο γιος που αποκτήσατε σχετικά πρόσφατα;

Αυτός ήρθε εξ ουρανού. Μετά από τα κορίτσια, ήρθε η αγοράκλα, που'ναι δυόμισι ετών τώρα. Σκεφτείτε πως έχω άλλες τέσσερις κόρες άνω των 30 ετών σήμερα. Μετά απ' αυτό εγώ δεν ξανακάνω κανένα πρόγραμμα στη ζωή που'ναι τόσο απρόβλεπτη. Φροντίζω να ζω την κάθε μέρα. 

Ανέκαθεν ήσασταν έτσι;

Ήμουν, ναι, αλλά τώρα περισσότερο. 

Υπήρξατε άνθρωπος των καταχρήσεων;

Δεν θα το έλεγα. Είχα ένα ένστικτο αυτοπροστασίας ασυνείδητο. Στο Πολυτεχνείο, ας πούμε, όντας φοιτητής μπορεί να ξενυχτάγαμε ή να «πίναμε» κάνα τσιγάρο, αλλά μετά την άλλη μέρα δεν ήθελα τίποτα. Χρειαζόμουν επαναφορά.


Η «Ρωξάνη», το άλλο γνωστό σας έργο, προηγήθηκε ή ακολούθησε τον «Χορό των Πυρσών»;

Προηγήθηκε. Βγήκε τη δεκαετία του 1990, αλλά παιζόταν με μια κλασική κιθάρα από μένα και οι φόρμες της φλέρταραν με τα Δωδεκανησιακά μοτίβα, σαν να ήταν τραγούδια χωρίς όμως να'ναι. 

Δεν σας ενδιέφερε ποτέ η τραγουδοποιία;

Μπα, αλλά κοίτα να δεις που έστειλα τραγούδια στον διαγωνισμό της Στέγης του Δημήτρη Παπαδημητρίου. Μου λέει ο ανιψιός μου ο Γιώργος ο Νάζος: «Θείε, γιατί δε στέλνεις κι εσύ τρία τραγούδια;» Κάθισα και έγραψα τρία τραγούδια, που ήταν και το ζητούμενο, μέσα σε τρεις μέρες. Τα έστειλα, μου τηλεφώνησαν ότι πέρασαν την τελική προκριματική φάση και τα παρουσίασα. Ήταν να τα τραγουδήσει η Σαβίνα Γιαννάτου, αλλά αποκλείστηκε κάπου στο εξωτερικό και τελικά τα είπα εγώ.

Και με τη Σαβίνα Γιαννάτου θα έχετε συνεργαστεί εκτενώς.

Όχι πάρα πολύ, αλλά γνωριζόμαστε πάνω απο εικοσαετία.

Πείτε μου τι θα τραγουδήσει τώρα η Σαβίνα.

Θα μπει και θα αυτοσχεδιάσει σε συγκεκριμένα μέρη. Θα πει και το «Father of night, father of day» του Dylan μεταφρασμένο στα ελληνικά από μένα - σε δική μου μουσική - όπου πιστεύω ότι θα'ναι μία ιδιαίτερα κατανυκτική στιγμή. Μαζί με τη χορωδία, θα πει και ένα άλλο κομμάτι, που είναι και πολύ «φευγάτο». 

Τι κάνετε και κρατιέστε σε τόσο καλή φυσική κατάσταση; Είπατε πριν την ηλικία σας, είστε 74 ετών.

Θάλασσα! Το σπίτι μου απ' τον Μαραθώνα, που πάω και πέφτω κάθε πρωί, απέχει μόνο μισή ώρα. Μπαίνω στη θάλασσα στις 6 κάθε πρωί χειμώνα - καλοκαίρι. Τρελό «χάι»! Και τώρα με πετυχαίνετε σε φάση μεγάλης αϋπνίας.

Μετά από πόσα χρόνια παρουσιάζεται ξανά ο «Χορός των Πυρσών»;

Μετά από πολλά, σίγουρα. Τελευταία φορά παρουσιάστηκε σ' ένα σημαντικό jazz φεστιβάλ της Ρώμης. Τώρα ήταν μία ανάθεση του συνθέτη Δημήτρη Μαραγκόπουλου, που είναι υπεύθυνος του προγράμματος «Γέφυρες» του Μεγάρου Μουσικής. Αν είχα καταθέσει πρόταση, θα περίμενα να δω αν θα εγκρινόταν ή όχι. Αιφνιδιάστηκα όταν μου τηλεφώνησαν και με ρώτησαν αν θα ήθελα να παρουσιάσω το συγκεκριμένο έργο μου. Μου πρότειναν μόνο να χρησιμοποιήσω την ορχήστρα εγχόρδων και  χορωδία του Νίκου Μαλιάρα.

Άλλο που δεν θέλατε.

Ναι, άλλο που δεν ήθελα, αλλά τώρα τρέχω λίγο.. Ελπίζω όλα καλά να πάνε.

* Η συναυλία «Χορός των Πυρσών» του Βασίλη Ρακόπουλου θα πραγματοποιηθεί στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών σήμερα Τετάρτη 14 Μαΐου 2025.

** Η συνέντευξη με τον Βασίλη Ρακόπουλο έγινε στο «Καφέ των Ποιητών» της πλατείας Βικτωρίας τη Δευτέρα 12 Μαΐου 2025. Πρώτη δημοσίευση: documentonews.gr

*** Οι φωτογραφίες είναι δικές μου