Σάββατο 18 Ιουλίου 2026

Φλέρυ Νταντωνάκη 28 χρόνια μετά: Το ιστορικό της συμμετοχής της στην ταινία «Ακρόπολις Εξπρές»

 

Από το 2001, απ’ όταν έφτιαξα το ντοκιμαντέρ για τη Φλέρυ Νταντωνάκη, αναζητούσα τον σκηνοθέτη Θόδωρο Καλομοιράκη. Είχα διαβάσει πως το 1973, στο φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, είχε συμμετάσχει μία δική του ταινία, το «Ακρόπολις Εξπρές» με πρωταγωνίστρια την Ιέρεια του «Μεγάλου Ερωτικού». Ήταν αδύνατο να επικοινωνήσω μαζί του, ζούσε μόνιμα στις ΗΠΑ τότε και είχε χαθεί μάλλον από τα εγχώρια κινηματογραφικά δρώμενα. Ούτε χρήστης του διαδικτύου ήμουν, όπως σήμερα, ώστε να είχα ευκολότερη πρόσβαση σε αρχεία και ηλεκτρονικές διευθύνσεις. Κι έτσι, για πολλά – πολλά χρόνια η θέαση του «Ακρόπολις Εξπρές» παρέμενε κάπως σαν όνειρο. ‘Ώσπου ένα βράδυ, είδα ένα άλλο όνειρο στον ύπνο μου, αλλόκοτο, μεταφυσικό, το οποίο με έκανε να ασπαστώ εν μέρει τη μεταφυσική και να αρχίσω να πιστεύω πως με τη Φλέρυ Νταντωνάκη, την οποία ουδέποτε συνάντησα, με συνδέει κάτι βαθύτερο, υπαρξιακό θα έλεγα, που υπερβαίνει τα επίγεια: Ήμουν, λέει, σε μία λεωφόρο της Νέας Υόρκης τη δεκαετία του 1960. Στην Αμερική, που δεν έχω αξιωθεί μέχρι σήμερα να την επισκεφτώ, άρα η μόνη εικόνα που έχω είναι μέσα από τις ταινίες και τα ρεπορτάζ. Και αναφέρω τη δεκαετία του ‘60 καθώς απέναντι μου, σε μακρινή απόσταση, είδα με απόλυτη ευκρίνεια τη Φλέρυ Νταντωνάκη. Ήταν νέα, πανέμορφη, φορούσε μίνι φούστα και ψηλές μπότες. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη, έκανα να κινηθώ προς το μέρος της για να της μιλήσω, αλλά με σταμάτησε απότομα η ίδια. Άπλωσε το ένα της χέρι, σαν να μου έλεγε «Θα σε δείρω» και έμοιαζε τρομερά εκνευρισμένη. Ήταν τέτοιο το σοκ που πετάχτηκα από τον ύπνο μου με μία δυσάρεστη αίσθηση. Αμέσως είδα την οθόνη του κινητού μου που έλεγε πως η ώρα ήταν λίγο μετά τη μία τα μεσάνυχτα. Εκείνη η μέρα, θυμάμαι, πέρασε ολόκληρη μέσα σε μια ανεξήγητη αίσθηση μελαγχολίας. Σκεφτόμουν συνεχώς το εξής: «Η Φλέρυ τα’χει βάλει μαζί μου; Για ποιο λόγο, τι της έκανα;».

Κωμικό ακούγεται, ειδικά για όποιον γνωρίζει πως εμείς οι ίδιοι κατευθύνουμε τα όνειρα μας κάθε φορά, έλα όμως που το βράδυ της ίδιας μέρας, συνέβη κάτι που αγγίζει, όπως έγραψα παραπάνω, τα όρια της μεταφυσικής: Έτυχε να περάσω από το ιδιωτικό ιατρείο του οδοντογιατρού μου. Στην αναμονή, πάνω σ’ ένα τραπεζάκι, υπήρχε ένα Αθηνόραμα της τρέχουσας εβδομάδας. Το ανοίγω και κατευθείαν πέφτω πάνω στο τηλεοπτικό πρόγραμμα της χθεσινής μέρας. Ανατριχιάζω σύγκορμος σαν βλέπω ότι την προηγούμενη, στη μία ακριβώς τη νύχτα, την ίδια ώρα που ξύπνησα απ’ το όνειρο με τη Φλέρυ, προβλήθηκε από την ΕΡΤ το «Ακρόπολις Εξπρές» του Καλομοιράκη, η ταινία που έψαχνα τουλάχιστον μία δεκαετία! Σαν να εμφανίστηκε, λοιπόν, η Φλέρυ στον ύπνο μου για να με…προγκήξει επειδή έχασα ακόμη ένα κομμάτι του παζλ που συνέθετε την καλλιτεχνική της προσωπικότητα. Να που η μοίρα και ο χρόνος τα έφεραν έτσι και το καλοκαίρι του 2021, βρήκα από το Facebook και από κοινούς γνωστούς τον σκηνοθέτη Θόδωρο Καλομοιράκη. Έχει επιστρέψει μόνιμα στην Ελλάδα και κατοικεί στην περιοχή του Ελληνικού. Τον συνάντησα, είδα έναν γλυκύτατο στα όρια της πραότητας άνθρωπο, που έχει ζήσει κυριολεκτικά δέκα ζωές, βάσει των πολλών διηγήσεων του από τις συναναστροφές του με μυθικούς καλλιτέχνες Έλληνες και ξένους. Στο παρόν κείμενο, θα μάθετε όλα όσα ήθελα να μάθω κι εγώ και που αφορούν τη συμμετοχή της Φλέρυς Νταντωνάκη στη μικρού μήκους ταινία του…

Το 1972, όταν ο Μάνος Χατζιδάκις προέδρευε της επιτροπής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, είδε την πρώτη ταινία του Θόδωρου Καλομοιράκη και προθυμοποιήθηκε να γράψει τη μουσική ή να αναλάβει τη μουσική επιμέλεια για την επόμενη ταινία του. Του έβαλε έναν όρο μόνο: Να έπαιζε στην ταινία του η Φλέρυ Νταντωνάκη, για την οποία ο Καλομοιράκης δεν είχε ιδέα ποια ήταν. «Αυτό δεν θα ήταν υποχρέωση, αλλά χαρά μου» απάντησε ο νέος σκηνοθέτης στον Χατζιδάκι και λίγο αργότερα θα’χε την τύχη να δει τη Φλέρυ μαζί με τον Δημήτρη Ψαριανό στο στουντιάκι της Columbia, όταν έγραφαν τον «Μεγάλο Ερωτικό». «Είχα γίνει μπάαστακας στο στούντιο, τόσο πολύ είχα ενθουσιαστεί» θυμάται ο Καλομοιράκης, που ήταν παρών στις περισσότερες ηχογραφήσεις του «Μεγάλου Ερωτικού». Και σε όσες δεν ήταν, είχε πάλι την τύχη να τις ακούσει λίγο μετά, πριβέ, στο σπίτι του Χατζιδάκι και συγκεκριμένα στο γραφείο του.

Το επόμενο φιλμ του Καλομοιράκη θα ήταν μια μικρού μήκους ταινία με τον τίτλο «Ακρόπολις Εξπρές». Ο Χατζιδάκις, που θα τηρούσε την υπόσχεση του, ανάλαβε τη μουσική επιμέλεια και γι’ αυτό το λόγο «σύστησε» στον σκηνοθέτη την Κάκια Μένδρη. Του έβαλε να την ακούσει από δίσκους 78 στροφών, πιστεύοντας ότι τα παλιά τραγούδια από τις δεκαετίες του 1930 και του ‘40 θα ταίριαζαν στην ταινία του. Μία άλλη τραγουδίστρια που του «γνώρισε» ο Χατζιδάκις, με σκοπό πάντα να τη «χρησιμοποιήσει» στο φιλμ, ήταν η Ιταλίδα coloratura σοπράνο Amelita GalliCurci

Όπως και έγινε τελικά, αφού μέσα στο «Ακρόπολις Εξπρές» ακούγεται μία ηχογράφηση με τη Galli-Curci από τις αρχές της δεκαετίας του 1920!

Η πρώτη που κλείστηκε για την ταινία ήταν η Φλέρυ Νταντωνάκη, σύμφωνα με την επιθυμία του Χατζιδάκι. Ενόσω ο Καλομοιράκης συζητούσε μαζί της το σενάριο, αναζητούσε και τους υπόλοιπους ηθοποιούς. Στο Εθνικό Θέατρο πήγε και είδε την παράσταση «Το φάντασμα του κυρίου Ραμόν Νοβάρο» του Παύλου Μάτεσι. Ξεχώρισε δύο νέους ηθοποιούς, που θα μπορούσαν να υποδυθούν τον χαρακτήρα του λιποτάκτη στρατιώτη: Ο ένας λεγόταν Γιάννης Λαμπρόπουλος και ο άλλος λεγόταν Αντώνης Αντύπας, ο μετέπειτα γνωστός σκηνοθέτης του Απλού Θεάτρου και σύζυγος της συνθέτριας Ελένης Καραΐνδρου. Ταυτόχρονα, πιθανώς πάλι μέσω του Χατζιδάκι, ο Καλομοιράκης γνωρίστηκε προσωπικά και με τον συγγραφέα Παύλο Μάτεσι. Έχει σημασία η γνωριμία αυτή, καθώς ο Μάτεσις με τις ξενόγλωσσες γνώσεις του, έφτιαξε τους αγγλικούς υπότιτλους για την κόπια της ταινίας που θα παιζόταν στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Ο Μάτεσις επέμενε επίσης να διάλεγε ο σκηνοθέτης τον Λαμπρόπουλο και όχι τον Αντύπα: «Πιθανώς να είχαν κάποια ιδιαίτερη σχέση οι δυο τους κι ήθελε να τον προωθήσει. Αυτόν πήρα τελικά στην ταινία, αλλά ομολογώ πως δεν έμεινα ευχαριστημένος. Μετάνιωσα μάλιστα που δεν πήρα τον Αντύπα, γιατί τα επόμενα χρόνια γίναμε φίλοι». Όπως δεν ήθελε ο Καλομοιράκης να δυσαρεστηθεί ο Μάτεσις, που του πρότεινε τον Λαμπρόπουλο, έτσι δεν ήθελε να δυσαρεστηθεί και ο Χατζιδάκις, που του είχε προτείνει τη Φλέρυ. Το παράδοξο είναι πως μέχρι πρότινος που ο Καλομοιράκης ξανάδε τη συγκεκριμένη ταινία του, μια και την είχε αποκηρύξει, πίστευε πως έπαιζαν μέσα ο Λευτέρης Βογιατζής και ο Δάνη Κατρανίδης.

Διευθυντής φωτογραφίας στο «Ακρόπολις Εξπρές» ήταν ο Σταμάτης Τρύπος, τον οποίο είχε συστήσει στον Καλομοιράκη ο Θόδωρος Αγγελόπουλος. «Τον γνώριζα ωστόσο τον Τρύπο», θυμάται ο Καλομοιράκης, «αφού ήμουν βοηθός σκηνοθέτη του Φίλιππου Φυλακτού σε μία ταινία του με τη φωτογραφία του Τρύπου». Το θέμα είναι πως στα γυρίσματα της δικής τους ταινίας, η Φλέρυ τα πήγαινε καλά με όλους – «αγαπημένοι μου» τους αποκαλούσε – με τον Σταμάτη Τρύπο όμως είχε πραγματική λατρεία.

Για τις ανάγκες της ταινίας, είχαν νοικιάσει ένα τραίνο που έκανε τη διαδρομή Αθήνα – Γιουγκοσλαβία και ξανά πίσω. «Δεν διασχίζαμε πόλεις, αλλά πεδιάδες και αμπέλια» αφηγείται ο Καλομοιράκης, «ενώ ο Τρύπος φώναζε συνέχεια τη Φλέρυ. Εξαφανιζόταν. Ενδεικτικό είναι πως μια μέρα τη βρήκε κάτω απ’ τις γραμμές του τραίνου! Είχε ξαπλώσει στα χορτάρια και έτρωγε παπαρουνόπιτες». Οι παπαρουνόπιτες, που είχε φτιάξει η ίδια η Φλέρυ, ήταν το μοναδικό έδεσμα που έφερε στα γυρίσματα και που έτρωγε μόνο η ίδια, αφού κανείς άλλος δεν ήθελε να δοκιμάσει. «Η αλήθεια είναι πως μαστούρωνες και λίγο με τις παπαρουνόπιτες της Φλέρυς, οπότε λέγαμε ‘’άσε καλύτερα’’». (γέλια).

Το «Ακρόπολις Εξπρές» γυρίστηκε το 1972 και ο Καλομοιράκης δεν κατάφερε να παραστεί στην προβολή του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης την επόμενη χρονιά, αφού υπηρετούσε τη στρατιωτική θητεία του, διάρκειας 27 μηνών, μεσούσης της χούντας. Λίγο πριν φύγει για Αμερική, το 1974, τηλεφωνήθηκε με τη Φλέρυ, η οποία του είπε πως θα πήγαινε κι εκείνη ξανά εκεί για να τον έβρισκε, κάτι που συνέβη τελικά το 1976, αμέσως μόλις γέννησε τη μοναχοκόρη της.

«Έμενα στο Μπρούκλιν και με παίρνει η Φλέρυ για να μου πει: ‘’Σού’ ρχομαι με το παιδί μου’’. Δεν ήξερα καν ότι είχε γίνει μητέρα. Θυμάμαι που γυρίζαμε όλα τα καταστήματα, μπορεί να ψώνιζε παπούτσια λόγου χάριν, αλλά έπιανε την κουβέντα με όλους και ίδρωνα για να τη βγάλω έξω. Τα πόδια της ήταν μες την τρίχα, αξύριστα, ένα αντιαισθητικό θέαμα, η ίδια όμως τα έδειχνε και έλεγε χαριτωμένα: ‘’Οι τριχούλες μου’’. Άγιος άνθρωπος, χίπισσα κανονική, 100%! Η εμφάνιση της, οι μακριές ινδικές φούστες που φορούσε, το ελαφρύ μαστούριασμα που έκανε, η χάι διάθεση της, το ξυπόλυτο περπάτημα της στις λεωφόρους, που την έκανε να νιώθει πιο ελεύθερη, όπως έλεγε, ήταν τα απολύτως δικά της χαρακτηριστικά. Μια μέρα μου δηλώνει πως θα έφευγε με το μωρό της και θα πήγαινε σε άλλη πόλη, εκεί που έμενε και στο παρελθόν προφανώς. Καθώς την αποχαιρετούσα από το παράθυρο του τρίτου ορόφου, της φώναξα να προσέχει τον εαυτό της και το παιδί. Και τότε συνέβη κάτι απίστευτο: Τη στιγμή που της το λέω αυτό και έμπαινε στο ταξί, γυρνάει έντρομη και ουρλιάζει: ‘’Το παιδί, που’ ναι το παιδί;’’ Το είχε ξεχάσει στη μπανιέρα! Ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες και, πράγματι, βρήκαμε το μωρό να κοιμάται. Δεν θα ξεχάσω που άνοιξα ένα παταράκι πάνω ακριβώς απ’ το μπάνιο, τράβηξα ένα σεντόνι που το έδωσα στη Φλέρυ, τύλιξε το μωρό της μέσα σ’ αυτό και το κατέβασε κάτω για να φύγουν. Περίμενα στο παράθυρο μου πάλι μέχρι να χαθούν με το ταξί, εφόσον κάτι άλλο μπορούσε να προκύψει τελευταία στιγμή».

Έκαναν πολύ ωραίες συζητήσεις ο Καλομοιράκης και η Νταντωνάκη. Του μιλούσε τακτικά για το μιούζικαλ που’ χε παίξει, όταν τη γνώρισε ο Χατζιδάκις στις ΗΠΑ, το «Jacques Brel is Alive and Well and Living in Paris». Του είχε δείξει την κριτική του συγγραφέα και κριτικού Clive Barnes, που ήταν διθυραμβική για την ίδια. .

Στις κουβέντες τους, η Φλέρυ μιλούσε ακόμη στον Καλομοιράκη για τη Μελίνα Μερκούρη. Πώς πέρναγε από το καμαρίνι της, στο Broadway, όταν ανέβασαν με τον Ντασέν το «Ilya Darling», παρακαλώντας την να της δώσει ένα ρολάκι. Αν και δεν το θυμάται αυτό ο Καλομοιράκης, τον ενημερώνω πως μία και μοναδική φορά η Φλέρυ είχε αντικαταστήσει τη Μελίνα, εκτάκτως, στο «Ilya Darling» – ήταν κάτι που που επιβεβαίωσε ο αείμνηστος Ζιλ Ντασέν το 2001, όταν έκανα το ντοκιμαντέρ για τη Φλέρυ και μιλήσαμε στο τηλέφωνο.

Υπήρχε τότε στην Αμερική ένας εκπληκτικός συγγραφέας, ο Charles Ludlam που πέθανε το 1987 από επιπλοκές του AIDS. Αυτός είχε γράψει πάρα πολλά έργα, παρωδίες, κωμωδίες, μεταξύ των οποίων και το «Galas», που βασιζόταν στη βιογραφία της Μαρίας Κάλλας. Τον χαρακτήρα της δικής του υπηρέτριας στο έργο, που υποδυόταν ένας άνδρας στο θεατρικό ανέβασμα, τον είχε εμπνευστεί απ’ τον τρόπο που έπαιζε η Φλέρυ την υπηρέτρια στο «Do I hear a waltz?», μ’ όλο αυτό δηλαδή το μεσογειακό ταμπεραμέντο της. Επρόκειτο για τον σπουδαίο Αμερικανό ηθοποιό, Everett Quinton, σύντροφο ζωής του Ludlam, που συνεχίζει μέχρι σήμερα το έργο του. Στην ουσία, ο Quinton τη Φλέρυ Νταντωνάκη υποδυόταν με το χιουμοριστικό όνομα «Φλώρα Πάστα Λινγκουίνι». Ο Καλομοιράκης θυμάται τον Everett Quinton μελαψό, τριχωτό, με μουστάκι επί σκηνής: «Ήταν κάτι το τρομερό, σαν να έβλεπες τη Φλέρυ σε αρσενικό on stage Η Φλέρυ δεν θα είχε ιδέα είναι το πιο πιθανό, αφού όλα αυτά γίνονται στην Αμερική το 1980 περίπου, όταν ο Καλομοιράκης είχε χάσει πια επαφή μαζί της.

Για τη Φλέρυ Νταντωνάκη ξανάκουσε το 1998 με αφορμή το θάνατο της. Του τηλεφώνησε ο αδερφός του στην Αμερική και τον ενημέρωσε πως εκείνη τη μέρα, τη 18η Ιουλίου, θα παιζόταν από την κρατική τηλεόραση το «Ακρόπολις Εξπρές» στη μνήμη της. Δέκα χρόνια, όμως, νωρίτερα, γύρω στο 1987 – 88, κάποιος άλλος τον είχε ειδοποιήσει πως θα παιζόταν το «Ακρόπολις Εξπρές» στο ΑΣΤΥ στο πλαίσιο ενός αφιερώματος. «Με συντάραξε ο θάνατος της Φλέρυς» ομολογεί ο Καλομοιράκης, «όπως συμβαίνει μ’ όλους τους προσωπικούς φίλους που έχεις μοιραστεί πράγματα και κουβαλάς αναμνήσεις. Την αγαπούσα, αλλά πέρα απ’ τη δική μου απώλεια, ο κόσμος όλος στερήθηκε τη φωνή της. Δεν υπάρχει τέτοια φωνή!» Κι όταν του λέω πως ο Σπύρος Σακκάς κάποτε είχε πει πως η Φλέρυ Νταντωνάκη είναι πάνω απ’ τους Beatles και τη Joan Baez, συμφωνεί: «Κι εγώ το πιστεύω! Ούτε καν μπαίνω στον κόπο να τη συγκρίνω! Η Φλέρυ ήταν συγκλονιστική, τόσο εδώ, όσο και στην Αμερική και δυστυχώς δεν κατάφερα μέσα στα χρόνια να βρω κάποια ηχογράφηση της από τις πρώτες παραστάσεις του έργου για τον Jacques Brel. Ο Μάνος Χατζιδάκις την αγαπούσε, την προωθούσε και την προστάτευε και σκέφτομαι πως καλύτερα που έφυγε εκείνος πρώτος, διότι θα στενοχωριόταν πολύ με το χαμό της. Κι αν άφησαν από κοινού λίγα πράγματα, αποτελούν κανονικούς σταθμούς στο ελληνικό τραγούδι».

Τον ρωτάω για το τι άφησε και ο ίδιος τελικά με τη Φλέρυ Νταντωνάκη, αν πιστεύει πως το μοναδικό στοιχείο για το οποίο αξίζει να μνημονεύεται σήμερα το «Ακρόπολις Εξπρές» είναι η παρουσία της. Έχει ενδιαφέρον η απάντηση του σκηνοθέτη: «Την ταινία μόλις μου την έστειλαν προχθές, ψηφιοποιημένη, και την ξανάδα εξαιτίας της συνάντησης μου μαζί σας. Δεν ήθελα, ήμουν μεταξύ του να βάλω να τη δω ή να την παρατήσω. Φοβόμουν, γιατί ήξερα ότι το ’χα χάσει το παιχνίδι μ’ αυτή την κινηματογραφική μου απόπειρα. Το μόνο πράγμα που με πέταξε εκτός, να πω την αλήθεια, ήταν η σκηνή που η Φλέρυ διαβάζει τα γράμματα και κλαίει. Δεν θυμάμαι να έκλαιγε μόνη της, πρέπει να’χαμε προξενήσει τεχνητά δάκρυα. Τι υπερβολικός που ήμουν!» Του συστήνω να χαλαρώσει, καθώς η σκηνή μια χαρά περνάει σήμερα, στο πλαίσιο ενός γκροτέσκου στοιχείου. Επιμένει: «Θα έπρεπε να ήταν ακόμη πιο γκροτέσκο, να τό’χω φτάσει στα άκρα!». Μου εξομολογείται πως ονειρευόταν να κάνει μία άλλη σκηνή μες την ταινία, που η Ευαγγελία Σαμιωτάκη θα ήταν ολόγυμνη πάνω σ’ ένα ροκοκό κρεβάτι, απ’ αυτά με τις κουρτίνες, και κάποιος θα της έκανε έρωτα. Δεν το τόλμησε βέβαια, ενώ ούτε καν έφτασε στο σημείο να το συζητήσει με την ηθοποιό.

Η ταινία αυτή φανερώνει την άγνοια μου για το τι ήθελα να κάνω. Και μπορεί να χει στοιχεία σουρεαλιστικού χιούμορ, ήταν όμως ξεκομμένα το ένα από τ’ άλλο δίχως καμία συνοχή. Θα το ήθελα να έχει βγει πολύ πιο αναρχικό φιλμ, μα δεν τα κατάφερα. Μην ξεχνάτε πως ήταν και χούντα και μένα καλύτερος μου φίλος τότε, που τον λάτρευα, ήταν ο Βασίλης Ραφαηλίδης».

Ευχαριστώ τον Θόδωρο Καλομοιράκη για το μοίρασμα της μνήμης και λίγο πριν φύγω φέρνει έναν μεγάλο φάκελο. Τον ανοίγει και μου βγάζει μια σειρά ασπρόμαυρων πορτραίτων της Φλέρυς Νταντωνάκη από τα γυρίσματα του «Ακρόπολις Εξπρές», που δεν έχουν δει ποτέ το φως της δημοσιότητας. Παθαίνω την πλάκα μου! «Πάρ’τα, είναι δικά σου, σου ανήκουν», μου λέει σε ένα συγκινητικό ξέσπασμα γενναιοδωρίας. Με τον Καλομοιράκη θα τα ξαναπούμε σύντομα, γιατί, πέραν της μικρού μήκους ταινίας του με τη Φλέρυ Νταντωνάκη, τον σκοπό δηλαδή της επίσκεψης μου στο σπίτι του, ελάχιστοι γνωρίζουν πως είναι υπεύθυνος για το σχεδιασμό πολλών ιδιωτικών κινηματογραφικών αιθουσών. Μεταξύ αυτών, και του σούπερ σταρ Michael Jackson στο διαβόητο «Neverland Ranch».

* Το άρθρο δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο free press OLAFAQ (Απρίλιος 2022)

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Λάκης (με τα Ψηλά Ρεβέρ) Παπαδόπουλος: «Ποτέ δεν ήθελα να είμαι πρώτος, μα ούτε και τελευταίος»


Ο Λάκης (με τα Ψηλά Ρεβέρ) Παπα­δόπου­λος ίσως είναι ο πιο ακο­μπλε­ξάρι­στος Ελλη­νας τρα­γου­δο­ποιός, αφού αφε­νός έχουν πει τρα­γούδια του ο Μητσιάς, η Αρλέτα και ο Πάριος, αφε­τέρου ο Παντα­ζής, η Αντζελα και ο Ρου­βάς. Υπάρ­χει στη μου­σική από το 1965, δηλαδή πάνω από εξήντα χρόνια, έχο­ντας το προ­νόμιο να ταυ­τι­στεί με το ροκ εν ρολ κυρίως μέσα από τις προ­σω­πι­κές του δου­λειές. Ανθρω­πος με χιούμορ, «χύμα» φαι­νο­με­νικά, μα κατά βάθος πολύ επαγ­γελ­μα­τίας. Στην ακόλουθη σπάνια συνέντευξή του τοπο­θε­τείται για όλους και για όλα, ενώ εξα­κο­λου­θεί να παρα­μένει παρα­γω­γι­κός και δρα­στήριος. Απόδειξη είναι ότι, εκτός των τρα­γου­διών που γράφει ο ίδιος, πρόσφατα συμ­με­τείχε ως ερμη­νευ­τής στους τελευ­ταίους προ­σω­πι­κούς δίσκους του Γιώρ­γου Καζαν­τζή και του Γιώρ­γου Δημη­τριάδη.

Δεν ζείτε πια στην Αθήνα, αλλά στη Θεσσαλονίκη. Πως προέκυψε αυτή η μετακόμιση σε τόσο ώριμη ηλικία;

Η Αθήνα για μένα είναι ένα γέρικο σκαρί που το έχω ζήσει απ’ όλες τις πλευρές. Ας πάμε σε κάτι ημιδιαλυμένο, είπα, που πάει να γίνει κι αυτό σκαρί, αλλά το προσπαθεί ακόμη. Όλες οι ελπίδες έχουν φορτωθεί στην πρωτεύουσα με τη Θεσσαλονίκη να θεωρείται επίνειο της Αθήνας κι είναι ντροπή.

Και δεν νιώθετε κάπως ξεκομμένος εκεί απ’ τη μουσική τρέχουσα επικαιρότητα;

Η μουσική είναι μέσα στη ζωή μου και σαν ακροατής και όποτε θέλω να γράψω. Αποφάσισα να ζήσω λίγο και για τον Λάκη σαν ζωτική ανάγκη. Συμμετείχα στο δίσκο του Γιώργου Καζαντζή απάνω. Γνωριστήκαμε και είπα γιατί όχι;

Έχει γραφτεί πως ο Λάκης Παπαδόπουλος είναι σημαντικός, αλλά σαν να μην έχει επίγνωση της σημαντικότητας του. Τι λέτε εσείς γι’ αυτό;

Επίγνωση έχω περισσότερο απ’ όσο έχουν όλοι αυτοί που το λένε αυτό. Συνειδητά είμαι έτσι και ξέρω καλά ποιος είμαι. Και τι επίγνωση να έχω; Δύο μέτρα γη είμαστε. Αυτό τον σκατόκοσμο τον γνώρισα και τον ζω ακόμα, πες μου τι ακούς να σου πω ποιος είσαι. Κρατάω μια θέση ερασιτέχνη επαγγελματία, γιατί ποτέ δεν θέλω να είμαι πρώτος, μα ούτε και τελευταίος. Θέλω να υφίσταμαι, όπως το πέτυχα εδώ και πενήντα χρόνια.

Ανέκαθεν το θέλατε αυτό;

Αυτό ήθελα. Έχω πάντα την ψυχοσύνθεση ενός παιδιού 15 χρονών και οφείλω να σου πω ότι πέρασα ωραία στη ζωή μου μέχρι στα 20 μου να φύγω από το απαίσιο Ελληνορώσων με τις κλίκες του. Υπήρχαν παλιόπαιδα που αν είχες ένα ελάττωμα σε έκαναν να νιώθεις άσχημα…Τέλος πάντων, τη χειρότερη περίοδο της ζωής μου περνάω τους τελευταίους έξι μήνες. Έκανα μια φτηνή κρουαζιέρα με τη γυναίκα μου και κόλλησα γρίπη Α. Δεν το πρόσεξα. Έμεινα πέντε μέρες στο Ορλάντο και μου το γύρισε σε πνευμονία. Γυρίζοντας στην Αθήνα πήγα με τις σαγιονάρες σ’ ένα κοντινό νοσοκομείο. Ήταν εννιά η ώρα και κατά τις πέντε με άφησαν να φύγω, λέγοντας μου πως πρέπει να νοσηλευθώ. Έβηχα σαν λύκος, δεν υπήρχε αυτό. Επιπλέον είχα πρόβλημα με τη βαλβίδα στην καρδιά και ήθελα να το φτιάξω. Όλο το άφηνα και το άφηνα, αλλά την έφτιαξα τη βαλβίδα και τελείωσε κι αυτό. Όλα αυτά με καταπόνησαν, αφού μπαινόβγαινα στα νοσοκομεία για ένα δίμηνο. Έτσι μετά το Ελληνορώσων αυτή ήταν η χειρότερη περίοδος της ζωής μου. Να σου πω και κάτι; Δεν με νοιάζει και να σβήσει ο διακόπτης! Έχω περάσει ωραία και δεν έχω βλάψει κανέναν.

Γιατί τόση απογοήτευση;

Δεν υπάρχει απογοήτευση, όχι. Εννοώ πως και να συμβεί κάτι, είναι όλοι καλυμμένοι από μένα. Και ένα ευρώ να αφήσεις στους άλλους πρέπει να ξέρουν να το διαχειριστούν. Το εύχομαι. Ήμουν και εντελώς αμελής με την υγεία μου. Το ελάττωμα – προτέρημα μου είναι ότι ποτέ δεν κάπνιζα, ούτε έπινα. Στα 14 ήμασταν τρεις φίλοι – αυτοί ήταν στα 16. Λέει ο ένας «Πάρε ένα τσιγαράκι», άρχισε ο βήχας. Είχαμε γίνει άντρες, κατάλαβες; «Δεν καπνίζω, είμαι αδερφή» τους κάνω και αυτοί μέσα στη σοβαροφάνεια τους δεν με ρώτησαν τίποτα. Έμειναν εκεί. Με τους ίδιους μετά πηγαίναμε στα μπουρδέλα, όπου με αναγνώριζαν, «Ωωω, γεια σας, κύριε Λάκη» κλπ. (γέλια)

Ήσασταν από καλλιτεχνική οικογένεια;

Ο πατέρας μου ήταν δικηγόρος, δημοσιογράφος και ψάλτης επί πολλά χρόνια σε δύο εκκλησίες στον Λυκαβηττό. Πέθανε στα 89 του και η μάνα μου στα 94 της πριν από δέκα χρόνια.

Καλό κύτταρο, λοιπόν.

Χτύπα ξύλο! Βλέπω κορμιά να πέφτουν που είναι δέκα χρόνια μικρότεροι μου.  Δεν θέλω να ξανασχοληθώ…Γράφω κάτι στο facebook μου και μαθαίνω, ας πούμε, ότι έφυγε ο ένας απ’ τους δύο Seals & Crofts (σ.σ. αναφέρεται στον Ντας Κρόφτς που απεβίωσε στις 25 Μαρτίου 2026). Την περασμένη εβδομάδα πέθανε και ο Τζίνο Πάολι, αυτός ο ασχημούλης που τα είχε με τη Στεφανία Σαντρέλι. Βλέπω ομότεχνους να φεύγουν…

Γράφετε τώρα τραγούδια;

Κάτι γράφω. Η FM Records μέσα σ’ ένα χρόνο κυκλοφόρησε σχεδόν εκατό κομμάτια μου, διασκευές, οργανικά και τραγούδια. Με πας τώρα πίσω, στα 14 μου, όταν εγώ έκανα μπάνιο και κάποιος φίλος των γονιών μου είχε αφήσει πάνω στη βάρκα ένα ξύλινο πράγμα, μία κιθάρα. Το έπιασα και έπαιξα τραγούδι κατευθείαν. Ήταν το κομμάτι «My dog Mozart» που αργότερα το κάναμε δίσκο με τον Γιώργο Καρατζαφέρη.

Εποχής Dragons λέτε.

Ακριβώς, το έγραψα στα 14 και το δισκογράφησα στα 16 μου. Υπόγραψε πάνω ο Καρατζαφέρης γιατί έπρεπε να του κάνουμε μια χάρη κι αυτουνού.

Ήταν καλός ως μάνατζερ ο Καρατζαφέρης;

Ένα γελαστό παιδί ήταν που με θαύμαζε. Αργότερα, που είχαν βγει οι Aphrodite’ s Child, μου έλεγε «Αποστόλη, να πάμε κι εμείς στο Παρίσι», κάτι που εγώ δεν ήθελα ως φλωράκι απ’ τη μάνα μου και τον πατέρα μου. Τους Dragons, πάντως, τους είχε στηρίξει πολύ.

Κάνετε παρέα με τον Καρατζαφέρη, μιλάτε σήμερα;

Όχι, που και που μιλάμε. Του έστειλα κι ένα μήνυμα στο θάνατο του Σπύρου, του αδερφού του. Είναι κι ένα χρόνο μεγαλύτερος μου ο Γιώργος, του 1947. Κάποτε τον πέτυχα στο αεροπλάνο. Πηγαίναμε εκδρομή με το ΚΚΕ στην έδρα του Ευρωκοινοβουλίου στο Στρασβούργο. «Γιώργο, Λάκη», αγκαλιές μες στο αεροπλάνο, τα χάσανε οι άνθρωποι του ΚΚΕ που με έβλεπαν με τον Καρατζαφέρη. Δεν έχω τέτοια θέματα, είμαι Έλληνας πολίτης. Παραδέχομαι για τον εαυτό μου πως έχω το θάρρος της γνώμης μου και δεν ντρέπομαι.

Πολιτικοποιημένος, όμως, δεν υπήρξατε ποτέ.

Ποτέ. Δεν έχω κατέβει ποτέ σε απεργία. Μου έλεγε ένας Κύπριος ταξιτζής, που είχε την περιουσία του, πως δεν έχουν κάνει ούτε μία απεργία στην Κύπρο. Η απεργία είναι ένας τρόπος να χάνονται λεφτά του Έλληνα.

Και πως θα διαμαρτυρηθεί όμως ο Έλληνας;

Ωραία, ανέβα στο πεζοδρόμιο, μην κλείνεις τους δρόμους γι’ αυτούς που θέλουν να δουλέψουν! Λέω εγώ τώρα… Υπάρχει ένας χώρος για τέτοιες εκδηλώσεις. Επί χούντας, θυμάμαι, λόγω κομμουνιστών συγγενών και επειδή είχαμε πάει για καμάκι με κάτι φίλους, μας είδαν οι παρακρατικοί και με φωτογράφησαν, με έστειλαν δεκανέα στα σύνορα. Στο Ρούπελ, όπου έχασα την ακοή μου 50% από τα πυροβόλα, κάτι που διατηρείται δυστυχώς μέχρι σήμερα. Έχω ακόμη ένα τρομερό σύριγμα στα αυτιά μου, που το ακούω από τη χούντα μέχρι σήμερα. Ποτέ δεν πήγα να ζητήσω σύνταξη και τώρα πρώτη φορά σε σένα το λέω. Σήμερα εκτιμώ τους ανθρώπους που αποφεύγουν τον πόλεμο, τους πασιφιστές.

Ήσασταν στη συναυλία των Rolling Stones το 1967;

Και στις δύο ήμουν, και το ’67 και όταν ξανάρθαν στα nineties. Το ’67, πάντως, τραγούδησε σαπόρτ ο Δάκης, που δεν τους ήξερε καθόλου μάλλον τους Stones.

Σε μένα είχε πει ο Δάκης πως έβλεπε σαν «βρωμοχίπηδες» τους Stones.

Είδες; Αυτό ακριβώς. Θυμάμαι κάποιον να μπαίνει με μια τεράστια ανθοδέσμη με κόκκινα γαρίφαλα. Χύμηξαν μερικοί, τον έριξαν κάτω και του την πήραν, ενόσω ο Μικ Τζάγκερ από πάνω είχε αρχίσει ένα τραγούδι. Του το έκοψαν κι αυτός φώναζε «Εεε, εεε»! Τέσσερα τραγούδια είπαν μόνο και μόλις τελείωσαν το set τους έφυγαν. Μετά μάθαμε ότι τα κάνανε όλα λίμπα στο Χίλτον, οι άνθρωποι έβρισκαν καφέδες χυμένους στους τοίχους. Ένας πλούσιος φιλότεχνος από το Κολωνάκι πλήρωσε τα σπασμένα. Δεν ήταν καμιά ιδιαίτερη εμπειρία η συναυλία αυτή. Για μένα ο Μπράιαν Τζόουνς ήταν ο θεϊκός καλλιτέχνης από τους Stones! Μήπως τον έπνιξαν κιόλας; Για θυμήσου τι φλάουτο έπαιζε στο «Ruby Tuesday»! Αυτό άκουσα να παίζουν λάιβ το ΄67 και τον θαύμασα κανονικότατα! Τον εξαφάνισαν, εξαφανίστηκε, δεν ξέρω…Πριν είκοσι χρόνια οι Rolling Stones ανακοίνωσαν ότι βγάζουν καινούργιο υλικό. Ξεκίνησαν περιοδεία στην Αμερική, αλλά στην τρίτη συναυλία αποσύρθηκαν, δεν πήγαινε κόσμος. Μα ο κόσμος ήθελε ν’ ακούσει το «Satisfaction», το «Jumpin’ Jack Flash» κλπ.

Πόσο κράτησαν οι Dragons συνολικά;

Περίπου δύο χρόνια. Είχαν γίνει ανακατατάξεις. Είχε έρθει άλλος ντράμερ κι είχα μείνει εγώ με τον μπασίστα. Τότε άκουγα Who και Kinks και έγραφα τέτοια κομμάτια. Το «The forest of my place» γεννήθηκε όταν άκουσα το «My generation» των Who. Το λογόκρινε η χούντα και του βάλαμε άλλο στίχο. Το τραγουδούσα εγώ μαζί με το «The first gun», το πρώτο μας κομμάτι  σε μουσική του Στράτου Αγγελάκη, ενός ανθρώπου που μετά μπήκε αεροσυνοδός στην Ολυμπιακή και σήμερα είναι καλά. Φιλαράκι από τότε.

Πως βλέπατε εκείνη την περίοδο με τα ελληνικά ποπ – ροκ γκρουπ;

Δεν μου άρεσαν οι ελληνικοί στίχοι τους. Μου άρεσαν οι Juniors, που είχαν άδικο τέλος. Ποτέ δεν ένιωσα συγγενής με κανέναν. Μόνο όταν γύρισα από τα κρουαζιερόπλοια το 1973 και σκεφτόμουν τι θα κάνω, ο αδερφός μου με έφερε σε επαφή με την ποίηση και τους ποιητές, Έλληνες και ξένους.

Το συγκρότημα Dragons με τον έφηβο Λάκη Παπαδόπουλο στις τάξεις τους 
Υπήρξε όμως και η περίοδος σας στους Αγάπανθος.

Οι Αγάπανθος ήταν κάτι άλλο κυρίως μέσω της σχέσης που είχα με τον Θοδωρή Τρύφωνα. Ήταν ένα χίπικο φολκ γκρουπ. Εγώ τον θαύμαζα τον Τρύφωνα, αυτός δεν με θαύμαζε όμως. Είχε και μια φίλη, τη Χαρά Αργυροπούλου, που τραγούδησε στον πρώτο μου δίσκο. Και ο Θοδωρής έπαιξε μπάσο σε κάποια τραγούδια από εκείνον το δίσκο.

Η Αργυροπούλου, πάντως, τραγουδούσε α λα Τζάνις Τζόπλιν.

Ναι, όλο κάτι τέτοια τραγουδούσε. Παίζαμε στην Αιδηψό και μέναμε σ’ ένα υπόγειο. Εκείνη έλεγε συνέχεια ένα τραγούδι της Τζόπλιν, το πήγαινε προς τα κει. Με τον Τρύφωνα κάναμε και μερικά τραγουδάκια μαζί με ξένο στίχο, πάρα πολύ ωραία! Τα δύο αργότερα τα έδωσα στην Αρλέτα με ελληνικό στίχο. Το ένα ήταν το «Τσάι γιασεμιού».

Το 1982 βγαίνει στη Warner ο πρώτος σας σόλο δίσκος.

Εκεί ήταν κι ένα εξαιρετικό παιδί που πέθανε νέος, ο Βάσος Τσιμιδόπουλος, ένας καλλονός. Όταν έδωσα στον Βασίλη Παπακωνσταντίνου τον «Κουρσάρο», το υπερασπίστηκα γιατί δεν το ήθελαν στο δίσκο του. Εκεί, όμως, που δεν το θέλανε, το βάλανε πρώτο στην πρώτη πλευρά. Πρώτα βγήκε ο «Κουρσάρος» και μετά ο πρώτος μου δίσκος. Μετά την επιτυχία, μου είπαν στη Warner «Έχουμε ένα μπάτζετ, φέρε μας ότι θέλεις». Στα μισά τραγούδια, το μπάτζετ τελείωσε, οπότε εκεί βοήθησε πολύ ο Τσιμιδόπουλος, που μετά βρέθηκε εκτός Warner.

Πριν, όμως, δεν είχατε δώσει τραγούδι σας στη Γλυκερία; Καλά τα λέω;

Σωστά, λεγόταν «Στον σταθμό Λαρίσης». Είχα δώσει και στον Λάκη Τζορντανέλι. Πάντα έδινα, προσπαθούσα να μπω στο κύκλωμα κι εγώ. Μην ξεχνάμε και τους Αγώνες Κέρκυρας του Μάνου Χατζιδάκι με το «Και θα χαθώ» που είπε η Ισιδώρα Σιδέρη σε στίχους Κυριάκου Ντούμου. Είχαμε πάει οικογενειακώς στην Κέρκυρα, με τη γυναίκα μου και τον αδερφό μου, αφού ο Χατζιδάκις ήταν λαρτζ και μας είχε πει «Να φέρετε όποιον θέλετε». Θυμάμαι τον Χατζιδάκι στην πρόβα που άκουσε την Ισιδώρα και ήρθε και μου είπε εντυπωσιασμένος: «Τι είναι αυτή;» κι εγώ του απάντησα: «Σ’ αρέσει; Πάρ’ την»! Στον ενικό μιλούσαμε, αφού τον έβλεπα από την ΕΡΤ που δούλευα ως ραδιοφωνικός παραγωγός. Τις λίγες φορές που βρισκόμασταν, με αντιμετώπιζε ισότιμα ως καλλιτέχνη. Το ίδιο και ο Ξαρχάκος κάποτε που με είδε σ’ ένα μαγαζί και σηκώθηκε και μου έδωσε το χέρι του. Το εκτίμησα πάρα πολύ! Στου Χατζιδάκι την παρέα δεν ανήκα ποτέ, δεν είχαμε σχέσεις, έτυχε απλά να διευθύνει τραγούδι μου στην Κέρκυρα. Εκείνοι οι Αγώνες ήταν ό,τι καλύτερο για νέους καλλιτέχνες. Όλα τα παιδιά αυτά μάζεψαν τραγούδια καλά και τα παρουσίασαν. Ακόμη ακούω τα τραγούδια και ευφραίνομαι, αλλά η κοιμισμένη Ελλάδα ποτέ δεν έδωσε τη σημασία που άξιζε σ’ αυτό το διπλό δίσκο.

Με τον Παύλο Μάτεσι, που τον μελοποιήσατε, πως μπλέξατε;

Μέσω του αδερφού μου που δούλευε ηχολήπτης στην ΕΡΤ. Εκτός από τον Μάτεσι, κάναμε και τραγούδια με τον Χρονά, σαν το «Ιωάννα και Μαριέτα». Σου είπα πριν ότι επειδή είχε τελειώσει το μπάτζετ, στο τραγούδι αυτό έπαιξα εγώ διπλή ντραμς και μπάσο. Τον Μάτεσι δεν τον ήξερα σαν συγγραφέα, ούτε είχα διαβάσει κάτι δικό του. Γίναμε φίλοι και θυμάμαι πως δεν του πολυάρεσε η ερμηνεία του Παπακωνσταντίνου στον «Κουρσάρο». Ούτε και μένα, όμως, η ενορχήστρωση. Προτιμούσαμε με τον Μάτεσι το ερωτικό «Θα φύγεις μονάχη», που δεν είχε τεράστια εμβέλεια. Τα λέγαμε από το τηλέφωνο με τον Μάτεσι και σχολιάζαμε. Τελικά πέσαμε έξω και οι δύο, αφού ο «Κουρσάρος» σάρωσε. Η ΜΙΝΟΣ τότε «άλλαζε τα ρούχα» ενός τραγουδιστή, σαν τον Παπακωνσταντίνου, που έφευγε από το αντιστασιακό τραγούδι και έβγαινε ως ροκάς. Το προφίλ του αυτό έφτασε στο απόγειο του μετά από μια εκπομπή των τριών «Ρεπόρτερς», που έβλεπε όλη η Ελλάδα, για ένα ατύχημα που είχε συμβεί στην παραλιακή της Βουλιαγμένης. Έριξαν τον «Κουρσάρο» ως υπόκρουση και έγινε χαμός!

Κι αυτό το όνομα, «Ντίνο», που φωνάζει ο Παπακωνσταντίνου στο φινάλε του τραγουδιού;

Ούτε καν το είχα προσέξει, πρώτη φορά το ακούω. «Ντίνο» λέει, σοβαρά; Την ίδια περίοδο όλοι αναρωτιόντουσαν «Ρε Λάκη, πως δεν μπλέχτηκες εσύ με ναρκωτικά;» Είχαν πεθάνει πολλοί, τους έβλεπα να φεύγουν. Θέλω να πω ότι καλλιεργήθηκαν διάφοροι αστικοί μύθοι, σαν αυτό με τον «Ντίνο» που υπάρχει μες στον «Κουρσάρο», απ’ ότι μου λες κι εσύ τώρα.

Ωστόσο ο πρώτος σας δίσκος το ’82 με τη «Φάλτσα Μενεξεδιά» κι αυτόν τον ροκαμπίλι ήχο, ήταν ένα καλό δείγμα ελληνικού αντεργκράουντ.

Το είχα βασίσει στον ήχο της κιθάρας. Είπα να φτιάξω κάτι ημίτεχνο που θα το τραγουδούσα εγώ με τη φωνή που έχω, αλλιώς δεν θα είχα να ζήσω. Άνθρωποι σαν και σένα την έχουν Ευαγγέλιο τη «Φάλτσα Μενεξεδιά». Έγινα και σουρεαλιστής ποιητής ξαφνικά με το τραγούδι αυτό, αλλά μετά βαρέθηκα και είπα καλύτερα να παίρνω στίχους άλλων.

Που να φανταζόσασταν ότι στα χρόνια θα έλεγαν τραγούδια σας οι πάντες, από τον Μητσιά μέχρι τον Ρουβά.

Ο Πασχάλης, ο Πάριος, η Διαμάντη, ο άλλος Πασχάλης, ο Τερζής, στους πάντες έδωσα όντως. Στη Γαλάνη, πάντως, δεν θα έδινα.

Αυτό πως σας ήρθε τώρα;

Είμαι άνθρωπος που μπορώ να μπω σε μία συζήτηση και να τα κάνω όλα λίμπα. Μία φορά πήγα σε συνέλευση των τραγουδιστών και τσακώθηκα με τη Γαλάνη. Και σκέψου πως ο Λευτέρης Παπαδόπουλος είχε στήσει πάνω μου ολόκληρη τηλεοπτική εκπομπή. Από τότε γίναμε οι καλύτεροι φίλοι, ενώ και μ’ αυτόν είχαμε τσακωθεί πολύ άγρια κιόλας.

Για τα σωματειακά πάλι;

Όχι, με είχε ρωτήσει ποια τραγουδίστρια ξεχωρίζω και του απάντησα «η Σοφία Βέμπο». «Και η Δημητρούλα, η Χαρούλα και η Ελευθερία δεν σου αρέσουν;» Απάντησα «Καλές είναι, αλλά δεν μου αρέσουν, προτιμώ τη Βέμπο». Ε, ποια απ’ αυτές θα έλεγε μετά δικά μου τραγούδια; Είχα πάει απ’ το σπίτι του Λευτέρη Παπαδόπουλου πριν από είκοσι χρόνια. Μαζί μου είχα και τον γιο μου, τον Άγγελο, που ήταν εφτά χρονών. Είχε όλο ακριβά πράγματα μες στο σπίτι και ο μικρός με μια κίνηση του έριξε κάτι κάτω. «Ωχ», πετάχτηκε ο Παπαδόπουλος, «τι μου το’φερες εδώ το παιδί;» Είπα στο παιδί να βάλει στη θέση τους τα πράγματα, αλλά μετά πρόσεξε κάτι καραμέλες σ’ ένα βάζο. «Βάλε δυο – τρεις στην τσέπη σου, αγόρι μου» του είπα και σαν είδα τον Λευτέρη να φοβάται, ξανάπα του μικρού: «Και τώρα πέταξε το κάτω, σπάσ’ το»! Μετά που πήγε τουαλέτα, δεν άνοιγε η πόρτα και του φώναξα: «Κατούρα απ’ έξω, αγόρι μου». Η πλάκα για μένα αρχίζει εκεί που τελειώνει η λογική, αλλιώς είναι αναμενόμενη. Μου έδωσε ο Λευτέρης στίχους, πήρα τον γιο μου και γυρίσαμε σπίτι μας στα Μελίσσια. Κατευθείαν, με τη μία, μελοποίησα τους στίχους και έβγαλα δέκα καινούργια τραγούδια. Τηλεφώνησα του Λευτέρη, του το είπα και μου απάντησε «Μπράβο, καλό είναι αυτό». Του έπαιξα τα τρία, του άρεσαν, αλλά του είπα να ξαναμιλήσουμε αργότερα γιατί ήθελα να έβλεπα τον Παναθηναϊκό που είχε ματς. Στο διάλειμμα του αγώνα, με παίρνει και μου λέει: «Ρε κωλόπαιδο, μου πήρε χρόνια να γράψω στίχους. Κι εσύ τώρα μου τους παίζεις έτσι, κωλοροκά;» Αρχίσαμε να βριζόμαστε σοβαρότατα και, μάλιστα, είπα μετά στη γυναίκα μου πως διαγράφω το τηλέφωνο του και δεν πρόκειται να ξαναμιλήσω μαζί του. Κάποια στιγμή μετά από ένα χρόνο μου τηλεφώνησε ένας παραγωγός της ΜΙΝΟΣ: «Άντε πάλι, έκανες την επιτυχία με τον Νταλάρα». Ήταν ένα απ’ αυτά τα κομμάτια με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, που το πήρε η γυναίκα μου και το πήγε στην εταιρεία. Δεν το θυμόμουν ότι ήταν δικοί του οι στίχοι. Τηλεφώνησα του Ντούμου, της Κριεζή και δεν ήταν δικό τους το τραγούδι. «Ωχ, αμάν, του ακατονόμαστου θα είναι» είπα. Μετά απ’ αυτό ξαναμιλήσαμε με τον Λευτέρη και γίναμε καλοί φίλοι, πολύ καλοί όμως!

Με τον Λάκη Παπαδόπουλο το 2015 κατά την πρώτη μας συνέντευξη για τη LIFO 
Κι εσείς δεν ξεχωρίζατε τους ανθρώπους που ήταν δέσμιοι των επιτυχιών τους;

Δεν το έψαχνα σε βάθος. Στην τελική δεν θέλω να μαθαίνω τη ζωή του καθενός. Με νοιάζει μόνο το έργο τους και τι αυτό έχει προσφέρει. Όταν άρχισα να κάνω προσωπικούς δίσκους στη ΜΙΝΟΣ, το παρατσούκλι «Λάκης με τα Ψηλά Ρεβέρ» είχε ήδη καθιερωθεί. Έχοντας βγει κι απ’ τη χούντα κιόλας, δεν θέλαμε με τον Τσιμιδόπουλο να βγω με το επίθετο Παπαδόπουλος. Λάκη με φώναζε η μάνα μου, οπότε πρότεινα εγώ το «Λάκης με τα Ψηλά Ρεβέρ» και αυτός απάντησε «Α, ωραίο»!

Θα ήθελα να ρωτήσω για εκείνη τη φοβερή ψυχεδελομπλούζ μελοποίηση σας στο «Ουρλιαχτό» του Γκίνζμπεργκ με τη Χαρά Αργυροπούλου.

Αυτήν είχα μαζί μου τότε, αλλά κάποια στιγμή τη ρώτησα γιατί με έβριζε στους παραγωγούς. Με έλεγε «υπάλληλο» και με σνόμπαρε, επειδή δούλευα στην ΕΡΤ. Τη «Φάλτσα Μενεξεδιά» δεν ήθελε να την πει, γιατί ήταν σε δικούς μου στίχους, ήθελε μόνο Μάτεσι και Γκίνζμπεργκ, κατάλαβες; Μου εξήγησε πως με έβλεπε σαν αντίπαλο του γκόμενου της, του Θοδωρή Τρύφωνα από τους Αγάπανθος. Εκείνη τη μέρα ένα φιλικό μου ζευγάρι που ήταν παρόντες μου είπαν πως δεν με είχαν ξανακούσει να βρίζω τόσο πολύ άλλον άνθρωπο! Την τσάκισα, τη διέλυσα! Μία μέρα που έπαιζα στο γήπεδο του Άρη μαζί με τους Φατμέ, όταν ανέβηκα στο stage, έρχεται αυτή και μου λέει «Θα τραγουδήσω κι εγώ». Της το αρνήθηκα σε φάση «τώρα μας θυμήθηκες;» Όταν είδα πως επέμενε, φώναξα εκεί τους υπεύθυνους και τους είπα να τη μαζέψουν, αλλιώς δεν θα έβγαινα εγώ. Τη μάζεψαν τελικά.

Αυτά γίνονταν ανέκαθεν μεταξύ καλλιτεχνών, δεν είναι κάτι τραγικό.

Ναι, αλλά εγώ ένιωσα ότι έτρωγα ακόμη ένα bullying στη ζωή μου!  Για το σημάδι του Αγίου Συμεών που έχω στο πρόσωπο μου, ένα κωλόπαιδο μου έχωσε μπουνιά όταν ήμουν δέκα χρονών. Από τότε έπαθα ζημιά με το ιγμόριο μου, σοβαρή ζημιά. Όλοι αυτοί ήταν άγριοι κι αν τους δεις σήμερα έγιναν κάτι καθηγητάκια με ενάμισι μέτρο ύψος…Δεν παίζει ρόλο το ύψος, αλλά στα δέκα μου μού φαίνονταν θηριώδεις. Δύσκολα πράγματα. Ακούω να λένε για bullying…Εγώ να δεις τι bullying έχω φάει λόγω διαφορετικότητας. Σήμερα πλέον αν δε μου ζητήσει συγγνώμη κάποιος, θα τον σκίσω, αν μου πει όμως, μετά πάει το ξέχασα.

Δεν μπορούμε να μην πούμε για τη συνεργασία με την Αρλέτα.

Η Αρλέτα ήταν έξυπνη, κυνηγός ταλέντων. Είχε έρθει σαν επισκέπτρια στους Αγώνες Κέρκυρας και ο Χατζιδάκις την έβαλε να κάτσει κοντά του. Άκουσε τα δύο κομμάτια μου και τα ξεχώρισε. Αλλάξαμε τηλέφωνα και λίγο μετά βρεθήκαμε στην Αθήνα. Ήθελε αρχικά να πει δύο τραγούδια μου, το ένα ντουέτο με τον Διονύση Θεοδόση που πέθανε νέος. «Ευχαρίστως, Αρλέτα μου» της απάντησα χωρίς να υπάρχει σκέψη για ολόκληρο δίσκο. Μου μίλησε για μια στιχουργό φίλη της, που ήθελε να συμμετάσχει, τη Μαριανίνα Κριεζή. Αν θυμάμαι καλά, της έδωσα τη μελωδία της «Σερενάτας» κι εκεί πάνω έβαλε λόγια. Κάναμε τελικά δύο δίσκους. Τρίτο δεν ήθελα και γι’ αυτό μου κράτησε απόσταση η Αρλέτα. Προτιμήσαμε με την Κριεζή να γράψουμε για τη Ζορμπαλά ένα δίσκο που αγαπώ πολύ ακόμα. Δεν τον στήριξε η Ζορμπαλά, όμως, όπως δεν στήριξε και ο Μητσιάς έναν ωραίο πρωτότυπο δίσκο που κάναμε. 

Με την Αρλέτα πάντως κρατήσατε επαφές.

Κρατήσαμε γιατί ήμασταν και οι δύο αντιδραστικοί σε όλα. Αγαπιόμασταν, ήταν πιο κοντά σε μένα, αφού κι εκείνη ήταν τιμωρημένη από τη ζωή. Ξέρεις τι bullying είχε φάει κι αυτή; Άνοιγε το στόμα της κι εκεί που αναρωτιόσουν τι μαλακίες θα βγάλει, άκουγες της φωνής της το ηχείο και πάθαινες πλάκα. Με δύο τραγουδίστριες μου έχει συμβεί αυτό: Με την Αρλέτα και με τη Σαβίνα Γιαννάτου. Εγώ την πρωτόβγαλα τη Σαβίνα, αφού ήμασταν στο συγκρότημα DNA του Ηρακλή Τριανταφυλλίδη μαζί με τη Λένα Πλάτωνος και την αδερφή της Σαβίνας, τη Σοφία Γιαννάτου. Η Σαβίνα ήταν ένα κοριτσάκι τρυποκάρυδο που έκανε στενή παρέα με τον φλαουτίστα Πέτρο Πρωτόπαπα. Μια μέρα την έβαλα να την ακούσει ο ηχολήπτης Γιάννης Συγλέτος. Του ζήτησα να τη γράψει σ’ ένα τραγούδι του Χατζιδάκι και έβγαλε αγγέλους! Είχε πει και το «Έτσι απλά σ’ αγαπώ» που τελικά ηχογράφησε η Γλυκερία. Ήταν υποψήφιο για την Eurovision το τραγούδι τη χρονιά που η Βίσση είχε πάει με το «Ωτοστόπ». Η Σαβίνα το είπε, αλλά δεν ήθελε να πάει στην Eurovision. Ίσως κι αυτή να με θεωρούσε λίγο παρακατιανό, δεν ξέρω. Δεν της άρεσε η ποπ, γι’ αυτό και ασχολήθηκε με άλλο είδος μουσικής μετά.

Λάκης Παπαδόπουλος - Αρλέτα

Λεφτά βγάζατε τότε που σας τραγουδούσαν οι πάντες όπως είπαμε;

Τα λεφτά ήρθαν όταν δούλευα σε πολλές συναυλίες. Ήμουν το αφεντικό, πληρώνονταν καλά οι μουσικοί και πληρωνόμουν εξίσου καλά κι εγώ. Την εποχή του «Αχ Μαρία» πληρωνόμουν καλά, ενώ δεν παίρναμε ότι μας αναλογούσε από τους δίσκους.

Μα είναι δυνατόν να μην εξαργυρώσατε την επιτυχία του «Κουρσάρου»;

Μα όταν εγώ παίρνω μία δραχμή και ο άλλος παίρνει 200.000 για να το πει κάθε βράδυ, τι δουλειά έχει το ένα με τ’ άλλο; Καμία σχέση ο πνευματικός δημιουργός με τον εκτελεστή. Έτσι, πλούσιος δεν έγινα, αλλά με τα λεφτά που έβγαλα, αγόρασα τα σπίτια που έχω σήμερα συν δύο οικόπεδα. Μια χαρά.

Πως βλέπετε το πέρασμα στην ψηφιακή εποχή με τις πλατφόρμες;

Κοίταξε, αυτό είναι κακό για μένα συν το ΑΙ που κυριαρχεί πλέον. Ωστόσο μου αρέσει, δεν μπορώ να πω. Ακούω τα τραγούδια που αγαπώ εγώ και τα ακούνε και πολύ λίγοι. Ακούω Μαριάννα Χατζοπούλου ακόμη που την είχε ρίξει η ίδια η εταιρεία της λόγω τυφλότητας. Άντε κάν’τα αυτά στον Ρέι Τσαρλς ή στον Στίβι Γουόντερ, γι’ αυτό λέμε ότι είμαστε ακόμη πολύ πίσω. Και φυλακή να ήμουν, ένα τηλέφωνο θα ήθελα μόνο να βλέπω YouTube και να ακούω Spotify.

Θα λέγατε ότι υπήρξατε ένας ακομπλεξάριστος άνθρωπος;

Αν σκεφτείς ότι είπα τραγούδι ντουέτο με τον Λευτέρη Πανταζή, όπως και η Άντζελα Δημητρίου είπε το «Διαζύγιο», ναι, υπήρξα. Πολλοί με ζηλεύουν γι’ αυτό και δυστυχώς με πιάνει συχνά το κεφάλι μου απ’ την πολλή αρνητική ενέργεια.

Αυτή την περίοδο γράφετε κάτι;

Πως δεν γράφω! Συνέχεια! (σ.σ. ψάχνει στο κινητό του και μου βάζει να ακούσω ένα ολοκαίνουργιο οργανικό κομμάτι του που θυμίζει μπόσα νόβα από τα sixties). Πέρσι το έγραψα σ’ ένα στούντιο στη Θεσσαλονίκη. Με ξυπνάνε τα οργανικά, όπως και κάποια τραγούδια που έγραψα πάλι πρόσφατα για ένα θεατρικό έργο. Ένα απ’ αυτά θα πει ο Φοίβος Δεληβοριάς.

Τι περιμένετε από δω και πέρα;

Να μη γίνει κάνας γενικευμένος πόλεμος με τους τρελούς εκεί, τους εμπαθείς πλακατζήδες που αντιμετωπίζουν με γέλιο τα ανθρώπινα σώματα που πέφτουν. Τον Τραμπ τον σιχαίνομαι, είναι τελείως τρελός. Το ότι ζω, πάντως, είναι καλή περίοδος και σίγουρα όχι χειρότερη από την Κατοχή που δεν την έζησα. Χειρότερα θα ήταν αν ζούσα στην Περσία τώρα ή το Τελ Αβίβ. Καλοπερασάκιας ήμουν και είμαι σε ότι αφορά την ακεραιότητα της ζωής μου, περνώντας ένα απαίσιο διάστημα με τον κορονοϊό. Και να φοβόμαστε τώρα εδώ που μιλάμε να σκάσει μία βόμβα και να μας αφανίσει. Μήπως τελικά οι Έλληνες είμαστε πάρα πολύ καλομαθημένοι και δεν έχουμε ζήσει αποδεκατισμούς οικογενειών ή την ξεφτίλα να παρακαλάμε για την επιβίωση μας;

* Η συνέντευξη με τον Λάκη Παπαδόπουλο πραγματοποιήθηκε στο σπίτι του στα Μελίσσια τον Μάρτιο του 2026

** Πρώτη δημοσίευση: Documento (Ένα μεγάλο μέρος της συνέντευξης) 

*** Τα δύο πρώτα πορτραίτα του Λάκη Παπαδόπουλου είναι του Κωνσταντίνου Πάλλα

Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

Το Παν του Ελαχίστου (μια ιστορία μου από το 2021)


Στο μετρό.

Διαδρομή Μοναστηράκι - Εθνική Άμυνα.

Στο βαγόνι που είναι άδειο έρχεται και κάθεται στο απέναντι μου κάθισμα μια νέα γυναίκα.

Φοράμε κι οι δύο μάσκες.

Δεν κρατάει τσάντα, αλλά μία βαλίτσα σε έντονο χρώμα.

Υποθέτω πως πηγαίνει στο αεροδρόμιο, αλλά έκανα λάθος τελικά.

Αμέσως βγάζει ένα παχύ τετράδιο, σαν ημερολόγιο, κι αρχίζει να γράφει.

Σταματά λίγο, σκέφτεται και ύστερα γράφει μετά μανίας.

Μου κάνουν εντύπωση τα ωραία της γράμματα.

Συλλογίζομαι πως είναι τυχερή, αφού μπορεί να γεμίζει ακόμα σελίδες ολόκληρες με το χέρι.

Εγώ, που κάποτε είχα τον ωραιότερο γραφικό χαρακτήρα και γέμιζα τετράδια με κείμενα και σημειώσεις, σήμερα βαριέμαι να γράψω με το χέρι πάνω από πέντε λέξεις.

Το δοκίμασα μερικές φορές και σε λίγα λεπτά τα ωραία μου γράμματα γίνονταν ορνιθοσκαλίσματα, χειρότερα κι από συνταγή γιατρού.

Δεν μπορούσα να μην πιάσω την κουβέντα μ' αυτή τη γυναίκα. Και τότε ακολούθησε ο εξής πραγματικός διάλογος:

- Μπορώ να ρωτήσω τι γράφετε;

- Τη ζωή μου.

- Πλάκα μου κάνετε;

- Όχι, γράφω τη ζωή μου.

- Τόσο ενδιαφέρον έχει η ζωή σας για να γεμίζετε βιβλίο;

- Έχετε δοκιμάσει να γίνετε υπεραναλυτικός ακόμη και με το πιο απλό πράγμα;

- Δηλαδή;

- Σηκώνομαι το πρωί και λέω να φτιάξω φασολάκια.

Πέντε σελίδες θα μου πάρει μόνο να γράψω τη σύλληψη της πράξης του μαγειρέματος μέχρι την εκτέλεση του.

- Αν σας ζητούσα να μου διαβάσετε ένα κομμάτι;

- Ντρέπομαι...

- Μόνοι μας είμαστε.

- Θα σας διαβάσω τι γράφω τώρα...

Μου διαβάζει την περιγραφή, του πως έφυγε από μία δουλειά, μπήκε στο μετρό που το είδε άδειο εκτός από λίγους που φόραγαν μάσκα.

Δεν «πιάνω» ιδιαίτερη λογοτεχνική ευχέρεια, αλλά με εντυπωσιάζει η ακραία παρατηρητικότητα της.

Θέλω να'μαι ευγενής και συνεχίζω την κουβέντα:

- Μα είναι τόσο ωραίο!

-Έχω πολλά τέτοια...Που κατεβαίνετε;

Εγώ Μαρούσι.

- Εγώ σε λίγες στάσεις ακόμα.

- Γυρίζετε σπίτι σας;

-Όχι, πάω σε μία γιορτή.

Εσείς;

- Σπίτι μου.

- Θα το γράψετε κι αυτό;

-Ναι, αν και τα βράδια είναι μαρτυρικά.

Το ένα, αντίγραφο του άλλου.

Συχνά, λίγες λέξεις αλλάζω μόνο.

- Βγάλτε τη μάσκα να σας δω λίγο.

- Όχι, θα μας δουν οι κάμερες...

- Σιγά το πράγμα, μόνοι μας είμαστε, τό'παμε.

Κατεβάζει τη μάσκα της και βλέπω ένα γλυκό πρόσωπο μιας γυναίκας στην ηλικία μου.

Χαμογελάει και την ξαναφοράει γρήγορα σαν να διέπραξε παράνομη πράξη.

Καθώς το μετρό έφτασε στον προορισμό μου, τη χαιρέτισα με ένα νεύμα.

Έγραφε ακόμα, πιθανώς ότι γράφω εγώ εδώ αυτή τη στιγμή.

Λίγες ώρες μετά, στο σπίτι της Λένας Πλάτωνος, η Ντόρα Μπακοπούλου έπαιζε στο πιάνο το «Bridge over troubled water» των Simon & Garfunkel.

Μέσα μου, το αφιέρωσα στην άγνωστη γυναίκα του μετρό που μου θύμισε τι εστί Παν του Ελαχίστου.


Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

R.I.P. ΜΑΡΙΑ ΛΑΓΓΟΥΡΕΛΗ (1948 - 2026): Μια ιστορία που δημοσιεύω για πρώτη φορά στη μνήμη της

Είναι χειμώνας του 1995. Με τις συμφοιτήτριες μου από τη σχολή κινηματογράφου της Ευγενίας Χατζίκου, την Α. και την Ε., μαζί και με την Χατζίκου εννοείται, όπως και με τον γιο της, ταξιδεύουμε για το Μόναχο της Γερμανίας, αφού θα συμμετείχαμε με τα ταινιάκια μας στο περίφημο διεθνές φεστιβάλ σπουδαστικών ταινιών του Μονάχου. Εκείνη τη χρονιά, θυμάμαι, ήταν και ο Μιχάλης Κακογιάννης εκεί, αφού του είχαν τιμητικό αφιέρωμα. Από την «αντίπαλη» σχολή, αυτή του Σταυράκου, ο καθηγητής που συνόδευε τους σπουδαστές σκηνοθέτες ήταν ο Γιώργος Σκαλενάκης. Μαζί μας είχε έρθει και η Μαρία Λαγγουρέλη, ποιήτρια με σημαντικό έργο ήδη, αλλά και εν ενεργεία δημοσιογράφος σε διάφορα λογοτεχνικά έντυπα. Νομίζω πως τη Λαγγουρέλη την είχε φέρει στη φοιτητοπαρέα μας η Ε., αφού είχε εκδηλώσει την επιθυμία να έρθει κι εκείνη μαζί μας προκειμένου να παρακολουθήσει το φεστιβάλ κινηματογράφου του Μονάχου, ένα από τα σημαντικότερα ούτως ή άλλως ευρωπαϊκά φεστιβάλ. 

Από την πρώτη στιγμή δέσαμε καταπληκτικά σαν παρέα. Η Μαρία διέθετε ένα μοναδικό νεανικό χιούμορ, που ταίριαξε με το δικό μας - άλλωστε παιδιά 20 ετών ήμασταν τότε. Έλα, όμως, που επειδή ήταν και μια πολύ ωραία γυναίκα, η Χατζίκου, που δεν φημιζόταν για το κάλλος της, δεν τη χώνευε καθόλου. Άρχισε να μας λέει η δασκάλα πως της τη φέραμε επίτηδες τη Λαγγουρέλη στο Μόναχο για να...υποσκάψει τη θέση της! Με λίγα λόγια, η Ευγενία θεωρούσε πως η Λαγγουρέλη τη ζήλευε, επειδή η ίδια διηύθυνε μία σχολή κινηματογράφου. Έφτασε στο σημείο να λέει εν είδει αποκυημάτων της φαντασίας της πως η Λαγγουρέλη κυκλοφορούσε στο φεστιβάλ και παρουσιαζόταν παντού ως η διευθύντρια της σχολής. Ανοησίες, η γνωστή μανία καταδιώξεως της Χατζίκου μέσα στο χάσιμο της για τον μοναχογιό της που ήταν εθισμένος στην ηρωίνη και παλιότερα είχε κάνει φυλακή για φόνο. Η Λαγγουρέλη, απ' την άλλη, που σχολιάζαμε μαζί όσα λέγονταν πίσω απ' την πλάτη της, προσπαθούσε να είναι όσο γινόταν πιο πολύ ευγενική και προσεκτική με τη Χατζίκου. Παρόλα αυτά τους αποκαλούσε ή, σωστότερα, τους αποκαλούσαμε μάνα και γιο «Οικογένεια Άνταμς» και ρίχναμε τρομερό γέλιο! 

Για τη σίτιση μας κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ, μας είχαν δώσει κουπόνια και τρώγαμε σε ιταλικά εστιατόρια του Μονάχου. Μια μέρα, θυμάμαι, που μας έφεραν τη σαλάτα, εγώ ξίνισα τα μούτρα μου. «Μα μυρίζει πολύ το ξύδι» σχολίασα και εκεί πετάχτηκε η Λαγγουρέλη: «Σαλάτα είναι, ξύδι θά'χει, τι θες να μυρίζει, Κοκό Σανέλ;» Η ιστορία, πάντως, που δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ μου από εκείνες τις λίγες μέρες στο φεστιβάλ του Μονάχου είναι η εξής: Την τελευταία μέρα (την επόμενη θα πετούσαμε για Αθήνα), που το φεστιβάλ είχε τελειώσει και είχαμε πολύ ελεύθερο χρόνο, αποφασίσαμε να πάμε για ψώνια σ' ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο του Μονάχου. Η Λαγγουρέλη, η Α. κι εγώ, αφού η Ε., αν τα λέω σωστά, δεν μας είχε ακολουθήσει. Σωστά τα λέω μάλλον, εφόσον η Ε. είχε ερωτευθεί τον Άντονι, έναν μελαχρινό μακρυμάλλη Αυστριακό σκηνοθέτη, με τον οποίο είχαν κλειστεί στο δωμάτιο του ξενοδοχείου και σίγουρα τα πέρασαν καλύτερα απ' ότι εμείς οι υπόλοιποι. Τέλος πάντων, μπαίνουμε στο εμπορικό κέντρο και χωριζόμαστε. Εγώ πήγα στο δισκοπωλείο, ψάχνοντας για βινύλια (παρεμπιπτόντως τότε στο Μόναχο πρωτάκουσα τους εντελώς άγνωστους ακόμη στην Ελλάδα Portishead και κόλλησα άσχημα), η Λαγγουρέλη πήγε σε άλλο όροφο, με τα γυναικεία εσώρουχα, και η Α. επίσης σε άλλο όροφο στα καλλυντικά. Μετά από λίγη ώρα, κρατώντας εγώ μία τσάντα που είχε μέσα δύο μπλε κουτιά NIVEA (ένα για τη μάνα μου, που μου το είχε ζητήσει και άλλο ένα της Α. που μου το έδωσε για να μην το κρατάει), βγαίνοντας από το δισκάδικο με πιάνει βίαια ένας μπάτσος Γερμανός απ' τους ώμους και σαστισμένος, μέχρι να συνειδητοποιήσω τι είχε συμβεί, έρχεται ακόμη ένας μπάτσος και μου περνάνε...χειροπέδες. Χέστηκα πάνω μου! Μα δεν είχα κάνει απολύτως τίποτα! Νά σου κι η Λαγγουρέλη, επίσης με χειροπέδες, που με κοιτούσε όλο απορία και δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε τι γινόταν! «Η φίλη σας έκλεψε» μας ενημερώσε ο ένας εκ των δύο μπάτσων, που ήταν θηρία εξ όψεως και σου έκοβαν το αίμα! 

Τι είχε συμβεί, λοιπόν; Η Α., που μάλιστα ήταν η πιο ευκατάστατη της παρέας, αφού προερχόταν από οικογένεια αρχιτεκτόνων της Κηφισιάς, που σπούδαζε στο Deree παράλληλα με τη σχολή Χατζίκου, είχε κάνει τη μαλακία να παντελονιάσει ένα μολυβάκι για τα μάτια, ένα φτηνό γυναικείο αξεσουάρ. Σίγουρα δεν είχε καμία ανάγκη να κλέψει κάτι τόσο ασήμαντο και σήμερα έχω την αίσθηση πως πιο πολύ το έκανε για να παίξει με τον κίνδυνο, αφού παντού υπήρχαν κάμερες παρακολούθησης. Εμείς όμως τι φταίγαμε; Κατευθείαν οι αστυνομικοί μας οδήγησαν σ' ένα μικρό δωματιάκι του εμπορικού κέντρου, όπου άρχισαν να μας ανακρίνουν. Η Λαγγουρέλη γύρισε και με ρώτησε μέσα απ' τα δόντια της: «Λες να μας αρχίσουν στις γρήγορες; Να φάμε και ξύλο στη Γερμανία;» Η Α. ήταν η μόνη που δεν μάσαγε και φαινόταν να σπάει πλάκα, εννοείται κι εκείνη δεμένη με χειροπέδες. Όλη την ώρα έλεγε στους μπάτσους «please» και «please», με μένα έξαλλο να της φωνάζω «Πες, μωρή μαλακισμένη, τι έκλεψες ακριβώς, γιατί θα φας από μένα ξύλο αν μας αφήσουν ετούτοι εδώ»! «Μη μιλάτε ελληνικά» μου φώναξε ακόμη πιο δυνατά ένας αστυνομικός και αναγκαστικά το βούλωσα. Με ένα περιπολικό μας οδήγησαν στα κεντρικά της αστυνομίας του Μονάχου. Πίσω καθόμασταν η Λαγγουρέλη, η Α. κι εγώ, ενώ οι αστυνομικοί, που είχαν μαλακώσει αρκετά, άρχισαν να σπάνε πλάκα με το μολυβάκι που είχε κλαπεί. «Τι σου ήρθε να κλέψεις ένα μολυβάκι;» ρωτούσαν την Α. και δίκιο είχαν, εφόσον κι εκείνοι είχαν καταλάβει πως μπλεχτήκαμε για χαζή αιτία σε μια τέτοια περιπέτεια. Μας πήγαν στο τμήμα, εμένα και της Λαγγουρέλη μας έβγαλαν τις χειροπέδες, την Α. όμως τη φωτογράφησαν και της πήραν αποτυπώματα. Καθώς περιμέναμε με τη Λαγγουρέλη ανήσυχοι για το τι θα συμβεί στη φίλη μας, συνειδητοποίησα πως στην τσάντα μου με τις δύο Νιβέες υπήρχε η απόδειξη μόνο της μίας που είχα αγοράσει εγώ. Για την άλλη, που ήταν της Α., δεν υπήρχε καμία απόδειξη. Άρχισα να λέω μέσα μου «Πολύ ωραία, τέλεια, τώρα θα με ψάξουν και θα νομίζουν πως έκλεψα κι εγώ τη μία Nivea»...Η Λαγγουρέλη κάνει μία κίνηση με το βλέμμα της και μου δείχνει τη διακοσμητική γλάστρα που υπήρχε στο αστυνομικό τμήμα δίπλα μας. Ήταν ένα ψεύτικο φυτό με χώμα στυλ χλοοτάπητα. Χωρίς να το σκεφτώ, ανασήκωσα ένα μέρος από το «χώμα» και έχωσα όσο πιο βαθιά μπορούσα τη μία Nivea. Διαφορετικά δεν θα ηρεμούσα. Και να προσπαθούμε ταυτόχρονα με τη Λαγγουρέλη να κρατήσουμε τα γέλια μας μέσα σ' όλη αυτή την αγωνία. Πέρασε ακόμη λίγη ώρα και μας ενημέρωσαν πως θα μας έπαιρναν τα διαβατήρια! Αδύνατον! Την επόμενη μέρα θα επιστρέφαμε στην Ελλάδα! Για να το αποφεύγαμε όλο αυτό, θα έπρεπε η Α. να καταβάλλει το ποσό των 250 χιλιάδων δραχμών, ένα πολύ μεγάλο ποσό, που φυσικά δεν έβγαινε ακόμη κι αν βγάζαμε να δώσουμε όλοι όσα λεφτά είχαμε μαζί μας. Ευτυχώς η Λαγγουρέλη είχε αρκετά χρήματα στην κάρτα της και έδωσε εκείνη το απαιτούμενο ποσό για να μας αφήσουν ελεύθερους (όταν φτάσαμε στο αεροδρόμιο του Ελληνικού την επόμενη, η μάνα της Α. είχε ειδοποιηθεί και παρέδωσε στη Λαγγουρέλη όσα λεφτά είχε διαθέσει για το κατόρθωμα της κοράκλας της). Πάλι καλά που η Λαγγουρέλη επίσης μίλησε στους αστυνομικούς για να μη μαθευτεί τίποτα απ' όλα αυτά στο φεστιβάλ του Μονάχου και ξεφτιλιστούμε σαν σχολή. Και ποιος άκουγε τη Χατζίκου μετά που σίγουρα θα ξέσπαγε πάνω στην καημένη τη Μαρία...

Δεν χρειάζεται να πω πώς όταν πάλι με περιπολικό μας οδήγησαν εκεί που μας είχαν συλλάβει, ελεύθεροι πλέον, αρχίσαμε να γελάμε παρόλο το σοκ. Μπαίνοντας μάλιστα σ' ένα βιβλιοπωλείο με σπάνια κινηματογραφική βιβλιογραφία, η αναίσθητη Α. μου έδειξε ένα μεγάλο βιβλίο και μου έκλεισε το μάτι, σε στυλ «Τι λες, να το αρπάξω κι αυτό;» Η Λαγγουρέλη την έβαλε στη θέση της: «Ας τη χτυπήσει κάποιος» γύρισε και μου είπε, αν και ξέραμε πως η Α. έκανε χιούμορ εκείνη τη στιγμή. Τέλος, όταν καταλήξαμε στο χώρο του φεστιβάλ και η Χατζίκου μας ρώτησε «πως τα περάσατε;» και «που πήγατε;», η Α. της απάντησε: «Όλα καλά, να, μέχρι το τμήμα πεταχτήκαμε μια βόλτα και γυρίσαμε»...

Η Μαρία Λαγγουρέλη έφυγε από τη ζωή την Παρασκευή 3 Μαρτίου του 2026 σε ηλικία 78 ετών. Τα πολλά που κάναμε μαζί όλα τα χρόνια που ακολούθησαν, μέχρι και το 2020 που κάπου εκεί γύρω χαθήκαμε, μπορείτε να τα βρείτε δημοσιευμένα στο blog αυτό, αφού υπάρχει ετικέτα με το όνομα της για όποιον θελήσει να την αναζητήσει. Έμαθα πως είχε μπει σε άνοια, την αιτία ίσως που άρχισε να εξαφανίζεται από τις παρέες της. Υπήρξε στενή φίλη της ηθοποιού Ανέζας Παπαδοπούλου, της σκηνοθέτιδας Πανδώρας Μουρίκη, των ποιητών Γιάννη Βαρβέρη, Γιώργου Καραβασίλη, Γιώργου Μαρκόπουλου, Αντρέα Παγουλάτου, Έκτορα Κακναβάτου, των εικαστικών Νίκου Τζιώτη, Ρόιλας Μπουζέα και πολλών ακόμη διανοουμένων. Και δική μου φίλη. Το ποίημα «Πρωτοβρόχι σε αρχαίο τάφο», που μου αφιέρωσε μέσα από την τελευταία ποιητική συλλογή της, τη «Σκόνη πεταλούδας» (2014), είναι ότι πιο τιμητικό υπάρχει για μένα ως καταγραφή. Την ευχαριστώ που υπήρξε στη ζωή μου, δεν θα την ξεχάσω ποτέ, όπως δεν την ξέχασα για σχεδόν τριάντα χρόνια. Θα την αποχαιρετίσουμε αύριο, Τρίτη 7 Απριλίου του 2026, από το Πρώτο Νεκροταφείο της Αθήνας και θα συλλυπηθούμε τον γιο της, Αποστόλη, που λάτρευε.   

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

Χρήστος Μπότσης: «Δεν με ενδιαφέρει να φαίνομαι παντού, αλλά να υπάρχω ουσιαστικά εκεί που πρέπει»

 

Ο Χρήστος Μπότσης είναι 27 ετών και σήμερα σπουδάζει μουσική και μονωδία στο Χαλκηδόνειο Ωδείο. Ήρθε από τη Θήβα στην Αθήνα και μέσα σε λίγο χρόνο θα λέγαμε ότι κατάφερε αρκετά πράγματα. Ήδη από το 2018 μπήκε στη δισκογραφία με ένα τραγούδι που του έδωσαν ο συνθέτης Γιώργος Σταυριανός και η στιχουργός Μυρτώ Κοντοβά, το «Μαύρα γιασεμιά». Λίγα χρόνια αργότερα, το 2021, η συνάντηση του με δύο άλλους δημιουργούς, τη στιχουργό Λίνα Δημοπούλου και τον συνθέτη Γιώργο Κυριάκο, γέννησε ένα ακόμη τραγούδι, το «Σήκωσε νοτιά», το οποίο παίχτηκε από τα πιο mainstream «έντεχνα» ραδιόφωνα. Έχει συνεργαστεί επίσης με τον συνθέτη Νίκο Μερτζάνο, ενώ ακούσαμε και ένα ντουέτο του με τον Κώστα Μακεδόνα - προϊόν της σύμπραξης αυτή τη φορά του στιχουργού Νίκου Μωραΐτη με τον συνθέτη Γιώργο Κυριάκο. Εν αναμονή του πρώτου ολοκληρωμένου άλμπουμ του, που θα περιέχει τραγούδια από δημιουργούς όπως ο Θέμης Καραμουρατίδης, ο Γεράσιμος Ευαγγελάτος, η Λίνα Δημοπούλου, ο Νίκος Μωραΐτης, ο Κώστας Τσίρκας κ.α., ο Μπότσης παίρνει δύναμη από τις λάιβ εμφανίσεις του, με τις οποίες - όπως λέει ο ίδιος - νιώθει να φτιάχνει το δικό του κοινό. Αφορμή για την ακόλουθη συζήτηση μας ήταν η επερχόμενη συναυλία του στο κλαμπ του Σταυρού του Νότου αυτή την Κυριακή 1η Μαρτίου του 2026. 

Η μέχρι τώρα πορεία σου είναι αυτή ενός νέου ανθρώπου που έφυγε από την επαρχία και ήρθε στην Αθήνα για ν’ ακολουθήσει τ’ όνειρο του. Πώς ήταν η απόφαση αυτή;

Η απόφαση να φύγω από τη Θήβα δεν ήταν απλώς μια μετακόμιση. Ήταν μια εσωτερική παραδοχή. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στη Θήβα. Στα 18 μου έφυγα για σπουδές μαγειρικής και αργότερα για Φιλολογία στο Ρέθυμνο. Ήθελα να έχω επιλογές, να νιώθω ασφαλής. Όμως μέσα μου ήξερα από την αρχή τι πραγματικά θέλω να κάνω. Το όνειρό μου ήταν πάντα να τραγουδάω. Πολλές φορές στη ζωή σκεφτόμαστε το «plan B» και άθελά μας απομακρυνόμαστε από τον στόχο. Κάποια στιγμή ένιωσα ότι αποπροσανατολίζομαι. Άφησα τις σπουδές και γύρισα στη Θήβα. Κι εκεί, ουσιαστικά, ξεκίνησαν όλα. Έκανα live σε μαγαζιά της πόλης, δημιούργησα τον πρώτο μου πυρήνα ανθρώπων που πίστεψαν σε εμένα, διοργάνωσα δύο μεγάλες συναυλίες στο ανοιχτό θέατρο της πόλης. Ήταν η πρώτη φορά που ένιωσα ότι αυτό που έχω μέσα μου μπορεί να βγει προς τα έξω και να συναντήσει τον κόσμο. Κάπου εκεί κατάλαβα ότι, αν θέλω να μεγαλώσει αυτό το εγχείρημα, πρέπει να μεγαλώσω κι εγώ μαζί του. Και το κέντρο της τέχνης για μένα ήταν και είναι η Αθήνα. Η απόφαση να έρθω ήταν συνειδητή και δεν την αμφισβήτησα ούτε στιγμή. Τη στηρίζω από την πρώτη μέρα. Δουλεύω χρόνια στο σερβίς για να μπορώ να στηρίζω οικονομικά τα καλλιτεχνικά μου βήματα. Δεν το είδα ποτέ σαν κάτι “ξένο” από το όνειρό μου αλλά ως μέρος της διαδρομής. Και μέσα από αυτή τη διαδρομή ήρθε και ο δίσκος μου. Ένα προσωπικό στοίχημα που έγινε πραγματικότητα. Την ερχόμενη Κυριακή 1 Μαρτίου, στον Σταυρό του Νότου, γιορτάζω τα 27 μου χρόνια, τον έναν χρόνο μου στην Αθήνα και την τέταρτη χρονιά παρουσίας μου στη συγκεκριμένη σκηνή. Για μένα αυτό το live δεν είναι απλώς μια εμφάνιση, είναι μια γιορτή συνέπειας, πίστης και εξέλιξης. Γιατί τελικά, αν κάτι έμαθα, είναι πως όταν δεν εγκαταλείπεις το όνειρό σου, ακόμα κι αν κάνεις κύκλους, βρίσκεις τον δρόμο σου ξανά. 

Γνώριζες πως έμπαινες σ’ έναν ακραία ανταγωνιστικό χώρο όπου οι πιθανότητες «προβολής» σου ήταν περιορισμένες;

Δεν βλέπω τον χώρο μας ως ακραία ανταγωνιστικό. Βλέπω ότι πολλές φορές κρύβει ματαιοδοξία. Και η ματαιοδοξία μπορεί εύκολα να μεταφραστεί σε ανταγωνισμό. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι ο πυρήνας της τέχνης είναι έτσι. Εγώ πιστεύω βαθιά στην αλληλεγγύη και στο «μαζί». Η μουσική από τη φύση της είναι συλλογική πράξη. Αν αυτό κατανοηθεί πραγματικά από όλους μας, τα πράγματα μπορούν να γίνουν πολύ πιο όμορφα. Μέχρι σήμερα δεν έχω νιώσει ότι κάποιος με ανταγωνίζεται. Το αντίθετο. Οι καλλιτέχνες που έχω συναντήσει και συνεργαστεί με έχουν αγκαλιάσει με γενναιοδωρία και σεβασμό. Και αυτό για μένα λέει πολλά. Είναι βέβαια και θέμα χαρακτήρα. Και κυρίως είναι θέμα πού επιλέγεις να κοιτάς. Προσωπικά έχω ένα ένστικτο, όταν διαισθάνομαι «μαυρίλα», απομακρύνομαι. Δεν με αφορά να συγκριθώ ή να μπω σε μια διαρκή σύγκριση. Με αφορά να εξελίσσομαι. Πιστεύω ότι όταν έχεις καθαρή πρόθεση, συνέπεια και δουλεύεις καθημερινά γι’ αυτό που αγαπάς, η προβολή έρχεται. Μπορεί να πάρει χρόνια, μπορεί να δοκιμάσει την αντοχή σου, αλλά έρχεται. Και έρχεται με ουσία — όχι σαν φούσκα. Αρκεί αυτό που κάνεις να έχει αλήθεια.Παρατηρώ ότι ο πυρήνας των ανθρώπων που μας ακολουθεί έχει μια σταθερά ανοδική πορεία. Αυτό για μένα είναι η πιο ουσιαστική «προβολή». Δεν με ενδιαφέρει να φαίνομαι παντού , αλλά να υπάρχω ουσιαστικά εκεί που πρέπει. Δεν ξέρω τι θα έκανα αν έβλεπα το αντίθετο. Ίσως θα επαναπροσδιόριζα πράγματα. Αλλά μέχρι τώρα νιώθω ότι ο δρόμος ανοίγει φυσικά. Και αυτό μου δίνει δύναμη να συνεχίζω.

Μίλησε μου για τις σπουδές σου σε μουσική και τραγούδι.

Η επαφή μου με το τραγούδι ξεκίνησε ως ανάγκη έκφρασης. Στα 15 μου γνώρισα τη Νόνα Βουδούρη και τον Λάζαρο Παπαδόπουλο. Με τη Νόνα κάναμε τα πρώτα μου μαθήματα φωνητικής στη Θήβα. Ήταν η πρώτη φορά που κάποιος μου εξήγησε ότι η φωνή δεν είναι απλώς συναίσθημα — είναι εργαλείο, είναι «όργανο» που χρειάζεται τεχνική, φροντίδα και κατανόηση. Με τον Λάζαρο μπήκα στον κόσμο του θεάτρου και της ερμηνείας. Εκεί άρχισα να καταλαβαίνω ότι το τραγούδι δεν είναι μόνο νότες, αλλά αφήγηση. Είναι σώμα, είναι βλέμμα, είναι παύση. Αυτοί οι δύο άνθρωποι υπήρξαν για μένα φάροι. Μου άνοιξαν έναν δρόμο που μέχρι τότε έβλεπα θολά. Στα 19 μου ξεκίνησα ολοκληρωμένες σπουδές τραγουδιού στο Χαλκηδόνειο Ωδείο Νέας Φιλαδέλφειας, από όπου φέτος, μετά από οκτώ χρόνια, αποφοιτώ. Αυτή η διαδρομή της γνώσης με έχει δυναμώσει βαθιά. Σε ωριμάζει η διαδικασία της σπουδής. Σε  μαθαίνει πειθαρχία, σε φέρνει αντιμέτωπο με τα όριά σου και σε βοηθά να τα ξεπεράσεις. Το λέω συχνά σε κάθε νέο άνθρωπο που θέλει να τραγουδήσει: σπούδασέ το. Είναι απαραίτητο να γνωρίζεις τι κάνει το «όργανό» σου, πώς λειτουργεί το σώμα σου, πώς στηρίζεις τη φωνή σου. Το ταλέντο είναι ένα δώρο, αλλά χωρίς γνώση δεν αντέχει στον χρόνο. Παράλληλα, έχω παρακολουθήσει και πολλά σεμινάρια. Ξεχωρίζω ιδιαίτερα εκείνα της Νατάσσας Μποφίλιου και του Θέμη Καραμουρατίδη. Εκεί πήρα σημαντικά μαθήματα όχι μόνο τεχνικά, αλλά και καλλιτεχνικής στάσης. Για το πώς στέκεσαι απέναντι σε ένα τραγούδι, πώς το υπηρετείς και δεν το χρησιμοποιείς απλώς για να φανείς. Όλη αυτή η πορεία μού έμαθε κάτι βασικό: η γνώση δεν σε περιορίζει — σε ελευθερώνει. Και όταν ανεβαίνω στη σκηνή, νιώθω ότι κουβαλώ μαζί μου όλα αυτά τα χρόνια δουλειάς, πειθαρχίας και αγάπης για αυτό που κάνω. Και το σημαντικότερο για μενα είναι πως πάντα παραμένω πιστός μαθητής.

Κατάφερες μέσα σε λίγο χρόνο να ερμηνεύσεις συνθέσεις καταξιωμένων ήδη δημιουργών. Φαντάζομαι τη χαρά που θα εισέπραξες πρώτα απ’ όλα.

Η χαρά και η ευγνωμοσύνη είναι πραγματικά πολύ μικρές λέξεις μπροστά σε αυτό που νιώθω. Αυτό που έχω ζήσει τα τελευταία χρόνια είναι ένα όνειρο που πήρε σάρκα και οστά. Να ερμηνεύω δημιουργούς που όχι μόνο θαυμάζω καλλιτεχνικά, αλλά σέβομαι βαθιά και για τη στάση τους απέναντι στα πράγματα. Για μένα αυτά τα δύο είναι απόλυτα συνδεδεμένα — το έργο και ο άνθρωπος. Στη δισκογραφία μπήκα το 2018, τραγουδώντας τα «Μαύρα Γιασεμιά» του Γιώργου Σταυριανού και της Μυρτώς Κοντοβά. Ήταν μια στιγμή που ένιωσα ότι κάτι αρχίζει να παίρνει μορφή. Στη συνέχεια ήρθε ο Γιώργος Κυριάκος μαζί με τη Λίνα Δημοπούλου και δοκιμάσαμε να κάνουμε ένα τραγούδι. Μας «βγήκε». Ήταν από εκείνες τις συναντήσεις που δεν είναι καθόλου τυχαίες. Μετά άρχισα να συλλέγω υλικό. Ήθελα να στήσω ένα άλμπουμ με έξι τραγούδια — έξι διαφορετικές εποχές και οπτικές του εαυτού μου. Έξι εσωτερικές διαδρομές. Ο μεγαλύτερός μου φόβος ήταν μήπως φτάσουν στα χέρια μου τραγούδια που δεν με αφορούν, που δεν με εκφράζουν ουσιαστικά. Δεν συνέβη. Αντίθετα, ένιωσα ότι οι δημιουργοί ήξεραν ακριβώς τι ήθελα να καταθέσω. Σε αυτό το άλμπουμ έγραψαν ο Θέμης Καραμουρατίδης, η Λίνα Δημοπούλου, ο Γιώργος Κυριάκος, ο Νίκος Μωραΐτης, ο Νίκος Μερτζάνος — που υπογράφει και την ενορχήστρωση —, ο Σταύρος Σταύρου, ο Αλέξανδρος Κούρος, η Βίκυ Γεροθοδώρου και η Στέλλα Καμπανού. Και φυσικά υπάρχει μέσα και η διασκευή της «Ασπιρίνης» του Κώστα Τσίρκα και του Γεράσιμου Ευαγγελάτου που πρωτοτραγούδησε η Νατάσσα Μποφίλιου το 2004. Είκοσι χρόνια μετά, αυτοί οι τρεις άνθρωποι μου έδωσαν τη σκυτάλη. Και μόνο αυτή η φράση, όταν τη λέω, με συγκινεί.Δεν ξέρω αν υπάρχουν λέξεις αρκετές για να περιγράψουν αυτό το συναίσθημα. Ξέρω μόνο ότι νιώθω βαθιά ευγνώμων. Και ταυτόχρονα, ακόμη πιο υπεύθυνος απέναντι σε αυτό που κρατώ στα χέρια μου.

Δεν ξέρω αν έχω δίκιο, αλλά νιώθω ότι ως εργαζόμενος στον Μπλε Παπαγάλο θα επέλεξες συνειδητά ένα «safe» περιβάλλον παράλληλης ενασχόλησης σου με τη μουσική.

Ο Μπλε Παπαγάλος ήρθε στη ζωή μου μέσα από τη Νατάσσα Μποφίλιου. Όταν μετακόμισα στην Αθήνα, της είπα ότι χρειάζομαι άμεσα δουλειά στο σερβίς για να μπορώ να στηρίξω τα καλλιτεχνικά μου βήματα. Με έφερε σε επαφή με την αδελφή της, τη Νέλλη Μποφίλιου, και εκεί ξεκίνησαν όλα. Η Νέλλη είναι ένας από τους ανθρώπους που με στήριξαν ουσιαστικά στα πρώτα μου βήματα στην Αθήνα — και όχι μόνο επαγγελματικά. Ήταν και είναι παρούσα σε όλο το καλλιτεχνικό μου εγχείρημα. Με πίστεψε από την αρχή και αυτή η πίστη, όταν είσαι μόνος σε μια καινούργια πόλη, έχει τεράστια αξία. Είναι αδερφή μου πλέον. Έχω δουλέψει ως σερβιτόρος σε αρκετά μαγαζιά. Στον Μπλε Παπαγάλο όμως δεν νιώθω ότι «δουλεύω». Το αισθάνομαι σαν σπίτι μου. Οι συνεργάτες μου εκεί είναι άνθρωποι με τους οποίους βλέπουμε τον κόσμο με παρόμοια ματιά. Υπάρχει αλληλοσεβασμός, χιούμορ, κατανόηση. Υπάρχει μια κοινότητα. Γενικά, η οικογένεια Μποφίλιου με έχει στηρίξει βαθιά. Και αυτό είναι κάτι που δεν θεωρώ δεδομένο. Είναι σπάνιο — αδιανόητα σπάνιο — να σε βοηθούν άνθρωποι που δεν σου «χρωστούν» τίποτα. Που δεν έχουν καμία υποχρέωση. Κι όμως είναι εκεί. Δεν το είδα ποτέ ως “safe επιλογή”. Το είδα ως ευλογία. Ως μια μεγάλη αγκαλιά μέσα σε μια δύσκολη μετάβαση. Και νιώθω πραγματικά ευγνώμων. 

Σήμερα θα έλεγες ότι έχεις φτιάξει ένα δικό σου κοινό;

Ναι, σήμερα μπορώ να πω ότι αρχίζει να διαμορφώνεται ένα δικό μου κοινό. Και αυτό είναι ίσως από τα πιο συγκινητικά κομμάτια αυτής της διαδρομής. Βλέπω ξεκάθαρα ότι υπάρχει μια ανοδική πορεία. Φυσικά, ο πυρήνας στηρίζεται ακόμα σε φίλους και ανθρώπους που με γνωρίζουν προσωπικά — κι αυτό το θεωρώ τιμή. Γιατί πριν πιστέψει σε σένα το ευρύ κοινό, πρέπει να πιστέψει ο στενός σου κύκλος. Όμως αυτό που με χαροποιεί ιδιαίτερα είναι ότι σε κάθε live έρχονται και καινούργιοι άνθρωποι. Άνθρωποι που δεν με γνωρίζουν, που δεν έχουν προσωπική σύνδεση μαζί μου, αλλά έρχονται για τη μουσική. Και εκεί καταλαβαίνω ότι κάτι αρχίζει να ανοίγει. Ότι η μουσική μου βρίσκει δρόμο. Αυτό είναι η μεγαλύτερη χαρά: να νιώθεις ότι το τραγούδι σου ταξιδεύει πέρα από εσένα, ότι αγγίζει ανθρώπους που δεν γνωρίζεστε τυπικά αλλα σας συνδέει το συναισθημα σας. Δεν με ενδιαφέρει η μαζικότητα ως νούμερο. Με ενδιαφέρει η ουσία. Να υπάρχει ένας σταθερός, ζωντανός πυρήνας ανθρώπων που ταυτίζονται, που περιμένουν το επόμενο βήμα, που νιώθουν κομμάτι αυτής της διαδρομής. Και ναι, φέτος θέλω πολύ να ταξιδέψω τη μουσική μου. Να τη βγάλω έξω από τα στενά όρια της Αθήνας, να τη φέρω σε άλλες πόλεις, σε άλλους χώρους, σε άλλες ψυχές. Γιατί η μουσική, αν δεν ταξιδεύει, μένει μισή. Και θέλω να την μοιραστώ.

Η Eurovision, που είναι και στην επικαιρότητα, θα ήταν κάτι που θα σ’ ενδιέφερε μελλοντικά; Αναφέρομαι σε μία φανταστική υποτιθέμενη συμμετοχή σου.

Η αλήθεια είναι ότι η Eurovision δεν ήταν ποτέ ένα όνειρό μου. Πάντα ένιωθα πως ως θεσμός βασίζεται περισσότερο στο «φαίνεσθαι» παρά στο «είναι». Στο θέαμα, στην εικόνα, στη γρήγορη εντύπωση. Εγώ λειτουργώ πιο εσωτερικά· με αφορά περισσότερο η ουσία ενός τραγουδιού και η διαχρονικότητά του. Δεν μπορώ βέβαια να αποκλείσω υποθετικά οτιδήποτε. Αν υπήρχε ένα τραγούδι στο οποίο να πίστευα απόλυτα, που να με εκφράζει βαθιά και να υπηρετεί αυτό που είμαι καλλιτεχνικά, ίσως το σκεφτόμουν διαφορετικά. Γιατί στο τέλος της ημέρας, το τραγούδι είναι πάντα ο πυρήνας.Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια για μένα το θέμα δεν είναι μόνο αισθητικό αλλά και πολιτικό. Δεν μπορώ να αγνοήσω το γεγονός ότι ο θεσμός αποδέχεται τη συμμετοχή χωρών, το Ισραήλ δηλαδή, την ώρα που εξελίσσονται τραγωδίες με θύματα αμάχους. Προσωπικά, δεν μπορώ να διαχωρίσω την τέχνη από την ηθική στάση.Ζούμε μια εποχή όπου μπροστά στα μάτια μας συντελείται μια ανθρωπιστική καταστροφή και εγώ νιώθω την ανάγκη να τοποθετούμαι καθαρά. Είμαι με τον παλαιστινιακό λαό και με κάθε λαό που βιώνει βία και απώλεια. Για μένα, όταν χάνονται ανθρώπινες ζωές — και ειδικά άμαχοι — δεν χωράει «θέαμα» σαν να μη συμβαίνει τίποτα.Οπότε σήμερα, με τα δεδομένα που υπάρχουν, νιώθω ότι αυτός ο θεσμός δεν με εκφράζει. Και προτιμώ να μείνω συνεπής σε αυτό που πιστεύω, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι κλείνω μια πόρτα.

Ποιους καλλιτέχνες θα χαρακτήριζες «φάρους» σου;

Μεγάλωσα ακούγοντας τους μεγάλους Έλληνες συνθέτες και στιχουργούς. Η ελληνική τραγουδοποιία ήταν πάντα παρούσα στο σπίτι μου — σαν φυσική συνέχεια της καθημερινότητας. Νιώθω ότι με έχουν διαμορφώσει βαθιά, ακόμη κι αν δεν το καταλάβαινα τότε. Τους θαυμάζω όλους. Για την τόλμη τους, για τη γλώσσα τους, για το πολιτικό και ποιητικό αποτύπωμα που άφησαν. Όμως αν πρέπει να ξεχωρίσω κάποιους που υπήρξαν «φάροι» για μένα, αυτοί είναι ο Θάνος Μικρούτσικος και η Μαρία Δημητριάδη.Ήταν οι πρώτες μου μεγάλες συγκινήσεις ως παιδί. Θυμάμαι να ακούω τα τραγούδια τους και να νιώθω κάτι να με διαπερνά χωρίς να μπορώ να το εξηγήσω. Από τον Θάνο Μικρούτσικο έμαθα τι σημαίνει μουσική με θέση, μουσική που δεν φοβάται. Από τη Μαρία Δημητριάδη έμαθα τι σημαίνει ερμηνεία με πυρήνα, με ψυχή, με ιδεολογία.Έφυγαν νωρίς από τη ζωή, αλλά για μένα παραμένουν παρόντες. Οι «φάροι» δεν χάνονται· απλώς συνεχίζουν να φωτίζουν από αλλού. Και κάθε φορά που ανεβαίνω στη σκηνή, κουβαλώ μέσα μου κάτι από εκείνο το πρώτο ρίγος που μου χάρισαν.

Αν σε ρωτούσα για ποιο λόγο έκανες και κάνεις μουσική;

Η μουσική για μένα δεν είναι απλώς κάτι που κάνω. Είναι τρόπος ύπαρξης. Λειτουργεί σαν φυσικό κομμάτι του σώματός μου και της ψυχής μου. Δεν μπορώ να με φανταστώ διαφορετικά και δεν μπορώ να υπάρξω χωρίς αυτήν. Πιστεύω επίσης ότι όλοι έχουμε έρθει σε αυτόν τον κόσμο για να προσφέρουμε κάτι — ο καθένας με τον δικό του τρόπο. Η δική μου προσφορά, αυτό που θέλω να καταθέσω, εκφράζεται μέσα από το τραγούδι. Μέσα από κάθε νότα, κάθε στίχο, προσπαθώ να αφήσω κάτι πίσω: μια αλήθεια, ένα συναίσθημα, μια σύνδεση με τον άλλον. Για μένα, η μουσική είναι ταυτόχρονα προσωπική ανάγκη και κοινωνική δέσμευση. Είναι η γλώσσα μου για να μιλήσω, να επικοινωνήσω, να γίνω μέρος των ανθρώπων που με ακούνε. Και κάθε φορά που τραγουδάω, νιώθω ότι κάνω ακριβώς αυτό που ήρθα να κάνω εδώ — να δώσω και να μοιραστώ.

Δεδομένου της μικρής μέχρι τώρα δισκογραφίας σου, τι θα ακούσουν όσοι έρθουν να σε δουν στον Σταυρό του Νότου;

Το live αυτό έχει στηθεί με πολλή αγάπη για μοίρασμα. Πέρα από τα προσωπικά μου τραγούδια, με τον Ιάσονα Μαυρογεώργο, που υπογράφει τις ενορχηστρώσεις και τη συνεπιμέλεια μαζί μου, επιλέξαμε να διασκευάσουμε τραγούδια που έχουμε συνδεθεί και αγαπήσει. Τραγούδια έντεχνα, λαϊκά, παραδοσιακά — κομμάτια που μας έχουν μιλήσει και που θέλουμε να μιλήσουν και στο κοινό. Στόχος μας είναι να δημιουργήσουμε μια εμπειρία που προκαλεί συναισθήματα. Κάποτε ήθελα μόνο να συγκινώ, αλλά στα 27 μου θέλω το live να προσφέρει περισσότερα. Να γελούν, να χαίρονται, να προβληματίζονται, να συγκινούνται οι άνθρωποι. Θέλω να φεύγουν με κάτι μέσα τους — είτε ένα χαμόγελο, είτε ένα ρίγος, είτε μια σκέψη που θα τους συνοδεύει.  Πιστεύω πως χρειάζεται να αποδράσουμε λίγο από την καθημερινότητα, να φύγουμε από την πραγματικότητα, γιατί αλλιώς χάνουμε κομμάτια του εαυτού μας. Αυτό θέλουμε να περάσουμε μέσα από το live. Και ναι, εγώ θα είμαι εκεί την Κυριακή 1 Μαρτίου, στον Σταυρό του Νότου. Αν μπορείτε, ελάτε να το ζήσουμε μαζί. Θα είναι μια γιορτή, μια συνάντηση και μια μουσική αγκαλιά για όλους.