Παρασκευή 23 Φεβρουαρίου 2024

Η συνέντευξη με τη Dani Klein των θρυλικών Vaya Con Dios έρχεται στο Documento της Κυριακής 3 Μαρτίου 2024


Αυτή ήταν μία συνέντευξη - αναμέτρηση με τις μνήμες από την εφηβεία μου. Τότε, που 15 - 16 ετών, ακούγαμε και βλέπαμε νυχθημερόν από το βρετανικό MTV τα μουσικά βίντεο των Vaya Con Dios με όλες τις τεράστιες διεθνείς επιτυχίες τους: «Puerto Rico», «Neh Nah Neh», «What's a woman», «Johnny» κλπ. Δεν θα φανταζόμουν ποτέ ότι στα 50 μου θα είχα απέναντι μου τη Dani Klein και θα μιλούσαμε επί μία ώρα για πράγματα που δεν θα τα βρει κανείς ούτε καν στη Wikipedia. Νιώθω ευτυχής πραγματικά με τέτοιες συνεντεύξεις και, βασικά, με τέτοιες συναντήσεις, που κάθεσαι δηλαδή με τον άλλον τετ α τετ και μιλάτε σαν δύο άνθρωποι - για να μην πω σαν δύο φίλοι - οι οποίοι μιλάνε για τους πάντες και τα πάντα. Ανυπομονώ να διαβάσω κι εγώ μαζί με όλους εσάς τη συνέντευξη, οπως θα δημοσιευθεί στο Documento της Κυριακής 3 Μαρτίου. 

Πέμπτη 22 Φεβρουαρίου 2024

Η συνέντευξη με τον Ρώσο σκηνοθέτη Adolf Shapiro αναρτήθηκε στο OLAFAQ

 

Η συνέντευξη με τον Ρώσο σκηνοθέτη Adolf Shapiro, που σκηνοθετεί Τσέχωφ στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά αυτόν τον καιρό, είναι και μία από τις καλύτερες συνεντεύξεις που αξιώθηκα να μου δώσουν όλα αυτά τα χρόνια. 
Τον συνάντησα μεσημέρι Κυριακής 4 Φεβρουαρίου του 2024 στις αθλητικές εγκαταστάσεις tae kwon do στο Φάληρο, εκεί που είχε καθημερινές πρόβες με το επιτελείο του. Στο επιτελείο αυτό ανήκε και ο φίλος Θεοδόσης Σκαρβέλης ως βοηθός του Shapiro, γεγονός που δεν με εξέπληξε ιδιαίτερα, καθώς δεν πάνε πολλά χρόνια που ο Θεοδόσης επέστρεψε στην Ελλάδα από σοβαρές σπουδές θεατρικής σκηνοθεσίας στη Μόσχα. 
Είδα κατευθείαν έναν άνθρωπο ευδιάθετο να με περιμένει καθισμένος σε μια πλαστική καρέκλα στην άδεια αίθουσα των προβών. Μαζί ήταν και η κυρία Ντίνα Σαράντη, η μεταφράστρια του στη χώρα μας, που τη θεωρεί δεξί του χέρι επί σειρά ετών. 
Ο ίδιος πρότεινε η συνέντευξη να γίνει έξω στον ήλιο, αφού η μέρα το επέτρεπε. Με την κυρία Ντίνα μεταφέραμε τρεις πλαστικές καρέκλες έξω από την αίθουσα, μια και δεν υπήρχε άλλος προσφερόμενος χώρος. Ούτε καν μια παρακείμενη καφετέρια. Η κουβέντα ξεκίνησε και τελείωσε ύστερα από μία ώρα ακριβώς με τον Shapiro σε μεγάλα κέφια ή, αν μη τι άλλο, σε εξομολογητικό mood. 
Μπορείτε να διαβάσετε όλα όσα είπαμε με τον Adolf Shapiro έτσι όπως δημοσιεύθηκαν στο τεύχος του free press OLAFAQ και από σήμερα και στο site. Πιστεύω πως θα διαπιστώσετε αυτό που δεν το λέω τυχαία: Η συνέντευξη με τον συγκεκριμένο παγκόσμιο σκηνοθέτη είναι απ' αυτές που θα την κουβαλάω για χρόνια. Ευχαριστίες ιδιαίτερα στον Θανάση Λάλα που η έκθεση με τα εικαστικά του στην Κύπρο τον έκανε να μου ζητήσει να τον αντικαταστήσω στη συνομιλία με τον Shapiro:

https://olafaq.gr/people/interviews/adolf-shapiro/?fbclid=IwAR0DA16eQN6_vY_VVUGxMgKoViXXsc3aMBc2JnisBJVR1fxXlgHP3NqLTWc

Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2024

Χρήστος Στέργιογλου: «Δεν έχω καμία αίσθηση του ''φαίνεσθαι'', του ''ίματζ'' και της ''καριέρας''»

Σήμερα, Σάββατο 27 Ιανουαρίου, κάνει πρεμιέρα στο Θέατρο Τέχνης το - κατά Μαρία Πρωτόπαππα - «Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» του Federico Garcia Lorca με τον Χρήστο Στέργιογλου στο ρόλο της Μπερνάρντα Άλμπα. Είναι μία παράσταση που προβλέπεται να σημειώσει καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία, αν λάβουμε υπ' όψιν της προηγούμενη δουλειά της Πρωτόπαππα στην «Αντιγόνη» του Ανούιγ επίσης με τη συμμετοχή του Στέργιογλου. Αυτό εδώ είναι το director' s cut της συνέντευξης με τον Στέργιογλου, που είχε δημοσιευθεί στο Docville με το Documento. Μία συζήτηση που έγινε πριν από μερικές εβδομάδες στο υπόγειο του Τέχνης ύστερα από το τέλος μιας πρόβας του θιάσου, δηλαδή του Στέργιογλου, της Ευγενίας Αποστόλου, της Άννας Καλαϊτζίδου, του Δημήτρη Μαργαρίτη, της Ελένης Σπετσιώτη, της Κατερίνας Φωτιάδη και της Χριστίνας Χειλά - Φαμέλη με επικεφαλής την Πρωτόπαππα. Διαβάστε λοιπόν μία συνέντευξη - life story του καλού ηθοποιού που φανερώνει ότι υπηρετεί την τέχνη της υποκριτικής, φανερώνοντας έναν χαρακτήρα ακέραιο και απόλυτα «προσγειωμένο». Πως από νεαρό χωριατόπαιδο κατέβηκε στη Θεσσαλονίκη για σπουδές και κατέληξε στην Αμερική μαζί με την αγαπημένη φίλη του, την αείμνηστη Ανέζα Παπαδοπούλου. Πως ακόμη συμμετείχε στους Πρώτους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού Κέρκυρας του Μάνου Χατζιδάκι και στη Λεωφόρο του Βουτσινά, του Κραουνάκη και της Νικολακοπούλου. Ύστερα ήρθαν οι ταινίες της Ευαγγελάτου και ο ρόλος του πατέρα φαμίλια στον «Κυνόδοντα» του Λάνθιμου, που του άνοιξε πόρτες στο εξωτερικό. Μια εφ' όλης της ύλης συνέντευξη αρχείου με τον Χρήστο Στέργιογλου:

Έχω παρατηρήσει ότι δουλεύετε πάρα πολύ τελευταία. Σωστά;

Δουλεύω συνεχόμενα, αλλά όχι πάρα πολύ. Φροντίζω να έχω και διακοπές, άρα είναι ελεγχόμενα τα πράγματα. Φέτος έτυχε να έχω τους «Απάχηδες των Αθηνών», πέντε – έξι παραστάσεις σύνολο, αλλά οι πρόβες έγιναν ταυτόχρονα μ’ αυτές για τη «Μπερνάρντα Άλμπα». Ευτυχώς τώρα κάνω πρόβες μόνο στη «Μπερνάρντα Άλμπα». Να κάτι που δεν κάνω συνήθως, δύο πράγματα συγχρόνως.

Συμφωνείτε πως μετά τον «Κυνόδοντα» γίνατε περιζήτητος, σαν να σας άνοιξε πόρτες ο Λάνθιμος;

Για μένα τίποτα δεν έχει αλλάξει. Ίσως το «περιζήτητος» να οφείλεται στο ότι οτιδήποτε αναλαμβάνω, το κάνω με συνέπεια και με φροντίδα. Δεν ξέρω τι είναι το ζενίθ ή το ναδίρ μίας πορείας, εγώ πιστεύω στην πορεία του καθενός που του τυχαίνουν ωραία και άσχημα πράγματα.

Πιστεύετε στον παράγοντα της τύχης;

Βεβαίως. Η τύχη, όμως, πρέπει να συνδυάζεται με την τόλμη και την ευαισθησία να τη δεχτείς, να είσαι «ανοιχτός», όχι απλώς για να την εκμεταλλευθείς. 

Πείτε μου μια – δυο περιπτώσεις που είχατε το χάρισμα να είστε «ανοιχτός».

Εμένα η τύχη μου είναι ότι κάνω ωραίες συναντήσεις. Τις προκαλώ βέβαια. Έρχονται άνθρωποι, συγγενείς με μένα, που μου λένε να δουλέψουμε, αλλά αυτή η συγγένεια πάλι δεν είναι τυχαία. Ξέρουν δηλαδή οι άνθρωποι με ποιον έχουν να κάνουν, άρα τώρα που το σκέφτομαι, έχει να κάνει με τη δική μου την καθαρότητα και ειλικρίνεια των προθέσεων. Δεν έχω καμία αίσθηση του «φαίνεσθαι», του «ίματζ» και της καριέρας. Ποτέ δεν τα σκέφτηκα.

Σας πιστεύω. Μπορεί να σας συναντήσει κανείς στην Πατησίων, κοντά στο σπίτι σας, ή μέσα σε μια λαϊκή αγορά.

Υπάρχει ένα μανάβικο που το λατρεύω κοντά στην πλατεία Αμερικής. Πολύ μερακλής αυτός που το’χει, τακτοποιεί συνεχώς την πραμάτεια του. Πήγα μια φορά και έψαχνα μια ρίζα που δεν την έβρισκα. «Βεβαίως την έχω και θα σας δώσω και τις δύο που μείνανε» μου λέει. «Να φέρω κι άλλες άμα τις παίρνετε». Η ρίζα, στο μεταξύ, κοστίζει ένα ευρώ, όχι παραπάνω, αλλά αυτός ενδιαφέρθηκε να μ’ εξυπηρετήσει σαν άψογος επαγγελματίας στη δουλειά του. Έτσι θέλω να είμαι κι εγώ στη δική μου δουλειά.

Μέσα στα χρόνια θέλατε να βελτιωθείτε σαν άνθρωπος ή σαν καλλιτέχνης;

Μαζί πάνε αυτά. Κάτι δεν πάει καλά αν δεν ισορροπούν αυτά τα δύο. Μπορεί να είσαι καλός στη δουλειά σου και να μην υπολογίζεις τους ανθρώπους;

Μην το λέτε, έχουμε πλείστα παραδείγματα.

Δεν μ’ ενδιαφέρουν αυτά τα παραδείγματα, γιατί χάνω ενέργεια άμα τα σκέφτομαι. Πιστεύω ότι ένας καλλιτέχνης δεν μπορεί να μην είναι συνάνθρωπος και να είναι καλλιτέχνης, δεν γίνεται να πατάει επί πτωμάτων. Η ζωή είναι τόσο μικρή που αν δεν υπάρχει ο σεβασμός, δεν τη ζεις. Μαζί είμαστε, δεν υπάρχει πρώτος ή δεύτερος ή τελευταίος.

Το λέτε κι απ’ την άποψη της ταξικής συνείδησης;

Φυσικά. Είναι άλλο θέμα να πατάς επί πτωμάτων για να επιβιώσεις, αφού η πείνα μπορεί να σε κάνει έτσι. Και πάλι, όμως, αποκλείεται να σε σκότωνα για να πάρω ψωμί από σένα, θα το ζητούσα. Αυτή τη στιγμή, όμως, ζούμε σ’ ένα φοβερό καπιταλισμό, που τρώει, τρώει και όλο τρώει. Δεν υπάρχει ανθρωπιά και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε. Να πάμε πίσω στις ρίζες μας; Να δούμε ο ένας τον άλλον; Να εκτιμήσουμε τη ζωή και τον αέρα που αναπνέουμε; Χωρίς να το λέω θρησκευτικά, πιστεύω στη ρήση του Ευαγγελίου, «Αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν». Άμα αγαπάμε τους άλλους, όπως αγαπάμε τον εαυτό μας, δεν θα υπήρχαν ανισότητες και πόλεμοι. Μιλάω για μια ουτοπία τώρα. Έτσι όπως πάμε, βλέπω το Κεφάλαιο να τρώει και το κεφάλι του και στο τέλος θα σκάσει και θα κάνει ένα μεγάλο μπαμ και δεν θα ξέρουμε από που μας ήρθε. Αυτό τον εφιάλτη ζει ο κόσμος, οπότε τι μου λέτε τώρα εσείς για «καριέρες» και «πορεία»…

Το «θα το ζητήσω και δε θα σκοτώσω για να κλέψω» είναι μια πρόταξη του ήθους έναντι της ηθικής.

Ναι, το ήθος είναι δικό σου θέμα. Μου έτυχε πριν από πάρα πολλά χρόνια, όταν πρωτοήρθα στην Αθήνα, να περπατώ στο δρόμο για το σπίτι μου. Με πλησίασαν δύο, ένας από μπροστά κι ένας από πίσω μου, όπου αισθάνθηκα να μου ακουμπάνε μαχαίρι. Μου λένε «Δώσε μας λεφτά» και τους κάνω «Φυσικά να σας δώσω, αλλά μπορείτε να πάρετε το μαχαίρι από πάνω μου;» Είχα ένα ποσό στην τσέπη μου, τους το έδωσα όλο και τους ρώτησα «Γιατί δεν τα ζητάγατε; Θα σας τα έδινα». Μετά – άκου θράσος που είχα – τους ζήτησα πέντε δραχμές για να πάρω ταξί ως το σπίτι μου. Μου δώσανε.

Είστε γεννημένος στο Διδυμότειχο. Μέχρι πότε μείνατε εκεί;

Μεγάλωσα στο Διδυμότειχο, όπου έμεινα μέχρι τα 18 μου. Ήταν ένα εξαιρετικό περιβάλλον μέσα σε μια πολύ φτωχή οικογένεια. Ο πατέρας μου είχε κάρο με άλογο και έπαιρνε κρέατα από τα σφαγεία για να τα μοιράσει στα κρεοπωλεία. Η μάνα μου δούλευε στα χωράφια. Έχω μια αδερφή κι έναν αδερφό ακόμη, εν ζωή ευτυχώς. Μετά τα 18, έζησα δεκατρία χρόνια στη Θεσσαλονίκη προτού φύγω για Νέα Υόρκη. Πέρασα στο πανεπιστήμιο, οικονομικές – πολιτικές επιστήμες, αλλά στο τρίτο έτος, στα 21 μου, αποφάσισα να γίνω ηθοποιός. Πήγα στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης στη δραματική σχολή του Διονύση Καλού και της Σοφίας Λάπου. Ε, λίγο μετά γνώρισα τον Θόδωρο Τερζόπουλο που παίξαμε μαζί με την Ανέζα Παπαδοπούλου.

Ήταν πολύ φίλη σας η συχωρεμένη.

Πολύ, πολύ…Για μένα δεν έφυγε, ακόμη έρχεται και μου μιλάει, με συμβουλεύει. Και τώρα που παίζω τη Μπερνάρντα, η Ανέζα έπαιζε τη Μπόνφια στο ίδιο έργο με τη Μπέττυ Αρβανίτη Μπερνάρντα. Πιστεύω λίγο σ’ αυτά, όπως εδώ, στο προηγούμενο έργο, ήρθε λίγο ο Τσαρούχης, τον καλωσόρισα, ήρθαν και ο Χατζιδάκις με τον Κουν, οπότε έγιναν ένα κράμα μέσα μου και στην «Αντιγόνη» μιμήθηκα την ενέργεια τους.

Τι θυμάστε από τα φοιτητικά χρόνια;

Στο πανεπιστήμιο ασχολήθηκα μόνο ένα χρόνο με τις σπουδές. Επειδή τότε ήταν χούντα, πήγαινα μόνο κι έδινα εξετάσεις. Οι άλλοι νόμιζαν πως δεν είμαι φοιτητής, αλλά χαφιές. Δεν το ζήσατε και εύχομαι ποτέ να μην το ξαναζήσει άνθρωπος, αλλά τότε όλοι ήμασταν ύποπτοι. Φυσικά και ήμουν κατά της χούντας και φυσικά κάναμε αγώνα και φυσικά έφαγα ξύλο από την Ασφάλεια λόγω αφισοκολλήσεων. Στο Πειραματικό Εργαστήρι, αφού είχε τελειώσει η χούντα, η πρώτη παράσταση που κάναμε ήταν η «Απεργία» του Σκούρτη. Εγώ έπαιζα τον χειρότερο ρόλο, του χαφιέ. Η μάνα μου, ούσα «καμμένη» από τον κομμουνιστή άντρα της, που τον είχαν στείλει στο βουνό και τον φώναζαν «Ο Κούκος» από το ΚΚΕ, όταν ήρθε και με είδε, μου είπε: «Πολύ ωραίο το έργο σας, παιδάκι μου, αλλά πολύ κομμουνιστικό. Εσύ καλά έκανες που έπαιξες το ρόλο αυτό για να μη σε κλείσουν μέσα» (γέλια). Σαφέστατα ήταν νοσταλγικά χρόνια, διότι ως νέοι γλεντούσαμε με το παραμικρό, αλλά όταν πέρασε η χούντα, άρχισε η σεξουαλική επανάσταση στη Θεσσαλονίκη κι ήμασταν πρωτεργάτες.

Παράλληλα με το ΑΚΟΕ στην Αθήνα.

Βεβαίως, αλλά δεν ήταν τόσο το ομοφυλοφιλικό κομμάτι, όσο μια γενικότερη ελεύθερη κατάσταση. Ήμασταν ευτυχισμένοι κι ελεύθεροι στη Θεσσαλονίκη μέχρι που ήρθαν άλλα εμπόδια.

Και στην Αμερική πως καταλήξατε;

Στην Αμερική πήγαμε μαζί με την Ανέζα, γιατί δεν μπορούσαμε να συνεχίσουμε μετά το Θεατρικό Εργαστήρι. Εκεί ήμασταν όλοι αριστεροί, χωρισμένοι σε ΚΚΕ Εσωτερικού και ΚΚΕ Εξωτερικού, όπου έγιναν δύο θίασοι. Μες στην ομάδα εγώ είχα προσόντα επικοινωνίας. Έπρεπε, ύστερα από συνέλευση, να τα κάνουμε όλοι όλα. Εγώ, όμως, ούτε να καρφώσω μπορώ, ούτε να σκάψω και οι αρμοδιότητες δεν μοιράζονταν σύμφωνα με τις δυνατότητες του καθενός. Δεν μπορούσε έτσι να γίνει η δουλειά. Χωρίστηκαν οι θίασοι, τότε που είχε έρθει ο Τερζόπολος και έκανε την πρώτη του δουλειά, το «Ψωμάδικο» του Μπρεχτ. Κάπου εκεί εμείς φτιάξαμε το θέατρο «Αμαλία», την παλιά Πειραματική Σκηνή της Θεσσαλονίκης. Εκεί, στο Θεατρικό Εργαστήρι, συνυπήρξαμε με τη Ρούλα Πατεράκη, τη Σοφία Φιλιππίδου, τη Λιάνα Οικονόμου – οι άνθρωποι που με βάλανε μέσα στην ελευθερία της αριστερής σκέψης μαζί με την τέχνη. Χρωστάω πολλά σ’ αυτή την ομάδα. Μετά κάναμε κάποιες δουλειές με τον Τερζόπουλο στο ΚΘΒΕ, σε μία απ’ τις οποίες πρωτόπαιξα Λόρκα, στη «Γέρμα». Είπαμε με την Ανέζα πως δεν θέλαμε να μείνουμε άλλο, πήραμε των ομματιών μας και πήγαμε στην Αμερική.

Δεν ήταν μια τρέλα αυτό για την εποχή;

Τεράστια! Είχαμε από χίλια δολάρια ο καθένας, βγάλαμε τα εισιτήρια και πήγαμε στη Νέα Υόρκη. Τα δικά μου λεφτά τα είχα σ’ ένα πουγκί στο στέρνο μου. Η Ανέζα είχε συγγενείς στο Κονέκτικατ, αν θυμάμαι καλά, που μείναμε για λίγα βράδια. Πριν φύγουμε από την Ελλάδα, όμως, συνάντησα τυχαία ένα φίλο που μου είπε ότι εκεί βρισκόταν ο Αλμπέρτο, ο αδερφός του και μου έδωσε το τηλέφωνο του. Μέναμε σ’ ένα μέρος μόνο για ύπνο μέσα στο πανεπιστήμιο, αλλά μας έδιωξαν γιατί δεν ήμασταν παντρεμένοι και δε μπορούσαμε να μείνουμε μαζί με την Ανέζα. Πήγαμε σαν τα καημένα να ψωνίσουμε σ’ ένα σούπερ μάρκετ και δίπλα μας έγινε μία ληστεία. Το πρώτο καλωσόρισμα στη Νέα Υόρκη! Αφού δε μπορούσαμε να μείνουμε στο πανεπιστήμιο, τηλεφώνησα του Αλμπέρτο και μας φιλοξένησε με χαρά. Γίναμε οι καλύτεροι φίλοι μέχρι σήμερα. Εγώ τελικά έμεινα δύο χρόνια, η Ανέζα έναν παραπάνω γιατί έπαιξε στο «La Mamma». Όλο αυτό το διάστημα έκανα μαθήματα για τη γλώσσα και μετά μαθήματα στο «HB Studio». Σπούδασα εκεί και έμαθα πολλά. Ο λόγος ήταν αυτός χωρίς να το ξέρω, σαν να βρήκα τον στόχο μου. Παρακολούθησα μερικά μαθήματα και στο Actors Studio, όπου γνωρίσαμε τον Ανδρέα Μανωλικάκη. Κάναμε ωραία παρέα κι επειδή αυτός έμενε στην Αστόρια, κάναμε ένα θίασο και περιοδεύσαμε στους εκεί Έλληνες. Παίξαμε εγώ με την Ανέζα στην «Υστερία» του Σκούρτη. Επίσης τραγουδούσα και σε μία μπουάτ του Βαγγέλη Φάμπα με τη σοπράνο Άννα Παϊδούση. Έχω ακόμη κασέτες που τραγουδούσαμε Λοΐζο!

Σωστά, είστε και τραγουδιστής εκτός από ηθοποιός.

Μου αρέσει πολύ κι ακόμη το κάνω. Τις προάλλες τραγουδήσαμε στο «Baumstrasse» της Μάρθας Φριτζήλα, τραγούδια του Ηρακλή Πασχαλίδη μαζί με τη Λυδία Φωτοπούλου. Έχω δουλέψει πολύ με τον Ηρακλή, αφού πήγαμε μαζί και στην Κέρκυρα, στους Αγώνες του Μάνου Χατζιδάκι. Αυτό έγινε πριν να φύγω την Αμερική. Εδώ πρέπει να πω ότι γνώρισα τον Ηρακλή Πασχαλίδη από μία αγγελία έξω από ένα υπόγειο, τη μπουάτ «Κατμαντού». Ζητούσαν τραγουδιστή, τηλεφώνησα και μπήκα σ’ ένα διαμέρισμα όπου με συνόδεψε ο Ηρακλής στο πιάνο στο «Χάρτινο το φεγγαράκι». Ενθουσιάστηκε και τακιμιάσαμε, γίναμε αδέρφια. Μάθαμε ότι κάνει τους Αγώνες Ελληνικού Τραγουδιού ο Χατζιδάκις και στείλαμε δύο τραγούδια. Πέρασαν και τα δύο! Θα μου μείνει η μεγαλοψυχία του Χατζιδάκι και το ότι δεν ξεχώριζε ταξικά τους ανθρώπους. Με το θράσος της νιότης, σε μια στιγμή που έτρεχαν όλοι και ο Χατζιδάκις ήταν καταϊδρωμένος, ενώ έκανα πρόβες το τραγούδι και εκείνος διηύθυνε, το είπα μία και μοναδική φορά. Με ρωτάει: «Είσαι εντάξει;» και τον ρωτάω «Μήπως μπορούμε να το κάνουμε άλλη μία φορά;» Εκεί έλαμψε ολόκληρος, φωτίστηκε όλο το πρόσωπο του και μ’ ένα τεράστιο χαμόγελο μου είπε: «Βεβαίως»! Δεν θα το ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου αυτό! Να, γι’ αυτούς τους ανθρώπους θέλω να μιλάω, όχι για άλλους!

Η θητεία σας στη μουσική πήγαινε παράλληλα με την υποκριτική.

Δεν ξέρω, ειλικρινά, τι υπερτερούσε. Δεν παράτησα κάτι όταν έφυγα στην Αμερική.  Κι όταν επέστρεψα, δούλεψα πολύ με τα ΔΗΠΕΘΕ. Πρώτα στην Καλαμάτα, όπου εκεί κάναμε μια πρώτη μεγάλη επιτυχία με τον συνάδελφό Κώστα Ζαχαράκη και τον συνθέτη Τάσο Καρακατσάνη. Μιλάω για τα «Καπέλα», μία καμπαρέ παράσταση με τραγούδια και τετραμελή ορχήστρα. Θα σας πω μια ιστορία: Η μητέρα μου ήταν μια λαϊκή γυναίκα κι εγώ είχα πάρει την ευχή και των δύο γονιών μου. «Κάνε ότι σ’ αρέσει, εσύ ξέρεις καλύτερα από μας» μου είχαν πει όταν τους ενημέρωσα ότι θα αφήσω το πανεπιστήμιο για να γίνω ηθοποιός. Τα «Καπέλα» ήταν πολύ τολμηρή παράσταση. Κάναμε γυναικείους ρόλους και βγαίναμε έντονα βαμμένοι, κάναμε μέχρι και τις πόρνες. Αναρωτιόμουν πως θα την καλέσω τη μάνα μου…Πήρα ένα ρίσκο και την κάλεσα. Ήρθε η μάνα μου, τελειώνει η παράσταση, η οποία έσκισε, αφού παίξαμε ακόμη δύο φορές έκτακτα κι απ’ έξω περίμεναν ουρές, μ’ αγκαλιάζει και μου λέει: «Παιδάκι μου, εγώ σε γέννησα;» Δεν γίνεται, λοιπόν, όταν κάνεις κάτι αληθινό να μην το δεχτεί ο άλλος. Κι εμείς αυτό που κάναμε ήταν η απόλυτη έκφραση των τριών μας, του Ζαχαράκη, του Καρακατσάνη και εμού.

Κι ύστερα ήρθε η «Λεωφόρος» με Βουτσινά, Κραουνάκη και Νικολακοπούλου.

Μετά τα ΔΗΠΕΘΕ, ενώ έψαχνα για δουλειά, ο Βουτσινάς έκανε την «Λεωφόρο Α’» που ήταν στη Συγγρού με την Πρωτοψάλτη, την Αρβανιτάκη και τον Κώστα Γανωτή. Η παράσταση είχε την υπογραφή του Σταμάτη και της Λίνας. Τον κονφερασιέ έκανε ο κωμικός Χρήστος Ευθυμίου, ο οποίος αποχώρησε για δικούς του λόγους. Μου πρότειναν να πάω στη θέση του, αλλά επειδή δεν είχαν μπάτζετ, μου είπαν να κάνω το βοηθό σερβιτόρου, ούτε καν σερβιτόρος δηλαδή. Έπρεπε να καθαρίζω το μαγαζί και να σηκώνω και τα τηλέφωνα. Ξαφνικά, όμως, άφηνα το δίσκο, έπιανα το μικρόφωνο κι έλεγα ένα τραγούδι, τη «Τζεζαμπέλ» του Γιώργου Μαρίνου. Γινόταν της πουτάνας! Και να η ταξική διαφορά: Εκεί που δεν μου έδινε σημασία κανείς, μετά οι πελάτες μου μιλούσαν στον πληθυντικό. Θα πω κάτι τώρα υπέρ του Σταμάτη που θέλω να το λέω πάντα: Έπαιρνα ένα μεροκάματο κι αυτός με ρώταγε κάθε βράδυ πόσα έβγαλα. Αν το ποσό ήταν κάτω από χίλιες δραχμές, π.χ., έβγαζε εκείνος και μου έδινε τα υπόλοιπα. Έτσι είμαστε σαν αδέρφια, παρόλο που δεν βλεπόμαστε συχνά.

Στον κινηματογράφο πότε πρωτοπαίξατε;

Μετά τα 45 μου, στις δύο πρώτες ταινίες της Κατερίνας Ευαγγελάκου και της Πέννυς Παναγιωτοπούλου. Βραβεύτηκα και για τις δύο. Δεν κατάλαβα διαφορά σε σχέση με το θέατρο. Ίσως τα ερμηνευτικά ρακόρ μόνο, αφού μπορεί να χτυπάς μια πόρτα τη μια μέρα και να μπαίνεις στο σπίτι υποτίθεται μετά από μία εβδομάδα γύρισμα. Αυτή είναι μία βασική διαφορά στην υποκριτική σου. Πρέπει να έχεις την ίδια ενέργεια, κάτι που μαθαίνεται με την εμπειρία των γυρισμάτων. Παίζω ανελλιπώς στο σινεμά από τότε και θέλω να μη σταματήσει αυτό.

Πιστεύετε ότι από τον «Κυνόδοντα» και μετά, πήρατε αυτό που δικαιωματικά σας αξίζει;

Όχι, μου ακούγεται λάθος αυτό.  Δεν υπάρχει τίποτα «δικαιωματικά», απλά ήρθε κι ήταν μια εξαιρετική εμπειρία. Τίποτα δεν μου ανήκει δικαιωματικά. Κανείς δεν περίμενε να γίνει μια τόσο μεγάλη επιτυχία και το μόνο πολύ ωραίο που έγινε ήταν το ξάνοιγμα μου στο εξωτερικό. Ενθουσιάστηκα με το που διάβασα το σενάριο και, μάλιστα, ήταν να πάω διακοπές με τα δύο μικρά ανιψάκια μου. Μου έγινε η πρόταση για τον «Κυνόδοντα» και τους είπα ότι θα πάμε μετά, αμέσως δηλαδή δέχτηκα το ρόλο. Επιτυχία έγινε επειδή κάναμε όλοι καλά τη δουλειά μας. Και θα σας πω κάτι για την επιτυχία τώρα: Μετά τα «Καπέλα», πάμε να κάνουμε τον «Κήπο» στο Ρόδον, μια νέα μουσική παράσταση με τον Κένζι Ίτο, τον πρώην σύζυγο της Θέμιδας Μπαζάκα. Ξεκινήσαμε πρόβες και λέγαμε ότι θα σκίσουμε. Τίποτα δεν έγινε, γιατί οι προθέσεις δεν ήταν αγνές και ήμασταν υπερόπτες. Δεν πάει έτσι, όμως. Ήταν τεράστιο μάθημα. Απ’ τον «Κυνόδοντα» και μετά, έπαιξα σ’ ένα σήριαλ στο Λονδίνο και ήρθαν πολλά χρήματα. Δεν έχω πια το άγχος του άμα δεν υπάρχει δουλειά, τι θα κάνω…Βέβαια, την τελευταία εικοσαετία το πρόβλημα αυτό είχε λυθεί, αλλά τώρα είμαι ακόμη πιο πολύ ήσυχος. 

Ας πάμε τώρα στο «Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» που κάνει πρεμιέρα στα τέλη του Γενάρη.

Με την Πρωτόπαπα έχουμε μία συγγένεια πνευμάτων, μικρών ή μεγάλων δεν ξέρω, και εδώ έχουμε να κάνουμε με ένα ποίημα – ελεγεία του Λόρκα. Είναι βαθιά πολιτικό έργο που σχετίζεται με τον Ισπανικό Εμφύλιο και τη δολοφονία του Λόρκα. Δεν ήταν μόνο η ομοφυλοφιλία του, αλλά και η αντιφασιστική του στάση που την πλήρωσε.

Υπάρχει μια ταύτιση του Λόρκα με τον μεταγενέστερο του, Παζολίνι;

Μάλιστα. Τον Παζολίνι γιατί τον δολοφόνησαν, γιατί ήταν ομοφυλόφιλος ή επειδή έκανε το «Σαλό – 120 μέρες στα Σόδομα»; Ήταν δύο διαφορετικοί ποιητές με κάποια κοινά. Κι εμείς τώρα αντιμετωπίζουμε την παράσταση αυτή σαν ποίημα.

Γνωρίζατε ότι θα σας βολιδοσκοπούσε η Πρωτόπαπα για τον ομώνυμο ρόλο;

Όχι, ήξερα απλά ότι θα ξαναδουλέψουμε μαζί. Προέκυψε τώρα η «Μπερνάρντα Άλμπα» και με ρώτησε «Να το κάνουμε;» Της απάντησα «Πάμε να το κάνουμε»! Μας οδηγεί ο Λόρκα, λοιπόν, και για το πού πάει, θα σας γελάσω.

Υποδύεστε μία γυναίκα – εμβληματική φιγούρα στο παγκόσμιο θέατρο.

Η Μπερνάρντα Άλμπα είναι κάτι ανεξήγητο, πέρα απ’ τα ανθρώπινα, σαν σύμβολο, όπως ήταν και η «Μάνα – Κουράγιο» του Μπρεχτ. Η ποίηση τα επιτρέπει όλα, έχει ελευθερία. Δεν θα ξεχάσω ποτέ πώς αντιμετώπισε ο Βασίλης Παπαβασιλείου την «Ελένη» του Ρίτσου. Εγώ, ας πούμε, γυναίκα – γυναίκα έπαιξα μόνο στις «Οκτώ γυναίκες» με τον Καραθάνο, όπου πήγαμε πάλι σε μορφές γυναικών – συμβόλων. Παρενδυτικά έπαιξα στο «Παρτάλι» και «Το ρόδο είναι ρόδο», έχω αντιμετωπίσει δηλαδή πράγματα που δεν είναι στη φύση μου. Απ’ την άλλη όμως είναι και της φύσης μου και δεν ξέρω πως να το εξηγήσω. Εδώ η Μπερνάρντα δεν έχει να κάνει με φύλα, αλλά με ιδέες και την ιστορία μιας ολόκληρης χώρας.

Είστε μοναχικός ή συντροφικός άνθρωπος;

Συντροφικός είμαι, όταν όμως έχω προετοιμασία για ρόλο και μελετώ, δεν μπορώ να ανεχτώ κανέναν γιατί μ’ ενοχλεί το παραμικρό. Ευτυχώς κρατάει λίγο αυτό μόνο κατά την εκμάθηση. Ποτέ δεν θέλω να είμαι μοναχικός αφού έτσι δεν χαίρεσαι. Αυτό που λέγανε οι παλιοί, «άμα μοιράζεσαι τη χαρά είναι διπλή και άμα μοιράζεσαι τη λύπη είναι μισή», ισχύει.  

Αναφερθήκατε και στα ανίψια σας, με τα οποία έχετε μια σχέση πατέρα – γιών αν κατάλαβα.

Όχι, δεν είμαι σαν πατέρας τους, δεν τα έχω απ’ το πρωί ως το βράδυ στο ίδιο σπίτι. Είμαι ένας εξωτερικός παράγοντας που νοιάζεται πάρα πολύ και υπάρχει μια προστασία. Ότι ζητήσουν, θα το έχουν, χωρίς κανένα αντάλλαγμα κι αυτό, όντως, θυμίζει αντιμετώπιση γονέα. Βέβαια, οι γονείς καμιά φορά φορτώνουν με ενοχές τα παιδιά.

Σας πιάνει άγχος με το χρόνο που περνάει;

Αρχίζω απλά να ενστερνίζομαι το θέμα της υγείας. Μειώνονται οι αντοχές, δεν μπορείς να κάνεις ότι έκανες στα 30 ή στα 40 σου. Απ’ την άλλη, μειώνονται κάποια άγχη, όπως το ν’ αποδείξεις σε κάποιον τι κάνεις ή τι είσαι. Δεν μετράει και πολύ η γνώμη των άλλων από ένα σημείο και μετά. Έκανα πολύ καιρό να ξεπεράσω, ας πούμε, το να χαίρομαι με τις καλές κριτικές. Τώρα ούτε με τις καλές χαίρομαι, ούτε με τις κακές στενοχωριέμαι. Τα πράγματα που ακόμη με εκνευρίζουν σε τρομερό βαθμό είναι η ανισότητα, οι ταξικές διαφορές και οι αφ’ υψηλού συμπεριφορές.

Λέτε να ευθύνεται για το τελευταίο η λαϊκή, χωριάτικη σχεδόν, καταγωγή σας;

Σαφέστατα δεν θα ήμουν έτσι αν είχα μεγαλώσει ως πλούσιος. Αν έκανα όμως την ίδια δουλειά και συναναστρεφόμουν τους ίδιους ανθρώπους, ο ίδιος θα ήμουν κι εγώ.

Την ώρα του τέλους, από ποια πρόσωπα θα θέλατε να είστε περιστοιχισμένος;

Θα περάσουν όλοι. Εκείνη τη στιγμή περνάνε όλα από μπροστά σου. Θα ήθελα να είμαι μ’ αυτούς που έχουμε αλληλοαγαπηθεί. Δεν είναι πολλοί. Προσπαθούμε να βρούμε το νόημα της ζωής, το πως θα παίξουμε ένα ρόλο κλπ., εκείνη την ώρα όμως συνειδητοποιείς πως το τέλος είναι κάτι τόσο απλό. Και πεθαίνεις…Δεν βάζουμε τον εαυτό μας σ’ αυτή τη διαδικασία σκέψης.

Ας αργήσει πολύ αυτή η στιγμή.

Ας αργήσει κι ας χαρούμε αυτή τη ζωή μέχρι τέλους, αν και είναι καλό να σκεφτόμαστε πότε – πότε το θάνατο. Φυσιολογική κατάσταση που όλοι θα την αντιμετωπίσουμε.

Παρασκευή 15 Δεκεμβρίου 2023

Κασσάνδρα Ελ Ναζάρ για το «Trans-Port»: Ένα βήμα για την καλυτέρευση της κοινωνίας είναι κι αυτή η παράσταση!


Η ιστορία της Κασσάνδρας Ελ Ναζάρ, όπως είναι το πραγματικό της επίθετο, παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον. Πρώτα απ’ όλα πρόκειται για μία ηθοποιό που στέκεται επάξια στη σκηνή. Την είδαμε να παίζει στο θέατρο «Vault», στο έργο «Trans-Port» της Ειρήνης Δερμιτζάκη, που σκηνοθέτησε ο Δημήτρης Καρατζιάς, υποδυόμενη μία τρανς προσφύγισσα στο road trip προς την Δύση με οδηγό τον «διακινητή» Σωτήρη Δούβρη. Πέραν αυτού, την αιτία της συνέντευξης μας, η Κασσάνδρα – μισή Σύρια, μισή Παλαιστίνια – είναι ένα όμορφο φωτεινό πλάσμα που συγκινεί με την αλήθεια της, τόσο εντός, όσο και εκτός θεατρικού σανιδιού. 

Σας συναντώ λίγο παρακάτω απ’ την πλατεία Βικτωρίας. Μου είπατε πως είστε λίγο καχύποπτη με την περιοχή.

Υπάρχουν κάποια σημεία που σου φέρνουν συγκεκριμένες αναμνήσεις ή βιώματα. Περιοχές που οι κοπέλες κάνουν σεξεργασία είτε σε στούντιο, είτε σε πεζοδρόμιο, οπότε δεν νιώθω πάντα άνετα να περάσω. Μπορεί να συμβεί παντού, αλλά εδώ συγκεκριμένα πιο πολύ.

Με αφορμή τη δολοφονία της Κουβανής Άννας, η Πάολα Ρεβενιώτη μου είχε πει κάτι που με εντυπωσίασε: «Αν είσαι τρανς, δεν νοικιάζεις ποτέ υπόγειο διαμέρισμα γύρω απ’ τη Φυλής».

Εννοείται. Κι αν δεν έχω λόγο να περάσω από κει, γιατί να περάσω; Κι εγώ έμενα παρακάτω για ένα μικρό διάστημα, αλλά δεν ένιωθα καθόλου άνετα να περάσω ειδικά το βράδυ. Όταν σε βλέπουν όμορφη ή εντυπωσιακή, είναι δεδομένη η παρενόχληση. Να σε θεωρούν δηλαδή διαθέσιμη. Όχι, οι τρανς μπορούν να κάνουν κι άλλα πράγματα πια κι αυτό προσπαθούμε να πούμε με το έργο. Μπορούμε να πηγαίνουμε και σ’ άλλα μέρη, να μη γκετοποιούμαστε. Δεν σημαίνει ότι δεν θα κάνεις σεξεργασία, που είναι μια χαρά άπαξ και την επιλέξεις, αλλά δεν είναι μόνο αυτό.

Μιλάτε πολύ καλά ελληνικά. Πόσα χρόνια έχετε στην Ελλάδα;

Από το 2008, δεκαπέντε χρόνια. Ήρθα εδώ εξ αιτίας της μάνας μου. Ήταν χωρισμένη με τον πατέρα μου και ξαναπαντρεμένη με κάποιον άλλο Ελληνοάραβα. Έτσι μπόρεσα να έχω άδεια παραμονής, ασχέτως αν δεν έχω καμία επαφή με τη μάνα μου. Ήρθα ως μετανάστρια πριν τον πόλεμο και καλό είναι να ξεχωρίζουμε τι είναι μετανάστης και τι πρόσφυγας. Όλοι όσοι έρχονται από μια άλλη χώρα μπαίνουν στην κατηγορία του «μεταναστευτικού», αλλά οι πρόσφυγες είναι σαφώς πιο ευάλωτοι. Κι αν στο έργο υποδύομαι μία προσφύγισσα, έχω άλλα βιώματα στην πραγματικότητα. Φαντάσου να είσαι πρόσφυγας σε συνθήκες πολέμου πόσο πιο σκληρό είναι.

Ήρθατε ως αγόρι στην Ελλάδα;

Ναι, αλλά δεν θέλω να μιλήσω μ’ αυτόν τον όρο γιατί δεν τον υποστηρίζω πια. Εγώ πιστεύω ότι πάντα ήμουν αυτή που είμαι, απλώς δεν είχα κάνει το coming out μου. Το λέω και μέσα στο έργο: «Πάντα γυναίκα ήμουν εγκλωβισμένη σε λάθος σώμα». Και τώρα αυτό που δείχνω είμαι χωρίς να έχω κάνει καμία επέμβαση. Δεν υπάρχει αγόρι, είμαι μια τρανς, πάει και τελείωσε! Με απελευθέρωσε πολύ ο ρόλος, καθώς πιθανώς να ήμουν πιο μαζεμένη.

Τι ρόλο παίζει η ομορφιά; Δεν είναι επιφανειακό να μένετε μόνο σ’ αυτή;

Φυσικά και είναι! Εγώ έχω κι άλλο υλικό κι όποιος με γνωρίζει, το καταλαβαίνει στην πορεία. Δεν είναι εύκολο να είσαι τρανς σε μια κοινωνία της Μέσης Ανατολής και μετά στην ελληνική. Δεν υπήρχε πληροφόρηση, αν και εδώ ακόμα, στην Ελλάδα, δεν ξέρουμε τα βασικά. Δεν μένω στην επιφάνεια, με ενδιαφέρει και το βάθος, απλά επειδή ζούμε σε μια τέτοια κοινωνία, το πρώτο «passport» μετράει πολύ και σε μια τρανς είναι πολύ πιο καταπιεστικό απ’ ότι σε μία που γεννήθηκε βιολογικά γυναίκα.

Πάντως σας χαροποιεί να σας λένε ότι είστε όμορφη εκ του φυσικού σας.

Ναι. Σίγουρα μετράει η ομορφιά, κακά τα ψέματα. Δεν θα ήθελα να μείνουμε σ’ αυτό.

Στην Ελλάδα εργαστήκατε κάπου αρχικά;

Δούλεψα σε ΜΚΟ οργανώσεις, αλλά δεν άντεχα και πολύ. Έκανα τη διερμηνέα και βοηθούσα στην επικοινωνία με τους πρόσφυγες. Και σερβιτόρα δούλεψα.

Η ρήξη με τη μάνα ήρθε απ’ την ώρα που κάνατε την επιλογή σας;

Όχι, γιατί το ήξερε απ’ όταν ήμουν μικρή. Κλείστηκα και ζορίστηκα προσπαθώντας να είμαι κάτι άλλο. Ήμουν ένα θηλυπρεπές αγοράκι με τη δυσφορία φύλου από τότε. Όταν έμπαινα στην εφηβεία, η μάνα μου ήθελε να με στείλει στον πατέρα μου, που είχε φύγει στο Κουβέιτ εν τω μεταξύ, για να γινόμουν άντρας. Τώρα δεν έχω ιδέα που βρίσκεται, δεν έχω καμία επαφή. Θα ήθελα να μάθω που είναι.

Είχατε καλύτερες σχέσεις με τον πατέρα σας;

Όχι…Ήθελε να με κάνει αγόρι με το ζόρι…Έφυγα από μια πιο ανεκτική κοινωνία για το πιο καταπιεστικό Κουβέιτ, όπου πήγα σχολείο για τρία χρόνια εκεί. Σε λύκειο μόνο με αγόρια και με μεγάλη παρενόχληση. Τα χειρότερα μου χρόνια. Έπρεπε να παριστάνω κάτι άλλο για να προστατευτώ, αλλά αυτό δεν κρύβεται και δεν κατάφερα πολλά πράγματα. Ωστόσο τελείωσα το σχολείο για να μπορώ να φύγω μετά. Ποτέ, λοιπόν, δεν ήταν καλή η σχέση με τη μάνα. Ποτέ δεν καταλάβαινε κι όταν κάποια στιγμή θέλησε να το διορθώσει αυτό, δεν μπορούσε. Μου είπε: «Έλα στην Ελλάδα», παρόλο που εγώ ήθελα να γυρίσω στη Συρία για να κάνω θέατρο. Έχουμε στη Δαμασκό μεγάλη θεατρική παράδοση, όπως και τα καλύτερα σήριαλ που παίζονται σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Καλές παραγωγές. Δεν είχα όμως καμία αυτοπεποίθηση με τη δυσφορία φύλου που με βασάνιζε. Δεν ήθελα να παίξω ως αγόρι αφού ένιωθα κάτι διαφορετικό.

Ας το χρεώσουμε αυτό ως καλό στη μάνα σας, το ότι σας έφερε στην Ελλάδα.

Ισχύει, το έχω σκεφτεί κι εγώ. Μετά την καταπίεση του Κουβέιτ, εδώ βίωσα πολλές ομοιότητες με τη Συρία. Το κλίμα, οι άνθρωποι…

Υπάρχει περίπτωση να ενημερώνεται σήμερα η μάνα σας για όλα όσα κάνετε;

Τα ξέρει, αλλά δεν κάνει καμιά κίνηση και δεν έχουμε επικοινωνία. Δεν μπορεί να το χωνέψει…Ζούμε σ’ άλλο κόσμο πλέον, δεν θα συμφωνούσε όχι μόνο με το τρανς «κομμάτι», αλλά μ’ όλο τον τρόπο ζωής μου.

Είναι χριστιανή στο θρήσκευμα;

Δεν είναι καμιά θρησκευόμενη, αλλά όσο μεγαλώνει κουβαλάει όλο το συντηρητισμό και τη νοοτροπία της κοινωνίας. Δε χρειάζεται να είσαι χριστιανός ή μουσουλμάνος. Με ρώταγε «Γιατί βγαίνεις έτσι έξω, τι φοράς;», σαν να ήθελε να μ’ έχει σπίτι και να περιμένω τον γαμπρό. Είχαμε μια επικοινωνία τελευταία μέσω facebook, αλλά δε βγήκε σε καλό. Τελικά μόνο καλό μου κάνει που δεν μιλάμε. Δεν θα έλεγα ότι έχει το μητρικό ένστικτο του «τι κάνει τώρα το παιδί μου» κλπ.

Έχετε κι άλλα αδέρφια;

Έχω έναν αδερφό μικρότερο. Μόλις τον κάνανε οι γονείς μου, χώρισαν. Πίστευαν ότι θα κρατούσε τη σχέση τους, δεν ήταν έτσι όμως. Μετά τα 18 μου χάσαμε επαφή, μπορεί να μη μ’ αναγνωρίζει καν ο αδερφός μου. Κοστίζει πολύ η ελευθερία και θέλει ρίσκο. Ενοχλούνται οι άνθρωποι όταν σε βλέπουν ελεύθερη, γιατί σε θέλουν εγκλωβισμένη κατά βάθος. Κι όταν εσύ κάνεις την κίνηση, δεν θα χαρούν όλοι, ακόμη κι αν είναι οι γονείς σου.

Έχετε τρανς φίλες;

Έχω. Υπάρχει βέβαια ζήλεια, αλλά έχω μερικές καλές φίλες, σαν τη χορογράφο και σκηνοθέτιδα Φένια Αποστόλου. Είναι ειλικρινής άνθρωπος, διότι όταν χαίρεσαι με τον εαυτό σου, χαίρεσαι και με τη χαρά των άλλων.

Πότε και πως σας έγινε η πρόταση για να παίξετε στο «Trans-Port»;

Πάντα κυνηγούσα το θέατρο, αλλά έπρεπε εδώ να μάθω τη γλώσσα. Μπορώ πλέον ν’ ανταπεξέρχομαι σ’ ένα καλό βαθμό.

Έχετε δίκιο, αφού μπορείτε να κάνετε σε βάθος κουβέντα στα ελληνικά.

Ήταν η επιβίωση στη μέση. Όταν δεν έχεις που να κοιμηθείς ή τι να φας, με ποιο θέατρο ν’ ασχοληθείς; Υπάρχουν πολλά θέατρα εδώ και πολλά έργα, όπως και πολλοί ηθοποιοί που κάνουν δεύτερη και τρίτη δουλειά.

Περάσατε από συνθήκες ακραίας φτώχειας, αν κατάλαβα καλά;

Όχι, αν και δυσκολεύτηκα κάποιες στιγμές. Όταν αλλάζεις περιβάλλον, δουλειές, χώρα, κάνοντας τη μετάβαση – ότι κι αν σημαίνει αυτό – βρίσκεις εμπόδια μπροστά σου. Προέχει η επιβίωση. Πρώτα γνώρισα την Ειρήνη, τη συγγραφέα του έργου. Ήμασταν μαζί στο φεμινιστικό στέκι και μου έλεγε ότι είχε γνωρίσει μια άλλη τρανς κοπέλα από την Αιθιοπία που έφυγε στην Ευρώπη. Να σας πω κι ένα αστείο: Γινόταν ένα πάρτι εκεί στο «faq», το στέκι, όπου μία γειτόνισσα ενοχλήθηκε απ’ τα κορίτσια και πέταξε ένα κουβά νερό απ’ το μπαλκόνι. Εγώ τότε πήρα ένα αυγό και το πέταξα στον τοίχο της. Έτσι με είδε η Ειρήνη και θέλησε να με γνωρίσει. Όταν τα είπαμε λίγο, μου ομολόγησε πως της έδωσα έμπνευση για να έγραφε ένα έργο. Γίναμε φίλες και με ρωτούσε πράγματα για τη ζωή μου. Έγραψε ένα έργο εμπλέκοντας το προσφυγικό στοιχείο με το τρανς κομμάτι, αφού ήθελε να μιλήσει για πράγματα όχι πολυειπωμένα. Έπρεπε να με ρωτήσει για να αντλήσει στοιχεία, δεν ήθελε να γράψει μόνο απ’ το μυαλό της. Κι εκεί που κάποιοι ρωτάνε «γιατί δεν γράφει μια τρανς η ίδια ένα έργο;», η Ειρήνη αυτό έκανε μέσω εμού. Τουλάχιστον κλήθηκα εγώ να παίξω το ρόλο, μια τρανς, αφού συνήθως άντρες καλούνται να παίξουν μεταμφιεσμένοι. Το έργο ως project πήρε μία διάκριση και τότε ζήτησε να το σκηνοθετήσει ο Δημήτρης Καρατζιάς στο «Vault». Αυτός μου ζήτησε να βρεθούμε από κοντά για το έργο, αν και σίγουρα με είχε προτείνει η Ειρήνη.

Πως ήταν σαν σκηνοθέτης ο Καρατζιάς;

Κάναμε εντατικές πρόβες για τρεις μήνες. Μου άρεσε τόσο πολύ το κείμενο, έτσι που με αφορά, ώστε δεν γινόταν να μην το μάθω άμεσα. Αν δηλαδή είχα κάτι πιο άκυρο σε σχέση με μένα, ο κόπος θα ήταν πολύ μεγαλύτερος. Το πράγμα ρόλαρε και καμιά φορά απορώ κι εγώ. Μου άρεσε που μου έδωσε χώρο ο Καρατζιάς, λέγοντας μου δυο – τρία πράγματα χωρίς να με καταπιέσει. Μου έδωσε ελευθερία, αυτός που είναι επαγγελματίας στη δουλειά του και δουλεύει τόσα χρόνια.

Θα θέλατε να σπουδάσετε θέατρο;

Θα ήθελα σίγουρα ν’ ασχοληθώ παραπάνω. Γιατί όχι, αν είχα την ευκαιρία. Δεν ξέρω για το μέλλον.

Ο συμπρωταγωνιστής σας βρέθηκε στην πορεία;

Ήταν ήδη εκεί όταν με κάλεσαν. Τα πήγαμε καλά απ’ την αρχή. Μου πήρε λίγο καιρό για να χτίσω μερικά πράγματα ώστε να τα καταλάβουν. Ήμουν αμήχανη, διότι εμείς οι τρανς έχουμε κάποιες άμυνες για να επιβιώσουμε. Μέχρι να σπάσουν οι άμυνες, χρειάζεται χρόνος για να σε μάθουν. Είχαμε, όμως, καλή χημεία μεταξύ μας.

Η αλήθεια είναι πως βγάζετε και έναν ερωτισμό μεταξύ σας.

(γελάει) Η Ειρήνη στο κείμενο δεν ήθελε να υπάρχει ερωτισμός για να μην πέσουμε στα κλισέ. Στο τέλος υποτίθεται ότι χωρίζουν οι δρόμοι μας, αλλά αυτός γυρίζει πίσω και μου δίνει τα λεφτά που μου πήρε. Ουσιαστικά η μετάβαση γίνεται σ’ αυτόν. Δεν θέλαμε να γίνει ερωτικό ή και σεξουαλικό το έργο. Ας έμενε έτσι ανθρώπινο κι ας με ερωτευόταν στη συνέχεια αυτός. Δηλαδή είναι μαλάκας ο χαρακτήρας του φορτηγατζή, αλλά και δεν είναι, εφόσον μιλάμε για τη μαλακία μιας κοινωνίας ολόκληρης.

Είναι μια ψυχοθεραπεία για σας η παράσταση αυτή;

Ωω, φουλ! Δεν θα είχα σωθεί, βέβαια, αν δεν είχα κάνει την ψυχοθεραπεία μου κανονικά. Η παράσταση είναι λυτρωτική ως προς το μοίρασμα, δηλαδή «αυτό που είμαι και που ξέρω, θα σας το πω ανοιχτά». Άλλο σε καφέ μ’ ένα φίλο και άλλο μπροστά σε κόσμο που σε χαιρετά μετά. Ένα βήμα για την καλυτέρευση της κοινωνίας είναι κι αυτή η παράσταση. Δεν είμαι μόνο εγώ, μιλάω με τη φωνή όσων δεν ακούγονται, όλης της αλήθειας των τρανς που παραμένει κλεισμένη σε στερεότυπα.

Θα θέλατε να ζήσετε μόνιμα στην Ελλάδα;

Δοκίμασα να ζήσω πριν εφτά χρόνια στην Ολλανδία, αλλά δυσκολεύτηκα και γύρισα πίσω. Έκατσα ενάμισι χρόνο. Θέλω να την παλέψω εδώ και να πάρω ελληνική υπηκοότητα μετά από δεκαπέντε χρόνια. Να αλλάξω και τα στοιχεία μου, κάτι που δεν θα ήμουν ικανή να το ξαναζήσω απ’ την αρχή σε μια άλλη χώρα, έστω κι αν εκεί σου παρέχουν πολλά περισσότερα.

Είστε πολιτικοποιημένη;

Κινούμαι στους ελευθεριακούς χώρους και οι δεξιοί θα έλεγα ότι με αποδέχονται με περισσότερο κόπο. Δείχνουν ενδιαφέρον, αλλά εγώ νιώθω ότι πρέπει να εξηγώ πολλά παραπάνω κι έτσι προτιμώ να μιλήσω και σ’ αυτούς με τη δουλειά μου. Ούτε μ’ ενδιαφέρει να κάνω την ακτιβίστρια «δασκάλα». Δεν δηλώνω, αν και είμαι ακτιβίστρια μέσω ενός έργου. Πως αλλιώς να γινόταν και μόνο που υπάρχω και αγωνίζομαι καθημερινά; Ο πατέρας μου είναι Παλαιστίνιος, μπορώ να μη φωνάζω κι εγώ «Free Palestine»; Δεν έχω την πολυτέλεια της επιλογής κιόλας. Κοιτάω τα έργα και τις πράξεις των ανθρώπων και όχι τι μου λένε. Έχουμε μια κυβέρνηση εδώ που υποστηρίζει ανοιχτά το Ισραήλ κι εγώ, ξέρετε, έδωσα συνέντευξη σε κανάλι που ποτέ δεν παίχτηκε. Μόλις είπα ότι είμαι κατά το ήμισυ Παλαιστίνια, έκοψαν τη συνέντευξη μου για να μην κάνουν σαπόρτ σε κάποια απ’ την Παλαιστίνη!

Την αγαπάτε τη ζωή;

Ναι, τώρα πολύ! Αρχίζει η ζωή μου να είναι πολύ πιο ωραία. Κρατάω το θετικό των όσων κάνω και νιώθω καλά. Η Ελλάδα πια είναι σπίτι μου. Χαίρομαι που έρχονται και μου λένε συγχαρητήρια και συγκινούμαι. Κάνω αυτό που θέλω για να περνάω την αλήθεια μου μέσα από ένα έργο. Μη μπορώντας πια να πάω με τη λογική, αλλά με το ένστικτο, ζω το παρόν και δεν κάνω σχέδια για το μέλλον.

Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2023

Οδοιπορικό στη Μονεμβασιά (3 - 5 Νοεμβρίου 2023)

Η αναχώρηση έγινε από το Σύνταγμα στις 2 το μεσημέρι. Ήμασταν οι συνάδελφοi Κυριακή Μπεϊόγλου, ο Γιάννης Πανταζόπουλος από τη LIFO, ο Βασίλης Νάτσιος από το Cosmopoliti, η Αριέττα Πούλιου από το travel.gr κι εγώ από το Documento και το OLAFAQ. Μαζί μας ήταν ακόμη η Σόφη Μουτάφη και η Ευαγγελία Πέττα, τα δύο κορίτσια που δουλεύουν όλο το χρόνο για το Malvasia Festival, τον σκοπό δηλαδή του ταξιδιού μας. Με οδηγό τον Δημήτρη, που είναι επιστήμονας τροφίμων, μπήκαμε στο βαν και ύστερα από αρκετές ώρες - πάνω από τέσσερις για την ακρίβεια - φτάσαμε στη Μονεμβασιά.  

Με την Κυριακή Μπεϊόγλου λίγο πριν την αναχώρηση μας
Πρώτη στάση, λίγο μετά τους Μολάους και πριν φτάσουμε στη Μονεμβασιά, κάναμε στο οινοποιείο του Γιώργου και της Έλλης Τσιμπίδη. Οι άνθρωποι μας κέρασαν από τις μοναδικές ποικιλίες κρασιών τους μαζί με τα δέοντα εδέσματα (ελιές, προσούτο, σύγκλινο και γραβιέρα), ενώ μας ξενάγησαν στο χώρο του οινοποιείου με τα βαρέλια και τα αναρίθμητα μπουκάλια προς ωρίμανση. 



Ο Τσιμπίδης είναι μεγάλη ιστορία στο πεδίο της εγχώριας οινοποιείας. Αυτοδημιούργητος άνθρωπος που μπορεί σήμερα τα κρασιά του και ειδικά ο λιαστός οίνος με την ονομασία «Malvasia» να πωλούνται και στις πέντε ηπείρους, ο ίδιος όμως δεν ξέχασε τη λαϊκή καταγωγή του και την ιστορία του τόπου του. 
Ο γλυκόπιοτος λιαστός οίνος «Malvasia», ίσως το ωραιότερο κρασί που έχω πιεί ποτέ
Θα ήθελα κάποια στιγμή να του πάρω μία συνέντευξη, όπως ήδη το κανονίσαμε, παρόλο που δεν θεωρεί πως είναι η κατάλληλη στιγμή. Γεγονός είναι, όμως, πως μαζί με την σύζυγο του και μητέρα των τριών κοριτσιών τους, την Έλλη, αποτελούν ένα αχτύπητο και επιτυχημένο επιχειρηματικό δίδυμο. Τους βλέπετε στην παρακάτω φωτογραφία:
Κουρασμένοι καθώς ήμασταν, πήγαμε απ' το ξενοδοχείο μας, το οποίο ήταν πέντε λεπτά με τα πόδια απ' την περίφημη καστρούπολη της Μονεμβασιάς. Η ιδιοκτήτρια ήταν από την Τασμανία, ευγενική και κατατοπιστική, που άκουσε τα παράπονα των περισσοτέρων για την αδυναμία σύνδεσης με το internet. Με τον Νάτσιο του Cosmopoliti μας έβαλαν σε διπλανά δωμάτια, ο Βασίλης όμως άλλαξε δωμάτιο την επόμενη μέρα, καθώς δεν υπήρχε internet, όπως είπαμε, ενώ και στο μπάνιο του για να χωρέσεις έπρεπε να είσαι...στρουμφάκι. Εγώ πάλι παρέμεινα εκεί. Δε βαριέσαι, δυο βράδια θα μέναμε ούτως ή άλλως. Ετοιμαστήκαμε και ανηφορίσαμε για το κάστρο, όπου μας είχαν τραπέζι. Και τι τραπέζι! Γ@μησε τα, πάει η κέτο διατροφή μου...
Λάτρεψα τις γάτες της Μονεμβασιάς, που μου θύμισαν την Κωνσταντινούπολη, εκεί που τα αγαπημένα μου ζώα κυκλοφορούσαν ήσυχα και χαδιάρικα ανάμεσα στους θαμώνες των καφέ και των εστιατορίων. Γάτες καλοαναθρεμμένες και στειρωμένες, τρισευτυχισμένες θα λέγαμε εκεί που ζουν, μια και στην καστρούπολη δεν κυκλοφορούν αυτοκίνητα και άρα δεν κινδυνεύουν από ατυχήματα. Γυρίσαμε στο ξενοδοχείο εξοντωμένοι από κούραση. 
Σηκώθηκα πολύ πρωί, όπως συνηθίζω τα τελευταία χρόνια με τη δουλειά. Δοκίμασα το μάλλον αδιάφορο πρωινό του ξενοδοχείου και βγήκα έξω για τα τσιγάρα με τον καφέ μου. Δεν γινόταν να κάτσεις έξω. Είχε τέτοιο αέρα που σ' έπαιρνε και σε σήκωνε. Η θάλασσα λυσσομανούσε και οι αέρηδες σφύριζαν ενοχλητικά. 

Την έκανα ωστόσο μια βόλτα λίγα μέτρα παραπέρα απ' το ξενοδοχείο και συγκεκριμένα στη μικρή γέφυρα που ενώνει την πόλη με το κάστρο και που γίνεσαι μούσκεμα όταν την περπατάς με δυνατό αέρα και κύμα. Όπως είχε εκείνη τη μέρα...Μεταφερθήκαμε στην κινηματογραφική λέσχη της περιοχής, ένα παλιό σχολείο που με πρωτοβουλία των περίοικων, μετατράπηκε σε αίθουσα ψυχαγωγίας. Εκεί έγινε η συνέντευξη Τύπου, απ' την οποία, ενώ ακούστηκαν πολλά και ενδιαφέροντα απ' όλους τους ομιλητές, εμάς μας ενδιέφερε η αποτίμηση του πρώτου Malvasia Festival, έτσι όπως την περιέγραψαν η Σόφη, η Ευαγγελία και ο Σωτήρης, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του. Γι' αυτό δεν θα γράψω εδώ, αλλά στο σχετικό άρθρο μου στο Documento της επόμενης Κυριακής. Ύστερα από ένα δίωρο περίπου, αναχωρήσαμε για τον Γέρακα, το νοτιότερο φιόρδ της Ευρώπης και μάλλον ένα απ' τα ομορφότερα μέρη της Ελλάδας. 
Κ. Μπεϊόγλου - Bosko - Β. Νάτσιος - Γ. Πανταζόπουλος - Α. Πούλιου

Ότι και να πω, θα'ναι λίγο για την ομορφιά του τοπίου. Εκεί που η θάλασσα σταματάει ακριβώς στα πόδια σου και αρχίζει η στεριά. Ευτυχώς ο αέρας είχε κόψει κι έτσι απολαύσαμε το περπάτημα και τη θέα ενώ βγάλαμε πολλές αναμνηστικές φωτογραφίες. 

Ακολούθησε γεύμα (τι άλλο;) σε μια απ' τις πιο φημισμένες ψαροταβέρνες της χώρας, απ' ότι έμαθα. Με σεφ την κυρία Ελένη, δοκιμάσαμε τοπικές πίτες με σπανάκι και απίστευτες συνταγές ψαρικών με γαρίδες, καβούρια, σουπιές και χταπόδι με καραμελωμένη φάβα. Και οι σαλάτες όμως δεν πήγαιναν πίσω. Οπτική πανδαισία. Πάρτε μια γεύση...





Τα είπαμε και ωραία μεταξύ μας με τους συναδέλφους, διότι καλά είναι τα διάφορα μέρη και τα τραπεζώματα, το παν είναι όμως η καλή παρέα. Εδώ είμαστε με τον Πανταζόπουλο και τον Νάτσιο:

Μετά τον Γέρακα, ζαλισμένοι απ' τα κρασιά και μπουχτισμένοι απ' το φαΐ μέχρι σκασμού σχεδόν, επιστρέψαμε στο ξενοδοχείο για ξεκούραση. Αργότερα θα πηγαίναμε για ποτά σ' ένα ωραίο μπαρ μέσα στο κάστρο της Μονεμβασιάς. Υποτίθεται δεν θα τρώγαμε για βράδυ! Αμ δε...



Πράγματι, κάτσαμε σ' ένα πανέμορφο μπαρ ρέστοραν σε μια αυλή με θέα στη θάλασσα από ψηλά. «Θα φάτε κάτι...τσιμπητό» είπε ο ιδιοκτήτης του μαγαζιού κι εμείς λέγαμε ότι θα μας φέρει καναπεδάκια, μεζεδάκια κλπ. Αντ' αυτού άρχισαν πάλι να έρχονται πιατέλες με σουβλάκια, μπιφτέκια και σαλάτες. Άντε πάλι φαΐ εκεί που ακόμη δεν είχαμε χωνέψει το μεσημεριανό! Στην παρέα ήταν οι πάντες: Οι διοργανωτές του φεστιβάλ, ο αντιδήμαρχος Μονεμβασιάς, το ζεύγος Τσιμπίδη και, φυσικά, η δημοσιογραφική παρέα μας. Οι γάτες μια απ' τα ίδια: Ανέβαιναν στα καθίσματα ανάμεσα μας και απολάμβαναν τα χάδια μας. Μια - δυο απ' αυτές που βλέπετε στις φωτογραφίες, αν δεν είχα τα δύο δικά μου γατιά να με περιμένουν στην Αθήνα, θα τις είχα...απαγάγει. Τέλος πάντων, φάγαμε, ήπιαμε, συζητήσαμε, τσουγκρίσαμε ποτήρια και λίγο μετά τη μία τη νύχτα αποφασίσαμε να γυρίσουμε στο ξενοδοχείο. Ξεράθηκα κανονικά, δεν άντεξα με τους ρυθμούς της ημέρας που είχε περάσει μόλις. 


Το επόμενο πρωί, λίγο πριν αναχωρήσουμε για Αθήνα, ευτυχώς που συνεννοηθήκαμε με τον Πανταζόπουλο να ανέβουμε παρέα για μια τελευταία βόλτα στο κάστρο. Θέλαμε να επισκεφτούμε το σπίτι του ποιητή Γιάννη Ρίτσου, το οποίο - απ' ότι είχαμε ακούσει την προηγούμενη στη συνέντευξη Τύπου - πουλήθηκε από την κόρη του, Έρη, στον δήμο Μονεμβασιάς για 750.000 ευρώ προκειμένου να γίνει μουσείο και τόπος επίσκεψης των ξένων. Πραγματικά ασήμαντο ποσό συγκριτικά μ' ένα άλλο παρακείμενο σπίτι εντός του κάστρου, ιδιοκτησίας ενός Ιταλού, που επίσης πουλήθηκε σε ιδιώτη για ενάμισι εκατομμύριο ευρώ, δηλαδή τα διπλά λεφτά. Κατά τη γνώμη μου, ήταν σοφή η κίνηση αυτή της μοναχοκόρης και κληρονόμου του ποιητή. Το σπίτι ήδη ετοιμάζεται να γίνει μουσείο και εννοείται πως θα συντηρείται από τον δήμο ως πολιτιστική κληρονομιά. Μπήκαμε και μέσα, βγάλαμε ένα σωρό φωτογραφίες, αλλά ούτε γι' αυτό θα γράψω εδώ. Δείτε μόνο μία φωτογραφία: Το κρεβάτι του Γιάννη Ρίτσου, έτσι όπως το άφησε η κόρη του να υπάρχει για πάντα μέσα στο σπίτι - μουσείο. 
Αμέσως μετά πήγαμε με τον Πανταζόπουλο για καφέ στο «Βόλαξ», αν το γράφω σωστά. Φαρμακείο ο καφές...Δύο καφέδες έκαναν εννιάμισι ευρώ! Δε βαριέσαι. Εδώ ο καφές στο πρώην Zonars κοστίζει σχεδόν έξι ευρώ και δεν βλέπεις και τη θέα που είχαμε εμείς. Εκεί μας συνάντησαν η Ευαγγελία και η Σόφη, οι υπεύθυνες επικοινωνίας - και όχι μόνο - του Malvasia Festival. Αποφασίσαμε όλοι μαζί να κάνουμε έναν μεγάλο περίπατο μέσα στο κάστρο και να φτάσουμε μέχρι τον φάρο του. 


Έχω την αίσθηση πως κάθισα στο ομορφότερο καφέ του κόσμου! 







Ήμουν ο μόνος που πρώτη φορά επισκεπτόμουν το κάστρο της Μονεμβασιάς. Τα μεν κορίτσια δουλεύουν εκεί και πηγαινοέρχονται τακτικά από την Αθήνα,ο δε Πανταζόπουλος γνωρίζει καλά επίσης το μέρος, αφού έχει πάει πολλές φορές. Έμαθα πως εκεί αγοράζεις τις πέτρες στην ουσία, αφού μόνο μ' αυτές είσαι υποχρεωμένος να χτίσεις σπίτι, άπαξ βέβαια και σου περισσεύουν εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ για να το κάνεις! Είδαμε και περπατήσαμε γραφικά σοκάκια, ερείπια χριστιανικών εκκλησιών, πολεμίστρες με τις μπάλες των κανονιών άθικτες, μικρομάγαζα τουριστικά, πανέμορφα στέκια για φαγητό και καφέ, ενώ στον απομακρυσμένο φάρο τραβήξαμε και μερικά χιουμοριστικά βιντεάκια σε στυλ...Happy Traveller. 
Σ. μουτάφη - Ε. Πέττα - Bosko - Γ. Πανταζόπουλος
Λίγο μετά τις 11 το πρωί μπήκαμε ξανά στο βαν και με οδηγό πάντα τον Δημήτρη κινήσαμε για την Αθήνα, στην οποία φτάσαμε πέντε ώρες αργότερα. Για ότι ακούσαμε, μάθαμε και για ότι θα γράψουμε, που να αφορά το σκοπό του συγκεκριμένου ταξιδιού, θα τα διαβάσετε σύντομα από το Documento, τη LIFO, το Cosmopoliti και το travel.gr - εδώ εγώ απλά έκανα ένα tour στο περασμένο τριήμερο στην Μονεμβασιά που λάτρεψα και που σίγουρα θα επισκεφτώ ξανά με την πρώτη ευκαιρία.